Ελφρίντε Γέλινεκ, εκδ. Εκκρεμές, μτφ. Βαγγέλης Μπιτσιώρης.
(Συνομιλία με την Κατρίν Λεσέρ)

"Να μπορείς να είσαι μια θηλυκή αλεπού
και να υλακτείς μέχρι που να τρέμουν τ' αστέρια!"
Christine Lavant
Η Ελφρίντε Γέλινεκ γεννήθηκε το 1946 στην Αυστρία και μεγάλωσε στη Βιέννη μέσα σε μια ατμόσφαιρα "οικογενειακής σχιζοφρένειας" ανάμεσα σε έναν άθεο, αριστερό, εβραίο πατέρα που μπαινόβγαινε σε ψυχιατρικές κλινικές και μια αστή, καθολική και άκρως αυταρχική μητέρα. Μια μητέρα τόσο καταπιεστική που της είχε επιβάλει ένα "οργουελιανό σύστημα επιτήρησης".
"Ενδέχεται μέσω της γραφής μου να αγγίζω ακριβώς αυτή την τρέλα: μόλις και μετά βίας κατορθώνω να κρατηθώ στις παρυφές, το ένα πόδι μου πάντοτε γλιστρά στην άβυσσο".
Σχεδόν φυλακισμένη στην εφηβεία της, είτε στο καθολικό σχολείο είτε στο σπίτι ανάμεσα στα πέντε μουσικά όργανα, στα οποία ήταν υποχρεωμένη να ασκείται, βίωσε αργότερα στο πανεπιστήμιο το σοκ της αιφνίδιας ελευθερίας. Το 1967 καταρρέει και μένει κλεισμένη στο σπίτι της για ένα ολόκληρο χρόνο. Τότε ακριβώς είναι, που αρχίζει να γράφει. "Γράφω γι' αυτό που καταστρέφει". Στην αρχή, μόνο ποιήματα.
"τα νήματα που με κρατούν σαν μαριονέτα είναι οι
γλυκοσαπισμένες λάμπες που γύρω τους πετώ...
θα σας ρίξω όλους στα γόνατα
τα βρωμερά ρύγχη σας θα κρώξουν
από τα πρόσωπα...
σε φθαρμένο βελούδο θα ορμήσω
για να σπάσετε τα μούτρα σας στις γωνιές της νύχτας
σα σαχλές νυχτοπεταλούδες...
την ηλίθια σιωπή σας θα την πετάξω
έτσι απλά στον αέρα...
(Απόσπασμα από την "Περιφρόνηση")
Στη συνέχεια αρχίζει να γράφει τα πρώτα της μυθιστορήματα. Παρόλο που παντρεύτηκε και έφυγε να ζήσει στο εξωτερικό, ανάμεσα σ' αυτήν και τη μητέρα της είχε δημιουργηθεί το "φαινόμενο της καθήλωσης", που δεν έπαψε παρά μόνο με το θάνατο της τελευταίας.
Το 2004 της απονέμεται το βραβείο Νόμπελ. Μία βράβευση που ποτέ δεν έπαψε να με εκπλήσσει. Πώς είναι δυνατόν να βραβεύεται από τους Σουηδούς ακαδημαϊκούς μια συγγραφέας που υποσκάπτει τα θεμέλια της σύγχρονης κοινωνίας και της σύγχρονης οικογένειας με τόσο απροκάλυπτο τρόπο; Η Γέλινεκ δεν αφήνει τίποτα στη θέση του. Σαρκάζει με την αιχμηρή και άσεμνη γλώσσα της τη σεξουαλικότητα, την εξουσία, το χρήμα, την ιδιοκτησία. Η πένα της ξύνει τα πάντα ώσπου να ματώσουν. Και φυσικά, ως συμπατριώτισσα του Μπέρνχαρντ, πρώτος στόχος της η υπερσυντηρητική Αυστρία και οι συμπολίτες της. Πρόκειται, σύμφωνα με αυτούς, για μια "Nestbeschmutzerin", δηλαδή κάποια που λερώνει τη φωλιά της. Δεύτερος στόχος, οι σχέσεις των δύο φύλων, δείχνοντας ότι ουσιαστικά τίποτα δεν έχει αλλάξει σ' αυτές, εδώ και χρόνια. Λογικό, λοιπόν, είναι να την αντιπαθήσουν τόσο πολύ στη χώρα της, ώστε σε διάφορα φεστιβάλ, όπως σ' αυτό του Ζάλτσμπουργκ το 1998, να αφαιρούν βίαια το πορτρέτο της από την είσοδο του θεάτρου.
"Οι άνδρες δεν μπορούν να καταλάβουν αυτό που γράφω. Διότι απλούστατα ο κύριος δεν μπορεί να καταλάβει αυτό που καταπιέζει. Δεν χρειάζεται άλλωστε να το κάνει. Δεν είναι απαραίτητο για τον κύριο να καταλάβει τον δούλο του. Αντίθετα ο δούλος πρέπει να μελετήσει επακριβώς τη συμπεριφορά του κυρίου του, ούτως ώστε με τη σειρά του να τον παρενοχλήσει. Διότι μόνον όταν κατανοήσει κανείς πολύ καλά τον τρόπο με τον οποίο λειτουργούν οι μηχανισμοί της κυριαρχίας μπορεί να αρχίσει να εκδικείται, και μάλιστα με λεπτό τρόπο".
Το πρώτο βιβλίο της που διάβασα, πριν λίγα χρόνια, ήταν η εξαιρετική "Λαγνεία" (7/10). Με τη μοναδική βλάσφημη γραφή της, που χαρακτηρίζεται από ένα θρυμματισμένο λυρισμό, αποδομεί την τοπική κοινωνία μιας μικρής επαρχιακής πόλης στις Αυστριακές Άλπεις. Ο εργοστασιάρχης, η γυναίκα του και ο γιος του, ο νεαρός εραστής, οι κάτοικοι, οι εργάτες και οι χειμερινοί παραθεριστές συμπληρώνουν το σκηνικό...
Αλλά όλα αυτά δεν είναι παρά η αφορμή, η ιστορία...
"ένας καλόγερος όπου μπορώ να κρεμώ τα ενδύματά μου και πολλά άλλα πράγματα".
Στόχος η πραγματικότητα. Αυτή που για να την ανακαλύψεις πρέπει να γδάρεις το δέρμα που την καλύπτει και την εξωραΐζει. Να πασαλειφτείς με τα αίματα και μετά να πας ακόμα πιο βαθιά κάνοντας τομές, συναντώντας τα βρωμερά υγρά, τις βλέννες, τα περιττώματα...
"Για να γράψεις δεν χρειάζεσαι να κάνεις κάτι πολύ σημαντικό. Κατ' αρχάς πρέπει να αρχίσεις να θέτεις κάποια ορόσημα και εν συνεχεία κάποια στιγμή τα πράγματα ούτως ειπείν "πιάνουν", όπως ξαφνικά η βίδα "πιάνει" στον τοίχο και τότε μπορείς να βιδώσεις. Παρομοιάζω πάντοτε τη γλώσσα με ένα σκύλο με λουρί που τραβά αυτόν που γράφει. Το κείμενο παρασύρει αυτόν που γράφει. Η γραφή γίνεται μια διαδικασία που εκτυλίσσεται πλέον μόνο μέσα στη συνείδηση: δεν γράφω πλέον, αλλά κάτι με γράφει και με βλέπει να γίνομαι γραφή. Συνεπώς είμαι παντού παράμερα: εντός του λόγου μου εφόσον παρατηρώ τα πράγματα απ' έξω, χωρίς να συμμετέχω σ' αυτά, εντός της ύπαρξής μου εφόσον περνώ τη ζωή μου πολύ παράμερα, αλλά και εντός της γλώσσας μου εφόσον αυτή δεν είναι δική μου... Ήδη έχουν εκστομιστεί τόσα πράγματα σε τούτη τη γλώσσα ώστε σου είναι αδύνατον να πιστέψεις στην ύπαρξη μιας προσωπικής "γλώσσας"! Η γλώσσα μου είναι πολυπρισματική, όπως οι εικόνες στο καλειδοσκόπιο που σχηματίζουν αδιάλειπτα νέα μοτίβα".

Σημειώσεις: Το ποίημα προέρχεται από το πρόσφατο τεύχος του εξαιρετικού περιοδικού Τεφλόν (βλ. το αντίστοιχο blog). Ανάμεσα στα πολύ ενδιαφέροντα θέματά του υπάρχει ένα μικρό (δίγλωσσο) αφιέρωμα στην ποίηση της Γέλινεκ, με εισαγωγή και μετάφραση Jazra Khaleed. H Αυστριακή Christine Lavant (1915-1973) είναι μια άγνωστη σε μας αλλά σύμφωνα με την Γέλινεκ μία από τις μεγαλύτερες ποιήτριες. Τα αποσπάσματα με μπορντό χαρακτήρες είναι από τη συνομλία της με την Λεσέρ στο "Εκ βαθέων" ενώ αυτά με μπλε είναι από την "Λαγνεία". Η ομιλία της, στην απονομή του Νόμπελ, είχε τίτλο "Παράμερα" (Im Abseits). Η ανάρτηση αφιερώνεται σε έναν λάτρη της Γέλινεκ και τακτικό σχολιαστή του Ναυτίλου, τον Ετερώνυμο. " Τελεία και καύλα"