

Το "Αίτημα" είναι ένα μυθιστόρημα ή καλύτερα μια ιστορία (histoire) , όπως προτιμούσε να την αποκαλεί η δημιουργός της , που για να την εκτιμήσει ο αναγνώστης απαιτείται χρόνος . Αν και είναι ένα ολιγοσέλιδο βιβλίο , μου πήρε αρκετό χρόνο για να ολοκληρώσω την ανάγνωσή του . Δυστυχώς ο χρόνος είναι πολυτέλεια στις μέρες μας . Αλλά η ανάγνωση πριν από ο,τιδήποτε άλλο είναι μια τέχνη της απόλαυσης . Και η απόλαυση θέλει χρόνο ...
Η Michelle Desbordes είναι σύγχρονη συγγραφέας με πολύ ιδιαίτερη γραφή . Έφυγε απ' τη ζωή στα 66 της χρόνια , το 2006 , επιλέγοντας την ευθανασία μετά από μακρόχρονη ασθένεια . Ήταν βιβλιοθηκονόμος και τα τελευταία χρόνια της ζωής της είχε αποσυρθεί στη γενέτειρά της , στην επαρχία του Λίγηρα , όπου και εκτυλίσσεται η ιστορία .Όλα δείχνουν πως είμαστε στον 16ο αιώνα . Ένας Ιταλός ζωγράφος κι αρχιτέκτονας με τη συνοδεία των μαθητών του φθάνει κοντά στις όχθες του Λίγηρα , προσκεκλημένος του Γάλλου βασιλιά . Αν και δεν αναφέρεται στο κείμενο , είναι σαφές πως πρόκειται για τον Λεονάρντο ντα Βίντσι που πέρασε τα τελευταία χρόνια της ζωής του στο Αμπουάζ , προσκεκλημένος του Φραγκίσκου Α' . Εκεί στη νέα του κατοικία , του παραχωρείται μια υπηρέτρια , η Τασίν . Ανάμεσά τους θα αναπτυχθεί μια ιδιόμορφη σχέση . Μια σχέση που δύσκολα την προσδιορίζεις και που τα κύρια στοιχεία της είναι : τα βλέμματα , οι χειρονομίες , οι σιωπές και οι απλές καθημερινές ασχολίες .

"Μόλις που την είδαν μπαίνοντας , έπλενε στις αυλές , πήγαινε και ερχόταν πλάι-πλάι στους τοίχους με του κουβάδες και τα μπουγαδιασμένα ασπρόρουχα στυμμένα , μικροκαμωμένη , ντυμένη στα γκρίζα , άστραφτε μόνο το ολόλευκο κάλυμμα της κεφαλής , έριχνε νερό στο πλακόστρωτο έπειτα ξαναπήγαινε στο πηγάδι ενώ ο ήλιος ανέτελλε στον ουρανό , άγγιζε ψηλά τις βελανιδιές ".
Από την αρχή του έργου περιμένουμε με αδημονία να μάθουμε ποιο θα είναι το περίφημο "αίτημα" . Και σχεδόν όλη η ιστορία λειτουργεί ως επιβράδυνση για να κορυφωθεί η αγωνία στις τελευταίες σελίδες του βιβλίου , όπου μας αποκαλύπτεται η λύση του μυστηρίου . Βέβαια , αυτή η επιβράδυνση είναι που δίνει αξία σ' αυτό το μικρό βιβλίο . Η Ντεμπόρντ ζωγραφίζει με τις λέξεις και η ιστορία κυλάει αργά με το ρυθμό που εναλάσσονται οι εποχές του χρόνου . Η μαεστρία της γίνεται ιδιαίτερα εμφανής στην περιγραφή των καθημερινών δραστηριοτήτων της υπαίθρου . Στο πώς καταφέρνει , όχι μόνο να αφηγηθεί αυτά τα καθημερινά και τετριμμένα και για αιώνες απαράλλαχτα αλλά στο πώς αυτά γίνονται το κέντρο βάρους της αφήγησης .
"Τους ετοίμαζε κυπρίνους και γαλέους , μικρά λαβράκια απ' το ποτάμι , χέλια που έγδερνε το δέρμα τους , το γύρναγε σαν γάντι , τους σερβίριζε πεπόνια , σύκα και κίτρα όπως στην Ιταλία , εκείνη στη γωνιά της στο τραπέζι έτρωγε σούπα από λαχανικά ή βρώμη , ξινόγαλα , σηκώνοντας με το ένα χέρι τη γαβάθα και με το άλλο σκαλίζοντας με το κουτάλι , έτρωγε αθόρυβα , ούτε καν το κουδούνισμα του κουταλιού πάνω στον τσίγκο ή ο θόρυβος του ποτηριού που άδειαζε με μικρές γουλιές και το ακουμπούσε πάνω στο τραπέζι ".Τα υλικά που χρησιμοποίησε η Desbordes για να χτίσει την ιστορία της είναι η γαλήνη και η σιωπή . Έχεις την αίσθηση ότι η σιωπή επικάθεται πάνω στα πράγματα δίνοντάς τους όγκο και δημιουργώντας τρισδιάστατους χώρους σαν αυτούς που προσπάθησαν να ζωγραφίσουν οι Ολλανδοί ζωγράφοι του 17ου αιώνα . Στον πρωταγωνιστή της όμως , δηλαδή τον Λεονάρντο ντα Βίντσι , οφείλει την τεχνική της φωτοσκίασης (sfumato) , καθώς οι μορφές της γίνονται ένα με το χώρο που τις περιβάλλει .
Με το sfumato ο ζωγράφος αφήνει το θεατή να μαντέψει κάτι . Μπορεί να μεταμορφώσει ένα χαμόγελο σε σύμβολο του μυστηρίου της ύπαρξης . Το ακαθόριστο περίγραμμα και τα απαλά χρώματα επιτρέπουν στις φόρμες να σβήνουν η μια μέσα στην άλλη και ν΄αφήνουν πάντα κάτι για τη φαντασία .Εάν ήθελα να χαρακτηρίσω την Desbordes με μία φράση , θα την αποκαλούσα αφηγήτρια της σιωπής . Και μάλιστα θα έλεγα ότι ασκεί την τέχνη της χειρωνακτικά , δηλαδή λαξεύει τις φράσεις της με τη σιωπή , όπως ένας συνθέτης τις νότες του με την παύση . Η αντιστοίχιση μόνο τυχαία δεν είναι καθώς καθ' όλη τη διάρκεια της ανάγνωσης είχα έντονη την αίσθηση της μουσικής .
"Πού και πού οι χειρονομίες γινόντουσαν πιο αργές - η κούραση ή ένας δισταγμός , ή ακόμα κι ο χρόνος που της χρειαζόταν για να κάνει τα πράγματα - τόσο αργές που έτειναν προς την ακινησία , ίσα που τις διέκρινες όπως τα βλέμματα μέσα απ' τα βλέφαρα που έκλειναν , τίποτα πια δεν σάλευε παρά μόνο η φωτιά στο τζάκι , το κούτσουρο που για ώρα πολλή στάλαζε τον τελευταίο χυμό του και με μιας τίναζε τις σπίθες του στο τζάκι προς τα πάνω . Λες και ο χρόνος σταμάταγε , έμενε ακίνητος όσο χρειαζόταν για να ξαναπάρει κουράγιο , ο χρόνος ο σταματημένος , απλά και τόσο έντονα που ίσως να μην υπήρχε πια καμιά άλλη ελπίδα , εκείνος μάντευε το βλέμμα κάτω απ' το βλέφαρο το ασάλευτο , το διαφανές , το ακινητοποιημένο σαν το καλοδουλεμένο άργιλο της πορσελάνης . Την κοιτούσε όπως θα είχε κοιτάξει μιαν άγνωστη , στρεφόταν προς αυτήν , την ακολουθούσε με τα μάτια όταν αμίλητη απομακρυνόταν ".
Σημείωση:Έχοντας βρει στο διαδίκτυο τρία εκτενή αποσπάσματα του βιβλίου στα γαλλικά διαπίστωσα το πόσο εξαιρετική ήταν η δουλειά της μεταφράστριας . Άλλωστε , διαβάζοντας το κείμενο είχα την εντύπωση , ότι ήταν απ' ευθείας γραμμένο στα ελληνικά .Οι πίνακες στην ανάρτηση είναι : Αυτοπροσωπογραφία του ντα Βίντσι (πάνω δεξιά) , η καθαρίστρια του Pieter Janssens Elinga , η γαλατού του Vermeer και η Μόνα Λίζα του ντα Βίντσι (λεπτομέρεια) . Το κείμενο με τους μπλε χαρακτήρες είναι από το "Χρονικό της τέχνης" του Gombrich ελαφρώς διασκευασμένο .Το sfumato δεν αποδίδεται σωστά με τη λέξη φωτοσκίαση ή σκιοφωτισμός .Για την ακρίβεια σημαίνει "σβησμένο , "εξατμισμένο".Η τεχνική αυτή επινοήθηκε από τον Λεονάρντο ντα Βίντσι για να καθιερωθεί αργότερα και στην ορολογία της ιταλικής ζωγραφικής . (15/20)
