Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Χάισμιθ Πατρίτσια. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Χάισμιθ Πατρίτσια. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 21 Αυγούστου 2019

Γάτες




Η Πατρίτσια Χάισμιθ λάτρευε τις γάτες της και τα σαλιγκάρια της... 
Σε αυτό το πανέμορφο βιβλιαράκι των Agra Pubs περιέχονται τρία εξαιρετικά γατοδιηγήματα, ένα έξοχο γατοδοκίμιο, τρία, μάλλον μέτρια, γατοποιήματα (εδώ τα καταφέρνει καλύτερα ο Μπουκόφσκι) και επτά θαυμάσια γατοσχέδια. Στο πρώτο διήγημα, "Κάτι που έφερε μέσα η γάτα", συμπυκνώνεται όλη αφηγηματική τέχνη της Χάισμιθ. Πρόκειται για ένα απόλυτα χαϊσμιθικό πεζό.
Και τελειώνω με ένα απόσπασμα από το δοκίμιό της:
"Η γάτα είναι ένα έργο τέχνης που κινείται, κοιμάται και διαρκώς αλλάζει"

Τετάρτη 17 Νοεμβρίου 2010

Ο Ρίπλεϋ σε βαθιά νερά

Πατρίτσια Χάισμιθ, εκδ. Άγρα, μτφ. Ανδρέας Αποστολίδης.


"Η ζωή μου έχει όρια, η λογοτεχνία όχι"

Π. Χάισμιθ












Να έχεις δολοφονήσει κι όχι μόνο μια φορά, να έχεις εξαπατήσει τους πάντες, να έχεις παίξει με το Θάνατο και να έχεις κερδίσει, να έχεις γλιτώσει από ένα σωρό παγίδες είτε λόγω επιδεξιότητας είτε λόγω τύχης κι όμως να κοιμάσαι τον ύπνο του Δικαίου, σημαίνει ότι σε λένε Ρίπλεϋ... Τομ Ρίπλεϋ.

"Ο Τομ σκέφτηκε ότι μπορεί να έβλεπε το βράδυ άσχημα όνειρα, τον Μέρτσισον να σωριάζεται στο κελάρι του μέσα σε ένα σύννεφο αίματος και κρασιού ή τον Μπέρναντ Ταφτς να βαδίζει αργά με τις μπότες του προς το χείλος του βράχου κοντά στο Σάλτσμπουργκ, και να εξαφανίζεται. Όχι όμως. Τέτοια είναι η ιδιοτροπία, ο παραλογισμός των ονείρων και του ασυνείδητου, που ο ύπνος του ήταν ατάραχος. Ξύπνησε την επομένη το πρωί νιώθοντας ιδιαίτερα ανανεωμένος και χαρούμενος".

Κι έρχεται ένα πρωινό που αυτά που γλίτωσε στα όνειρά του, θα του συμβούν στην πραγματικότητα... Έξω από την πόρτα θα βρει τα κόκκαλα από το πτώμα του Μέρτσισον!

Στην τέταρτη παραλλαγή της πάνω στο αρχικό θέμα Ρίπλεϋ, η δαιμόνια Χάισμιθ φέρνει στο φως όλα τα αμαρτήματα του ήρωά της. Συγκεκριμένα, ως εφιάλτης ή ίσως κι ως μια απωθημένη "συνείδηση", ένας Αμερικανός τυχοδιώκτης, ο Πρίτσαρντ, θα του τα θυμίζει διαρκώς κάνοντας τη ζωή του κόλαση. Μια κόλαση απ' την οποία ο κοσμοπολίτης Ρίπλεϋ θα προσπαθήσει να ξεφύγει πηγαίνοντας στην Ταγγέρη...



Ο Ρίπλεϋ σαραντάρης πια, με την όμορφη Ελοΐζ, το υπέροχο σπίτι με τον πάντα περιποιημένο κήπο, την πιστή του οικονόμο και μαγείρισσα, τα μαθήματα τού τσέμπαλου και την ζωγραφική του, νόμιζε ότι όλα αυτά τα είχε βουλιάξει βαθιά κάτω απ' το νερό μαζί με τα πτώματα του Γκρήνλιφ (στα ανοιχτά του Σαν Ρέμο) και του Μέρτσισον (σ' ένα κανάλι του Σηκουάνα). Τώρα όμως, αυτά είναι που βγαίνουν στην επιφάνεια και ο Ρίπλεϋ που θα βρεθεί κάτω απ' το νερό (πρωτότυπος τίτλος: Ripley under water).


Βέβαια, η Πατρίτσια δε θ' αφήσει τον πιο αγαπημένο απ' όλους τους ήρωές της να ασφυκτιά για πολύ. Αγγίζοντάς τον με το μαγικό ραβδάκι της, όπως άλλωστε το έχει κάνει κι άλλες φορές, που σημαίνει μέσα από αναληθοφανείς καταστάσεις, τον σώζει ενώ ο μάλλον ανόητος διώκτης του θα βρεθεί με κωμικό τρόπο όχι μέσα σε βαθιά αλλά σε ρηχά νερά... Ένα κακό όνειρο ήταν και πάει.







Τελειώνοντας το τελευταίο βιβλίο της Ριπλειάδας οφείλω να ομολογήσω ότι βρίσκω υπερβολικά τα εγκώμια για τα πέντε αυτά μυθιστορήματα. Δεν τα θεωρώ ούτε αριστουργηματικά ούτε εξαιρετικά. Πιστεύω ότι το πρώτο (Ο ταλαντούχος κύριος Ρίπλεϋ) και το τρίτο (Το παιχνίδι του Ρίπλεϋ) είναι ιδιαίτερα αξιόλογα και ξεχωρίζουν αλλά το τέταρτο (Το αγόρι που ακολουθούσε τον Ρίπλεϋ) και το τελευταίο τα βρήκα απλώς ενδιαφέροντα. Μπορεί να απόλαυσα την αφηγηματική δεξιοτεχνία της Χάισμιθ και τα εγκεφαλικά της παιχνίδια αλλά δεν με άγγιξαν.



Σημειώσεις: Το μότο είναι από συνέντευξη της Χάισμιθ. Στην φωτογραφία η Ταγγέρη.(14/20)

Κυριακή 7 Μαρτίου 2010

Το αγόρι που ακολουθούσε τον Ρίπλεϋ

Πατρίτσια Χάισμιθ, εκδ. Άγρα, μτφ. Ανδρέας Αποστολίδης.



















Στο "Αγόρι που ακολουθούσε τον Ρίπλεϋ" (1980), το τέταρτο βιβλίο της Ριπλειάδας, ο Ρίπλεϋ ζει μια ήσυχη ζωή στη γαλλική εξοχή, σ' ένα πανέμορφο σπίτι, το Μπελ Όμπρ. Ασχολείται με τον κήπο του, κόβει καθημερινά ντάλιες για να στολίζει τα βάζα του, ζωγραφίζει, μαθαίνει τσέμπαλο, διαβάζει βιβλία και φροντίζει ώστε το φαγητό και το κρασί του να είναι πάντα άψογα. Και βέβαια, είναι παντρεμένος με την πανέμορφη και διακριτική Ελοΐζ, μοναχοκόρη οικογένειας πλουσίων...
Αυτή τη φορά θα συναντήσει τον δεκαεξάχρονο γιο ενός Αμερικανού εκατομμυριούχου, που τον αναζητά στη Γαλλία χωρίς να τον γνωρίζει για να του εξομολογηθεί το φόνο του ανάπηρου πατέρα του. Καθώς ο Ρίπλεϋ αναλαμβάνει να τον βοηθήσει, ο νεαρός πέφτει θύμα απαγωγής. Και τότε ο διαβολικός ήρωας της Χάισμιθ, μεταμορφωμένος σε γεναιόδωρο και φιλεύσπλαχνο προστάτη, αφήνει την υπέροχη έπαυλή του στη Γαλλία και μπλέκεται με τον κόσμο της νύχτας και τις συμμορίες του Βερολίνου της εποχής του Τείχους σε μια υπόθεση που απαιτεί μεγάλη δεξιοτεχνία για να λυθεί... Δηλαδή, σαχλαμάρες... Πώς αλλιώς θα σχολίαζε κανείς μια τόσο απίστευτη πλοκή, ιδιαίτερα μάλιστα, αν του έλεγαν ότι είναι εμπλουτισμένη και με ένα σωρό αναληθοφάνειες; Ή, ότι ο Ρίπλεϋ και οι σύντροφοί του, από τον υπόκοσμο του Βερολίνου, δρουν με υποδειγματική ευσυνειδησία κι εντιμότητα προκειμένου να προστατεύσουν τον κακομαθημένο έφηβο και ταυτόχρονα να διαφυλάξουν μέχρι δεκάρας τα λύτρα της απαγωγής ώστε να τα παραδώσουν ακέραια στην ζάμπλουτη οικογένειά του; Αρκετά όμως έγραψα. Ας βάλω και μια σχετική φωτογραφία. Νομίζω ότι το διαβόητο Τείχος είναι ότι πρέπει για την περίσταση...




Στο τέταρτο μυθιστόρημα της σειράς διαπιστώνω ότι ένα πρόσωπο τόσο οικείο πια, παραμένει αινιγματικό. Κι αυτό είναι ένα επίτευγμα της Χάισμιθ. Από την αρχή άλλωστε, ο Ρίπλεϋ ήταν απρόβλεπτος και μοναδικός. Αυτό ήταν κι ένα από τα κύρια στοιχεία της γοητείας του. Ο ψυχρός δολοφόνος του ανέμελου Γκρήνλιφ (με ένα κουπί), του Αμερικανού συλλέκτη (με μια φιάλη Μαργκό) κι ο διαφθορέας του ταλαίπωρου Τζόναθαν Τρεβάνυ, εντελώς απροσδόκητα μετατρέπεται τώρα σε ανιδιοτελή προστάτη ενός εφήβου! Είδε στο πρόσωπο του νεαρού Φρανκ τον δικό του εαυτό ή μήπως ένιωσε μια λανθάνουσα ερωτική έλξη γι' αυτόν;

Θα μπορούσε κάποιος να ισχυριστεί ότι η Χάισμιθ συνθέτει μια παρωδία οδηγώντας τον αγαπημένο της Ρίπλεϋ σε κραυγαλέα αναληθοφανείς καταστάσεις. Αλλά κάτι τέτοιο δεν συμβαίνει. Θα έλεγα μάλιστα ότι υποκύπτει και η ίδια στη γοητεία του μυθιστορηματικού της ήρωα και παρασύρεται προσπαθώντας να του δώσει μια ηθική υπόσταση αταίριαστη με το παρελθόν του. Άλλωστε πιστεύω ότι κατά βάθος είναι μια συντηρητική δημιουργός, όσο κι αν η ίδια διατείνεται ότι παραμένει μακριά από την ηθική.




Σημαίνουν όλα αυτά ότι "Το αγόρι που ακολουθούσε τον Ρίπλεϋ" είναι ένα κακό ή ένα μέτριο βιβλίο; Όχι, βέβαια. Η γραφή της Χάισμιθ παραμένει απολαυστική. Όπως πάντα πρόκειται για ένα χαϊσμιθικό θρίλερ, αργό, αριστοτεχνικά παραγεμισμένο με λεπτομέρειες, με γενναίες δόσεις από μαύρο χιούμορ και με το φάσμα της απειλής πανταχού παρόν. Απλά, το συγκεκριμένο σίκουελ δεν φτάνει στο ύψος των προηγούμενων έργων της. (14/20)




"Το 1954, όταν άρχισα τον Ταλαντούχο κ. Ρίπλεϋ, είχα νοικιάσει ένα εξοχικό στη Μασαχουσέτη με μια εξαιρετικά διατηρημένη βιβλιοθήκη... Ο σπιτονοικοκύρης μου ήταν νεκροθάφτης και πολύ ομιλητικός για το επάγγελμά του. Κάποτε μου επέτρεψε να επισκεφτώ το μαγαζί του για να δω την τομή που έκανε στα πτώματα στο στήθος τους πριν τα παραγεμίσει. "Με τι τα παραγεμίζετε;", τον ρώτησα. "Με ροκανίδια", αποκρίθηκε αμέσως".
(Plotting and writing suspense fiction)


Τρίτη 19 Ιανουαρίου 2010

Το παιχνίδι του Ρίπλεϋ

Πατρίτσια Χάισμιθ, εκδ. Άγρα, μτφ. Ανδρέας Αποστολίδης.



"Η υποταγή στην ηθική... αυτή καθαυτή δεν είναι κάτι ηθικό".

Νίτσε









Στον "Μπάρμπα-Γκοριό" (1834), ο Μπαλζάκ θέτει το εξής ερώτημα: Τι θα κάναμε αν είχαμε τη δυνατότητα να πλουτίσουμε σκοτώνοντας μόνο με τη θέλησή μας και χωρίς να κουνηθούμε από τη θέση μας, ένα γέρο μανδαρίνο στη Κίνα;
Στην "Παγίδα" (Klopka-2007), μια συγκλονιστική ταινία του Σέρβου Σέρνταν Γκολούμποβιτς, ένας απελπισμένος πατέρας πρέπει να βρει το συντομότερο, ένα μεγάλο ποσό για να σώσει τη ζωή του άρρωστου γιου του. Τα χρήματα θα του τα δώσει ένας άγνωστος, μόνον αν δολοφονήσει έναν γκάγκστερ...
Στο "Παιχνίδι του Ρίπλεϋ" (1974) τα πράγματα δεν είναι ούτε τόσο αόριστα όσο στην πρώτη περίπτωση ούτε τόσο πιεστικά όσο στη δεύτερη. Ο Τζόναθαν ένας φτωχός αλλά έντιμος οικογενειάρχης, που πάσχει από λευχαιμία και γνωρίζει ότι δεν του μένουν πολλά χρόνια ζωής γίνεται αποδέκτης μιας πρωτοφανούς πρότασης: Να σκοτώσει έναν ή και δύο μαφιόζους και να εισπράξει ένα διόλου ευκαταφρόνητο χρηματικό ποσό που θα εξασφάλιζε οικονομικά τη γυναίκα του και το μικρό του γιο μετά τον επικείμενο θάνατό του. Πίσω απ' όλα αυτά, βέβαια, κρύβεται ένας σατανικός Ρίπλεϋ, που παίζει μαζί του σαν τη γάτα με το ποντίκι.




Πόσο ελαστική μπορεί να είναι η συνείδηση ενός ανθρώπου; Πόσο σταθεροί παραμένουμε στις ηθικές μας αρχές; Εάν εξασφαλίζαμε την ατιμωρησία και το όφελος ήταν σημαντικό έως και σωτήριο για μας, θα εξακολουθούσαμε να τις υποστηρίζουμε;

Ο Τομ Ρίπλεϋ αργά και μεθοδικά διαφθείρει ένα συνηθισμένο και "ηθικό" άτομο. Σαν μαριονετίστας κινεί τα νήματα και "ξεγυμνώνει" όχι μόνο τον Τζόναθαν αλλά σιγά σιγά και τη γυναίκα του, πρότυπο ηθικής. Παίζει σα μικρός Θεός ή μάλλον σαν ένας σαγηνευτικός Εωσφόρος δείχνοντας ότι όλοι είμαστε δυνάμει εγκληματίες.

"Ο Τομ σταμάτησε... και προχώρησε προς τον Τζόναθαν, κουνώντας του χαρούμενα το χέρι. Εκείνη τη στιγμή και ο Τζόναθαν έσβηνε τη μηχανή και τα φώτα του. Η εικόνα του Τομ με το φαρδύ παντελόνι και το πράσινο σουέντ σακάκι έμεινε για λίγο στα μάτια του Τζόναθαν, λες και ο Τομ ήταν φτιαγμένος από φως".


Εξάλλου, πίσω απ' το "παιχνίδι" του Ρίπλεϋ υπάρχει το "παιχνίδι" της Χάισμιθ με τους αναγνώστες. Η Αμερικανίδα δημιουργός αφήνει να εννοηθεί ότι όσο ηθικοί και συγκροτημένοι κι αν πιστεύουμε πως είμαστε, υπό κατάλληλες συνθήκες, μπορούμε θαυμάσια να μετατραπούμε σε κάτι, που ούτε εμείς οι ίδιοι δε θα φανταζόμασταν. Στο τρίτο βιβλίο της Ριπλειάδας της, έχοντας πια καθιερώσει τον ήρωά της, μας παρασύρει να ταυτιστούμε μαζί του και μας κάνει να αγωνιούμε για την αίσια κατάληξη των περιπετειών του. Αυτό ουσιαστικά σημαίνει ταύτιση με ένα πρόσωπο που δεν έχει πρόβλημα να σκοτώνει προκειμένου να εξασφαλίζει την ευημερία του. Θα μπορούσαμε συνεπώς να πούμε, ότι ο Ρίπλεϋ είναι "ένας δυνητικός εαυτός μας"!







Σημειώσεις: Το μότο είναι απόσπασμα ενός αφορισμού του Νίτσε από την "Χαραυγή". H πρώτη φωτογραφία είναι από την ενδιαφέρουσα ταινία της Λιλιάνα Καβάνι (2002) με τον Τζον Μάλκοβιτς (η απόλυτη ενσάρκωση του Ρίπλεϋ) και η δεύτερη από την εξαιρετική ταινία του Βιμ Βέντερς με τίτλο "Ένας Αμερικανός φίλος" (1977) με τον Ντένις Χόπερ και τον Μπρούνο Γκανζ. Την ίδια χρονιά με την "Παγίδα" βγήκε στους κινηματογράφους και μια ταινία του Γούντυ Άλλεν "Το όνειρο της Κασσάνδρας" με παρόμοιο θέμα. Το ερώτημα του Μπαλζάκ στον "Μπάρμπα-Γκοριό" είχε επηρεάσει ιδιαίτερα τον Ντοστογιέφσκι, που το μνημόνευε συχνά. Με λίγο διαφορετική μορφή πρωτοσυναντάται σε ένα κείμενο του Σατωμπριάν (Genie du Christianisme-1802), παρόλο που ο Μπαλζάκ αναφέρει ως πηγή του τον Ρουσσώ. Η φράση "ένας δυνητικός εαυτός μας" είναι τίτλος ενός εξαιρετικού άρθρου για τον Ρίπλεϋ, του Σπύρου Γιανναρά, που δημοσιεύτηκε πρόσφατα στην "Κυριακάτικη Καθημερινή" και έχει αναρτηθεί στο ιστολόγιό του (βλ. "λοξή αράδα" στα links). Εκεί, μεταξύ άλλων γράφει: "Ο Ρίπλεϋ είναι το ακραίο παράδειγμα του καταναλωτικού, υλιστικού, κυνικού, μηδενιστικού εαυτού μας. Το μεγάλο εύρημα της Χάισμιθ, το οποίο καθιστά τόσο συμπαθητικά ελκυστικό τον Ρίπλεϋ είναι ότι αναγνωρίζουμε στο πρόσωπό του τις δικές μας κρυφές επιθυμίες για την κατάκτηση του μέγιστου δυνατού επιπέδου καταναλωτικής ευχέρειας". (16/20)

Τετάρτη 13 Ιανουαρίου 2010

Ποζιτάνο




Ώχρα, κεραμιδί, λευκό, μέσα στο άφθονο πράσινο των φυλλωμάτων,
μέσα στο γαλανό τ' ουρανού και της θάλασσας. Ωραίες αναλογίες,
κι αυτή η χαρά της φιλικής συμμετοχής, σαν να 'χαμε
συντελέσει κι εμείς στη διαλογή και στη διάταξη χρωμάτων και σχημάτων
κρατώντας μιαν ευγενικήν ανωνυμία.

Ωστόσο,
αυτά τα πέντε θολωτά παράθυρα, όπου πέντε κορίτσια
παραμερίσαν τις άσπρες κουρτίνες να κοιτάξουν τη θάλασσα,
- η μια κρατούσε ένα σταφύλι ραμφίζοντας μία μία
τις μαβιές ρώγες. Η άλλη χτένιζε τα μαύρα μαλλιά της.
Η τρίτη κρατούσε ένα μαντίλι -κι ίσως ένευε στην άσπρη βάρκα.
Οι δύο άλλες στρογγύλευαν τα χείλη τους, σαν να 'ταν
να σφυρίξουν ένα μικρό τραγούδι ερωτικό.

Λοιπόν
αυτά τα πέντε παράθυρα θα 'θελα, σαν ένα πεντάστιχο ποίημα,
να τα υπογράψω καλλιγραφικά και ολογράφως με τ' όνομά μου.

Γιάννης Ρίτσος
Ποζιτάνο 17. IX .78




Σημειώσεις: Το ποίημα έχει τίτλο "Το ποίημα- Ποζιτάνο" και προέρχεται από τον ΙΔ΄ τόμο των Απάντων του Γιάννη Ρίτσου. Η ανάρτηση έγινε με αφορμή τη διαμονή της Πατρίσια Χάισμιθ στο Ποζιτάνο της νότιας Ιταλίας, το 1952. Εκεί η συγγραφέας θα νοικιάσει ένα σπίτι και θα συναντήσει τον άνθρωπο που θα αποτελέσει το μοντέλο του Ρίπλεϋ. Το Ποζιτάνο αποτελεί το κύριο σκηνικό του "Ταλαντούχου κου Ρίπλεϋ ". Στο μυθιστόρημα το αποκαλεί Μοντζιμπέλο, που είναι το άλλο όνομα της Αίτνας. Οι φωτογραφίες είναι από το Ποζιτάνο.

Παρασκευή 8 Ιανουαρίου 2010

Ο Ρίπλεϋ κάτω απ' το χώμα

Πατρίτσια Χάισμιθ, εκδ. Άγρα, μτφ. Ανδρέας Αποστολίδης.



















Ο παραπάνω πίνακας, στα αριστερά, θα μπορούσε να έχει ζωγραφιστεί από τον Μοντιλιάνι. Ωστόσο, τον έχει ζωγραφίσει ο κύριος, στα δεξιά, υιοθετώντας την τεχνοτροπία του διάσημου ζωγράφου. Ο Ούγγρος Elmyr de Hory (1906-1976) ζωγράφισε κατά τη διάρκεια της ζωής του, πάνω από 1000 πίνακες, που θα μπορούσαν θαυμάσια να είναι δημιουργήματα του Πικάσο, του Μπρακ, του Μοντιλιάνι, του Ρενουάρ, του Τουλούζ-Λωτρέκ... Οι πίνακες ήταν τόσο άψογοι, που βρέθηκαν ανάμεσα σε συλλογές γνωστών μουσείων ή διάσημων συλλεκτών χωρίς να το καταλάβει κάποιος ειδήμων, τουλάχιστον μέχρι το 1968, οπότε και αποκαλύφτηκε. Το αξιοσημείωτο είναι ότι παρόλ' αυτά, τα έργα του απέκτησαν αξία, ως δημιουργήματα δικά του πια, καθώς δημοπρατούνται από γνωστούς οίκους και μάλιστα πλαστογραφούνται κι αυτοί με τη σειρά τους! Επίσης, φημολογείται ότι έως και σήμερα υπάρχουν πίνακές του σε μουσεία, που φέρουν την υπογραφή μεγάλων ζωγράφων.




Το 1974 ο Όρσον Ουέλλες, άλλος "απατεώνας" κι αυτός, εμπνεόμενος από τα κατορθώματα του Elmyr de Hory, γυρίζει την εξαιρετική ταινία-δοκίμιο "Αλήθεια και ψέμα" (F for Fake), στην οποία εμφανίζεται και ο διαβόητος πλαστογράφος. Εκεί ο Ουέλλες τον ρωτά, τι είναι αυτό που έκανε τους πίνακές του κατώτερους απ' αυτούς που πραγματικά σχεδίαζαν οι περίφημοι ζωγράφοι, τη στιγμή που εξαπατούσαν τους κριτικούς κι όλοι τούς αξιολογούσαν ως αυθεντικούς. Ο Αμερικανός σκηνοθέτης ουσιαστικά "ονειρεύεται μια εποχή κατά την οποία η υπογραφή του έργου τέχνης θα πάψει να έχει νόημα και η ανθρώπινη δημιουργία θα ξαναγίνει μια ανιδιοτελής προσφορά στον άνθρωπο ή το Θεό. Όπως ακριβώς στον "ανυπόγραφο" καθεδρικό ναό της Σαρτρ, που δεν είναι λιγότερο μεγαλοφυές δημιούργημα απ' το γεγονός πως δεν γνωρίζουμε τα ονόματα των αρχιτεκτόνων".

Τελικά τι είναι αυτό που δίνει αξία σε ένα έργο τέχνης; Η ομορφιά του, που καθηλώνει ειδήμονες και μη, ή η υπογραφή ενός γνωστού δημιουργού, που ανεβάζει κατακόρυφα την τιμή του στις δημοπρασίες;



Το 1970 η Χάισμιθ θα εγκαταστήσει τον Ρίπλεϋ σε μια ειδυλλιακή βίλα έξω απ' το Παρίσι,παντρεμένο με μια όμορφη και πλούσια Γαλλίδα, την Ελοΐζ. Ασχολείται με την κηπουρική, τη μουσική, την ζωγραφική, το διάβασμα και τη συλλογή έργων τέχνης. Κάνει, δηλαδή, αυτά που πάντα ονειρευόταν... Ωστόσο, συμμετέχει και σε μια ύποπτη εταιρεία που εκμεταλλεύεται τα έργα ενός διάσημου και εκκεντρικού ζωγράφου, του Ντέργουατ...


Τίποτα βέβαια απ' όλα αυτά δεν δείχνει ικανό να οδηγήσει τον Ρίπλεϋ "κάτω απ' το χώμα"... Υπάρχει όμως ένα "μικρό" πρόβλημα: Ο Άγγλος ζωγράφος Ντέργουατ αυτοκτόνησε πριν από μερικά χρόνια. Ο Ρίπλεϋ τον αντικατέστησε με τον επιστήθιο φίλο του κι εξίσου ικανό ζωγράφο Μπέρναρντ, ο οποίος συνεχίζει να ζωγραφίζει στο ίδιο στυλ υπογράφοντας ως Ντέργουατ και εξαπατώντας τους πάντες. Όλα αυτά μέχρι τη στιγμή, που ένας εκνευριστικά λεπτολόγος Αμερικανός συλλέκτης θα προσέξει μια λεπτομέρεια...
Και τότε είναι που αρχίζει το "παιχνίδι" ανάμεσα στο αληθινό και αυτό που φαίνεται ως αληθινό... ανάμεσα στο αυθεντικό και το πλαστό, που μπορεί να δείχνει πιο αυθεντικό:
Ο Ρίπλεϋ, που έχει πάρει στο παρελθόν τη θέση του Γκρήνλιφ και που τώρα δεν έχει κανένα πρόβλημα να υποδύεται τον νεκρό ζωγράφο δημόσια χωρίς κανένας να αμφιβάλλει. Οι μη αυθεντικοί πίνακες του Ντέργουατ, που είναι πιο περιζήτητοι κι απ' τους αυθεντικούς. Η Ελοΐζ, που περνάει το κρεμασμένο ομοίωμα στο υπόγειο του σπιτιού της για τον Μπέρναρντ. Ο Μπέρναντ, που νομίζει ότι τον κυνηγά το φάντασμα του Ρίπλεϋ ενώ αυτός που βρίσκεται πίσω του, είναι ο πραγματικός Ρίπλεϋ... Ένας κόσμος πλαστός, που συγχέεται με τον πραγματικό σε τέτοιο σημείο που να μην ξεχωρίζει πια απ' αυτόν!


Για μια φορά ακόμη, η Χάισμιθ αποδεικνύεται απαράμιλλη ! Δουλεύει το γραπτό της συσσωρεύοντας δεκάδες φαινομενικά ασήμαντες λεπτομέρειες, που δημιουργούν μια ατμόσφαιρα υποβόσκουσας έντασης. Το πιο εντυπωσιακό είναι ότι δημιουργεί κι αυτή με τη σειρά της έναν πλαστό κόσμο που για 370 σελίδες τον θεωρείς πραγματικό! Άλλη μια "απατεώνισσα"...











Σημειώσεις: Η φωτογραφία του Όρσον Ουέλλες είναι από την ταινία του. Το ίδιο και η τελευταία φωτογραφία του Elmyr de Hory. Σημειωτέον ότι ο Ελμύρ δεν αντέγραφε πίνακες αλλά ζωγράφιζε πρωτότυπα έργα υιοθετώντας την νοοτροπία διάσημων δημιουργών. Επίσης, ποτέ δεν παραδέχτηκε ότι πλαστογραφούσε τις υπογραφές τους, επομένως δεν μπορούσαν να τον κατηγορήσουν για πλαστογραφία, αλλά τις συμπλήρωναν αυτοί που στη συνέχεια τους πουλούσαν ως αυθεντικούς. Τον πρώτο πίνακά του, έναν θαυμάσιο Πικάσο, τον ζωγράφισε στα 1946. Μετά το 1968, που αποκαλύφθηκε, συνέχιζε να ζωγραφίζει υπογράφοντας στην πίσω όψη με τ' όνομά του. Το απόσπασμα με τους μπλε χαρακτήρες προέρχεται από την κριτική που έγραψε ο αείμνηστος Βασίλης Ραφαηλίδης για την ταινία του Ουέλλες το 1976. Το 2005 ο Ρότζερ Σπότισγουντ γύρισε μια κακή ταινία κρατώντας τον ίδιο τίτλο με το βιβλίο και που στην Ελλάδα προβλήθηκε ως "Η επιστροφή του κυρίου Ρίπλεϋ".(15/20)

Κυριακή 3 Ιανουαρίου 2010

Ο ταλαντούχος κύριος Ρίπλεϋ

Πατρίτσια Χάισμιθ, εκδ. Άγρα, μτφ. Ανδρέας Αποστολίδης.




"Βρίσκω το δημόσιο αίσθημα περί δικαιοσύνης αρκετά βαρετό και τεχνητό, γιατί ούτε η ζωή ούτε η φύση ενδιαφέρονται αν η δικαιοσύνη απονέμεται ή όχι".










Σε ένα από τα ωραιότερα μυθιστορήματα του Χένρυ Τζέημς, τους "Πρεσβευτές" (The Ambassadors, 1903), μια πλούσια χήρα ζητά από τον αρραβωνιαστικό της να πάει στο Παρίσι και να φέρει πίσω το γιο της. Ο αρραβωνιαστικός όμως, γοητευμένος από τις χάρες της Γηραιάς Ηπείρου και τον τρόπο ζωής του "άσωτου υιού", όχι μόνο δεν τον πείθει να γυρίσει πίσω αλλά παραμένει κι ο ίδιος εκεί...

Την ίδια εποχή που χιλιάδες Ευρωπαίοι ταξίδευαν στην Αμερική κάνοντας πραγματικότητα το όνειρο μιας ζωής (America, America του Ηλία Καζάν) πολλοί Αμερικανοί διανοούμενοι ακολουθούσαν ακριβώς την αντίθετη πορεία. Ο πειρασμός της Ευρώπης και μάλιστα της μεσογειακής παρέμεινε αμείωτος για πολλές δεκαετίες. Η Πατρίτσια Χάισμιθ (1921-1995) υπέκυψε σ' αυτόν το 1952, στο δεύτερο ταξίδι της, ακολουθώντας τα ίχνη του λογοτεχνικού της προτύπου, του Χένρυ Τζέημς. Στο Ποζιτάνο της Νότιας Ιταλίας θα νοικιάσει ένα σπίτι κι εκεί θα συλλάβει την ιδέα του πρώτου μυθιστορήματος με ήρωα τον Ρίπλεϋ: Ο ταλαντούχος κύριος Ρίπλεϋ (1955).






Όταν ένας πλούσιος Αμερικανός ζητά από τον Τομ Ρίπλεϋ να φέρει πίσω τον γιο του, ο οποίος έχει εγκατασταθεί στην Ιταλία, αυτός θα καταστρώσει ένα διαβολικό σχέδιο: να πάρει τη θέση του άσωτου υιού και να ζήσει με την ταυτότητα εκείνου μια ζωή ονειρεμένη... Χάρη στο ταλέντο του στην υποκριτική και στην πλαστογραφία το απίθανο αυτό σχέδιο μπορεί να γίνει εφικτό!

Αναμφίβολα η ιδέα της Χάισμιθ είναι ενδιαφέρουσα αλλά αν μείνουμε μόνο σ' αυτήν ή αν απλά παρακολουθήσουμε τις δύο ταινίες που έχουν γυριστεί πάνω στο βιβλίο δεν θα καταλάβουμε τίποτα από την τέχνη της. Είναι αδύνατον να περιγράψεις τον τρόπο με τον οποίο ο Ρίπλεϋ σιγά σιγά μαγεύεται όχι μόνο από την Ιταλία αλλά κι από τον "άσωτο" Γκρήνλιφ και τον τρόπο ζωής του. Όπως επίσης είναι αδύνατον να περιγράψεις τον τρόπο με τον οποίο η Χάισμιθ υπνωτίζει με την αργή και περίτεχνη αφήγησή της τον αναγνώστη για να τον οδηγήσει στο Μοντζιμπέλο, στη Νάπολη, στη Ρώμη, στο Σαν Ρέμο, στο Παλέρμο, στη Βενετία... χωρίς να συνειδητοποιεί ότι έχει πέσει κι αυτός θύμα της γοητείας του Ρίπλεϋ-Γκρήνλιφ.





"Τριγύρισε τη Μασσαλία, που τη βρήκε μονότονη, εκτός από την Κανεμπιέρ, και τράβηξε ανατολικά με το τρένο, σταματώντας μια μέρα στο Σαιν Τροπέ, στις Κάννες, τη Νίκαια, το Μόντε Κάρλο, όλα τα μέρη για τα οποία είχε ακούσει πράγματα, και ένιωσε τέτοια έλξη όταν τα είδε, παρότι τον Δεκέμβριο ήταν σκεπασμένα με σκούρα σύννεφα και τα χαρούμενα πλήθη απουσίαζαν, ακόμα και την παραμονή Πρωτοχρονιάς στο Μεντόν. Ο Τομ πρόσθεσε τον κόσμο με τη φαντασία του, άντρες και γυναίκες με βραδινή ενδυμασία να κατεβαίνουν από τα φαρδιά σκαλοπάτια του πριγκιπικού καζίνου του Μόντε Κάρλο, κόσμος με φανταχτερά μαγιώ, ανάλαφροι και φωτεινοί, σαν υδατογραφία του Ντουφύ, να βαδίζουν στις Κάννες κάτω από τους φοίνικες της Λεωφόρου των Άγγλων. Κόσμος -Αμερικανοί, Άγγλοι, Γάλλοι, Γερμανοί, Σουηδοί, Ιταλοί. Ειδύλλια, απογοητεύσεις, καβγάδες, συμφιλιώσεις, φόνοι. Η Κυανή Ακτή τον διέγειρε όσο κανένα άλλο μέρος στον κόσμο. Και ήταν στ' αλήθεια τόσο μικροσκοπική αυτή η καμπύλη της μεσογειακής ακτής με τα πανέμορφα ονόματα που ακούγονταν σαν προσευχή -Τουλόν, Φρεζύ, Σαιν Ραφαέλ, Κάννες, Νίκαια, Μεντόν, κι έπειτα Σαν Ρέμο".
Το θράσος του Ρίπλεϋ και η ηθική που αναπτύσσει (πέραν του Καλού και του Κακού) κατά την εξέλιξη της ιστορίας είναι αξιοσημείωτα. Το πιο εντυπωσιακό όμως, είναι η άποψη περί ηθικής του αστυνομικού μυθιστορήματος της Χάισμιθ, η οποία θα μπορούσε κάλλιστα να έχει πει την φράση: "Ο κύριος Ρίπλεϋ είμαι εγώ", όπως είχε κάνει κι ο Φλωμπέρ με τη διάσημη φράση του: "Η μαντάμ Μποβαρύ είμαι εγώ"!



"Δεν αρέσει στο κοινό γενικά να ξεφεύγουν οι εγκληματίες στο τέλος... Αυτό είναι αντίθετο στα γούστα μου, καθώς μάλλον μου αρέσουν οι εκληματίες και τους βρίσκω εξαιρετικά ενδιαφέροντες, εκτός αν είναι μονότονοι και βλακωδώς βίαιοι".








Και έτσι ο ταλαντούχος και κάθε άλλο παρά μονότονος και βλάκας Ρίπλεϋ, θα ξεγλιστράει από το νόμο καταφέρνοντας, ως άλλος "Υπηρέτης δύο αφεντάδων" του Γκολντόνι, να παρουσιάζεται στην ίδια πόλη άλλοτε σαν τον αθώο και φτωχό Ρίπλεϋ κι άλλοτε σαν τον εκκεντρικό πλούσιο και ύποπτο Γκρήνλιφ δίνοντας την ευκαιρία στην Χάισμιθ να δώσει κωμικό τόνο σε σελίδες όπου η αγωνία για την τύχη του ήρωά της κορυφώνεται.









Σημειώσεις: Η πρώτη ταινία για τον "Ταλαντούχο κύριο Ρίπλεϋ" γυρίστηκε το 1959 από τον Ρενέ Κλεμάν και ήταν το εξαιρετικό "Γυμνοί στον ήλιο" (Plein soleil) με έναν υπέροχο Αλαίν Ντελόν στο ρόλο του Ρίπλεϋ και τον Μωρίς Ρονέ ως Γκρήνλιφ. Η δεύτερη ήταν η ενδιαφέρουσα και πιο πιστή στο βιβλίο ταινία και με τον ομώνυμο τίτλο, του Άντονι Μινγκέλα, το 1999, με τον Ματ Ντέιμον και τον Τζουντ Λο. Οι φωτογραφίες είναι από την πρώτη ταινία. Η υδατογραφία είναι του Raoul Dufy και απεικονίζει τη Νίκαια. Η Χάισμιθ θα εγκατασταθεί τελικά μόνιμα στην Ευρώπη το 1968 και θα γράψει συνολικά πέντε βιβλία με ήρωα τον Ρίπλεϋ, τα οποία έχουν εκδοθεί στα ελληνικά από την Άγρα σε μετάφραση Α. Αποστολίδη. Τα αποσπάσματα σε χρώμα γαλάζιο προέρχονται απ' το βιβλίο της: Plotting and writing suspense fiction. "Οι Πρεσβευτές" του Χ. Τζέημς, όπως και τα άλλα δύο από τα τρία τελευταία μυθιστορήματα που έγραψε, παραμένουν, αδικαιολόγητα, αμετάφραστα στη γλώσσα μας.(16/20)