Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Οικονομικές κρίσεις. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Οικονομικές κρίσεις. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 3 Απριλίου 2014

Για την παγκόσμια καπιταλιστική κυκλική κρίση υπερπαραγωγής

Η παγκόσμια καπιταλιστική κυκλική κρίση υπερπαραγωγής – δεν έχει καμιά σχέση με τα αντιμαρξιστικά αστικά μυθεύματα περί «κρίσης υπερσυσσώρευσης του κεφαλαίου» της χρουστσοφικής σοσιαλδημοκρατίας («Κ»ΚΕ) (Προκήρυξη Κίνησης για Ανασύνταξη του ΚΚΕ 1918-55, Μαής 2012)

Η πρόσφατη παγκόσμια καπιταλιστική κυκλική κρίση υπερπαραγωγής δεν έχει καμιά σχέση με τα παραπλανητικά σοσιαλδημοκρατικά μυθεύματα περί «κρίσης υπερσυσσώρευσης του κεφαλαίου» του ρεφορμιστικού «Κ»ΚΕ («Ρ» 11/12/2011, σελ.4) (Προκήρυξη Κίνησης για Ανασύνταξη του ΚΚΕ 1918-55, Απρίλης 2012)

Η βάση της σημερινής παγκόσμιας καπιταλιστικής Κρίσης Υπερπαραγωγής, που εξακολουθεί να πλήττει ολόκληρο των καπιταλιστικό κόσμο, «βρίσκεται στην Αντίφαση που υπάρχει ανάμεσα στον κοινωνικό χαρακτήρα της παραγωγής και την καπιταλιστική μορφή ιδιοποίησης των αποτελεσμάτων της παραγωγής» (ΣΤΑΛΙΝ)* – δεν «πρόκειται για κρίση υπερσυσσώρευσης του κεφαλαίου» (= συνοθύλευμα αντιμαρξιστικών απόψεων των H.Grossman–H.Neisser–P.Mattick–D.Yaffe–E.Altvater, κλπ) όπως «μολογάει» η σοσιαλδημοκράτισσα Παπαρήγα παραμυθιάζοντας την εργατική τάξη και το λαό («Ρ», 11/12/2011, σελ.4) ("Ανασύνταξη", αρ.φυλ. 363, 1-15/2/2012).

Οι σημερινοί ισχυροί κλυδωνισμοί στην ΕΕ και η παρούσα κρίση στην ευρωζώνη επηρεάζεται έντονα και απ’ την σημερινή παγκόσμια καπιταλιστική κρίση υπερπαραγωγής που εξακολουθεί να πλήττει ολόκληρο των καπιταλιστικό κόσμο, που κι αυτή έχει την αιτία - βάση της στη βασική αντίφαση του καπιταλισμού δηλ. «την αντίφαση ανάμεσα στον κοινωνικό χαρακτήρα της παραγωγής και στον ατομικό χαρακτήρα της ιδιοποίησης» (Λένιν)** και δεν «πρόκειται για κρίση υπερσυσσώρευσης του κεφαλαίου» (= συνονθύλευμα αντιμαρξιστικών απόψεων των H. Grossmann – H. Neisser – P. Mattick – D. Yaffe – E. Altvater, κλπ) όπως «μολογάει» η σοσιαλδημοκράτισσα Παπαρήγα («Ρ», 11/12/2011, σελ.4). ("Ανασύνταξη", αρ.φυλ. 359-360, 1-31/12/2011).

Σε πλήρη αντίθεση και μόνιμη αντιπαράθεση βρίσκεται η μαρξιστική θεωρία των οικονομικών κρίσεων των κλασικών ΜΑΡΞ-ΕΝΓΚΕΛΣ-ΛΕΝΙΝ-ΣΤΑΛΙΝ και του διεθνούς κομμουνιστικού κινήματος της εποχής των ΚΟΜΙΝΤΕΡΝ-ΚΟΜΙΝΦΟΡΜ μ’ όλες τις άλλες (ανοιχτά αστικές και ψευτομαρξιστικές) αλλά και με την αντιμαρξιστική-αντιλενινιστική θεωρία της «κρίσης υπερσυσσώρευσης» της σοσιαλδημοκρατικής ηγεσίας του «Κ»ΚΕ («Προγρ. ΚΚΕ», σελ. 11, Αθήνα 2013, «Ρ» 15/9/2013, σελ.4, κλπ), δανεισμένη απ’ τον H.Grossmann: «Das Akkumulations-und Zusammenbruchsgesetz des kapitalistischen Systems» Leipzig 1929 (σελίδες 628), που αρνείται ως θεμελιώδη ΑΙΤΙΑ των κυκλικών καπιταλιστικών κρίσεων υπερπαραγωγής τη βασική ΑΝΤΙΦΑΣΗ του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής: δηλ. την αντίθεση ανάμεσα στον κοινωνικό χαρακτήρα της παραγωγής και την ατομική καπιταλιστική μορφή ιδιοποίησης των αποτελεσμάτων της παραγωγής (ΛΕΝΙΝ-ΣΤΑΛΙΝ), και, κατά συνέπεια, επιπλέον, ΑΡΝΕΙΤΑΙ-ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ προφανώς, πλην πολλών άλλων, και το ΑΝΑΠΟΦΕΥΚΤΟ των οικονομικών κρίσεων στον καπιταλισμό, παρά τις όποιες παραπλανητικού χαρακτήρα φραστικές διατυπώσεις, αφού ΑΡΝΕΙΤΑΙ τη βασική ΑΝΤΙΦΑΣΗ – ΑΚΡΙΒΩΣ γι’ αυτό είναι αντιμαρξιστική η θεωρία της «κρίσης υπερσυσσώρευσης» – αυτού του εκμεταλλευτικού συστήματος (("Ανασύνταξη", αρ.φυλ. 396 1-31/3/2014 σελ. 2)

* Ι.Β. Στάλιν, Άπαντα, τόμος 12
**Β.Ι. Λένιν: Χαρακτηρισμός του Οικονομικού Ρομαντισμού, Άπαντα, τόμος 2

«Η βαθειά αιτία των οικονομικών κρίσεων υπερπαραγωγής, βρίσκεται στο ίδιο το καπιταλιστικό σύστημα» (ΣΤΑΛΙΝ)
Διαβάστε Περισσότερα »

Κυριακή 26 Ιανουαρίου 2014

Σοσιαλδημοκρατική χρουστσοφικο-τροτσκιστική ηγεσία του «Κ»ΚΕ: πλήρης εγκατάλειψη της μαρξιστικής θεωρίας των οικονομικών κρίσεων αλλά και της μαρξιστικής θεωρίας της εξαθλίωσης του προλεταριάτου «κρίση υπερσυσσώρευσης» ή καπιταλιστική κυκλική κρίση υπερπαραγωγής;

Η μαρξιστική θεωρία των καπιταλιστικών οικονομικών κρίσεων και η μαρξιστική θεωρία της εξαθλίωσης του προλεταριάτου βρέθηκαν πάντα στο παρελθόν, βρίσκονται και σήμερα – θα βρεθούν και στο μέλλον όσο θα υπάρχει καπιταλισμός-ιμπεριαλισμός – στο κέντρο της οξύτατης διαμάχης και αντιπαράθεσης μεταξύ του επαναστατικού μαρξισμού και της χυδαίας αστικής πολιτικής οικονομίας(=που δεν είναι πλέον επιστήμη) αλλά και των διαφόρων αντιμαρξιστικών ρεφορμιστικών θεωριών (παλιάς και νέας χρουστσοφικής-τροτσκιστικής σοσιαλδημοκρατίας, κλπ.), στο κέντρο της σφοδρής ιδεολογικο-πολιτικής ταξικής πάλης μεταξύ των επαναστατών κομμουνιστών και των παραδοσιακών αστών και των ρεφορμιστών «θεωρητικών» υπερασπιστών (άμεσα-έμμεσα) του καπιταλιστικού εκμεταλλευτικού συστήματος, κι’ αυτό για σειρά λόγους μεταξύ των οποίων:

Πρώτο, επειδή και οι δυο θεωρίες αποτελούν αναπόσπαστα τμήματα της μοναδικά ορθής υλιστικο-διαλεκτικής προσέγγισης και της γενικότερης επιστημονικής μαρξιστικής ανάλυσης του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής,

Δεύτερο, γιατί, πέραν της κατάδειξης του ιστορικού, παροδικού χαρακτήρα του καπιταλισμού (θεωρία των κρίσεων), αποκαλύπτουν τεκμηριωμένα τον ασυμφιλίωτο χαρακτήρα των ανταγωνιστικών του αντιθέσεων και καταδεικνύουν την αναγκαιότητα αντικατάστασης του καπιταλισμού απ’ το σοσιαλισμό-κομμουνισμό και το αναπόφευκτο της βίαιης-ένοπλης προλεταριακής επανάστασης, κάτω απ’ την καθοδήγηση του επαναστατικού κόμματος, για το ξεπέρασμά τους: «ότι το προλεταριάτο δεν μπορεί να κατακτήσει την πολιτική του κυριαρχία χωρίς βίαιη επανάσταση, μοναδική είσοδος στη νέα κοινωνία, σε αυτό συμφωνούμε. Για να έχει το προλεταριάτο την ημέρα που θα το αποφασίσει, την απαιτούμενη δύναμη να νικήσει, είναι αναγκαίο – κι’ αυτό το έχομε εκπροσωπήσει ο Μαρξ κι εγώ από το 1847 – , να συγκροτηθεί ένα ιδιαίτερο Κόμμα, ξεχωριστό απ’ όλα τα άλλα Κόμματα και σε αντιπαράθεση μ’ αυτά, ένα συνειδητό ταξικό Κόμμα» (ENGELS)1

Τρίτο, γιατί και οι δυο συνδέονται άμεσα με το καίριο ζήτημα της επαναστατικής ταξικής πάλης του προλεταριάτου στην κατεύθυνση της επανάστασης αλλά και με την καταπολέμηση των διαφόρων ρεφορμιστικών «θεωριών», που καταλήγουν στην αντεπαναστατική σοσιαλδημοκρατική-ρεφορμιστική γραμμή της ταξικής συνεργασίας η οποία απομακρύνει την εργατική τάξη απ’ το δρόμο της επαναστατικής ταξικής πάλης και επιπλέον καλλιεργούν ρεφορμιστικές αυταπάτες, υπονομεύοντας-δηλητηριάζοντας αστικά την επαναστατική ταξική συνείδηση του προλεταριάτου και γενικά των πλατιών μαζών των εργαζομένων, υποτάσσοντάς τους στις στρατηγικές επιδιώξεις της κυρίαρχης εκμεταλλεύτριας αντιδραστικής αστικής τάξης.

Σ΄ αυτή την πολεμική αντιπαράθεση οι επαναστάτες κομμουνιστές που ακολούθησαν τον επαναστατικό δρόμο των ΛΕΝΙΝ-ΣΤΑΛΙΝ, την επαναστατική γραμμή των ΚΟΜΙΝΤΕΡΝ-ΚΟΜΙΝΦΟΡΜ, ήταν οι μόνοι που υπεράσπισαν με συνέπεια τον επαναστατικό μαρξισμό και στα τρία, αδιάσπαστα μεταξύ τους, συστατικά του μέρη, ενώ οι παραδοσιακοί αστοί αλλά και οι ρεφορμιστές της παλιάς όσο και της νέας χρουστσοφικής σοσιαλδημοκρατίας (χρουστσοφικοί, τροτσκιστές, κλπ.) απέρριψαν γενικά τον επαναστατικό μαρξισμό ως «νεκρό δόγμα» και μαζί του κήρυξαν επανειλημμένα τη μαρξιστική θεωρία των κρίσεων και τη μαρξιστική θεωρία της εξαθλίωσης γενικά, σε πρώτη γραμμή τη θεωρία της απόλυτης εξαθλίωσης του προλεταριάτου ως «παλιωμένες» και «ξεπερασμένες» για να διαψευστούν, ακόμα μια φορά, απ’ τη σημερινή ζοφερή αντικειμενική οικονομικο-κοινωνική πραγματικότητα του καπιταλισμού, που επιβεβαιώνει περίτρανα τον επαναστατικό μαρξισμό γενικά και την ορθότητα των αναλύσεων-θέσεών του ειδικότερα.

Επειδή η μαρξιστική θεωρία της απόλυτης εξαθλίωσης του Προλεταριάτου αλλά και η μαρξιστική θεωρία των οικονομικών κυκλικών κρίσεων υπερπαραγωγής συνδέονται άμεσα και στενότατα με την επαναστατική κατεύθυνση-προοπτική του μαρξισμού και είναι αδιαχώριστες απ’ την ιστορική αναγκαιότητα της Προλεταριακής Επανάστασης, οι επαναστάτες μαρξιστές διεξήγαγαν πάντα οξύτατη ιδεολογικο-πολιτική πάλη ενάντια στους διάφορους οπορτουνιστές προδότες αρνητές τους. Και ακριβώς γι’ αυτό το λόγο και οι δυο θεωρίες συγκέντρωναν πάντα τα κύρια πυρά των αντιδραστικών αστών, της παλιάς σοσιαλδημοκρατίας και της νέας χρουστσοφικής σοσιαλδημοκρατίας (από πλευράς περιεχομένου: η γραμμή του αντεπαναστατικού χρουστσοφικού 20ου Συνεδρίου του ΚΚΣΕ(Φλεβάρης 1956)2 ήταν ΣΟΣΙΑΛΔΗΜΟΚΡΑΤΙΚΗ, πιο συγκεκριμένα ήταν: α) αντικομμουνιστική γραμμή παλινόρθωσης του καπιταλισμού στη Σοβ. Ένωση, κλπ., ακολουθώντας το δρόμο της καπιταλιστικής Γιουγκοσλαβίας του Τίτο, β) αντεπαναστατική ρεφορμιστική σοσιαλδημοκρατική γραμμή: «ειρηνικός κοινοβουλευτικός δρόμος», «εκδημοκρατισμός» του αστικού κράτους, «σοσιαλισμός» χωρίς Διχτατορία του Προλεταριάτου, «ειρηνική συνύπαρξη», κλπ., που όλα μαζί σημαίνουν ΑΡΝΗΣΗ: 1) της βίαιης-ένοπλης επανάστασης, 2) της αναγκαιότητας συντριβής του αστικού κράτους, 3) της αναγκαιότητας ύπαρξης της Διχτατορίας του Προλεταριάτου για τη διατήρηση της εξουσίας της εργατικής τάξης και την οικοδόμηση του σοσιαλισμού-κομμουνισμού).

Α. ανοιχτή εγκατάλειψη της μαρξιστικής θεωρίας της απόλυτης εξαθλίωσης του προλεταριάτου απ’ την παλιά παραδοσιακή αλλά και τη νέα χρουστσοφική σοσιαλδημοκρατία

Ο Μαρξ αναλύοντας επιστημονικά τον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής ανακάλυψε, μεταξύ άλλων, και το γενικό νόμο της καπιταλιστικής συσσώρευσης – τον «απόλυτο, γενικό νόμο της καπιταλιστικής συσσώρευσης» (MARX) – και σ' άρρηκτη σύνδεση μαζί του εκείνον της σχετικής και απόλυτης εξαθλίωσης του προλεταριάτου, καταδεικνύοντας επιπλέον ταυτόχρονα, ότι η εξαθλίωση της εργατικής τάξης στον καπιταλισμό είναι μια αναγκαία και αναπόφευχτη συνέπεια αυτού του εκμεταλλευτικού συστήματος και μια νομοτέλεια: «στο μέτρο που συσσωρεύεται το κεφάλαιο, χειροτερεύει υποχρεωτικά η κατάσταση του εργάτη, αδιάφορο αν είναι καλή ή κακή η πληρωμή του … επομένως η συσσώρευση πλούτου στον ένα πόλο είναι ταυτόχρονα συσσώρευση αθλιότητας, βασάνου εργασίας, σκλαβιάς, αμάθειας, αποχτήνωσης και ηθικής κατάπτωσης στον αντίθετο πόλο, δηλ. στην πλευρά της τάξης, που παράγει με τη μορφή κεφαλαίου το δικό της προϊόν» (MARX)3.

Παρακάτω, λόγω έλλειψης χώρου και έκτασης, θα γίνει αναφορά μόνο στη μαρξιστική θεωρία της απόλυτης εξαθλίωσης και όχι σ’ εκείνη της σχετικής εξαθλίωσης, κάτι που θα ακολουθήσει στο δεύτερο μέρος σε συνδυασμό με τη στάση της ανοιχτής εγκατάλειψης και των δυο απ’ την ηγεσία του αστικού σοσιαλδημοκρατικού «Κ»ΚΕ(΄56). Η απόλυτη εξαθλίωση εκφράζεται στην πτώση του βιοτικού επιπέδου του Προλεταριάτου και των άλλων εργαζομένων μαζών, την πτώση των πραγματικών μισθών, τη μαζική αύξηση της ανεργίας, την αύξηση της εντατικοποίησης, τη χειροτέρευση των συνθηκών εργασίας, διαβίωσης, κατοικίας, κλπ. Σύμφωνα με τη θεωρία της απόλυτης εξαθλίωσης, κατά το Λένιν, «ο εργάτης εξαθλιώνεται α π ό λ υ τ α, δηλ. γίνεται πραγματικά φτωχότερος από πριν, είναι υποχρεωμένος να ζει χειρότερα, να τρέφεται λιγότερα, να υποσιτίζεται περισσότερο, να στεγάζεται στα υπόγεια και στις σοφίτες» (ΛΕΝΙΝ)4.

Στην εποχή του ιμπεριαλισμού και της γενικής κρίσης του καπιταλισμού, αλλά και σε περιόδους οικονομικών κυκλικών κρίσεων υπερπαραγωγής, το προτσές της σχετικής και απόλυτης εξαθλίωσης της εργατικής τάξης βαθαίνει ακόμα περισσότερο. Η απόλυτη εξαθλίωση του Προλεταριάτου παίρνει τις πιο ακραίες διαστάσεις σε συνθήκες πολέμων και οικονομικής κρίσης όπως η σημερινή: «οι κρίσεις και οι περίοδοι βιομηχανικής στασιμότητας, με τη σειρά τους, καταστρέφουν ακόμη πιο πολύ τους μικρούς παραγωγούς, μεγαλώνουν ακόμα πιο πολύ την εξάρτηση της μισθωτής εργασίας από το κεφάλαιο, οδηγούν ακόμα πιο γρήγορα στη σχετική και επίσης ακόμα στην απόλυτη χειροτέρευση της κατάστασης της εργατικής τάξης» (LENIN)5.

Η θεωρία της εξαθλίωσης του προλεταριάτου – αναπόσπαστο τμήμα της μαρξιστικής οικονομικής θεωρίας – έχει μεγάλη σπουδαιότητα για το σωστό καθορισμό των καθηκόντων της ταξικής πάλης, για την επεξεργασία σωστής στρατηγικής και τακτικής του εργατικού κινήματος, επειδή αυτή, τεκμηριώνοντας τη θέση, ότι η ανάπτυξη του καπιταλισμού συνοδεύεται αναπόφευχτα από το δυνάμωμα της εκμετάλλευσης και την εξαθλίωση της εργατικής τάξης, βοηθά στη διαμόρφωση της επαναστατικής ταξικής της συνείδησης και δείχνει το μοναδικό δρόμο που αυτή έχει μπροστά για τη λύση των προβλημάτων της: το δρόμο της επαναστατικής ταξικής πάλης και της βίαιης-ένοπλης ανατροπής του καπιταλιστικού συστήματος. Εγκατάλειψη της μαρξιστικής θεωρίας της εξαθλίωσης, άρνηση της ύπαρξης της εξαθλίωσης του προλεταριάτου και αναγνώριση της δυνατότητας μιας διαρκούς και ουσιαστικής «καλυτέρευσης» της κατάστασής του στα πλαίσια του καπιταλισμού σημαίνει παραίτηση από την επαναστατική ταξική πάλη, σημαίνει εγκατάλειψη-προδοσία της προλεταριακής επανάστασης και του σοσιαλισμού-κομμουνισμού.

Δεν είναι καθόλου τυχαίο, ότι οι πρώτες επιθέσεις των ρεβιζιονιστών πρακτόρων των ταξικών συμφερόντων της αστικής τάξης στις γραμμές του εργατικού κινήματος και των αστών οικονομολόγων κατά του επαναστατικού μαρξισμού κατευθύνονταν ενάντια στη θεωρία της εξαθλίωσης γενικά, μα πρώτα απ' όλα ενάντια στη θεωρία της απόλυτης εξαθλίωσης του προλεταριάτου. Επιχείρησαν επανειλημμένα ανεπιτυχώς την ανασκευή της, προσπαθώντας να "αποδείξουν" ότι η εξαθλίωση δεν είναι τάχα αναπόφευχτη και μια νομοτέλεια του καπιταλισμού, δεν είναι ένα μόνιμο φαινόμενο που πηγάζει από την ίδια τη φύση αυτού του εκμεταλλευτικού συστήματος, μα ένα τυχαίο και παροδικό φαινόμενο που χαρακτηρίζει μόνο μια ιστορική αρχική φάση ανάπτυξής του, και επομένως η εργατική τάξη έχει τη δυνατότητα, με τον αγώνα της για σειρά μεταρρυθμίσεις, να «καλυτερεύει» τάχα ολοένα και περισσότερο την κατάστασή της στα πλαίσια του καπιταλισμού.

Από την αποδοχή ή μη της θεωρίας της απόλυτης εξαθλίωσης του προλεταριάτου απορρέουν δυο διαμετρικά αντίθετες πολιτικές γραμμές: η επαναστατική-προλεταριακή γραμμή που ακολούθησε το Κόμμα των Μπολσεβίκων, μ’ επικεφαλής τους ΛΕΝΙΝ-ΣΤΑΛΙΝ αλλά και τα κομμουνιστικά κόμματα της Γ' Κομμουνιστικής Διεθνούς και η αστικο-ρεβιζιονιστική γραμμή που ακολούθησε η παλιά σοσιαλδημοκρατία και τα κόμματά της, αλλά και ο χρουστσοφικός ρεβιζιονισμός δηλ. η νέα χρουστσοφική σοσιαλδημοκρατία.

Γι’ αυτό το λόγο όχι μόνο οι ανοιχτοί απολογητές του καπιταλισμού, αλλά και οι ρεβιζιονιστές-ρεφορμιστές σοσιαλδημοκράτες, διαστρέβλωσαν και απέρριψαν τη μαρξιστική θεωρία της εξαθλίωσης του προλεταριάτου, ιδιαίτερα τη θεωρία της απόλυτης εξαθλίωσης του προλεταριάτου, κηρύσσοντάς την, κατά καιρούς, «ξεπερασμένη», κλπ., με πρώτους τους Bernstein(1898), Kampffmeyer(1898), David(1899), Kautsky(1899-1901), Cunow, Plechanow, κλπ., εκείνους της 2ης και 3ης δεκαετίας του 20ου αιώνα Bucharin, Tarnow, Noelting, Braunthal, Cole, κλπ. φθάνοντας σ’ αυτούς των δεκαετιών '50-60 Strachey, Boese, Rimbert, Core, Herve, Browder, Cowie, Czernetz, κλπ., καταλήγοντας στους χρουτσωφικούς ρεβιζιονιστές και τροτσκιστές.

Είναι γνωστό, ότι αργότερα, αρχές-μέσα της δεκαετίας του ΄50 του περασμένου αιώνα – μετά το θάνατο-δολοφονία του ΙΩΣΗΦ ΣΤΑΛΙΝ – με την επικράτηση της αστικο-ρεβιζιονιστικής χρουστσοφικής αντεπανάστασης στη Σοβιετική Ένωση και την εξαγωγή της (με ωμές απανωτές επεμβάσεις) στις τότε Λαϊκές Δημοκρατίες, την επιβολή και κυριαρχία της αντεπαναστατικής σοσιαλδημοκρατικής γραμμής του 20ου Συνεδρίου του ΚΚΣΕ (Φλεβάρης 1956) στο Διεθνές Κομμουνιστικό Κίνημα άνοιξε διάπλατα ο δρόμος στις τότε ρεβιζιονιστικές χώρες του παλινορθωμένου καπιταλισμού αλλά και σ’ όλα τα αστικά, σοσιαλδημοκρατικού τύπου, χρουστσοφικά κόμματα των διαφόρων χωρών (συμπεριλαμβανομένου και του «Κ»ΚΕ΄56), όχι μόνο στην αναθεώρηση και απόρριψη του επαναστατικού μαρξισμού δηλ. του Λενινισμού-Σταλινισμού γενικά, αλλά και στην παραποίηση και ανοιχτή απόρριψη της μαρξιστικής θεωρίας της απόλυτης εξαθλίωσης του προλεταριάτου. Και στο ζήτημα αυτής της θεωρίας η νέα προδοτική χρουστσοφική σοσιαλδημοκρατία βάδισε με συνέπεια στα χνάρια της παλιάς προδοτικής σοσιαλδημοκρατίας. Στρατιές ρεβιζιονιστών οικονομολόγων των διαφόρων χωρών επιτέθηκαν και απέρριψαν ανοιχτά τη μαρξιστική θεωρία της απόλυτης εξαθλίωσης του προλεταριάτου μεταξύ των οποίων οι Varga, Lange, Klein, Tscheprakow, Ljubimova, Arsumanjan, Mandel, Rosdolski, Hoffman, Prager, κλπ.. Δεν παραποίησαν μόνο και αρνήθηκαν ανοιχτά τη θεωρία της απόλυτης εξαθλίωσης του Μαρξ, μα και μερικοί απ’ αυτούς αντικατέστησαν ακόμα και τον επιστημονικό όρο "εξαθλίωση" με τον όρο "πτώχευση".

Αν ο Kautsky και ο Varga παραποίησαν-διαστρέβλωσαν και απέρριπταν τη μαρξιστική θεωρία της απόλυτης εξαθλίωσης του προλεταριάτου, κάποιοι απ’ τους σοβιετικούς χρουστσοφικούς αποστάτες και προδότες του μαρξισμού, όπως ο Ρώσος Sergej Dalin6, είχε το θράσος να ισχυριστεί-γράψει: «παλιότερα διακηρύσσονταν η θεωρία της απόλυτης εξαθλίωσης του Προλεταριάτου. Όμως αυτή δεν έχει τίποτε το κοινό με το μαρξισμό-λενινισμό», εννοώντας προφανώς ότι δεν έχει σχέση με το αντεπαναστατικό ρεύμα του χρουστσοφικού ρεβιζιονισμού (=παραλλαγή της αστικής ιδεολογίας).

Επειδή η βιβλιογραφία (παλιά και νεότερη) γύρω απ’ το ζήτημα της εξαθλίωσης γεμίζει βιβλιοθήκες, ας αναφερθούν μόνο ελάχιστα απ’ τα πιο χαρακτηριστικά βιβλία και άρθρα αυτών των αντιμαρξιστικών ρεφορμιστικών απόψεων απ’ τη δεκαετία του ΄60 του 20ου αιώνα, όπως των E.Varga7, O.Lange8, V.Tscheprakow9 και του τροτσκιστή E.Mandel10 και τα άρθρα των D.Klein11 και S.Dalin12.

Ας αναφερθεί επίσης, για κάπως πληρέστερη πληροφόρηση των νεότερων, πως ακόμα και ρεβιζιονιστές οικονομολόγοι, διαπίστωναν-ομολογούσαν, όπως ο ανατολικο-γερμανός J.Kuczynski, το γεγονός της απόρριψης της μαρξιστικής θεωρίας της απόλυτης εξαθλίωσης του προλεταριάτου στις τότε ρεβιζιονιστικές χώρες του παλινορθωμένου καπιταλισμού, σημειώνοντας το 1968: «ότι μερικοί μαρξιστές (εννοεί προφανώς χρουστσοφικούς ρεβιζιονιστές)εκπροσωπούν την άποψη, ότι ο Μαρξ δεν έχει αναπτύξει καμιά θεωρία της απόλυτης εξαθλίωσης, ή θεωρούν, ότι, αν ίσχυε παλιότερα, σήμερα δεν έχει κανένα νόημα. Αυτή την αντίληψη δεν την συμμερίζομαι»( J.Kuczynski)13. (ο J.Kuczynski αναφέρει μόνο τα ονόματα των E.Varga, O.Lange, D.Klein, όμως τα ονόματα είναι πολύ περισσότερα και από αυτά που αναφέρονται παραπάνω, ανέρχονται σε πολλές δεκάδες).

----------

1.Marx/Engels: Werke, Bd.37, σελ. 326, Berlin-DDR 1967,

2.Ν.Σ.Χρουστσιοφ: Λογοδοσία της Κ.Ε. του ΚΚΣΕ στο ΧΧ Συνέδριο, 1956

3.Marx/Engels: Werke, Bd.23, σελ. 675, Berlin-DDR 1970

4. Lenin Werke: Bd. 18, σελ. 428, Berlin-DDR 1965

5.Lenin Werke: Bd. 29, σελ.85, Berlin-DDR 1965

6. Sergej Dalin: “Vargas letztes Buch” στο: “Sowjetunion heute”, 7/1965, σελ.9

7. E.Varga: Essais sur l’economie politique du capitalisme, Moscou 1967, και Ausgewaehlte Schriften 1918-1924 Bd.3, Berlin-DDR 1982, ρώσικα 1964

8. O.Lange: Entwicklungstendenzen der modernen Wirtschaft und Gesellschaft, Wien 1964

9. V. Tscheprakow: le capitalisme monopoliste d’ Etat, Moscou 1969

10. E.Mandel: Traite d’ economie marxiste, Paris 1962 και Marxistische Wirtschaftstheorie, Frankfurt a.Main 1968

11. D.Klein: zur Dialektik des modernen Imperialismus, στο: «Forum» No 23, Berlin-DDR 1964

12. Sergej Dalin: “Vargas letztes Buch” στο: “Sowjetunion heute”, 7/1965

13. J.Kuczynski: «Die Geschichte der Lage der Arbeiter unter dem Kapitalismus», Bd. 36,σελ.5, Berlin-DDR 1968

Διαβάστε Περισσότερα »

Κυριακή 12 Ιανουαρίου 2014

Οι θεωρίες της σχετικής και απόλυτης εξαθλίωσης του Προλεταριάτου και των οικονομικών κρίσεων και οι «ΘΕΣΕΙΣ ΤΗΣ ΚΕ ΤΟΥ ΚΚΕ ΓΙΑ ΤΟ 19ο ΣΥΝΕΔΡΙΟ 11-14 ΑΠΡΙΛΗ 2013»

Αποσπάσματα από το «ΘΕΣΕΙΣ ΤΗΣ ΚΕ ΤΟΥ ΚΚΕ ΓΙΑ ΤΟ 19ο ΣΥΝΕΔΡΙΟ 11-14 ΑΠΡΙΛΗ 2013»

Α. Μαρξιστική θεωρία της σχετικής και απόλυτης εξαθλίωσης του Προλεταριάτου. Αν οι παλιότερες ρεφορμιστικές ηγεσίες του «Κ»ΚΕ και των άλλων χρουστσοφικών σοσιαλδημοκρατικών κομμάτων είχαν εγκαταλείψει τη μαρξιστική θεωρία της απόλυτης εξαθλίωσης του Προλεταριάτου με πρώτους τους νέους σοσιαλδημοκράτες, χρουστσοφικούς και τροτσκιστές: Varga, Lange, Klein, Tscheprakow, Ljubimova, Mandel, Rosdolsky, Hoffman, Prager κλπ., με το σοβιετικό χρουστσοφικό σοσιαλδημοκράτη Sergej Dalin να διαλαλεί πως τάχα η θεωρία της απόλυτης εξαθλίωσης του προλεταριάτου «δεν έχει τίποτε το κοινό με το μαρξισμό-λενινισμό» («Sowjetunion heute» 7/1965, σελ.9), αλλά και τους σοσιαλδημοκράτες του «Κ»ΚΕ (Θ.Ζάχος «Νέος Κόσμος», 11/1972, σελ. 40-41, Ν.Κυρίτσης «Νέος Κόσμος», 9/1971, σελ. 120-121, Σ.Ζορμπαλάς (Γ.Γ τότε του Κ«Μ»Ε): «Ο μαρξισμός και η εποχή μας», σελ. 41, Αθήνα 1976, Γ.Φαράκος (μέλος τότε του Π.Γ. του «Κ»ΚΕ: «Επιστημονικοτεχνικη επανάσταση και εργατική τάξη» (1974), σελ. 156, κλπ.), η σημερινή ηγεσία του σοσιαλδημοκρατικού «Κ»ΚΕ εγκατέλειψε ακόμα και τη μαρξιστική θεωρία της σχετικής εξαθλίωσης του Προλεταριάτου με το ρεφορμιστικό σύνθημά της «ΝΑ ΠΤΩΧΕΥΣΕΙ Η ΠΛΟΥΤΟΚΡΑΤΙΑ ΟΧΙ Ο ΛΑΟΣ» («Ρ» 14/4/2010, σελ.3, κλπ.), αφού ισχυρίζεται ότι υπάρχει τάχα περίπτωση να «πτωχεύσει η πλουτοκρατία» και «ΟΧΙ Ο ΛΑΟΣ» δηλ. να «αυξηθεί» (!) η μερίδα της εργατικής τάξης στο κοινωνικό εισόδημα σε σχέση μ’ εκείνη της αστικής τάξης – και μάλιστα εν μέσω οικονομικής κρίσης και πλήρους χρεοκοπίας της ελληνικής καπιταλιστικής οικονομίας. Είναι προφανές ότι η ηγεσία του σοσιαλδημοκρατικού «Κ»ΚΕ έχει εγκαταλείψει στο σύνολό της τη μαρξιστική θεωρία τόσο της σχετικής όσο και απόλυτης εξαθλίωσης του Προλεταριάτου,

Είναι γνωστό, ότι σύμφωνα με τη θεωρία του Μαρξ η «σ χ ε τ ι κ ή εξαθλίωση των εργατών» εκφράζεται στην «ελάττωση της μ ε ρ ί δ α ς που παίρνουν από το κοινωνικό εισόδημα. Η α ν α λ ο γ ι κ ή μερίδα των εργατών στην καπιταλιστική κοινωνία, που πλουτίζει με γοργούς ρυθμούς, όλο και μικραίνει, γιατί όλο και πιο γοργά πλουτίζουν οι εκατομμυριούχοι» (ΛΕΝΙΝ: τομ. 22, σελ. 231), ενώ, σύμφωνα με τη θεωρία της απόλυτης εξαθλίωσης, «ο εργάτης εξαθλιώνεται α π ό λ υ τ α, δηλ. γίνεται πραγματικά φτωχότερος από πριν, είναι υποχρεωμένος να ζει χειρότερα, να τρέφεται λιγότερα, να υποσιτίζεται περισσότερο, να στεγάζεται στα υπόγεια και στις σοφίτες» (ΛΕΝΙΝ: τομ. 22, σελ. 230-231).

Η απόλυτη εξαθλίωση εκφράζεται στην πτώση του βιοτικού επιπέδου του Προλεταριάτου, την πτώση των πραγματικών μισθών, την αύξηση της ανεργίας, την αύξηση της εντατικοποίησης, τη χειροτέρευση των συνθηκών εργασίας, κλπ. Η απόλυτη εξαθλίωση του Προλεταριάτου παίρνει τις πιο ακραίες διαστάσεις σε συνθήκες οικονομικής κρίσης όπως η σημερινή: «οι κρίσεις και οι περίοδοι βιομηχανικής στασιμότητας, με τη σειρά τους, καταστρέφουν ακόμη πιο πολύ την εξάρτηση της μισθωτής εργασίας από το κεφάλαιο, οδηγούν ακόμα πιο γρήγορα στη σχετική και επίσης ακόμα στην απόλυτη χειροτέρευση της κατάστασης της εργατικής τάξης» (ΛΕΝΙΝ: τομ 38, σελ. 85).

Β. Μαρξιστική θεωρία των οικονομικών κρίσεων. Αν οι παλιότερες ηγεσίες του «Κ»ΚΕ και των άλλων χρουστσοφικών σοσιαλδημοκρατικών κομμάτων ισχυρίζονταν ότι το καπιταλιστικό σύστημα είχε «ξεπεράσει» τις κρίσεις μέσω της διαβόητης «ρύθμισης της οικονομίας» εκ μέρους του αστικού κράτους**, η σημερινή σοσιαλδημοκρατικο-τροτσκιστική ηγεσία του «Κ»ΚΕ έχει εγκαταλείψει πλήρως τη μαρξιστική θεωρία των οικονομικών κρίσεων, και μάλιστα σε δυο επίπεδα: πρώτο, επειδή σε επίπεδο ΟΡΟΛΟΓΙΑΣ χαρακτηρίζει τη σημερινή κρίση ως «κρίση υπερσυσσώρευσης»(«Θέσεις», σελ.55) – ΑΝΤΙ της μαρξιστικής διατύπωσης «κυκλική κρίση υπερπαραγωγής» που εκφράζει και το ανάλογο περιεχόμενο – δεύτερο, και από πλευράς ΟΥΣΙΑΣ-ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΟΥ, επειδή αναζητά την αιτία των κρίσεων στην «υπερσυσσώρευση του κεφαλαίου»: πρόκειται σαφέστατα για μια αντιμαρξιστική θεωρία, που δεν έχει καμία σχέση με τη θεωρία των κρίσεων των ΜΑΡΞ-ΕΝΓΚΕΛΣ-ΛΕΝΙΝ-ΣΤΑΛΙΝ, επειδή πρωτίστως ΑΡΝΕΙΤΑΙ να θεωρήσει ως θεμελιακή-βαθύτερη αιτία-ρίζα των οικονομικών κυκλικών κρίσεων υπερπαραγωγής τη βασική ΑΝΤΙΦΑΣΗ του καπιταλισμού: τον κοινωνικό χαρακτήρα της παραγωγής και την ατομική καπιταλιστική ιδιοποίηση. Επιπλέον: ΑΡΝΗΣΗ της βασικής Αντίφασης του καπιταλισμού ως θεμελιώδους αιτίας απ’ την οποία πηγάζουν οι κρίσεις δεν σημαίνει μόνο εγκατάλειψη της μαρξιστικής θεωρίας των οικονομικών κρίσεων, συνεπάγεται ταυτόχρονα και ΑΡΝΗΣΗ του αναπόφευκτου της Προλεταριακής Επανάστασης μα ακόμα και ΑΡΝΗΣΗ αναγνώρισης του ανταγωνιστικού χαρακτήρα του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής απ’ τους εκπροσώπους της, μαζί και των σοσιαλδημοκρατών ηγετών του «Κ»ΚΕ.

Η αντιλενινιστική θεωρία της «υπερσυσσώρευσης» ερμηνείας των κρίσεων της ηγεσίας του «Κ»ΚΕ είναι δανεισμένη απ’ το θεωρητικό της λεγόμενης «αυτόματης κατάρρευσης του καπιταλισμού» χωρίς επαναστατική ταξική πάλη, τον Πολωνο-Γερμανό οικονομολόγο Henryk Grossmann (14.4.1881 Krakau-24.11.1950 Leipzig), που την έχει πρωτο-αναπτύξει σε έναν ογκώδη τόμο με τίτλο: «Das Akkumulations- und Zusammenbruchsgesetz des kapitalistischen Systems»,( Leipzig 1929, σελίδες 628), ο οποίος χρησιμοποιεί τα «σχήματα αναπαραγωγής» του γνωστού Αυστριακού ρεφορμιστή Otto Bauer και επιπλέον, πέραν των διαστρεβλώσεων του ΜΑΡΞ, «διορθώνει» και τους ΕΝΓΚΕΛΣ-ΛΕΝΙΝ (η πρόταση υιοθέτησης προς την ηγεσία του «Κ»ΚΕ φαίνεται να έγινε από κάποιο νεοφώτιστο οπαδό του Grossmann, το Σταύρο Μαυρουδέα, βλ.: «Ημερίδα της ΚΕ του ΚΚΕ για την κρίση, Αθήνα 2009).

Σε πλήρη αντίθεση με την αντιμαρξιστική θεωρία του Henryk Grossmann, για τους ΛΕΝΙΝ –ΣΤΑΛΙΝ οι κυκλικές κρίσεις υπερπαραγωγής πηγάζουν απ’ τη βασική ΑΝΤΙΦΑΣΗ του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής: «οι κρίσεις είναι αναγκαίο φαινόμενο, επειδή ο συλλογικός χαρακτήρας της παραγωγής έρχεται σε αντίθεση με τον ατομικό χαρακτήρα της ιδιοποίησης». Οι κρίσεις πηγάζουν «από την αντίφαση ανάμεσα στον κοινωνικό χαρακτήρα της παραγωγής και στον ατομικό χαρακτήρα της ιδιοποίησης» (ΛΕΝΙΝ), ενώ ο Στάλιν σημειώνει: «η βάση των οικονομικών κρίσεων υπερπαραγωγής, η αιτία τους βρίσκεται στο ίδιο το σύστημα της καπιταλιστικής οικονομίας. Η βάση της κρίσης βρίσκεται στην αντίθεση που υπάρχει ανάμεσα στον κοινωνικό χαρακτήρα της παραγωγής και την καπιταλιστική μορφή ιδιοποίησης των αποτελεσμάτων της παραγωγής» (ΣΤΑΛΙΝ).

-------

*Απ’ το ρεφορμιστικό πρόγραμμα του 9ου (Μάρτης 1974) - 10ου Συνεδρίου (Μάης 1978) του «Κ»ΚΕ έχει απαλειφθεί εντελώς η «σχετική και απόλυτη εξαθλίωση του προλεταριάτου» που διατηρούνταν ακόμα, για δημαγωγικούς λόγους, στο ρεφορμιστικό πρόγραμμα που είχε ψηφιστεί στο 8ο Συνέδριο (1961) του «Κ»ΚΕ. Όλες αυτές οι αντιμαρξιστικές απόψεις της χρουστσοφικής σοσιαλδημοκρατίας διαψεύδονται εκ νέου και για πολλοστή φορά απ’ τη σημερινή ζοφερότατη καπιταλιστική πραγματικότητα.

**Μια σειρά οικονομολόγων της νέας σοσιαλδημοκρατίας, χρουστσοφικών-τροτσκιστών, σ’ «Ανατολή και Δύση» γοητευμένοι απ’ το γνωστό Ρώσο αντεπαναστάτη οικονομολόγο Nikolaj Kondratieff (1892-1938)έχει επιδοθεί εδώ και 40 χρόνια στην αναζωογόνηση και προπαγάνδιση της αστικής θεωρίας των “Langen Wellen der Konjuktur” (“Cycles longs”-“Long Waves”) του Kondratieff ή των «μεγάλων κύκλων» ή «μακρών κυμάτων» των «διακυμάνσεων της οικονομίας», εμφανίζοντάς την ως «μαρξιστική» (Paul Boccara, «Κ»Κ Γαλλίας, άρθρο 1973, κλπ., St.Menschikow και L. Klimenko, κλπ. Σοβιετική Ένωση, Thomas Kuczynski, DDR, Ernest Mandel, Βέλγιο, κλπ., κλπ.).

Διαβάστε Περισσότερα »

Τρίτη 23 Ιουλίου 2013

Η Μαρξιστική Θεωρία των Οικονομικών Κρίσεων

Στο παρόν άρθρο, έχουμε την πρόθεση να αναδείξουμε, από θεωρητικής κυρίως πλευράς, το βασικό πυρήνα της ανάλυσης του Μαρξ στο «Κεφάλαιο», για τη φύση των οικονομικών κρίσεων του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής, παράλληλα με μια κριτική κάποιων εσφαλμένων θεωριών επί του θέματος, οι οποίες έχουν διατυπωθεί κατά το πρόσφατο ή και το απώτερο παρελθόν.
Όπως είναι γνωστό, ο Μαρξ δεν μας άφησε μια πλήρη θεωρία των οικονομικών κρίσεων του καπιταλισμού, αλλά αυτή μπορεί να συγκροτηθεί μέσω της μελέτης των τμημάτων εκείνων του «Κεφαλαίου», των Θεωριών για την Υπεραξία και των Βάσεων Κριτικής της Πολιτικής Οικονομίας (Grundisse) που πραγματεύονται την ανάλυση του προτσές της καπιταλιστικής συσσώρευσης. Πέρα από τις μεμονωμένες αναφορές, η εσωτερική δομή της επιχειρηματολογίας του Μαρξ για τις κρίσεις αφορά την πτωτική τάση του ποσοστού κέρδους, η οποία προκύπτει, με τη σειρά της, από τις αντιθέσεις της αναπαραγωγής του κεφαλαίου. Η βασική και καθοριστική αντίθεση δεν έγκειται στην αναπόφευκτη ανισορροπία μεταξύ παραγωγής και κατανάλωσης, μεταξύ παραγωγικής ικανότητας και αγοραστικής δυνατότητας, μεταξύ αξίας χρήσης και ανταλλακτικής αξίας των εμπορευμάτων, στη σχέση μεταξύ προσφοράς και ζήτησης. Η βασική αντίθεση έγκειται στο ίδιο το κεφάλαιο και στη σχέση του με την εργατική δύναμη στη σφαίρα της παραγωγής. «Η αντίθεση, εκφρασμένη στην πιο γενική της μορφή, συνίσταται στο εξής: η καπιταλιστική παραγωγή περικλείει μια τάση προς την απόλυτη ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων, ανεξάρτητα από την αξία και την υπεραξία που περιλαμβάνεται σε αυτή, ανεξάρτητα ακόμα και από τις κοινωνικές συνθήκες στις οποίες αυτή λαμβάνει χώρα: μα ταυτόχρονα μια τέτοια παραγωγή έχει ως σκοπό τη διατήρηση της υπάρχουσας κεφαλαιακής αξίας και την αξιοποίησή της στο μέγιστο βαθμό.[…] Η περιοδική υποτίμηση του υπάρχοντος κεφαλαίου, η οποία είναι ένα μόνιμο μέσο του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής για να ανακόπτει τη μείωση του ποσοστού κέρδους και να επιταχύνει τη συσσώρευση της κεφαλαιακής αξίας διαμέσου του σχηματισμού νέου κεφαλαίου, διαταράσσει τις δεδομένες συνθήκες στις οποίες λαμβάνει χώρα το προτσές της κυκλοφορίας και της αναπαραγωγής του κεφαλαίου, και προκαλεί κατά συνέπεια ξαφνικές στασιμότητες και κρίσεις του προτσές της παραγωγής» (Μαρξ, Το Κεφάλαιο, 3ος Τόμος, Κεφ.15, παρ.2, Einaudi, 1975, σ. 350). «Το πραγματικό όριο του κεφαλαιοκρατικού τρόπου παραγωγής είναι το ίδιο το κεφάλαιο»:είναι μια πλούσια σε σημασίες και δίκαια γνωστή φράση του Μαρξ, την οποία αναλύει και διαρθρώνει ως ακολούθως: «Το όριο του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής εκδηλώνεται με τα ακόλουθα γεγονότα: 1.Η ανάπτυξη της παραγωγικής δύναμης της εργασίας, καθορίζοντας την πτώση του ποσοστού κέρδους, δημιουργεί έναν νόμο ο οποίος, σε μια ορισμένη στιγμή, αντιτίθεται ασυμφιλίωτα στην περαιτέρω ανάπτυξή της και που, επομένως, πρέπει συνεχώς να ξεπερνιέται διαμέσου μιας κρίσης. 2.Η επέκταση ή η μείωση της παραγωγής δεν αποφασίζεται βάσει της σχέσης μεταξύ παραγωγής και κοινωνικών αναγκών, των αναγκών μιας κοινωνικά αναπτυγμένης ανθρωπότητας, μα βάσει τη ιδιοποίησης απλήρωτης εργασίας και της σχέσης μεταξύ αυτής της απλήρωτης εργασίας και της υλοποιημένης εργασίας γενικά, ή, για να εκφραστούμε με τη γλώσσα των κεφαλαιοκρατών, βάσει του κέρδους και της σχέσης αυτού του κέρδους και του χρησιμοποιούμενου κεφαλαίου, δηλαδή βάσει του ποσοστού κέρδους» (Μαρξ, Το Κεφάλαιο, ό.π., σ. 362). Είναι αυτή η ρίζα της κρίσης της σχετικής υπερπαραγωγής που κατά καιρούς πλήττει τον καπιταλισμό, και ο Μαρξ σχολιάζει ως ακολούθως: «Όταν λένε πως η υπερπαραγωγή είναι μόνο σχετική, αυτό είναι πέρα για πέρα σωστό, αλλά όλος ο κεφαλαιοκρατικός τρόπος παραγωγής είναι ακριβώς μόνον ένας σχετικός τρόπος παραγωγής. […] Η αντίφαση όμως που υπάρχει στον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής συνίσταται ακριβώς στην τάση του προς την απόλυτη ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων, που έρχεται διαρκώς σε σύγκρουση με τους ειδικούς όρους παραγωγής εντός των οποίων το κεφάλαιο κινείται και κάτω από τους οποίους μόνο μπορεί να κινείται. Δεν παράγονται υπερβολικά πολλά μέσα συντήρησης σε σχέση με τον υπάρχοντα πληθυσμό. Αντίθετα. Παράγονται πολύ λίγα, τόσα που δεν φτάνουν για να μπορεί να ζει η μάζα του πληθυσμού όπως πρέπει και ανθρώπινα. Δεν παράγονται πάρα πολλά μέσα παραγωγής, τόσα, όσα χρειάζονται για να απασχολείται το ικανό για εργασία μέρος του πληθυσμού. Αντίθετα. […] δεν παράγονται αρκετά μέσα παραγωγής, έτσι που να εργάζεται, κάτω από τους πιο παραγωγικούς όρους, όλος ο ικανός για εργασία πληθυσμός […] Περιοδικώς, όμως, παράγονται πάρα πολλά μέσα εργασίας και συντήρησης, τόσα που δεν μπορούν να τα βάλουν να λειτουργήσουν σαν μέσα εκμετάλλευσης των εργατών με ένα ορισμένο ποσοστό κέρδους.Παράγονται πάρα πολλά εμπορεύματα, τόσα που στις δεδομένες από την κεφαλαιοκρατική παραγωγή συνθήκες διανομής και κατανάλωσης δεν μπορούν να πουληθούν και να ξαναμετατραπούν σε νέο κεφάλαιο η περιεχόμενη σ’ αυτά αξία και η περιεχόμενη σ’ αυτήν υπεραξία, έτσι που να μπορεί να πραγματοποιηθεί το προτσές της κεφαλαιοκρατικής παραγωγής χωρίς διαρκώς επαναλαμβανόμενες εκρήξεις. Δεν παράγεται πάρα πολύς πλούτος. Παράγεται όμως περιοδικώς πάρα πολύς πλούτος με τις κεφαλαιοκρατικές μορφές, οι οποίες έχουν έναν αντιφατικό χαρακτήρα» (ό.π., σ.σ. 360-362). Δύο είναι οι κύριες θεωρίες για τη συσσώρευση εναλλακτικές προς εκείνη του Μαρξ. Η πρώτη είναι η θεωρία της υποκατανάλωσης, ενώ η δεύτερη διατυπώθηκε το 1913 από τη Ρόζα Λούξεμπουργκ στο βιβλίο της Η συσσώρευση του Κεφαλαίου (Εκδ. Einaudi, 1960). Η θεωρία της υποκατανάλωσης υποστηρίχτηκε κυρίως, πριν από το Μαρξ, από τον Σισμόντι και από το Μάλθους, και –στα χρόνια του Μαρξ- από άλλους οικονομολόγους, ακόμα και από μερικούς θετικά διακείμενους προς το σοσιαλισμό, όπως ο Rodbertus και ο Ντύρινγκ. Σε αυτόν ακριβώς τον τελευταίο αντιπαρατέθηκε επιτυχώς ο Φρ. Ένγκελς κατά τη δεκαετία του 1870, αναγνωρίζοντας πως η υποκατανάλωση είναι ένας προκαταρκτικός όρος των καπιταλιστικών κρίσεων αλλά όχι η εξήγησή τους. «Η υποκατανάλωση των μαζών, ο περιορισμός της κατανάλωσης των μαζών σε ό,τι είναιαπαραίτητο για τη συντήρηση και την αναπαραγωγή, δεν είναι καθόλου ένα νέο φαινόμενο. Αυτή υπάρχει από τότε που υπάρχουν εκμεταλλεύτριες και εκμεταλλευόμενες τάξεις. Υπήρχε υποκατανάλωση των μαζών ακόμα και σε ιστορικές περιόδους καρά τις οποίες, όπως, π.χ, στον 15ο αιώνα στην Αγγλία, η κατάσταση των μαζών ήταν ιδιαίτερα θετική.Αυτές ήταν απείχαν παρασάγγας από το να είναι σε θέση να μπορούν να καταναλώσουν όλο το ετήσιο προϊόν που παρήγαγαν. Επομένως, αν η υποκατανάλωση είναι ένα ιστορικό φαινόμενο μόνιμο εδώ και χιλιετίες, ενώ το γενικό φράξιμο των διεξόδων που ξεσπά στις κρίσεις κατόπιν υπερπαραγωγής μπορεί να ειδωθεί μόνο εδώ και 50 χρόνια, χρειάζεται όλη η κοινοτοπία της χυδαίας οικονομίας του κ. Ντύρινγκ για να εξηγείται η νέα σύγκρουση όχι ακόμα με το νέο φαινόμενο της υπερπαραγωγής, αλλά με την υποκατανάλωση που έχει ηλικία χιλιετίες. […] Η υποκατανάλωση των μαζών είναι μια αναγκαία συνθήκη όλων των κοινωνικών μορφών που βασίζονται στην εκμετάλλευση και επομένως και της καπιταλιστικής κοινωνικής μορφής: όμως, μόνο η καπιταλιστική μορφή της παραγωγής οδηγεί σε κρίσεις. Η υποκατανάλωση των μαζών είναι επομένως και αυτή ένας προκαταρκτικός όρος των κρίσεων και σε αυτές αντιπροσωπεύει ένα γεγονός γνωστό εδώ και καιρό: μα όσα λίγα αυτή μας λέει για τις αιτίες της σύγχρονης ύπαρξης των κρίσεων, τόσα λίγα μας λέει για τις αιτίες της απουσίας τους κατά το παρελθόν. (Φ. Ένγκελς, Αντι-Ντύρινγκ, Εditori Riuniti, Ρώμη, 1971, σ. 306). Το 1897, ο Λένιν, στο πολύ σημαντικό νεανικό του έργο «Χαρακτηριστικά του Οικονομικού Ρομαντισμού» (Κεφ.1, παρ. 7, Η Κρίση), αποσαφήνιζε με τρόπο υποδειγματικό το ζήτημα από μαρξιστική σκοπιά: «Από την αντίληψη του Σισμόντι ότι η συσσώρευση (η αύξηση της παραγωγής γενικά) καθορίζεται από την κατανάλωση, και από την εσφαλμένη εξήγηση του συνολικού κοινωνικού προϊόντος (το οποίο περιορίζει στις αναλογίες του εισοδήματοςπου ανήκει σε εργάτες και καπιταλιστές αντίστοιχα) εκπορεύεται με τρόπο φυσικό και αναπόφευκτο η θέση ότι οι κρίσεις εξηγούνται μόνο με μια ανισορροπία μεταξύ παραγωγής και κατανάλωσης. Ακόμα κι ο Rodbertus την υιοθετεί, δίνοντάς της ωστόσο μια διατύπωση ελαφρώς διαφορετική. Σύμφωνα με τον Rodbertus, οι κρίσεις οφείλονται στο γεγονός ότι με την αύξηση της παραγωγής ελαττώνεται το τμήμα εκείνο της παραγωγής που ανήκει στους εργάτες, κάτι που σημαίνει ότι και ο Rodbertus διαιρεί το συνολικό κοινωνικό προϊόν σε μισθό και «πρόσοδο» (σύμφωνα με την ορολογία του, η πρόσοδος είναι η υπεραξία, δηλαδή το σύνολο του κέρδους και της γαιοπροσόδου), υποπίπτοντας στο ίδιο λάθος που υπέπεσε και ο Α. Σμιθ. Η [μαρξιστική] επιστημονική ανάλυση της συσσώρευσης στην καπιταλιστική κοινωνία και η κεφαλαιοποίηση του έχει καταστρέψει τα θεμέλια αυτής της θεωρίας, αποδεικνύοντας ότι ακριβώς στις εποχές που προηγούνται των κρίσεων η κατανάλωση των εργατών αυξάνεται, ότι η ανεπαρκής κατανάλωση (που έπρεπε να εξηγεί τις κρίσεις) υπήρξε στα πλέον διαφορετικά οικονομικά καθεστώτα, ενώ οι κρίσεις είναι ένα χαρακτηριστικό μόνο ενός καθεστώτος: του καπιταλιστικού. Αυτή η θεωρία εξηγεί τις κρίσεις με μια άλλη αντίθεση, και ακριβώς με την αντίθεση μεταξύ του κοινωνικού χαρακτήρα της παραγωγής (που κατέστη κοινωνικός από τον καπιταλισμό ) και τον ατομικό, ιδιωτικό τρόπο ιδιοποίησης […]. Οι δύο θεωρίες για τις οποίες μιλήσαμε εξηγούν τις κρίσεις εντελώς διαφορετικά. Η πρώτη τις εξηγεί με την αντίθεση μεταξύ της παραγωγής και της κατανάλωσης της εργατικής τάξης, η δεύτερη με την αντίθεση μεταξύ του κοινωνικού χαρακτήρα της παραγωγής και του ιδιωτικού χαρακτήρα της ιδιοποίησης.Η πρώτη βλέπει, επομένως, τη ρίζα του φαινομένου έξω από την παραγωγή (εξού, για παράδειγμα, και οι επιθέσεις του Σισμόντι στους κλασικούς, τους οποίους επιπλήττει για άγνοια της κατανάλωσης, και για αποκλειστική ενασχόλησή τους με την παραγωγή): η δεύτερη βλέπει τη ρίζα του φαινομένου στις συνθήκες της παραγωγής. Με δυο λόγια: η πρώτη εξηγεί τις κρίσεις με την υποκατανάλωση (unterkonsumption), η δεύτερη με την αναρχία της παραγωγής. Εξάλλου, οι δύο θεωρίες, αν και εξηγούν τις κρίσεις με μια αντίθεση της ίδιας της δομής της οικονομίας, διαφέρουν ριζικά στον εντοπισμό αυτής της αντίθεσης. Μα, αναρωτιέται κανείς, η δεύτερη θεωρία αρνείται την ύπαρξη μιας αντίθεσης μεταξύ παραγωγής και κατανάλωσης; Φυσικά όχι. Αυτή αναγνωρίζει πλήρως ότι η υποκατανάλωση υπάρχει, μα την ανάγει στη δευτερεύουσα θέση που της ανήκει, αναφέροντάς την ως ένα γεγονός που έχει σχέση μόνο με έναν τομέα όλης της καπιταλιστικής παραγωγής (Λένιν, Άπαντα, 2ος τόμος, EdizioniRinascita, σ.σ. 155-56). Η αποσαφήνιση αυτή του Λένιν είναι ακόμα πιο σημαντική επειδή επιτρέπει να βάλουμε στην πραγματική του σημασίατο πολλάκις αναφερόμενο απόσπασμα του 3ου τόμου του Κεφαλαίου (τόσο παρερμηνευμένο, γιατί πάντοτε αναφέρεται ξεχωριστά από όλη την οικονομική ανάλυση του Μαρξ): «Τελική αιτία όλων των πραγματικών κρίσεων είναι πάντοτε η φτώχια και η περιορισμένη κατανάλωση των μαζών που βρίσκεται σε αντίθεση με την τάση της καπιταλιστικής παραγωγής να αναπτύσσει τις παραγωγικές δυνάμεις ωσάν το όριό της να αποτελείται μόνο από την απόλυτη ικανότητα κατανάλωσης της κοινωνίας.»(Μαρξ, Το Κεφάλαιο, 3ος τόμος, μ.2, Einaudi, 1975, σ. 667). Σύμφωνα με την ανάλυση της Ρόζας Λούξεμπουργκ, η συσσώρευση του κεφαλαίου θα ήταν αδύνατη σε ένα κλειστό καπιταλιστικό σύστημα, αποτελούμενο- σύμφωνα με την επιστημονική αφαίρεση του Μαρξ- μόνο από καπιταλιστές και μισθωτούς εργαζομένους. Η αξία της συνολικής κοινωνικής παραγωγής αποτελείται από το σταθερό κεφάλαιο, από το μεταβλητό κεφάλαιο και από την υπεραξία. Η αξία του σταθερού κεφαλαίουκαθίσταται εμπράγματο, στην αγορά, μέσω των εξόδων αναπλήρωσης στα οποία προβαίνουν οι καπιταλιστές, και η αξία του μεταβλητού κεφαλαίου μέσω των εξόδων στα οποία προβαίνουν οι εργαζόμενοι με τους μισθούς τους: όσον αφορά την υπεραξία, οι καπιταλιστές καθιστούν εμπράγματο ένα μέρος της μέσω των καταναλωτικών τους δαπανών και θα επιθυμούσαν να συσσωρεύσουν ένα άλλο. Όμως, σύμφωνα με τη Λούξεμποργκ- δεν υπάρχει «Ζήτηση» για το τμήμα της υπεραξίας αυτής, ούτε εκ μέρους των μισθωτών, ούτε εκ μέρους των ίδιων των καπιταλιστών. Η μόνη εναλλακτική λύση είναι να υπάρχουν αγοραστές έξω από τον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής, που να εκπροσωπούν το τμήμα εκείνο της Ζήτησης εντός αυτού. Αυτά τα «τρίτα πρόσωπα» βρίσκονται σε περιοχές του κόσμου που δεν έχουν ακόμα υποταχτεί στον καπιταλισμό. Μα, σύμφωνα πάντα με τη Λούξεμπουργκ, αφού σιγά- σιγά ο ιμπεριαλισμός επεκτείνει με αυξανόμενο τρόπο τον έλεγχό του σε αυτές τις γεωγραφικές περιοχές, η εξάλέιψη της μη καπιταλιστικής αγοράς θα επέφερε αναπόφευκτα μια ανεπίλυτη κρίση συσσώρευσης και θα οδηγούσε στην κατάρρευση του καπιταλισμού. Αυτός ο ισχυρισμός ακυρώνεται από το γεγονός ότι η Λούξεμπουργκ, σε αντίθεση με το Μαρξ, εννοεί τη συσσώρευση μόνο με όρους χρηματικούς, ενώ συσσώρευση σημαίνει διεύρυνση των εγκαταστάσεων παραγωγής και αύξηση της παραγωγικής ικανότητας μέσω επιπρόσθετων εργαλείων και μέσων παραγωγής, και αυτό δεν μπορεί να συμβεί παρά μόνο υπό τη μορφή εμπορευματικής αξίας και όχι χρηματικής αξίας. Όμως το κύριο λάθος της λουξεμπουργκιανής θεωρίας έγκειται στο γεγονός ότι, πραγματευόμενη τη διευρυμένη αναπαραγωγή, διατηρεί άρρητα την υπόθεση της απλής αναπαραγωγής. Κατά την άποψή της, η κατανάλωση των εργαζομένων δεν μπορεί να πραγματώσει, στην αγορά, κανένα τμήμα της υπεραξίας: το συνολικό ποσό του μεταβλητού κεφαλαίου, και επομένως η κατανάλωση των εργαζομένων, οφείλει να παραμένει πάντοτε σταθερό και αμετάβλητο, όπως συμβαίνει στην απλή αναπαραγωγή. Είναι, αντίθετα, χαρακτηριστικό της διευρυμένης αναπαραγωγής του κεφαλαίου, δηλαδή της συσσώρευσης, οι αυξήσεις στο μεταβλητό κεφάλαιο: και όταν αυτό το επιπρόσθετο μεταβλητό κεφάλαιο δαπανάται, σε μορφή μισθού, από τους εργαζόμενους, το γεγονός αυτό δεν κάνει τίποτε άλλο από το να καθιστά εμπράγματο, στην αγορά, το τμήμα εκείνο της υπεραξίας που έχει την υλική μορφή των καταναλωτικών αγαθών. Όπως παρατηρούσε ο Μπουχάριν, στην πολεμική του το 1925 εναντίον της Λούξεμπουργκ στο «Ο Ιμπεριαλισμός και η Συσσώρευση του Κεφαλαίου»(Laterza, 1972, σ.22) «από τη στιγμή που αποκλείεται η διευρυμένη αναπαραγωγή απ’ την αρχή της λογικής απόδειξης κάποιου πράγματος, καθίσταται φυσικά εύκολο να εξαφανίζεται και στο τελικό τμήμα της: πρόκειται μονάχα για απλή αναπαραγωγή ενός απλού σφάλματος λογικής». Γενικά, όλες οι θεωρίες που αναγιγνώσκουν τις κρίσεις του καπιταλισμού ως συνέπεια μιας ανισορροπίας μεταξύ παραγωγής και κατανάλωσης, μεταξύ Προσφοράς και Ζήτησης, ισχυρίζονται ότι μπορούν να εξαλείψουν τις κρίσεις δρώντας επί των επιπτώσεών τους και μη λαμβάνοντας υπόψη τα πραγματικά αίτια. Κλασικό παράδειγμα είναι ο κεϋνσιανισμός που θεωρητικοποιεί τη δυνατότητα ξεπεράσματος των κρίσεων (που οφείλονται, κατά τον Κεϋνς, στην έλλειψη πραγματικής ζήτησης) μέσω της κρατικής παρέμβασης στην αγορά ως στοιχείου συμπληρωματικού για την αποκατάσταση, με τη συναθροιστική ζήτηση, της ισορροπίας μεταξύ προσφοράς και ζήτησης. Μια διαφορετική, αλλά όχι λιγότερο εσφαλμένη, θεωρία των κρίσεων κυκλοφορεί εδώ και πάρα πολλά χρόνια στην Ιταλία, αυτή της «γενικής κρίσης απόλυτης υπερπαραγωγής κεφαλαίου», που διατυπώθηκε αρχικά σε διάφορα τεύχη του περιοδικού “Rapporti Sociali” και υιοθετήθηκε ακολούθως από τις CARC (Comitati di Appoggio alla Resistenza per il Comunismo- Επιτροπές Στήριξης της Αντίστασης-για τον Κομμουνισμό) και από το (n) PCI((nuovo) Partito Comunista Italiano- (νέο) Ιταλικό Κομμουνιστικό Κόμμα). Σύμφωνα με τη διαίρεση σε περιόδους που προτείνεται από τους υποστηρικτές αυτής της θεωρίας, ο παγκόσμιος καπιταλισμός έχει περάσει- κατά την περίοδο του ιμπεριαλισμού- δύο «γενικές κρίσεις απόλυτης υπερπαραγωγής κεφαλαίου». Η πρώτη από το 1910 ως το 1945, με μια διάρκεια 35 ετών (σύμφωνα με τη ρητή παραδοχή των θεωρητικών του “Rapporti Sociali”, ο Λένιν δεν έκανε αναφορά σε αυτή και δεν τη μελέτησε, επειδή…δεν την είχε αντιληφθεί!). Αυτήν, ακολούθησε μια 30ετία επέκτασης και ανάπτυξης του καπιταλισμού, από το 1945 ως το 1975. Η δεύτερη «γενική κρίση απόλυτης υπερπαραγωγής κεφαλαίου» ξεκίνησε μετά το 1975 και διαρκεί ακόμα, έχοντας ήδη μια ηλικία 34 ετών. Στο τεύχος 9/2003 του “Teoria & Prassi” είχαμε ήδη προβεί σε μια ενδελεχή έρευνα των παρερμηνειών και των σφαλμάτων τα οποία ακυρώνουν όλο το τεχνητά κατασκευασμένο θεωρητικό οικοδόμημα, επί του αντικειμένου, από το(n)PCI και τις CARC, και σε αυτό παραπέμπουμε τους αναγνώστες μας. Εν συντομία, εδώ επαναλαμβάνουμε ότι πρόκειται για ένα σκέτο μύθο, βασισμένο στην πλήρη παρερμηνεία της ανάλυσης του Μαρξ στον 3ο τόμο, κεφ. 15, παρ. 2, του «Κεφαλαίου» (ό.π., σ.σ.352-363), εκεί όπου κάνει λόγο ακριβώς για «απόλυτη υπερπαραγωγή κεφαλαίου». Όπως ρητά διακηρύττει ο ίδιος ο Μαρξ, αυτή είναι μια «υπόθεση τραβηγμένη στα άκρα» που γίνεται για τους σκοπούς της ανάλυσης («για να γίνει αντιληπτό τι πράγμα είναι αυτή η υπερπαραγωγή», ο Μαρξ γράφει, «αρκεί να την υποθέσουμε απόλυτη»), και υποδεικνύει ποιες θα ήταν οι συνέπειες αυτής της υποτιθέμενης και φανταστικής «απολυτότητας». Μα, συνεχίζοντας την ανάλυσή του, ξεκαθαρίζει πως, «στην πραγματικότητα» (“in der Wirklichkeit”), η πραγματική κίνηση του κεφαλαίου θα οδηγεί σε διαφορετικά αποτελέσματα. Σύμφωνα με τη θεωρία στην οποία εμείς ασκούμε κριτική, το κεφάλαιο, με το πέρασμα από τον ένα στον άλλο κύκλο του προτσές αξιοποίησης, τείνει σε μια προοδευτική μείωση του αριθμού των εργατών που αυτό απασχολεί, και επομένως, ισχυρίζονται, σε μια προοδευτική μείωση της υπεραξίας που αυτό μπορεί να αποσπά. Ο καπιταλισμός θα τελειώσει, μακροπρόθεσμα, ισχυρίζονται, εξαιτίας της εξάλειψης της ίδιας της μάζας της υπεραξίας από την οποία αυτός συντηρείται. «Στ’ αλήθεια δεν υπήρχε επιπρόσθετο κεφάλαιο για επένδυση κατά τα τελευταία 30 χρόνια;», αναρωτιόμασταν με εριστικό τόνο το 2003. «Στ’ αλήθεια η μάζα της υπεραξίας συνολικά που αποσπάται από τους καπιταλιστές από μια εργατική τάξη αυξανόμενη αριθμητικά σε πλανητικό επίπεδο έχει μειωθεί ή παραμένει ίση σε κάθε κύκλο;». Στις προαναφερθείσες σελίδες του Κεφαλαίου, ο Μαρξ δεν αναφέρεται στο προτσές της αξιοποίησης του συνόλου των μεμονωμένων κεφαλαίων (επί του οποίου βασίζονται τα αριθμητικά παραδείγματα, οι πίνακες και οι μαθηματικοί υπολογισμοί των CARC), αλλά στο προτσές της αξιοποίησης του συνολικού κοινωνικού κεφαλαίου. Κατά τον ανταγωνισμό μεταξύ των μεμονωμένων καπιταλιστών, μερικοί εξ αυτών (εκείνοι που πρώτοι αξιοποιούν την τεχνολογική πρόοδο, τροποποιώντας την οργανική σύνθεση των κεφαλαίων τους), μπορούν επίσης να φτάσουν σε μια μείωση του απασχολούμενου από αυτούς αριθμού εργατών, με τη συνεπαγόμενη μείωση της υπεραξίας, που αναπληρώνεται από την εξασφάλιση, από αυτούς, ποσοτήτων υπερκερδών σε βάρος των άλλων καπιταλιστών. Μα σε επίπεδο συνολικού κοινωνικού προϊόντος δεν μπορεί να επέλθει μια απόλυτη μείωση του αριθμού των εργατών, που, στην πραγματικότητα καταρρίπτεται από τη συνεχή ποσοτική αύξηση της παγκόσμιας εργατικής τάξης. Αυτά και άλλα σφάλματα λογικής και μεθοδολογίας από τους οπαδούς της «απόλυτης κρίσης», οδηγούν αναπόφευκτα σε μια αντίληψη περί «κατάρρευσης», διαφορετική, αλλά εξίσου μηχανιστική με εκείνη της Λούξεμπουργκ. Τα παράλογα πολιτικά συμπεράσματα αυτής της μυθολογίας περί «κρίσης εξαιτίας απόλυτης υπερπαραγωγής κεφαλαίου» που ποτέ δεν υπήρξε τα έχουμε εξετάσει και καταγγείλει εδώ και καιρό. Στην εποχή του ιμπεριαλισμού, οι κυκλικές οικονομικές κρίσεις του καπιταλισμού αποτελούν συστατικό στοιχείο της γενικής κρίσης του. Όπως γράφαμε στο τ. 8/2003 του “Teoria & Prassi”, «Η γενική κρίση του καπιταλισμού αποτελεί ένα φαινόμενο αρκετά πιο ευρύ από την οικονομική κρίση, αφού πλήττει την ολότητα του παγκόσμιου ιμπεριαλιστικού συστήματος και αγκαλιάζει όλες τις πτυχές του ισχύοντος τρόπου παραγωγής: την οικονομία του, την ιδεολογία του, την κουλτούρα του, την ηθική του, τις στρατιωτικές του πτυχές, τη σχέση του με το περιβάλλον, κλπ. Με δυο λόγια είναι η κρίση της δομής και του εποικοδομήματος της αστικής τάξης πραγμάτων ως παγκόσμιου συστήματος.». Αρχίζοντας κατά τη διάρκεια του 1ου ιμπεριαλιστικού Παγκοσμίου Πολέμου (1914-18), το πρώτο της στάδιο αναπτύχθηκε σε έκταση και βάθος με τη νίκη της Οκτωβριανής Επανάστασης (1917), τη θέσπιση της δικτατορίας του προλεταριάτου και την έναρξη της οικοδόμησης του σοσιαλισμού στη Ρωσία. Το δεύτερο στάδιο της γενικής κρίσης του καπιταλισμού άρχισε με τη νίκη της Σοβιετικής Ένωσης στο 2ο Παγκόσμιο Πόλεμο (1945) και την απόσπαση νέων χωρών από την καπιταλιστική αγορά και το παγκόσμιο ιμπεριαλιστικό σύστημα. Το τρίτο στάδιο, το οποίο ζούμε ως τώρα και το οποίο ξεκίνησε στις αρχές της δεκαετίας του 1970, περιέλαβε- από τη μια πλευρά- τη σοβαρή ήττα που υπέστη το διεθνές προλεταριάτο συνεπεία της ανόδου στην εξουσία του ρεβιζιονισμού στη Σοβιετική Ένωση και τις χώρες του σοσιαλιστικού στρατοπέδου, με τη συνακόλουθη κατάρρευση στα τέλη της δεκαετίας του ’80, μα- από την άλληπλευρά- είχε και την όλο και πιο σοβαρή επιδείνωση των αντιθέσεων του ιμπεριαλισμού: όξυνση της χρηματοπιστωτικής και οικονομικής αστάθειας σε όλες τις καπιταλιστικές χώρες, παγκόσμια ύφεση, μόνιμοι επιθετικοί και ληστρικοί πόλεμοι, καταστροφή του περιβάλλοντος. Η γενική κρίση του καπιταλισμού θα επιλυθεί, όταν θα ωριμάσουν, στον τρέχοντα αιώνα, οι υποκειμενικές και αντικειμενικές συνθήκες για νέες προλεταριακές επαναστάσεις. Επαναλαμβάνουμε ότι «θα ξεπεραστεί οριστικά με το πέρασμα από τον καπιταλισμό στο σοσιαλισμό, σε παγκόσμια κλίμακα, με την τελική νίκη του προλεταριάτου και των λαών επί του ιμπεριαλισμού, που θα καταρρεύσει ως αποτέλεσμα της ανάπτυξης της προλεταριακής επανάστασης και των εθνικοαπελευθερωτικών επαναστάσεων των λαών». 

Teoria & Prassi, τ.20, Οκτώβρης 2009

Μετάφραση: πετρος  / indymedia
Διαβάστε Περισσότερα »

Τρίτη 22 Μαΐου 2012

Για την κρίση υπερπαραγωγής

Για την κρίση υπερπαραγωγής

Στη Μαρξιστική σχολή σκέψης, η συζήτηση για τις αιτίες και τα φαινόμενα των οικονομικών κρίσεων έχει μακρά ιστορία, κατά την οποία έχουν αντιπαρατεθεί πολλές απόψεις οι οποίες ανήκουν σε διαφορετικά ρεύματα. Ένα από τα σημεία που σε θεωρητικό επίπεδο είναι από τα πλέον αμφιλεγόμενα, αφορά το χαρακτήρα της καπιταλιστικής κρίσης υπερπαραγωγής κεφαλαίου, και αν αυτή είναι απόλυτη ή σχετική.
Η πολεμική για ένα τέτοιο ζήτημα, ασφαλώς, δεν έχει τόση ένταση όσο εκείνο για τις θεωρίες «υποκατανάλωσης» εξαιτίας της κρίσης, ωστόσο, έχει μια σχετική σημασία, καθώς, ανάλογα με την ερμηνεία που δίδεται, προκύπτουν πολιτικές γραμμές, θέσεις, αλλά και κοινωνικές πρακτικές διαφορετικές. Γι’ αυτό θα επιθυμούσαμε με την παρούσα παρέμβασή μας να διασαφηνίσουμε τη θέση μας επ’ αυτού του θέματος.
Η ερμηνεία του απόλυτου χαρακτήρα της κρίσης υπερπαραγωγής κεφαλαίου είναι ευρέως διαδεδομένη στην Ιταλία, σε τέτοιο βαθμό που εμφανίζεται ένας κοινός προσανατολισμός σε διάφορα τμήματα της επαναστατικής αριστεράς. Όπως προκύπτει ρητά την ασπάζονται: το περιοδικό “Rapporti Sociali” , οι CARC, η Linearossa, το Centro di Documentazione e Lotta "Rosso 16", η συντακτική ομάδα της ιστοσελίδας "Lavoro Politico", η ομάδα Linea Rossa της Γένοβας, διάφορα κοινωνικά κέντρα, πολλοί οικονομολόγοι του ΚΚΕ (Κόμματος Κομμουνιστικής Επανίδρυσης), αλλά και διάφορες ομάδες που ασπάζονται τον αυθορμητισμό, αλλά και άλλες, ένοπλης βίας. Οι τελευταίες είναι που πρώτες την εισήγαγαν στη δεκαετία του ’70 και ακόμα και σήμερα ο ορισμός της κρίσης ως απόλυτης εμφανίζεται στις προκηρύξεις τους, οι οποίες- όπως και η πρακτική τους – είναι η πιο χονδροειδής άρνηση του προλεταριακού σοσιαλισμού.
Η συντακτική ομάδα της “Teoria e Prassi” υποστηρίζει αντιθέτως την δεύτερη ερμηνεία, αυτή του σχετικού χαρακτήρα της κρίσης υπερπαραγωγής  κεφαλαίου, όπως και η πλειοψηφία των μαρξιστικών- λενινιστικών κομμάτων και οργανώσεων του κόσμου.
Για να συμμετέχουμε σε αυτή τη συζήτηση, οφείλουμε καταρχάς να γνωρίσουμε το μαρξιστικό έργο, και συγκεκριμένα τις ιδέες που ανέπτυξε και τις κατηγορίες που διέκρινε ο Καρλ Μαρξ στο Κεφάλαιο, οι οποίες παραμένουν ακόμα και σήμερα το κλειδί για τη σωστή κατανόηση των κρίσεων και για το οριστικό τους ξεπέρασμα.

Ας απαλλαγούμε από διάφορες «παρεξηγήσεις»

Το 15ο κεφάλαιο του 3ου τόμου του «Κεφαλαίου» είναι σίγουρα ένα από τα βασικότερα κείμενα, στο οποίο παρουσιάζεται η θεωρία για την κρίση υπερπαραγωγής. Σε αυτό το κείμενο αναπτύσσεται η θεμελιώδης έννοια περί υπερσυσσώρευσης κεφαλαίου, με την οποία ο Μαρξ ερμηνεύει τις κυκλικές οικονομικές κρίσεις, αναδεικνύει τον αναπόφευκτο χαρακτήρα τους και αποδίδει στο ίδιο το κεφάλαιο τα όρια του καπιταλισμού. Εφιστούμε, για αυτό το λόγο, στους συντρόφους την προσοχή σε αυτό το βασικό κεφάλαιο, για να κατανοήσουν καλύτερα το περιεχόμενο του παρόντος άρθρου.
            Για να συμμετέχουμε ενεργά στη συζήτηση οφείλουμε να απαλλαγούμε από διάφορες «παρεξηγήσεις» εξαιτίας των οποίων αναπτύχθηκε μια συζήτηση χωρίς καμία επιστημονική τεκμηρίωση. Ένα πρώτο συμπέρασμα που προκύπτει υπό το φως της μαρξιστικής θεωρίας, είναι ότι οι τόμοι που έχουν γραφτεί σχετικά με το αν μια κρίση υπερπαραγωγής είναι πρώτα από όλα μια κρίση υπερπαραγωγής εμπορευμάτων, μέσων παραγωγής ή χρηματικού κεφαλαίου στερείται πλήρως νοήματος.
Στην πραγματικότητα, για το Μαρξ, οι επαναλαμβανόμενες οικονομικές κρίσεις χαρακτηρίζονται από πλεόνασμα κεφαλαίου είτε σε μορφή υπεράφθονων παραγωγικών ικανοτήτων, είτε σε μορφή απούλητων εμπορευμάτων, πλεονάζοντος εργατικού δυναμικού, πρώτων υλών, πλεονάζοντος χρηματικού κεφαλαίου κλπ. Το πλεονάζον κεφάλαιο που περιοδικά πρέπει να καταστρέφεται για να αναδημιουργεί τις συνθήκες ενός νέου κύκλου επέκτασης (κάτι το οποίο προϋποθέτει είτε μια πάλη μεταξύ «αδελφικών εχθρών», ώστε να καταστραφεί ή να παραμείνει ανενεργό το κεφάλαιο των άλλων, είτε μια κήρυξη πολέμου στην εργατική τάξη, στις μορφές οργάνωσής της, τις κατακτήσεις της, για να επιστρέψουμε σε ικανοποιητικά επίπεδα κερδοφορίας)
Από αυτή την άποψη, η μάζα των εμπορευμάτων, τα εργοστάσια, οι χρηματιστηριακοί τίτλοι, το χρήμα, το πλεόνασμα εργατικών χεριών, δεν είναι παρά παρόμοιες μορφές που λαμβάνει το κεφάλαιο: ταυτόχρονα, το κεφάλαιο δεν έχει την «γνήσια» του μορφή (ούτε ακόμα και υπό τη μορφή των πλέον εξελιγμένων παραγώγων), παρότι αποτελείται από συγκεκριμένες μορφές οι οποίες αντιστοιχούν σε μια ιστορικά συγκεκριμένη κοινωνική σχέση.
Όπως παρατηρεί ο Μαρξ «η υπερπαραγωγή κεφαλαίου δεν είναι τίποτε άλλο από υπερπαραγωγή μέσων παραγωγής- μέσων εργασίας και επιβίωσης- που μπορούν να λειτουργήσουν ως κεφάλαιο, δηλαδή να απασχοληθούν για την εκμετάλλευση των εργαζομένων σε έναν βαθμό συγκεκριμένο».
Η προσέγγιση αυτή του Μαρξ μάς ωθεί, συνεπώς, να προβούμε σε μια δεύτερη σημαντική διαπίστωση: αν και τις περισσότερες φορές η κρίση υπερπαραγωγής έχει τις πρώτες της συνέπειες στην αγορά εμπορευμάτων (π.χ. υπό τη μορφή πτώσης των τιμών), αυτή μπορεί να εκδηλωθεί σε οποιοδήποτε κρίκο της αλυσίδας της καπιταλιστικής οικονομίας.
            Δεν είναι αναγκαίο, συνεπώς, να διακρίνουμε, τις κρίσεις υπερπαραγωγής ανάλογα με το γεγονός ότι αυτές εκδηλώνονται πρώτα στη σφαίρα της παραγωγής ή σε εκείνη της κυκλοφορίας, αν, αφού πρώτα υπάρξουν σε λανθάνουσα μορφή, καθίστανται έκδηλες στο τμήμα εκείνο του κεφαλαίου που απασχολείται σε κερδοσκοπικές δραστηριότητες (χρηματιστηριακά κραχ) ή στο βιομηχανικό τομέα (υπό τη μορφή ύφεσης). Τέτοιες πτυχές είναι σημαντικές για σκοπούς ανάλυσης του σχηματισμού της μάζας του πλεονάζοντος κεφαλαίου και των μηχανισμών μετάδοσης της κρίσης, μα δεν μπορούν να χρησιμοποιηθούν ως επιχειρήματα για να αποφασίσουμε αν πρόκειται περί υπερπαραγωγής εμπορευμάτων ή ρευστού κεφαλαίου κλπ.
Η κρίση είναι πάντοτε μια αποκάλυψη των εσωτερικών αντιθέσεων της αναπαραγωγής του   κοινωνικού κεφαλαίου στο σύνολό του η οποία αντιπαρατίθεται στο άμεσο προτσές της παραγωγής και εκείνο της κυκλοφορίας, ένα προτσές εξαρτώμενο από εξωτερικές προϋποθέσεις.
            Η καθυστέρηση με την οποία συνήθως η υπερπαραγωγή κεφαλαίου- τα συμπτώματα της οποίας εκδηλώνονται πρώτα στη σφαίρα της κυκλοφορίας και σε αυτή τη σφαίρα συχνά διαρκεί καιρό υπό λανθάνουσα μορφή- φτάνει στο τέλος στην καρδιά της παραγωγής (εκεί από όπου έλκει την καταγωγή της), η διεύρυνση των φαινομένων της κρίσης της υπερπαραγωγής στη σφαίρα του τοκοφόρου κεφαλαίου το οποίο λαμβάνει παράλογα μεγάλες διαστάσεις (αφού το κεφάλαιο δεν μπορεί να αξιοποιηθεί κατάλληλα στην παραγωγική σφαίρα) δεν καθορίζουν από μόνα τους τη φύση της κρίσης αλλά περιγράφουν μονάχα διάφορες στιγμές της ανάπτυξης αυτής της φάσης του οικονομικού κύκλου.
Μια ακόμα επισήμανση πριν μπούμε στην καρδιά της συζήτησης.
            Σε αυτό το άρθρο κάνουμε λόγο για κρίση υπερπαραγωγής και όχι για κρίση εξαιτίας της υπερπαραγωγής. Γιατί; Αντίθετα από ό,τι συνήθως πιστεύεται, η υπερπαραγωγή δεν είναι η αιτία των κρίσεων, μα ένα φαινόμενο εξωτερικό, ένα σύμπτωμα, και πιο συγκεκριμένα, το κυριότερο σύμπτωμα. Η υπερπαραγωγή κεφαλαίου είναι μια περιγραφή ενός γεγονότος αλλά όχι μια εξήγηση της κρίσης. Η πραγματική αιτία των κρίσεων, που πολλοί θεωρητικοί μαρξιστές ξεχνούν να δουν, έγκειται στην ανεπίλυτη αντίθεση μεταξύ της ανάπτυξης των κοινωνικών παραγωγικών δυνάμεων και των αστικών σχέσεων παραγωγής, που στην παρούσα φάση του καπιταλισμού έχει φτάσει ένα οξύτατο και χωρίς προηγούμενο επίπεδο, δεδομένου ότι οι παραγωγικές δυνάμεις έχουν γίνει εξαιρετικά ισχυρές και συλλογικές για να είναι περιορισμένες στο καθεστώς της ατομικής ιδιοκτησίας. Αυτή η αντίθεση, ωστόσο, δεν καθίσταται έντονη από μόνη της στην καπιταλιστική κοινωνία, αλλά γίνεται εμφανής μέσω των συγκεκριμένων αντιθέσεων μέσω των οποίων εκδηλώνονται οι κρίσεις.

Η υπερπαραγωγή κεφαλαίου είναι απόλυτη ή σχετική;
Από την ανάλυση της κυκλικής πορείας αξιοποίησης του κεφαλαίου και στη βάση της εισαγωγικής περιγραφής από το Μαρξ για την εξήγηση του χαρακτήρα των επιδημιών υπερπαραγωγής, πολλοί σύντροφοι συνάγουν τον απόλυτο χαρακτήρα των ίδιων των κρίσεων, καταλήγοντας στο να συγχέουν, στο να ταυτίζουν την απόλυτη κρίση υπερπαραγωγής με τη γενική κρίση του καπιταλισμού, η οποία έχει μια άλλη φύση (δες το άρθρο «για τη γενική κρίση του καπιταλισμού» στο ν.8 του Teoria e Prassi-σημ.μετάφρ.: σύντομα θα μεταφραστεί και αυτό το άρθρο)
Σε αντίθεση με αυτούς τους συντρόφους έχουμε πρόθεση να αποδείξουμε ότι στην πραγματικότητα, οι κρίσεις υπερπαραγωγής κεφαλαίου δεν είναι απόλυτες, αλλά σχετικές, αφήνοντας στο μέλλον το καθήκον να εξηγήσουμε τις διαφορές της πορείας της κρίσης και του οικονομικού κύκλου που καταγράφτηκαν στην προ-μονοπωλιακή περίοδο και στην ιμπεριαλιστική, με ειδικότερη αναφορά στις τελευταίες δεκαετίες.
Οι βασικοί λόγοι  για τους οποίους θεωρούμε ότι η κρίση υπερπαραγωγής κεφαλαίου είναι σχετική είναι οι ακόλουθοι.
1) Καταρχάς, οφείλουμε να κατανοήσουμε ότι ακόμα και στην περίπτωση που ο Μαρξ περιέγραφε για να εισάγει την έννοια της υπερσυσσώρευσης κεφαλαίου, η υπερπαραγωγή είναι πάντοτε σχετική αφού πρέπει να συσχετίζεται πάντα με την ανεπαρκή ικανότητα αυτοαξιοποίησης του ίδιου του κεφαλαίου. Οι κρίσεις υπερπαραγωγής προκύπτουν, στην πραγματικότητα, απευθείας από την καπιταλιστική συσσώρευση, η οποία καθορίζεται από το νόμο της αξίας, και μπορούν να ξεπεραστούν μόνο με μια καταστροφή της αξίας που επιτρέπει τον επανακαθορισμό του κατάλληλου ποσοστού κέρδους για μια περαιτέρω συσσώρευση.
Αυτό σημαίνει- σε αντιπαράθεση με όλες τις ρεφορμιστικές και αστικές θεωρίες περί υποκατανάλωσης ή δυσαναλογίας- ότι η ίδια η καπιταλιστική παραγωγή είναι που δεν συντρέχει, που δεν ταιριάζει με την αξιοποίηση: ότι υπάρχει μια μόνιμη και αξεπέραστη αντίθεση μεταξύ δύο συνθετικών πτυχών του κεφαλαίου, την παραγωγή και την αξιοποίηση.
Από αυτό πρέπει να συνάγουμε ότι δεν παράγεται υπερβολικά πολύ κεφάλαιο σε απόλυτους όρους, αλλά υπερβολικά πολύ κεφάλαιο βάσει των ορίων που τίθενται από την αξιοποίησή του. Όπως εξηγεί ο Μαρξ: «Μα ακόμα και στην ακραία υπόθεση που μόλις κάναμε, η απόλυτη υπερπαραγωγή κεφαλαίου δεν είναι μια απόλυτη υπερπαραγωγή γενικά, αλλά μόνο μια υπερπαραγωγή μέσων παραγωγής τα οποία λειτουργούν ως κεφάλαιο και οφείλουν, εξ’ αυτού, σε αναλογία με την αυξημένη αξία η οποία προκύπτει από την αύξηση της μάζας τους,, να αξιοποιήσουν αυτή την αξία, να δημιουργήσουν μια συμπληρωματική αξία»(Μαρξ, Κεφάλαιο, 3ος τόμος)
Προφανώς το όριο  είναι οι καπιταλιστικές σχέσεις παραγωγής οι οποίες εμποδίζουν την ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων, εμποδίζουν την απόλυτη παραγωγική και καταναλωτική δυνατότητα της κοινωνίας.
Κατ’ αυτό τον τρόπο αποκαλύπτεται απευθείας ο μη απόλυτος, αλλά ο ιστορικός, περιορισμένος, οριοθετημένος χαρακτήρας της καπιταλιστικής παραγωγής στον οποίο η τάση ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων έρχεται σε σύγκρουση με  τις αποπνικτικές συνθήκες αξιοποίησης που υπάρχουν και προετοιμάζει κρίσεις όλο και πιο βίαιες και ευρείες.
Ως εκ τούτου «αν με αυτό θέλει κανείς να πει ότι η υπερπαραγωγή είναι αποκλειστικά σχετική, αυτό είναι ολότελα σωστό, αλλά όλος ο καπιταλιστικός τρόπος παραγωγής είναι μόνο ένας σχετικός τρόπος παραγωγής, του οποίου τα όρια δεν είναι απόλυτα αλλά καθίστανται τέτοια εξαιτίας του ίδιου του τρόπου  παραγωγής» (Μαρξ, στο ίδιο, υπογράμμιση δική μας).
2) Δεύτερο, πρέπει να έχουμε υπόψη ότι η υπερπαραγωγή κεφαλαίου, στις μορφές που αυτό παίρνει, δεν είναι ποτέ απόλυτη σε σχέση με τις βασικές κοινωνικές ανάγκες.
          Δεν πρόκειται, για να φέρουμε ένα παράδειγμα σχετικό με το εμπορευματικό κεφάλαιο, περί ενός απόλυτου πλεονάσματος στην παραγωγή, δηλαδή ανεξάρτητου από τα εμπόδια που θέτει η αστική τάξη, η οποία βρίσκεται στην εξουσία, στην αγοραστική δυνατότητα των μεγάλων μαζών. Δεν πρόκειται περί μιας μάζας αξιών χρήσης που θα μπορούσαν να καταναλωθούν χωρίς προϋποθέσεις (μια μάζα που αυξάνεται στο μέτρο κατά το οποίο εξαπλώνεται η καπιταλιστική αγορά και πέφτει  η τιμή των εμπορευμάτων, ακόμα και αν η συνολική ανάγκη για αντικείμενα ανταλλαγής- η οποία συντίθεται από τις ανάγκες των συγκεκριμένων παραγωγών- έχει όρια). Πρόκειται, αντιθέτως, περί πραγματικών ορίων που τίθενται στην κοινωνική κατανάλωση- και συγκεκριμένα στην εργατική κατανάλωση- στις συνθήκες του καπιταλισμού. Η υπερπαραγωγή, λοιπόν, αναφέρεται στην ικανότητα απορρόφησης των μέσων εργασίας και επιβίωσης, σχετικής με μια συγκεκριμένη καπιταλιστική κοινωνία, δηλαδή με το εύρος της υπάρχουσας κατανάλωσης.
            Στο παράδειγμα του εμπορευματικού κεφαλαίου, εκ των ων ουκ άνευ για την πραγματοποίηση της υπεραξίας, το πλεόνασμα εμπορευματικού κεφαλαίου υφίσταται μόνο σε σχέση με την αγοραστική δύναμη των εργαζομένων και όχι σε σχέση με την ικανοποίηση των αναγκών μιας κοινωνίας στην οποία η μεγάλη πλειοψηφία πρέπει να παραμείνει φτωχή. Εδώ υπάρχει μια αναπόφευκτη αντίθεση του καπιταλισμού: οι εργάτες είναι σημαντικοί για την καπιταλιστική αγορά, αλλά η αστική τάξη έχει την τάση να μειώνει την τιμή της αξίας  τους ως πωλητών εργατικής δύναμης, το μισθό, και αυτό καθορίζει μια ελλιπή Ζήτηση. Εξάλλου, στις περιόδους κρίσης, οι εργάτες που παραμένουν στην παραγωγή εργάζονται περισσότερο από πριν, αλλά οι ανάγκες τους- ίδιες με εκείνες των ανέργων- ικανοποιούνται σε μικρότερο βαθμό από πριν γιατί περικόπτονται οι μισθοί. Αυτό παραλύει περαιτέρω την κατανάλωση.
Η παραδοξότητα του καπιταλισμού έγκειται στο ότι δεν παράγονται υπερβολικά πολλά προϊόντα, αλλά υπερβολικά πολλά εμπορεύματα σε σχέση με την αγοραστική δύναμη των εργαζομένων. Στην πραγματικότητα είναι τα σύνορα που το κεφάλαιο θέτει στην ικανότητά του να παράγει πλούτο που είναι απόλυτα (αφού το κεφάλαιο δεν παράγει για την ευημερία της κοινωνίας αλλά για το κέρδος), όχι η υπερπαραγωγή.
Για αυτό και οφείλουμε να υπογραμμίσουμε ότι σε καμία περίπτωση δεν πρόκειται περί μιας απόλυτης ή καθολικής υπερπαραγωγής κεφαλαίου, δηλαδή συνδεδεμένης με τις αυξανόμενες υλικές και πνευματικές απαιτήσεις της κοινωνίας, αλλά για μια αναπόφευκτη υπερπαραγωγή σχετική ως προς το ότι η προσπάθεια να ωθηθεί η παραγωγή πέρα από τα όρια της καπιταλιστικής αξιοποίησης και αγοράς- ειδικά σε μια κοινωνία που δεν είναι σχεδιασμένη, και στην οποία ισχύει ο αναρχικός χαρακτήρας της παραγωγής- συγκρούεται συνεχώς με την αντίθετη φύση των υφιστάμενων κοινωνικών σχέσεων.
3) Τρίτον, πρέπει να σημειωθεί ότι στην ανάλυση του Μαρξ ο ορισμός της απόλυτης υπερπαραγωγής πρέπει να ειδωθεί ως ένα είδος προκαταρκτικού ορισμού, ενός παραδείγματος το οποίο χρησιμεύει ακριβώς τη σταδιακή προσέγγιση του πραγματικού ορισμού της σχετικής υπερπαραγωγής. Η απόλυτη υπερπαραγωγή αναφέρεται, επομένως, σε μια περιορισμένη υπόθεση, «ακραία», όπως λέει και ο Μαρξ, η οποία του επιτρέπει να διατυπώσει έναν ξεκάθαρο ορισμό ο οποίος να καθιστά κατανοητό το συγκεκριμένο οικονομικό φαινόμενο που είναι η υπερπαραγωγή.
            Από αυτή την οπτική γωνία ο Μαρξ υιοθετεί μια μεθοδολογία που είναι τυπική των φυσικών επιστημών, όπως παραδείγματος χάρη εκείνη τη σχετική με το ιδεατό αέριο στη φυσική, του ορίου που τείνει στο μηδέν ή το άπειρο, στα μαθηματικά, την δια της εις άτοπον απαγωγή κλπ.
Μια μέθοδο την οποία ο Μαρξ, θεμελιωτής μαζί με τον Ένγκελς του επιστημονικού σοσιαλισμού, υιοθετεί συχνά, κάτι το  οποίο συχνά ξεφεύγει από την προσοχή αρκετών μαρξιστών, μολονότι ο ίδιος το επεσήμαινε πολλές φορές, όπως για παράδειγμα στον ίδιο τον πρόλογο του Κεφαλαίου. Ας δώσουμε άλλο ένα παράδειγμα που αντλήσαμε από τις ίδιες σελίδες.
Αν ξαναδιαβάσουμε τις σελίδες στις οποίες ο Μαρξ εισάγει τον προκαταρκτικό ορισμό της απόλυτης υπερπαραγωγής, αναδεικνύεται ξεκάθαρα ότι ο ίδιος αναφέρεται σε μια  πτώση του γενικού ποσοστού κέρδους η οποία ορίζεται από παράγοντες διαφορετικούς από εκείνους που υπάρχουν στην περίπτωση της τάσης του ποσοστού κέρδους να πέφτει.
            Σε αυτή την περίπτωση είναι η μείωση της αναλογίας μεταξύ υπερεργασίας και απαραίτητης εργασίας ο παράγοντας που καθορίζει την πτώση του ποσοστού κέρδους, και όχι η αύξηση της οργανικής σύνθεσης του κεφαλαίου (ή η σχετική μείωση του μεταβλητού κεφαλαίου σε σχέση με το σταθερό), η οποία έχει εξεταστεί από το Μαρξ σε προηγούμενο κεφάλαιο (13ο, του 3ου τόμου του Κεφαλαίου).
            Με άλλα λόγια, ο Μαρξ εισάγει την έννοια της κρίσης υπερπαραγωγής αναφερόμενος σε μια πτώση της ποσότητας υπεραξίας που αντλείται από την εργατική τάξη και εξηγεί ότι αυτή η  κρίση αναδεικνύει τη στιγμιαία ανικανότητα της τάξης των καπιταλιστών να εκμεταλλευτούν το προλεταριάτο σε ένα δεδομένο βαθμό.
            Είναι επομένως προφανές ότι το ποσοστό κέρδους εξαρτάται από δύο «μεταβλητές»: την οργανική σύνθεση του κεφαλαίου, από τη μια πλευρά, και το ποσοστό υπεραξίας, από την άλλη. Ο «μονομερής» ορισμός που δίνει ο Μαρξ στο 15ο κεφάλαιο δεν οφείλεται σε ένα θεωρητικό λάθος ή μια παράλειψη. Είναι συνδεδεμένος με την εφαρμογή μιας αναλυτικής μεθόδου η οποία ευρέως χρησιμοποιείται στις φυσικές επιστήμες και γνώριζε καλά ο Μαρξ. Είναι η μέθοδος που χρησιμοποιείται για τη μελέτη των αλλαγών μιας συγκεκριμένης ποσότητας υπό την επίδραση αλλαγών μιας άλλης ποσότητας, γνωστή και ως ceteris paribus. Ο ορισμός της υπερπαραγωγής κεφαλαίου επιτρέπει έτσι στο Μαρξ να μελετήσει την επίδραση αλλαγών στο ποσοστό υπεραξίας στο ποσοστό κέρδους, καθώς οι άλλοι παράγοντες παραμένουν σταθεροί.
Είναι ξεκάθαρο ότι αν ο Μαρξ είχε στη διάθεσή του τις μεταγενέστερες από αυτόν μεθόδους υπολογισμού της λειτουργίας πολυπαραγοντικών μοντέλων ή πίνακες, το πρόβλημα δεν θα υπήρχε καν.
                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                         
4) Τέταρτον, πρέπει να παρατηρήσουμε ότι η αρχική υπόθεση περί απόλυτης υπερπαραγωγής παραμένει μια απλή υπόθεση γιατί «στην πραγματικότητα τα πράγματα θα εξελίσσονταν με τέτοιο τρόπο ώστε ένα μέρος του κεφαλαίου θα παρέμενε μερικώς ή πλήρως ανενεργό». Με άλλα λόγια, δεδομένης της απώλειας για την καπιταλιστική τάξη στο σύνολό της, καθορίζεται, στη βάση νέων συσχετισμών δυνάμεων, μια νέα ισορροπία που χρησιμεύει στη δημιουργία νέας αξιοποίησης. Η κρίση ήδη δεν είναι πια απόλυτη την ίδια στιγμή κατά την οποία το κεφάλαιο αρχίζει αναπροσαρμόζει την παραγωγή στη Ζήτηση που μπορεί να καλυφθεί, αφήνοντας ανενεργό ένα τμήμα του, αφήνοντας να καταστραφούν μια σειρά από επιχειρήσεις και καταστρέφοντας ένα μέρος των παραγωγικών δυνάμεων.
            Συνεπώς, η χρήση του όρου «απόλυτος» για την υπερπαραγωγή κεφαλαίου στη μαρξιστική ορολογία χρησιμεύει μόνο για μια επιστημονική υπόθεση, η οποία εισάγεται με σκοπό την επεξήγηση της φυσικής προδιάθεσης του κεφαλαίου σε αυτό το είδος της κρίσης και, μαζί της, της σημασίας και του εύρους της κρίσης υπερπαραγωγής σε όλους τους κλάδους υπερπαραγωγής. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο ο Μαρξ έγραφε «για να καταλάβουμε τι πράγμα είναι αυτή η υπερσυσσώρευση αρκεί να υποθέσουμε ότι είναι απόλυτη», αποφεύγοντας την ανάπτυξη μιας πιο χαλαρής ανάλυσης των κρίσεων στη βάση της μελέτης της πραγματικής κίνησης του κεφαλαίου. Η εισαγωγική διατύπωση του Μαρξ δεν δικαιολογεί σε καμία περίπτωση τη χρήση της για την συγκεκριμένη ανάλυση της συγκεκριμένης πραγματικότητας.
            Με βάση όσα έχουμε ήδη πει δεν είναι ούτε σωστό να κάνουμε λόγο για «σχετικό χαρακτήρα της απόλυτης υπερπαραγωγής κεφαλαίου», βασιζόμενοι στο γεγονός ότι ο περιορισμός της καπιταλιστικής εξάπλωσης είναι σε κάθε περίπτωση σχετικός με τις συγκεκριμένες ιστορικές συνθήκες της αστικής κοινωνίας. Αν συμφωνούμε σε αυτό θα πρέπει ωστόσο να εξαλείψουμε τον χαρακτηρισμό της ως «απόλυτης» αφού η υπερπαραγωγή κεφαλαίου δεν θα είναι πραγματικά τέτοια. Ταυτόχρονα, και προς αποφυγή παρεξηγήσεων δεν θα πρέπει να χρησιμοποιούμε την έννοια «απόλυτη υπερπαραγωγή» για να περιγράψουμε την επέκταση της κρίσης σε κάθε σκέλος της παραγωγής, αφού η σωστή έκφραση σε αυτή την περίπτωση είναι : γενικές οικονομικές κρίσεις.


Με βάση τα τέσσερα παραπάνω επιχειρήματα για τη σχετικότητα της υπερπαραγωγής, ας δούμε για λίγο το σκεπτικό των υποστηρικτών του «απόλυτου» χαρακτήρα. Σύμφωνα με διάφορες οργανώσεις (π.χ. τις CARC που έχουν αναπτύξει και μελετήσει καλύτερα από άλλους την έννοια της κρίσης εξαιτίας της απόλυτης υπερπαραγωγής κεφαλαίου) έχουν επαληθευτεί ιστορικά δύο φορές οι προϋποθέσεις που έθετε ο Μαρξ ως περιορισμό του καπιταλισμού. Και αυτό θα έπρεπε να έχει ως συνέπεια δύο γενικές κρίσεις εξαιτίας της απόλυτης υπερπαραγωγής κεφαλαίου: η πρώτη στις αρχές του 1900 και η δεύτερη τη δεκαετία του ’70, η οποία διαρκεί ακόμα.
           
Τι διακρίνει, κατ’ αυτούς, μια κρίση απόλυτης υπερπαραγωγής;
«Απόλυτη υπερπαραγωγή κεφαλαίου σημαίνει ότι το συσσωρευμένο κεφάλαιο δεν μπορεί να απασχοληθεί στην εξαγωγή υπεραξίας με τη διεύρυνση του πραγματικού προτσές καπιταλιστικής παραγωγής μέχρι την απορρόφησή του σε αυτό όλου του διαθέσιμου προλεταριάτου. Στις δεδομένες συνθήκες  από το πρώτο κύμα της προλεταριακής επανάστασης και των Forme Antitetiche dellUnità Sociale(FAUS) οι οποίες είχαν ήδη αναπτυχθεί, μια διεύρυνση της πραγματικά καπιταλιστικής παραγωγής στο μέτρο που επέτρεπε το ήδη συσσωρευμένο κεφάλαιο θα είχε επιφέρει την άντληση υπεραξίας ίσης ή μικρότερης από εκείνη που οι καπιταλιστές αντλούν με ένα μικρότερο κεφάλαιο» (Η κρίση του καπιταλισμού, στο “Rapporti Sociali”, n.31/32).

            Ένα καλό συμπύκνωμα απόλυτων ανοησιών. Προσπαθώντας να ερμηνεύσουν το Μαρξ- ο οποίος όπως είδαμε εισήγαγε την έννοια της απόλυτης υπερπαραγωγής για να φτάσει σε εκείνη της σχετικής υπερπαραγωγής- οι CARC καταλήγουν σε συμπεράσματα πραγματικά αντιφατικά. Ας τα δούμε:

- στον καπιταλισμό, όλο το συσσωρευμένο κεφάλαιο είναι απασχολημένο με την άντληση υπεραξίας, δηλαδή απασχολείται ως παραγωγικό κεφάλαιο, αλλιώς το σύστημα εισέρχεται σε κρίση απόλυτης υπερπαραγωγής. Έτσι οι σύντροφοι αυτοί παραλείπουν να πουν ότι στην διευρυμένη καπιταλιστική αναπαραγωγή μόνο ένα τμήμα της παραγόμενης από τους εργαζομένους υπεραξίας είναι προορισμένη για την αύξηση της παραγωγής (και έτσι λοιπόν συσσωρεύεται) ενώ ένα άλλο τμήμα πηγαίνει σε εισοδήματα, τόκους, σε μη παραγωγικές δαπάνες, σε προσωπικά κέρδη, σε χρήματα που συλλέγονται από το αστικό κράτος κλπ. Αυτό καθ’ εαυτό το γεγονός δεν επιφέρει την κρίση υπερπαραγωγής κεφαλαίου.

- αν δεν απορροφάται όλος ο σχετικός υπερπληθυσμός εργατών (γιατί πλεονάζει αναφορικά με τις ανάγκες συσσώρευσης του κεφαλαίου) υπάρχει κρίση απόλυτης υπερπαραγωγής. Και εδώ μπαίνουμε στο ιδανικό βασίλειο του κεφαλαίου, δεδομένου ότι η πλήρης απασχόληση μπορεί να υπάρξει μόνο στο σοσιαλισμό, ενώ «ένας εργατικός υπερπληθυσμός είναι το απαραίτητο προϊόν της συσσώρευσης, δηλαδή της ανάπτυξης του πλούτου σε καπιταλιστική βάση και μάλιστα μια εκ των προϋποθέσεων ύπαρξης του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής» (K.Μαρξ, Το Κεφάλαιο, 1ος τόμος, 5ο κεφ.)

-κατά την άποψη αυτών των συντρόφων η διαφορά μεταξύ απόλυτης και σχετικής υπερπαραγωγής οφείλεται ουσιαστικά σε μια διαφορά στο βαθμό εκμετάλλευσης της εργατικής τάξης, με άλλα λόγια εξαρτάται από ένα μεγαλύτερο ή μικρότερο ποσοστό υπεραξίας. Αλλά η σχέση μεταξύ υπεραξίας και μεταβλητού κεφαλαίου- που εκφράζει το βαθμό εκμετάλλευσης του εργάτη από τον καπιταλιστή- αυξάνει με την ανάπτυξη του καπιταλισμού, αντί να μειώνεται. Π.χ. αν κάποιες δεκαετίες πριν ένας εργάτης της FIAT έπρεπε να δουλεύει 4 ώρες για να αναπαράγει την αξία των απαραίτητων για τη συντήρησή του μέσων επιβίωσης, σήμερα αρκούν 2 ώρες εργασίας.
Στην πραγματικότητα, μια τέτοια ερμηνεία της κρίσης συντρέχει με την θέση ότι η κρίση οφείλεται στη συμπίεση των κερδών που προκαλείται από τις μισθολογικές πιέσεις (στα αγγλικά αυτή η θεωρία είναι γνωστή ως “profit squeeze”): μια ερμηνεία η οποία, αν και δεν έχει τον ίδιο αριθμό υποστηρικτών όσο εκείνη της υποκατανάλωσης, τα τελευταία χρόνια έχει διαδοθεί μεταξύ των μελετητών που πρόσκεινται στο μαρξισμό και έχει υιοθετηθεί ακόμα και από κεϋνσιανούς και νεορικαρδιανούς. Σύμφωνα με τον Μ.Itoh(1987) ο πραγματικός παραγωγός αυτής της θέσης δεν είναι άλλος από τον Οττο Μπάουερ.
            Τι να πει κανείς, λοιπόν; Μια απόλυτη αναταραχή, ένα συνονθύλευμα από τυχαίες φράσεις που αν εφαρμοστούν ως κριτήρια για να χαρακτηριστεί μια κρίση υπερπαραγωγής μάς οδηγούν στο συμπέρασμα ότι αυτό το γεγονός είναι…πάντοτε παρόν από τότε που υπάρχει ο καπιταλισμός.
            Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι ένας τέτοιος τρόπος ερμηνείας της κρίσης μάς οδηγεί δίχως άλλο στη διάβρωση της μαρξιστικής θεωρίας για την κρίση, στην απάρνηση της εγκυρότητάς της.
            Και ποια είναι τα οικονομικά δεδομένα στη βάση των οποίων οι οπαδοί της θεωρίας του «απόλυτου» θεμελιώνουν τη θέση τους. Πραγματικά δεν υπάρχει πρόσθετο κεφάλαιο για επενδύσεις τα τελευταία 30 χρόνια; Στα αλήθεια οι πολυεθνικές δεν έχουν πραγματοποιήσει τεράστια κέρδη; Πράγματι η μάζα της υπεραξίας που αντλείται ολοκληρωτικά από τους καπιταλιστές από την εργατική τάξη  η οποία αυξάνει αριθμητικά σε παγκόσμιο επίπεδο έχει μειωθεί ή παραμένει ίδια σε κάθε κύκλο; Εδώ μας φαίνεται ότι αντί για υλιστική ανάλυση της πραγματικότητας, αντί για γεγονότα που μπορούν να αποδειχτούν, οι οπαδοί της θεωρίας του «απόλυτου» χαρακτήρα της κρίσης της υπερπαραγωγής παρουσιάζουν δόγματα και σχήματα μη επαληθεύσιμα.
            Μα ας φανταστούμε για μια στιγμή ότι έχουν δίκιο. Σε μια τέτοια περίπτωση πώς και ο καπιταλισμός δεν έχει καταρρεύσει 30 χρόνια τώρα και περνά χρόνια απόλυτης υπερπαραγωγής που θα τον είχαν φέρει σε κατάρρευση; Πώς το σύστημα λειτούργησε πέραν των ακραίων ορίων που περιέγραψε ο Μαρξ, που του είχαν αποκλείσει την πιθανότητα της πραγματοποίησης του μέγιστου κέρδους;
            Εδώ δεν υπάρχουν FAUS που να αντέχουν: η πραγματικότητα είναι ότι ο καπιταλισμός δεν έχει ποτέ φτάσει το ιστορικό όριο της απόλυτης υπερπαραγωγής κεφαλαίου. Ένας από τους λόγους για τους οποίους δεν την έχει φτάσει είναι το γεγονός ότι η πτωτική τάση του ποσοστού κέρδους αντισταθμίζεται από την αύξηση της μάζας του κεφαλαίου και επομένως από την αύξηση της ποσότητας της αντλούμενης υπεραξίας. Επομένως για τον ακριβώς αντίθετο λόγο από αυτόν που υποστηρίζουν οι οπαδοί της θεωρίας περί «απόλυτης» υπερπαραγωγής.
            Ως τώρα το κεφάλαιο κατάφερε με τον έναν ή τον άλλο τρόπο να γλιτώσει από τα όριά του (με την αύξηση της εκμετάλλευσης, με την εξαγωγή κεφαλαίων, με τον ιμπεριαλιστικό πόλεμο κλπ) αποφεύγοντας, κατ’ αυτό τον τρόπο, να βρεθεί απέναντι σε ένα πρόβλημα απόλυτης υπερπαραγωγής, η οποία έχει παραμείνει ως τώρα ένα πρόβλημα μόνο θεωρητικό, μια τάση του συστήματος, είτε αυτό βρίσκεται σε προμονοπωλιακή είτε σε ιμπεριαλιστική φάση.
            Αντίθετα, ήταν ο σχετικός χαρακτήρας των κρίσεων υπερπαραγωγής ο οποίος απέτρεψε την κατάρρευση (αφού οι κρίσεις οι κυκλικές είναι οι στιγμές βίαιης επίλυσης των εσωτερικών αντιθέσεων του καπιταλισμού). Κατάρρευση την οποία εμείς ευχόμαστε να επέλθει ως αποτέλεσμα της επαναστατικής πάλης της εργατικής τάξης και των λαών στη βάση της γνώσης των οικονομικών νόμων και όχι των επιθυμιών του καθένα.
          

Η θεωρητική συζήτηση για τη φύση και τα αίτια της οικονομικής κρίσης έχει μεγάλη πολιτική σημασία για το επαναστατικό κίνημα. Η θεωρία, η ακριβής κατανόηση, από το κίνημα, της οικονομικής δομής χρησιμεύει στη διεύθυνση και την δικαιολόγηση της πολιτικής δράσης: ανάλογα με τη μια ή την άλλη θέση για την καπιταλιστική κρίση προκύπτουν πολιτικές γραμμές αποκλίνουσες ή ακόμα και αντικρουόμενες.
Π.χ. οι υποστηρικτές της θέσης της κρίσης υποκατανάλωσης έχουν εξ αυτής  θέσεις πολιτικές καθαρά ρεφορμιστικές και συνδικαλιστικές, αφού θεωρούν πως η λύση για τα δεινά της σύγχρονης κοινωνίας μπορεί να επιτευχθεί με την αύξηση των μισθών ή με κεϋνσιανές πολιτικές που θα μπορούσε να υιοθετήσει το αστικό κράτος, απορρίπτοντας κατ’ αυτό τον τρόπο να θέσουν το ζήτημα της προλεταριακής εξουσίας και την οικοδόμηση του σοσιαλισμού στο ίδιο τους το πολιτικό πρόγραμμα.
            Ομοίως, στον επαναστατικό χώρο, το να υποθέτει κανείς μια υπερπαραγωγή απόλυτου χαρακτήρα σημαίνει να συνάγει αντίστοιχα πολιτικά συμπεράσματα, αναφορικά με τις προϋποθέσεις επαναστατικής δράσης και πάλης των τάξεων.
            Η κύρια πολιτική συνέπεια της θέσης για απόλυτη υπερπαραγωγή κεφαλαίου έγκειται στο ότι βγαίνει το συμπέρασμα για μια «αναπτυσσόμενη επαναστατική κατάσταση» μακράς διάρκειας και απλωμένης σε όλο τον κόσμο.  Για να μη μακρηγορούμε παροτρύνουμε τους αναγνώστες στο νο.7 της Teoria e Prassi στο οποίο είχαμε παραθέσει την κριτική μας σε μια παραποίηση μιας θεμελιώδους λενινιστικής αρχής.
Σίγουρα, δεν είναι δύσκολο να καταλάβει κανείς ότι η μετάφραση σε πολιτικούς όρους μιας θεωρητικής θέσης υπερβολικής και δογματικής είναι ακριβώς μια πολιτική θέση  τυπικά αριστερίστικη και υποκειμενιστική: αλλά πρέπει ίσως να περιμένει κανείς τίποτε άλλο από κάποιον που συγχέει μια «ακραία υπόθεση» με την πραγματικότητα;

Εν κατακλείδι…

            Η φύση και η αιτία των σημερινών κρίσεων δεν είναι στην ουσία διαφορετικές από εκείνες που περιέγραψε ο Μαρξ. Ακόμα και στην εποχή του ιμπεριαλισμού- η οποία είναι το τελευταίο στάδιο του καπιταλισμού και σε τίποτα θεμελιωδώς διαφορετική από αυτόν- είναι η αντίθεση μεταξύ του κοινωνικού χαρακτήρα της παραγωγής και την καπιταλιστική μορφή, με την ατομική ιδιοποίηση των αποτελεσμάτων της παραγωγής να συνιστά το θεμέλιο των κρίσεων υπερπαραγωγής. Ως εκ τούτου αυτές οι κρίσεις έχουν στις ρίζες τους στο ίδιο το καπιταλιστικό σύστημα και καθορίζονται από οικονομικούς νόμους που δημιουργούνται από τον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής.
            Βεβαίως, η πορεία κάθε κρίσης, οι μορφές στις οποίες αυτές οι κρίσεις εκδηλώνονται, εξαρτώνται από τις συγκεκριμένες συνθήκες ανάπτυξης του καπιταλισμού σε κάθε χώρα και από την πλήρη αντιπαράθεση μιας εναλλακτικής σε αυτόν τον ιστορικά ξεπερασμένο τρόπο παραγωγής.
            Οι οικονομικές κρίσεις υπερπαραγωγής, η γενίκευσή τους και η επιδείνωσή τους, απειλούν πάντοτε όλο και περισσότερο τη λειτουργία του κεφαλαίου ως θεμελίου της σημερινής κοινωνίας και ξεπερνιούνται με τρόπο όλο και πιο καταστρεπτικό. Δεδομένου αυτού πρέπει να θυμόμαστε ότι ο μαρξισμός- λενινισμός αντιτίθεται στις θέσεις περί μιας κρίσης χωρίς διέξοδο για τον καπιταλισμό, σε θέσεις περί πάνω κάτω αυτόματης ανισορροπίας του συστήματος που προκαλεί μια κατάσταση από την οποία δεν μπορεί αυτό να ξεφύγει. Ο Μαρξ υπογράμμιζε ότι η καθαρά οικονομική πτώση του καπιταλισμού ανταποκρινόταν ακριβώς στην αστική οπτική γωνία.
            Υπάρχει μια τάση για κατάρρευση του καπιταλισμού, η οποία εκδηλώνεται και εξαπλώνεται σε κάθε κρίση, όμως το μόνο υποκείμενο που μπορεί πραγματικά να κάνει πράξη αυτή την κατάρρευση είναι το προλεταριάτο το οποίο πραγματοποιεί τη σοσιαλιστική επανάσταση.
            Αυτό σημαίνει ότι θα υπάρξουν κρίσεις υπερπαραγωγής όλο και πιο σοβαρές και εξαπλωμένες, ότι θα υπάρξει μια δυναμική που θα επιφέρει τη μεγέθυνση των υλικών βάσεων για την ανάπτυξη επαναστατικής δράσης και δημιουργίας της σοσιαλιστικής κοινωνίας.
            Χωρίς την ύπαρξη της νίκης του προλεταριακού σοσιαλισμού το κεφάλαιο θα μπορεί πάντοτε να επιλύει τη σχετική υπερσυσσώρευσή του, το πιο προφανές παράδοξό του, με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, γιατί δεν υπάρχει ένα στάδιο του καπιταλισμού στο οποίο δημιουργείται μια απόλυτη αδυναμία συνέχισης του προτσές συσσώρευσης.
            Ένα παράδειγμα επίκαιρο είναι ο πόλεμος στο Ιράκ που χρησιμεύει ακριβώς για την επίλυση του προβλήματος της καταστροφής κεφαλαίου που πλεονάζει σε παγκόσμια κλίμακα, για να ξαναρχίσει ένας νέος κύκλος επέκτασης, ξεκινώντας από την «ανοικοδόμηση» από τις πολεμικές ζημιές.
            Αν λοιπόν το προλεταριάτο δεν πάρει μια πολιτική πρωτοβουλία για να ανατρέψει την αστική τάξη και να περάσει στο σοσιαλισμό, ο καπιταλισμός πάντοτε θα μπορεί να ξαναρχίσει τη συσσώρευσή του. Αν το προλεταριάτο δεν ακολουθεί τον δρόμο της επανάστασης, ανασυσταίνοντας το κομμουνιστικό του κόμμα, ο καπιταλισμός θα μπορεί να ανασυνθέσει τις αντιθέσεις του και να τις φέρει σε νέα επίπεδα, προσπαθώντας να παρασύρει στο νεκροκρέβατό του όλες τις κοινωνικές τάξεις για να μην ηττηθεί μια και καλή.

Teoria e Prassi
http://piattaformacomunista.com/SOVRAPPRODUZIONE_GR.htm
Διαβάστε Περισσότερα »