Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κυρ-Φώτης Κόντογλου. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κυρ-Φώτης Κόντογλου. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 15 Μαρτίου 2026

Η Υμνολογία του Σταυρού. Η γιορτή της Σταυροπροσκυνήσεως

Μπορεί να είναι εικόνα κείμενο
 
Από άρθρο του κύρ  Φώτη Κόντογλου στην ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ 13/9/1959
 
Η γιορτή της Σταυροπροσκυνήσεως είναι γιορτή μεγάλη και επιφανής. Κι επειδή οι ύμνοι που ψέλνουνε σ’ αυτή είναι από τα πλέον μυρίπνοα άνθη της υμνογραφίας μας, θέλω να μιλήσω σήμερα γι’ αυτούς.
Ναι! Δε θα πάψω ποτέ όσο είμαι ζωντανός να λέγω θαρρετά αυτό που αισθάνομαι για τα πατροπαράδοτα της φυλής μου κι ας με πικραίνουνε κάποιοι άνθρωποι που δε θέλουνε τα δικά μας γιατί τρέμουν μήπως και τους πούνε χωριάτες.
Ναι βρεθήκανε ένας-δύο που με βρίσανε για την αγάπη μας στη παράδοσή μας και για τον ζήλο που έχω να την υπερασπίζω και να κάνω και τους άλλους να την αγαπήσουνε. Με είπανε αγράμματο, βάρβαρο, φανατικό, επειδή προσβάλλω τα είδωλά τους, και γιατί άραγε
όλη τούτη η ανεκδιήγητη κακία; Μήπως κατηγορήσαμε κανένα από τα ιερά πράγματα της φυλής μας και της θρησκείας μας; Όχι. Ίσια-ίσια γιατί τα παινεύουμε. Αυτό είναι το μεγάλο κακό που κάνουμε. «Εν εστίν έγκλημα» γράφει ο Μέγας Βασίλειος στους Ιταλούς και στους Γάλλους επισκόπους, «εν εστίν έγκλημα νυν σφοδρώς εκδικούμενον, η τήρησις των πατρικών παραδόσεων».
Τι να απαντήσω σ’ αυτούς τους ανθρώπους; Κλείνω μέσα στην καρδιά μου τον πόνο που νιώθω από τα λόγια τους. «Εγενόμην ωσεί άνθρωπος ουκ ακούων και ουκ έχων εν τω στόματι αυτού ελιγμούς». Δεν με πειράζουνε τα πικρά λόγια τους. Δεν κρατώ καμμιά κακία για όσα λένε. «Το επιεικές υμών γνωσθήτω πάσιν ανθρώποις» μας λέγει ο απόστολος Παύλος. Δεν ταράζει την ψυχή μου ο θυμός. Ακόμα κι αν φταίγανε οι ίδιοι για την κατάσταση της ψυχής τους, πάλι θα τους συγχωρούσα μ’ όλη την καρδιά μου. Πόσο περισσότερο τώρα που δεν φταίνε αυτοί, αλλά η αντιπνευματική κατάσταση που πλακώνει σήμερα τον κόσμο κι η στραβή παιδεία που παίρνουνε οι ψυχές από την οικογένεια κι από τα σχολειά : «Άνθρωπος παιδείας μεν ορθής τυχών και φύσεως ευτυχούς, θειότατον, ημερώτατόν τε ζώον γίγνεται. Μη ικανώς δε ή μη καλώς τραφέν (δηλαδή ανατραφέν), αγριώτατον οπόσα φύει γη»
Γράψαμε πολλά γι’ αυτά τα λυπηρά καθέκαστα και χάσαμε κάμποσο χαρτί που θα ευωδίαζε από τα άνθη της υμνωδίας του Σταυρού που είπαμε πριν.
Η υμνωδία της Σταυροπροσκυνήσεως έχει έναν χαρακτήρα πολύ σοβαρόν κι επιβλητικόν, γεμάτον μεγαλοπρέπεια, δύναμη, πίστη και δογματική αυστηρότητα. Τα λόγια είναι συχνά σαν αστροπελέκια που πέφτουν, ωστόσο μέσα σε ανθισμένα περιβόλια, περνώντας ανάμεσα από κάποια ψηλά και βαθύσκιωτα δέντρα.
Οι κατεβασιές που ψέλνουνε στον όρθρο έχουνε κάποια κραταιά μεγαληγορία, που υψώνει τη διάνοια των πιστών που τις ακούνε κι ο ήχος που είναι μελωδημένες δυναμώνει αυτή τη μεγαλοπρέπεια τους. Είναι ποίημα του αγίου Κοσμά, επισκόπου Μαϊμουμά :
«Σταυρόν χαράξας Μωσής επ’ ευθείας, ράβδω, την Ερθράν διέτεμε τω Ισραήλ πεζεύσοντι. Την δε, επιστρεπτικώς, Φαραώ τοις άρμασι κροτήσας ήνωσεν, επ’ εύρους διαγράψας το αήττητον όπλον. Δι’ ό Χριστώ άσωμεν, τω Θεώ ημών, ότι δεδόξασται»
Στην Πέμπτη ωδή ο υμνωδός λέγει με κατάνυξη : «Ω τρισμακάριστον ξύλον, εν ώ ετάθη Χριστός, ο Βασιλεύς και Κύριος». ¨Ω τρισευλογημένο ξύλο, που σε σένα απάνω τεντώθηκε (για να σταυρωθεί) ο Χριστός, ο Βασιλιάς και Κύριος του κόσμου». «Δι’ ού πέπτωκεν ο ξύλω απατήσας …». Που μ’ αυτό (δηλ. με τον Σταυρό) νικήθηκε ο διάβολος που είχε απατήσει με το δέντρο τη Γνώσεως (το Ξύλον της Γνώσεως) τους πρωτόπλαστους.»


Τετάρτη 4 Μαρτίου 2026

Πόσο σοφά μιλούσε ο κύρ Φώτης μας

 Μπορεί να είναι εικόνα κείμενο

 
Ὑπάρχει φανερὴ ὑπερηφάνεια, ὑπάρχει καὶ κρυφὴ ὑπερηφάνεια. Τὴν κρυφὴ ὑπερηφάνεια ἐννοεῖ ὁ ἅγιος Ἐφραὶμ ὁ Σῦρος, λέγοντας: «Ἡ ὑπερηφάνεια ἀναγκάζει ἐπινοεῖν καινοτομίας μὴ ἀνεχομένη τὸ ἀρχαῖον».
Αὐτὴ τὴν ὑποχθόνια ὑπερηφάνεια, ποὖναι κρυμμένη κάτω ἀπὸ τὴν ταπεινολογία καὶ τὴν ταπεινοφάνεια, ἔχουνε ὅσοι δὲν σέβουνται τὴν παράδοση τῆς Ἐκκλησίας στὴ λατρεία καὶ στὶς ἐκκλησιαστικὲς τέχνες, καὶ θέλουνε νὰ εἰσάξουνε σ᾿ αὐτὴ κάποιους νέους τρόπους ποὺ εἶναι ὁλότελα ξένοι πρὸς τὴν οὐσία τῆς Ὀρθοδόξου πίστεως. Ὄχι μοναχὰ ξένοι πρὸς τὸν πνευματικὸν χαρακτήρα τῆς Ὀρθοδοξίας, ἀλλὰ ὁλότελα ἀντιορθόδοξοι.
 
 
Εἶδες τί λέγει ὁ ὅσιος Ἐφραὶμ γιὰ τὴν ὑπερηφάνεια ποὺ εἶναι ἡ αἰτία τῶν νεωτερισμῶν; Δὲν λέγει ἁπλῶς «κινεῖ» ἀλλὰ «ἀναγκάζει», βιάζει αὐτὸν ποὺ τὴν ἔχει τὴν ὑπερηφάνεια. Καὶ ἔπειτα λέγει «ἐπινοεῖν», νὰ ἐφεύρει, νὰ φτιάξει κάποια ψεύτικα πράγματα. Τὸ «ἐπινοεῖν» ἔχει μέσα του τὴν πονηρία. Καὶ παρακάτω λέγει ὁ ἅγιος: «μὴ ἀνεχομένη». Ἡ περιφάνεια, λέγει δὲν ἀνέχεται, δὲν χωνεύει, δὲν ὑποφέρει «τὸ ἀρχαῖον», δηλαδὴ «τὴν παράδοση», ἀλλὰ τὴν πολεμᾶ μὲ λύσσα. Πῶς νὰ τὴν ἀνεχθεῖ ἀφοῦ τὴ μποδίζει στοὺς νεωτερισμοὺς ποὺ ἐπιθυμᾶ νὰ ἐπιδίδεται. Ἡ ὑπερηφάνεια, λοιπόν, μισεῖ «τὸ ἀρχαῖον», δηλαδὴ τὸ ἔργον τῶν εὐσεβῶν ψυχῶν ποὺ μᾶς παραδώσανε τὸν ἐξωτερικὸ χαρακτῆρα τῆς Ὀρθοδοξίας μαζὶ μὲ τὸν ἐσωτερικό, γιὰ νὰ τὰ φυλάξουμε μὲ δέος καὶ μὲ ἀγάπη. Τὸ νὰ μισεῖ ἡ ὑπερηφάνεια εἶναι φυσικὸ ἰδίωμά της. Ἀλλὰ τί μισεῖ; Μισεῖ «τὸ ἀρχαῖον», δηλαδὴ τὴν παράδοση. Μά, ἕνα πράγμα ποὺ τὸ μισεῖ ἡ ὑπερηφάνεια, τὸ σατανικὸ αὐτὸ πάθος, θὰ πεῖ πὼς αὐτὸ ποὺ μισεῖ πρέπει νὰ εἶναι κάποιο πράγμα ἁγιασμένο, ἱερώτατο, ποὺ κάνει τὴ διαβολικὴ ὑπερηφάνεια νὰ φρυάξει καταπάνω του.
Λοιπόν, ἐκεῖνοι ποὺ κάνουνε τοὺς νεωτερισμοὺς ὁποὺ παραμορφώνουνε τὸν χαρακτῆρα τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, εἴτε στὴν ἐσωτερικὴ πνευματικὴ οὐσία της, εἴτε στὴν ἐξωτερικὴ μορφή της, ἡ ὁποία ἐκφράζεται μὲ τὴν τελετουργία καὶ μὲ τὶς ἐκκλησιαστικὲς τέχνες, σπρώχνουνται σ᾿ αὐτὸ τὸ ἀνίερο ἔργο ἀπὸ τὸν σατανᾶ τῆς ὑπερηφάνειας καὶ τῆς ἀπιστίας. Ἀπ᾿ ἐναντίας, ἐκεῖνοι ποὺ ἔχουνε μέσα τους τὴ βλογημένη ταπείνωση, νοιώθουνε τέτοια ἀγάπη πρὸς τὴν παράδοση, ποὺ ἡ χαρά τους εἶναι νὰ τῆς ὑποτάσσονται προθυμερά, ὅπως ὁ καλὸς δόκιμος ὑποτάσσεται στὸν πνευματικὸν πατέρα του, κι ὁ πόθος τους εἶναι νὰ συντηρηθεῖ αὐτὴ ἡ πολύτιμη κληρονομιὰ τῆς παράδοσης, κι ὄχι νὰ παραμορφωθεῖ καὶ νὰ καταστραφεῖ, ὅπως εὔχουνται οἱ ἀσεβεῖς νεωτεριστές.
κύρ Φώτης Κόντογλου

Κυριακή 15 Φεβρουαρίου 2026

Ο ΕΛΑΧΙΣΤΟΣ

 Μπορεί να είναι εικόνα κείμενο

κύρ Φώτης .Κόντογλου.
Οι παλαιοί ζωγράφοι,που ζωγραφίζανε τη Δευτέρα Παρουσία, παριστάνουνε στον ουρανό τον Χριστό καθισμένον στον θρόνο του για να κρίνει τον κόσμο, και από τις δυο μεριές καθισμένους τους Δώδεκα Απόστολους.
Από το υποπόδιο του θρόνου βγαίνει ο πύρινος ποταμός,που μέσα σ' αυτόν καίγουνται οι αμαρτωλοί,που τους καταπίνει ο βύθιος δράκων.
Οι αρχάγγελοι κράζουνε με τις σάλπιγγες,και σηκώνουνται από τα μνήματα οι νεκροί τρομαγμένοι.
Ένας άγγελος τυλίγει τον ουρανό σαν να 'ναι χαρτί,κι άλλος ζυγιάζει τις ψυχές.Οι άνεμοι φυσούνε θυμωμένοι από τις τέσσερες μεριές της οικουμένης,θηρία και τέρατα καταβροχθίζουνε κεφάλια,χέρια, πόδια ανθρώπινα.
Οι δαίμονες τρίζουνε τα δόντια τους.Η κτίση όλη ταράζεται από τα θεμέλια της.Οι ψυχές τρέμουνε σαν τα ξερά φύλλα που τα παίρνει ο δρόλαπας.Ο ήλιος μαύρισε και καρβούνιασε,και το φεγγάρι έσβησε.Φόβος και τρόμος πλακώνει όλη την οικουμένη.
Μονάχα ένας άνθρωπος δεν ταράζεται,ένα γεροντάκι,ταπεινό και ήσυχο,που αργοπερπατά με το ραβδάκι του,μέσα στην κοσμοχαλασιά,και πορεύεται θαρρετά προς τον θρόνο του Χριστού.Αυτός είναι ο «Ελάχιστος»,όπως είναι γραμμένο στην εικόνα,δηλαδή ο πιο τιποτένιος,ο πιο καταφρονεμένος σε τούτον τον κόσμο.
Τούτος είναι ο «Ελάχιστος», που ανοίξανε οι πόρτες τ' ουρανού για να μπει μέσα στον Παράδεισο!

***
ΣΥΓΚΛΟΝΙΣΤΙΚΕΣ ΣΤΙΓΜΕΣ...
Ιδιόμελον των Αίνων
Ὢ ποία ὥρα τότε, καὶ ἡμέρα φοβερά,
ὅταν καθίσῃ ὁ Κριτὴς ἐπὶ θρόνου φοβεροῦ!
βίβλοι ἀνοίγονται, καὶ πράξεις ἐλέγχονται,
καὶ τὰ κρυπτὰ τοῦ σκότους δημοσιεύονται,
Ἄγγελοι περιτρέχουσιν, ἐπισυνάγοντες πάντα τὰ ἔθνη.
Δεῦτε ἀκούσατε
βασιλεῖς καὶ ἄρχοντες,
δοῦλοι καὶ ἐλεύθεροι,
ἁμαρτωλοὶ καὶ δίκαιοι,
πλούσιοι καὶ πένητες,
ὅτι ἔρχεται Κριτής,
ὁ μέλλων κρῖναι πᾶσαν τὴν οἰκουμένην,
καὶ τίς ὑποστήσεται ἀπὸ προσώπου αὐτοῦ,
ὅταν Ἄγγελοι παρίστανται,
ἐλέγχοντες τὰς πράξεις,
τάς διανοίας, τὰς ἐνθυμήσεις,
τὰ ἐν νυκτὶ καὶ ἐν ἡμέρα;
ὢ ποία ὥρα τότε!
Ἄλλά πρὸ τοῦ φθάσαι τὸ τέλος,
σπούδασον κράζουσα, ψυχή·
ὁ Θεός, ἐπίστρεψον, σῶσόν με,
ὡς μόνος εὔσπλαγχνος.

Πέμπτη 12 Φεβρουαρίου 2026

Καθαρίσετε από τη πνευματική πανούκλα την Ελλάδα...

Δεν υπάρχει διαθέσιμη περιγραφή για τη φωτογραφία. 

 

κύρ Φώτη Κόντογλου *

Στο όνομα της αλήθειας, ας μου συγχωρηθεί η σημερινή οργή, οργή ιερή και χίλιες φορές δίκαιη. Χρόνια τώρα κάνω υπομονή, για να αποθρασύνονται ολοένα αυτά τα φουσκωμένα χαρτοφάναρα.
Η Ελλάδα είναι εκεινού που δωρίζει σʼ αυτή έργα τιμημένα, καμωμένα με αίμα και με υπομονή, έργα που τα κάνει μονάχα η αγάπη. Δεν έχει κανένα δικαίωμα απάνω στην Ελλάδα ο “γυμνοσάλιαγκας”, που τον καθίζει στην “έδρα” κάποιος ασήμαντος πολιτικός. Αυτά τα πρόσωπα, τα πήρανε δεν ξέρω ποιοί από τις επαρχίες, κάτι δασκαλάκια φοβισμένα και τα θρονιάσανε στο υπουργείο, στα Πανεπιστήμια και στʼ άλλα πόστα της Πολιτείας, και γινήκανε αυτά τα ψοφίμια, θηρία ανήμερα, να καταξεσκίσουν κάθε άξιον εργάτη...
Καθαρίσετε από τη πνευματική πανούκλα την Ελλάδα, για να μπορέσουνε να δουλέψουνε οι άξιοι δουλευτάδες. Αυτά τα σκουλήκια, για να σώσουνε τη τιποτένια ύπαρξή τους, δεν αφήνουνε καμμιά άξια ψυχή να ορθοποδήσει, από συμφέρον και από φθόνο. Όλοι τούτοι οι πνευματικοί σαλταδόροι έχουνε πιάσει τα πόστα, όλα τα πόστα, κι η δύναμή τους είναι η ιερή συμμαχία που έχουνε κάνει μεταξύ τους, ενώ ο καθένας είναι σαν μια μυζήθρα, που παριστάνει το κάστρο. Αλλά είναι δεμένοι μεταξύ τους, όπως είναι οι κάμπιες κολλημένες η μια στο πισινό της άλλης. Μόλις τις χωρίσει κανένας ψοφάνε. Έτσι πρέπει να γίνει και με τις ανθρωποκάμπιες που μαραζώνουνε το πνευματικό ολόδροσο δέντρο της φυλής μας.
Τίμια αδέρφια μου, Έλληνες καθαρογεννημένοι, ξεριζώστε αυτά τα φαρμακερά βρωμοχόρταρα!
Ποιός φταίγει γι’ αυτή την κατάσταση; Όλοι μας. Όλοι συνεργήσαμε για να καταντήσει η ζωή έτσι που κατήντησε. Όλοι δουλέψαμε για να χτισθεί τούτος ο τερατώδικος πύργος του Βαβέλ. Άλλοι κουβαλήσανε για πέτρες τις πετρωμένες και αναίσθη­τες καρδιές τους, άλλοι κουβαλήσανε λάσπη από τα κατάβαθά τους που φωλιάζουνε τα βρωμερά πάθη. Εκείνος ο παλιός πύργος του Βαβέλ ρήμαξε κι εξαφανίσθηκε. Μα τούτος θα στέκεται ασάλευ­τος, κι οι άνθρωποι ολοένα θα τον κάνουνε πιο ψηλόν, με σκοπό να χτυπήσουνε τον Θεό.
Εσείς που θλιβόσαστε και πονάτε γι’ αύτη την κατάσταση, καλά κάνετε να λυπόσαστε, μα μην ονειρευόσαστε πως θά ʼρθουνε καλύτερες μέρες για τον κόσμο. Ο κόσμος τρέχει σαν τρελλός. Κατά μεν τη δική του γνώμη ανηφορίζει στον θρίαμβο, κατά δε τη δική σας γνώμη κατηφορίζει στα τάρταρα και στον χαμό. Ποιός από τους δυο έχει δίκιο, μοναχά ο Θεός το γνωρίζει. Αυτό το τρέ­ξιμο δεν θα πάψει ως την τελευταία μέρα, που θα λάμψει η αλή­θεια και θα δικαιωθούνε όσοι την πιστέψανε σωστά, και μαρτυρήσανε γι’ αυτή και εμπαιχτήκανε γι’ αυτή.
Ίσως να ʼρχεται κιόλας ο Αντίχριστος. Τα σημεία και τα τέρατα που προφητεύτηκε πως θα κάνει αρχίσανε να φανερώνουνται. Η επιστήμη βασιλεύει κι η αθεΐα βασιλεύει μαζί της.
Μια βροντερή φωνή ακούγεται από πάνω, μα την ακούνε μόνο εκείνοι, που έχουνε αυτιά για να την ακούσουνε. Και λέγει: «Να, έρχομαι σαν τον κλέφτη. Καλότυχος εκείνος που ξαγρυπνά και βαστά καθαρά τα φορέματά του. Ο καιρός είναι κοντά. Ο ά­δικος ας αδικήσει ακόμα, κι ο βρωμερός ας βρωμισθεί ακόμα, κι ο δίκαιος ας κάνει δικαιοσύνη ακόμα, κι ο άγιος ας αγιάσει ακόμα. Να, έρχομαι γρήγορα!».
*( “Μυστικά Άνθη”)

Παρασκευή 6 Φεβρουαρίου 2026

Ἀθῶοι φονιάδες καὶ κακοῦργοι ἀναίσθητοι

 Δεν υπάρχει διαθέσιμη περιγραφή για τη φωτογραφία.

κύρ Φώτης Κόντογλου
Μαθαίνει κανένας τὰ κακουργήματα ποὺ γίνουνται σήμερα, κι ἀνατριχιάζει περισσότερο ἀπ’ ἄλλη φορά, ἀπὸ τὴν ἀναισθησία, ἀπὸ τὴν ἀπάθεια, ἀπὸ τὴν πώρωση ποὺ ἔχουνε κεῖνοι ποὺ τὰ κάνουνε, σὰν νὰ εἶναι ἀληθινοὶ σατανάδες, καὶ σὰν νὰ εἶναι ὁ σκοτωμὸς ἡ φυσικὴ τροφὴ τῆς ψυχῆς τους.
Ἄλλη φορά οἱ φονιάδες σκοτώνανε, οἱ περισσότεροι, χωρὶς νὰ τὸ θέλουνε, μέσα στὴ ζάλη τους. Ἕνα σύννεφο ἀπὸ θυμὸ ἢ ἀπὸ ζήλεια ἢ ἀπὸ πνιγμένο δίκιο, θόλωνε τὰ μάτια τους γιὰ μία στιγμή. Μὰ ὕστερα σκόρπιζε αὐτὸ τὸ σύννεφο, τὰ μάτια τους καθαρίζανε, καὶ μετανιώνανε. Πολλὲς φορὲς κλαίγανε, θέλανε νὰ σκοτωθοῦνε, ντρεπόντανε τὸν κόσμο. Τώρα οἱ φονιάδες, κ’ οἱ ἄλλοι ποὺ κάνουνε κακὲς πράξεις, εἶναι ὁλότελα μαυρόψυχοι, ξεροί, παγωμένοι, ἀναίσθητοι σατανάδες, βουβοὶ καὶ ψυχροὶ κακοῦργοι. Καὶ τί; Μικροὶ καὶ μεγάλοι, χωριάτες καὶ σπουδαγμένοι! Ἕνα πράγμα φοβερό!
Αὐτὲς οἱ σκέψεις μὲ κάνανε νὰ θυμηθῶ κάποιους φονιάδες, ποὺ ἔζησα μαζί τους τὸν καιρὸ ποὺ ἤμουνα πολὺ νέος, καὶ ποὺ εἴχανε κάνει τὴν ἁμαρτία τοῦ σκοτωμοῦ μέσα στὴν ἄναψη τῆς ψυχῆς τους. Αὐτοὶ ἤτανε ζεστοὶ φονιάδες, νὰ ποῦμε, δὲν ἤτανε ψυχροί, σὰν τοὺς περισσότερους σημερινούς. Ἔνιωθες πὼς ἤτανε ἄνθρωποι σὰν κ’ ἐσένα κι ὄχι φίδια κρύα, ὅπως εἶναι οἱ σημερινοὶ φονιάδες, χωρὶς καρδιά, ἐκτρώματα βουβά, παγωμένα, ὁλότελα ξένα γιὰ τὸν ἄνθρωπο. Γι’ αὐτό, ἐκείνους τοὺς παλιοὺς φονιάδες τοὺς λέγω ἀθώους φονιάδες, μπροστὰ στοὺς καινούργιους, ποὺ εἶναι, οἱ περισσότεροι, κακοῦργοι μέχρι κόκκαλο, σατανόψυχοι, ἀμετανόητοι.
Γιὰ τοὺς τέτοιους παραστρατημένους ἁμαρτωλούς, ποὺ ἄθελά τους πιάνονται στὰ δίχτυα τοῦ Σατανᾶ, ὁ Χριστὸς ἔδειχνε μεγάλη ἐπιείκεια, μεγάλη συμπόνια, ξεχωρίζοντάς τους ἀπὸ τοὺς ἄλλους, ποὺ θεληματικὰ κάνουνε τὴν ἁμαρτία, καὶ ποὺ χαίρουνται σὰν τὴν κάνουνε. «Οἱ τελῶναι καὶ αἱ πόρναι» ἔλεγε, «προάγουσιν ὑμᾶς εἰς τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ». «Οἱ τελῶνες κ’ οἱ πόρνες πηγαίνουνε μπροστὰ ἀπό σᾶς στὴ βασιλεία τοῦ Θεοῦ».
Γιὰ ὅποιον δὲν ἔχει στὸ νοῦ του αὐτὴ τὴν ἁμαρτωλὴ ἀθωότητα ποὺ εἶπα, εἶναι ἀκατανόητα αὐτὰ ποὺ λέγει γιὰ κάποιους ἁμαρτωλοὺς καὶ ὅσα αὐστηρὰ λέγει γι’ ἄλλους ἁμαρτωλούς, πού μᾶς φαίνεται πὼς δὲν ἁμαρτήσανε τόσο βαριά, ὥστε νὰ τοὺς κατακρίνει τόσο αὐστηρὰ ὁ πράος καὶ ἀνεξίκακος Χριστός. Συγχωρᾶ τὸν τελώνη Ματθαῖο ποὺ φορολογοῦσε τὸν κόσμο καὶ τὸν κάνει μάλιστα καὶ μαθητή του, συγχωρᾶ τὸν Ζακχαῖο, τὴν πόρνη, τὸν Πέτρο ποὺ τὸν ἀρνήθηκε, τὸν Θωμὰ ποὺ δὲν τὸν πίστεψε, τέλος τὸν ληστὴ ποὺ σκότωνε τ’ ἀδέρφια του καὶ ποὺ τὸν κάλεσε, αὐτὸν τὸν φονιά, νὰ μπεῖ πρῶτος στὸν Παράδεισο, πρὶν νὰ ἔμπουνε οἱ Ἀπόστολοι, οἱ Ἅγιοι κ’ οἱ Μάρτυρες, πράγματα παράδοξα κι ἀνεξήγητα. Δὲν συγχώρεσε ὅμως τοὺς ὑποκριτὲς Φαρισαίους, τοὺς ματαιόδοξους πλούσιους, τὸν φονιὰ τὸν Ἡρώδη, ποὺ τὸν ὀνόμασε ἀλώπεκα, τοὺς ἄπιστους Γραμματεῖς, τοὺς πονηροὺς Σαδδουκαίους, τὸν προδότη Ἰούδα, ποὺ εἶχε ψυχὴ ὀποῦ ἤτανε χαλασμένη ἀδιόρθωτα ἀπὸ τὴ φιλαργυρία κι ἀπὸ τὸν φθόνο.
Ἐκεῖνο ποὺ ἔχει τὴ μεγαλύτερη σημασία γιὰ τὸν Χριστό, εἴναι η ἁπλότητα τῆς ψυχῆς, κι ὄχι ἡ ἄμεμπτος διαγωγὴ ἑνὸς ἀνθρώπου πονηροῦ, ὅπως ὁ Φαρισαῖος ποὺ προσευχότανε. Γι’ αὐτὸ λέγει ὁ Κύριος: «Ἀμήν λέγω ὑμίν, ἐὰν μὴ στραφῆτε καὶ γένησθε ὡς τὰ παιδία, οὐ μὴ εἰσέλθητε εἰς τὴν βασιλείαν τῶν οὐρανῶν». Τὸ περίσσευμα τῆς καρδίας κοιτάζει ὁ Χριστός, ποὺ φανερώνει τὴν βαθύτερη οὐσία τοῦ κάθε ἀνθρώπου. Συγχωρᾶ τὶς ἁμαρτίες ποὺ κάθουνται ἀπάνω στὴν ψυχὴ, ὅπως ἡ σκουριὰ ἀπάνω στὸ σίδερο, καὶ ποὺ φεύγει με τὸ τρίψιμο, μὲ τὴ μετάνοια. Μὰ δὲν συγχωρᾶ τὴν ψυχὴ ποὺ τὴν ἔχει φάγει ἀπὸ τὸ θεμέλιό της ἡ ἁμαρτία, ποὺ εἶναι σκουριασμένη καὶ σαπισμένη ὁλότελα, καὶ καταστάθηκε ἀμετανόητη.
«Δὲν ὑπάρχει», λέγει ἕνας ἅγιος, «ἁμαρτία ἀσυγχώρητη, παρὰ μονάχα ἐκείνη ποὺ εἶναι ἀμετανόητη». Ὁ Χριστὸς ἀγαπᾶ τὸν ἄνθρωπο ποὺ ἔχει καλὴ καρδιά, καὶ σιχαίνεται τὴ μοχθηρία.

Πέμπτη 5 Φεβρουαρίου 2026

Η Κύπρος και η παράδοσή της

Υιέ, μή σε καταλάβη βουλή κακή, ή απολείπουσα διδασκαλίαν νεότητος, και διαθήκην θείαν επιλελησμένη- Υιέ, φύλασσε νόμους πατρός σου και μη απώση θεσμούς μητρός σου- Εισίν οδοί δοκούσαι είναι ορθαί, ανδρί, τα μέντοι τελευταία αυτών βλέπει εις πυθμένα, άδου.
κύρ  Φώτης Κόντογλου
 
Η Κύπρος, που έχει τόση γερή παράδοση κι αγνόν Ελληνισμό, αρχίζει και κείνη να αρρωσταίνει Να αρρωσταίνει από την πνευματική αρρώστεια, που λέγεται κοσμοπολιτισμός και νεωτερισμός, δηλαδή λεβαντινισμός.

Ο λεβαντινισμός είναι ο πιο σιχαμερός κι ο πιο ύπουλος οχτρός του Ελληνισμού. Γιατί δεν έρχεται σαν φανερός οχτρός, παρά χαϊδεύει σαν φίλος και παραπλανά τον πολύν κόσμο πως θα γίνει μοντέρνος, Ευρωπαίος, και τον βγάζει από την αληθινή ζωή του και τον κάνει κούφιον και πεθαμένον, όπως το φίδι που παραπλάνησε τους πρωτόπλαστους με τις ψευτιές του, κι αντί να γίνουνε θεοί, όπως τους είπε, καταντήσανε πονηροί και καταραμένοι. Κι όπως ο Αδάμ, ύσπερ' από την παρακοή, διώχτηκε από τον Παράδεισο και κάθησε απ' όξω θρηνώντας, έτσι κι ο λαός μας θά' ρθει μέρα, σαν χάσει την απλότητά του και την αγνότητά του κι ό,τι πατρογονικό έχει, που θα νοιώσει τί έχασε και θα θρηνεί σαν τον Αδάμ, μα θα' ναι αργά. Τώρα είναι ζαλισμένος και δεν καταλαβαίνει τί χάνει.
Υπάρχουν άνθρωποι που νοιάζουνται για τη σωματική υγεία τους, για το ψωμί τους, για το κορμί τους, μα για την ψυχή του κανένας δεν νοιάζεται. Και κείνοι οι γραμματιζούμενοι που έχουνε χρέος να φροντίζουνε νύκτα - μέρα για την πνευματική υγεία του, αυτοί ίσια - ίσια συνεργούνε στην πνευματική του αρρώστεια, δίνονατάς του τροφή βλαβερή, ξένη για το στομάχι του. Σε τούτο έχουνε μεγάλο κρίμα, επειδής αντίς οδηγοί, γίνονται πλανευτές του λαού τους, για να χορτάσουνε την κενοδοξία τους και για να φανούνε έξυπνοι και προοδευτικοί. Γίνουνται προδότες της φυλής τους και βοηθάνε τους οχτρούς της, που τους συγχαίρουνε πονηρά για το λάκκο που ανοίγουνε να πέσει μέσα ο Ελληνισμός και να χαθεί. Γιατί πρέπει να καταλάβουμε πως ο Ελληνισμός δεν χάνεται μονάχα σαν χάσει την πολιτική ελευθερία του, αλλά σαν χάσει την πνευματική ελευθερία του. Στα χρόνια της σκλαβιάς, όσοι αλλαξοπιστούσανε, το έθνος τους λογάριαζε για χαμένους. Μα τώρα τί είναι άλλο από αλλαξόπιστοι όσοι αρνιούνται τη μάννα τους και το σπίτι τους και καταφρονάνε τα δικά τους και θέλουνε να τα θάψουνε, και να πάρουν αισθήματα και φερσίματα ξένα ολότελα στον χαραχτήρα τους;
Αν θέλουμε η Κύπρος νά' ναι αληθινά ελληνική, έχουμε χρέος να τη φυλάξουμε από τη φυλλοξηρία του λεβαντινισμού, όπως φυλάχτηκε μοναχή της τόσους αιώνες. Ή, καλύτερα, όχι να την φυλάξουμε, αλλά εμείς να μην την παραμορφώσουμε με τον νεωτεριστικόν υστερισμό που μας έχει πιάσει.
Το ραδιόφωνό μας τί τροφή δίνει στους Έλληνες και τους Κυπριώτες, με τα σαχλά τραγούδια που λένε μέρα - νύχτα ένα σωρό κανταδόροι λεβαντίνοι κι' ένα σωρό εκφυλισμένες γάτες, ακόμα και με τις αχώνευτες όπερες, τον Σοπέν, τον Μότσαρτ, τον Τσαϊκόφσκι και δεν ξέρω ποιους άλλους; Τί ακούνε τ' αυτιά των παιδιών στα χωριά, για νά 'χουνε ψυχή ελληνική σαν μεγαλώσουνε; Πώς να μην εκφυλιστεί η ψυχή τους; Μήπως τα δύο -τρία δημοτικά τραγουδάκια που μεταδίνει ο Σταθμός κάθε βδομάδα, κατά συγκατάβαση, λες και βρίσκεται κανένας στην Βενεζουέλα, και τα βάζουνε σαν παράξενα τραγούδια μιας μακρινής χώρας, όπως ακούμε απ' αλλού κάποια τραγούδια της Γιάβας ή της Ταϊτής; Μόλις ανοίξει ο Έλληνας τα μάτια του το πρωί, ή τους «καμπαλέρους» θα ακούσει ή «τη σάμπα και την καράμπα». Χαθήκανε τα ελληνικά τραγούδια, πού 'ναι αριστουργήματα σαν ποίηση και σαν σκοπός, τραγουδισμένα όχι από τα «ωδεία», αλλά από τραγουδιστάδες του λαού; Τόσο μας στράβωσε η μοντέρνα τσίμπλα; Τί αισθήματα θά 'χει μεθαύριο αυτό το παιδί, που ολοένα ακούγει τέτοια πράγματα; Κ' ύστερα μιλάμε για Ελληνισμό και για φυλή και για αρχαίες κληρονομιές. Ή αποβλακωθήκαμε ή ξεγελάμε τον εαυτό μας.
Λοιπόν στην Κύπρο φτάξανε κιόλας οι ιεραπόστολοι του νεοελληνικού μοντερνισμού, για να «μετεκπαιδεύσουν» τους Κυπριώτες και να τους τελειοποιήσουνε. Κατά δυστυχία, την παντιέρα αυτής της μοντερνοποιήσεως, δηλαδή του θαψίματος του κάθε τι που είναι ελληνικό, την βαστά η Εκκλησία. Οι παπάδες έχουνε πάθει έναν υστερισμό μοντερνοποιήσεως που ξεπερνά και τη μανία των κοσμικών, επειδή πήρανε στραβά το ζήτημα της ζωντανής Εκκλησίας, και νομίζουνε πως «ζώσα Εκκλησία» θα πει «λεβαντίνικη Εκκλησία». Αρχίσανε λοιπόν από τη βυζαντινή μουσική, που θέλουνε να την εξοστρακίσουνε, γιατί ως φαίνεται, δεν είναι ελληνική, αλλά είναι ελληνική η μουσική της Τραβιάτας και του «ντο-ρε-μι-φα». Επειδή, κατά κάποια βαθύτατη θεωρία, ελληνικό θα πει κατάργηση της παράδοσης. Και την καταργούνε, οι αμαθέστατοι, λέγοντας πως την «εξελίσσουν». Εξέλιξις γι' αυτούς δεν είναι ο πλουτισμός της ελληνικής παράδοσης με ελληνικά στοιχεία μέσα στον αιώνιο χαραχτήρα της, αλλά μια ρούσικη σαλάτα από λογιών - λογιών ευρωπαϊκά αποφάγια, που τα νομίζουνε οι ξιππασμένοι χωριάτες της «προόδου» πιο νόστιμα από τα μοσκομυρισμένα ελληνικά φαγητά μας.
Μαθαίνω λοιπόν πως πιάσανε και ψέλνουνε στις εκκλησίες της Κύπρου με τις άνοστες και πρόστυχες πολυφωνίες που τραγουδάνε στις επιθεωρήσεις. Απ' αυτό άρχισε η «μετεκπαίδευσις» της Κύπρου, πριν την πάρουμε. Φαίνεται πως δεν είμαστε καλά! Σκοτώνουμε την ψυχή της Ελλάδας, τρίβουνε τα χέρια τουςοι οχτροί μας γιατί αποστραγγίζουμε τη βασανισμένη φυλή μας από το μαρτυρικό αίμα της, κ' εμείς καμαρώνουμε «ως σκαπανείς της προόδου και του πολιτισμού». Πολιτισμό θάβουμε και για πολιτισμό ανύπαρχτο καυκιόμαστε!
Από που, τέλος πάντων, τον φέρνουμε αυτόν τον πολιτισμό; Από την Ιρλανδία ή το Τέχας ή από το Μεξικό; Πού είναι αυτό το νταμάρι που τον βγάζει αυτόν τον ανάλατον πολιτισμό; Πολιτιστήκαμε εμείς εδώ στην Αθήνα, και κάνουμε και εξαγωγή! Ήμαρτον σοι, Κύριε! Αντίς ο κλήρος να είναι συμπαραστάτης θερμός σε όσους αφιερώσανε τη ζωή τους στο πώς θα σωθεί και θα δυναμώσει η ελληνική παράδοση, παρουσιάζεται θιασώτης κάθε νεωτερισμού στη λατρεία, υποστηριχτής των ανθρώπων που δεν αγαπάνε την Εκκλησία και τις παραδόσεις της και που κάνουνε τον «ελεύθερον στοχαστήν». Δε χρειάζουνται πια για την προκοπή της Εκκλησίας οι Παπαδιαμάντηδες κι οι Μωραϊτίδηδες, αλλά της χρειάζουνται οι κανταδόροι, οι θεατρίνοι, οι κάθε λογής ρεκλαμαδόροι, που δεν έχουνε ιδέα από Ελλάδα, από ευσέβεια, από σεμνότητα, από βαθύ κι αληθινό αίσθημα, κοράκια που τσιμπάνε την ελληνική Κιβωτό!
Προχτές ήρθε στο σπίτι μου ένας αληθινός Έλληνας Κυπριώτης, που δεν ξιππάστηκε από τους μοντερνισμούς, ο Θεόδουλος Καλλίνικος, πρωτοψάλτης της Αρχιεπισκοπής Κύπρου. Μού 'φερε ένα βιβλίο πολύτιμο, την «Κυπριακή λαϊκή μούσα». Μέσα σ' αυτή έχει μαζέψει κι' έχει αποθησαυρίσει με πόθο και με ευλάβεια αθάνατα λαϊκά τραγούδια της Κύπρου, σαν κι αυτά που έκανε ο Βασίλης Μιχαηλίδης. Δε μού 'πε καθαρά το τί γίνεται στην Κύπρο, για να μην παρεξηγηθεί. Αλλά, απ' ό,τι τον ρώτισα, κατάλαβα πως κ' εκεί δουλέβουνε οι νεκροθάφτες, οι «νεωτεριστές». Η λεβαντίνικη μουσική του Σακελλαρίδη ανοίγει τον δρόμο, για να μπούνε μέσα στις εκκλησίες όλα τα κοινά δαιμόνια: κομμένα μαλλιά, ύφος κοσμικό των παπάδων, χαριεντολογία με Γενοβέφες ξανθομαλλούσες κι' ιταλιάνικους Χριστούς με μελοδραματικό ύφος, πετσόκομμα του τυπικού, περιφρόνηση για κάθε σεβάσμια πνευματική κληρονομιά, δηλαδή όλα όσα σιγά - σιγά φέρνουνε την αθεΐα. Ο Καλλίνικος αγωνίζεται να σωθεί η παράδοση, κι είμαι βέβαιος πως, αντίς υποστήριξη, θα ποτίζεται όξος και χολήν. Γιατί οι τέτοιοι άνθρωποί σήμερα στην Ελλάδα βρίσκουνε τον μπελά τους, σαν να κάνουνε κανένα έγκλημα. Το ξέρω από τον εαυτό μου.
Ένας άλλος Κυπριώτης φοιτητής, μού 'πε πως το μοναστήρι της εγκλείστρας, του Αγίου Νεοφύτου, το κάνανε τουριστικό κέντρο, με ηλεχτρικά κι άλλα θεατρικά σύνεργα, από κείνα που αγαπάνε τόσο οι νερόβραστοι κι άψυχοι μεταρρυθμιστές, που πέφτουνε παντού σαν ακρίδα και δεν αφήνουνε τίποτ΄από την ελληνική πρασινάδα. Αντί τους παλιούς απλούς και σεβάσμιους παπάδεσ, που τους είχανε τα χωριά σαν πατεράδες, μπαίνουνε οι καινούργιοι σπουδασμένοι, γεμάτοι αμάθεια, εγωϊσμό και λεβαντινισμό, οι λεγόμενοι « μορφωμένοι», κι ας μην ξέρουνε ούτε δυο ειρμούς από τις καταβασίες κι ας μην είναι σε θέση να πούνε τρεις αράδες από τον Προοιμιακό χωρίς να κοιτάζουνε στο Ρολόγι. Ερασιτεχνισμός, προχειρολογία, αλλά «πτυχίον της Θεολογικής Σχολής ή της Ριζαρείου». Φτάνει που έχουνε πατέντα! Ξέχασα να πω πως στο μοναστήρι της Εγκλείστρας πήρανε κ' έναν κακορρίζικον αγιογράφο (αμαθέστατον, αφού κι αυτός κάνει τον μοντέρνο), που καταγίνεται να χαλάσει τις παλιές τοιχογραφίες του ΙΔ' αιώνος, πασαλείφοντας τους τοίχους με λαδομπογιές. Τελειοποίησις και μετεκπαίδευσις! Να μην αβασκαθούμε!
Σ' αυτό το αξιοδάκρυτο χάλι βρισκόμαστε. Από δω, από την Αθήνα, αυτή η νεωτεριστική πανούκλα ρίχνει τα πλοκάμια της ως την Κύπρο. Όπως έπεσε στα νύχια της όλη η Παλιά Ελλάδα, έχει σγιαν έχουν ούλοι τους κι' η Κύπρος τα κακά της!
Όσοι απομείναμε πιστοί στην παράδοση, όσοι δεν αρνηθήκαμε το γάλα που βυζάξαμε, αγωνιζόμαστε, άλλος εδώ, άλλος εκεί, καταπάνω στην ψευτιά. Καταπάνω σ' αυτούς που θέλουνε την Ελλάδα ένα κουφάρι χωρίς ψυχή, ένα λουλούδι χωρίς μυρουδιά. Κουράγιο! Ο καιρός θα δείξει ποιος έχει δίκιο, αν και δε χρειάζεται ολότελα αυτή η απόδειξη.

*Από το βιβλίο «Η πονεμένη Ρωμιοσύνη», 1963.

Τρίτη 6 Ιανουαρίου 2026

κύρ Φώτης Κόντογλου, "Το Αϊβαλί η πατρίδα μου"

 Μπορεί να είναι εικόνα πλεούμενο και ιστίο

«Την ώρα που έπεφτε ο Σταυρός στη θάλασσα, όλα τα καΐκια και τα καράβια, που ήτανε φουνταρισμένα ανοιχτά στο πέλαγο, γυρίζανε την πλώρη τους κατά την Ανατολή, από κει που ήρθε ο Χριστός στον κόσμο»

Δευτέρα 5 Ιανουαρίου 2026

Η συγκλονιστική ημέρα και το υπερθαύμαστο γεγονός των Άγίων Θεοφανείων και της Βάπτισης .

 Για την συγκλονιστική ημέρα και το υπερθαύμαστο γεγονός των Άγίων Θεοφανείων και της Βάπτισης Του Θεανθρώπου Κυρίου μας Ιησού Χριστού, μας ομιλεί ο κορυφαίος λογοτέχνης και Αγιογράφος κυρ Φώτης Κόντογλου .

Τετάρτη 31 Δεκεμβρίου 2025

ΠΡΩΤΟΧΡΟΝΙΑ ΣΤΗ ΣΙΒΗΡΙΑ

 Μπορεί να είναι εικόνα η Βασιλική του Εθνικού Ιερού της Αμώμου Συλλήψεως και κείμενο

κύρ Φώτης Κόντογλου
Σήμερα θα σου πώ την πιο καλή ιστορία, και μπορείς να τη γράψεις στη φημερίδα, οι μέρες πούναι. Το λοιπόν, σαν τέτοιες χρονιάρες μέρες, Χριστούγεννα και Πρωτοχρονιά, βρέθηκα, όχι μονάχα στη Σιβηρία, αλλά πέρασα και στο νησί που το λένε Σαχαλίνα. Γι αυτό σου λέγω πως η σημερινή ιστορία είναι σπουδαία από τις σπουδαίες. Στη Σαχαλίνα δεν μπορούσε να πάγει όποιος κι όποιος, γιατί εκεί πέρα βρισκότανε οι φυλακές που στέλνανε τους βαρυποινίτες απ’ ούλη τη Ρουσία. Το λοιπόν, σ’ αυτό το μέρος έκανα Χριστούγεννα και τα’ αγιού Βασιλείου, κι έκλαψα, γιατί πήγα και λειτουργήθηκα σε εκκλησία! Και τι εκκλησία: Ορθόδοξη σαν τις δικές μας, με παπάδες σαν τους δικούς μας, με εικονίσματα, με ψαλμωδίες σαν τις δικές μας. Το «Πάτερ ημών», το «Κύριε ελέησον», κι άλλα γράμματα, τα λέγανε ελληνικα. Που; Εκεί που θαρρεί κανένας πως βρίσκεται στον άλλον κόσμο.
Μπόρεσα και πήγα στη Σαχαλίνα, γιατί ήμουνα τότες μαζί μ’ έναν Ρούσο μηχανικό Αντρώποφ, που είχε άδεια να πάγει να κάνει εξέταση για πετρέλαια. Γιατί αυτό το καταραμένο νησί τι δεν βγάζει: Κάρβουνο, πετρέλαιο, χρυσάφι, σίδερο, ψάρια, γούνες, φώκες, φάλαινες… Μ΄ όλο που είναι πολύ μεγάλο, δεν έχει καμιά πολιτεία απάνω του, εξόν από πεντέξι μαζέματα καλύβες, το Ντουέκ, τα’ Αλεξαντρόβσκ, το Ονόρ, κι ένα-δύο άλλα. Σ’ αυτά τα μέρη βγάζανε πετροκάρβουνο. Δουλεύανε Ρούσοι, Τάταροι, Αρμένηδες, Έλληνες και Τούρκοι, ούλοι ύποπτοι, της κοπριάς τ’ άνθος. Το νησί αυτό το λέγανε καταραμένο από τις φυλακές, από τα κάτεργα, που τα λέγανε κι οι Ρούσοι Κάτοργκα. Το τι είδανε τα μάτια μου, όσον καιρό κάθισα σ’ αυτόν τον τόπο, και τι σκληρά πράγματα άκουσα να λένε για τους καταδίκους, θα σου τα πώ άλλη φορά. Υπήρχανε κάτεργα σε δυό-τρία μέρη, όλα στο ίδιο σχέδιο, τα γραφεία, η εκκλησία, η καζάρμα, δυό-τρία μικρομάγαζα, κι οι φυλακές, κάτι μπουντρούμια, που καλύτερα να πεθαίνει κανένας στην καρμανιόλα, παρά νάναι ζωντανός εκεί μέσα.
Εξόν απ’ αυτά που είπα, εκείνο τα’ απέραντο νησί ήτανε έρημο. Από τη μεγάλη στεριά της Ταταρίας το χωρίζει ένα μπουγάζι, που έχει φάρδος από 12 έως 50 μίλια. Τον χειμώνα παγώνει αυτό το μπουγάζι, και περνάνε από την Ταταρία κρυφά Τάταροι, Μογγόλοι και άλλοι. Περνάνε από τη στεριά και αγρίμια. Περνούσανε από το νησί στη στεριά και κατσάκηδες (δραπέτες), που καταφέρνανε να φύγουνε από τα κάτεργα και γυρίζανε μέσα στα χιόνια οι δυστυχισμένοι, χωρίς θροφή, χωρίς τίποτα. Οι περισσότεροι πεθαίνανε.
Εγώ με τον μηχανικό είχαμε ξεμπαρκάρει στη Σαχαλίνα μπαίνοντας ο Δεκέμβριος. Επειδή ήμουνα ορθόδοξος, με περιποιόντανε πολύ όπου πήγαινα γιατί, μ’ όλο που οι πιο πολλοί ήτανε του σκοινιού και του παλουκιού, είχανε μεγάλο σέβας για τη θρησκεία. Τα Χριστούγεννα βρέθηκα σ’ ένα χωριό που το λέγανε Μοτνάρ, απάνω στην ακροθαλασσιά που κοιτάζει στο τατάρικο μπουγάζι. Εκεί πέρα βρήκα κι ακόμα ένα Ρωμιό από τα μέρη της Μακεδονίας, που είχε δυό-τρία χρόνια σ’ αυτό το μέρος και πήγαμε μαζί και προσκυνήσαμε στην εκκλησία. Ήτανε κανωμένη με ξύλα, αλλά στο σχέδιο ήτανε απαράλλαχτη με τις δικές μας, με κουμπέ και με καμπαναριό, με τέμπλο, με μανάλια, με όλα τα καθέκαστα σαν τις δικές μας εκκλησιές. Την είχανε στολισμένη για τα Χριστούγεννα, «Ροζντεστβό Χριστόβο». Η σκεπή της ήτανε φορτωμένη από χιόνι. Τα καλύβια τα μισά χωμένα στο χιόνι. Χιόνι! Χιόνι! Χιόνι!
Τη νύχτα, εκεί που κοιμώμουνα, με ξύπνησε η καμπάνα. Νόμισα πως ονειρεύουμαι, ν’ ακούγω καμπάνα της εκκλησιάς μας, ύστερα από χρόνια που είχα ζήσει μέσα στις ερημιές, χωρίς καλά-καλά να βλέπω άνθρωπο. Σηκώθηκα κι έκανα τον σταυρό μου, ντύθηκα και τράβηξα κατά την εκκλησία. Τη βλέπω από μακριά και φεγγοβολούσε από τα πολυέλαια, κι από τις λαμπάδες, κι οι άνθρωποι περπατούσαν μέσα στο χιόνι με φανάρια στα χέρια, και πηγαίνανε κατά την εκκλησιά από τα καλύβια τους. Δάκρυσα! Τι είναι η θρησκεία για τον άνθρωπο!
Μπήκα μέσα, άναψα ένα κερί κι ανεσπάσθηκα την εικόνα του άγιου Παντελεήμονα. Ύστερα πήγα και στάθηκα σ’ ένα στασίδι. Ο παπάς ήτανε ως σαράντα χρονών με ξανθά ανάρηα γένεια, με τ’ απανωκαλύμαυκο, με το φελόνι, με το πετραχήλι, με το θυμιατό στα χέρια. Πέρασε από κοντά μου και με θύμιασε., εγώ έσκυψα, έσκυψε και εκείνος. Έλεγα πως βρισκόμουνα στ’ Άγιον Όρος. Οι περισσότεροι άνθρωποι ήτανε γονατιστοί, με το κεφάλι σκυμμένο στη γή. Διάφορες φυσιογνωμίες, λογιών-λογιών ράτσες, Ρούσοι στρατιώτες, Τάταροι, Μογγόλοι, Οροχόνοι, Γκόλντοι, Κοζάκοι. Είδα και κάτι ανθρώπους αλλοιώτικους. Ήτανε κοντόσωμοι και με μικρά ποδάρια, τριχωτοί σαν ουραγκουτάγκοι. Τα πρόσωπά τους δεν φαινόντανε από τα μαλλιά, από τα μουστάκια κι από τα γένεια. Στεκόντανε συμμαζεμένοι σαν φοβισμένοι, ήσυχοι, ταπεινοί. Μου είπανε πως τους λέγανε Άϊνος, και πως ήτανε ντόπιοι της Σαχαλίνας, οι πιο αθώοι άνθρωποι που έπλασε ο Θεός. Είναι μια φυλή με τους Γιαπωνέζους, μονάχα πως οι Άϊνος βρίσκουνται σε άγρια κατάσταση. Υστερώτερα έκανα γνωριμία με κάμποσους τέτοιους, ταξίδεψα και μαζί τους. Οι περισσότεροι είναι ψαράδες και κυνηγοί, κι εξόν από τη Σαχαλίνα, βρίσκουνται κι απάνω στα νησιά που είναι βορεινά από τη Γιαπωνία.
Σαν απόλυσε η εκκλησία και πήρα αντίδωρο, δεν ήθελα να φύγω, τόσο με τραβούσε η εκκλησιά. Καταλάβαινα σαν να βρισκόμουνα στον τόπο μου με τους δικούς μου. Επειδής ήμουνα νεοφερμένος, ήρθανε κοντά μου κάμποσοι ντόπιοι και με ρωτούσανε από τι έθνος είμαι, από πού ήρθα και για ποια δουλειά. Φχαριστηθήκανε πολύ που ήμουνα Έλληνας, «Γκρέκ όρτοντόξ», και με καλέσανε να πάγω στα σπίτια τους. Κι οι στρατιώτες ακόμα, που ήτανε άγριοι και απότομοι, κι αυτοί μου μιλούσανε γελαστοί. Κατά βάθος, όλοι ήτανε καλοί άνθρωποι.
Τους είπα πως θα φεύγαμε την άλλη μέρα για τα βορεινά της Σαχαλίνας, για τη δουλειά μας. Μούπανε, πως εκεί που θα πάγω, βρίσκεται ένας άγιος άνθρωπος, ένας καλόγερος, «μονάχα», λεγόμενος πάτερ Ιωνάς, που ζεί σ’ εκείνην την έρημο πολλά χρόνια, και πως δεν τρώγει τίποτα, και πως σ’ αυτόν πηγαίνουνε όσοι νησιώτες θέλουνε να ξομολογηθούνε, για να τους βλογήσει να μη πάθουνε κακό στη θάλασσα και στη στερηά, καθώς και όσοι κατάδικοι τύχει να δραπετέψουνε από τα κάτεργα, σ’ αυτόν καταφεύγουνε να τους προστατέψει από τους στρατιώτες, επειδής οι στρατιώτες κι οι άνθρωποι του τσάρου φοβούνται να τον αγγίξουνε, γιατί όποιος τον αγγίξει ή του αντιμιλήσει, πεθαίνει. Και πως αυτός ο ασκητής είχε ένα καράβι, και μ’ αυτό κυκλόφερνε ένα γύρω στο νησί, και γλύτωνε όσους κατσάκηδες (δραπέτες) εύρισκε να κινδυνεύουνε να πνιγούνε μέσα σ’ εκείνες τις φουρτουνιασμένες θάλασσες, επειδή φεύγανε με παλιόβαρκες.
Την άλλη μέρα φύγαμε με τον κυρ-Αντρώποφ. Περπατήσαμε δύο μερόνυχτα καβάλλα στ’ άλογα, σε κάποια μέρη πιο έρημα απ’ όσα είχα ιδωμένα. Δεν συναπάντησαμε μηδέ έναν άνθρωπο, μηδέ μια καλύβα. Τίποτα! Τέλος φτάξαμε σ’ ένα μέρος, απ’ όπου είδαμε τη βορεινή θάλασσα που τη λένε Θάλασσα του Οκχότς, κι είδαμε τον βορεινόν κάβο της Σαχαλίνας, μια μύτη από άμμο, τον κάβο-Μαρία. Εκατομμύρια πουλιά πετούσανε απάνω από την ακροθαλασσιά, και μας ξεκουφαίνανε με τις φωνές τους. Σαν φτάξαμε κοντήτερα, είδαμε απάνω στην ακρογιαλιά έναν μεγάλο σταυρό στημένον απάνω σ’ έναν βράχο, και κανωμένον από δύο δέντρα σταυρωμένα. Πήγαμε κοντά και διαβάσαμε γραμμένα στα ρούσικα «Δόξα εν υψίστοις Θεώ και επί γης ειρήνη εν ανθρώποις ευδοκία». Απομείναμε αμίλητοι, κοιτάζοντας αυτόν τον σταυρό που στεκότανε μέσα σε κείνη την ερημιά. Βγάλαμε τα καλπάκια μας, κάναμε τον σταυρό μας και τον ανασπασθήκαμε με ευλάβεια.
Ακόμα θυμάμαι πως απομείναμε βουβοί κάμποση ώρα από τη μεγαλοπρέπεια που είχε εκείνη η άγρια τοποθεσία. Πέρα άπλωνε η βορεινή θάλασσα αφρισμένη, νερό ατελείωτο και έρημο. Αποπίσω μας ήτανε ένα πυκνό δάσος. Μπροστά μας φαινότανε ο κάβο-Μαρία, μια μύτη άμμο. Ο άμμος άπλωνε ολόγυρα στον κάβο, γιατί όπως φαίνεται, τον σκορπούσανε και τον στοιβιάζανε οι φοβεροί αγέρηδες που ερχόντανε από τον βόρειον ωκεανό, κι ήτανε αυτός ο άμμος κύματα-κύματα, σαν τη θάλασσα, και τόσο βαθύς, που βουλιάζαμε, εμείς και τα άλογα.
Σαν περάσαμε τον άμμο κι ανηφορίσαμε λίγο, είδαμε ένα παληό σπίτι κανωμένο από δέντρα, που υα είχανε μαυρισμένα η βροχή, το χιόνι κι ο αγέρας. Στη βορεινή μπάντα είχε έναν μικρόν πύργο μ’ έναν σταυρό στην κορφή του.
Πήγαμε κοντά στην πόρτα και χτυπήσαμε. Μα κανένας δεν ακούσθηκε από μέσα. Πιάσαμε και φωνάξαμε, και τότε φανερωθήκανε δυό-τρείς Άϊνος που καθότανε πίσω από το σπίτι, στ’ απάγκειο, για να φυλαχθούνε από τον αγέρα, και μας είπανε τσάτρα-πάτρα πως ο ασκητής έλειπε με το καράβι, και πως τον περιμένανε κι αυτοί να τους βλογήσει. Μας είπανε να περάσουμε μέσα στο σπίτι και να μείνουμε ως νάρθει ο καλόγερος, γιατί φχαριστιότανε πολύ όποτε εύρισκε ξένους στο σπίτι του, που ήτανε πάντα ανοιχτό.
Για να μην τα πολυλογούμε, καθήσαμε δυό μέρες στο σπίτι. Την Τρίτη μέρα τα χαράματα, μας ξυπνήσανε οι σκύλοι που είχανε οι Άϊνος. Σαν βγήκαμε έξω, είδαμε μια σκούνα που φουντάριζε και μάζευε τα πανιά της. Σε λίγο βγήκανε με τη βάρκα τρείς νοματαίοι, κι ερχόντανε κατά το σπίτι. Μπροστά πήγαινε ένας καλόγερος ψηλός κι αδύνατος σαν σκέλεθρο. Σαν πήγαμε κοντά του, σκέπασε τη σκούφια του με το επανωκαλύμαυκο, και μας βλόγησε. Τα γένεια του ήτανε ανάρηα κι άσπρα.
Μέσα στο σπίτι είχε μια εκκλησιά πολύ μικρή. Εκεί λειτουργηθήκαμε την Πρωτοχρονιά, γιατί ο πάτερ Ιωνάς ήτανε ιερομόναχος, «ότετς Γιονάς». Τι να σου πω κυρ-Φώτη, εσύ που αγαπάς τα θρησκευτικά! Τέτοια λειτουργία δε μπορώ να την παραστήσω! Ο πάτερ Ιωνάς έψελνε, κι ολοένα έλεγε «άγιος Βασίλιε», και θαρρούσες πως λειτουργούσε ο ίδιος ο άγιος Βασίλειος. Πού; Στη Σαχαλίνα, στον κάβο-Μαρία! Όξω φυσομανούσε ο αγέρας με το χιόνι, κι ακουγότανε το βογγητό της θάλασσας. Μέσα είμαστε: εγώ, ο Αντρώποφ, ένας Μογγόλος που είχε τάλογα, κι οι τρείς Άϊνος. Τα κονίσματα, όπως μούπε ο καλόγερος, ήτανε αγιορείτικα. Ο ίδιος ο πάτερ Ιωνάς είχε κάνει στ’ Άγιον Όρος, στα Καρούλια, και μιλούσε τα ελληνικά. Είχε κι έναν γέροντα Γερόντιο απ’ τ’ Αϊβαλί, κι έλεγε πως ήτανε άγιος. Σαν γύρισε στη Ρουσία, πήγε σ’ ένα μοναστήρι κοντά στο Τόμσκ. Μα σαν έμαθε τι μεγάλη δυστυχία ήτανε στη Σαχαλίνα με τα Κάτοργκα, αποφάσισε να αφιερώσει τη ζωή του για να ανακουφίσει εκείνους τους δυστυχισμένους. Είχε 40 χρόνια στη Σαχαλίνα. Αυτός έκανε Χριστιανούς τους Άϊνος. Οι κακόμοιροι φιλούσανε τα χέρια μου και λέγανε χαρούμενοι δείχνοντας με «Ορτοντόξ! Ορτοντόξ!». Σ’ όλη τη λειτουργία έκλαιγα, εγώ που πέρασα του λιναριού τα πάθη χωρίς να δακρύσω.
Αναρτήθηκε από Περιοδικό ΕΝΔΟΝ


Σάββατο 27 Δεκεμβρίου 2025

κύρ Φώτης Κόντογλου - Χριστούγεννα στὴ σπηλιά

 Δεν υπάρχει διαθέσιμη περιγραφή για τη φωτογραφία.

Χριστούγεννα παραμονές. Χριστούγεννα καὶ χιονιᾶς πάντα πᾶνε μαζί. Μὰ ἐκείνη τὴ χρονιὰ οἱ καιροὶ ἤτανε φουρτουνιασμένοι παρὰ φύση. Χιόνι δὲν ἔρριχνε. Μοναχὰ ποὺ ἡ ἀτμόσφαιρα ἤτανε θυμωμένη, καὶ φυσούσανε σκληροὶ βοριάδες μὲ χιονόνερο καὶ μ᾿ ἀστραπές. Καμμιὰ βδομάδα ὁ καιρὸς καλωσύνεψε καὶ φυσοῦσε μία τραμουντάνα ποὺ ἀρμενιζότανε. Μὰ τὴν παραμονὴ τὰ κατσούφιασε. Τὴν παραμονὴ ἀπὸ τὸ πρωΐ ὁ οὐρανὸς ἤτανε μαῦρος σὰν μολύβι, κ᾿ ἔπιασε κ᾿ ἔρριχνε βελονιαστὸ χιονόνερο.
Σὲ μία τοποθεσία ποὺ τὴ λέγανε Σκρόφα, βρισκότανε ἕνα μαντρὶ μὲ γιδοπρόδατα, ἀπάνω σὲ μιὰ πλαγιὰ τοῦ βουνοῦ ποὺ κοίταζε κατὰ τὸ πέλαγο· τὸ μέρος αὐτὸ ἤτανε ἄγριο κ᾿ ἔρημο, γεμάτο ἀγριόπρινα, σκίνους καὶ κουμαριές, ποὺ ἤτανε κατακόκκινες ἀπὸ τὰ κούμαρα. τὸ μαντρὶ ἤτανε τριγυρισμένο μὲ ξεροτρόχαλο [=ξερολιθιά].
Οἱ τσομπάνηδες καθόντανε μέσα σὲ μιὰ σπηλιὰ ποὺ βρισκότανε παραμέσα καὶ πιὸ ψηλὰ ἀπὸ τὴ μάντρα καὶ ποὺ κοίταζε κατὰ τὴ νοτιά. Μεγάλη σπηλιά, μὲ τρία - τέσσερα χωρίσματα, κι ἀψηλὴ ὡς τρία μπόγια. Τὰ ζωντανὰ σταλιάζανε κάτω ἀπὸ τὶς χαμηλὲς σάγιες, ποὺ ἔσκυβες γιὰ νὰ μπεῖς μέσα. Σωροὶ ἀπὸ κοπριὰ στεκόντανε ἐδῶ κ᾿ ἐκεῖ, καὶ βγάζανε μία σπιρτόζα μυρουδιά. Χάμω, τὸ χῶμα ἤτανε σκουπισμένο καὶ καθαρό, γιατὶ οἱ τσομπάνηδες ἤτανε μερακλῆδες, καὶ βάζανε τὰ παιδιὰ καὶ σκουπίζανε ταχτικὰ μὲ κάτι σκοῦπες κανωμένες ἀπὸ ἀστοιβιές.
Ἀρχιτσέλιγκας ἤτανε ὁ Γιάννης ὁ Μπαρμπάκος, ἕνας ἄνθρωπος μισάγριος, γεννημένος ἀνάμεσα στὰ γίδια καὶ στὰ πρόβατα. Ἤτανε μαῦρος, μαλλιαρός, μὲ γένεια μαῦρα κόρακας, σγουρὰ καὶ σφιχτὰ σὰν τοῦ κριαριοῦ. Φοροῦσε σαλβάρια κοντὰ ὡς τὸ γόνατο, σελάχι στὴ μέση του, ζουνάρι πλατύ, βαριὰ τζεσμέδια στὰ ποδάρια του· τὸ κεφάλι του τὸ εἶχε τυλιγμένο μ᾿ ἕνα μεγάλο μαντίλι σὰν σαρίκι, κ᾿ οἱ μαρχαμάδες [= τὰ κρόσια] κρεμόντανε στὸ πρόσωπό του. Ἀρχαῖος ἄνθρωπος!
Εἶχε δυὸ παραγυιούς, τὸν Ἀλέξη καὶ τὸν Δυσσέα, δυὸ παλληκαρόπουλα ὡς εἴκοσι χρονῶν. Εἶχε καὶ τρία παιδιά, ποὺ τοὺς βοηθούσανε στ᾿ ἄρμεγμα καὶ κοιτάζανε τὸ μαντρὶ νά ῾ναι καθαρό. Αὐτὲς οἱ ἕξι ψυχὲς ἐζούσανε σὲ κεῖνο τὸ μέρος, κρυφὰ ἀπὸ τὸν Θεό. Ἀνάρια βλέπανε ἄνθρωπο.
Ἡ σπηλιὰ ἤτανε καπνισμένη κι ὁ βράχος εἶχε μαυρίσει ὡς ἀπάνω ἀπὸ τὴν καπνιὰ ποὺ ἔβγαινε ἀπὸ τὸ στόμα τῆς σπηλιᾶς. Ἐκεῖ μέσα εἴχανε τὰ γιατάκια τους, σὰν μεντέρια, στρωμένα μὲ προβιές. Στοὺς τοίχους τῆς σπηλιᾶς εἴχανε μπήξει παλούκια μέσα στὶς σκισμάδες τοῦ βράχου, καὶ κρεμόντανε καρδάρες, τυροβόλια, μαγιές, τουφέκια καὶ μαχαίρια, λὲς κ᾿ ἤτανε λημέρι τῶν ληστῶν. Ἀπ᾿ ἔξω φυλάγανε οἱ σκύλοι, ὅλοι ἄγριοι σὰν λύκοι.
Ἡ ἀκροθαλασσιὰ βρισκότανε ὡς ἕνα τσιγάρο ἀπόσταση ἀπὸ τὴ μάντρα. Ἤτανε ἔρημη, κι ἄλλο δὲν ἀκουγότανε ἐκεῖ πέρα παρὰ μοναχὰ ὁ ἀγκομαχητὸς τοῦ πελάγου, μέρα - νύχτα. Μὲ τὸν βοριὰ ἀπάγκιαζε, καὶ καμμιὰ φορᾶ πόδιζε κανένα καΐκι. Ἀλλιῶς δὲν ἔβλεπες βάρκα πουθενά. Ἀπὸ τὸ μαντρὶ ἀγνάντευε κανένας τὸ πέλαγο ἀνάμεσα στὰ δέντρα, καὶ τὸ μάτι ξεχώριζε καθαρὰ τὰ βουνὰ τῆς Μυτιλήνης.
Τὴν παραμονὴ τὰ Χριστούγεννα, εἴπαμε πὼς ὁ καιρὸς χάλασε, κι ἄρχισε νὰ πέφτει χιονόνερο. Οἱ τσομπάνηδες εἴχανε μαζευτεῖ στὴ σπηλιὰ κι ἀνάψανε μία μεγάλη φωτιὰ καὶ κουβεντιάζανε. Τὰ παιδιὰ εἴχανε σφάξει δυὸ ἀρνιὰ καὶ τὰ γδέρνανε. Ὁ Ἀλέξης ἔβαλε ἀπάνω σ᾿ ἕνα ράφι μυτζῆθρες καὶ τυρὶ ἀνάλατο μέσα στὰ τυροβόλια, ἁγίζι καὶ γιαούρτι. Ὁ Δυσσέας εἶχε μία παλιὰ Σύνοψη, κ᾿ ἐπειδὴ γνώριζε λίγο ἀπὸ ψαλτικὰ κ᾿ ἤξερε καὶ πέντε γράμματα, διάβαζε τὶς Κυριακάδες κι ὅποτε ἤτανε γιορτὴ κανένα τροπάρι καὶ λιγοστὰ ἀπὸ τὸν Ἑξάψαλμο. Ἐκείνη τὴν ὥρα φυλλομετροῦσε τὴ Σύνοψη, γιὰ νὰ δεῖ τί γράμματα ἤτανε νὰ πεῖ.
Θά ῾τανε ὥρα σπερινοῦ. Κείνη τὴν ὥρα ἀκούσανε κάτι τουφεκιές. Καταλάβανε πὼς θά ῾τανε τίποτα κυνηγοί· τὸ ἕνα παιδί, ποὺ εἶχε πάγει νὰ φέρει ξύλα μὲ τὸν γάϊδαρο, εἶπε πὼς τὸ πρωὶ εἶχε ἀκούσει τουφεκιὲς κατὰ τὴν ἀπὸ μέσα θάλασσα, κατὰ τὴν Ἁγιὰ-Παρασκευή. Οἱ σκύλοι πιάσανε καὶ γαβγίζανε ὅλοι μαζὶ καὶ πεταχτήκανε ὄξω ἀπὸ τὴ μάντρα.
Σὲ λίγο φανερωθήκανε ἀπὸ πάνω ἀπὸ τὴ σπηλιὰ δυὸ ἄνθρωποι μὲ τουφέκια, καὶ φωνάζανε τοὺς τσομπάνηδες νὰ μαζέψουνε τὰ σκυλιά, ποὺ χυμήξανε ἀπάνω τους. Ὁ Σκούρης ἄφησε τοὺς ἀνθρώπους κι ἅρπαξε ἕνα ἀπὸ τὰ ζαγάρια πού ῾χανε οἱ κυνηγοὶ καὶ τὸ ξετίναζε νὰ τὸ πνίξει. Ὁ κυνηγὸς ἔρριξε ἀπάνου του, καὶ τὰ σκάγια τὸν πόνεσανε καὶ γύρισε πίσω, μαζὶ μὲ τ᾿ ἄλλα μαντρόσκυλα, ποὺ πηγαίνανε πισώδρομα ὅσο κατεβαίνανε οἱ κυνηγοί. Τέλος πάντων, ἐβγῆκε ὁ Μπαρμπάκος μὲ τοὺς ἄλλους καὶ πιάσανε τὸν Σκούρη καὶ τὸν δέσανε, διώξανε καὶ τ᾿ ἄλλα σκυλιά.
«Ὥρα καλή, βρὲ παιδιά!» φώναξε ὁ Παναγὴς ὁ Καρδαμίτσας, ζωσμένος μὲ τὰ φυσεγκλίκια, μὲ τὸ ταγάρι γεμάτο πουλιά.
Ὁ ἄλλος, ποὺ ἤτανε μαζί του, ἤτανε ὁ γυιός του ὁ Δημητρός.
«Πολλὰ τὰ ἔτη!» ἀποκριθήκανε ὁ Μπαρμπάκος κ᾿ ἡ συντροφιά του. «Καλῶς ὁρίσατε!»
Τοὺς πήγανε στὴ σπηλιά.
«Μωρέ, τ᾿ εἶν᾿ ἐδῶ; Παλάτι! Παλάτι μὲ βασιλοποῦλες!» εἶπε ὁ μπάρμπα-Παναγής, δείχνοντας τὶς μυτζῆθρες ποὺ ἀχνίζανε.
Τοὺς βάλανε νὰ καθήσουνε, τοὺς κάνανε καφέ. Οἱ κυνηγοὶ εἴχανε κονιάκι. Κεραστήκανε.
«Βρὲ ἀδερφέ», ἔλεγε ὁ μπάρμπα-Παναγής, «ποιὸς νὰ τό ῾λεγε, χρονιάρα μέρα, πὼς θὰ κάνουμε Χριστούγεννα στὸ σπήλαιο ποὺ ἐγεννήθη ὁ Χριστός! Ἐχτὲς περάσαμε στὴν Ἁγιὰ-Παρασκευή, νὰ κυνηγήσουμε λίγο. Ἔ, δικός μας εἶναι ὁ ἡγούμενος, κοιμηθήκαμε στὸ μοναστήρι, καὶ σήμερα τὴν αὐγὴ βγήκαμε στὸ κυνήγι. Βλέποντας πὼς φουρτούνιασε ὁ καιρός, εἴπαμε πὼς δὲ θὰ μπορέσουμε νὰ περάσουμε τὸ μπουγάζι μὲ τὴ σαπιόβαρκα τοῦ μπάρμπα-Μανώλη τοῦ Βασιλέ. Κ᾿ ἐπειδὴ ξέραμε ἀπ᾿ ἄλλη φορὰ τὸ μαντρί, καὶ μὲ τὸ κυνήγι πέσαμε σὲ τοῦτα τὰ σύνορα, εἴπαμε νὰ ῾ρθουμε στ᾿ ἀρχοντικό σας... Μωρέ, τί σκύλο ἔχετε; Αὐτὸ εἶναι θηρίο, ἀσλάνι καὶ καπλάνι!
Μπρέ, μπρέ, μπρέ! τὸ ζαγάρι τὸ πετσόκοψε! Γιὰ κοίταξε τί χάλια τό ῾κανε!»
Καὶ γύρισε σὲ μία γωνιὰ τῆς σπηλιᾶς, ποὺ κλαμούριζε τὸ σκυλὶ κ᾿ ἔτρεμε σὰν θερμιασμένο.
«Ἔλα δῶ, Φλόξ! Φλόξ!»
Μὰ ἡ Φλὸξ ἀπὸ τὴν τρομάρα της τρύπωνε πιὸ βαθιά.
Ἅμα ἤπιανε δυὸ-τρία κονιάκια, ὁ μπάρμπα-Παναγὴς ἄρχισε νὰ μασᾶ τὰ μουστάκια του, καὶ στὸ τέλος ἔπιασε νὰ τραγουδᾶ:
Καλὴν ἑσπέραν, ἄρχοντες, ἂν εἶναι ὁρισμός σας,
Χριστοῦ τὴν θείαν γέννησιν νὰ πῶ στ᾿ ἀρχοντικό σας.
Ὕστερα ὁ Δυσσέας ἔψαλε τὸ «Χριστὸς γεννᾶται, δοξάσατε».
Ἐκείνη τὴν ὥρα ἀκούσανε πάλι τὰ σκυλιὰ νὰ γαβγίζουνε. Στείλανε τὰ παιδιὰ νὰ δοῦνε τί εἶναι. Ὁ ἀγέρας εἶχε μπουρινιάσει κ᾿ ἔρριχνε παγωμένο νερό. Κρύο τάντανο!
Σὲ λίγο πάψανε τὰ σκυλιά, καὶ γυρίσανε πίσω τὰ παιδιά. Ἀπὸ πίσω τοὺς μπήκανε στὴ σπηλιὰ τρεῖς ἄντρες, ποὺ φαινόντανε πὼς ἤτανε θαλασσινοί, καὶ δυὸ καλόγεροι, βρεμένοι ὅλοι καὶ ξυλιασμένοι ἀπ᾿ τὸ κρύο. Τοὺς καλωσορίσανε, τοὺς βάλανε καὶ καθήσανε.
Μόλις πῆγε κοντὰ στὴ φωτιὰ ὁ πρῶτος, ὁ καπετάνιος, τὸν γνώρισε ὁ Μπαρμπάκος κ᾿ ἔβγαλε μία χαρούμενη φωνή. Ἤτανε ὁ καπετάν-Κωσταντὴς ὁ Μπιλικτσῆς, ποὺ ταξίδευε στὴν Πόλη. Εἶχε περάσει κι ἄλλη φορὰ ἀπὸ τὴ Σκρόφα, κ᾿ εἴχανε δέσει φιλία μὲ τὸν Μπαρμπάκο, ποὺ δὲν ἤξερε τί περιποίηση νὰ τοὺς κάνει· οἱ ἄλλοι δυὸ ἤτανε γεμιτζῆδες κι αὐτοί, ἄνθρωποι τοῦ καϊκιοῦ του.
Ὁ ἕνας ἀπὸ τοὺς καλόγερους, ἕνας σωματώδης μὲ μαῦρα γένεια, ὀμορφάνθρωπος, ἤτανε ὁ πάτερ-Σίλβεστρος Κουκουτός, καλογερόπαπας. Ὁ ἄλλος ἤτανε λιγνός, μὲ λίγες ἀνάριες τρίχες στὸ πηγούνι, σὰν τὸν Ἅγιο Γιάννη τὸν Καλυβίτη. Τὸν λέγανε Ἀρσένιο Σγουρή.
Ὁ καπετάν-Κωσταντὴς ἐρχότανε ἀπὸ τὴν Πόλη καὶ πῆρε στὸ καΐκι τὸν πάτερ-Σίλβεστρο, ποὺ εἶχε πάγει στὴν Πόλη ἀπὸ τ᾿ Ἅγιον Ὄρος γιὰ ἐλέη, κ᾿ ἤθελε νὰ κάνει Χριστούγεννα στὴν πατρίδα του. Ὁ πάτερ-Ἀρσένιος εἶχε ταξιδέψει μαζί του ἀπὸ τὴ Μονὴ τοῦ Παντοκράτορας στὸ Ὄρος, κ᾿ ἤτανε ἀπὸ τὴ Θεσσαλία.
Ταξιδέψανε καλά. Μὰ σὰν καβατζάρανε τὸν Κάβο-Μπαμπᾶ, ὁ ἀγέρας μπουρίνιασε, κι ὅλη τὴ μέρα ἀρμενίζανε μὲ μουδαρισμένα πανιὰ καὶ μὲ τὸν στάντζο, ὡς ποὺ φτάξανε κατὰ τὸ βράδυ ἀπ᾿ ἔξω ἀπὸ τὸ Ταλιάνι. Ὁ καιρὸς σκύλιαξε κι ὁ καπετάνιος δὲν μπόρεσε νά ῾μπεῖ στὸ μπουγάζι, νὰ κάνουνε Χριστούγεννα στὴν πατρίδα.
Ἀποφάσισε λοιπὸν νὰ ποδίσει, καὶ πῆγε καὶ φουντάρισε στ᾿ ἀπάγκειο, πίσω ἀπὸ ἕναν μικρὸν κάβο, ἀπὸ κάτω ἀπὸ τὸ μαντρί. Κ᾿ ἐπειδὴ θυμήθηκε τὸν φίλο του τὸν Μπαρμπάκο, πῆρε τοὺς γέροντες καὶ τοὺς δυὸ ἄλλους νοματέους καὶ τραβήξανε γιὰ τὸ ἁγίλι [=μαντρί]. Στὸ τσερνίκι εἴχανε ἀφήσει τὸν μπαρμπ᾿ - Ἀπόστολο μὲ τὸν μοῦτσο.
Σὰν εἴδανε πὼς στὴ σπηλιὰ βρισκότανε κι ὁ κύρ-Παναγὴς μὲ τὸν κύρ-Δημητρό, γίνηκε μεγάλη χαρὰ καὶ φασαρία.
«Μωρὲ νὰ δεῖς», ἔλεγε ὁ κύρ-Παναγής, «τώρα ψέλναμε τὸ τροπάρι, κι ἀπάνω ποὺ λέγαμε «ἐν αὐτῇ γὰρ οἱ τοῖς ἄστροις λατρεύοντες ὑπὸ ἀστέρος ἐδιδάσκοντο...», φτάξατε κ᾿ ἐσεῖς οἱ μάγοι μὲ τὰ δῶρα! Γιατὶ βλέπω μία νταμιζάνα κρασί, βλέπω λακέρδα, βλέπω χαβιάρια, βλέπω παξιμάδια, μπακλαβάδες, «σμύρναν, χρυσὸν καὶ λίβανον»!
«Χά! Χά! Χά!» - γελοῦσε δυνατὰ ὁ κύρ-Παναγής, μισομεθυσμένος καὶ ψευδίζοντας, καὶ χάϊδευε τὴν κοιλιά του, γιατὶ ἤτανε καλοφαγᾶς.
Στὸ μεταξὺ ὁ πάτερ - Ἀρσένιος ὁ Σγουρῆς ζωντάνεψε ὁ καϊμένος, κ᾿ εἶπε σιγανὰ χαμογελώντας καὶ τρίβοντας τὰ χέρια του:
«Δόξα σοι ὁ θεός, Κύριε ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστέ, ποὺ μᾶς ἐλύτρωσες ἐκ τοῦ κλύδωνος!» κ᾿ ἔκανε τὸν σταυρό του.
Ὁ πάτερ-Σίλβεστρος εἶπε νὰ σηκωθοῦνε ὄρθιοι, κ᾿ εἶπε λίγες εὐχές, τὸ «Χριστὸς γεννᾶται», κ᾿ ὕστερα μὲ τὴ βροντερὴ φωνή του ἔψαλε:
«Μεγάλυνον, ψυχή μου, τὴν τιμιωτέραν καὶ ἐνδοξοτέραν τῶν ἄνω στρατευμάτων.
Μυστήριον ξένον ὁρῶ καὶ παράδοξον. Οὐρανὸν τὸ σπήλαιον, θρόνον χερουβικὸν τὴν Παρθένον, τὴν φάτνην χωρίον, ἐν ᾧ ἀνεκλήθη ὁ ἀχώρητος Χριστὸς ὁ Θεός, ὃν ἀνυμνοῦντες μεγαλύνομεν».
Ὕστερα καθήσανε στὸ τραπέζι. Τέτοιο τραπέζι βλογημένο καὶ χαρούμενο δὲν ἔγινε σὲ κανένα παλάτι. Τρώγανε καὶ ψέλνανε. Καὶ τοῦ πουλιοῦ τὸ γάλα εἶχε ἀπάνω, ἀπὸ τὰ μοσκοβολημένα τ᾿ ἀρνιά, τὰ τυριά, τὰ μανούρια, τὶς μυτζῆθρες, τὶς μπεκάτσες καὶ τ᾿ ἄλλα πουλιὰ τοῦ κυνηγιοῦ, ὡς τὴ λακέρδα καὶ τ᾿ ἄλλα τὰ πολίτικα ποὺ φέρανε οἱ θαλασσινοί, καθὼς καὶ κρασὶ μπρούσικο.
Ὄξω φυσομανοῦσε ὁ χιονιᾶς, καὶ βογγούσανε τὰ δέντρα κ᾿ ἡ θάλασσα ἀπὸ μακριά. Ἀνάμεσα στὰ βουΐσματα ἀκουγόντανε καὶ τὰ κουδούνια ἀπὸ τὰ ζωντανὰ ποὺ ἀναχαράζανε. Μέσα ἀπὸ τὴ σπηλιὰ ἔβγαινε ἡ κόκκινη ἀντιφεγγιὰ τῆς φωτιᾶς μαζὶ μὲ τὶς ψαλμωδίες καὶ μὲ τὶς χαρούμενες φωνές. Κι ὁ κυρ-Παναγὴς ἔκλεβε κάπου-κάπου λίγον ὕπνο, ρουχάλιζε λιγάκι κ᾿ ὕστερα ξυπνοῦσε κ᾿ ἔψελνε μαζὶ μὲ τὴ συνοδεία.
Ἀληθινά, ἀπὸ τὴ Γέννηση τοῦ Χριστοῦ δὲν ἔλειπε τίποτα. Ὅλα ὑπήρχανε: τὸ σπήλαιο, οἱ ποιμένες, οἱ μάγοι μὲ τὰ δῶρα, κι ὁ ἴδιος ὁ Χριστὸς ἤτανε παρὼν μὲ τοὺς δυὸ μαθητές του, ποὺ εὐλογούσανε «τὴν βρῶσιν καὶ τὴν πόσιν»...