Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ταμπούκι Αντόνιο. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ταμπούκι Αντόνιο. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 10 Μαΐου 2010

Έτσι ισχυρίζεται ο Περέιρα

Ένα πουκάμισο γεμάτο λεκέδες & Λογοτεχνίας εγκώμιο


Αντόνιο Ταμπούκι, εκδ. Άγρα, μτφ. Α. Χρυσοστομίδης.



















"Ο Περέιρα ισχυρίζεται ότι τον γνώρισε μια μέρα του καλοκαιριού. Ήταν μια υπέροχη μέρα του καλοκαιριού, ηλιόλουστη και δροσερή, και η Λισαβόνα λαμποκοπούσε. Φαίνεται πως ο Περέιρα ήταν στο γραφείο του, δεν ήξερε τι να κάνει, ο διευθυντής ήταν σε διακοπές, κι αυτός ήταν αναγκασμένος να ετοιμάσει την πολιτιστική σελίδα, γιατί η Λισμπόα είχε πλέον πολιτιστική σελίδα, και την είχαν εμπιστευτεί σ' αυτόν..."

Λισαβόνα του 1938. Η καταπιεστική δικτατορία του Σαλαζάρ, η θύελλα του ισπανικού εμφυλίου, ο γερμανικός ναζισμός κι ο ιταλικός φασισμός στο βάθος. Ο Περέιρα, ένας ηλικιωμένος Πορτογάλος δημοσιογράφος, υπεύθυνος για την πολιτιστική σελίδα σε μια σαλαζαρική εφημερίδα, γνωρίζεται μ' ένα νεαρό επαναστάτη που θα αναστατώσει τη ζωή του.





Ο Ταμπούκι ισχυρίζεται ότι... "είναι αντίθετος με ορισμένες μεταφροϋδικές θεωρίες, σύμφωνα με τις οποίες ο άνθρωπος αποκτά τη δική του αναλλοίωτη σφραγίδα μέχρι κάποια στιγμή της ζωής του, μέχρι ας πούμε τα είκοσί του χρόνια... Ήδη η ζωή μας είναι μικρή, ήδη βρισκόμαστε εγκλωβισμένοι σε ένα κορμί που μας δίνει η φύση, αν δεν μπορούμε να αλλάξουμε μετά τα είκοσί μας χρόνια, τότε θα πρέπει να αυτοκτονήσουμε. Γιατί να ζούμε; Για να επαναλαμβάνουμε τον εαυτό μας; Εγώ ισχυρίζομαι, αντίθετα, ότι η εμπειρία εξακολουθεί να μας διδάσκει πως οι άνθρωποι αλλάζουν συνεχώς τη ζωή τους, αλλάζοντας ταυτόχρονα και τον τρόπο με τον οποίο βλέπουν τα πράγματα. Κι αυτό μπορεί να συμβεί για τους πιο διαφορετικούς λόγους: διότι μια μέρα είδες έναν πίνακα, διότι άκουσες ένα ποίημα, διότι συνάντησες έναν άνθρωπο, διότι ξαφνικά είδες μπροστά σου τη θάλασσα..."


















Ο Περέιρα, λάτρης της λογοτεχνίας, είναι ένας άνθρωπος δυστυχισμένος, χοντρός, χήρος, καρδιακός, καθολικός και γεμάτος μικρές εμμονές: οι λεμονάδες που πίνει, οι ομελέτες με τ' αρωματικά χόρτα, ο καθημερινός διάλογος με τη φωτογραφία της νεκρής συζύγου, οι νεκρολογίες που δημοσιεύει στην εφημερίδα του... Σιγά σιγά ανακαλύπτει ότι η λογοτεχνία δεν είναι το σημαντικότερο πράγμα στον κόσμο αλλά και οι χριστιανικές πεποιθήσεις σε μια δεδομένη στιγμή φανερώνουν τα όριά τους. Μετά από μια δολοφονία που διαπράχθηκε από το καθεστώς νιώθει μια ενόχληση, μια μορφή τύψεων. Σ' αυτό το σημείο αρχίζει να έχει αμφιβολίες για την ορθότητα του τρόπου ζωής του.

"Κι αν αυτοί οι δύο νεαροί επαναστάτες, ισχυρίζεται ότι είπε ο Περέιρα, έχουν δίκιο; Αυτό θα το αποφασίσει η Ιστορία και όχι εσείς, κύριε Περέιρα, είπε ήρεμα ο δόκτωρ Καρντόζο. Ναι, είπε ο Περέιρα, αν όμως έχουν δίκιο εκείνοι, η ζωή μου δεν θα έχει νόημα, δεν θα έχει έννοια το γεγονός ότι σπούδασα στην Κοΐμπρα και ότι πίστεψα ότι η λογοτεχνία ήταν το πιο σημαντικό πράγμα στον κόσμο, δεν θα έχει νόημα ότι διευθύνω την πολιτιστική σελίδα αυτής της απογευματινής εφημερίδας στην οποία δεν μπορώ να εκφράσω τη γνώμη μου, και όπου πρέπει να δημοσιεύω γαλλικά διηγήματα του δέκατου ένατου αιώνα, δεν θα είχε τίποτα έννοια πλέον, κι είναι γι' αυτό που θέλω να μετανοήσω, σαν να ήμουν ένα άλλο άτομο και όχι ο Περέιρα που έκανε πάντα τον δημοσιογράφο, σαν να πρέπει να απαρνηθώ κάτι από τη ζωή μου".







Ο Ταμπούκι ισχυρίζεται ότι... "η λογοτεχνία πρέπει να ξεπερνά την άκρη του δρόμου, να δείχνει αυτό που μια κάμερα δεν βλέπει, να φωτίζει τις σκοτεινές γωνιές της ζωής, της πραγματικότητας, να εμφυσά αμφιβολίες στα μυαλά των ανθρώπων... Βεβαίως, η λογοτεχνία μπορεί να προσφέρει παρηγοριά. Προσωπικά όμως, πιστεύω σε μια άλλη λειτουργία, εκείνη του να προκαλεί ερωτήματα, να ξυπνά τις συνειδήσεις μας".




Ο Περέιρα τελικά, μέσα από μια οδυνηρή διαδικασία μύησης, αφυπνίζεται πολιτικά. Συνειδητοποιεί ότι και η πολιτική είναι μέρος της ζωής του κι ότι δεν είναι δυνατόν οι διάφοροι τομείς της ζωής να λειτουργούν ανεξάρτητα ο ένας απ' τον άλλον. Ο επαγγελματικός, ο συναισθηματικός κι ο πολιτικός τομέας είναι συγκοινωνούντα δοχεία. Το πιο εντυπωσιακό μάλιστα είναι ότι ο Περέιρα δεν αλλάζει μόνον τον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζει την πολιτική αλλά και τον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζει την αισθητική, την ύπαρξη, τη ζωή την ίδια! Πίσω απ' τον Περέιρα που ισχυρίζεται, υπάρχει ο Ταμπούκι που ισχυρίζεται και πίσω απ' τον Ταμπούκι υπάρχει ο Πεσσόα και πίσω απ' όλους βρίσκεται η Λισαβόνα, μια νοσταλγία θρονιασμένη στις όχθες του Τάγου...

Ο Ταμπούκι ισχυρίζεται ότι... "η λογοτεχνία προσφέρει κάτι περισσότερο σε σχέση με αυτά που η ζωή μας παραχωρεί. Και σε αυτό το κάτι περισσότερο συμπεριλαμβάνεται η ετερότητα, το μικρό θαύμα που μας παραχωρείται στο ταξίδι της σύντομης ύπαρξής μας: να βγούμε από τον εαυτό μας και να γίνουμε "άλλοι"... η λογοτεχνία είναι νομάδας. Όχι επειδή μας βάζει να ταξιδεύουμε στον κόσμο αλλά κυρίως επειδή μας σπρώχνει να ταξιδέψουμε στην ανθρώπινη ψυχή".




Τώρα, μπορώ να ισχυριστώ κι εγώ, ότι ο Αντόνιο Ταμπούκι έγραψε ένα εξαιρετικό μυθιστόρημα. Σκιαγράφησε έναν χαρακτήρα μοναδικό. Η σπαρακτική φιγούρα του διστακτικού, αδύναμου, φοβισμένου Περέιρα θα μείνει αναλλοίωτη στη μνήμη των αναγνωστών. Ένας κλασικός αντιήρωας, ικανός για πραγματικά ηρωικές πράξεις.

Ο Ταμπούκι ισχυρίζεται ότι... "προτιμά τους ανθρώπους που αμφιβάλλουν, ακούν, εξελίσσονται από τους ανθρώπους που επιβάλλουν τις ιδέες και τα πιστεύω τους. Το σύμπαν βρίθει από ανθρώπους δίχως φόβο, από ανθρώπους σίγουρους για τον εαυτό τους, για το δίκιο τους και για τον τρόπο που βλέπουν τον κόσμο... Πρέπει κανείς να φοβάται, είναι σωτήριο. Σήμερα ο φόβος είναι καλός σύμβουλος: θρυμματίζει τις κοινώς αποδεκτές ιδέες, τη χειραγώγηση των μαζών, τη λατρεία του αρχηγού. Τον 20ό αιώνα γνωρίσαμε αρκετούς ανθρώπους απολυταρχικών πεποιθήσεων, για να ξέρουμε ότι μόνο καταστροφές προκαλούν. Γι' αυτό δεν μου αρέσουν οι ήρωες. Δίνουν τις διαταγές ή τις εκτελούν αναντίρρητα".





Σημειώσεις: Οι ισχυρισμοί του Ταμπούκι, που παρεμβάλλονται ως ιντερλούδια στην ανάρτηση, προέρχονται από το "Ένα πουκάμισο γεμάτο λεκέδες" - συζητήσεις με τον Ανταίο Χρυσοστομίδη, το θαυμάσιο "Λογοτεχνίας εγκώμιο" - διάλεξη στο Ιταλικό Μορφωτικό Ινστιτούτο Αθηνών το 2008- και από μια συνέντευξη στο περιοδικό Lire. Η πρώτη φωτογραφία είναι από τη Λισαβόνα του '30. Αυτή με τον Μαρτσέλο Μαστρογιάνι είναι από την ομώνυμη ταινία του Roberto Faenza (1995). Οι δύο πίνακες είναι του Πορτογάλου ζωγράφου Carlos Botelho (1899-1982) και απεικονίζουν όψεις της Λισαβόνας.(18/20)

Σάββατο 22 Νοεμβρίου 2008

Η νοσταλγία του πιθανού - γραπτά για τον Πεσσόα

Αντόνιο Ταμπούκι , εκδ. Άγρα , μτφ. Α. Χρυσοστομίδης .




"Το χαρακτηριστικό του έργου του Πεσσόα είναι η νοσταλγία σε υποθετικό επίπεδο . Όχι μια νοσταλγία αυτού που κάποτε είχαμε και δεν έχουμε πλέον αλλά αυτού που θα μπορούσαμε να έχουμε . Η νοσταλγία του πιθανού".








Το εξαιρετικό βιβλίο του Ταμπούκι συγκεντρώνει τα δοκίμια που αφιέρωσε στον Πορτογάλο λογοτέχνη Φερνάντο Πεσσόα και χωρίζεται σε τρία μέρη :
Α. ¨Ένα μπαούλο γεμάτο κόσμο".
Για το περίφημο μπαούλο του Πεσσόα με τα 27500 χειρόγραφα , που έχουν γράψει οι 72 (για άλλους 84) ετερώνυμοί του και βρέθηκε μετά το θάνατό του .
Β. Παράρτημα με ποιήματα κι επιστολές του Πεσσόα .
Γ. "Η νοσταλγία του πιθανού".
Έχει εκδοθεί μόνο στα γαλλικά με τίτλο : La nostalgie , l'automobile et l' infini . Συμπεριλαμβάνει διαλέξεις του συγγραφέα σε γαλλικό πανεπιστήμιο .


Ο Ταμπούκι προσεγγίζει τον Πεσσόα με πολλή αγάπη κι ευαισθησία και προπάντων χωρίς την έπαρση κάποιου ειδήμονα , που πιστεύει ότι κατέχει απόλυτα το αντικείμενο της μελέτης του . Το αντίθετο μάλιστα, θέτει ερωτήματα , προτείνει πολύ σεμνά πιθανές ερμηνείες και θίγει διάφορα θέματα με ευφάνταστο τρόπο .








Ο Πεσσόα από πολύ μικρός δημιουργεί με τη φαντασία του πολλαπλές προσωπικότητες (τα ετερώνυμά του) , οι οποίες αυτονομούνται , ζουν τη δική τους ζωή και συνθέτουν τα δικά τους έργα , ανάλογα με την ιδιοσυγκρασία τους . Δεν πρέπει να συγχέουμε την ετερωνυμία του με τις λογοτεχνικές κατασκευές του Μπόρχες . Για τον Πεσσόα η μεταγραφή σε λογοτεχνία όλων εκείνων των ανθρώπων , που ένας ευφυής και με καθαρό μυαλό άνθρωπος υποψιάζεται ότι είναι , λειτουργεί ως αντίδοτο στη μοναξιά και είναι ένας τρόπος επιβίωσης . Χάνοντας την ταυτότητά του περιτριγυρισμένος από ετερώνυμους, είναι σα να προσπαθεί να πολλαπλασιάσει τους καθρέφτες γύρω του έτσι ώστε τελικά να καταφέρει να διακρίνει μια αντανάκλαση που θα γίνει η δική του . Αντίθετα όμως κάθε μέρα όλο και πιο πολύ χάνει τον εαυτό του . Θα φτάσει μάλιστα στο σημείο να γράψει στους παλιούς καθηγητές του στο Ντέρμπαν προσποιούμενος ότι είναι ένας ψυχίατρος , επιφορτισμένος με τη φροντίδα του Φερνάντο Πεσσόα , για να τους ζητήσει τη γνώμη τους για τη διανοητική κατάσταση του έφηβου που ήταν άλλοτε .



















"Από τον καιρό που γνωρίζω τον εαυτό μου ως τον άνθρωπο που χαρακτηρίζω "εγώ" , θυμάμαι ότι στο μυαλό μου σχεδίαζα την όψη , τις κινήσεις , τον χαρακτήρα και την ιστορία διαφόρων μη πραγματικών προσώπων που για μένα ήταν τόσο ορατά και δικά μου , όπως αυτό που αποκαλούμε , ίσως καταχρηστικά , αληθινή ζωή ... Θυμάμαι , λοιπόν , εκείνον που υπήρξε ο πρώτος ετερώνυμός μου ή , καλύτερα , ο πρώτος ανύπαρκτος γνωστός μου : κάποιος Σεβαλιέ ντε Πα , όταν ήμουν έξι χρόνων , μέσω του οποίου έγραφα δικά του γράμματα στον εαυτό μου , και του οποίου η μορφή , όχι εντελώς θολή , ακόμα συγκινεί εκείνο το κομμάτι της αγάπης μου που συνορεύει με τη νοσταλγία ".


Κι αν ο Πεσσόα περιβάλλεται από φανταστικά πρόσωπα είναι γιατί αυτά ανταποκρίνονται σε αναπότρεπτη προσωπική του ανάγκη .




"Η τάση μου αυτή να δημιουργώ γύρω μου έναν άλλον κόσμο , ίδιο με αυτόν εδώ αλλά με διαφορετικούς ανθρώπους , δεν εγκατέλειψε ποτέ τη φαντασία μου . Πέρασε διάφορες φάσεις , ανάμεσα στις οποίες και αυτή που ζω τώρα , ήδη σε ώριμη ηλικία . Μου ερχόταν στο νου κάποιο ευφυολόγημα , εντελώς ξένο , για τον έναν ή τον άλλον λόγο , από αυτό που είμαι ή από αυτό που νομίζω ότι είμαι . Το έλεγα αμέσως , αυθορμήτως , σαν να επρόκειτο για κάποιον φίλο μου , του οποίου επινοούσα το όνομα ,του οποίου συναρμολογούσα την ιστορία και του οποίου την όψη - πρόσωπο , ύψος , ρούχα και κινήσεις - έβλεπα αμέσως μπροστά μου . Με αυτόν τον τρόπο δημιούργησα και διεύρυνα τον αριθμό φίλων και γνωστών οι οποίοι δεν υπήρξαν ποτέ και τους οποίους ακόμα και σήμερα , σχεδόν τριάντα χρόνια μετά , ακούω , νιώθω , βλέπω . Επαναλαμβάνω : ακούω , νιώθω , βλέπω ... Και νοσταλγώ".


Υπάρχουν στιγμές που το βιβλίο του Αντόνιο Ταμπούκι διαβάζεται σαν λογοτεχνικό έργο και η δοκιμιακή γραφή του συγχέεται τόσο με την ετερωνυμική γραφή του Πεσσόα που ψάχνεις να βρεις πού αρχίζουν και πού τελειώνουν τα εισαγωγικά .

"Γιατί έχει καταλάβει ότι σε κάθε ναι , ακόμα και στο πιο πλήρες και ολοκληρωμένο , υπάρχει ένα μικροσκοπικό όχι , ένα σωματίδιο που έχει το αντίθετο πρόσημο και το οποίο γυρίζει σε μια σκοτεινή τροχιά για να δημιουργήσει ακριβώς εκείνο το ναι που τελικά θα κυριαρχήσει".



Ο Ιταλός συγγραφέας βυθίζεται μέσα στο μπαούλο του Πορτογάλου , ανασκαλεύει χειρόγραφα και αντικείμενα ... Συνομιλεί περπατώντας με τον ημιετερώνυμο Μπερνάντο Σοάρες στην Ρούα ντος Ντουραδόρες ... Πάει βόλτα με τη Σεβρολέ του ετερώνυμου Άλβαρο ντε Κάμπος φορώντας το μονόκλ του... Κάθεται στην καρέκλα ενός καφέ , όπως το Μπραζιλέιρα , στο Μπάιρο Άλτο της Λισαβόνας , παρέα τους , για να "ξηλώσουν" όλοι μαζί τη φιλοσοφία :













"Και οι μεταφυσικές χαμένες στις γωνιές των καφενείων ανά τον κόσμο ,
οι μοναχικές φιλοσοφίες τόσων αποτυχημένων στις σοφίτες τους ,
οι τυχαίες ιδέες ενός τυχαίου , οι διαισθήσεις τόσων τιποτένιων
μια μέρα ίσως , αφηρημένο ρευστό , και ουσία ασύλληπτη ,
θα φτιάξουν έναν Θεό και θα κυριεύσουν τον κόσμο".


Η αντίληψη του Θεού ως πήξης των μεταφυσικών των καφενείων και όλων των αποτυχημένων , καθισμένων στις γωνιές όλων των Brasileiras αυτού του κόσμου , είναι μία από τις καλύτερες μεταφορές στην ποίηση του Πεσσόα - ντε Κάμπος .

Βρίσκομαι καθισμένος στο γραφείο μου με το βιβλίο στα χέρια και αναρωτιέμαι ,πώς είναι δυνατόν να απολαμβάνεις ένα έργο για τον Πεσσόα το ίδιο μ' ένα έργο του Πεσσόα ... Ίσως επειδή ο Ταμπούκι είναι ένας ακόμα ετερώνυμός του ,που προσπαθεί να ερμηνεύσει το έργο του .

Ποιος είναι τελικά ο Αντόνιο Ταμπούκι ; Είναι Ιταλός ή Πορτογάλος ;





Σημείωση:Τα κείμενα με τους μπλε χαρακτήρες είναι του Πεσσόα από το Παράρτημα ,ενώ αυτά με τους κόκκινους είναι του Ταμπούκι .

Σάββατο 26 Ιουλίου 2008

Ρέκβιεμ

Αντόνιο Ταμπούκι , εκδ. Άγρα , μτφ. Α. Χρυσοστομίδης.

















Λισαβόνα , Γένοβα , Αζόρες . Τί κοινό μπορούν να έχουν οι τρεις αυτοί τόποι ; Η απάντηση βρίσκεται στα τρία βιβλία του Ταμπούκι που έχω μέχρι τώρα διαβάσει.

Όταν μετακινούμαι από το σπίτι μου για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της μιας μέρας παίρνω πάντα μαζί μου ένα βαλιτσάκι γεμάτο με βιβλία που διαβάζω ή που αισιοδοξώ να διαβάσω . Απαραίτητο συνοδευτικό των βιβλίων μου είναι ένας λεπτομερέστατος παγκόσμιος χάρτης . Κάθε βιβλίο κι ένα ταξίδι ... Είτε πρόκειται για τον Ιούλιο Βερν και τον Τζόζεφ Κόνραντ που έφτασαν στα πέρατα της γης είτε για τον Φερνάντο Πεσσόα που σπάνια πήγε πιο πέρα από τη Ρούα ντος Ντουραδόρες .


Ο Ταμπούκι είναι ένας λογοτέχνης ταξιδευτής . Και στα τρία βιβλία του , που έχω διαβάσει , πρωταγωνιστής είναι ένας συγκεκριμένος τόπος . Θα έλεγε κανείς ότι όχι μόνο τα πρόσωπα αλλά και οι ιστορίες του αναδύονται μέσα από τους τόπους στους οποίους διαδραματίζονται τα έργα του.
















Στη γοητευτική "Γραμμή του ορίζοντα"(16/20) ο ήρωάς του περιπλανιέται στην πόλη της Γένοβας αναζητώντας την ταυτότητα ενός ανώνυμου πτώματος .Μια αναζήτηση που μοιάζει όλο και περισσότερο με τη γραμμή του ορίζοντα , που όσο την πλησιάζει κανείς τόσο περισσότερο αυτή απομακρύνεται από κοντά του .
"Η γυναίκα του Πόρτο Πιμ και άλλες ιστορίες"(14/20) διαδραματίζονται στις Αζόρες . Κάτι μικρά αλλόκοτα νησάκια που έχουν ξεφυτρώσει στη μέση του Ατλαντικού ωκεανού . Τόποι στοιχειωμένοι από θρύλους για φάλαινες και φαλαινοθήρες . Έχεις την αίσθηση ότι τα ίδια τα τοπία αφηγούνται αυτές τις ιδιόμορφες περιπέτειες .
















Το "Ρέκβιεμ" είναι μια ονειρική περιπλάνηση ενός άνδρα στην έρημη Λισαβόνα μια ζεστή Κυριακή του Ιουλίου . Ο άνδρας θα συναντήσει πρόσωπα του παρελθόντος που έχουν στοιχειώσει τη ζωή του ανάκατα με πρόσωπα υπαρκτά εκείνης της συγκεκριμένης μέρας .Θα συναντήσει το νεαρό πατέρα του , ένα κουτσό λαχειοπώλη , τον μαιτρ της Κάζα ντο Αλεντέζου , έναν πωλητή ιστοριών , μια γριά τσιγγάνα ,τον Πεσσόα , έναν ακορντεονίστα κι άλλους πολλούς .


"Πόσα είναι τα γράμματα της λατινικής αλφαβήτου ; , ρώτησε η φωνή του πατέρα μου . Κοίταξα με προσοχή , και στο ημίφως τον είδα , τον πατέρα μου ... Ήταν ντυμένος σαν ναύτης, θα ήταν είκοσι χρονών ή κάτι παραπάνω αλλά ήταν ο πατέρας μου , δεν υπήρχε περίπτωση να κάνω λάθος. Πατέρα , είπα εγώ , τι κάνεις εδώ , στην Πανσιόν Ισαντόρα , ντυμένος ναύτης ; Εσύ να μου πεις τι γυρεύεις εδώ , απάντησε εκείνος , βρισκόμαστε στα 1932 ,εγώ κάνω τη στρατιωτική μου θητεία και το πλοίο μου έδεσε σήμερα στη Λισαβόνα , το πλοίο μου ονομάζεται "Φιλιμπέρτο" , είναι φρεγάδα . Μα γιατί μου μιλάς πορτογαλικά , πατέρα , είπα εγώ ...Ο Νεαρός Πατέρας έβγαλε το ναυτικό του πηλήκιο κι έστρωσε τα μαλλιά του .Είχε τίμιο πρόσωπο και ωραία ξανθά μαλλιά ... Είμαι εδώ μόνο γιατί θέλω να μάθω ποιο θα είναι το τέλος της ζωής μου , κι εσύ είσαι ο μόνος που μπορείς να το ξέρεις , εσύ βρίσκεσαι στο παρόν σου , θέλω να μάθω τα πάντα σήμερα , Κυριακή του 1932 . Και γιατί βιάζεσαι τόσο πολύ να μάθεις , είπα εγώ ,μη βιάζεσαι , η ζωή είναι αυτό που πρέπει να είναι ,εσύ δεν μπορείς να κάνεις τίποτα , πατέρα .Όχι , όχι , είπε ο Νεαρός Πατέρας μου,μόλις θα βγω από την πανσιόν θα ξεχάσω τα πάντα έχω μια κοπέλα που με περιμένει στην οδό ντα Μοέντα , αρκεί να βγω από εδώ και θα τα έχω ξεχάσει όλα , τώρα όμως πρέπει να μάθω , γι' αυτό σε βασανίζω ."


Η ανάγνωση του σύντομου κι αξιόλογου αυτού αφηγήματος σου αφήνει την απόλαυση ενός κυριακάτικου περίπατου σ' έναν αγαπημένο σου τόπο . Η γραφή του Ταμπούκι είναι αισθησιακή και διαποτισμένη με νοσταλγία.Χαρακτηρίζεται από το ελεγειακό του χιούμορ και την ελλειπτικότητα της αφήγησης .





Το "Ρέκβιεμ" είναι ένα fado , ένα canto saudade που συνέθεσε ο Ταμπούκι για όλους αυτούς που σημάδεψαν τη ζωή του και που δεν υπάρχουν πια .Τα φαντάσματα του παρελθόντος του εισβάλλουν στο παρόν του δωδεκάωρου της περιπλάνησης δημιουργώντας ένα αξεδιάλυτο μίγμα με τους ζωντανούς .Ποιος άλλωστε είναι αυτός που μπορεί με βεβαιότητα να ισχυριστεί ότι ζει μόνο στο παρόν ή μόνο στον τόπο που βρίσκεται τη συγκεκριμένη στιγμή ; Ποιος μπορεί με βεβαιότητα να ισχυριστεί ότι οι νεκροί δεν επιστρέφουν κι ότι οι φωνές τους , παγωμένες ψηλά στον αιθέρα , δεν λιώνουν για να ηχήσουν ξανά ανάμεσα στους ζωντανούς ;


"Φωνές.Τι ωραία που θα ήταν αν μπορούσαμε να μεταφράσουμε σε λέξεις τις συγκινήσεις που έχουν προκαλέσει μέσα μας οι φωνές αυτών που αγαπήσαμε στη διάρκεια της ζωής μας ! Παρ' όλα αυτά τις κουβαλάμε μέσα μας , στο πιο βαθύ κομμάτι του εαυτού μας, σαν θησαυρό σε κοσμηματοθήκη που δεν μπορούμε να τη δείξουμε σε κανέναν , και της οποίας μονάχα εμείς έχουμε το κλειδί . Ο ανύπαντρος θείος που φλερτάριζε τα κορίτσια , που αγαπούσε τη λογοτεχνία , που σκοτώθηκε σε δυστύχημα και που εμείς τον ακούσαμε , εκείνη την ίδια μέρα , να διηγείται μελαγχολικός μια ερωτική του απογοήτευση.Ο άξεστος και τρυφερός παππούς ο οποίος , με έναν τόνο εξέγερσης που ακόμα δεν είχε σβήσει αλλά παραδόξως χαρακτηριζόταν από μια νοσταλγική φλέβα , περιέγραφε το χαράκωμα στο οποίο πολεμούσε στον Μεγάλο Πόλεμο. Η κυκλοθυμική αδελφή του , κάποιες εποχές γενναιόδωρη σε χαρούμενους ήχους όπως εκείνοι του σπίνου , και κάποιες άλλες εξαιρετικά τσιγγούνα σε λέξεις , αποκαλύπτοντας έτσι την γκριζάδα της κατάθλιψής της . Και κάποιες άλλες φωνές : φωνές της παιδικής μας ηλικίας , της παιδικής ηλικίας του καθένα μας . Μα πώς να τις επαναφέρεις ; Οι λέξεις που γράφουμε στο χαρτί είναι κωφές : ακολουθούν ματαίως εκείνες τις φωνές , χωρίς να κατορθώνουν ποτέ να πιάσουν τη χροιά τους . Βρισκόμαστε στο επίπεδο της αφαίρεσης , και η αφαίρεση δεν είναι μεταφράσιμη".





Σημείωση:Τις δύο φωτογραφίες στη μέση της ανάρτησης τις τράβηξα πρόσφατα στη Λισαβόνα . Στην πρώτη ένας ακορντεονίστας στην πλατεία Rossio έξω από το Cafe Nicola και στη δεύτερη η εντυπωσιακή εσωτερική αυλή της Casa do Alentejo , που περιγράφεται λεπτομερώς στο βιβλίο και που στεγάζεται σε ένα μαυριτανικό αρχοντικό στο κέντρο της πόλης.Η επαρχία του Αλεντέζου βρίσκεται στο νότο της Πορτογαλίας και είναι διάσημη για την πλούσια κουζίνα της ,την οποία επίσης περιγράφει αναλυτικά ο Ταμπούκι και είχαμε την ευκαιρία να δοκιμάσουμε στον πρώτο όροφο της Casa . Η λέξη Saudade είναι μια χαρακτηριστική πορτογαλική λέξη που σημαίνει νόστος , νοσταλγία, θλίψη ,μελαγχολία , καημός για κάτι αδιευκρίνιστο που μας λείπει .Το βιβλίο γράφτηκε από τον Ιταλό συγγραφέα στα πορτογαλικά γιατί όπως λέει ο ίδιος είχε δει πράγματι τον πατέρα του στο όνειρό του ,που υπήρξε το έναυσμα για το αφήγημα , να του μιλάει πορτογαλικά ενώ δεν είχε μάθει στη ζωή του καμια ξένη γλώσσα.(15/20)