Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Γέλινεκ Ελφρίντε. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Γέλινεκ Ελφρίντε. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 9 Δεκεμβρίου 2009

Η πιανίστρια

Ελφρίντε Γέλινεκ, εκδ. Εκκρεμές, μτφ. Μ. Σταυροπούλου, Λ. Αναγνώστου.





"Βιέννη, η πόλη της μουσικής! Μόνο ό,τι έχει καταξιωθεί μέχρι τώρα θα καταξιωθεί και μελλοντικά σε αυτή την πόλη. Τα κουμπιά πετάγονται από την παχιά κοιλιά της κουλτούρας, που, όπως κάθε πτώμα που παραμένει στο νερό χωρίς να ανασυρθεί, φουσκώνει χρόνο με το χρόνο ακόμα περισσότερο... Βιέννη, απλώς ανοίγεις τα παράθυρα και ίσως τις πόρτες, κι αμέσως εισβάλλει η αρμονία και απλώνεται σαν δηλητηριώδες αέριο μέχρι τις τελευταίες γωνίες και σημεία... Βιέννη, όπου αργοπορημένοι οικογενειάρχες χώνονται κλεφτά στην πόρτα του σπιτιού για να πέσουν σαν φριχτές σφυριές πάνω στις οικογένειές τους... Οι γυναίκες εξαφανίστηκαν ως δια μαγείας στις τρύπες, που εδώ τις λένε διαμερίσματα... Οι προσόψεις γίνονται επίπεδα σκηνικά, πίσω από τα οποία δεν υπάρχει τίποτα να υποθέσεις, όλα είναι όμοια και συντροφεύουν τα όμοιά τους. Μόνο οι ήχοι από τις τηλεοράσεις είναι αληθινοί, είναι εκείνο που συμβαίνει στην πραγματικότητα. Τριγύρω ζουν όλοι οι άνθρωποι την ίδια στιγμή τα ίδια..."

Η Γέλινεκ μας παρουσιάζει στην εξαιρετική "Πιανίστρια" μια Βιέννη εντελώς διαφορετική από αυτή που φανταζόμαστε, επηρεασμένοι ίσως απ' τους τουριστικούς οδηγούς. Η αυστριακή πρωτεύουσα είναι η μία από τις τέσσερεις φωνές, που αποτελούν το κουαρτέτο του μυθιστορήματος της. Η Έρικα, η αξιοσέβαστη σαραντάρα καθηγήτρια πιάνου, η καταπιεστική μητέρα της και ο πολυτάλαντος νεαρός μαθητής της, Κλέμμερ, είναι οι υπόλοιπες τρεις.




"Ο χρόνος περνάει κι εμείς περνάμε μαζί του. Κάτω από ένα γυάλινο καπάκι τυριών είναι κλεισμένες μαζί, η Έρικα με το λεπτό προστατευτικό κουκούλι της και η μαμά της. Το καπάκι σηκώνεται μόνο αν κάποιος από έξω πιάσει το γυάλινο χερούλι και το τραβήξει. Η Έρικα είναι ένα έντομο κλεισμένο μέσα σε κεχριμπάρι. Άχρονο, χωρίς ηλικία. Η Έρικα δεν έχει ιστορία και δεν δημιουργεί ιστορίες. Αυτό το έντομο έχει χάσει από καιρό την ικανότητα να σκαρφαλώνει και να σέρνεται. Η Έρικα είναι ψημένη μέσα στο ταψί του απείρου".
Η Γέλινεκ χρησιμοποιώντας μια περίτεχνη τριτοπρόσωπη αφήγηση μας ξετυλίγει την προσωπικότητα της Έρικας. Καταπιεσμένη ήδη από την παιδική της ηλικία καθώς προοριζόταν να κατακτήσει το μουσικό στερέωμα, έχει πια διαμορφώσει έναν πολύπλοκο χαρακτήρα. Ζώντας σχεδόν φυλακισμένη δέχεται παθητικά όλη την μητρική καταπίεση. Φέρεται σαδιστικά απέναντι στους μαθητές της αλλά κι απέναντι στο σώμα της. Όποτε κατορθώνει να ξεφύγει από την επιτήρηση της μητέρας της, τριγυρνά ως ηδονοβλεψίας σε κακόφημες περιοχές της Βιέννης, όπου απολαμβάνει λείψανα ερωτικών περιπτύξεων. Μια γυναίκα ευνουχισμένη κι ανίκανη να βρει την ευτυχία. Ακόμα κι όταν ο μαθητής της, Κλέμμερ, της δίνει ενδεχομένως αυτή τη δυνατότητα, η κυρία καθηγήτρια του υποβάλει έναν "κατάλογο μορφών πόνου"...




Διαβάζοντας αυτό τό σπαρακτικό μυθιστόρημα προσπαθούσα να καταλάβω τις αιτίες αυτής της απίστευτα παράδοξης συμπεριφοράς. Η αυταρχική μητέρα, ο απών και ψυχασθενής πατέρας κι ο στείρος κοινωνικός περίγυρος της Βιέννης δείχνουν να οδηγούν αναπόφευκτα την Έρικα στην αυτοκαταστροφή.
Το κείμενο είναι πυκνό, δύσκολο και συχνά γίνεται εξίσου εσωστρεφές με την πρωταγωνίστριά του. Η βία είναι παρούσα ακόμα και στις πιο ανυποψίαστες στιγμές ενώ πολλές φορές είχα την αίσθηση ότι η συγγραφέας είχε σκαλίσει τις φράσεις της με μαχαίρι!


"Η πιανίστρια είναι ένα πολύ αυτοβιογραφικό κείμενο που αφενός επιτρέπει σ' αυτόν που το διαβάζει να λειτουργεί εν είδει ηδονοβλεψία, αφετέρου του δίνει τη δυνατότητα να διεισδύσει στη γυνακεία οδύνη που δεν είναι δική του αλλά εξαιρετικά φοβερή".









Η Γέλινεκ με το ειρωνικό και δηκτικό της χιούμορ συνθέτει ένα σχεδόν μουσικό κείμενο. Ένα κουαρτέτο για τέσσερα όργανα. Ο ρόλος του καθενός είναι διακριτός καθώς εναλάσσονται κατά τη διάρκεια της αφήγησης και στο τέλος όλα μαζί οδηγούν το έργο σε ένα μοναδικό κρεσέντο βίας και σπαραγμού.




Σημειώσεις: Στην πρώτη φωτογραφία η Βιέννη. Οι δύο επόμενες από την ομώνυμη ταινία του Χάνεκε, στην οποία πρωταγωνιστούσε η Ιζαμπέλ Υπέρ (η απόλυτη ενσάρκωση της Έρικας). Ωστόσο, νομίζω ότι ο Χάνεκε, που συνήθως στις ταινίες του συνηθίζει να μας αποκαλύπτει τον ελλοχεύοντα φασισμό (είτε αυτός φρίσκεται στους έφηβους του χωριού της "Λευκής κορδέλας" είτε στον προοδευτικό διανοούμενο του "Κρυμμένου") δεν διάβασε σωστά την ταινία. Ο Κλέμμερ, που στην ταινία είναι απλώς "ένα ερωτιάρικο παιδαρέλι που μολύνεται από το ηθικό απόστημα, Έρικα" στο βιβλίο παρουσιάζεται, πολύ έντεχνα, ως το "αυγό του φιδιού" της σύγχρονης Αυστρίας. Ενώ η Έρικα, παρόλο που προκαλεί απέχθεια με τη νοσηρότητα της και παρόλο που λειτουργεί κι αυτή ως θύτης για τους μαθητές της, δεν παύει να είναι το θύμα.
Στην τελευταία φωτογραφία, η συγγραφέας στο εκκλησιαστικό όργανο. Η Γέλινεκ που σε νεαρή ηλικία διδάχτηκε πιάνο, όργανο, κιθάρα, βιολί, βιόλα και φλογέρα, τελικά έγινε διπλωματούχος του Ωδείου Βιέννης στο εκκλησιαστικό όργανο. Το απόσπασμα με τους μπλε χαρακτήρες είναι από συνέντευξή της.(17/20)

Πέμπτη 3 Δεκεμβρίου 2009

Εκ βαθέων

Ελφρίντε Γέλινεκ, εκδ. Εκκρεμές, μτφ. Βαγγέλης Μπιτσιώρης.

(Συνομιλία με την Κατρίν Λεσέρ)


"Να μπορείς να είσαι μια θηλυκή αλεπού

και να υλακτείς μέχρι που να τρέμουν τ' αστέρια!"

Christine Lavant









Η Ελφρίντε Γέλινεκ γεννήθηκε το 1946 στην Αυστρία και μεγάλωσε στη Βιέννη μέσα σε μια ατμόσφαιρα "οικογενειακής σχιζοφρένειας" ανάμεσα σε έναν άθεο, αριστερό, εβραίο πατέρα που μπαινόβγαινε σε ψυχιατρικές κλινικές και μια αστή, καθολική και άκρως αυταρχική μητέρα. Μια μητέρα τόσο καταπιεστική που της είχε επιβάλει ένα "οργουελιανό σύστημα επιτήρησης".

"Ενδέχεται μέσω της γραφής μου να αγγίζω ακριβώς αυτή την τρέλα: μόλις και μετά βίας κατορθώνω να κρατηθώ στις παρυφές, το ένα πόδι μου πάντοτε γλιστρά στην άβυσσο".

Σχεδόν φυλακισμένη στην εφηβεία της, είτε στο καθολικό σχολείο είτε στο σπίτι ανάμεσα στα πέντε μουσικά όργανα, στα οποία ήταν υποχρεωμένη να ασκείται, βίωσε αργότερα στο πανεπιστήμιο το σοκ της αιφνίδιας ελευθερίας. Το 1967 καταρρέει και μένει κλεισμένη στο σπίτι της για ένα ολόκληρο χρόνο. Τότε ακριβώς είναι, που αρχίζει να γράφει. "Γράφω γι' αυτό που καταστρέφει". Στην αρχή, μόνο ποιήματα.

"τα νήματα που με κρατούν σαν μαριονέτα είναι οι
γλυκοσαπισμένες λάμπες που γύρω τους πετώ...

θα σας ρίξω όλους στα γόνατα
τα βρωμερά ρύγχη σας θα κρώξουν
από τα πρόσωπα...

σε φθαρμένο βελούδο θα ορμήσω
για να σπάσετε τα μούτρα σας στις γωνιές της νύχτας
σα σαχλές νυχτοπεταλούδες...

την ηλίθια σιωπή σας θα την πετάξω
έτσι απλά στον αέρα...

(Απόσπασμα από την "Περιφρόνηση")








Στη συνέχεια αρχίζει να γράφει τα πρώτα της μυθιστορήματα. Παρόλο που παντρεύτηκε και έφυγε να ζήσει στο εξωτερικό, ανάμεσα σ' αυτήν και τη μητέρα της είχε δημιουργηθεί το "φαινόμενο της καθήλωσης", που δεν έπαψε παρά μόνο με το θάνατο της τελευταίας.

Το 2004 της απονέμεται το βραβείο Νόμπελ. Μία βράβευση που ποτέ δεν έπαψε να με εκπλήσσει. Πώς είναι δυνατόν να βραβεύεται από τους Σουηδούς ακαδημαϊκούς μια συγγραφέας που υποσκάπτει τα θεμέλια της σύγχρονης κοινωνίας και της σύγχρονης οικογένειας με τόσο απροκάλυπτο τρόπο; Η Γέλινεκ δεν αφήνει τίποτα στη θέση του. Σαρκάζει με την αιχμηρή και άσεμνη γλώσσα της τη σεξουαλικότητα, την εξουσία, το χρήμα, την ιδιοκτησία. Η πένα της ξύνει τα πάντα ώσπου να ματώσουν. Και φυσικά, ως συμπατριώτισσα του Μπέρνχαρντ, πρώτος στόχος της η υπερσυντηρητική Αυστρία και οι συμπολίτες της. Πρόκειται, σύμφωνα με αυτούς, για μια "Nestbeschmutzerin", δηλαδή κάποια που λερώνει τη φωλιά της. Δεύτερος στόχος, οι σχέσεις των δύο φύλων, δείχνοντας ότι ουσιαστικά τίποτα δεν έχει αλλάξει σ' αυτές, εδώ και χρόνια. Λογικό, λοιπόν, είναι να την αντιπαθήσουν τόσο πολύ στη χώρα της, ώστε σε διάφορα φεστιβάλ, όπως σ' αυτό του Ζάλτσμπουργκ το 1998, να αφαιρούν βίαια το πορτρέτο της από την είσοδο του θεάτρου.

"Οι άνδρες δεν μπορούν να καταλάβουν αυτό που γράφω. Διότι απλούστατα ο κύριος δεν μπορεί να καταλάβει αυτό που καταπιέζει. Δεν χρειάζεται άλλωστε να το κάνει. Δεν είναι απαραίτητο για τον κύριο να καταλάβει τον δούλο του. Αντίθετα ο δούλος πρέπει να μελετήσει επακριβώς τη συμπεριφορά του κυρίου του, ούτως ώστε με τη σειρά του να τον παρενοχλήσει. Διότι μόνον όταν κατανοήσει κανείς πολύ καλά τον τρόπο με τον οποίο λειτουργούν οι μηχανισμοί της κυριαρχίας μπορεί να αρχίσει να εκδικείται, και μάλιστα με λεπτό τρόπο".

Το πρώτο βιβλίο της που διάβασα, πριν λίγα χρόνια, ήταν η εξαιρετική "Λαγνεία" (7/10). Με τη μοναδική βλάσφημη γραφή της, που χαρακτηρίζεται από ένα θρυμματισμένο λυρισμό, αποδομεί την τοπική κοινωνία μιας μικρής επαρχιακής πόλης στις Αυστριακές Άλπεις. Ο εργοστασιάρχης, η γυναίκα του και ο γιος του, ο νεαρός εραστής, οι κάτοικοι, οι εργάτες και οι χειμερινοί παραθεριστές συμπληρώνουν το σκηνικό...

Αλλά όλα αυτά δεν είναι παρά η αφορμή, η ιστορία...

"ένας καλόγερος όπου μπορώ να κρεμώ τα ενδύματά μου και πολλά άλλα πράγματα".

Στόχος η πραγματικότητα. Αυτή που για να την ανακαλύψεις πρέπει να γδάρεις το δέρμα που την καλύπτει και την εξωραΐζει. Να πασαλειφτείς με τα αίματα και μετά να πας ακόμα πιο βαθιά κάνοντας τομές, συναντώντας τα βρωμερά υγρά, τις βλέννες, τα περιττώματα...

"Για να γράψεις δεν χρειάζεσαι να κάνεις κάτι πολύ σημαντικό. Κατ' αρχάς πρέπει να αρχίσεις να θέτεις κάποια ορόσημα και εν συνεχεία κάποια στιγμή τα πράγματα ούτως ειπείν "πιάνουν", όπως ξαφνικά η βίδα "πιάνει" στον τοίχο και τότε μπορείς να βιδώσεις. Παρομοιάζω πάντοτε τη γλώσσα με ένα σκύλο με λουρί που τραβά αυτόν που γράφει. Το κείμενο παρασύρει αυτόν που γράφει. Η γραφή γίνεται μια διαδικασία που εκτυλίσσεται πλέον μόνο μέσα στη συνείδηση: δεν γράφω πλέον, αλλά κάτι με γράφει και με βλέπει να γίνομαι γραφή. Συνεπώς είμαι παντού παράμερα: εντός του λόγου μου εφόσον παρατηρώ τα πράγματα απ' έξω, χωρίς να συμμετέχω σ' αυτά, εντός της ύπαρξής μου εφόσον περνώ τη ζωή μου πολύ παράμερα, αλλά και εντός της γλώσσας μου εφόσον αυτή δεν είναι δική μου... Ήδη έχουν εκστομιστεί τόσα πράγματα σε τούτη τη γλώσσα ώστε σου είναι αδύνατον να πιστέψεις στην ύπαρξη μιας προσωπικής "γλώσσας"! Η γλώσσα μου είναι πολυπρισματική, όπως οι εικόνες στο καλειδοσκόπιο που σχηματίζουν αδιάλειπτα νέα μοτίβα".





Σημειώσεις: Το ποίημα προέρχεται από το πρόσφατο τεύχος του εξαιρετικού περιοδικού Τεφλόν (βλ. το αντίστοιχο blog). Ανάμεσα στα πολύ ενδιαφέροντα θέματά του υπάρχει ένα μικρό (δίγλωσσο) αφιέρωμα στην ποίηση της Γέλινεκ, με εισαγωγή και μετάφραση Jazra Khaleed. H Αυστριακή Christine Lavant (1915-1973) είναι μια άγνωστη σε μας αλλά σύμφωνα με την Γέλινεκ μία από τις μεγαλύτερες ποιήτριες. Τα αποσπάσματα με μπορντό χαρακτήρες είναι από τη συνομλία της με την Λεσέρ στο "Εκ βαθέων" ενώ αυτά με μπλε είναι από την "Λαγνεία". Η ομιλία της, στην απονομή του Νόμπελ, είχε τίτλο "Παράμερα" (Im Abseits). Η ανάρτηση αφιερώνεται σε έναν λάτρη της Γέλινεκ και τακτικό σχολιαστή του Ναυτίλου, τον Ετερώνυμο. " Τελεία και καύλα"