Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Γκανάς Μιχάλης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Γκανάς Μιχάλης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 23 Δεκεμβρίου 2010

Χριστουγεννιάτικη ιστορία






Κάθεται μόνος
και καθαρίζει τ' όπλο του δίπλα στο τζάκι.
Κανείς δε θα 'ρθει και το ξέρει
κλείσαν οι δρόμοι από το χιόνι, σαν πέρυσι,
σαν πρόπερσι, Χριστούγεννα και πάλι
και τα ποτά κρυώνουν στο ντουλάπι.
Το τσίπουρο στυφό, το ούζο γάλα
και το κρασί ραγίζει τα μπουκάλια
Εκείνη τρία χρόνια πεθαμένη.

Κάθεται μόνος του δίπλα στο τζάκι,
δεν πίνει, δεν καπνίζει, δε μιλάει.
Στην τηλεόραση χιονίζει,
το στρώνει αργά στο πάτωμα και στο τραπέζι
και στις παλιές φωτογραφίες,
γνώριμα μάτια των νεκρών,
που τον κοιτάζουν απ' το μέλλον.
Εκείνη τρία χρόνια πεθαμένη
και μόνο το δικό της βλέμμα
έρχεται από τα περασμένα.




Κοντεύουνε μεσάνυχτα
και καθαρίζει τ' όπλο το απ' το πρωί
Πώς να του πω "Καλά Χριστούγεννα",
ευχές δε φθάνουν ως εδώ,
δρόμοι κλεισμένοι, τηλέφωνα κομμένα,
η σκέψη αρπάζεται απ' το κλαδί της μνήμης,
μα να τρυπώσει δεν μπορεί στη μοναξιά του.
Μια μοναξιά που χτίστηκε σιγά σιγά
μ' όλα τα υλικά και δίχως λόγια.

Κοντεύουν ξημερώματα κι ακόμη
γυαλίζει τ' όπλο του δίπλα στο τζάκι
με αργές κινήσεις σα να το χαϊδεύει.
Μένει στα δάχτυλα το λάδι
αλλά το χάδι χάνεται.
Θυμάται κυνηγετικές σκηνές
με αγριογούρουνα και χιόνια ματωμένα,
πριν γίνει θήραμα κι ο ίδιος
στην μπούκα ενός κρυμμένου κυνηγού,
που τον παραμονεύει αθέατος
αφήνοντας να τον προδίδουν κάθε τόσο
πότε μια λάμψη κάνης,
πότε μια κίνηση στις κουμαριές
κι η μυρωδιά απ' το βαρύ καπνό του.
Ξέρει καλά ότι κρατάει
μακρύκανο παλιό μπροστογεμές
γεμάτο σκάγια και μπαρούτι μαύρο.
Όταν αποφασίσει να του ρίξει
δε θα προλάβει πάλι να τον δει
πίσω απ' το σύννεφο της ντουφεκιάς του.




Αν σκέφτεται στ' αλήθεια κάτι τέτοια,
και δεν τον τιμωρώ εγώ μ' αυτές τις σκέψεις,
πώς να πλαγιάσει και να κοιμηθεί.
Λέω να γίνω πατέρας τού πατέρα μου,
ένας πατέρας που του έτυχε
σιωπηλό και δύστροπο παιδί,
και να του πω μια ιστορία
για να τον πάρει ο ύπνος.

Ύπνε που παίρνεις τα παιδιά πάρε και τον πατέρα...

Ύπνε που παίρνεις τα παιδιά
πάρε και τον πατέρα, απ' τις μασχάλες πιασ' τονε
σα να 'ταν λαβωμένος. Όπου πηγαίνεις τα παιδιά
εκεί περπάτησέ τον, με το βαρύ αμπέχωνο
στις πλάτες του ν' αχνίζει.

Δωσ' του κι ένα καλό σκυλί
και τους παλιούς του φίλους, και ρίξε χιόνι ύστερα
άσπρο σαν κάθε χρόνο. Να βγαίνει η μάνα να κοιτά
από το παραθύρι, την έγνοια της να βλέπουμε
στα γαλανά της μάτια, κι όλοι να της το κρύβουμε
πως είναι πεθαμένη.

Ύπνε που παίρνεις τα παιδιά
πάρε κι εμάς μαζί σου, με τους ανήλικους γονείς,
παιδάκια των παιδιών μας. Σε στρωματσάδα ρίξε μας
μια νύχτα του χειμώνα, πίσω απ' τα ματοτσίνορα
ν' ακούμε τους μεγάλους, να βήχουν, να σωπαίνουνε,
να βλαστημούν το χιόνι. Κι εμείς να τους λυπόμαστε
που γίνανε μεγάλοι και να βιαζόμαστε πολύ
να μοιάσουμε σ' εκείνους, να δουν πως μεγαλώσαμε
να παρηγορηθούνε.


Μιχάλης Γκανάς







Σημειώσεις: Το ποίημα του Μιχάλη Γκανά είναι από τη συλλογή του: "Γυάλινα Γιάννενα", εκδ. Καστανιώτης και είναι ένα από τα πιο αγαπημένα μου ποιήματα. Όλες οι φωτογραφίες είναι του Τούρκου σκηνοθέτη Nuri Bilge Ceylan που έγινε γνωστός στη χώρα μας με τις ταινίες: Μακριά, Κλίματα αγάπης και Τρεις πίθηκοι. Οι φωτογραφίες είναι από τη συλλογή του: "Ο πατέρας μου".

Δευτέρα 30 Αυγούστου 2010

γυναικών

Μιχάλης Γκανάς, εκδ. Μελάνι.



"Μικρή μου Βαρβάρα, μικρή μου Ιουλία
μικρή μου Ιωάννα , πω πω σας ξέχασα..."

Μ.Μέσκος









"Βαδίζει στο απέναντι πεζοδρόμιο... Μεσόκοπη. Γυναίκα μέσης ηλικίας εννοείται, ενώ υπονοείται σαφώς ότι πρόκειται για μια γυναίκα στα πρόθυρα της τρίτης ηλικίας. Άλλο κι ετούτο. Από πού ξεφύτρωσε αλήθεια αυτή η τρίτη ηλικία; Ούτε πρώτη ακούσαμε ούτε δεύτερη, και μια ωραία πρωία ή εσπέρα -εσπέρα συνήθως- προσγειώνεσαι στην τρίτη... Και δεν μπορείς να φύγεις αποκεί ούτε για τη δεύτερη ούτε και την πρώτη, ούτε καν για την τέταρτη και την πέμπτη ηλικία. Δεν έχεις να πας πουθενά. Η τρίτη ηλικία είναι και η τελευταία, αφού είναι ισόβια... Μεσόκοπη λοιπόν. Απεχθέστατον! Ας το δεχτούμε όμως για να πάμε παρακάτω. Δεν είναι να χρονοτριβείς σ' αυτές τις ηλικίες, να επιμένεις, να το ψιλοκοσκινίζεις, κακό του κεφαλιού σου. Ένα κεφάλι παρεμπιπτόντως, με ψαθάκι, σαν ελάχιστη προκαταβολή από το φωτοστέφανο που σε περιμένει όταν έρθει η ώρα σου. Έτσι, σα να σου παίρνουνε τα μέτρα. Όσο για τα φτερά, το νιώθεις ήδη ότι αρχίζουν (ποιοι;) να δοκιμάζουν τις βίδες στην πλάτη σου, από τους πόνους στις κλειδώσεις. Αυτά βέβαια αν γίνεις άγγελος και πας κατά Παράδεισο μεριά. Εκτός κι αν είσαι ήδη άγγελος, τώρα που έχασες το φύλο σου και το σαλπίζουν αναιδέστατα τα Χερουβείμ και τα Σεραφείμ στα μπαρ, στις καφετέριες, στις παραλίες."
Γραφή παιχνιδιάρα, σπινθηροβόλα και με σοφές δόσεις χιούμορ. Πραγματικά δεν χορταίνεις να διαβάζεις αυτές τις "μικρές και πολύ μικρές ιστορίες" του Μιχάλη Γκανά και τελειώνοντας αυτό το βιβλιαράκι δεν μπορείς παρά να λυπηθείς που δεν έχει λίγες ακόμα... Ένας από τους πιο αγαπημένους μου ποιητές, ο Γκανάς, καταπιάνεται για δεύτερη φορά με τον πεζό λόγο και πάλι με εξαιρετικά αποτελέσματα.





Το βιβλίο το διαβάσαμε στη Νίσυρο. Κάθε μέρα ενώ παίρναμε το πρωινό μας στο Μανδράκι, μπρος στη θάλασσα και με το Γυαλί απέναντί μας, διαβάζαμε και από δυο-τρεις ιστορίες. Το "γυναικών" είναι στην ουσία ένα Εγκώμιο γυναικών φιλοτεχνημένο από ένα λάτρη τους. Είτε πρόκειται για την πανέμορφη Ουκρανή του Flocafe είτε για μια ηλικιωμένη σε Ίδρυμα είτε για την Πηνελόπη που θά 'πρεπε να τη λέγανε Κυμοθόη, ο συγγραφέας τις παρατηρεί με θαυμασμό και προσπαθεί, ποιητική αδεία, να εισχωρήσει στις σκέψεις τους.




"Κοιτάζει τα χέρια της σα να τα βλέπει πρώτη φορά. Ξένα της φαίνονται, καθώς κάθονται άνεργα πάνω στη μαύρη ποδιά της σαν προσφυγάκια. Έτσι της έρχεται να τα χαϊδέψει. Τόσα χρόνια δεν γύρισε να τα κοιτάξει και τώρα δεν μπορεί να πάρει τα μάτια της από πάνω τους. Κι όταν δεν τα κοιτάει ή κάνει πως δεν τα κοιτάει, την κοιτάνε αυτά. Άνεργα χέρια, τι περιμένεις, αφού δεν έχουν δουλειά κάθονται και κοιτάνε. Δεν είναι που κοιτάνε, άς' τα να κοιτάνε, είναι που κοιτάνε σα να θέλουνε κάτι. Ξέρει τι θέλουν: να τα χαϊδέψει. Δεν θα τους κάνει τη χάρη. Ντρέπεται, γριά γυναίκα, να χαϊδεύεται στα καλά καθούμενα..."












Στις περισσότερες ιστορίες οι ποιητικές καταβολές του Γκανά είναι φανερές, χωρίς όμως να βαραίνουν το κείμενο αλλά αντίθετα να του χαρίζουν μια ελαφράδα. Συχνά, μέσα σε δυο με τρεις σελίδες καταφέρνει να ξετυλίξει μια ολόκληρη ιστορία και να την οδηγήσει σε μια ευρηματική κορύφωση. Ο συγγραφέας κουβεντιάζει με τον αναγνώστη σε τόνο οικείο παρασύροντάς τον, συχνά κι αυτόν σε στάση λατρευτική απέναντι στις ηρωίδες του.

"Κυμοθόη, έτσι έπρεπε να τη λένε και όχι Πηνελόπη. Λόπη τη φώναζαν μικρή και της έμεινε. Τρισχειρότερα δηλαδή, καλύτερα Πηνελόπη. Τι καλύτερα, δεν ξέρω αν φταίει το όνομα αλλά όλοι ήθελαν να την παντρευτούν. Από το Δημοτικό, μην πω από το Νηπιαγωγείο, μέχρι σήμερα, μάτσο οι μνηστήρες. Τους σκότωνε η ίδια με φρικτά βασανιστήρια, δεν περίμενε να το κάνει, πιο γρήγορα και επαγγελματικά, ο Οδυσσέας, που στην περίπτωσή της λεγόταν Γιάννης και ήταν ο πατέρας της... Ήταν ο τύπος της καστανής Ελληνίδας που έτσι και πετύχει, τύφλα να 'χουν όλες οι ξανθές και οι μελαχρινές του κόσμου..."






Σημειώσεις: Το δίστιχο του Μάρκου Μέσκου αναφέρεται στο βιβλίο και είναι από το ποίημά του "Η άσπρη πόρτα". Ο πίνακας είναι του Γκούσταβ Κλιμτ, ένας ακόμη λάτρης των γυναικών, με τίτλο Wasserschlangen (νεροφίδες). Ο τίτλος του βιβλίου είναι "γυναικών" με μικρό γ κι όχι με κεφαλαίο, όπως λανθασμένα το δείχνει η φωτογραφία του εκδότη. Ίσως γιατί ο συγγραφέας υπονοεί ότι προηγείται κάποια άλλη λέξη: "Εγκώμιο" ή "Υπέρ" , πιθανόν σε αντιπαράθεση με τον ίαμβο του Σιμωνίδου του Αμοργινού "Κατά γυναικών", όπου υποστηρίζεται η κακή φύση των γυνακών καθώς μάλιστα κατάγονται από βρωμερά και ύπουλα ζώα.(16/20)

Σάββατο 21 Μαρτίου 2009

Στη Χρυσάνθη







Προσωπικό


Επειδή η ζωή μας μοιάζει να φυραίνει
μέρα τη μέρα, δε θα πει πως η ζωή
δεν αξίζει τον κόπο.
Επειδή σ' αγάπησα και σ' αγαπώ ακόμη
κι ας μην είναι όπως παλιά,
δε θα πει πως πέθανε η αγάπη,
κουράστηκε ίσως σαν καθετί που ανασαίνει.

Επειδή λες όχι και ναι κι ύστερα όχι
και δεν παραιτείσαι, ντρέπομαι
για τα ίσως, τα μπορεί τα δικά μου,
μα δεν αλλάζω, όπως δεν αλλάζεις κι εσύ,
αν αλλάζαμε θα 'μαστε πάλι
δυο άγνωστοι και θ' αρχίζαμε
απ' το άλφα.

Τώρα ξέρουμε πού πονάς
πού σωπαίνω πότε γίνεται παύση,
διακοπή αίματος και κρυώνουν
τα σώματα, ώσπου μυστικό δυναμό
να φορτίσει πάλι τα μέλη
με δύναμη κι έλξη και δέρμα ζεστό.

Επειδή είναι δύσκολο ν' αγαπάς
και δυσκολότερο ν' αγαπάς τον ίδιο άνθρωπο
για καιρό, κάνοντας σχέδια και παιδιά
και καβγάδες, εκδρομές, έρωτα, χρέη
κι αρρώστιες, Χριστούγεννα, Κυριακές
και Δευτέρες, νόστιμα φαγητά
και καμένα, θέλοντας ο καθένας
να 'ναι ο άλλος γεφύρι και δέντρο
και πηγή, κατά τις περιστάσεις
ή και όλα μαζί στην ανάγκη,
δε θα πει πως εγώ δεν μπορώ
να γίνω κάτι απ' αυτά ή και όλα μαζί,
κι αν είναι να περάσω
μια ζωή στη σκλαβιά - έτσι κι αλλιώς -
ας είμαι, λέω, σκλάβος της αγάπης.





Σημείωση: Το ποίημα (απόσπασμα) είναι του Μιχάλη Γκανά από τη συλλογή του "Γυάλινα Γιάννενα", εκδ. Καστανιώτης. Στη φωτογραφία: το ήμισυ του "Ναυτίλου" , το καλοκαίρι του 2008, στη Σκόπελο. Η ανάρτηση έγινε βέβαια από το έτερον ήμισυ του "Ναυτίλου".

Σάββατο 9 Φεβρουαρίου 2008

Μιχάλης Γκανάς



Κι αν κουραστούν απ' το τοπίο
κι αν κουραστούν από την κάμαρα

πώς ν΄αποδράσουν τα παράθυρα.



ΑΝΤΙΤΙΜΟ

Μόνο το φίδι ξέρει τι θα πει
ν' αλλάζεις το πετσί σου.
Γι αυτό του περισσεύει το φαρμάκι.