Τρίτη 28 Απριλίου 2026
Παρασκευή 24 Απριλίου 2026
"Η καλόγρια αυτή, όταν έλεγε τη λέξη Χριστός, έτρεχαν ουρές δακρύων από τα μάτια της.."

Τετάρτη 22 Απριλίου 2026
Η «καλόγρια» χωρίς ράσο που περπατούσε χιλιόμετρα για τον Ταξιάρχη Μανταμάδου
ΜΙΑ «ΚΑΛΟΓΡΙΑ» ΠΟΥ ΜΟΝΑΣΕ ΕΚΤΟΣ ΜΟΝΑΣΤΗΡΙΟΥ
Γράφει η ΜΠΡΙΜΠΟΥ-ΣΤΑΥΡΑΚΗ Ι. ΕΥΣΤΡΑΤΙΑ
Δεν συνηθίζω να μιλώ για δικούς μου ανθρώπους. Στην περίπτωση, όμως, της κυρά-Μυρσίνης από την Αγιάσο, αξίζει να γίνει μια εξαίρεση.
Η «Μυρσινέλ’», όπως την ήξεραν στο χωριό, δεν απέκτησε ποτέ δική της οικογένεια. Από νεαρή ηλικία αφιέρωσε τη ζωή της στην πίστη και στην προσφορά. Γυρνούσε εκκλησίες και εξωκλήσια σε όλη τη Λέσβο, πάντα με τα πόδια. Στην Παναγία της Αγιάσου τη θυμούνται να σβήνει κεριά, ιδιαίτερα τον Δεκαπενταύγουστο, μέσα στο πλήθος του πανηγυριού.
Το ίδιο μοτίβο επαναλαμβανόταν και στον Ταξιάρχη Μανταμάδου. Από την Αγιάσο ξεκινούσε πεζή, διασχίζοντας χωράφια και διαδρομές δύσβατες, κουβαλώντας στην πλάτη της έναν μεγάλο ντενεκέ με λάδι και δεμάτια με ξύλα για το κισκέτς του πανηγυριού. Το λάδι το συγκέντρωνε από τους χωριανούς. Η ίδια έλεγε πως το φορτίο της ήταν «ελαφρύ σαν πούπουλο», γιατί το σήκωνε ο Αρχάγγελος.
Δεν ήταν μια διαδρομή του χρόνου. Ήταν μια διαδρομή ζωής. Πήγαινε ξανά και ξανά, όχι μόνο στη γιορτή, αλλά όποτε ένιωθε την ανάγκη. Και δεν σταματούσε εκεί. Περπατούσε μέχρι τον Άγιο Θυμιανό στη Θερμή, στους Αγίους Ακινδύνους στα Μιστεγνά, ακόμη και στον Άγιο Ανδρέα στην Ερεσό, διανύοντας αποστάσεις ημερών.
Τα τελευταία χρόνια, η υγεία της είχε αρχίσει να τη δυσκολεύει. Η όραση και η ακοή της είχαν μειωθεί αισθητά. Παρ’ όλα αυτά, δεν εγκατέλειψε ποτέ τη συνήθειά της. Συνέχιζε να περπατά, να προσφέρει, να επιμένει.
Κάποια στιγμή, όπως η ίδια διηγιόταν, είδε στον ύπνο της έναν «Μιχάλη», που την προειδοποίησε: αν συνέχιζε να εκτίθεται σε κίνδυνο, δεν θα είχε βοήθεια. Την «μάλωσε» γιατί δεν έπαιρνε το λεωφορείο, επιμένοντας πως είχε πια γεράσει. Σε άλλο όνειρο, μια γυναίκα με μαντήλι της είπε πως δεν θα μείνει κατάκοιτη, αλλά θα «φύγει όρθια».
Η ίδια τα διηγούνταν αυτά με ένα χαμόγελο. Δεν τα φοβόταν. Τα αντιμετώπιζε σχεδόν με παιδική απλότητα.
Στην καθημερινότητά της ήταν εξίσου δοτική. Ό,τι είχε το μοίραζε. Αν της έδιναν δύο ψωμιά, το ένα το έδινε αμέσως αλλού. Ζούσε λιτά, σχεδόν ασκητικά, χωρίς να το επιδιώκει ως τίτλο, αλλά ως τρόπο ζωής.
Για όσους τη γνώρισαν, η εικόνα της παραμένει ζωντανή: σκυμμένη πάνω από τα κεριά, σιωπηλή, ακούραστη, να υπηρετεί χωρίς να ζητά τίποτα.
Το τέλος της ήταν βίαιο και άδοξο. Σκοτώθηκε στις 30 Αυγούστου 2010. Όμως, όσοι τη θυμούνται, στέκονται όχι στον τρόπο που έφυγε, αλλά στον τρόπο που έζησε.
Ο πατέρας μου τη φώναζε χαριτολογώντας «καλόγρια». Και ίσως αυτή να είναι η πιο ακριβής περιγραφή: μια καλόγρια χωρίς ράσο, χωρίς μοναστήρι. Μια γυναίκα που μόνασε μέσα στον κόσμο.
Αιωνία της η μνήμη
Μοναχή Ιεροθέα Περράκη από τις Λεύκες Πάρου.


Η μακαριστή Βίκυ Μοσχολιού λίγο πριν το τέλος της ζωής της στο ιδιόκτητο μοναστήρι στο όρος Καβελαρης Μεγάρων μαζί με την μητέρα της Ελισσάβετ.
Ηταν το ησυχαστήριο της καθώς περισσότερα από 50 χρόνια ηγουμένη ήταν εκεί η μητέρα της.
Εκεί μόναζε και η θεία της.
Μετα τον θάνατο της Βίκυς έγινε μοναχός και ο αδελφός της Νίκος.
Η κόρη της Ευαγγελία Δομάζου ειπε σε συνέντευξη :
-"Ηθελε και η μητέρα μας να χειροθετηθεί.!
Ήταν λεβέντισσα και με θάρρος ομολογίας...
Δευτέρα 20 Απριλίου 2026
Μία αγία μορφή-Μοναχή Αγάθη,μητέρα του Αγίου Γέροντα Κλεόπα Ιλίε

«Έχασε» τα 9 από τα 10 παιδιά της!!!
Μοναχή Αγάθη Ήλίε Μοναστήρι Παλαιά Άγαπία (1876-1968)
Δεν ημπορούμε εδώ να μη μνημονεύσουμε και την μοναχή Άγάθη Ήλιε, την κατά σάρκα μητέρα του μεγαλυτέρου ησυχαστού των νεωτέρων χρόνων στην Ρουμανία, του άρχιμ. όσιου Γέροντος Κλεόπα Ήλίε.
Προέρχεται από την Σουλίτσα του νομού Μποτοσάνι. Ό άνδρας της, Αλέξανδρος, ήταν στην ζωή του έμπορος αγελάδων. Ό Θεός τούς ευλόγησε και απέκτησαν 10 παιδιά. Από μικρά τα έμαθαν οι γονείς τους ν' αγαπούν τις εκκλησιαστικές ακολουθίες, τις προσευχές και να αποφεύγουν τούς πειρασμούς στην προσωπική τους ζωή. Λίγο μακριά από το χωριό τους, υπήρχε ή σκήτη Κοζάντσεα, στην οποία αγωνιζόταν ό π. Παΐσιος Όλάρου, ό γέροντας του π. Κλεόπα. Εκεί έτρεχαν συχνά τα παιδιά αυτής της πολύτεκνης οικογένειας για να προσευχηθούν, να ακούσουν διδαχές του Γέροντος Παϊσίου, να βοσκήσουν τα ζώα της σκήτης...
Αλλά ό Καλός Θεός, του οποίου τα κρίματα είναι ωκεανός ανεξερεύνητος, επέτρεψε να πιει αυτή ή ευσεβέστατη οικογένεια πολλά πικρά ποτήρια. Τα παιδιά τους ένα ένα τα έπαιρνε από την ζωή, στο άνθος της νεότητός τους, όπως συνέβη κάποτε και με τα παιδιά του Ιώβ. Μόνο ένα παιδί τους έμεινε κοντά τους.
Αρχίζοντας από το 1915 μέχρι το 1935 άρχιζαν τα παιδιά τους να φεύγουν από την ζωή με το θέλημα του Θεού.
Ό γιός τους Ιωάννης απέθανε σε ηλικία 16 ετών. Μετά από ένα χρόνο απέθανε ή κόρη τους Πορφυρία σε ηλικία 18 ετών. Μετά από δύο χρόνια απέθανε ή Μαρία, σε ηλικία 26 ετών. Ή καημένη ή μητέρα τους, ή κ. Μαρία, έκλαιγε συνεχώς για τα χαμένα παιδιά της. Κάθε φορά πήγαινε στην σκήτη, και ό Γέροντας Παΐσιος την παρηγορούσε λέγοντας της ότι στέλνει αγγέλους στον ουρανό.
Μετά από λίγα χρόνια άρχισε να κλαίει και πάλι ή μητέρα τους Μαρία, διότι τώρα δύο αγόρια της, ό Βασίλειος και ό Γεώργιος έφυγαν για την μονή Συχαστρία να γίνουν μοναχοί.
Το 1931, ήλθε και πάλι στην σκήτη ή κ. Μαρία, διότι έμαθε ότι ό γιός της, ό μοναχός Βασίλειος, απέθανε. Μετά από δύο χρόνια ή ίδια δοκιμασία της συνέβη με τον θάνατο του Γεωργίου, πού είχε γίνει μοναχός και είχε όνομασθή Γεράσιμος. Μετά από ένα χρόνο έτρεχε και πάλι στην σκήτη ή κ. Μαρία να παρηγηρηθή διότι απέθανε ή κόρη της Αικατερίνη. Ήτο 20 ετών και είχε μπει στην μονή Άγαπία σαν δόκιμη μοναχή. Της πέθαναν οκτώ παιδιά και απέμεινε με δύο. «Τα παιδιά σου ψάλλουν τον Θεό σαν άγγελοι στον ουρανό, μάμα Μαρία. Εκεί θα συναντηθείτε», της έλεγε για να την παρηγορήσει κάθε φορά ό π. Παΐσιος Όλάρου.
Το 1949 ήλθε πάλι ή κ. Μαρία στον π. Παΐσιο να τον πληροφορήσει ότι έφυγε για τον Κύριο και ό 9ος γιός της, ό Μιχάλης. Και πάλι ό π. Παΐσιος να την παρήγορη λέγοντας της: «Τα 9 παιδιά σου πήγαν στον Κύριο και έχουν φορέσει εννέα μαρτυρικά στεφάνια».
Μετά από λίγο καιρό απέθανε και ό άνδρας της, ό Αλέξανδρος. Ό τελευταίος υιός της ό Κωστάκης είχε ήδη φύγει για δόκιμος στο μοναστήρι. Είναι ό μετέπειτα μεγάλος Γέροντας της Ρουμανικής Εκκλησίας, ό όσιος π. Κλεόπας Ήλίε. Ή πονεμένη μάνα, Μαρία, ζητεί την συμβουλή του Πνευματικού της, τί να κάνη, διότι ό Δόκιμος Κωστάκης την καλεί να τον ακολουθήσει στον μοναχικό βίο.
-Πήγαινε, μητέρα Μαρία, να γίνεις και εσύ μοναχή και προσευχήσου για ζωντανούς και πεθαμένους.
Έτσι τον χειμώνα του 1946 ή γιαγιά Μαρία, σε ηλικία 70 ετών, επήγε πρώτα στην Συχαστρία να προσκύνηση τούς τάφους των δύο παιδιών της. Κατόπιν με την καρότσα επήγε στην μονή Παλαιά Άγαπία, όπου έμεινε οριστικά. Έγινε μοναχή με το όνομα Άγάθη και έζησε άλλα 22 χρόνια. Βέβαια δεν μπορούσε να διαβάζει βιβλία, ούτε ακολουθίες στην εκκλησία. Δεν ήξερε να διαβάζει. Αυτό πού την χαρακτήριζε ήταν ή καλοσύνη της και ή αθωότητα της ψυχής της. Είχε μία παιδική ψυχή, χωρίς κακία, χωρίς υπερηφάνεια, χωρίς κακές σκέψεις στο μυαλό της. πίστευε οτιδήποτε της έλεγαν, υπάκουε σε όποιον την διέταζε να κάνη κάτι, αγαπούσε όλους τούς ανθρώπους, χωρίς διακρίσεις, συνομιλούσε με όλους και έκλαιγε μπροστά στην συμφορά και τον πόνο του κάθε άνθρωπου.
-Ποιό διακόνημα κάνεις στο μοναστήρι, Αδελφή Άγάθη;
-Κόβω ξύλα με το πριόνι, φροντίζω για τα λουλούδια και βοηθώ στο μαγειρείο...
Μία άλλη απασχόλησης της ήταν να πηγαίνει ενίοτε στο δάσος για όλη την ήμερα, να συγκεντρώνει ξυλαράκια για το μαγειρείο, να προσεύχεται και το βράδυ να επιστρέφει με την δύση του ηλίου.
Ένα χρόνο πριν από την όσιακή κοίμησή της, έπαυσε πλέον να ομιλεί για τα παιδιά της. Εάν κάποια μοναχή περνούσε και την ερωτούσε, ή γερόντισσα Άγάθη, στέναζε λιγάκι, αλλά χαιρόταν σαν ένα μικρό παιδί. Και έλεγε:
-Τί καλές είναι αυτές οι αδελφές! Με φροντίζουν σαν μητέρα τους. Ιδού εγώ παρέμεινα μόνη... Κοιμήθηκε και ή ηγουμένη Ολυμπιάδα. Παρέμεινα μόνη μου...
Μόνη παρηγοριά της τώρα ήταν ή εκκλησία και οι αδελφές πού την διακονούσαν στο κελί της. πέρασε τα 22 αυτά χρόνια της μοναχικής της ζωής με ταπείνωση, προσευχή, σιωπή, αγάπη, ησυχία και πνευματική ειρήνη.
Ή Παλαιά Άγαπία ήταν γι' αυτήν ένα λιμάνι σωτηρίας. Εδώ ή γερόντισσα Άγάθη γνώρισε στα γεράματα της ένα άλλο κόσμο, τον κόσμο του Θεού. Εδώ εύρήκε την αληθινή ειρήνη του Θεού και ήταν ευτυχισμένη. Τα παιδιά της, σχεδόν όλα, τα έστειλε στον ουρανό, πριν να πάη ή ίδια. Δεν τα μόλυνε ή ανομία του κόσμου, δεν τα πότισε το φαρμάκι της κοσμικής ζωής. Δεν υπέφεραν στην ζωή τους. Τώρα ή μητέρα τους προσεύχεται για όλα αυτά. Στο μοναστήρι εύρήκε την ειρήνη και την ελπίδα της σωτηρίας της.
Το καλοκαίρι του 1968 ή μοναχή Άγάθη αισθανόταν μεγάλη αδυναμία. Μόλις πού εξερχόταν για λίγο στον εξώστη του κελιού της να ζεσταθεί από τις ακτίνες του ηλίου. Για μερικές ήμερες έπεσε στο κρεβάτι.
-Γερόντισσα Άγάθη, δεν θα φας λίγο φαγητό; Να μερικά μήλα.
-Μήλα έχω να φάω στον παράδεισο, όπου φεύγω σε λίγο, απήντησε.
-Και πράγματι, στις 15 Σεπτεμβρίου του 1968 πέρασε ή ψυχή της στην άλλη ζωή, στην ηλικία των 92 ετών. Ήλθε και την αποχαιρέτισε όλη ή Αδελφότης της Μονής και την συνόδευαν μέχρι την τελευταία της κατοικία με δάκρυα χαράς, με ψαλμωδίες, με λαμπάδες και θυμιάματα και με το κτύπημα των καμπάνων μέσα στην χαρά και την ειρήνη του Χριστού.
Η Αδελφή Πορφυρία


Τετάρτη 15 Απριλίου 2026
ΟΙ ΜΟΝΑΧΕΣ ΤΟΥ ΠΟΛΕΜΟΥ _Από το Χαλέπι στη Βέροια
Βέροια – Ιερά Μονή Αγίας Κυριακής ΛουτρούΣε μια γωνιά του κάμπου της Βέροιας «πίσω» από τις ανθισμένες ροδακινιές βρίσκεται η Μονή της Αγίας Κυριακής.
Πέμπτη 26 Μαρτίου 2026
Η γερόντισσα Γαλακτία

Παρασκευή 13 Μαρτίου 2026
ΟΙ ΑΓΙΟΙ ΜΈΝΟΥΝ ΔΊΠΛΑ ΜΑΣ. ΔΕΝ ΤΟΥΣ ΓΝΩΡΊΖΟΥΜΕ.



