Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Καββαδίας Νίκος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Καββαδίας Νίκος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 22 Ιουνίου 2011

Βάρδια

Νίκος Καββαδίας, εκδ. Άγρα.



Αυτά τα ωραία και μεγάλα καράβια, που ζυγιάζονται (λικνίζονται) ανεπαίσθητα πάνω στα ήσυχα νερά, αυτά τα ρωμαλέα καράβια, με την άπραγη και νοσταλγική όψη, άραγε δεν μας λένε σε γλώσα βουβή: Πότε θα σαλπάρουμε για την ευτυχία;

Μπωντλαίρ






Βάρδια πρώτη

Στη θάλασσα της Κίνας ένα σαπιοκάραβο, ο "Πυθέας", έχει βάλει πλώρη για το Σαντούν. Στις ατελείωτες ώρες της βάρδιας οι ναυτικοί συζητούν και αφηγούνται ανέκδοτα και αναμνήσεις. Οι συναρπαστικές αυτές ιστορίες αποτελούν ίσως το μεγαλύτερο μέρος του μυθιστορήματος αλλά και το μεγαλύτερο δέλεαρ για τον αναγνώστη. Ας μη γελιόμαστε, όσες αναλύσεις κι αν γραφτούν, η μεγαλύτερη γοητεία της "Βάρδιας" οφείλεται σ' αυτές ακριβώς τις ιστορίες: Άλλες κωμικές κι άλλες συγκινητικές, άλλες σου φέρνουν γέλια κι άλλες σου προκαλούν φρίκη, άλλες αλλόκοτες κι άλλες χάνονται σα μέσα σ' όνειρο...









Κάθομαι στο γραφείο μου, ανάμεσα στα τέσσερα ντουβάρια και πάντα πάνω στη "στέρεα γη", βυθίζομαι στον κόσμο του Καββαδία και "φεύγω"... Ας πούμε ότι είναι ο δικός μου τρόπος για να φιάχνομαι, ας πούμε ότι είναι το όπιό μου -η "στεριανή μου ζάλη", ίσως κι ολόκληρη η λογοτεχνία, στοιβαγμένη γύρω μου, δεν είναι παρά αυτό ακριβώς: ο παράδεισός μου... το Bali μου... ένα bungalow στη μέση ενός κτήματος... η Ναμίλα να τραγουδάει, η Λοάνα να παίζει ένα όργανο που δεν το βλέπω και η Ταλόρα να καπνίζει και να σωπαίνει... ένας παπαγάλος κάτασπρος με κίτρινο λειρί να περπατάει πάνω στο τραπέζι... Ά, ρε Αλεβίζο... φάε, μωρέ κι έπειτα θα τση πηδήξεις και τση τρεις, μα πρώτα φαρμάκωσε, για να 'χεις κουράγιο... κοιτάζω κλεφτά πότε τη μια, πότε την άλλη... σ' αρέσουνε τα μάγκος; Πώς ν' απαντήσω... η ρώγα μιανής από τις μικρές, καθώς σκύβει να με σερβίρει, γαργαλάει το μάτι μου... Ά, ρε Αλεβίζο... ξαπλώνω με τα κορίτσια και το χάραμα σηκώνομαι και κάνω μπάνιο σ' ένα βαρέλι... οι τρεις κοπέλες λάμπουνε στο φως... τα μαλλιά τους στάζουνε νερό στο κορμί τους... δεν παύουνε να μιλάνε η μια στην άλλη και να γελάνε... μου φέρνουνε καφέ... _θα φύγεις; _Ναι... _Στου διαόλου τη μάνα, στα μελίδια, στον αγύριστο... Άντε πήγαινε... τις ευχές να φοβάσαι... Αν μετανιώσεις, έλα πίσω ό,τι ώρα θέλεις... θα περιμένω... Ά, ρε Αλεβίζο... Ά, ρε Κόλια...






Βάρδια δεύτερη


Από τη μια οι στεριανοί, με την ασφάλεια, την ησυχία, τα σιδερωμένα πουκάμισα, το σπιτικό φαγητό και τη γυναίκα δίπλα και από την άλλη οι πλάνητες, έτοιμοι για ταξίδια χωρίς προορισμό, που θα τροφοδοτήσουν τη μνήμη. Με τα εξωτικά αλλά βρώμικα λιμάνια, τις πουτάνες, άγιες όλες κι ευλογημένες και το ντάκα ντούκου της μηχανής.





"Η θύμηση αξίζει μονάχα όταν ξέρεις πως θα κινήσεις για καινούργιο ταξίδι. Η χειρότερη άρνηση, η μεγαλύτερη απελπισία, είναι να φουντάρεις στον τόπο σου και να ζεις με τις αναμνήσεις".

Και ο Μαραμπού ταξιδεύει παντού, σ' όλα τα μήκη και πλάτη... Ο κόσμος του είναι γεμάτος από μυρουδιές και χρώματα μα πιο πολύ απ' όλα, από τις "γυναίκες" του. Θα 'λεγε κανείς ότι μια μίξη από χρώματα κι οσμές θ' αρκούσε για να τις περιγράψει. Τι να πει κανείς για την έξοχη ιστορία της Μυτιληνιάς και της Madame Blanche στη Βυρηττό, που ξετυλίγεται σε δόσεις καθ' όλη τη διάρκεια της ανάγνωσης!





"Μια κανελιά κούρσα σταμάτησε δίπλα μας. Η πόρτα άνοιξε και μας έφραξε ολότελα το πεζοδρόμιο ίσαμε τον τοίχο. Μπάφα από μπερδεμένα μυρωδικά μου χτύπησε τα ρουθούνια. Η Madame Blanche, πελώρια και μπογιατισμένη σα μπαρμπούτα του Ensor, κατέβηκε με μεγάλο κόπο, κουδουνίζοντας τα βραχιόλια. Στα δάχτυλά της λάμπανε πετράδια πολύτιμα. Καθώς με φιλούσε τα χνώτα της μύριζαν αράκ. Τα μάτια της στριφογύριζαν σα χάντρες Κινέζου ταχυδακτυλουργού μέσα σε πολύχρωμα φώτα..."






Βάρδια τρίτη



Στη μέση περίπου του βιβλίου, η αφήγηση περνάει από το τρίτο στο πρώτο πρόσωπο και το μυθιστόρημα φτάνει στην κορύφωσή του. Εσωτερικοί μονόλογοι με έντονα εξομολογητικό χαρακτήρα, γραφή ποιητική ενίοτε παραληρηματική, λόγος ελλειπτικός. Η τράπουλα ανακατεύεται... τα χρώματα σε πιτσιλάνε και οι μυρωδιές σε πνίγουν. Σα να ξεπηδούν από το ασυνείδητο, οι αναμνήσεις είναι ασυνάρτητες και φέρνουν έντονα την αίσθηση της σήψης και της ενοχής που σταδιακά καλύπτει τα πάντα...

"Ό,τι αγγίζω σαπίζει. Δεν πεθαίνει, σαπίζει."






Βάρδια τέταρτη




Μυθιστορία, ποίηση, μαρτυρία ή ταξιδιωτικό; Σε ποιο είδος ανήκει η "Βάρδια"; Το βιβλίο του Καββαδία δεν ανήκει σε κανένα απ' αυτά. Ανήκει στο είδος Μαραμπού (Marabou) της οικογενείας των πελαργιδών (Ciconiidae) και πιο συγκεκριμένα στο υποείδος: Λεπτόπιλος ο διστακτικός (Leptopilos dubius). Ζει συνήθως στις περιοχές του Ινδικού ωκεανού αλλά δεν αποκλείεται, σπάνια βέβαια, να βρεθεί και στις περιοχές της Μεσογείου. Είναι πουλί άφωνο, ωστόσο παράγει κάποιους ήχους με τον αεροφόρο θύλακα, που διαθέτει στη βάση του λαιμού του. Ταξιδεύει συνεχώς και τρέφεται με ζωντανούς, αμφίβιους ή θαλάσσιους, μικροοργανισμούς. Ωστόσο, ελλείψει αυτών, δεν περιφρονεί ούτε τα λείψανα νεκρών οργανισμών ούτε διάφορα απορρίματα, ιδιαίτερα αυτά που ονομάζουν memoriae...





Βάρδια τελευταία




Το ταξίδι στο μυθικό κόσμο του Καββαδία είναι μια εμπειρία μοναδική. Η "Βάρδια" είναι ένα κείμενο αριστουργηματικό και η κορυφή της λογοτεχνικής του πορείας. Δε μένει παρά να τον ευχαριστήσω για τη φιλοξενία στον "Πυθέα" ελπίζοντας αυτές οι ευχαριστίες μου να φτάσουν στον τόπο που φαντάζομαι ότι τώρα βρίσκεται. Όσο για το πού είναι αυτός ο τόπος, δε νομίζω να χωρά καμιά αμφιβολία...




"Γέρο σου πρέπει μοναχά το σίδερο στα πόδια,
δυο μέτρα καραβόπανο κι αριστερά τιμόνι.
Μια μέδουσα σ' αντίκρισε γαλάζια και σιμώνει
κι ένας βυθός που βόσκουνε σαλάχια και χταπόδια."

(στίχοι γραμμένοι στις 7.2.1975, τρεις μέρες πριν από το θάνατό του)













Σημειώσεις: Αξίζει πιστεύω να αναφέρω τρία πολύτιμα βοηθήματα, για όποιον επιθυμεί να εμβαθύνει στο σύμπαν του Καββαδία: α) Γιώργος Τράπαλης: Γλωσσάρι στο έργο του Καββαδία, β) Μαίρη Μικέ: Η "Βάρδια" του Καββαδία- Εικονο-γραφήσεις και Μεταμορφώσεις, γ) Γκυ Σωνιέ: "Ετούτο το κορμί το τόσο αμαρτωλό..."- Έρευνα στον μυθικό κόσμο του Καββαδία. Όλα από τις εκδόσεις Άγρα. Μαραμπού ήταν το παρατσούκλι του συγγραφέα και το "τσίμπησε" μετά την έκδοση της πρώτης ποιητικής του συλλογής με αυτόν τον τίτλο. Η ονομασία του τροπικού πτηνού προέρχεται από την αραβική λέξη μαραμπούτ και οφείλεται στο υποτίθεται συλλογισμένο ύφος και τη σοβαρή του στάση... Tα αποσπάσματα με κόκκινους χαρακτήρες είναι από το βιβλίο. Οι εικόνες που κοσμούν την ανάρτηση είναι, με τη σειρά, των παρακάτω ζωγράφων: η πρώτη του Μ. Χάρου, η δεύτερη είναι κάποιου άγνωστου σε μένα ζωγράφου (αν κάποιος αναγνωρίζει από το έργο το δημιουργό του, ας μου το γνωστοποιήσει), Otto Dix και πάλι Otto Dix, James Ensor (οι μπαρμπούτες του...), Otto Griebel και στην τελευταία φωτογραφία ο Μαραμπού ή Κόλιας... (19/20)

Τετάρτη 10 Μαρτίου 2010

Χρυσόσκονη στα γένια του Μαγγελάνου

Δημήτρης Καλοκύρης, εκδ. Άγρα.


Και η μαγεία του πάθους του
να είχε τέτοια δύναμη
που ένα καράβι θα στεκόταν
πάνω σε μια σταγόνα δροσιάς.

Τζόζεφ Κόνραντ









"Λένε πως όταν ο Ιούλιος Βερν γνώρισε τον Αλέξανδρο Δουμά (πατέρα), αποφάσισε: Ό,τι κάνει αυτός με την Ιστορία θα κάνω εγώ με τη Γεωγραφία.
Κάπως ανάλογα αντιμετώπισε και ο Καββαδίας τη γενιά του: Ό,τι έκαναν εκείνοι με τη Ρωμιοσύνη έκανε αυτός με τη θάλασσα".

Κάπως έτσι ξεκινά το μικρό, ευφάνταστο βιβλιαράκι του Δημήτρη Καλοκύρη για τη ζωή και το έργο του Νίκου (Κόλια) Καββαδία ή Μαραμπού, όπως ήταν το παρατσούκλι του. Αποσπάσματα από το έργο του, γνωστά και άγνωστα επεισόδια απ' τη ζωή του, κρίσεις συγχρόνων του και φωτογραφίες, άψογα συνταιριασμένα όλα με το απαράμιλλο χιούμορ και τις γνωστικές ακροβασίες του Καλοκύρη, συνθέτουν την "Χρυσόσκονη στα γένια του Μαγγελάνου".



"Ζαλίζομαι στη στεριά. Το πιο δύσκολο ταξίδι, το πιο επικίνδυνο, το 'καμα στην άσφαλτο, από το Σύνταγμα στην Ομόνοια".












Ο Κόλιας γεννήθηκε το 1910 στο Νικόλσκι Ουσουρίσκι, στη Μαντζουρία της μακρινής Κίνας, από γονείς Κεφαλονίτες. Το 1930 μπαρκάρει και από τότε ταξιδεύει αδιάκοπα. Το 1933 εκδίδει την πρώτη ποιητική του συλλογή με τίτλο: Μαραμπού, απ' το όνομα του κακοσήμαδου και καταραμένου πουλιού των τροπικών χωρών. Όπως γράφει ο Καλοκύρης:
"Πιθανότατα ο Καββαδίας αντιλήφθηκε από νωρίς ότι η μυστική συνταγή των "νόστων" αποκαλύφθηκε γρήγορα, ότι και άλλοι δούλευαν στο ίδιο κατάστρωμα και πως η μεταγραφή της πρόθεσης για φυγή σε ρίμα δεν επαρκούσε. Έτσι επιστράτευσε μεθόδους δραστικότερες και αντανακλαστικές: την οξιδωτική σάτιρα, τη στεριανή ζάλη, τον υφάλμυρο ερωτισμό και, τέλος, το αμφίβιο μυθιστόρημα".




Χόρεψε πάνω στο φτερό του καρχαρία.
Παίξε στον άνεμο τη γλώσσα σου και πέρνα.
Αλλού σε λέγανε Γιουδήθ, εδώ Μαρία.
Το φίδι σκίζεται στο βράχο με τη σμέρνα.

(Γυναίκα)









Ο Μαραμπού ήταν κοντούλης μελαχρινός, με μικρά ζωηρά μάτια, χαριτωμένος, εγκάρδιος, με ανεξάντλητο χιούμορ, αγαπητός στους πάντες, παρωδώντας τα πάντα. Ο ίδιος αφηγείται μια "εντεψίδικη" πλάκα που σκάρωσε το 1954 στον Σεφέρη. Είχαν συναντηθεί στη Βυρητό, όπου ο Σεφέρης ήταν πρέσβης:
Θα πήγαινε στην Πρεσβεία για μια απ' τις εθνικές μας γιορτές. "Άσε να σε πάω εγώ". του λέω. Τον πήγα από ένα δρόμο που ήταν πήχτρα οι ελληνικές σημαίες από δω κι από κει. "Εδώ είναι Ελλάδα", μου λέει. "Δεν τον ήξερα αυτό το δρόμο". "Είναι τα ελληνικά μπορντέλα" του απαντάω. Θύμωσε. "Κύριε", μου λέει, "ή εσείς θα κατεβείτε απ' το αμάξι ή εγώ". Κατέβηκα εγώ.

Ενώ, σύμφωνα με τον Τσίρκα, κόμπαζε πως από τη μυρωδιά μπορούσε να σου πει αν είχες κοιμηθεί με Παριζιάνα ή Κογκολέζα ή Κινέζα... ή Γενοβέζα.
"Για δυο πράγματα δε γελιέμαι εγώ: για τα ποτά και τις γυναίκες..."




Θα μεταλάβω με νερό θαλασσινό
στάλα τη στάλα συναγμένο απ' το κορμί σου
σε τάσι αρχαίο, μπακιρένιο αλγερινό,
που κοινωνούσαν οι πειρατές πριν πολεμήσουν.

(Fata Morgana)









Το 1947 εκδίδει τη δεύτερη ποιητική του συλλογή, το "Πούσι", ενώ το 1954 το πρώτο του πεζό, τη "Βάρδια", όπου πια ο Καββαδίας ταυτίζεται απόλυτα με τον ασυρματιστή Νικόλα του βιβλίου. Άλλωστε και οι δύο είχαν στιγματίσει ανέκκλητα το κορμί τους:
"Θα πιω άλλο ένα για χάρη της θάλασσας... Για χάρη της γοργόνας που 'χω στο μπράτσο μου. Που σαλτάρει στη θάλασσα κάθε νύχτα και με κερατώνει με τον Ποσειδώνα. Γυρίζει το πρωί που κοιμάμαι, γιομάτη φύκια και τσουκνίδες της θάλασσας. Όταν πιάνουμε στεριά για καιρό, μαραζώνει και χάνει τα χρώματά της". (Βάρδια)

Ενώ ο ίδιος έλεγε ότι "στο μπράτσο είχε μια γοργόνα που όταν τέντωνε το χέρι κι ανοιγόκλεινε την παλάμη, αυτή χόρευε ένα υποβλητικό χορό της κοιλιάς... Δεν υπάρχει μέρος που να μην έχω τατού... Το μεγάλο ωροσκόπιο στην πλάτη, τρεις μέρες, τρεις Γιαπωνέζοι πάλευαν να μου το φτιάξουν... Όταν πεθάνω θέλω αυτές οι ζωγραφιές να μη σαπίσουν. Να γίνουν αμπαζούρ να φωτίζουν τα όνειρα των στερημένων".






Όπως γράφει ο Καλοκύρης στο εξαιρετικό του πόνημα: Ο Καββαδίας δεν αποπειράθηκε να κάνει ναυτική ηθογραφία, ούτε να περιγράψει βάσανα και καημούς. Το ταξίδι στο έργο του είναι το αυτονόητο -και τελικά αναμενόμενο- σκηνικό. Το πλοίο είναι το ονειρώδες αφροδίσιο σώμα, το νερό η πλήρης ερωτική φαντασίωση. Η δράση είναι μια ασύνδετη, χαλαρή διαδοχή λεκτικών εικόνων με ελαστικό ιστό, που διαμόρφωσαν έναν "ναυτικό" αφηγητή, ο οποίος καταγράφει την Ποιητική του με θαλασσί μελάνι... Είναι ο ποιητής που διερμήνευσε στα καθ' ημάς αστικά τον ορισμό του Κόλεριτζ για τη θάλασσα:

Νερό, νερό παντού.

Ούτε σταγόνα για να πιεις.



Το 1975 πεθαίνει σε μια κλινική των Αθηνών από εγκεφαλικό επεισόδιο. Συνήθιζε να λέει πως σ' ένα από τα πρώτα του ταξίδια στο Περού, μια χαρτορίχτρα του προφήτεψε πως θα γίνει γνωστός στα 1934 και πως θα πεθάνει 64 χρονών. Πράγματι, το 1934 ήταν ένας από τους πιο ευτυχισμένους χρόνους για τον Κόλια, μετά την έκδοση του Μαραμπού (1933), όσο δε πλησίαζε η άλλη ημερομηνία, τόσο πιο πολύ σκεφτότανε το θάνατο. Η Περουάνα δεν έπεσε έξω. Πέθανε μερικούς μήνες μετά τη συμπλήρωση των 64 του χρόνων.

"Φοβάμαι μην πεθάνω στη στεριά", έλεγε. Και οι τελευταίες του λέξεις ήταν: "Αυτό που φοβόμουνα έγινε".


Κι εγώ, που τόσο επόθησα μια μέρα να ταφώ
σε κάποια θάλασσα βαθιά στις μακρινές Ινδίες,
θα 'χω ένα θάνατο κοινό και θλιβερό πολύ
και μια κηδεία σαν των πολλών ανθρώπων τις κηδείες.

(Mal du depart)









Τι είδους όμως είναι το βιβλίο που έγραψε ο Δημήτρης Καλοκύρης; Μια εισαγωγή στο έργο του Νίκου Καββαδία διανθισμένη με παραθέματα άλλων συγγραφέων; Μια σύντομη, χαλαρή και γραμμένη με παιγνιώδη διάθεση, βιογραφία; Προσωπικά, το διάβασα σα λογοτέχνημα και όσα, τόσο έξοχα αφηγείται, τα είδα, όπως γράφει κι ο συγγραφέας, σαν "ψήγματα, σαν χρυσόσκονη στα γένια του Μαγγελάνου, της μορφής ενός συγγραφέα που ελάχιστα γνώρισα, αλλά που κάποτε επιμελώς αποστήθισα. Παραθέματα άλλων συνδυασμένα χαλαρά και κάποιες σκέψεις διαζευκτικές εδώ κι εκεί. Ναυάγια συνειρμών; Ναυσιπλοΐα εν ου παικτοίς; Τρικυμία εν κρανίω; Αποφασίστε".






Σημειώσεις: Τα αποσπάσματα με μπλε χαρακτήρες είναι από τα βιβλία του Καββαδία ενώ αυτά με μπορντό είναι από κουβέντες του σε άλλους ή από συνεντεύξεις. Ο "ορισμός" του Κόλεριτζ για τη θάλασσα προέρχεται από την "Μπαλάντα του γέρου ναυτικού" και στα αγγλικά είναι: Water, water everywhere/nor a drop to drink. Το μότο του Κόνραντ είναι από το τρίτο κεφάλαιο της "Φρέγυας από τα 7 νησιά" και στο πρωτότυπο, πιο πλήρες, έχει ως εξής: ... as if the magic of his passion had the power to float a ship on a drop of dew or sail her through the eye of a needle. Οι δύο πρώτοι πίνακες είναι του Τσαρούχη (η πρώτη απεικονίζει τον Κόλια) και είναι προμετωπίδες στις δυο πρώτες ποιητικές του συλλογές ενώ ο τελευταίος είναι του Μανώλη Χάρου.