John Steinbeck, εκδ. Folio Society, 1998.

"Στόχος μου δεν είναι να γράψω μια ιστορία που να τέρψει. Έβαλα τα δυνατά μου για να κάνω τα νεύρα του αναγνώστη μου κουρέλια. Δεν τον θέλω ικανοποιημένο".
Αυτά έγραφε μεταξύ άλλων ο Τζων Στάινμπεκ στις αρχές του 1939 στον εκδότη του, που του ζητούσε να αλλάξει το τέλος του μυθιστορήματος. Και πράγματι καθ' όλη τη διάρκεια της ανάγνωσης τα νεύρα μου ήταν τεντωμένα και η οργή για την αδικία ξεχείλιζε. Ωστόσο, η τελευταία σκηνή του έργου, παρόλο που αφήνει ένα σωρό ερωτηματικά για την τύχη των ηρώων του, είναι μεγαλειώδης, φέρνει την κάθαρση και είναι ίσως το ωραιότερο τέλος που έχω διαβάσει ποτέ σε μυθιστόρημα.

"Η δημοσιά 66 είναι η κεντρική αρτηρία της μετανάστευσης. 66 -ο μακρύς ασφαλτοστρωμένος δρόμος που διασχίζει τη χώρα κυματίζοντας ανάλαφρα πάνω στο χάρτη, μια πάνω και μια κάτω, απ' το Μισισιπί στο Μπέικερσφιλντ, μες από τα μέρη με το κόκκινο χώμα και με το γκρίζο χώμα, φιδώνοντας ψηλά μες στα βουνά, περνώντας πάνω απ' το Ντιβάιντ και κατηφορίζοντας στην εκτυφλωτική και τρομερή έρημο και μέσα από την έρημο πάλι στα βουνά, και πέφτει μες στους πλούσιους κάμπους της Καλιφόρνιας... Τα μικρομαγεριά πάνω στη δημοσιά 66 -εστιατόριο Αλ και Σούζη -Καρλ Γεύματα, -Τζόε και Μίννη -Ουίλλυ Φαγητά. Μικροξενοδοχεία για ύπνο. Δυο αντλίες μπενζίνας απέξω, μια πόρτα με συρμάτινο διχτυωτό, ένας μακρύς πάγκος, ψηλά σκαμνιά, μια σιδερένια μπάρα για ν' ακουμπούν τα πόδια τους οι πελάτες. Κοντά στην πόρτα τρεις αυτόματοι που αφήνουν να φαίνονται πίσω απ' το γυαλί τα πλούτη σε δεκάρες που θα προσκομίσουν τρεις μανιβέλες..."


Ο Στάινμπεκ στα "Σταφύλια της οργής" με απλά υλικά: τριτοπρόσωπη γραμμική αφήγηση, ρεαλιστικές εικόνες και πολλούς διαλόγους σε γλώσσα ιδιωματική, συνθέτει μια τοιχογραφία της αμερικάνικης κοινωνίας των "dirty thirties". Εν τούτοις, όσο απλή κι αν φαίνεται η αφήγησή του, τόσο πολύπλοκη είναι η δομή του. Ανάμεσα στα μακροσκελή κεφάλαια, όπου ξετυλίγεται η εποποιία των Τζόουτ, παρεμβάλλονται μικρά "ιντερλούδια", στα οποία περιγράφονται όψεις της οικονομικής, κοινωνικής ή της καθημερινής ζωής της Αμερικής του '30. Με αυτόν τον τρόπο, η "ατομική" περιπέτεια της οικογένειας Τζόουτ αποκτά προοπτική και γίνεται η περιπέτεια, όχι μόνο μιας ολόκληρης γενιάς αλλά και όλων των ανθρώπων που βιώνουν την αδικία και την προσφυγιά. Τα ενδιάμεσα αυτά "σχόλια" είναι γραμμένα σε διαφορετικό ύφος το καθένα και αναδίδουν μια ιδιόμορφη ποιητικότητα. Άλλοτε σε πρωτοπρόσωπη ή δευτεροπρόσωπη αφήγηση κι άλλοτε σε μορφή φανταστικών διαλόγων ανάμεσα σε φωνές χωρίς πρόσωπο, φωνές ανωνύμων, διευρύνουν το ατομικό πεπρωμένο σε οικουμενικό φέρνοντας στο νου τα χορικά της αρχαίας τραγωδίας.

"... Εδώ βρίσκεται ο πυρήνας εκείνου που φοβόσαστε. Γιατί εδώ, το "έχασα τη γης μου" παθαίνει μια μεταβολή, ένα κύτταρο χωρίζεται, κι από το κύτταρο αυτό ξεφυτρώνει εκείνο που φοβόσαστε: "Χάσαμε τη γης μας". Εδώ βρίσκεται ο κίνδυνος, γιατί δυο άνθρωποι μαζί δεν είναι πια τόσο μονάχοι και σκοτισμένοι όσο ένας άνθρωπος. Και από το πρώτο αυτό "εμείς" γεννιέται κάτι ακόμα πιο επικίνδυνο: "το φαΐ μου είναι λίγο" συν "δεν έχω να φάω". Αν το πηλίκον σ' αυτό το πρόβλημα είναι: "Το φαΐ μας είναι λίγο", το ζήτημα προχώρησε, η κίνηση έχει μια κατεύθυνση. Τώρα, ένας μικρός πολλαπλασιασμός, και η γης αυτή είναι δική μας... Αυτό όμως είναι η αρχή -από το "εγώ" στο "εμείς".
Π.χ. όταν ο γιος Τζόουτ επιστρέφει στο πατρικό του σπίτι (κάτι σαν ξύλινο αυθαίρετο) μετά από λίγα χρόνια και το βρίσκει ερείπιο,ίσως γιατί έχει φάει κάνα δυο σπρωξιές από τα "τρακτόρια" που οργώνανε γύρω-γύρω, λέει στον Κέιζυ:
"Le's look in the house. She's all pushed out a shape. Something knocked the hell out of her" και η μετάφραση του Πολίτη:
"Πάμε να δούμε μες στο σπίτι. Είναι στραπατσαρισμένο για καλά. Του 'χουν αλλάξει τον αδόξαστο".
Ωστόσο καλά θα ήταν να ξαναμεταφραστεί από κάποιον αξιόλογο μεταφραστή που σε πολλά σημεία να κρατήσει αναλλοίωτη τη δουλειά του Πολίτη. Ας μην ξεχνάμε ότι τη δεκαετία του '40 ο Πολίτης δεν είχε ούτε τα λεξικά που κυκλοφορούνε σήμερα ούτε το διαδίκτυο ούτε ήταν εξοικειωμένος με φιλοσοφικές έννοιες του Έμερσον, του Ουίλλιαμ Τζέημς ή του Τζέφερσον(!) που μεταχειρίζεται ο Στάινμπεκ. Είναι πάντως εντυπωσιακό που κάποιες λέξεις ιδιωματικές ή και λέξεις "φτιαχτές" του συγγραφέα τις μεταφράζει με τη διαίσθησή του αλλά συχνά πολύ πετυχημένα.







