Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Λε Καρέ Τζον. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Λε Καρέ Τζον. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 6 Ιανουαρίου 2014

Οι άνθρωποι του Σμάιλι

Τζον Λε Καρέ, εκδ. Καστανιώτης, μτφ. Μιχάλης Μακρόπουλος.
John Le Carre, Folio Society, 2010.


"Έχασαν αυτοί που έπρεπε να χάσουν, κέρδισαν όμως αυτοί που δεν έπρεπε να κερδίσουν"

(Από ένα σχόλιο Βερολινέζου μετά την πτώση του Τείχους του Βερολίνου

















Με το βιβλίο αυτό ολοκλήρωσα την ανάγνωση της περίφημης τριλογίας του Κάρλα. Θα έλεγα μάλιστα, πως η τριλογία ολοκληρώθηκε με τον καλύτερο τρόπο, αφού το τρίτο μέρος είναι ίσως και το καλύτερο. Επιπλέον, ο μεταφραστής είναι πια πλήρως εξοικειωμένος με το ύφος του Λε Καρέ και το αποδίδει θαυμάσια. 
Ο Τζορτζ Σμάιλι, ο διοπτροφόρος πράκτορας των βρετανικών μυστικών υπηρεσιών έρχεται για τελευταία φορά αντιμέτωπος με τον Σοβιετικό αντίπαλό του, τον Κάρλα. Οι ομάδες των Ρώσων αυτοεξόριστων είναι τα πιόνια σ' ένα περίπλοκο παιχνίδι που παίζεται ανάμεσα στο Παρίσι, το Λονδίνο, το Βερολίνο, τη Βέρνη και το Αμβούργο. Βέβαια στο τέλος ο Σμάιλι θα βγει νικητής, αλλά όλες οι νίκες του Σμάιλι έχουν τη γεύση της ήττας κι αυτό ακριβώς είναι ένας από τους λόγους που κάνουν τα παρωχημένα ίσως για πολλούς μυθιστορήματα κατασκοπίας του Λε Καρέ αξιανάγνωστα!
 
 
 
 



Οι κατάσκοποι του Λε Καρέ είναι κυρίως κακοπληρωμένοι γραφειοκράτες, σκυμμένοι για ατελείωτες ώρες πάνω από χονδρούς φακέλους προκειμένου να ανακαλύψουν το ψεγάδι που θα τους οδηγήσει σε κάποιο στοιχείο σημαντικό. Από την άλλη, οι προϊστάμενοί τους λειτουργούν ως πολιτικοί που τους βάζουν εμπόδια, καθώς πρέπει να ελίσσονται μεταξύ νομιμότητας και παρανομίας. Ο Λε Καρέ έχοντας δουλέψει για χρόνια στις Μυστικές Υπηρεσίες ξέρει από πρώτο χέρι τον τρόπο λειτουργίας τους. Ο δικός του ήρωας βρίσκεται στον αντίποδα του ήρωα του Φλέμινγκ... Είναι χοντρός, δυσκίνητος, οδηγεί άσχημα και όχι μόνο δεν περιτριγυρίζεται από ωραίες γυναίκες, αλλά η μοναδική γυναίκα που έχει, τον απατά συστηματικά! Διακρίνεται για την απεριόριστη υπομονή κι επιμονή του. Μπορεί για μέρες να σκαλίζει φακέλους και αρχεία ή να ρωτάει και να ανακρίνει με τις ώρες, ακόμα και τον πιο άσχετο με την υπόθεση που ερευνά. Πιο πολύ θα του ταίριαζε το επάγγελμα του αρχαιολόγου, παρά του κατασκόπου... Ας μην ξεχνάμε ότι παράτησε την Οξφόρδη, που θα του εξασφάλιζε την καριέρα ενός λόγιου καθηγητή γερμανικής λογοτεχνίας, για το επάγγελμα του μυστικού πράκτορα.





Αν όλη η τέχνη του Λε Καρέ εξαντλείτο στο να μας δείχνει με ρεαλισμό τον τρόπο που λειτουργούσαν κατά τη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου οι Μυστικές Υπηρεσίες, δεν θα μιλάγαμε για μυθιστορήματα αλλά για χρονικά ή απομνημονεύματα ή μαρτυρίες. Τι είναι αυτό που τα κάνει να ξεχωρίζουν, πέρα βέβαια από την αναμφισβήτητη τέχνη της γραφής του δημιουργού τους για την οποία έχω ξαναγράψει; Είναι μήπως η νοσταλγία που έχει διαποτίσει όλη την ατμόσφαιρα των βιβλίων του; Η νοσταλγία για έναν πιο "ξεκάθαρο" πόλεμο, όπως ήταν ο Β' Παγκόσμιος Πόλεμος, όπου οι εχθροί ήταν ορατοί και συγκεκριμένοι; Αυτό φαντάζομαι είναι κοινός τόπος για όλους τους πρωταγωνιστές του Ψυχρού Πολέμου. Είναι μήπως η αληθοφάνεια των χαρακτήρων που επινοεί και ιδιαίτερα του Σμάιλι; Για μένα ο παχουλός του καθηγητής  είναι τόσο αληθοφανής όσο και η Λιλιπούπολη του Γκιούλιβερ! Πόσοι κατάσκοποι όταν κερδίζουν μια υπόθεση νιώθουν σα να είναι χαμένοι; Πόσοι πιστεύουν ότι Ανατολικοί και Δυτικοί, σε τελευταία ανάλυση, είναι το ίδιο και το αυτό; Ο Τζορτζ Σμάιλι είναι η μεγάλη δημιουργία του Λε Καρέ, είναι ο Λε Καρέ αυτοπροσώπως, είναι ο ώριμος συγγραφέας, που έξω από το παιχνίδι πια, παρατηρεί τον Ψυχρό Πόλεμο και σχολιάζει άλλοτε με κυνισμό κι άλλοτε με θλίψη τα τεκταινόμενα. Είναι ο Βερολινέζος που έκανε το παραπάνω σχόλιο μετά την πτώση του Τείχους...






Πέρα απ' αυτό υπάρχει και κάτι ακόμα: Η αίσθηση ότι ο κόσμος της κατασκοπίας με τους αδίστακτους επιτελείς των Υπηρεσιών, που δεν διστάζουν να θυσιάσουν ανθρώπινες ζωές για μια αμφίβολη νίκη, με τους πράκτορες-πιόνια που δεν γνωρίζουν ποιο σκοπό υπηρετούν και τους διπλούς πράκτορες ή προδότες που σαν χαμένοι προσπαθούν να βρουν την άκρη, είναι κατά βάθος μια μικρογραφία του κόσμου μας. Ο Σκορτσέζε χρειάστηκε να επεκταθεί στον κόσμο του χρηματιστηρίου ή των τραπεζών για να μας δείξει ότι τελικά δεν διαφέρει και τόσο από τον κόσμο των γκάνγκστερ, που ήταν το αγαπημένο του πεδίο. Ναι, ο κόσμος του Λε Καρέ παραμένει επίκαιρος όπως και ο κόσμος του Σκορτσέζε, αλλά εδώ υπάρχει και κάτι επιπλέον: η τριλογία του Λε Καρέ, σε όλες της τις πτυχές, είναι διαποτισμένη από μια αθεράπευτη μελαγχολία και απαισιοδοξία.




 
 




Σημειώσεις: Οι δύο πρώτες εικόνες είναι από την εικονογράφηση του Tim Laing στην έκδοση της Folio Society. Στη συνέχεια, φωτογραφία από την τηλεταινία με τον Άλεκ Γκίνες στο ρόλο του Σμάιλι, πρόκειται για τη συνάντηση με τον Κάρλα. Στην τελευταία, ο Άλεκ Γκίνες με τον συγγραφέα κατά τη διάρκεια των γυρισμάτων. Διάβασα το βιβλίο παράλληλα με το αγγλικό κείμενο. Αξίζει να διαβαστεί η εισαγωγή που έχει γράψει το 2000 ο Λε Καρέ. Για τους κινηματογραφόφιλους να σημειώσω, ότι η μελαγχολία ήταν χαρακτηριστικό των παλαιότερων δημιουργιών του Σκορτσέζε, που μπορεί να μην ήταν τόσο εντυπωσιακές όσο αυτές που γύριζε μετά τη δεκαετία του '90, αλλά για μένα παραμένουν ανυπέρβλητες. Η αναφορά μου αφορά την τελευταία του ταινία, τον Λύκο της Γουώλ Στρητ. Επίσης, λέγεται ότι ο Άλφρεντσον ετοιμάζει τη δεύτερη ταινία μετά το Tinker Tailor Soldier Spy, με πρωταγωνιστή πάλι τον εξαιρετικό Γκάρι Όλντμαν και μάλλον πρόκειται για το "Οι άνθρωποι του Σμάιλι". Για δεύτερη φορά δηλαδή, θα παραλείψουν το δεύτερο μέρος της τριλογίας, τον "Εντιμότατο μαθητή". Το ίδιο είχε γίνει και στις τηλεταινίες με τον Άλεκ Γκίνες, λόγω του κόστους παραγωγής που θα  ήταν υπερβολικό στο δεύτερο βιβλίο.(17/20)
 
 

Σάββατο 6 Απριλίου 2013

Ο Εντιμότατος μαθητής

Τζον Λε Καρέ, εκδ. Καστανιώτης, μτφ. Μιχάλης Μακρόπουλος.
John Le Carré: The honourable schoolboy, εκδ. Folio Society, 2010.



"On a huge hill,
Cragged and steep, Truth stands, and he that will
Reach her, about must and about must go..."


John Donne










"Ο Εντιμότατος μαθητής" είναι το δεύτερο βιβλίο της τριλογίας του Κάρλα. Μετά την αποκάλυψη του προδότη Χέιντον μές στα υψηλά κλιμάκια των βρεττανικών μυστικών υπηρεσιών, ο Τζωρτζ Σμάιλι πασχίζει να ξαναδώσει στο Σέρκους τη χαμένη του αίγλη και αξιοπιστία. Ο εντιμότατος μαθητής του τίτλου είναι ένας περιστασιακός πράκτορας, ο Τζέρι Γουέστερμπι, που επιστρατεύεται από τον Σμάιλι για να ακολουθήσει τα ίχνη μιας σημαντικής πληροφορίας στην Ινδοκίνα. Πρόκειται για μια επιχείρηση που αν στεφτεί με επιτυχία, θα δώσει ένα σημαντικό πλεονέκτημα θέσης στο Σέρκους ενάντια στον διαβόητο Κάρλα. Ο αναγνώστης παρακολουθεί μια πολύπλοκη σκακιστική παρτίδα, όπου το κάθε τετράγωνο της σκακιέρας κρύβει από κάτω του άλλες λαβυρινθώδεις, σκοτεινές διαδρομές, μη ορατές απ' τον εκάστοτε αντίπαλο...




Από το Λονδίνο στην Τοσκάνη κι από κει στο Χονγκ Κονγκ της ψυχροπολεμικής δεκαετίας του '70.... για να συνεχίσουμε με Καμπότζη, Βιετνάμ, Λάος και Ταϊλάνδη. Ακόμα και ο Άλμπερτ Μπρόκολι, ο περίφημος παραγωγός του Τζέημς Μποντ, θα ζήλευε τέτοιου τύπου άλματα στο χάρτη! Βέβαια, στο κέντρο όλων βρίσκεται η πάλαι ποτέ βρετανική αποικία: "ένα Μανχάταν από τραπουλόχαρτα, με γκρίζους ουρανοξύστες-τρώγλες τόσο στριμωγμένους, που μες στη ζέστη ήταν σαν να γέρνει ο ένας προς τον άλλον...". Ένα Χονγκ Κονγκ που πρωταγωνιστεί στο μυθιστόρημα του Λε Καρέ και που μερικά χρόνια αργότερα θα κατέληγε στην αγκαλιά της κομμουνιστικής (ο Θεός να την κάνει...) Κίνας.

"Καθώς κοιτούσε από το πίσω τζάμι του αυτοκινήτου, του φαινόταν ότι ως και ο κόσμος τον οποίο διέσχιζε είχε εγκαταλειφθεί. Οι υπαίθριες αγορές ήταν έρημες, τα πεζοδρόμια, ως και οι είσοδοι. Από πάνω τους, η Κορυφή πότε πρόβαλλε και πότε χανόταν, με την κροκοδείλια ραχοκοκκαλιά της πιτσιλισμένη από ένα ξεφτισμένο, κουρελιασμένο φεγγάρι. Είναι η τελευταία ημέρα της αποικίας, αποφάσισε. Το Πεκίνο έκανε το παροιμιώδες τηλεφώνημα. "Φευγάτε, η γιορτή τελείωσε". Το τελευταίο ξενοδοχείο έκλεινε. Είδε τις άδειες Ρολς Ρόις αφημένες σαν παλιοσίδερα γύρω από το λιμάνι, την τελευταία γουρλομάτα κυρία με το λουλακί της μαλλί και φορτωμένη με τις αφορολόγητες γούνες της και τα χρυσαφικά της, να ανεβαίνει, παραπαίοντας, τη σανιδόσκαλα του τελευταίου κρουαζιερόπλοιου, τον τελευταίο "παρατηρητή" της Κίνας να βάζει σαν τρελός τους τελευταίους κακούς υπολογισμούς του στον τεμαχιστή χαρτιών, τα λεηλατημένα μαγαζιά, την άδεια πόλη να περιμένει σαν κουφάρι τις ορδές. Για μια στιγμή τα πάντα ήταν ένας υπό εξαφάνιση κόσμος, εδώ, στην Πνομ Πενχ, στη Σαϊγκόν, στο Λονδίνο, ένας δανεικός κόσμος με τους πιστωτές να στέκονται στην πόρτα, και ο ίδιος ο Τζέρι, με ανεξιχνίαστο τρόπο, ήταν μέρος του οφειλόμενου χρέους". 






Ο θαυμασμός μου για τα αφηγηματικά προσόντα του Λε Καρέ είναι γνωστός από προηγούμενη ανάρτηση. Το μυθιστόρημα ξεκινάει εντυπωσιακά, λίγα χρόνια μετά το τέλος της ιστορίας, με ακατανόητα ή καλυμμένα σχόλια διαφόρων υπαλλήλων του Σέρκους, που στηρίζονται κυρίως σε φήμες, για την σχεδόν ξεχασμένη και σκοτεινή αυτή επιχείρηση. Έχεις την αίσθηση ότι ο συγγραφέας διστάζει να βρει τον τρόπο που θα αρχίσει την αφήγηση, ενώ ο αναγνώστης αναλαμβάνει να φέρει εις πέρας την δική του αποστολή: να σταχυολογεί πληροφορίες για να συνθέσει ψηφίδα την ψηφίδα το περίπλοκο παζλ που έχει μπροστά του.
Ο Σμάιλι προσπαθεί να καταλάβει το σχέδιο του Κάρλα και να το ακυρώσει, ενώ ο αφοσιωμένος Γουέστερμπι προσπαθεί να παραμείνει έντιμος σε ένα βρώμικο και προδομένο απ' όλους παιχνίδι, όπου οι έννοιες της αγάπης, της τιμής και της αξιοπρέπειας είναι κενές περιεχομένου. Το τέλος, θα βρει όλους τους πρωταγωνιστές ηττημένους. Ο μόνος κερδισμένος είναι... ο αναγνώστης που θα 'χει απολαύσει ένα καλό και πλήρες μυθιστόρημα, που εκτυλίσσεται στη μακρινή και πάντα αινιγματική Ανατολή.

"Τους αποικίζουμε, τους διαφθείρουμε, τους εκμεταλλεύομαστε, τους βομβαρδίζουμε, λεηλατούμε τις πόλεις τους, αγνοούμε την κουλτούρα τους και τους μπερδεύουμε με την άπειρη ποικιλία των δογμάτων μας. Δεν είμαστε απεχθείς μόνο για τα μάτια τους, αλλά και για τα ρουθούνια τους. Η δυσωδία του "γουρλομάτη" τους είναι αποκρουστική κι εμείς παραείμαστε χοντροκέφαλοι για να το καταλάβουμε. Ωστόσο, κι όταν ακόμα έχουμε κάνει ό,τι χειρότερο μπορούμε κι ακόμα περισσότερα, ίσα που 'χουμε γρατσουνίσει την επιφάνεια του ασιατικού χαμόγελου".







Ο Λε Καρέ είναι κατά τη γνώμη μου ένας αδικημένος λογοτέχνης. Η φήμη του βασίστηκε κυρίως στα περιπετειώδη, κατασκοπικά best-seller, που θεωρείται ότι έγραψε, και στις ομώνυμες ταινίες που γυρίστηκαν στη συνέχεια. Τα βιβλία του κυκλοφόρησαν σε "φτηνιάρικες" εκδόσεις τσέπης δίπλα στα βιβλία του Τζον Γκρίσαμ και του Ρόμπερτ Λάντλαμ. Ευτυχώς, τα τελευταία χρόνια, οι εκδόσεις Καστανιώτη τον τοποθετούν στο βάθρο που του αξίζει. Αν κάποιος πιστεύει ότι η τέχνη του έγκειται στα περιπετειώδη "θρίλερ" που δημιουργεί, είναι γελασμένος. Οι 635 σελίδες του παρόντος βιβλίου θα απογοητεύσουν τον αναγνώστη που αναζητά σασπένς και γρήγορη δράση. Η μεγάλη αφηγηματική του τέχνη έγκειται, μεταξύ άλλων, στην μοναδική σκιαγράφηση χαρακτήρων και στη δημιουργία μιας ομιχλώδους ατμόσφαιρας, όπου μια ύπουλη μοναξιά σαν ιός προσβάλλει τους πάντες και τα πάντα. Οι δευτερεύοντες χαρακτήρες αποκτούν ένα αξιοζήλευτο βάθος, ενώ οι κύριοι χαρακτήρες προσεγγίζονται "περιφερειακά". Ποιος άλλος συγγραφέας περιπετειών κατασκοπίας επί τριανταπέντε ολόκληρες σελίδες θα παρακολουθούσε τον Σμάϊλι να πίνει τσάι κουβεντιάζοντας, είτε με τον παρατημένο σύζυγο, είτε με τους γονείς μιας πρωταγωνίστριας του (για την οποία αφιερώνει ίσως λιγότερες σελίδες), χωρίς να κινεί στο ελάχιστο προς τα μπρος την ιστορία του; Πρόκειται για μικρές ιστορίες εγκιβωτισμένες, μαζί με ένα σωρό άλλες, μέσα στον καμβά της μεγάλης ιστορίας, που τελικά λειτουργεί, στην προκειμένη περίπτωση, μάλλον προσχηματικά.



Η αληθοφάνεια δεν περιλαμβάνεται στα ατού του "Εντιμότατου μαθητή", όπως θα περίμενε κανείς από έναν συγγραφέα, που χρημάτισε για αρκετά χρόνια ως πράκτορας στις βρετανικές μυστικές υπηρεσίες, ενώ πολλά σημεία της υπόθεσης "Δελφίνι" δεν εξηγούνται με τρόπο πειστικό. Ωστόσο, ο Τζον Λε Καρέ ισχυρίζεται στην εισαγωγή του ότι είναι το πρώτο του βιβλίο που έγραψε στον τόπο που εκτυλίσσεται  η υπόθεσή του και το πρώτο που υποδύθηκε τον ρεπόρτερ, ώστε να αποχτήσει εμπειρίες και πληροφορίες. 



Γράφει στην εισαγωγή του, που έγραψε δέκα χρόνια μετά την έκδοση του βιβλίου του το 1977, ο Λε Καρέ:
"Για ποιον άλλο λόγο θα έπιανα αυτό το βιβλίο σε δέκα χρόνια από τώρα; Η απάντηση είναι σαν θλιμμένο χαμόγελο στη μνήμη μου. Για την εξαφανισμένη Καμπότζη. Για την εξαφανισμένη Πνομ Πενχ, το τελευταίο από τα ποταμίσια λιμάνια του Τζόζεφ Κόνραντ που πήγε στο διάλο. Για τη μυρωδιά του λαδιού για το μαγείρεμα των νυχτολούλουδων, και για το σαματά των μεγάλων βατράχων, καθώς τρώγαμε τα γελοία υπέρογκα γαλλοχμέρ γεύματά μας λίγα μίλια μακριά από τις ληστρικές στρατιές που ήταν έτοιμες να ερημώσουν την πόλη. Για το υπαινικτικό ψιθύρισμα των κοριτσιών του δρόμου, πάνω στα συκλό, καθώς περνούσαν από δίπλα μας στο ζεστό σκοτάδι. Για την ανάμνηση, εν ολίγοις, των τελευταίων ημερών της γαλλικής αποικιοκρατίας, προτού η εκδίκηση του τρομερού Πολ Ποτ και των Κόκκινων Χμερ, καλώς ή κακώς, σαρώσει τα πάντα".












Σημειώσεις: Η δεύτερη εικόνα με το χάρτη δείχνει τις διαδρομές του Γουέστερμπι στην Ινδοκίνα. Η ασπρόμαυρη εικόνα είναι του Tim Laing από την εικονογράφηση του βιβλίου στις εκδόσεις Folio Society. Πρόκειται για το βιβλίο που εικονίζεται στην αμέσως επόμενη φωτογραφία. Το μυθιστόρημα το διάβασα παράλληλα με το αγγλικό κείμενο, το οποίο είναι ιδιαίτερα δύσκολο να αποδοθεί. Η μετάφραση του Μιχάλη Μακρόπουλου είναι αξιοπρεπής. Δυστυχώς δεν καταφέρνει να αποδώσει το σκοτεινό χαρακτήρα του κειμένου, τη συνωμοτική και μελαγχολική ατμόσφαιρα που αποπνέει. Αν τα λάθη είναι λιγοστά, δε σημαίνει ότι ο μεταφραστής πέτυχε. Πάντως πιστεύω ότι τα πήγε καλύτερα απ' ότι στο πρώτο βιβλίο της τριλογίας: "Κι ο κλήρος έπεσε στον Σμάιλι". Η περίπτωση του Λε Καρέ μου φέρνει στο νου και την περίπτωση του Σιμενόν, ο οποίος επίσης αδικήθηκε και άργησε να γίνει αποδεκτός στο πάνθεον των μεγάλων λογοτεχνών. To μότο είναι από το ποίημα του John Donne (1572-1631), Satire III, και αναφέρεται σε κάποιο σημείο του μυθιστορήματος ("Σ' ένα θεόρατο λόφο/Με βράχια απόκρημνα, στέκει η Αλήθεια, κι αυτός που θα τη/Φτάσει, γύρους πρέπει να κάνει και να ξανακάνει"). Τα τελευταία χρόνια τα νέα βιβλία του Λε Καρέ συνεχίζουν να βγαίνουν από τις εκδόσεις Bell (που δεν κοστίζουν και τόσο φτηνά) ενώ ο Καστανιώτης εκδίδει κάποια παλαιότερα. "Ο Εντιμότατος μαθητής" είναι το μόνο μέρος της τριλογίας που δεν γυρίστηκε σε τηλεταινία από το BBC με τον εκπληκτικό, στον ρόλο του Σμάιλι, Άλεκ Γκίνες (όχι ότι ο Γκάρι Όλντμαν υστέρησε στην ταινία του Τόμας Άλφρεντσον), λόγω του υψηλού προυπολογισμού που θα  απαιτούσε.(16/20)


Τετάρτη 18 Ιανουαρίου 2012

Κι ο κλήρος έπεσε στον Σμάιλι

Τζον Λε Καρέ, εκδ. Καστανιώτης, μτφ. Μιχάλης Μακρόπουλος.
John Le Carré: Tinker, Tailor, Soldier, Spy. Folio Society, 2009.





"Ο κύριος Τζορτζ Σμάιλι δεν είχε τα φυσικά προσόντα για να τριγυρνά βιαστικός μέσα στη βροχή και μάλιστα τα άγρια μεσάνυχτα. Μικρόσωμος, κοντόχοντρος και μεσήλικας και βάλε, στην όψη ήταν ένας από τους ταπεινούς του Λονδίνου που δεν θα κληρονομήσουν τη γη. Τα πόδια του ήταν κοντά, η περπατησιά του μόνο σβέλτη δεν ήταν και τα ρούχα του ήταν ακριβά, δεν του ταίριαζαν καλά κι ήταν μουσκίδι. Το πανωφόρι του, που απέπνεε μια αμυδρή αίσθηση χηρείας, είχε αυτή τη μαύρη αραιή ύφανση τη σχεδιασμένη να συγκρατεί την υγρασία... Από ματαιοδοξία δεν φορούσε καπέλο, πιστεύοντας ορθά ότι τα καπέλα τον έκαναν να δείχνει γελοίος..."





Ο Τζωρτζ Σμάιλι κάθε άλλο παρά κατάσκοπο θυμίζει. Κι όμως, στις μέρες της δόξας του, ήταν το δεξί χέρι του Ελέγχου, του αρχηγού του Σέρκους (κωδική ονομασία για τη βρετανική αντικατασκοπεία). Εξαναγκασμένος πια σε πρόωρη συνταξιοδότηση, σέρνει τη θλιβερή του παρουσία στους δρόμους του υγρού Λονδίνου μέχρι που η υπηρεσία τον καλεί πάλι πίσω για να ξετρυπώσει έναν διπλό πράκτορα, που δρα εδώ και δεκαετίες στα υψηλά κλιμάκια του Σέρκους. Και ο Σμάιλι θα βρεθεί μπλεγμένος σε ένα λαβύρινθο, όπου όμως οι κινήσεις γίνονται βάσει αυστηρών, σχεδόν σκακιστικών, κανόνων. Σύντομα θα έλθει αντιμέτωπος με παλιούς εχθρούς, καταχωνιασμένα ανεξιχνίαστα μυστήρια, ακόμα και με τον ίδιο του τον απωθημένο εαυτό.



















Ο "Γανωτής, ράφτης, στρατιώτης, κατάσκοπος", όπως είναι ο πρωτότυπος τίτλος του έργου ή "Κι ο κλήρος έπεσε στον Σμάιλι", όπως είναι ο τίτλος του στα ελληνικά, είναι ένα συναρπαστικό κατασκοπικό μυθιστόρημα αντάξιο της φήμης του συγγραφέα του. Από την πρώτη κιόλας σελίδα ο Λε Καρέ μάς εισάγει σ' έναν κόσμο διαφορετικό, που τον δημιουργεί από την αρχή ψηφίδα ψηφίδα... Έναν κόσμο συνωμοσίας, κωδικοποιημένων συμπεριφορών, που χρησιμοποιεί τους δικούς του γλωσσικούς κώδικες και που η ιδιότυπη γραφειοκρατία του δείχνει να εξασφαλίζει τη στεγανή και αποτελεσματική λειτουργία του. Εκεί, ο μεθοδικός κι υπομονετικός Σμάιλι θα κινηθεί "σαν σαύρα" και θα ολοκληρώσει μετά από περίπλοκους χειρισμούς το παζλ που θα αποκαλύψει την εικόνα του "τυφλοπόντικα".





Τι είναι αυτό που κάνει τα ψυχροπολεμικά κατασκοπικά μυθιστορήματα του Λε Καρέ να ξεχωρίζουν από ένα σωρό άλλα της εποχής εκείνης; Τι περισσότερο έχει από τα κατασκοπικά του Τζαίημς Τσαίηζ με τον Μαρκ Γκέρλαντ, που διάβαζα κάποτε μετά μανίας στα βιπεράκια των 14 δραχμών, μεταφρασμένα από την Τασσώ Καββαδία; Τι περισσότερο από τα SAS του Ζεράρ ντε Βιλλιέ με τον Μάλκο Λίνγκε ή του Φλέμινγκ με τον Τζέημς Μποντ (που συνεχίζω να βλέπω τις ταινίες του); Καταρχήν η ερώτηση δεν έχει τεθεί σωστά. Δεν πρόκειται για κάτι περισσότερο ή λιγότερο, πρόκειται για κάτι εντελώς διαφορετικό! Υπήρχε μια εποχή που περιφρονούσα τα έργα του πρώην πράκτορα της βρετανικής αντικατασκοπείας. Μόλις όμως είδα την εξαιρετική ταινία τού Μάρτιν Ριτ: "Ο κατάσκοπος που γύρισε απ' το κρύο" (1965) με τον Ρίτσαρντ Μπάρτον και διάβασα κάποια βιβλία του (σε μετριότατες μεταφράσεις των εκδόσεων BELL) διαπίστωσα την πλάνη μου. Αλλά ας επανέλθω στο βιβλίο εστιάζοντας σε τρία χαρακτηριστικά του που, μεταξύ άλλων, το κάνουν να ξεχωρίζει:


1. Εδώ δεν πρωταγωνιστεί ο σούπερ κατάσκοπος με τις υπερφυσικές ικανότητες που καταφέρνει να κατακτά οποιαδήποτε γυναίκα θελήσει... Αν κάτι τον κάνει να ξεχωρίζει είναι η οξυδέρκεια, η επιμονή και η ολόψυχη αφοσίωση στο στόχο του. Η θητεία του συγγραφέα στην Ιντέλιτζενς Σέρβις (αναγκάστηκε να αποχωρήσει όταν ο πραγματικός "τυφλοπόντικας" τον "έκαψε" ) τον βοήθησε αναμφίβολα να μας δώσει ένα αληθοφανές κατασκοπικό μυθιστόρημα.






2. Δεν υπάρχουν καλά και κακά στρατόπεδα ούτε καλοί και κακοί. Όλοι λειτουργούν σαν πιόνια σε μια σκακιέρα που δεν ορίζουν και αποδεικνύονται τελικά θύματα της εποχής του Ψυχρού Πολέμου και των προσωπικών τους ψευδαισθήσεων. Στο τέλος του έργου ο προδότης αποκαλύπτεται αλλά όλοι αισθάνονται και συμπεριφέρονται σαν ηττημένοι! Η προδοσία σαν επιδημία έχει διαποτίσει τους πάντες και τα πάντα: Ο Σμάιλι προδομένος από το φίλο, τους συναδέλφους κι από την όμορφη γυναίκα του, που συστηματικά τον απατούσε. Οι πράκτορες που προδίδονται αλλά και προδίδουν είτε τους συναδέλφους τους είτε το κράτος που υπηρετούν, ανάλογα με τα συμφέροντά, τα συναισθήματά τους και τα πιστεύω τους. Ακόμα κι ο διαβόητος διπλός πράκτορας... ένας προδότης που αναπόφευκτα θα προδοθεί κάποια στιγμή από την ιδεολογία που τόσο ριψοκίνδυνα υπηρέτησε.








3. Η γραφή του Λε Καρέ είναι μοναδική στο να αποδίδει το κλίμα της ψυχροπολεμικής εποχής. Λαβυρινθώδης, σκοτεινή, ειρωνική, πολύπλοκη. Γεμάτη συνθηματικές ονομασίες ενώ συχνά αφήνει κενά με αποτέλεσμα κι ο αναγνώστης, μαζί με τον πρωταγωνιστή, να πασχίζει να συμπληρώσει το παζλ... της αφήγησης. Μέσα από τις σελίδες του βιβλίου αναδύεται με τρόπο φυσικό, θα 'λεγε κανείς, το γκρίζο και υγρό Λονδίνο. Κι αυτό είναι ένα από τα κορυφαία επιτεύγματα του Βρετανού δημιουργού. Δυστυχώς η μετάφραση, που ωστόσο δεν έχει παρά ελάχιστα λάθη, δεν καταφέρνει να αποδώσει αυτή τη μοναδικότητα του ύφους του.





"Τις επόμενες δύο ημέρες ο Τζορτζ Σμάιλι ζούσε σε κατάσταση λήθης. Για τους γείτονές του, όποτε τον πρόσεχαν, έμοιαζε να έχει βυθιστεί σε μια θλίψη που τον κατέτρωγε. Σηκωνόταν αργά και περιφερόταν στο σπίτι με τη ρόμπα του, καθαρίζοντας πράγματα, ξεσκονίζοντας, μαγειρεύοντας για τον εαυτό του φαΐ χωρίς να το τρώει. Το απόγευμα, ενάντια στους "τοπικούς νόμους", άναβε φωτιά και καθισμένος μπροστά της διάβαζε κάποιον από τους Γερμανούς ποιητές του ή έγραφε γράμματα στην Ανν, που σπάνια τα ολοκλήρωνε και ποτέ δεν τα ταχυδρομούσε. Όταν το τηλέφωνο χτυπούσε, έσπευδε να απαντήσει κι απογοητευόταν. Έξω από το παράθυρο η κακοκαιρία εξακολουθούσε και οι ελάχιστοι περαστικοί, που ο Σμάιλι δεν έπαυε να τους περιεργάζεται, ήταν μαζεμένοι αποπνέοντας μια βαλκάνια δυστυχία..."














Σημειώσεις: Το βιβλίο το διάβασα παράλληλα με το αγγλικό πρωτότυπο από την εικονογράφηση του οποίου είναι η πρώτη εικόνα (έργο του Tim Laing). Εννοείται, βέβαια, πως το επίπεδο της ελληνικής μετάφρασης δεν έχει καμία σχέση με τις παλαιότερες, συνήθως κακές, μεταφράσεις έργων του συγγραφέα από εκδόσεις τσέπης. Στις επόμενες εικόνες φαίνεται η αγγλική έκδοση της Folio Society και η ελληνική του Καστανιώτη. Στη συνέχεια, ο έξοχος σερ Άλεκ Γκίνες, ως Σμάιλι στην τηλεταινία του BBC. Από κάτω μια νεανική φωτογραφία του συγγραφέα. Ακολουθεί η φωτογραφία του Κιμ Φίλμπι (μαζί με το ρώσικο γραμματόσημο που τον απεικονίζει), του πραγματικού τυφλοπόντικα, που η αποκάλυψή του είχε συγκλονίσει όλες τις μυστικές υπηρεσίες της εποχής. Εξαιτίας του τερματίστηκε το 1964 η καριέρα του Λε Καρέ στην Μ16 και σ' αυτόν αναφέρεται το βιβλίο. Στην τελευταία φωτογραφία ο Γκάρι Όλντμαν, ως Σμάιλι, στην ταινία του Τόμας Άλφρεντσον, που αναμένεται να παιχτεί προσεχώς στους κινηματογράφους. Να προσθέσω ότι είμαι λάτρης παλαιών βρετανικών κατασκοπικών σήριαλ ("Οι Εκδικητές" με τον Πάτρικ Μακνή,ο εξαιρετικός "Ριψοκίνδυνος άνθρωπος" με τον Πάτρικ Μακγκούαν αλλά κι άλλα) όπως και καλών ταινιών κατασκοπείας. (17/20)