Αντρέας Φραγκιάς, εκδ. Κέδρος
"Ο μεγάλος ήρωας της ζωής είναι ο κοινός άνθρωπος, δηλαδή ο καθένας από μας. Όλοι που βρισκόμαστε μέσα στο πλέγμα ενός παντοδύναμου και εξουθενωτικού συστήματος. Ο άνθρωπος υφίσταται τις δυνάμεις του συστήματος και αν δεν τις γνωρίσει ή αν πέσει στο σφάλμα να τις θεωρήσει ανυπέρβλητες ή αναπόφευκτες, κινδυνεύει να εξαφανιστεί".
Ήταν ο Αργύρης ο μηχανικός και η Γεωργία η ράφτρα και πιο κει ο Θανάσης ο μπογιατζής κι η άρρωστη γυναίκα του και μετά ο Αποστόλης και η Αρετή, κουβαρίστρες, κόπιτσες και βελόνες κι ήταν ο Ηλίας του ποδοσφαίρου κι η Όλγα η φυματική με τη Τασία και τον Τέλη τον κουρέα αλλά κι ο Παρασκευάς με το καμένο πρόσωπο και η Σοφία κι ακόμα πιο πέρα η Αγγελική κι ο Γρηγόρης κι ο Αλέκος κι ο Πέτρος κι ο Κοσμάς κι η Βάσω.... Άνθρωποι που πασχίζουν να επιβιώσουν, να κερδίσουν τη αξιοπρέπειά τους, να νιώσουν λίγη ασφάλεια, να βρουν μια δουλειά και να ορθοποδήσουν σε μια γειτονιά της Αθήνας λίγο μετά την Απελευθέρωση. Εργοστάσια κλειστά, σπίτια ρημαγμένα, φίλοι χαμένοι... Το φάσμα της ανεργίας κατατρύχει όλα τα πρόσωπα του μυθιστορήματος καθορίζοντας τις συμπεριφορές τους και τις αναμεταξύ τους σχέσεις.
Οι "Άνθρωποι και σπίτια" μας δείχνουν μια γειτονιά που ξυπνά από το λήθαργο της Κατοχής. Όντα που είχαν απολέσει τις ανθρώπινες ιδιότητες αρχίζουν σιγά-σιγά να γίνονται άνθρωποι ξανά. Κινούνται σπασμωδικά προσπαθώντας να περάσουν από το σκοτάδι στο φως. "Δίχως φως, χάσαμε το μέτρημα του χρόνου", διαβάζουμε σε κάποιο σημείο του βιβλίου. Το πρώτο που επιζητούν, χωρίς αποφασιστικότητα αλλά με απελπισία, θα 'λεγε κανείς, είναι η εργασία.
"Άμα σιγουρέψεις ένα μεροκάματο, τα πράγματα γίνονται απλά. Θα 'ναι βέβαια λειψό, μα λιγοστεύεις τα έξοδα, κόβεις το τσιγάρο, πας με τα πόδια, ράβεις μόνος τα παπούτσια. Βέβαια η μηχανή θέλει ιδρώτα... Τώρα τέλειωσε ο πόλεμος, θα στρώσουνε τα πράματα, θ' ανοίξουνε δουλειές, θα χτίσουνε φάμπρικες, θα φτηνήνει η ζωή, κάτι θα γίνει. Πρέπει να 'χεις μια δουλειά, γιατί αλλιώς θα χαθείς αν περιμένεις ώσπου να γίνουν όλα αυτά".
Μια συνοικία δεν την χαρακτηρίζουν μόνον οι άνθρωποι αλλά και τα σπίτια. Άλλα καμένα, άλλα ερειπωμένα κι άλλα να στεγάζουν φτώχεια και δυστυχία. Σπίτια ισόγεια με αυλές, σπίτια με στέγες από κεραμίδια που στάζουν όταν βρέχει, σπίτια με παράθυρα που μπάζουν από παντού... Και λίγο πιο πέρα τα εργοστάσια. Ένα κλειστό, ένα σε λειτουργία κι ένα καινούριο, που ετοιμάζεται γεμίζοντας ελπίδες όλη τη γειτονιά.
Ο Αντρέας Φραγκιάς δεν επιλέγει κάποιο πρόσωπο για να αφηγηθεί την ιστορία του. Προτιμά να αφηγείται συγχρόνως πολλές μικρές ιστορίες, συνθέτοντας το πορτρέτο μιας ολόκληρης συνοικίας της μετακατοχικής Αθήνας. Εδώ δεν έχουμε έναν ή δύο πρωταγωνιστές, όλοι πρωταγωνιστούν, κι αυτοί και ο τόπος τους μαζί. Ένας τρόπος αφήγησης, που χαρακτηρίζει, σε μεγάλο βαθμό και τα επόμενα έργα του.
Το πρώτο βιβλίο του Φραγκιά είναι ένα αξιόλογο ρεαλιστικό μυθιστόρημα που αγγίζει το σύγχρονο αναγνώστη αλλά, πρέπει να ομολογήσω, ο χρόνος έχει βαρύνει πάνω του. Μπορεί κάποια θέματά του να παραμένουν ενεργά, δείχνουν όμως απλοϊκά μπροστά στη σύγχρονη πολύπλοκη πραγματικότητά μας. Ωστόσο, χάρη στις αφηγηματικές δυνατότητες του συγγραφέα, υπάρχουν εξαιρετικοί παράγραφοι, όπου το κείμενο απογειώνεται.
Σημειώσεις: Η πρώτη εικόνα είναι έργο του Χρόνη Μπότσογλου και η δεύτερη έργο του Χρήστου Σανταμούρη. Στην τελευταία φωτογραφία, ο συγγραφέας. Το κείμενο με τους πράσινους χαρακτήρες προέρχεται από διάλεξη του Φραγκιά, το 1975, με τίτλο: "Ένας φίλος μας, ο Κάφκα". Η εικόνα του ξυπνήματος των πρωταγωνιστών του μυθιστορήματος από το λήθαργο προέρχεται από ένα εξαιρετικό κείμενο του Κώστα Παπαγεωργίου για το βιβλίο, στο περιοδικό Αντί, τεύχος 714 του 2000. (15/20)




