Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Στάινμπεκ Τζων. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Στάινμπεκ Τζων. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 26 Φεβρουαρίου 2010

Τα σταφύλια της οργής - 2

Τζων Στάινμπεκ, εκδ. Γράμματα, μτφ. Κοσμάς Πολίτης.
John Steinbeck, εκδ. Folio Society, 1998.


"Στόχος μου δεν είναι να γράψω μια ιστορία που να τέρψει. Έβαλα τα δυνατά μου για να κάνω τα νεύρα του αναγνώστη μου κουρέλια. Δεν τον θέλω ικανοποιημένο".










Αυτά έγραφε μεταξύ άλλων ο Τζων Στάινμπεκ στις αρχές του 1939 στον εκδότη του, που του ζητούσε να αλλάξει το τέλος του μυθιστορήματος. Και πράγματι καθ' όλη τη διάρκεια της ανάγνωσης τα νεύρα μου ήταν τεντωμένα και η οργή για την αδικία ξεχείλιζε. Ωστόσο, η τελευταία σκηνή του έργου, παρόλο που αφήνει ένα σωρό ερωτηματικά για την τύχη των ηρώων του, είναι μεγαλειώδης, φέρνει την κάθαρση και είναι ίσως το ωραιότερο τέλος που έχω διαβάσει ποτέ σε μυθιστόρημα.




Τη δεκαετία του '30, η οικογένεια Τζόουτ αναγκάζεται να ξεκινήσει ένα μεγάλο ταξίδι, από την Οκλαχόμα προς την Καλιφόρνια, με όχημα ένα σαράβαλο, που το έχουν μετατρέψει σε καμιόνι. Μια πορεία γεμάτη άγχος και κακουχίες αλλά με μεγάλες προσδοκίες για τη γη της Χαναάν που πίστευαν ότι θα 'βρισκαν εκεί.

"Η δημοσιά 66 είναι η κεντρική αρτηρία της μετανάστευσης. 66 -ο μακρύς ασφαλτοστρωμένος δρόμος που διασχίζει τη χώρα κυματίζοντας ανάλαφρα πάνω στο χάρτη, μια πάνω και μια κάτω, απ' το Μισισιπί στο Μπέικερσφιλντ, μες από τα μέρη με το κόκκινο χώμα και με το γκρίζο χώμα, φιδώνοντας ψηλά μες στα βουνά, περνώντας πάνω απ' το Ντιβάιντ και κατηφορίζοντας στην εκτυφλωτική και τρομερή έρημο και μέσα από την έρημο πάλι στα βουνά, και πέφτει μες στους πλούσιους κάμπους της Καλιφόρνιας... Τα μικρομαγεριά πάνω στη δημοσιά 66 -εστιατόριο Αλ και Σούζη -Καρλ Γεύματα, -Τζόε και Μίννη -Ουίλλυ Φαγητά. Μικροξενοδοχεία για ύπνο. Δυο αντλίες μπενζίνας απέξω, μια πόρτα με συρμάτινο διχτυωτό, ένας μακρύς πάγκος, ψηλά σκαμνιά, μια σιδερένια μπάρα για ν' ακουμπούν τα πόδια τους οι πελάτες. Κοντά στην πόρτα τρεις αυτόματοι που αφήνουν να φαίνονται πίσω απ' το γυαλί τα πλούτη σε δεκάρες που θα προσκομίσουν τρεις μανιβέλες..."




Κι ενώ στο πρώτο μισό του μυθιστορήματος παρακολουθούμε την πορεία τους προς τη Δύση, στο δεύτερο γινόμαστε μάρτυρες των απεγνωσμένων προσπάθειών τους να επιβιώσουν εκεί..., "όπου δεν κάνει ποτέ κρύο... παντού φρούτα κι οι άνθρωποι κάθονται στα πιο όμορφα μέρη..., σε κάτασπρα σπιτάκια μες στις πορτοκαλιές..."Τελικά, όπως θα φανταζόταν κάθε αναγνώστης, σε μια πραγματικά υπέροχη γη, δε βρήκαν παρά την απόλυτη εκμετάλλευση, την αθλιότητα και την ξενοφοβία. Η ανθρωπιά ήταν παρούσα μόνον ανάμεσα στους κατατρεγμένους. Όσο η πείνα τους εξόντωνε τόσο φανερώνονταν οι αρετές της αλληλεγγύης και της αγάπης, των οποίων η οικογένεια Τζόουτ ήταν η απόλυτη ενσάρκωση. Ωστόσο, αυτό που με προβλημάτισε περισσότερο ήταν η περιφρόνηση με την οποία τους αντιμετώπιζαν οι "βολεμένοι" ντόπιοι. Ίσως, γιατί σε μια κοινωνία όπου ο ατομικισμός είναι κυρίαρχη αξία, η φτώχια θεωρείται ως συνέπεια μιας φυσικής προδιάθεσης προς την τεμπελιά ή μιας ασθενούς θέλησης. Έτσι εξηγείται και η αποκήρυξη του βιβλίου το 1940 στην Οκλαχόμα καθώς θεωρήθηκε ότι αυτές οι εικόνες εξαθλίωσης τους ντρόπιαζαν! Όσο για την Καλιφόρνια, το χρησιμοποίησαν περισσότερο ως καύσιμο παρά ως ανάγνωσμα. Και φυσικά, απαγορεύτηκε σε πολλές βιβλιοθήκες των Ηνωμένων Πολιτειών ως κομμουνιστική προπαγάνδα.




Ο Στάινμπεκ στα "Σταφύλια της οργής" με απλά υλικά: τριτοπρόσωπη γραμμική αφήγηση, ρεαλιστικές εικόνες και πολλούς διαλόγους σε γλώσσα ιδιωματική, συνθέτει μια τοιχογραφία της αμερικάνικης κοινωνίας των "dirty thirties". Εν τούτοις, όσο απλή κι αν φαίνεται η αφήγησή του, τόσο πολύπλοκη είναι η δομή του. Ανάμεσα στα μακροσκελή κεφάλαια, όπου ξετυλίγεται η εποποιία των Τζόουτ, παρεμβάλλονται μικρά "ιντερλούδια", στα οποία περιγράφονται όψεις της οικονομικής, κοινωνικής ή της καθημερινής ζωής της Αμερικής του '30. Με αυτόν τον τρόπο, η "ατομική" περιπέτεια της οικογένειας Τζόουτ αποκτά προοπτική και γίνεται η περιπέτεια, όχι μόνο μιας ολόκληρης γενιάς αλλά και όλων των ανθρώπων που βιώνουν την αδικία και την προσφυγιά. Τα ενδιάμεσα αυτά "σχόλια" είναι γραμμένα σε διαφορετικό ύφος το καθένα και αναδίδουν μια ιδιόμορφη ποιητικότητα. Άλλοτε σε πρωτοπρόσωπη ή δευτεροπρόσωπη αφήγηση κι άλλοτε σε μορφή φανταστικών διαλόγων ανάμεσα σε φωνές χωρίς πρόσωπο, φωνές ανωνύμων, διευρύνουν το ατομικό πεπρωμένο σε οικουμενικό φέρνοντας στο νου τα χορικά της αρχαίας τραγωδίας.





"... Εδώ βρίσκεται ο πυρήνας εκείνου που φοβόσαστε. Γιατί εδώ, το "έχασα τη γης μου" παθαίνει μια μεταβολή, ένα κύτταρο χωρίζεται, κι από το κύτταρο αυτό ξεφυτρώνει εκείνο που φοβόσαστε: "Χάσαμε τη γης μας". Εδώ βρίσκεται ο κίνδυνος, γιατί δυο άνθρωποι μαζί δεν είναι πια τόσο μονάχοι και σκοτισμένοι όσο ένας άνθρωπος. Και από το πρώτο αυτό "εμείς" γεννιέται κάτι ακόμα πιο επικίνδυνο: "το φαΐ μου είναι λίγο" συν "δεν έχω να φάω". Αν το πηλίκον σ' αυτό το πρόβλημα είναι: "Το φαΐ μας είναι λίγο", το ζήτημα προχώρησε, η κίνηση έχει μια κατεύθυνση. Τώρα, ένας μικρός πολλαπλασιασμός, και η γης αυτή είναι δική μας... Αυτό όμως είναι η αρχή -από το "εγώ" στο "εμείς".




Σημειώσεις: Η τρίτη εικόνα είναι πίνακας του Έντουαρντ Χόππερ με τίτλο: Gas. Η επόμενη είναι από την ομώνυμη ταινία, που γύρισε ο Τζων Φορντ το 1940, με πρωταγωνιστή τον Χένρυ Φόντα. Η μετάφραση του Κοσμά Πολίτη, που πρέπει να έγινε περίπου το 1948, παρά τα λίγα σφάλματά της, είναι εξαιρετική και θα έλεγα ότι ο Έλληνας συγγραφέας δεν κάνει μετάφραση αλλά απόδοση του έργου στη γλώσσα μας. Ωστόσο είναι φανερή η ανάγκη ενός "φρεσκαρίσματος", κάποιων σημειώσεων και μιας εισαγωγής για τον Έλληνα αναγνώστη, που δεν είναι εξοικειωμένος με τα γεγονότα εκείνης της εποχής.(20/20)

ΥΓ: Στα ελληνικά έχει μεταφραστεί 4 φορές πολύ παλαιότερα και η πιο αξιόλογη πρέπει(;) να είναι του Πολίτη. Σίγουρα σε κάποια σημεία είναι παρωχημένη η γλώσσα του (αλλά και του Στάινμπεκ είναι) και υπάρχουν κάποιοι εξελληνισμοί που ενοχλούν, όπως τα δολλάρια που γίνονται τάλαρα, αλλά σε πολλά μέρη του κειμένου και σε διαλόγους (σε ντοπιολαλιά) μεγαλουργεί!
Π.χ. όταν ο γιος Τζόουτ επιστρέφει στο πατρικό του σπίτι (κάτι σαν ξύλινο αυθαίρετο) μετά από λίγα χρόνια και το βρίσκει ερείπιο,ίσως γιατί έχει φάει κάνα δυο σπρωξιές από τα "τρακτόρια" που οργώνανε γύρω-γύρω, λέει στον Κέιζυ:
"Le's look in the house. She's all pushed out a shape. Something knocked the hell out of her" και η μετάφραση του Πολίτη:
"Πάμε να δούμε μες στο σπίτι. Είναι στραπατσαρισμένο για καλά. Του 'χουν αλλάξει τον αδόξαστο".
Ωστόσο καλά θα ήταν να ξαναμεταφραστεί από κάποιον αξιόλογο μεταφραστή που σε πολλά σημεία να κρατήσει αναλλοίωτη τη δουλειά του Πολίτη. Ας μην ξεχνάμε ότι τη δεκαετία του '40 ο Πολίτης δεν είχε ούτε τα λεξικά που κυκλοφορούνε σήμερα ούτε το διαδίκτυο ούτε ήταν εξοικειωμένος με φιλοσοφικές έννοιες του Έμερσον, του Ουίλλιαμ Τζέημς ή του Τζέφερσον(!) που μεταχειρίζεται ο Στάινμπεκ. Είναι πάντως εντυπωσιακό που κάποιες λέξεις ιδιωματικές ή και λέξεις "φτιαχτές" του συγγραφέα τις μεταφράζει με τη διαίσθησή του αλλά συχνά πολύ πετυχημένα.

Σάββατο 20 Φεβρουαρίου 2010

Τα σταφύλια της οργής - 1

Τζων Στάινμπεκ, εκδ. Γράμματα, μτφ. Κοσμάς Πολίτης.
John Steinbeck, εκδ. Folio Society, 1998.





"...και γενηθήτω κονιορτός επί πάσαν την γην της Αιγύπτου.... και υετός ουκ έσταξεν έτι επί την γην".

(Παλαιά Διαθήκη: Έξοδος)














Η δεκαετία του '30 (1929-1939) ήταν μια από τις πιο δύσκολες για τους Αμερικανούς. Από τη μία, η Μεγάλη Ύφεση, που ξεκίνησε με το κραχ του 1929 και έφτασε την ανεργία στο 25% το 1933 κι από την άλλη το Dust Bowl ή Dirty Thirties. Έτσι ονομάστηκε η περίοδος από το 1930 έως το 1936 κατά την οποία τρομερές αμμοθύελλες έπληξαν τις Μεσοδυτικές πολιτείες των ΗΠΑ προκαλώντας ασύλληπτες καταστροφές. Περίπου τρία εκατομμύρια άνθρωποι, που είδαν τις διαδοχικές σοδειές και τις περιουσίες τους να καταστρέφονται, άρχισαν, υπό την απειλή της πείνας, να μεταναστεύουν μαζικά προς την Καλιφόρνια πιστεύοντας ότι εκεί θα βρουν τη γη της Επαγγελίας.



"και γενηθήτω σκότος επί γης Αιγύπτου, ψηλαφητόν σκότος... σκότος γνόφος, θύελλα επί πάσαν γην τρεις ημέρας, και ουκ είδεν ουδείς τον αδελφόν αυτού τρεις ημέρας..."





"Στην πολιτεία της Οκλαχόμας, στην περιοχή με το κόκκινο χώμα... θέριεψε ο άνεμος, η ατμόσφαιρα κι ο ουρανός σκοτείνιασαν, ο ήλιος φαινότανε κοκκινωπός, και κάτι το αψύ πλανιόταν στον αέρα... Χάραξε η αυγή -μα δεν έφεξε η μέρα. Πάνω στο γκρίζο ουρανό ανέβηκε ένας ήλιος κόκκινος, ένας θολός κύκλος που μόλις φωτούσε σα να 'ταν κιόλα σούρουπο... Σα νύχτωσε σκόνη κι αέρας είχαν γίνει ένα μίγμα, ένα γαλάκτωμα από σκόνη και αέρα. Τα σπίτια ήταν κλεισμένα στεγανά, με πανιά σφηνωμένα στα παράθυρα και στις πόρτες, μα η σκόνη τρύπωνε τόσο λεπτή, που δεν ξεχώριζε μες στον αέρα, και κατακάθιζε σα γύρη πάνω στα τραπέζια και στις καρέκλες, πάνω στα πιάτα. Οι άνθρωποι τη συνάζανε στους ώμους τους. Πάνω στα κατώφλια στοιβάζονταν μακρουλοί σωροί από σκόνη... Κάθε μέρα πασπάλιζε σκόνη ο ουρανός, σα να 'πεφτε από κόσκινο, το ίδιο και την άλλη μέρα. Η γης σκεπάστηκε μ' ένα ισόπαχο στρώμα. Η σκόνη κατακάθισε πάνω στο καλαμπόκι, στοιβάχτηκε πάνω στα παλούκια που στήριζαν τους φράχτες, πάνω στα σύρματα, κάθισε πάνω στις σκεπές, κάλυψε τα χορτάρια και τα δέντρα".





Φτωχοί, πεινασμένοι, εξαθλιωμένοι αγρότες από την Οκλαχόμα, οι Okies όπως περιφρονητικά τους αποκαλούσαν οι Καλιφορνέζοι, και από το Άρκανσας (οι Arkies) έφταναν στην Καλιφόρνια για να βρεθούν αντιμέτωποι με ακόμα μεγαλύτερη εξαθλίωση, με το ρατσισμό, με την πιο στυγνή εκμετάλλευση και τέλος με τον λιμό! Κι όλ' αυτά ενώ παντού κυκλοφορούσε το σλόγκαν του 31ου προέδρου των ΗΠΑ, Χέρμπερτ Χούβερ (1929-1933): No one has starved.

"Φορτωμένοι σε αυτοκίνητα, ολάκερα καραβάνια, πειναλέοι κι άστεγοι. Είκοσι χιλιάδες, πενήντα χιλιάδες, εκατό, διακόσιες χιλιάδες. Κουβαλιόνταν περνώντας τα βουνά, πειναλέοι κι ανήσυχοι - ανήσυχοι σαν τα μερμήγκια, βιαστικοί να βρουν κάποια δουλειά -να σηκώσουν, να σπρώξουν, να σύρουν, να μαζώξουν -ό,τι κι αν είναι, όσο βαριά δουλειά κι αν είναι, φτάνει να φάνε. Τα παιδιά πεινούν... Πεινούσαν και ήταν έξαλλοι. Και είχαν ελπίσει πως θα βρουν μια σκεπή, και βρήκαν μόνο έχθρητα. Όκιοι -οι χτηματίες τους μισούσαν ξέροντας πως οι ίδιοι είναι χορτάτοι και οι Όκιοι πεινασμένοι, μπορεί κιόλα να 'χουν ακούσει απ' τους παππούδες τους πόσο εύκολο είναι ν' αρπάξεις τη γης από έναν άνθρωπο μαλθακό, αν είσαι εξαγριωμένος απ' την πείνα κι αρματωμένος. Τους μισούσαν και στις πόλεις, οι μαγαζάτορες γιατί δεν είχαν λεφτά για ξόδεμα... οι μικροτραπεζίτες γιατί δεν είχαν καμιά περιουσία. Και η εργατιά τους μισούσε γιατί ένας πεινασμένος άνθρωπος πρέπει να δουλέψει κι αφού έχει ανάγκη να δουλέψει, αυτόματα ο εργοδότης θα του δώσει μικρότερο μεροκάματο. Κι έτσι κανένας δε θα μπορέσει να πλερωθεί περισσότερο".







Μικρές συμβουλές για την αγορά τροφίμων

Για να κατορθώσετε με τα λιγότερα χρήματα να παρέχετε στους δικούς σας τις απαραίτητες θερμίδες, πρωτεϊνες, μεταλλικά άλατα και βιταμίνες σας προτείνουμε τα κάτωθι:

Να προτιμάτε το χυμό ντομάτας από αυτό του πορτοκαλιού, τις πατάτες απ' το ψωμί και τις λευκές πατάτες απ' τις γλυκοπατάτες, γιατί περιέχουν περισσότερο σίδηρο και θα τις ψήνετε με τη φλούδα τους ώστε στη συνέχεια να την τρώτε. Να καταναλώνετε κατά προτίμηση λάχανο και παντζάρια παρά μαρούλι και σπανάκι. Για να διατηρηθούν οι βιταμίνες να τρώτε το λάχανο ωμό. Αν ωστόσο το βράζετε, δε θα πετάτε το ζουμί αλλά θα το χρησιμοποιείτε σε σούπες ή χυμούς...

Henry Sherman (καθηγητής στο Columbia)


Κι όταν οι εσωτερικοί μετανάστες έφταναν στην Καλιφόρνια, συνωστίζονταν σε άθλιους συνοικισμούς, τα διαβόητα Hoovervilles (απ' τ' όνομα του Προέδρου), απ' όπου προσπαθούσαν απεγνωσμένα να βρουν δουλειά. Ενώ το πιο τραγικό είναι, ότι ακόμη κι αν έβρισκαν προσωρινά κάποια εργασία, το μεροκάματο ήταν τόσο χαμηλό που δεν έφτανε να τους θρέψει.

"Ο κουρελοσυνοικισμός βρίσκεται πλάι στο ποτάμι και τα σπίτια του ήταν τσαντίρια και παράγκες χορτοσκεπασμένες, χαρτένια σπίτια, ένας μεγάλος σωρός παλιοπραμάτειες. Έμπασε μέσα την οικογένειά του κι έγινε πολίτης της Χούβερβιλ -παντού έχουν το ίδιο όνομα: Χούβερβιλ. Έστησε το τσαντίρι του όσο μπορούσε πιο κοντά στο ποτάμι. Κι αν δεν είχε τσαντίρι, πήγαινε σε σκουπιδαριό της πόλης κι έφερνε χαρτόνια, κι έφτιανε ένα σπίτι από αυλακωτό χαρτόνι. Και με τις πρώτες βροχές το σπίτι έλιωνε και σαρωνόταν..."





Αυτό είναι το σκηνικό το μυθιστορήματος του Στάινμπεκ "Τα σταφύλια της οργής" (1939), που πολλοί ίσως το θεωρήσουν ξεπερασμένο. Η μουσική του δομή, η ποιητική του πρόζα και η αγάπη του για τον άνθρωπο το κάνουν ένα αξεπέραστο αριστούργημα. Όσο υπάρχουν πρόσφυγες, μετανάστες, εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο, ρατσισμός αλλά και ανθρωπιά, το έργο του Στάινμπεκ θα παραμένει πεισματικά επίκαιρο.




Τα πρόσωπά των ηρώων του είναι ακόμη παρόντα. Αν δεν μπορούμε να τα διακρίνουμε είναι γιατί κοιτάμε χωρίς να βλέπουμε. Είναι γιατί είμαστε τυφλοί χωρίς να είμαστε τυφλοί...


















Σημειώσεις: Η πρώτη εικόνα είναι αφίσα της εποχής φιλοτεχνημένη από τον Ben Shahn. Η δεύτερη είναι φωτογραφία με αμμοθύελλα στο Τέξας το 1935. Η επόμενη είναι του Arthur Rothstein από την Οκλαχόμα το 1936, σκηνικό μετά από αμμοθύελλα. Στη συνέχεια ένα χαρακτικό του Reginald Marsh του 1932 με τον ειρωνικό τίτλο: Ουρά για ψωμί - Κανείς δεν έχει πεινάσει (No one has starved). Οι επόμενες τρεις φωτογραφίες είναι της διάσημης φωτογράφου Dorothea Lange και απεικονίζουν μετανάστες στην Καλιφόρνια το 1936, με αποκορύφωμα την τελευταία που την έκανε παντού γνωστή. Τα δυο αποσπάσματα με μωβ χαρακτήρες είναι από την Έξοδο της Παλαιάς Διαθήκης (πληγές του Φαραώ) και τα υπόλοιπα από το μυθιστόρημα. Η τελευταία πρόταση της ανάρτησης είναι εμπνευσμένη από το "Περί τυφλότητος" του Σαραμάγκου. Σημειωτέον ότι την ίδια εποχή εκτυλίσσεται και το άλλο σπουδαίο έργο του Στάινμπεκ, "Άνθρωποι και ποντίκια".