Ομιλεί ο Γέροντας Ζαχαρίας της Ιερής Μονής Τιμίου Προδρόμου, Έσσεξ, Αγγλίας
Ομιλεί ο Γέροντας Ζαχαρίας της Ιερής Μονής Τιμίου Προδρόμου, Έσσεξ, Αγγλίας

Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς
Σχετικὰ μὲ τὴ συγκαταβατικὴ ἐνσάρκωση τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ καὶ τὰ ὅσα προσφέρθηκαν, ἐξαιτίας της σ᾿ αὐτοὺς ποὺ τὸν ἐμπιστεύτηκαν ἀληθινὰ, καὶ σχετικὰ μὲ τὴν αἰτία ποὺ ὁ Θεός, ἂν καὶ μποροῦσε νὰ ἐλευθερώσει μὲ ποικίλους ἄλλους τρόπους τὸ ἀνθρώπινο γένος ἀπὸ τὴν ὑποταγὴ στὸν διάβολο, προτίμησε νὰ χρησιμοποιήσει αὐτὴ τὴ συγκαταβατικὴ τακτική.
Μποροῦσε, ὁπωσδήποτε, ὁ προαιώνιος καὶ ἀπεριόριστος καὶ παντοκράτορας Λόγος καὶ παντοδύναμος Υἱὸς τοῦ Θεοῦ, καὶ χωρὶς ὁ ἴδιος νὰ περιβληθεῖ τὴν ἀνθρώπινη φύση, νὰ ἀπαλλάξει τοὺς ἀνθρώπους ἀπὸ τὴν ὑποτέλεια στὸν θάνατο καὶ τὴν ὑποδούλωση στὸν διάβολο, γιατὶ ὅλα ὑπακούουν στὶς ἐντολές του καὶ τὸ κάθετι ἐξαρτιέται ἀπὸ τὴν θεϊκὴ ἐξουσία του. Ὅλα ἔχει τὴ δύναμη νὰ τὰ ἐνεργεῖ καί, σύμφωνα μὲ τὸν Ἰώβ, τίποτε δὲ βρίσκεται ἔξώ ἀπὸ τὶς δυνατότητές του. Ἄλλωστε, ἀπέναντι στὴν ἀπόλυτη ὑπεροχὴ τοῦ δημιουργοῦ, ἡ δύναμη ἀντίστασης τῶν δημιουργημάτων χρεοκοπεῖ, κανένα δὲν εἶναι ἰσχυρότερο ἀπὸ τὸν Παντοκράτορα.
Ὅμως, αὐτὴ ἡ τακτικὴ σωτηρίας, δηλαδὴ μὲ τὴν ἐνανθρώπηση τοῦ Λόγου τοῦ Θεοῦ, ἦταν ἡ πιὸ προσαρμοσμένη στὴ δική μας φύση, τὴν ἀνθρώπινη ἀδυναμία μας κι ἀκόμα ἦταν ἡ πιὸ ἀντάξια τοῦ Θεοῦ ποὺ τὴν ἐφάρμοζε μία καὶ χαρακτηριζόταν ἀπὸ τὸ στοιχεῖο τῆς δικαιοσύνης, χωρὶς τὸ ὁποῖο καμιὰ ἐνέργεια τοῦ Θεοῦ δὲν πραγματοποιεῖται. «Δίκαιος γὰρ ὁ Θεός, καὶ δικαιοσύνας ἠγάπησε, καὶ οὐκ ἔστιν ἀδικία ἐν αὐτῷ», ὅπως λέει κι ὁ ψαλμωδὸς Προφήτης.
Ὁ ἄνθρωπος ἐγκατέλειψε τὸν Θεὸ πρῶτος καί, κατὰ συνέπεια, δίκαια ἐγκαταλείφθηκε ἀπὸ τὸν Θεὸ· τότε κατέφυγε, μὲ τὴ θέλησή του, στὸν ἀρχηγὸ τῆς κακίας, ποὺ τὸν εἶχε παρασύρει μὲ τὶς δόλιες ἀντίθεες συμβουλές του. Δίκαια, πάλι, κατὰ συνέπεια, παραδόθηκε σ᾿ αὐτόν• ἔτσι εἰσχώρησε στὸν κόσμο ὁ θάνατος, ὡς ἀποτέλεσμα τοῦ φθόνου τοῦ πονηροῦ καὶ μὲ τὴν ἄδεια, τὴ δίκαιη, τοῦ ἀγαθοῦ Θεοῦ. Καὶ ὁ θάνατος, ἐξαιτίας τῆς ὑπερβάλλουσας κακότητας τοῦ ἀρχηγοῦ τῆς κακίας διπλασιάστηκε. Κοντὰ σὲ κεῖνον, ποὺ προσκολλήθηκε στὴν ἀνθρώπινη φύση, προστέθηκε κι ὁ ἄλλος, ποὺ αὐτὸς ὁ ἴδιος ὁ διάβολος βίαια τὸν προξενεῖ.
Ἐπειδή, λοιπόν, ἡ ὑποταγὴ στὸ διάβολο καὶ ἡ παράδοση στὸ θάνατο ἐπῆλθε ὡς δίκαιη συνέπεια, ἔπρεπε καὶ ἡ ἐπάνοδος τοῦ ἀνθρώπινου γένους στὴν ἐλευθερία καὶ τὴ ζωὴ νὰ συντελεστεῖ ἀπὸ τὸν Θὲὸ πάλι ὡς δίκαιη συνέπεια. Καὶ δὲν ἦταν μόνο ἡ παράδοση τοῦ ἀνθρώπου στὸν φθονερὸ ἐχθρό του, ποὺ πρόκυψε ὡς συνέπεια τῆς θείας δικαιοσύνης. Ἦτὰν καὶ τὸ γεγονὸς, ὅτι ὁ ἴδιος ὁ διάβολος, ποὺ ἀποξενώθηκε ἀπὸ τὴ δικαιοσύνη τὸῦ Θεοῦ καὶ ἐπεδίωξε ἄδικα νὰ ἐξουσιάζει καὶ νὰ μὴν ὑπακούει πουθενὰ καὶ νὰ καταπιέζει, βρισκόμενος σὲ διάσταση μὲ τὴ δικαιοσύνη, χρησιμοποίησε τὴ δύναμή του ἐνάντια στὸν ἄνθρωπο.
Ὁ Θεός, λοιπόν, θεώρησε, ὅτι προεῖχε νὰ νικηθεῖ πρῶτα ὁ διάβολος μὲ τὴ δικαιοσύνη, μὲ τὴν ὁποία ἔχει ἀνοιχτὴ διαμάχη, καὶ κατόπιν νὰ νικηθεῖ μὲ τὴ θεϊκὴ ὑπεροχή, δηλαδὴ μὲ τὴν ἀνάσταση καὶ τὴ μέλλουσα κρίση. Γιατὶ αὐτὴ εἶναι ἡ σωστὴ σειρά, νὰ προηγεῖται ἡ δικαιοσύνη ἀπὸ τὴ δύναμη, αὐτὸ ἁρμόζει ἀληθινὰ στὴ θεϊκὴ ἀγαθὴ διακυβέρνηση τοῦ κόσμου, ὄχι στὴν καταπιεστικὴ ἐπιβολή: νὰ ἀκολουθεῖ ἡ δύναμη, ἀφοῦ πρῶτα ἐπιβληθεῖ ἡ δικαιοσύνη.
Καί, ὅπως ὁ διάβολος, ὁ παμπάλαιος φονιὰς τοῦ ἀνθρώπου, ξεσηκώθηκε ἐναντίον μας ἀπὸ φθόνο καὶ μῖσος, ἔτσι κι ὁ ζωοδότης μπῆκε στὴ μάχη μὲ τὸ μέρος μας, ἀπὸ ἄπειρη ἀγαθότητα κι ἀγάπη γιὰ τὸν ἄνθρωπο. Καὶ ὅπως ἐκεῖνος, χωρὶς νὰ τοῦ ἔχει παρασχεθεῖ τὸ δικαίωμα, ἔβαλε σκοπό του νὰ καταστρέψει τὸ πλάσμα τοῦ Θεοῦ, ἔτσὶ κι ὁ πλάστης, ἔχοντας ἀντίθετα κάθε δικαίωμα, ἀποφάσισε νὰ σώσει τὸ δημιούργημά του. Καὶ ὅπως ἐκεῖνος πέτυχε μὲ τὴν ἀδικία καὶ τὴ δολιότητα νὰ καταγάγει νίκη καὶ νὰ γκρεμίσει τὸν ἄνθρωπο ἀπὸ τὸ θεοδώρητο ἀξίωμά του, ἔτσι κι ὁ ἐλευθερωτὴς, μὲ δικαιοσύνη καὶ σοφὸ σχέδιο, ἐπέφερε τὴν πανωλεθρία τοῦ ἀρχηγοῦ τῆς κακίας καὶ τὴν ἀνακαίνιση τοῦ ἀνθρώπου.
Λοιπόν, ὁ Θέὸς ἀπέφευγε νὰ χρησιμοποιήσει, πρᾶγμα ποὺ μποροῦσε, τὴ δύναμη, ὥσπου νὰ προχωρήσει στὴν ἀπόδοση τῆς δικαιοσύνης, πρᾶγμα ποὺ ἦταν ἀναγκαῖο. Ἔτσι ἄλλωστε φάνηκε ξεκάθαρα ἡ δύναμη τῆς δικαιοσύνης, ἀφοῦ προτιμήθηκε ὡς τακτικὴ ἀπὸ τὸν παντοδύναμο, ποὺ κανένας δὲν μπορεῖ νὰ τὸν νικήσει. Ἀπ᾿ αὐτὸ μάλιστα θά ῾πρεπε καὶ οἱ ἄνθρωποι νὰ παραδειγματιστοῦν, ὥστὲ νὰ ζοῦν μὲ δικαιοσύνη τὴν ἐπίγεια ζωή τους, ὥστε στὴν αἰώνια ζωὴ τῆς ἀθανασίας ν᾿ ἀναλάβουν τὴ δύναμη καὶ νὰ μὴ τὴ χάσουν ποτέ.
Κι ἀκόμα ἔπρεπε ὁ διάβολος, ποὺ τότε νίκησε τὸν ἄνθρωπο, νὰ νικηθεῖ ἀπὸ τὴ νικημένη ἀνθρώπινη φύση καὶ νὰ κατατροπωθεῖ, αὐτὸς ποὺ μὲ τόση πανουργία παγίδευσε τὸν ἄνθρωπο. Γι᾿ αὐτὸ τὸ σκὸπὸ χρειαζόταν ἀπαραίτητα νὰ ὑπάρξει ἕνας ἄνθρωπος ἀναμάρτητος. Ὅμως κάτι τέτοιο ἦταν ἀδύνατο. «Ὁὐδεὶς γάρ, λέει ἡ Γραφή, ἀναμάρτητος, οὐδ᾿ ἂν μία ἡμέρα ἡ ζωὴ αὐτοῦ» καὶ «τὶς καυχήσεται ἁγνὴν ἔχειν τὴν καρδίαν;»
Μονάχα ὁ Θεός, κανένας ἄλλός, δὲν μπορεῖ νὰ εἶναι ἀναμάρτητος. Γι᾿ αὐτὸ ἀκριβῶς, ὁ Θεὸς Λόγος, ὁ γεννημένος ἀπὸ τὸν Θεὸ εὐθὺς ἀπ᾿ τὴν ἀρχὴ τῆς ὕπαρξῆς του καὶ πάντοτε ἑνωμένος μ᾿ Αὐτὸν (δὲν εἶναι δυνατὸ νὰ ὑπάρξει ἢ νὰ ἐννοηθεῖ ποτὲ Θεὸς στερημένος λόγου) καὶ οὐδέποτε διαχωρισμένος ἀπ᾿ Αὐτόν, ὁ ἕνας ὑπαρκτὸς Θεὸς (τὸ ἀντιφέγγισμα τοῦ ἥλιου δὲν εἶναι ἄλλον φῶς διαφορετικὸ ἀπ᾿ τὸν ἥλιο καὶ οἱ ἡλιακὲς ἀκτῖνες δὲν εἶναι ἄλλοι ἥλιοι), ὁ μόνος ἀναμάρτητος Υἱὸς καὶ Λόγος τοῦ Θεοῦ καθίσταται γιὸς ἀνθρώπου, χωρὶς βέβαια νὰ ἀλλάζει τίποτε ὡς πρὸς τὴ θεότητά του, μένοντας, ὅμώς, ἀκηλίδωτος ὡς πρὸς τὴν ἀνθρώπινή του ἰδιότητα.
«Ὅς, ὅπως προφήτευσε ὁ Ἡσαΐας, ἁμαρτίαν οὐκ ἐποίησεν, ὁὐδὲ εὑρέθη δόλος ἐν τῷ στόματι αὐτοῦ». Καὶ ὄχι μόνο αὐτό ἀλλὰ καὶ κεῖνος, ποὺ δὲ «συνελήφθη ἐν ἀνομίαις» καὶ δὲν «ἐκυήθη ἐν ἁμαρτίαις», καθὼς διαπιστώνει, μιλῶντας γιὰ τὸν εαὐτό του ἢ μᾶλλον γιὰ ὁλόκληρο τὸ γένος τῶν ἀνθρώπων, ὁ Δαβὶδ στοὺς Ψαλμούς. Γιατὶ ἡ ἐπανάσταση τῆς σάρκας ἔχει ὡς αὐτόματη συνέπεια τὴν καταδίκη, ποὺ εἶναι καὶ λέγεται φθορά.
Αὐτὴ ἡ ἐπανάσταση, ἂν καὶ δὲ γίνεται μὲ τὴ θέληση τοῦ ἀνθρώπου, ἂν καὶ φανερὰ βρίσκεται σὲ ἀντίθεση μὲ τοὺς νόμους τῆς νόησης καὶ παρὰ τὸ γεγονὸς, ὅτι τιθασεύεται ἀπὸ τοὺς ἐνάρετους καὶ προσανατολίζεται μόνο πρὸς τὸν τομέα δημιουργίας παιδιῶν, ἔτσι ἢ ἀλλιῶς σπρώχνει τὸν ἄνθρωπο πρὸς τὴ φθορὰ καὶ δὲν εἶναι παρὰ ἔφεση γιὰ ἱκανοποίηση τῶν παθῶν αὐτοῦ, ποὺ δὲ συνειδητοποίησε τὴν τιμὴ ποὺ ἀξιώθηκε ἡ φύση μας ἀπὸ τὸ Θεό ἀλλὰ ἐξομοιώθηκε μὲ τὰ κτήνη.
Γι᾿ αὐτὸ καὶ δὲ γεννήθηκε ἁπλῶς Θεὸς ἀνάμεσα στόὺς ἀνθρώπους ἀλλὰ καὶ ἀπὸ Παρθένο ἐπίλεκτη καὶ ἀπαλλαγμένη ἀπὸ βρώμικους σαρκικοὺς λογισμούς. Σύμφωνα μὲ τοὺς προφῆτες, γεννήθηκε ἀπὸ Παρθένο, στὴ μήτρα τῆς ὁποίας ἐπέφερε τὴ σύλληψη ὄχι κάποια σαρκικὴ ὄρεξη ἀλλ᾿ ὁ ἐρχομὸς τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Αὐτὸ ποὺ συνέβηκε ἦταν ἡ ὑποδοχὴ καὶ ἡ ἀποδοχὴ τοῦ οὐράνιου χαρμόσυνου μηνύματος, ὄχι ὑπόκυψη καὶ δοκιμὴ στὴ γεμάτη πάθος σαρκικὴ ἐπιθυμία.
Μακριὰ ἀπὸ κάθε τέτοια ἐμπειρία, ἡ σύλληψη ἔγινε μέσα στὴν πνευματικὴ εὐφροσύνη καὶ τὴν ἐπικοινωνία μὲ τὸ Θεό. «Ἰδοὺ γὰρ ἡ δούλη Κυρίου, γένοιτό μοι κατὰ τὸ ῥῆμα σου», ἀπάντησε ἡ ἄσπιλη Παρθένος στὸν ἄγγελο, ποὺ τῆς ἔφερε τὸ μήνυμα τῆς χαρᾶς, συνέλαβε καὶ γέννησε. Προκειμένου ἔτσι, ὁ νικητὴς τοῦ διαβόλου, ὄντας ἄνθρωπος – θεάνθρωπος, νὰ κατάγεται βέβαια ἀπὸ τὸ ἀνθρώπινο γένος, νὰ μὴ μετέχει ὅμως στὴν κληρονομούμενη ἁμαρτία. Αὐτὸς μόνος ἀπ᾿ ὅλους τοὺς ἀνθρώπους νὰ συλληφθεῖ χωρὶς νὰ συντρέχει τὸ γεγονὸς τῆς παρακοῆς. Μόνος αὐτὸς νὰ μπεῖ στὴ μήτρα τῆς μητέρας του, χωρὶς νὰ μεσολαβήσει ἡ ἐμπαθὴς ἡδονὴ τῆς σάρκας καὶ οἱ βρώμικες ἐπιθυμίες, ποὺ χαρακτηρίζουν τὴ μιασμένη ἀπὸ τὴν παρακοὴ ἀνθρώπινη φύση.
Προκειμένου ἔτσι, ὁ Χριστὸς νὰ ὑπάρξει τέλεια ἀπαλλαγμένος ἀπὸ κάθε μόλυνση ποὺ μεταδίδεται στοὺς ἀπογόνους, μὲ ἀποτέλεσμα νὰ μὴν ἔχει καμιὰ ἀνάγκη κάθαρσης ὁ ἴδιος καὶ νὰ δέχεται τὰ πάντα μὲ σοφία γιὰ χάρη μας. Καὶ ἔτσὶ νὰ γίνει ὁ ὁλοκληρωτικὰ νέος Ἄνθρωπος καὶ νὰ παραμείνει νέος πραγματικὰ κι ἀταλάντευτα, χωρὶς καθόλου νὰ παλιώνει πάλι, καὶ νὰ ἀνοικοδομήσει, προσφερόμενος ὁ ἴδιος ὡς θεμέλιο καὶ ὡς ὄργανο, τὸν παλαιὸ Ἄνθρωπο καὶ νὰ τὸν διατηρήσει πάντα νέο, μιὰ καὶ μπορεῖ νὰ διώξει μακριὰ κάθε στοιχεῖο παλιὸ καὶ φθαρμένο.
Γιατὶ καὶ κεῖνος, ὁ πρῶτος Ἄνθρωπος δημιουργήθηκε καταρχὴν πεντακάθαρος καὶ ἦταν νέος, ὡσότου μὲ τὴ θέλησή του ἀκολούθησε τὸν διάβολο καὶ ἐκτράπηκε στὶς σαρκικὲς ἡδονὲς καὶ ξέπεσε μὲς τὸ βοῦρκο τῆς ἁμαρτίας, μὲ ἀποτέλεσμα νὰ παλιωθεῖ καὶ νὰ κατρακυλήσει στὴν παραφθορὰ τῆς φυσικῆς του κατάστασης.
Γι᾿ αὐτὸ ὁ Κυβερνήτης τοῦ κόσμου δὲν ἀνακαινίζει τὸν ἄνθρωπο, παράδοξα, μόνο μὲ κάποια ἐξωτερικὴ ἐνέργειά του, ἀλλὰ τὸν προσλαμβάνει καὶ τὸν ἀγκαλιάζει. Καὶ δὲν ἀνορθώνει μόνο καὶ ξαναστεριώνει τὴν ἀνθρώπινη φύση ἀλλὰ καὶ τὴν περιβάλλεται μὲ τρόπο ἀπερίγραπτο καὶ ἑνώνεται καὶ ταυτίζεται μαζί της καὶ γεννιέται συγχρόνως Θεὸς καὶ ἄνθρωπος, ἀπὸ γυναῖκα βέβαια, ὥστε νὰ πάρει πίσω τὴ φύση του πόὺ ὁ ἴδιος ἔπλασε κι ὁ πονηρὸς μὲ τὴ συμβουλή του τοῦ ἔκλεψε, παρθένο ὅμως, γιὰ νὰ καταστήσει τὸν ἄνθρωπο νέο, γιατὶ ἂν γεννιόταν μὲ σπέρμα ἀνδρός, θὰ ἔφερνε τὴν κληρονομιὰ τῆς ἁμαρτίας καὶ δὲ θὰ ἦταν καινούργιος ἄνθρωπος, δὲ θὰ ἦταν ὁ ἀρχηγὸς καὶ χορηγὸς τῆς ζωῆς ἐκείνης, ποὺ ποτὲ δὲν παλιώνει. Δὲ θὰ κατάφερνε, ἂν ἀνῆκε στὴν παλιὰ ξεπεσμένη κατάσταση, νὰ προσλάβει ὁλόκληρη τὴ διαφανῆ θεότητα καὶ νὰ καταστήσει τὴ σάρκα ἀνεξάντλητη πηγὴ ἁγιασμοῦ τόσο, ὥστε νὰ ξεπλύνει καὶ νὰ καθαρίσει πλέρια τὸν μολυσμὸ τῶν προπατόρων καὶ νὰ ἐπαρκέσει γιὰ τὸν ἐξαγιασμὸ καὶ ὅλων τῶν ἐπιγόνων. Γι᾿ αὐτὸ ἀκριβῶς, οὔτε ἄγγελος οὔτε ἄνθρωπος ἀλλὰ αὐτὸς ὁ ἴδιος ὁ Κύριος, νικημένος ἀπὸ τὴν ἀγάπη του γιὰ μᾶς, θέλησε νὰ μᾶς σώσει καὶ νὰ μᾶς ἀναπλάσει, μὲ τὸ νὰ γεννηθεῖ τέλειος ἄνθρωπος ὅπως καὶ μεῖς, μένοντας ὅμως συγχρόνως ἀναλλοίωτα Θεός».
Προεόρτιες Καταβασίες Χριστουγέννων ποίημα αγνώστου
μέλος Πέτρου Μπερεκέτου του γλυκέος,
ήχος α΄(σε εξήγηση Γρηγορίου Πρωτοψάλτου)
ερμηνεία ανωνύμου εις μνήμην του αειμνήστου άρχοντος Λυκούργου Αγγελόπουλου, o οποίος πρώτος τις ανέδειξε.
ᾨδὴ α’.Χριστὸς ἐν πόλει Βηθλεὲμ βρεφουργεῖταιτὴν ἡμῶν ὡς εὔσπλαχνος καινουργῶν φύσιν·προθύμως δεῦτε γηγενεῖς τῇ καρδίᾳᾆσμα μελῳδὸν ᾄσωμεν τῷ Δεσπότῃ·εἰς αἰῶνας ἐνδόξως γὰρ δεδόξασται.
ᾨδὴ γ’.Ὑψιμέδων ἄναρχε εὐμενὲς Λόγε,ἐπίβλεψον πρόσχες μοι δακρυῤῥοούσῃἡ σεπτὴ ἐβόα σοι πρόπαλαι Ἄννα·ἀλλ᾿ ὡς ἐκείνης ἤκουσας θρηνῳδούσηςκαὶ ἡμῶν στερέωσον τὰς φρένας, ἄναξ,τοῦ ἀξίως ἀνυμνεῖν σε σοῖς γενεθλίοις.
ᾨδὴ δ’.Ἀββακοὺμ τὴν ἔνδοξόν σου παρουσίαναὖθις, Λόγε, προϊδὼν ἐμελῴδειἀκήκοα, Δέσποτα, ὅτι ἐξ ὄρουςἁγίου ἥξεις εἰς βροτῶν σωτηρίανκαὶ δέους πλήρης γεγονὼς ἀνακράζωὡς μεγάλα τὰ ἔργα, Χριστέ μου, τῆς σῆς δόξης.[Ἀκηκοὼς ὁ προφήτης, Χριστέ, τὴν ἀκοήν σουἐφοβήθη, ὅτι μέλλεις ἐκ Παρθένου προελθεῖν.Καὶ ἐβόησε τρόμῳ· δόξα τῇ δυνάμει σου, Κύριε.]
ᾨδὴ ε’.Ὦ παντεπόπτα τῶν ἀνάκτων τὸ κλέοςτίς σου τὸ φιλάνθρωπον γηγενῶν οὐ θαυμάσει;ἐν γῇ γὰρ ὤφθης μὴ λιπὼν τὰ πατρῷασήμερον πᾶσαν ἐγκαινίζων τὴν φύσινκαὶ εἰρήνην ὡς μόνος εἰρηνάρχης βραβεύων.
ᾨδὴ ς’.Εἰς βυθὸν ἀπωλείας ἡ ταλαίπωρος φύσιςΧριστέ μου Λόγε, καταντήσασα πάλαιἔκειτο φεῦ μοι! σκοτεινοῖς ἐν κευθμῶσιν·ἐπεὶ δὲ τῇ σῇ θεϊκῇ δυναστείᾳπρὸς οὐρανῶν μετέβη τὰ τερπνότατα κάλλη·θύσω σοι, σῶτερ, ἐβόα, θυσίαν αἰνέσεως.
ᾨδὴ ζ’.Ὡς οἱ παῖδες πάλαι σοι κράζομεν, Λόγε·γενοῦ σῶν δούλων ἕρκος φύλαξ καὶ σκέπηκαὶ σῶσον πάντας προσβολῆς ἐναντίαςὅπως ὑμνοῦντές σε σοῖς γενεθλίοιςεἰς αἰῶνας λέγομεν· εὐλογητὸς εἶ.
ᾨδὴ η’.Νεουργὲ τοῦ σύμπαντος κόσμου καὶ σῶσταὑμνεῖ σε πᾶσα μετ᾿ ἀγγέλων ἡ κτίσιςσκιρτᾷ χορεύει καὶ ἀγάλλεται τρόμῳ,εὐλογεῖτε λέγουσα πάντα τὰ ἔργατὰ σεπτὰ Γενέθλια τοῦ λυτρωτοῦ μουσὺν ἐμοὶ εἰς αἰῶνας πόθῳ ὑπερυψοῦντα.
ᾨδὴ θ’.Χαίροις, πάναγνε θεοδέγμον Μαρία,χαίροις, ἄχραντε τῶν πεπτωκότων βάσις·ἐν σοὶ γὰρ ὤφθη σήμερον ὁ Δεσπότηςὦ θαῦμα! καινουργῶν τοὺς φθαρένταςκαὶ πρὸς φῶς ἐπανάγων τὸ ἀνέσπερον, κόρη.
Άγιος Εφραίμ ο Σύρος
VII Ύμνοι στη Γέννηση του Χριστού
Μετάφραση από τα Αραμαϊκά: Στάθης Κομνηνός
(II)
Της άγνοιας στόμα
Χείλη που τρέμουν
Πώς, Γιέ του Ζώντος, πώς να σε πω;
Γιε του Ενός
και τώρα των πολλών Γιε
μυριάδες ονόματα
Άφωνε Κύριε πώς γίνεσαι του Λόγου Κύριος;
Εραστή Εραστή, ιδού καταδιώκομαι
λέει η Μαρία, εγώ που
την Καταφυγή γέννησα. Πού να προσφύγω, πού;
Αστρόφως, του ήλιου μικρότερο
κι ωστόσο μεγαλύτερο
στο σύμβολό του Φως.
Φως μέγα, μόνο Φως
προσφορές ποιμενικές
Ζωή που λατρεύεται
γη που πρεσβεύει ουρανό
πνεύμα που δείχνει σώμα
Συμεών ω Συμεών σ’ αγκαλιάζει
σε παραδείσιο τόπο
Εκείνος που αγκάλιασες!
Κόλλησαν Πνεύμα τα χείλια της Άννας
ω Βασιλόπαιδο, ω Περιφρονημένε, Μισούμενε!
Σιωπάς κι ακούς, κρύβεσαι βλέπεις, καλυμμένος γνωρίζεις
Ευλογητέ!
Βρέφος, που γεμίζεις γη κι ουρανό
αναπαύεται το φως στο πρόσωπό Σου
κι η Κτίση στόμα γίνεται, ένα στόμα
που αδιάκοπα κραυγάζει ιδού ιδού Εκείνος!
Σχισμένοι ουρανοί
νερά
που λαμπυρίζουν
φτερούγισμα περιστεριού
μια φωνή κεραυνός που λέει
ο Αγαπημένος Μου -Αυτός!
Ωσαννά ωσαννά
που πάντα θα το λεν παιδιά.

+π. Αλέξανδρος Σμέμαν

Άγιος Γρηγόριος Θεολόγος. Tοιχογραφία, Ιερά Μονή Σίμωνος Πέτρας.
Ο Χριστός γεννάται, ας τον δοξάσετε· ο Χριστός έρχεται από τους ουρανούς, προϋπαντήστε τον· ο Χριστός βρίσκεται στη γη,υψωθείτε.
«Δοξολογήστε τον Κύριο, όλη η γη· και, για να τα πω και τα δύο με μία λέξη, ας ευφρανθούν οι ουρανοί και ας νιώσει αγαλλίαση η γη για τον ουράνιο ο οποίος έγινε επίγειος.
Ο Χριστός σαρκώθηκε, νιώστε αγαλλίαση από χαρά και τρόμο. Από τρόμο εξαιτίας της αμαρτίας· από χαρά εξαιτίας της ελπίδας.
Ο Χριστός γεννήθηκε από την Παρθένο. Γυναίκες· παραμένετε παρθένοι για να γίνετε μητέρες του Χριστού.
Ποιος δεν αποδίδει λατρεία σ’ εκείνον που υπήρχε απ’ την αρχή;
Ποιος δεν δοξολογεί εκείνον που εμφανίστηκε τώρα τελευταία;
Πάλι διαλύεται το σκοτάδι, πάλι εμφανίζεται το φως…
Ο λαός, ο οποίος κάθεται στο σκοτάδι ας δει το λαμπρό φως της κατανοήσεως των θείων μυστηρίων.
«Τα παλαιά έχουν περάσει· όλα έχουν γίνει νέα». Το γράμμα υποχωρεί ενώ το πνεύμα αναδεικνύεται.
Οι σκιές απομακρύνονται και έρχεται στη θέση τους η αλήθεια. Ο τύπος του Μελχισεδέκ εκπληρώνεται.
Ο αμήτωρ γίνεται απάτωρ. Ήταν αμήτωρ προηγουμένως και τώρα γίνεται απάτωρ.
Οι φυσικοί νόμοι καταλύονται. Ο ουράνιος κόσμος πρέπει να συμπληρωθεί.
Ο Χριστός διατάζει, ας μην αντιστεκόμαστε.
«Όλοι οι λαοί χειροκροτείστε» επειδή γεννήθηκε σε μας παιδί, μας δόθηκε υιός, στους ώμους του οποίου βρίσκεται η εξουσία (διότι εξυψώνεται μαζί με το σταυρό) και ονομάζεται «αγγελιαφόρος μεγάλης θελήσεως» (της θελήσεως του Πατέρα).
Ο Ιωάννης θα βροντοφωνήσει: «ετοιμάστε το δρόμο του Κυρίου»!
Και εγώ θα διαλαλήσω τη σημασία της ημέρας: Ο άσαρκος παίρνει σάρκα.
Ο Λόγος ενώνεται με την ύλη.
Ο αόρατος γίνεται ορατός.
Εκείνος τον οποίον δεν μπορούσε να αγγίσει κανείς, μπορεί να ψηλαφηθεί.
Ο άχρονος αποκτά αρχή.
Ο Υιός του Θεού γίνεται Υιός ανθρώπου, «ο Ιησούς Χριστός, ο οποίος ήταν χθες, είναι σήμερα και θα παραμείνει ο ίδιος στους αιώνες»…
(Επιμέλεια Στέλιος Κούκος)
Αγίου Γρηγορίου Θεολόγου, Λόγος ΛΗ΄, «Εις τα Θεοφάνια, δηλαδή τη Γέννηση του Σωτήρος», των εκδόσεων Έλληνες Πατέρες της Εκκλησίας, τόμος 5ος.
«Προεορτάσωμεν
πιστοί! Ἀναχθῶμεν τῆ διανοίᾳ! Ἐπάραντες τὸν νοῦν!». Αὐτὰ δὲν εἶναι ἁπλὰ
ἐπιφωνήματα ἐνθουσιαστικῆς εὐλάβειας καὶ συναισθηματικῆς ἀφοσιώσεως γιὰ
τοὺς λίγους παράξενους ἀνθρώπους ποὺ ἀρέσκονται σὲ τέτοιου εἴδους
πράγματα. Εἶναι προτροπὲς καὶ ἐντολὲς ποὺ εἶναι οὐσιαστικὲς γιὰ τὴν
πνευματικὴ ζωὴ ὅλων τῶν ἀνθρώπων ποὺ πρέπει νὰ τὶς προσέχουν καὶ νὰ
ὑπακούουν σὰν νὰ ἐξαρτιόταν ἡ ζωή τους ἀπὸ αὐτές. Γιατί στ’ ἀλήθεια
ἐξαρτᾶται.
Δημιουργηθήκαμε γιὰ νὰ δοξάζουμε τὶς δωρεὲς τοῦ Θεοῦ
καὶ τὸν Ἴδιο τὸν Θεό. Αὐτὸς εἶναι ὁ λόγος τῆς ὑπάρξεώς μας. Εἶναι ἡ
οὐσία τῆς ζωῆς μας. Κάθε ἀνθρώπινη ἁμαρτία, συμπεριλαμβανομένου καὶ τοῦ
«προπατορικοῦ ἁμαρτήματος», τοῦ Ἀδὰμ καὶ τῆς Εὔας, εἶναι ἡ ἀποτυχία νὰ
ἑορτάσουμε πρεπόντως αὐτὸ ποὺ ὁ Θεὸς εἶναι καὶ κάνει, γιὰ χάρη ἐκείνων
ποὺ ἔχουν πλασθεῖ κατ’ εἰκόνα καὶ ὁμοίωσή Του.
Ὁ ἁμαρτωλὸς
ἑορτασμός, ὁ ὁποῖος σὲ τελευταία ἀνάλυση δὲν εἶναι καθόλου ἑορτασμὸς
ἀλλὰ ἁπλὰ ἁμαρτία, εἶναι ἐκεῖνος ποὺ ἀποκλείει τὸν Θεὸ καὶ ἐπιχειρεῖ νὰ
εὐχαριστηθεῖ μὲ κάτι ἄλλο παρὰ μὲ Αὐτὸν καὶ μὲ τὴν παρουσία καὶ τὴ δράση
Του στὸν κόσμο. Μὲ ἄλλα λόγια, εἶναι ὁ ἑορτασμὸς τῶν δώρων τοῦ Θεοῦ
χωρὶς ἀναφορὰ στὸ δωρεοδότη Θεό. Καὶ τὸ ἀναπόφευκτο ἀποτέλεσμά του,
ἀπαραίτητα καὶ ὀργανικά, εἶναι τὸ ἀνικανοποίητο, ἡ θλίψη, ἡ μελαγχολία
καὶ τελικὰ ὁ ἴδιος ὁ θάνατος.
Ἡ περίοδος τῶν Χριστουγέννων εἶναι
μία περίοδος ἑορτασμοῦ, καιρὸς χαρᾶς καὶ εὐφροσύνης. Ὅμως πολλοὶ
ἄνθρωποι, συμπεριλαμβανομένων καὶ πολλῶν ποὺ θεωροῦν τοὺς ἑαυτοὺς τους
Χριστιανούς, εἶναι στερημένοι ἀπὸ τὸ χαρούμενο πνεῦμα τοῦ ἑορτασμοῦ.
Βρίσκουν αὐτὴ τὴν περίοδο ἐκνευριστικὴ καὶ ὀνειρική, ἀπογοητευτικὴ καὶ
καταπιεστική, καὶ παραδέχονται ἀκόμα, μερικὲς φορές, ὅτι εἶναι
εὐχαριστημένοι ὅταν τελειώνει! Ὁ προφανὴς λόγος γι’ αὐτὸ εἶναι τὸ ὅτι
ἑορτάζουν λανθασμένα. Μερικοὶ ἄνθρωποι δὲν ὑμνοῦν καθόλου τὸν Θεὸ καὶ
τὶς δωρεές Του, ἰδιαίτερα μάλιστα, τῆς δωρεᾶς τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ. Ὑμνοῦν
τὶς σαρκικὲς ἡδονὲς καὶ λαγνεῖες.
Μπορεῖ νὰ εἶναι πολὺ ἀστεῖοι,
ὅμως ἡ αὐθεντικὴ χαρὰ τοὺς ξεφεύγει. Φτάνουν στὸ τέλος τῆς «θερινῆς
περιόδου» ἐντελῶς ξεροψημένοι, ἐνῶ λαχταροῦν ἀκόμα περισσότερο, γιατί
αὐτὸ ποὺ ἤδη ἔχουν, ὁ,τιδήποτε κι ἂν εἶναι, δὲν εἶναι σίγουρα ἀρκετό,
καί, ἐν πάση περιπτώσει, τώρα τελείωσε καὶ πέρασε.
Ἄλλοι ἔρχονται
στὴν ἑορταστικὴ περίοδο μὲ τὴ σταθερὴ πρόθεση νὰ ἑορτάσουν τὸ δῶρο τοῦ
Θεοῦ, τὸν Σωτήρα. Εἶναι ὑπερσοβαροί. Σφίγγουν τὶς γροθιὲς καὶ τὰ δόντια
τους, ἀποφασισμένοι νὰ τὸ «παίξουν» «θρησκευόμενοι» καὶ «πνευματικοί».
Ἀλλὰ ὅταν τελειώσει ἡ περίοδος ἀπομένουν ἄδειοι καὶ νεκροὶ γιατί ξόδεψαν
τὶς δυνάμεις τοὺς κοιτώντας τοὺς ἄλλους, καταδικάζοντας τὴν ἀνόητη
συμπεριφορά τους, γενόμενοι ἔτσι δυστυχισμένοι ἐξαιτίας αὐτοῦ. Αὐτοὶ οἱ
ἄνθρωποι εἶναι ἐκεῖνοι ποὺ ἀντὶ νὰ γεμίσουν ἀπὸ τὶς ἀνθρώπινες χαρὲς τῆς
περιόδου μὲ τὴ θεία Χάρη τοῦ Κυρίου, καταστρέφουν τὸν ἅγιο χρόνο γιὰ
τοὺς ἴδιους, τὶς οἰκογένειες καὶ τοὺς φίλους τους, καταρώμενοι τὴν
«ἐκκοσμίκευση» καὶ τὴν «ἐμπορευματοποίηση» ποὺ μολύνουν τὴν ἑορτή, ἀντὶ
νὰ εὐλογοῦν τὸν Θεὸ καὶ νὰ ἀπολαμβάνουν τὴν πανήγυρη γι’ αὐτὸ ποὺ
πραγματικὰ εἶναι. Ἐνῶ ἐπιπλήττουν τοὺς φίλους τους γιατί δὲν «κράτησαν
τὸν Χριστὸ στὰ Χριστούγεννα», τὸν ἔχουν στὴν πραγματικότητα ἀποκλείσει
ἀπὸ τὸ δικό τους ἑορτασμὸ μὲ τὴ φαρισαϊκὴ αὐτοδικαίωσή τους καὶ τὴν
καταδίκη τῶν ἀδελφῶν τους γιὰ τοὺς ὁποίους ἦλθε καὶ πέθανε ὁ Χριστός,
εἴτε τὸ γνωρίζουν εἴτε ὄχι.
Ὁ κόσμος σήμερα χρειάζεται ἐπειγόντως
θεῖο ἑορτασμό. Καὶ αὐτὸ κάνουν πολλοὶ Χριστιανοὶ καὶ Χριστιανικὲς
Ἐκκλησίες. Γιατί, ἐνῶ μερικοὶ διασκεδάζουν καὶ κάποιοι ἄλλοι τοὺς
καταδικάζουν γιατί κάνουν ἔτσι, οὔτε οἱ μὲν οὔτε οἱ δὲ εἶναι πραγματικὰ
εὐχαριστημένοι καὶ εἰρηνευμένοι. Γιατί κανεὶς δὲν μπορεῖ νὰ εἶναι
ἱκανοποιημένος χωρὶς τὴν παρουσία τοῦ ἐλεήμονος Θεοῦ ποὺ ἀγαπᾶ τὰ
πλάσματά Του καὶ ἔρχεται νὰ θεραπεύσει καὶ νὰ συγχωρήσει τὴν ἀνοησία καὶ
τὴν ἁμαρτία τους. Καὶ κανένας ἑορτασμὸς δὲν εἶναι ἀληθινὰ
ἱκανοποιητικὸς χωρὶς τὴ σπλαχνικὴ παρουσία τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ.
«Ἐλᾶτε
ὅλοι, μὲ πίστη ἂς προεορτάσουμε τὰ Γενέθλια τοῦ Χριστοῦ καὶ νοερὰ τὸν
ὕμνο προβάλλοντάς τον ὡς ἀστέρι, ἂς κραυγάσουμε μαζὶ μὲ τοὺς μάγους καὶ
τοὺς ποιμένες δοξολογίες. Ἦλθε ἡ σωτηρία τῶν θνητῶν, ἀπὸ κοιλιὰ
παρθενική, νὰ ξανακαλέσει τοὺς πιστούς».

Η Ορθοδοξία ως θεραπεία_Γέροντας Δαμασκηνός Αγιορείτης
Μια θαυμάσια εκλαϊκευμένη κατήχηση
ΑΝΑΔΗΜΟΣΙΕΥΣΤΕ ΕΛΕΥΘΕΡΑ
ΟΤΙ ΣΑΣ ΑΡΕΣΕΙ ΑΠΟ ΤΟΝ ΤΡΕΛΟ-ΓΙΑΝΝΗ
αλλά μην νοιώθετε «λύπη»
που αντιγράφουμε τα δικά σας ,
χωρίς να σας ρωτήσουμε...
Για την παράγκα μας
είναι γ ε λ ο ι ό τ η τ α η λεγόμενη
«δεοντολογία περί πνευματικών δικαιωμάτων!»