Έρση Σωτηροπούλου, εκδ. Κέδρος.
"Μου αρέσουν τα φρούτα της Αθήνας. Καθώς μάλιστα είμαι οιονεί βαδιζομανής, όλο και ανακαλύπτω διάφορα δένδρα".
"Μου αρέσουν τα φρούτα της Αθήνας. Καθώς μάλιστα είμαι οιονεί βαδιζομανής, όλο και ανακαλύπτω διάφορα δένδρα".
(Σωτήρης Δημητρίου - Τα οπωροφόρα της Αθήνας)
Κι όπως διαπιστώνει κι ο Δημητρίου στη συνέχεια του αφηγήματός του, η Αθήνα είναι γεμάτη νεραντζιές... Μόνο που για να βαδίσεις ανάμεσα στις νεραντζιές της Σωτηροπούλου πρέπει να έχεις εξασκηθεί στην κίνηση ζιγκ-γαγκ. Αλλιώς δεν υπάρχει περίπτωση να κινηθείς ανάμεσα στα γλυκόπικρα, σα νεράντζια, πρόσωπα του μυθιστορήματός της. Αυτή την κίνηση έχει επιλέξει και για την αφήγησή της. Τριτοπρόσωπη, που κάθε τόσο αλλά κι απροειδοποίητα, υιοθετεί την οπτική γωνία κάποιου από τους πρωταγωνιστές της. Κι έτσι, η φαινομενικά γραμμική αφήγησή της δεν είναι παρά μια τεθλασμένη που ελίσσεται ανάμεσα στα πρόσωπα, μέσα στο χώρο και στο χρόνο.
Τα κύρια πρόσωπα του μυθιστορήματος είναι τρεις νεαροί και μια έφηβη. Στο κέντρο βρίσκεται η νεαρή Λία, που προσβεβλημένη από έναν θανατηφόρο ιό είναι καθηλωμένη σε ένα κρεβάτι νοσοκομείου. Ωστόσο αυτό δεν την εμποδίζει να "δώσει κλώτσο να γυρίσει, παραμύθι ν' αρχινήσει"... Αιτία είναι η εκδίκηση που θέλει να πάρει από τον αντιπαθητικό νοσοκόμο, τον Σωτήρη, που της κάνει τη ζωή δύσκολη. Γι' αυτό το λόγο επιστρατεύει τον αδελφό της Σιντ, που επιστρατεύει την μάινα... Ενώ μερικές εκατοντάδες χιλιόμετρα μακρύτερα βρίσκεται η δωδεκάχρονη Νίνα που αντιδρά στον κόσμο των μεγάλων βρίσκοντας καταφύγιο στην γραφή.

Στην ουσία πρόκειται για ένα πλήθος προσώπων που ενώ δείχνουν να κινούνται ανεξάρτητα το ένα απ' το άλλο, σταδιακά διαπιστώνουμε ότι συμμετέχουν σε ένα γαϊτανάκι γύρω απ' τη Λία και όλες οι ιστορίες τους μπλέκονται τελικά με τη δική της. Με αριστοτεχνικό τρόπο η Σωτηροπούλου μας οδηγεί σιγά σιγά στη συμπλήρωση του παζλ. Η γραφή της απλή, όπου χρειάζεται, αλλά και ποιητική με μεγάλες δόσεις από μαύρο χιούμορ, χαρίζει μια μοναδικότητα στο μυθιστόρημά της. Σκιαγραφεί θαυμάσια τους ήρωές της: Καθημερινοί νεαροί, οχυρωμένοι στον εαυτό τους, κοιτάζουν με καχυποψία κι εχθρικότητα τον κόσμο γύρω τους. Οι διάλογοι, όταν καταφέρνουν να τους κάνουν, είναι μάλλον ένας σωρός από θραύσματα φράσεων και στερεότυπων εκφράσεων. Θα έλεγε κανείς ότι δεν μπορούν να συνομιλήσουν περισσότερο απ' ότι η μαύρη μάινα που περιφέρεται ανάμεσά τους τσιρίζοντας: "Γεια σου, Μαρία".

Ωστόσο, μπορεί να διακρίνει κανείς σ' αυτούς μιαν ανθρωπιά κι έναν πλούσιο συναισθηματικό κόσμο. Απλά χρειάζονται οι κατάλληλες συνθήκες. Σαν τα πικρά νεράντζια... Θα μπορούσαμε μάλιστα να πούμε, ότι δεν αποκλείεται να έχουν κι αυτοί προσβληθεί από τον ιό Hcnvmb, ιδιαίτερα διαδεδομένος στην εποχή μας, απ' τον οποίο πάσχει και η Λία. Πρόκειται για τον αντίθετο του HIV. Το ανοσοποιητικό δυναμώνει τόσο πολύ που αρχίζει να καταστρέφει τα όργανα. Ο οργανισμός θωρακίζεται για να πολεμήσει έναν ιό που δεν υπάρχει... έναν κατά φαντασίαν ιό. Γίνεται Δον Κιχώτης αν θέλουμε να εκλαϊκεύσουμε.
Η ανάγνωση του: "Ζιγκ-ζαγκ στις νεραντζιές" (τι υπέροχος τίτλος!) ήταν για μένα ιδιαίτερα απολαυστική. Ανάμεσα στις σελίδες του υπάρχουν εξαιρετικές σκηνές ανθολογίας γεμάτες από χιούμορ, όπως αυτή που ο Σωτήρης υποδέχεται την Τζούλια στο δωμάτιό του με στόχο την ερωτική συνεύρεση ή η μικρή γιορτή που οργανώνει ο Σιντ με την Λία στο νοσοκομείο.

"Και τι άλλο; Τι άλλο; Πες μου. Σώματα που βγαίνουν από την αϋπνία περπατώντας για λίγη ώρα πλάι πλάι χωρίς να μιλάνε. Έχει χαράξει και ταλαντεύονται ελαφρά καθώς με το πρώτο φως αντιλαμβάνονται ότι το άλλο σώμα είναι ξένο. Αφήνοντας πίσω τους τούς έρωτες μιας νύχτας, παίρνοντας ο καθένας μαζί του το δικό του κομμάτι δέρματος. Σώματα που προχωρούν ακίνητα ενώ αρχίζει να βρέχει. Ό,τι γράφηκε στο δέρμα δεν πρόκειται να σβήσει, αυτό σκέφτονται. Τα πρωινά συσσωρεύονται. Πόσα τέτοια πρωινά υπάρχουν στη διάρκεια μιας ζωής; Τρία, τέσσερα, ίσως δέκα το πολύ. Όλα ίδια. Να κρατάς το δέρμα σου στη θέση του. Να προχωράς μέσα στη βροχή από αδράνεια".
Σημειώσεις: Η εικόνα της μάινας είναι του Κινέζου ζωγράφου Mu Qi (1200-1270). Όταν ήμουν μικρός είχα αναρωτηθεί γιατί έχουν φυτέψει νεραντζιές στους δρόμους (ο Πειραιάς που μεγάλωσα ήταν γεμάτος απ' αυτές) κι όχι πορτοκαλιές, να τρώμε και κανένα πορτοκάλι. Η απάντηση που είχα πάρει ήταν αποστομωτική: "Ακριβώς γι' αυτό το λόγο, για μην τα τρώμε. Να παραμένουν πάνω στα δένδρα και να στολίζουν τους δρόμους!"(16/20)
