Τρίτη 14 Μαρτίου 2017
Friedrich Engels: Ομιλία στον τάφο του ΚΑΡΛ ΜΑΡΞ
Παρασκευή 22 Ιανουαρίου 2016
Ο Ένγκελς στον Στάρκεμπουργκ
Ιδού η απάντηση στα ερωτήματά σας!
1. Με τις οικονομικές σχέσεις, που τις θεωρούμε σαν καθοριστική βάση της ιστορίας της κοινωνίας, εννοούμε τον τρόπο που οι άνθρωποι μιας ορισμένης κοινωνίας παράγουν τα μέσα συντήρησής τους κι ανταλλάσσουν μεταξύ τους τα προϊόντα (εφόσον υπάρχει καταμερισμός της εργασίας). Δηλαδή, εδώ περιλαμβάνεται ολόκληρη η τεχνική της παραγωγής και των μεταφορών. Η τεχνική αυτή κατά την αντίληψή μας καθορίζει επίσης τον τρόπο της ανταλλαγής καθώς και της διανομής των προϊόντων και, επομένως, ύστερα από τη διάλυση της κοινωνίας των γενών, καθορίζει και το διαχωρισμό των τάξεων, επομένως και τις σχέσεις κυριαρχίας και υποδούλωσης, επομένως και το κράτος, την πολιτική, το δίκαιο κτλ. Ακόμα, στις οικονομικές σχέσεις περιλαβαίνεται και η γεωγραφική βάση που πάνω της ξετυλίγονται αυτές οι σχέσεις, και τα πραγματικά κληρονομημένα υπολείμματα από προηγούμενα στάδια ανάπτυξης που διατηρήθηκαν, συχνά μόνο από παράδοση ή με τη δύναμη της αδράνειας, και επίσης περιλαβαίνεται φυσικά και το περιβάλλον που περιβάλλει απ' τα έξω την κοινωνική αυτή μορφή.
Αν η τεχνική, όπως λέτε, εξαρτιέται στο μεγαλύτερό της μέρος από την κατάσταση της επιστήμης, πολύ περισσότερο ακόμα εξαρτιέται η επιστήμη από την κατάσταση και τις ανάγκες της τεχνικής. Όταν η κοινωνία έχει μια τεχνική ανάγκη, η ανάγκη αυτή προωθεί την επιστήμη περισσότερο από δέκα Πανεπιστήμια. Όλη η υδροστατική (Τορικέλι κτλ.) γεννήθηκε από την ανάγκη να ρυθμιστούν οι ορεινοί χείμαρροι στην Ιταλία το XVI και XVII αιώνα. Για τον ηλεκτρισμό ξέρουμε κάτι το θετικό μόνο αφότου ανακαλύφθηκε η δυνατότητα της τεχνικής εφαρμογής του. Στη Γερμανία όμως έχουν δυστυχώς συνηθίσει να γράφουν την ιστορία των επιστημών έτσι σαν να είχαν πέσει οι επιστήμες απ' τον ουρανό.
2. Θεωρούμε τις οικονομικές συνθήκες, ότι είναι αυτό που καθορίζει σε τελευταία ανάλυση την ιστορική εξέλιξη. Μα και η φυλή ακόμα είναι οικονομικός παράγοντας. Υπάρχουν όμως εδώ δυο σημεία που δεν πρέπει να τα παραβλέπουμε:
α) Η πολιτική, νομική, φιλοσοφική, θρησκευτική, φιλολογική, καλλιτεχνική κτλ. ανάπτυξη βασίζεται στην οικονομική. Όλες τους όμως αντεπιδρούν επίσης η μια πάνω στην άλλη και πάνω στην οικονομική βάση. Τα πράγματα όμως δεν έχουν καθόλου έτσι, ότι δηλαδή η οικονομική κατάσταση είναι η μόνη αιτία που δρα, ενώ όλα τα άλλα είναι μόνον παθητικό αποτέλεσμα. Εδώ έχουμε αλληλεπίδραση πάνω στη βάση της οικονομικής αναγκαιότητας που επιβάλλεται πάντα σε τελευταία ανάλυση. Το κράτος, λ.χ. επιδρά με τους προστατευτικούς δασμούς με το ελεύθερο εμπόριο, με μια καλή ή κακή φορολογία. Ακόμα και η θανάσιμη κόπωση και ανικανότητα του Γερμανού μικροαστού, που πηγάζει από την οικονομική αθλιότητα της Γερμανίας στην περίοδο από το 1648 ως το 1830 και που εκδηλώθηκαν πρώτα με τον πιετισμό, κι ύστερα με το συναισθηματισμό και τη δουλική υποταγή στους ηγεμόνες και στους ευγενείς, δεν έμειναν χωρίς οικονομικά αποτελέσματα. Αποτέλεσαν ένα από τα μεγαλύτερα εμπόδια για την καινούρια άνοδο και κλονίστηκαν μόνο όταν οι πόλεμοι της επανάστασης και του Ναπολέοντα έκαναν τη χρόνια αθλιότητα να περάσει σε οξεία μορφή. Δεν είναι λοιπόν, όπως θέλουν να φαντάζονται μερικοί, γιατί τους έρχεται βολικά, ένα αυτόματο αποτέλεσμα της οικονομικής κατάστασης, αλλά οι ίδιοι οι άνθρωποι κάνουν την ιστορία τους, την κάνουν όμως μέσα σ' ένα δοσμένο, καθοριστικό γι' αυτούς περιβάλλον, πάνω στη βάση πραγματικών σχέσεων που προϋπήρχαν, και που ανάμεσά τους οι οικονομικές συνθήκες, όσο κι αν επηρεάζονται από τις υπόλοιπες πολιτικές και ιδεολογικές συνθήκες, είναι ωστόσο, σε τελευταία ανάλυση, οι αποφασιστικές και αποτελούν τον κόκκινο μίτο που περνά μέσα απ' όλες και που μόνον αυτός οδηγεί στην κατανόηση.
β) Οι ίδιοι οι άνθρωποι κάνουν την ιστορία τους, την κάνουν όμως ως τώρα όχι με συλλογική θέληση, σύμφωνα μ' ένα γενικό σχέδιο, ούτε καν μέσα στα πλαίσια μιας καθορισμένης, δοσμένης κοινωνίας. Οι προσπάθειές τους διασταυρώνονται, κι ακριβώς γι' αυτό σ' όλες αυτές τις κοινωνίες κυριαρχεί η αναγκαιότητα, που ολοκλήρωση και μορφή έκφρασής της είναι η σύμπτωση. Η αναγκαιότητα που επιβάλλεται εδώ, μέσα από κάθε λογής συμπτώσεις, είναι πάλι, σε τελευταία ανάλυση, η οικονομική αναγκαιότητα. Και δω φτάνουμε στην εξέταση του ζητήματος των λεγόμενων μεγάλων ανδρών. Οτι κάποιος, κι ακριβώς αυτός ο μεγάλος άνδρας εμφανίζεται σε τούτη την ορισμένη εποχή, σ' αυτή τη δοσμένη χώρα, είναι φυσικά καθαρή σύμπτωση. Αν όμως τον σβήσουμε, τότε ζητείται αντικαταστάτης του, κι αυτός ο αντικαταστάτης βρίσκεται tant, bien que mal1, μα βρίσκεται με τον καιρό. Οτι ο Ναπολέοντας, ακριβώς αυτός ο Κορσικανός, ήταν ο στρατιωτικός δικτάτορας που τον έκανε απαραίτητο η εξαντλημένη από το δικό της πόλεμο Γαλλική Δημοκρατία, αυτό ήταν σύμπτωση. Ότι όμως, αν έλειπε ένας Ναπολέοντας, ένας άλλος θα είχε πάρει τη θέση του, αυτό αποδείχνεται από το γεγονός ότι βρισκόταν πάντα ο άνθρωπος μόλις χρειαζόταν: ο Καίσαρας, ο Αύγουστος, ο Κρόμβελ κτλ. Αν ο Μαρξ ανακάλυψε την υλιστική αντίληψη της ιστορίας, ο Τιερί, ο Μινιέ, ο Γκιζό και όλοι οι Άγγλοι ιστορικοί ως το 1850 αποδείχνουν ότι τα πράγματα έτειναν σ' αυτήν, κι η ανακάλυψη της ίδιας αντίληψης από τον Μόργκαν, αποδείχνει ότι ο καιρός ήταν ώριμος γι' αυτήν και ότι ακριβώς έπρεπε να ανακαλυφθεί.
Το ίδιο γίνεται και με όλες τις άλλες συμπτώσεις και τις φαινομενικές συμπτώσεις στην ιστορία. Όσο περισσότερο ο τομέας που μελετάμε απομακρύνεται από τον οικονομικό και πλησιάζει στον καθαρά αφηρημένο ιδεολογικό, τόσο περισσότερο θα βρίσκουμε ότι παρουσιάζει στην εξέλιξή του συμπτώσεις, τόσο περισσότερο η καμπύλη του διαγράφει ζικ-ζακ. Αν όμως χαράξετε τον μέσο άξονα της καμπύλης, θα δείτε ότι όσο μακρύτερη είναι η εξεταζόμενη περίοδος κι όσο μεγαλύτερο το μελετώμενο πεδίο, τόσο περισσότερο αυτός ο άξονας είναι παράλληλος με τον άξονα της οικονομικής ανάπτυξης.
Στη Γερμανία, το μεγαλύτερο εμπόδιο για τη σωστή κατανόηση είναι η ανεύθυνη παραμέληση της οικονομικής ιστορίας στη φιλολογία. Είναι πολύ δύσκολο να ξεσυνηθίσει κανείς τις αντιλήψεις για την ιστορία που του μπάσαν στο κεφάλι του όταν φοιτούσε στο σχολειό, μα ακόμα πιο δύσκολο είναι να συγκεντρώσει το υλικό που χρειάζεται γι' αυτό. Ποιος λ.χ. έχει διαβάσει έστω και μόνο το γέρο Γκ. φον Γκίλιχ2, που στη συλλογή του, που αποτελείται από στεγνά στοιχεία, έχει ωστόσο τόσο υλικό για την εξήγηση αναρίθμητων πολιτικών γεγονότων!
Άλλωστε, το ωραίο παράδειγμα που έδωσε ο Μαρξ στη «18η Μπρυμαίρ» θα πρέπει, νομίζω, να σας απαντά αρκετά στα ερωτήματά σας, ακριβώς γιατί είναι ένα πρακτικό παράδειγμα. Πιστεύω επίσης ότι έχω θίξει κιόλας τα περισσότερα σημεία στο «Αντι-Ντύρινγκ», Ι, κεφ. 9-11, και ΙΙ κεφ. 2-4, καθώς και ΙΙΙ, κεφ. 1 ή στην εισαγωγή και ύστερα στο τελευταίο μέρος του «Φόιερμπαχ».
Παρακαλώ να μην ψιλοκοσκινίσετε την κάθε λέξη από τα παραπάνω, μα να έχετε πάντα υπόψη τη συνοχή. Λυπάμαι που δεν έχω τον καιρό να σας τα γράψω επεξεργασμένα με την ίδια ακρίβεια που θα είμουνα υποχρεωμένος να τα γράψω για τη δημοσιότητα...
1. Καλά ή κακά
2. Ο Ένγκελς εννοεί το πολύτομο έργο του Γκ. φον Γκίλιχ «Ιστορική περιγραφή του εμπορίου της βιομηχανίας και της γεωργίας των σπουδαιότερων εμπορικών κρατών της εποχής μας», Ιένα, 1830-1845.
Τετάρτη 28 Νοεμβρίου 2012
Φρίντριχ Ένγκελς - 192 χρόνια από τη γέννηση του
Τιμώντας τα 192 χρόνια απ' τη γέννηση του Φρίντριχ Ένγκελς (28 Νοέμβρη 1820) στην Μπάρμεν της Ρηνανικής Πρωσσίας αναδημοσιεύουμε άρθρο του Β. Ι. ΛΕΝΙΝ που αναφέρεται στη συμβολή των Μαρξ-Ένγκελς στην ανάπτυξη του μαρξισμού.
Στις 5 του Αυγούστου 1895 με το νέο ημερολόγιο (24 του Ιούλη) πέθανε στο Λονδίνο ο Φρίντριχ Ένγκελς.Ύστερα από το φίλο του Καρλ Μαρξ (που πέθανε το 1883), ο Ένγκελς ήταν ο πιο επιφανής επιστήμονας και δάσκαλος του διεθνούς προλεταριάτου σ’ όλο τον πολιτισμένο κόσμο. Από τότε που η τύχη το έφερε να ανταμώσουν ο Καρλ Μαρξ με τον Φρίντριχ Ένγκελς, το έργο ζωής και των δύο φίλων έγινε κοινή τους υπόθεση. Συνεπώς, για να καταλάβει κανείς τι έκανε ο Φρίντριχ Ένγκελς για το προλεταριάτο, πρέπει ν’ αφομοιώσει καλά τη σημασία της διδασκαλίας και της δράσης του Μαρξ στην ανάπτυξη του σύγχρονου εργατικού κινήματος.
Πρώτοι ο Μαρξ και ο Ένγκελς έδειξαν, ότι η εργατική τάξη με τις διεκδικήσεις της είναι το αναγκαίο γέννημα του σύγχρονου οικονομικού καθεστώτος, που μαζί με την αστική τάξη δημιουργεί και οργανώνει αναπόφευκτα και το προλεταριάτο. Έδειξαν ότι την ανθρωπότητα δεν θα την απαλλάξουν από τις συμφορές που τη δέρνουν σήμερα, οι καλοπροαίρετες προσπάθειες ορισμένων ευγενικών προσωπικοτήτων, αλλά η ταξική πάλη του οργανωμένου προλεταριάτου. Πρώτοι ο Μαρξ και ο Ένγκελς εξήγησαν στις επιστημονικές εργασίες τους, ότι ο σοσιαλισμός δεν είναι μια επινόηση ονειροπόλων, αλλά ο τελικός σκοπός και το αναγκαίο αποτέλεσμα της ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων της σύγχρονης κοινωνίας. Όλη η γραφτή ιστορία ήταν ως τα σήμερα ιστορία ταξικής πάλης. Διαδοχή της κυριαρχίας και των νικών ορισμένων κοινωνικών τάξεων πάνω σε άλλες. Κι αυτό θα συνεχίζεται, ώσπου να εξαφανιστούν οι βάσεις της ταξικής πάλης και της ταξικής ιεραρχίας –η ατομική ιδιοχτησία και η αναρχική κοινωνική παραγωγή. Τα συμφέροντα του προλεταριάτου απαιτούν την εξάλειψη αυτών των βάσεων, και για το λόγο αυτό η συνειδητή ταξική πάλη των οργανωμένων εργατών πρέπει να στρέφεται ενάντια στις βάσεις αυτές. Κάθε όμως ταξική πάλη είναι πάλη πολιτική.
Οι απόψεις αυτές του Μαρξ και του Ένγκελς έχουν γίνει σήμερα κτήμα όλου του προλεταριάτου που αγωνίζεται για την απελευθέρωσή του. Οι απόψεις όμως αυτές στη δεκαετία 1840-1850, όταν οι δύο φίλοι άρχισαν να παίρνουν μέρος στη σοσιαλιστική φιλολογία και στα κοινωνικά κινήματα του καιρού τους, ήταν κάτι το εντελώς καινούργιο. Τότε υπήρχαν πολλοί άνθρωποι με ταλέντο και χωρίς ταλέντο, τίμιοι και μη τίμιοι, που συνεπαρμένοι από την πάλη για την πολιτική ελευθερία, από την πάλη ενάντια στην απολυταρχία των βασιλιάδων, της αστυνομίας και των παπάδων, δεν έβλεπαν την αντίθεση των συμφερόντων της αστικής τάξης και του προλεταριάτου. Οι άνθρωποι αυτοί δεν έκαναν ούτε καν τη σκέψη ότι οι εργάτες μπορούν να ενεργούν σαν αυτοτελής κοινωνική δύναμη. Από το άλλο μέρος υπήρχαν πολλοί ονειροπόλοι, κάποτε μεγαλοφυείς που πίστευαν πως δεν χρειάζεται παρά να πείσουμε τους κυβερνήτες και τις κυρίαρχες τάξεις, ότι το σύγχρονο κοινωνικό καθεστώς είναι άδικο και τότε θα είναι εύκολο να εγκαθιδρυθεί στη γη ειρήνη και γενική ευδαιμονία. Ονειρεύονταν δηλαδή σοσιαλισμό χωρίς πάλη. Τέλος, όλοι σχεδόν οι σοσιαλιστές εκείνου του καιρού είναι γενικά φίλοι της εργατικής τάξης, έβλεπαν το προλεταριάτο μόνο σαν πληγή, έβλεπαν με φρίκη ότι με την ανάπτυξη της βιομηχανίας μεγαλώνει κι αυτή η πληγή. Για το λόγο αυτό, όλοι τους σκέπτονταν με ποιο τρόπο θα σταματήσουν την ανάπτυξη της βιομηχανίας και του προλεταριάτου, με ποιο τρόπο θα σταματήσουν τον «τροχό της ιστορίας». Σε αντίθεση με το γενικό φόβο μπροστά στην ανάπτυξη του προλεταριάτου, ο Μαρξ και ο Ένγκελς στήριζαν όλες τις ελπίδες τους στην αδιάκοπη αύξηση του προλεταριάτου. Όσο περισσότεροι οι προλετάριοι τόσο μεγαλύτερη η δύναμή τους σαν επαναστατική τάξη, τόσο πιο κοντινός και πραγματοποιήσιμος ο σοσιαλισμός. Με λίγα λόγια οι υπηρεσίες του Μαρξ και του Ένγκελς απέναντι στην εργατική τάξη μπορούν να διατυπωθούν έτσι: δίδαξαν στην εργατική τάξη της αυτογνωσία και την αυτοσυνείδηση και στη θέση των ονειροπολημάτων έβαλαν την επιστήμη...
Να γιατί ο κάθε εργάτης πρέπει να ξέρει το όνομα και τη ζωή του Ένγκελς, να γιατί στη συλλογή μας αυτή, που έχει για σκοπό της, όπως και όλες οι εκδόσεις μας, το ξύπνημα της ταξικής αυτοσυνείδησης των Ρώσων εργατών, πρέπει να δώσουμε μια σκιαγραφία της ζωής και της δράσης του Φρίντριχ Ένγκελς, του ενός απ’ τους δυό μεγάλους δασκάλους του σύγχρονου προλεταριάτου.
Ο Ένγκελς γεννήθηκε το 1820 στην πόλη Μπάρμεν της επαρχίας Ρήνου του βασιλείου της Πρωσσίας. Ο πατέρας του ήταν εργοστασιάρχης. Το 1838 για οικογενειακούς λόγους ο Ένγκελς αναγκάστηκε, πριν ακόμα τελειώσει το γυμνάσιο, να πάει υπάλληλος σ’ έναν εμπορικό οίκο της Βρέμης. Η απασχόληση με το εμπόριο δεν εμπόδισε τον Ένγκελς να συνεχίζει την επιστημονική και πολιτική του μόρφωση. Από μαθητής ακόμα του γυμνασίου μίσησε την απολυταρχία και την αυθαιρεσία των δημόσιων υπαλλήλων. Η μελέτη της φιλοσοφίας τον οδήγησε παραπέρα. Κείνο τον καιρό στη γερμανική φιλολογία κυριαρχούσε η διδασκαλία του Χέγκελ και ο Ένγκελς έγινε οπαδός του. Αν και ο ίδιος ο Χέγκελ ήταν θαυμαστής του απολυταρχικού πρωσσικού κράτους, που το υπηρετούσε σαν καθηγητής του πανεπιστημίου του Βερολίνου, η διδασκαλία του Χέγκελ ήταν επαναστατική. Η πίστη του Χέγκελ στο λογικό και στα δικαιώματα του ανθρώπου και η βασική θέση της Χεγκελιανής φιλοσοφίας ότι στον κόσμο συντελείται ένα αέναο προτσές αλλαγής και εξέλιξης, οδήγησαν τους μαθητές εκείνους του βερολινέζου φιλόσοφου, στη σκέψη ότι και η πάλη ενάντια στην πραγματικότητα, η πάλη ενάντια στην αδικία που επικρατεί και στο κακό που βασιλεύει, έχει τις ρίζες της στον παγκόσμιο νόμο της αιώνιας εξέλιξης. Αν τα πάντα εξελίσσονται, αν τούτους τους θεσμούς τους διαδέχονται άλλοι, γιατί θα συνεχίζει να υπάρχει αιώνια η απολυταρχία του πρώσσου βασιλιά ή του ρώσου τσάρου, ο πλουτισμός μια μηδαμινής μειοψηφίας σε βάρος της τεράστιας πλειοψηφίας, η κυριαρχία της αστικής τάξης πάνω στο λαό; Η φιλοσοφία του Χέγκελ μιλούσε για εξέλιξη του πνεύματος και των ιδεών, ήταν ιδεαλιστική. Από την εξέλιξη του πνεύματος έβγαζε και την εξέλιξη της φύσης, του ανθρώπου και των ανθρώπινων, δηλαδή των κοινωνικών σχέσεων.
Ο Μαρξ και ο Ένγκελς κράτησαν τη σκέψη του Χέγκελ για το αιώνιο προτσές της εξέλιξης, και απέρριψαν την προκατειλημμένη ιδεαλιστική αντίληψη. Στράφηκαν προς τη ζωή και είδαν ότι δεν είναι η εξέλιξη του πνεύματος εκείνο που εξηγεί την εξέλιξη της φύσης, αλλά αντίθετα, το πνεύμα πρέπει να εξηγηθεί με τη φύση, με την ύλη... Σε αντίθεση προς τον Χέγκελ και τους άλλους χεγκελιανούς, ο Μαρξ και ο Ένγκελς ήταν υλιστές. Αντικρίζοντας υλιστικά τον κόσμο και την ανθρωπότητα, είδαν ότι, όπως όλα τα φαινόμενα της φύσης έχουν στη βάση τους υλικές αιτίες, έτσι και η εξέλιξη της ανθρώπινης κοινωνίας καθορίζεται από την ανάπτυξη των υλικών, των παραγωγικών δυνάμεων. Από την ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων εξαρτώνται οι σχέσεις που δημιουργούν μεταξύ τους οι άνθρωποι όταν παράγουν τα είδη, που είναι απαραίτητα για την ικανοποίηση των ανθρώπινων αναγκών. Και στις σχέσεις αυτές βρίσκεται η εξήγηση όλων των φαινομένων της κοινωνικής ζωής, των ανθρώπινων επιδιώξεων, των ιδεών και των νόμων. Η ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων δημιουργεί τις κοινωνικές σχέσεις που στηρίζονται στην ατομική ιδιοχτησία, τώρα όμως βλέπουμε πως η ίδια αυτή ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων αφαιρεί την ιδιοχτησία από την πλειοψηφία και την συγκεντρώνει στα χέρια μια μηδαμινής μειοψηφίας. Καταργεί την ιδιοχτησία, τη βάση του σύγχρονου κοινωνικού καθεστώτος μόνη της τείνει προς τον ίδιο σκοπό, που έχουν βάλει στον εαυτό τους οι σοσιαλιστές. Οι σοσιαλιστές πρέπει μόνο να καταλάβουν ποια κοινωνική δύναμη, λόγω της θέσης της στη σύγχρονη κοινωνία, ενδιαφέρεται για την πραγματοποίηση του σοσιαλισμού, και να προσδώσουν στη δύναμη αυτή συνείδηση των συμφερόντων της και του κοινωνικού της καθήκοντος. Η δύναμη αυτή είναι το προλεταριάτο...
Ο Ένγκελς γνώρισε το προλεταριάτο στην Αγγλία, στο κέντρο της αγγλικής βιομηχανίας, στο Μάντσεστέρ, όπου εγκαταστάθηκε το 1842, κι έπιασε δουλειά σ’ έναν εμπορικό οίκο, ένας από τους συνεταίρους του οποίου ήταν ο πατέρας του. Εδώ ο Ένγκελς δεν καθότανε απλώς στο γραφείο του εργοστασίου, πήγαινε στις βρώμικες συνοικίες όπου ζούσαν οι εργάτες και έβλεπε με τα μάτια του τη φτώχια και τη δυστυχία τους. Δεν αρκέστηκε όμως στις προσωπικές του παρατηρήσεις, διάβασε όλα όσα είχαν γραφτεί πριν απ’ αυτόν για την κατάσταση της αγγλικής εργατικής τάξης, μελέτησε προσεχτικά όλα τα επίσημα ντοκουμέντα που του ήταν προσιτά. Καρπός των μελετών και των παρατηρήσεων αυτών ήταν το βιβλίο «Η κατάσταση της εργατικής τάξης στης Αγγλία».
Και πριν από τον Ένγκελς πάρα πολλοί είχαν περιγράψει τα βάσανα του προλεταριάτου και τονίσει, ότι είναι ανάγκη να του δοθεί βοήθεια. Πρώτος ο Ένγκελς είπε ότι το προλεταριάτο δεν είναι μόνο τάξη που υποφέρει. Ότι ίσα-ίσα η επαίσχυντη οικονομική κατάσταση του προλεταριάτου το σπρώχνει ακατάσχετα προς τα μπρος και το αναγκάζει να παλεύει για την τελική του απελευθέρωση. Και το αγωνιζόμενο προλεταριάτο θα βοηθήσει μόνο του τον εαυτό του. Το πολιτικό κίνημα της εργατικής τάξης θα οδηγήσει αναπόφευκτα τους εργάτες να καταλάβουν, ότι γι’ αυτούς δεν υπάρχει άλλη διέξοδος από το σοσιαλισμό. Από το άλλο μέρος, ο σοσιαλισμός τότε μόνο θα καταστεί δύναμη, όταν γίνει σκοπός της πολιτικής πάλης της εργατικής τάξης. Αυτές είναι οι βασικές ιδέες του βιβλίου του Ένγκελς για την κατάσταση της εργατικής τάξης στην Αγγλία, ιδέες που τις έχει αφομοιώσει σήμερα όλο το αγωνιζόμενο και σκεπτόμενο προλεταριάτο, που τότε όμως ήταν εντελώς καινούργιες. Οι ιδέες αυτές έχουν διατυπωθεί από τις πιο αξιόπιστες και συγκλονιστικές εικόνες της δυστυχίας του αγγλικού προλεταριάτου. Το βιβλίο αυτό ήταν ένα φοβερό κατηγορητήριο ενάντια στον καπιταλισμό και στην αστική τάξη. Προξένησε τεράστια εντύπωση. Παντού άρχισαν να παραπέμπουν στο βιβλίο του Ένγκελς, γιατί έδινε την καλύτερη εικόνα της κατάστασης του σύγχρονου προλεταριάτου. Και πραγματικά, ούτε πριν από το 1845, ούτε και αργότερα δεν παρουσιάστηκε κανένα έργο που να δίνει μια τόσο ζωντανή και πιστή περιγραφή των βασάνων της εργατικής τάξης.
Ο Ένγκελς έγινε σοσιαλιστής μόνος στην Αγγλία. Στο Μάντσεστερ συνδέθηκε με τους παράγοντες του αγγλικού εργατικού κινήματος εκείνου του καιρού και άρχισε να γράφει σε διάφορες αγγλικές σοσιαλιστικές εκδόσεις. Το 1844, επιστρέφοντας στη Γερμανία σταμάτησε στο Παρίσι, όπου γνωρίστηκε με τον Μαρξ με τον οποίο είχε ήδη από προηγούμενα αλληλογραφία. Στο Παρίσι ο Μαρξ, κάτω από την επίδραση των γάλλων σοσιαλιστών και της γαλλικής ζωής, είχε γίνει κι αυτός σοσιαλιστής. Εδώ οι δύο φίλοι έγραψαν μαζί το βιβλίο: «Η αγία οικογένεια, η κριτική της κριτικής κριτικής». Στο βιβλίο αυτό που βγήκε ένα χρόνο πριν από το έργο «Η κατάσταση της εργατικής τάξης στην Αγγλία» και γράφτηκε στο μεγαλύτερο μέρος του από τον Μαρξ, μπήκαν οι βάσεις του επαναστατικού-υλιστικού σοσιαλισμού που τις κύριες ιδέες του τις εκθέσαμε πιο πάνω. Ο τίτλος «Αγία οικογένεια» είναι αστεία προσωνυμία που χρησιμοποιείται για τους φιλόσοφους αδελφούς Μπαόυερ και τους οπαδούς τους. Οι κύριοι αυτοί κήρυχναν μια κριτική που στέκεται πάνω από κάθε πραγματικότητα, πάνω από κόμματα και πολιτική, που αρνιέται κάθε πραχτική δράση και απλώς ατενίζει «κριτικά» το γύρω κόσμο και τα γεγονότα που διαδραματίζονται σ’ αυτόν. Οι κύριοι Μπάουερ έκρινα αφ’ υψηλού το προλεταριάτο, που το θεωρούσαν άκριτη μάζα. Ο Μαρξ και ο Ένγκελς αντιτάχθηκαν αποφασιστικά σ’ αυτή την ανόητη κι επιζήμια κατεύθυνση. Στο όνομα της πραγματικής ανθρώπινης προσωπικότητας του εργάτη, που τον ποδοπατούν οι κυρίαρχες τάξεις και το κράτος, ο Μαρξ και ο Ένγκελς απαιτούν όχι ενατένιση, αλλά πάλη για μια καλύτερη οργάνωση της κοινωνίας. Και σαν δύναμη ικανή να διεξάγει μια τέτοια πάλη και έχει συμφέρον απ’ αυτή την πάλη, βλέπουν, φυσικά, το προλεταριάτο. Πριν ακόμα από την «Αγία οικογένεια» ο Ένγκελς είχε δημοσιεύσει στο «γερμανο-γαλλικό περιοδικό» του Μαρξ και του Ρούγκε τις «Κριτικές μελέτες πάνω στην πολιτική οικονομία». Στο έργο αυτό εξέτασε από τη σκοπιά του σοσιαλισμού τα βασικά φαινόμενα του σύγχρονου οικονομικού καθεστώτος, σαν αναγκαία επακόλουθα της κυριαρχίας της ατομικής ιδιοχτησίας. Η επαφή του με τον Ένγκελς συντέλεσε αναμφισβήτητα στο ν’ αποφασίσει ο Μαρξ ν’ ασχοληθεί με την πολιτική οικονομία, με την επιστήμη στην οποία τα έργα του προκάλεσαν ολόκληρη επανάσταση.
Από το 1845 ως το 1847 ο Ένγκελς ζούσε στις Βρυξέλλες και στο Παρίσι, συνδυάζοντας τις επιστημονικές του ασχολίες με την πραχτική δράση μέσα στους γερμανούς εργάτες των Βρυξελλών και του Παρισιού. Εδώ ο Ένγκελς και ο Μαρξ συνδέθηκαν με τη μυστική γερμανική «Ένωση των κομμουνιστών», που τους ανέθεσε να διατυπώσουν τις βασικές αρχές του σοσιαλισμού είχαν επεξεργαστεί. Έτσι είδε το φως το «Μανιφέστο του Κομμουνιστικού Κόμματος» το περίφημο έργο του Μαρξ και του Ένγκελς, που δημοσιεύτηκε το 1948. το μικρό αυτό βιβλιαράκι αξίζει ολόκληρους τόμους: με το πνεύμα του ζει και κινείται ως τα σήμερα όλο το οργανωμένο και αγωνιζόμενο προλεταριάτο του πολιτισμένου κόσμου.
Η επανάσταση του 1848, που ξέσπασε πρώτα στη Γαλλία και σε συνέχεια επεκτάθηκε και σ’ άλλες χώρες της Δυτικής Ευρώπης, έφερε τον Μαρξ και το Ένγκελς στην πατρίδα τους. Εδώ, στην Πρωσσία του Ρήνουθ, μπήκαν επικεφαλής της δημοκρατικής «Νέας εφημερίδας του Ρήνου», που έβγαινε στην Κολωνία. Οι δύο φίλοι ήταν η ψυχή όλων των επαναστατικών-δημοκρατικών τάσεων στην Πρωσσία του Ρήνου. Υπεράσπιζαν όσο ήταν δυνατό τα συμφέροντα του λαού και της ελευθερίας ενάντια στις αντιδραστικές δυνάμεις. Οι τελευταίες αυτές, όπως είναι γνωστό, υπερίσχυσαν. Η «Νέα Εφημερίδα του Ρήνου» κλείστηκε. Ο Μαρξ, που στο διάστημα του εκπατρισμού του είχε χάσει την πρωσσική υπηκοότητα, απελάθηκε, ο Ένγκελς όμως πήρε μέρος στην ένοπλη λαϊκή εξέγερση, πολέμησε σε τρεις μάχες για τη λευτεριά και μετά την ήττα των επαναστατών έφυγε στο Λονδίνο μέσω Ελβετίας.
Στο Λονδίνο εγκαταστάθηκε και ο Μαρξ. Ο Ένγκελς γρήγορα ξανάγινε υπάλληλος, αργότερα και μέτοχος στον ίδιο εμπορικό οίκο του Μάντσεστερ, όπου δούλευε και στα 1842-1844. Ως το 1870 ο Ένγκελς ζούσε στο Μάντσεστερ και ο Μαρξ στο Λονδίνο, πράγμα που δεν τους εμπόδιζε να έχουν την πιο συχνή πνευματική επικοινωνία: αλληλογραφούσαν σχεδόν κάθε μέρα. Στην αλληλογραφία αυτή οι δύο φίλοι αντάλλασσαν τις γνώμες και τις γνώσεις τους κι εξακολουθούσαν να επεξεργάζονται από κοινού τον επιστημονικό σοσιαλισμό. Το 1870 ο Ένγκελς μετοίκησε στο Λονδίνο, και ως το 1883 που πέθανε ο Μαρξ, συνεχιζόταν η κοινή πνευματική τους ζωή, γεμάτη εντατική δουλειά. Καρπός της ήταν –από την πλευρά του Μαρξ- «Το Κεφάλαιο», το μεγαλύτερο πολιτικό-οικονομικό έργο του αιώνα μας, κι από την πλευρά του Ένγκελς μία σειρά μεγάλα και μικρά έργα. Ο Μαρξ ασχολούνταν με την ανάλυση των σύνθετων φαινομένων της κεφαλαιοκρατικής οικονομίας. Ο Ένγκελς, σε έργα γραμμένα πολύ κατανοητά, που συχνά έχουν το χαρακτήρα πολεμικής, φώτιζε τα πιο γενικά επιστημονικά προβλήματα και διάφορα φαινόμενα του παρελθόντος και του παρόντος, στο πνεύμα της υλιστικής αντίληψης της ιστορίας και της οικονομικής θεωρίας του Μαρξ. Από τις εργασίες αυτές του Ένγκελς αναφέρουμε: το έργο πολεμικής ενάντια στον Ντύρινγκ (εδώ εξετάζονται μέγιστα προβλήματα του τομέα της φιλοσοφίας, των φυσικών και των κοινωνικών επιστημών), την «Καταγωγή της οικογένειας, της ιδιοχτησίας και του κράτους», τον «Λουδοβίκο Φόυερμπαχ», το άρθρο για την εξωτερική πολιτική της ρωσικής κυβέρνησης, τα περίφημα άρθρα για το ζήτημα της κατοικίας και, τέλος τα δυό μικρά μα εξαιρετικά πολύτιμα άρθρα για την οικονομική ανάπτυξη της Ρωσίας.
Ο Μαρξ πέθανε πριν προλάβει να επεξεργαστεί στην οριστική του μορφή το τεράστιο έργο του για το κεφάλαιο. Ωστόσο στο πρόχειρο ήταν ήδη έτοιμο, και ο Ένγκελς, ύστερα από το θάνατο του φίλου του, καταπιάστηκε με τη δύσκολη δουλειά της επεξεργασίας και της έκδοσης του ΙΙ και του ΙΙΙ τόμου του «Κεφάλαιου». Το 1885 έβγαλε τον ΙΙ τόμο και το 1894 τον ΙΙΙ (τον IV τόμο δεν πρόλαβε να τον επεξεργαστεί). Οι δύο αυτοί τόμου χρειάστηκαν πάρα πολλή δουλειά. Α αυστριακός σοσιαλδημοκράτης Άντλερ έκανε μια σωστή παρατήρηση: ο Ένγκελς με την έκδοση του ΙΙ και ΙΙΙ τόμου του «Κεφάλαιου» έστησε στο μεγαλοφυή φίλο του ένα μεγαλειώδες μνημείο, στο οποίο άθελά του χάραξε με ανεξίτηλα γράμματα και το δικό του όνομα. Πραγματικά, οι δύο αυτοί τόμου του «Κεφάλαιου» είναι έργο και των δύο: του Μαρξ και του Ένγκελς. Οι παλιοί θρύλοι μιλούν για διάφορα συγκινητικά παραδείγματα φιλίας. Το προλεταριάτο της Ευρώπης μπορεί να πει, ότι η επιστήμη του δημιουργήθηκε από δυό επιστήμονες και αγωνιστές, που οι σχέσεις τους ξεπερνούν τους πιο συγκινητικούς θρύλους των αρχαίων για την ανθρώπινη φιλία. Ο Ένγκελς έβαζε πάντοτε –και σε γενικές γραμμές πολύ δίκαια- τον εαυτό του ύστερα από τον Μαρξ. «Κοντά στον Μαρξ» έγραφε σ’ έναν παλιό του φίλο, «εγώ έπαιζα το δεύτερο βιολί». Η αγάπη του για τον Μαρξ όσο ζούσε και η ευλαβική του προσήλωση στη μνήμη του Μαρξ όταν πέθανε, ήταν απεριόριστές. Αυτός ο σκληρός αγωνιστής και ο αυστηρός στοχαστής είχε ψυχή που ήξερε ν’ αγαπάει βαθιά.
Ύστερα από το κίνημα του 1848-1849 ο Μαρξ και ο Ένγκελς, όντας στην ξενιτιά, δεν ασχολούνταν μόνο με την επιστήμη. Ο Μαρξ ίδρυσε το 1864 τη «Διεθνή ένωση των εργατών» και επί ολόκληρη δεκαετία καθοδηγούσε αυτή την Ένωση. Στις υποθέσεις της Ένωσης συμμετείχε δραστήρια και ο Ένγκελς. Η δράση της «Διεθνούς ένωσης» που συνένωνε, σύμφωνα με τη σκέψη του Μαρξ, τους προλετάριους όλων των χωρών είχε τεράστια σημασία για την ανάπτυξη του εργατικού κινήματος. Μα κι όταν η «Διεθνής ένωση» σταμάτησε τη δράση της στα 1870-1880, ο ενοποιητικός ρόλος του Μαρξ και του Ένγκελς δε σταμάτησε. Απεναντίας, μπορούμε να πούμε, πως η σημασία τους σαν πνευματικών ηγετών του εργατικού κινήματος, μεγάλωνε συνεχώς, γιατί αναπτυσσόταν αδιάκοπα και το ίδιο το κίνημα. Ύστερα από το θάνατο του Μαρξ, ο Ένγκελς εξακολουθούσε να είναι μόνος του, ο σύμβουλος και ο ηγέτης των σοσιαλιστών της Ευρώπης. Σ’ αυτόν απευθύνονταν για να ζητήσουν συμβουλές και οδηγίες και οι γερμανοί σοσιαλιστές, που η δύναμή τους, παρόλες τις κυβερνητικές διώξεις, μεγάλωνε γρήγορα και αδιάκοπα, και οι εκπρόσωποι των καθυστερημένων χωρών, λχ. οι ισπανοί, οι ρουμάνοι, οι ρώσοι, που ήταν υποχρεωμένοι να μελετούν και να ζυγίζουν τα πρώτα τους βήματα. Όλοι τους αντλούσαν από το πλούσιο θησαυροφυλάκιο των γνώσεων και της πείρας του γέρο-Ένγκελς.
Ο Μαρξ και ο Ένγκελς που και οι δυό τους ήξεραν τα ρώσικα και διάβαζαν ρωσικά βιβλία, έδειχναν ζωηρό ενδιαφέρον για τη Ρωσία, παρακολουθούσαν με συμπάθεια το ρωσικό επαναστατικό κίνημα και κρατούσαν επαφή με τους ρώσους επαναστάτες. Και οι δυο τους έγιναν σοσιαλιστές από δημοκράτες και το δημοκρατικό αίσθημα του μίσους ενάντια στην πολιτική αυθαιρεσία ήταν εξαιρετικά δυνατό μέσα τους. Το άμεσο αυτό πολιτικό αίσθημα μαζί με τη βαθιά θεωρητική κατανόηση της σύνδεσης που υπάρχει ανάμεσα στην πολιτική αυθαιρεσία και στην οικονομική καταπίεση, καθώς και η πλούσια πείρα της ζωής, έκαναν τον Μαρξ και τον Ένγκελς εξαιρετικά ευαίσθητους από πολιτική ακριβώς άποψη. Για το λόγο αυτό η ηρωική πάλη μιας ολιγάριθμης μερίδας ρώσων επαναστατών ενάντια στην πανίσχυρη τσαρική κυβέρνηση έβρισκε στην ψυχή αυτών των δοκιμασμένων επαναστατών την πιο θερμή απήχηση. Αντίθετα, η τάση ορισμένων να παραιτηθούν για κάποια δήθεν οικονομικά ωφελήματα, από το πιο άμεσο και ποιο σπουδαίο καθήκον των ρώσων σοσιαλιστών, από την κατάχτηση της πολιτικής ελευθερίας, τους φαινόταν, φυσικά, ύποπτη και ακόμα τη θεωρούσαν άμεση προδοσία της μεγάλης υπόθεσης της κοινωνικής επανάστασης. «Η απελευθέρωση του προλεταριάτου πρέπει να είναι υπόθεση του ίδιου του προλεταριάτου», δίδασκαν συνεχώς ο Μαρξ και ο Ένγκελς. Και το προλεταριάτο για να παλέψει για την οικονομική του απελευθέρωση πρέπει να καταχτήσει ορισμένα πολιτικά δικαιώματα. Εκτός από αυτό και ο Μαρξ και ο Ένγκελς έβλεπαν καθαρά πως η πολιτική επανάσταση στη Ρωσία θα έχει τεράστια σημασία και για το εργατικό κίνημα της Δυτικής Ευρώπης. Η απολυταρχική Ρωσία ήταν πάντοτε το στήριγμα όλης της ευρωπαϊκής αντίδρασης. Βέβαια, η εξαιρετικά ευνοϊκή διεθνής θέση που δημιούργησε για τη Ρωσία ο πόλεμος του 1870, ανάβοντας για πολύν καιρό την έχθρα ανάμεσα στη Γερμανία και στη Γαλλία μεγάλωσε απλώς τη σημασία της απολυταρχικής Ρωσίας, σαν αντιδραστικής δύναμης. Μόνο μια ελεύθερη Ρωσία, που δε θα έχει ανάγκη να καταπιέζει του πολωνούς, τους φιλανδούς, τους γερμανούς, τους αρμένιους και τους άλλους μικρούς λαούς, ούτε να εξωθεί διαρκώς τη Γαλλία ενάντια στη Γερμανία και τη Γερμανία ενάντια στη Γαλλία, θα επιτρέχει στη σημερινή Ευρώπη να ανασάνει ελεύθερα από τα βάρη του πολέμου, θα εξασθενίσει όλα τα αντιδραστικά στοιχεία στην Ευρώπη και θα αυξήσει τη δύναμη της ευρωπαϊκής εργατικής τάξης. Να γιατί ο Ένγκελς επιθυμούσε θερμά την εγκαθίδρυση της πολιτικής ελευθερίας στη Ρωσία και προς όφελος του εργατικού κινήματος στη Δύση. Οι ρώσοι επαναστάτες έχασαν στο πρόσωπό του τον καλύτερό τους φίλο.
Αιώνια η μνήμη του Φρίντριχ Ένγκελς, του μεγάλου αγωνιστή και δάσκαλου του προλεταριάτου.
Αποσπάματα είχαν δημοσιευτεί στην Ανασύνταξη Αρ. Φύλ. 99 1-15 Δεκέμβρη 2000
Τρίτη 27 Μαρτίου 2012
Friedrich Engels: ΟΜΙΛΙΑ ΣΤΟΝ ΤΑΦΟ ΤΟΥ ΚΑΡΛ ΜΑΡΞ
Τετάρτη 16 Μαρτίου 2011
Το γράμμα του Ένγκελς (21-22.9.1890) στο Μπλοχ
... Σύμφωνα με την υλιστική αντίληψη της ιστορίας, ο καθοριστικός παράγοντας στην ιστορία σε τελευταία ανάλυση, η παραγωγή και η αναπαραγωγή της πραγματικής ζωής. Ούτε ο Μαρξ, ούτε εγώ ισχυριστήκαμε ποτέ τίποτα παραπάνω. Αν κάποιος τώρα το διαστρεβλώνει αυτό έτσι που να βγαίνει πως ο οικονομικός παράγοντας είναι ο μοναδικά καθοριστικός, τότε μετατρέπει εκείνη τη θέση σε αφηρημένη, παράλογη φράση, που δε λέει τίποτα. - Η οικονομική κατάσταση είναι η βάση, αλλά τα διάφορα στοιχεία του εποικοδομήματος: οι πολιτικές μορφές της ταξικής πάλης και τ΄ αποτελέσματά της - οι θεσμοί που τους καθορίζει η νικήτρια τάξη ύστερα από τη μάχη που κέρδισε, κτλ. - οι νομικές μορφές κι ακόμα περισσότερο οι αντανακλάσεις όλων αυτών των πραγματικών αγώνων στον εγκέφαλο αυτών που συμμετέχουν στην πάλη, οι πολιτικές, νομικές, φιλοσοφικές θεωρίες, οι θρησκευτικές αντιλήψεις και η παραπέρα ανάπτυξή τους σε συστήματα δογμάτων, ασκούν κι αυτά την επίδρασή τους πάνω στην πορεία των ιστορικών αγώνων και σε πολλές περιπτώσεις αυτά κυρίως καθορίζουν τη μορφή τους.
Υπάρχει μια αλληλεπίδραση όλων αυτών των στοιχείων, μέσα στην οποία επιβάλλεται σε τελευταία ανάλυση σαν αναγκαιότητα, η οικονομική κίνηση μέσα από το ατέλειωτο πλήθος των συμπτώσεων (δηλ. των πραγμάτων και γεγονότων που η μεταξύ τους εσωτερική συνάφεια είναι τόσο μακρινή ή τόσο αναπόδειχτη, που μπορούμε να τη θεωρήσουμε σαν ανύπαρχτη και να μη τη λογαριάζουμε). Διαφορετικά, η εφαρμογή της θεωρίας σε μιαν οποιαδήποτε περίοδο της ιστορίας θα ήταν, μα την αλήθεια, ευκολότερη από τη λύση μιας απλής πρωτοβάθμιας εξίσωσης.
Την ιστορία μας, την κάνουμε εμείς οι ίδιοι, την κάνουμε όμως, πρώτα, κάτω από πολύ ορισμένες προϋποθέσεις και όρους. Απ΄ αυτούς οι οικονομικοί είναι που αποφασίζουν τελικά. Μα και οι πολιτικοί κτλ., ακόμα και η παράδοση που έχει στοιχειώσει στα κεφάλια των ανθρώπων, παίζουν κάποιο ρόλο, έστω κι αν δεν είναι ο αποφασιστικός. Και το πρώτο πρωσικό κράτος δημιουργήθηκε και αναπτύχθηκε παραπέρα από ιστορικά και σε τελευταία ανάλυση οικονομικά αίτια. Δύσκολα όμως θα μπορούσε κανείς, χωρίς σχολαστικισμούς, να ισχυριστεί ότι ανάμεσα στα πολλά κρατίδια της βόρειας Γερμανίας, ίσα - ίσα το Βραδεμβούργο ήταν εκείνο που προοριζόταν από την οικονομική αναγκαιότητα κι όχι κι από άλλους παράγοντες (πριν απ΄ όλα από το γεγονός ότι το Βραδεμβούργο, χάρη στο ότι κατείχε την Πρωσία, είχε μπλεχτεί στο πολωνικό ζήτημα και μέσον αυτού του ζητήματος στις διεθνείς πολιτικές σχέσεις, που έπαιξαν επίσης αποφασιστικό ρόλο στη διαμόρφωση της ισχύος του αυστριακού οίκου) να γίνει η μεγάλη δύναμη που ενσάρκωνε την οικονομική, γλωσσική και, από την εποχή της Μεταρρύθμισης και θρησκευτική διαφορά ανάμεσα στο Βορρά και το Νότο. Δύσκολα θα κατορθώσει κανείς να εξηγήσει με οικονομικά αίτια, δίχως να γίνει γελοίος, την ύπαρξη του κάθε γερμανικού κρατιδίου στο παρελθόν και στο παρόν, ή την προέλευση της τροπής των φθόγγων στην άνω - γερμανική διάλεχτο, που το γεωγραφικό ορεινό τείχος, που εκτείνεται από τα Σουδητικά όρη ως τον Τάουνους, την έχει ευρύνει σε ένα σωστό ρήγμα που χωρίζει όλη τη Γερμανία.
Δεύτερο, όμως, η ιστορία γίνεται έτσι, που το τελικό αποτέλεσμα βγαίνει πάντα από τις συγκρούσεις πολλών ατομικών θελήσεων, που η καθεμιά τους πάλι γίνεται τέτοια που είναι από ένα πλήθος ιδιαίτερες συνθήκες ζωής. Υπάρχουν λοιπόν εδώ αναρίθμητες δυνάμεις που διασταυρώνονται, μια ατέλειωτη ομάδα από παραλληλόγραμμα δυνάμεων, από τα οποία βγαίνει μια συνισταμένη - δηλ. το ιστορικό. Το ιστορικό αυτό αποτέλεσμα μπορεί πάλι να θεωρηθεί σαν το προϊόν μιας δύναμης που κοιταγμένη στο σύνολό της δρα ασυνείδητα και άβουλα. Γιατί αυτό που θέλει το κάθε άτομο, εμποδίζεται από κάθε άτομο, εμποδίζεται από κάθε άλλο άτομο κι αυτό που προκύπτει είναι κάτι που κανένας δεν το θέλησε. Ετσι η ως τώρα ιστορία κυλά σαν ένα φυσικό προτσές και υπόκειται κι αυτή ουσιαστικά στους ίδιους νόμους κίνησης. Ομως από το γεγονός, ότι οι ατομικές θελήσεις - που η καθεμιά τους θέλει εκείνο προς το οποίο τη σπρώχνουν η σωματική της διάπλαση και οι εξωτερικές, σε τελευταία ανάλυση οικονομικές συνθήκες (είτε οι δικές της προσωπικές είτε γενικές - κοινωνικές συνθήκες) - δεν πετυχαίνουν εκείνο που θέλουν, αλλά συγχωνεύονται σ΄ ένα γενικό μέσον όρο, σε μια κοινή συνισταμένη, από το γεγονός αυτό δεν έχει κανένας το δικαίωμα να συμπεράνει ότι οι θελήσεις αυτές είναι ίσες με μηδέν. Απεναντίας, η καθεμιά συμβάλλει στη συνισταμένη και περιέχεται ανάλογα μέσα της.
Θα ήθελα ακόμα να σας παρακαλέσω να μελετήσετε τη θεωρία αυτή από τις πρώτες πηγές, κι όχι από δεύτερο χέρι. Είναι πραγματικά πολύ ευκολότερο. Ο Μαρξ δεν έχει γράψει σχεδόν τίποτε όπου η θεωρία αυτή να μην παίζει ένα ρόλο. Ιδιαίτερα όμως, "Η 18η Μπρυμαίρ του Λουδοβίκου Βοναπάρτη" είναι ένα έξοχο παράδειγμα εφαρμογής αυτής της θεωρίας. Στο "Κεφάλαιο" επίσης υπάρχουν πολλές νύξεις. Μπορώ βέβαια να σας παραπέμψω επίσης στα έργα μου: "Η ανατροπή της επιστήμης από τον κύριο Όυγκεν Ντύρινγκ" και "Ο Λουδοβίκος Φόυερμπαχ και το τέλος της κλασικής γερμανικής φιλοσοφίας", όπου έκανα την πιό διεξοδική έκθεση του ιστορικού υλισμού, απ΄ όσες υπάρχουν σήμερα.
Για το γεγονός ότι η νεολαία κάποτε δίνει στην οικονομική πλευρά μεγαλύτερη βαρύτητα απ΄ ότι της αναλογεί, φταίμε εν μέρει εμείς οι ίδιοι, ο Μαρξ κι εγώ. Απέναντι στους αντιπάλους μας, είμασταν υποχρεωμένοι να τονίζουμε τη βασική αρχή που την αρνιόνταν κι έτσι δεν υπήρχε πάντα ο χρόνος, ο τόπος και η ευκαιρία να δώσουμε τη θέση που ταιριάζει και στους άλλους παράγοντες που συμμετέχουν στην αλληλεπίδραση. Μόλις όμως το ζήτημα έφτανε στην περιγραφή μιας ιστορικής περιόδου, δηλ. στην πραχτική εφαρμογή, άλλαζαν τα πράγματα και δε χωρούσε πια καμιά παρεξήγηση. Δυστυχώς όμως συμβαίνει πολύ συχνά να πιστεύει κανείς ότι έχει καταλάβει τέλεια μια νέα θεωρία και ότι μπορεί να τη χειρίζεται αμέσως, μόλις αφομοιώσει, και αυτό όχι πάντα σωστά, τις βασικές θέσεις. Και δε μπορώ ν΄ απαλλάξω απ΄ αυτή τη μομφή πολλούς από τους νεότερους "μαρξιστές". Έτσι έκαναν την εμφάνισή τους και θαυμαστά πράγματα...
Από Εφημερίδα ΑΝΑΣΥΝΤΑΞΗ, Αρ. Φύλ. 86 15-30 Μάη 2000