Ένα πουκάμισο γεμάτο λεκέδες & Λογοτεχνίας εγκώμιο
Αντόνιο Ταμπούκι, εκδ. Άγρα, μτφ. Α. Χρυσοστομίδης.
"Ο Περέιρα ισχυρίζεται ότι τον γνώρισε μια μέρα του καλοκαιριού. Ήταν μια υπέροχη μέρα του καλοκαιριού, ηλιόλουστη και δροσερή, και η Λισαβόνα λαμποκοπούσε. Φαίνεται πως ο Περέιρα ήταν στο γραφείο του, δεν ήξερε τι να κάνει, ο διευθυντής ήταν σε διακοπές, κι αυτός ήταν αναγκασμένος να ετοιμάσει την πολιτιστική σελίδα, γιατί η Λισμπόα είχε πλέον πολιτιστική σελίδα, και την είχαν εμπιστευτεί σ' αυτόν..."
Λισαβόνα του 1938. Η καταπιεστική δικτατορία του Σαλαζάρ, η θύελλα του ισπανικού εμφυλίου, ο γερμανικός ναζισμός κι ο ιταλικός φασισμός στο βάθος. Ο Περέιρα, ένας ηλικιωμένος Πορτογάλος δημοσιογράφος, υπεύθυνος για την πολιτιστική σελίδα σε μια σαλαζαρική εφημερίδα, γνωρίζεται μ' ένα νεαρό επαναστάτη που θα αναστατώσει τη ζωή του.

Ο Ταμπούκι ισχυρίζεται ότι... "είναι αντίθετος με ορισμένες μεταφροϋδικές θεωρίες, σύμφωνα με τις οποίες ο άνθρωπος αποκτά τη δική του αναλλοίωτη σφραγίδα μέχρι κάποια στιγμή της ζωής του, μέχρι ας πούμε τα είκοσί του χρόνια... Ήδη η ζωή μας είναι μικρή, ήδη βρισκόμαστε εγκλωβισμένοι σε ένα κορμί που μας δίνει η φύση, αν δεν μπορούμε να αλλάξουμε μετά τα είκοσί μας χρόνια, τότε θα πρέπει να αυτοκτονήσουμε. Γιατί να ζούμε; Για να επαναλαμβάνουμε τον εαυτό μας; Εγώ ισχυρίζομαι, αντίθετα, ότι η εμπειρία εξακολουθεί να μας διδάσκει πως οι άνθρωποι αλλάζουν συνεχώς τη ζωή τους, αλλάζοντας ταυτόχρονα και τον τρόπο με τον οποίο βλέπουν τα πράγματα. Κι αυτό μπορεί να συμβεί για τους πιο διαφορετικούς λόγους: διότι μια μέρα είδες έναν πίνακα, διότι άκουσες ένα ποίημα, διότι συνάντησες έναν άνθρωπο, διότι ξαφνικά είδες μπροστά σου τη θάλασσα..."
Ο Περέιρα, λάτρης της λογοτεχνίας, είναι ένας άνθρωπος δυστυχισμένος, χοντρός, χήρος, καρδιακός, καθολικός και γεμάτος μικρές εμμονές: οι λεμονάδες που πίνει, οι ομελέτες με τ' αρωματικά χόρτα, ο καθημερινός διάλογος με τη φωτογραφία της νεκρής συζύγου, οι νεκρολογίες που δημοσιεύει στην εφημερίδα του... Σιγά σιγά ανακαλύπτει ότι η λογοτεχνία δεν είναι το σημαντικότερο πράγμα στον κόσμο αλλά και οι χριστιανικές πεποιθήσεις σε μια δεδομένη στιγμή φανερώνουν τα όριά τους. Μετά από μια δολοφονία που διαπράχθηκε από το καθεστώς νιώθει μια ενόχληση, μια μορφή τύψεων. Σ' αυτό το σημείο αρχίζει να έχει αμφιβολίες για την ορθότητα του τρόπου ζωής του.
"Κι αν αυτοί οι δύο νεαροί επαναστάτες, ισχυρίζεται ότι είπε ο Περέιρα, έχουν δίκιο; Αυτό θα το αποφασίσει η Ιστορία και όχι εσείς, κύριε Περέιρα, είπε ήρεμα ο δόκτωρ Καρντόζο. Ναι, είπε ο Περέιρα, αν όμως έχουν δίκιο εκείνοι, η ζωή μου δεν θα έχει νόημα, δεν θα έχει έννοια το γεγονός ότι σπούδασα στην Κοΐμπρα και ότι πίστεψα ότι η λογοτεχνία ήταν το πιο σημαντικό πράγμα στον κόσμο, δεν θα έχει νόημα ότι διευθύνω την πολιτιστική σελίδα αυτής της απογευματινής εφημερίδας στην οποία δεν μπορώ να εκφράσω τη γνώμη μου, και όπου πρέπει να δημοσιεύω γαλλικά διηγήματα του δέκατου ένατου αιώνα, δεν θα είχε τίποτα έννοια πλέον, κι είναι γι' αυτό που θέλω να μετανοήσω, σαν να ήμουν ένα άλλο άτομο και όχι ο Περέιρα που έκανε πάντα τον δημοσιογράφο, σαν να πρέπει να απαρνηθώ κάτι από τη ζωή μου".
Ο Ταμπούκι ισχυρίζεται ότι... "η λογοτεχνία πρέπει να ξεπερνά την άκρη του δρόμου, να δείχνει αυτό που μια κάμερα δεν βλέπει, να φωτίζει τις σκοτεινές γωνιές της ζωής, της πραγματικότητας, να εμφυσά αμφιβολίες στα μυαλά των ανθρώπων... Βεβαίως, η λογοτεχνία μπορεί να προσφέρει παρηγοριά. Προσωπικά όμως, πιστεύω σε μια άλλη λειτουργία, εκείνη του να προκαλεί ερωτήματα, να ξυπνά τις συνειδήσεις μας".

Ο Περέιρα τελικά, μέσα από μια οδυνηρή διαδικασία μύησης, αφυπνίζεται πολιτικά. Συνειδητοποιεί ότι και η πολιτική είναι μέρος της ζωής του κι ότι δεν είναι δυνατόν οι διάφοροι τομείς της ζωής να λειτουργούν ανεξάρτητα ο ένας απ' τον άλλον. Ο επαγγελματικός, ο συναισθηματικός κι ο πολιτικός τομέας είναι συγκοινωνούντα δοχεία. Το πιο εντυπωσιακό μάλιστα είναι ότι ο Περέιρα δεν αλλάζει μόνον τον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζει την πολιτική αλλά και τον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζει την αισθητική, την ύπαρξη, τη ζωή την ίδια! Πίσω απ' τον Περέιρα που ισχυρίζεται, υπάρχει ο Ταμπούκι που ισχυρίζεται και πίσω απ' τον Ταμπούκι υπάρχει ο Πεσσόα και πίσω απ' όλους βρίσκεται η Λισαβόνα, μια νοσταλγία θρονιασμένη στις όχθες του Τάγου...
Ο Ταμπούκι ισχυρίζεται ότι... "η λογοτεχνία προσφέρει κάτι περισσότερο σε σχέση με αυτά που η ζωή μας παραχωρεί. Και σε αυτό το κάτι περισσότερο συμπεριλαμβάνεται η ετερότητα, το μικρό θαύμα που μας παραχωρείται στο ταξίδι της σύντομης ύπαρξής μας: να βγούμε από τον εαυτό μας και να γίνουμε "άλλοι"... η λογοτεχνία είναι νομάδας. Όχι επειδή μας βάζει να ταξιδεύουμε στον κόσμο αλλά κυρίως επειδή μας σπρώχνει να ταξιδέψουμε στην ανθρώπινη ψυχή".

Τώρα, μπορώ να ισχυριστώ κι εγώ, ότι ο Αντόνιο Ταμπούκι έγραψε ένα εξαιρετικό μυθιστόρημα. Σκιαγράφησε έναν χαρακτήρα μοναδικό. Η σπαρακτική φιγούρα του διστακτικού, αδύναμου, φοβισμένου Περέιρα θα μείνει αναλλοίωτη στη μνήμη των αναγνωστών. Ένας κλασικός αντιήρωας, ικανός για πραγματικά ηρωικές πράξεις.
Ο Ταμπούκι ισχυρίζεται ότι... "προτιμά τους ανθρώπους που αμφιβάλλουν, ακούν, εξελίσσονται από τους ανθρώπους που επιβάλλουν τις ιδέες και τα πιστεύω τους. Το σύμπαν βρίθει από ανθρώπους δίχως φόβο, από ανθρώπους σίγουρους για τον εαυτό τους, για το δίκιο τους και για τον τρόπο που βλέπουν τον κόσμο... Πρέπει κανείς να φοβάται, είναι σωτήριο. Σήμερα ο φόβος είναι καλός σύμβουλος: θρυμματίζει τις κοινώς αποδεκτές ιδέες, τη χειραγώγηση των μαζών, τη λατρεία του αρχηγού. Τον 20ό αιώνα γνωρίσαμε αρκετούς ανθρώπους απολυταρχικών πεποιθήσεων, για να ξέρουμε ότι μόνο καταστροφές προκαλούν. Γι' αυτό δεν μου αρέσουν οι ήρωες. Δίνουν τις διαταγές ή τις εκτελούν αναντίρρητα".

Σημειώσεις: Οι ισχυρισμοί του Ταμπούκι, που παρεμβάλλονται ως ιντερλούδια στην ανάρτηση, προέρχονται από το "Ένα πουκάμισο γεμάτο λεκέδες" - συζητήσεις με τον Ανταίο Χρυσοστομίδη, το θαυμάσιο "Λογοτεχνίας εγκώμιο" - διάλεξη στο Ιταλικό Μορφωτικό Ινστιτούτο Αθηνών το 2008- και από μια συνέντευξη στο περιοδικό Lire. Η πρώτη φωτογραφία είναι από τη Λισαβόνα του '30. Αυτή με τον Μαρτσέλο Μαστρογιάνι είναι από την ομώνυμη ταινία του Roberto Faenza (1995). Οι δύο πίνακες είναι του Πορτογάλου ζωγράφου Carlos Botelho (1899-1982) και απεικονίζουν όψεις της Λισαβόνας.(18/20)


















