Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Θεολογικός Λόγος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Θεολογικός Λόγος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 28 Απριλίου 2026

Αυτό είναι το νόημα της Κυριακής των Μυροφόρων

 Δεν υπάρχει διαθέσιμη περιγραφή για τη φωτογραφία.

Μακαριστός π. Αλέξανδρος Σμέμαν*
Μάς υπενθυμίζει πως η αγάπη και η αφοσίωση λίγων ατόμων έλαμψε φωτεινά στο μέσο του απελπιστικού σκοταδιού. Μάς καλεί να εξασφαλίσουμε πώς σ’ αυτόν τον κόσμο η αγάπη και η αφοσίωση δε θα εξαφανισθούν, ούτε θα πεθάνουν. Κρίνει την έλλειψη θάρρους, το φόβο μας, τον ατέλειωτο και δουλοπρεπή ορθολογισμό μας. Οι μυστηριώδεις Ιωσήφ και Νικόδημος, και αυτές οι γυναίκες που πάνε στον τάφο την αυγή, καταλαμβάνουν τόσο λίγο χώρο στα ευαγγέλια. Ακριβώς εδώ όμως είναι που αποφασίζεται η αιώνια μοίρα του καθενός μας.
Νομίζω πως σήμερα έχουμε ιδιαίτερη ανάγκη να ξαναβρούμε αυτή την αγάπη και τη βασική ανθρώπινη αφοσίωση. Επειδή έχουμε εισέλθει σε μια εποχή όπου ακόμη κι αυτά δυσφημούνται από επιβλαβείς ιδέες σχετικά με το πρόσωπο και την ανθρώπινη ζωή, που επικρατούν τώρα σ’ αυτόν τον κόσμο. Για αιώνες ο κόσμος διέθετε ακόμη εκείνη την αδύνατη, αλλά τρεμάμενη και φεγγοβόλα φλόγα της αφοσίωσης, της αγάπης και της συμπόνιας που ήταν σιωπηλά παρούσα στα βάσανα του Ανθρώπου που είχε απορριφθεί από όλους. Πρέπει δε να πιαστούμε, σαν από τελευταία κλωστή, από το καθετί που στον κόσμο μας διαθέτει ακόμη αυτό το ζεστό φως της απλής, γήινης, ανθρώπινης αγάπης. Η αγάπη δεν εξετάζει θεωρίες και ιδεολογίες, αλλά μιλά στην καρδιά και στην ψυχή. Η ανθρώπινη ιστορία πέρασε με βοή, βασίλεια υψώθηκαν και έπεσαν, πολιτισμοί φτιάχτηκαν και αιματηροί πόλεμοι έγιναν, αλλά αυτό που έμεινε αμετάβλητο πάνω στη γη και σ’ αυτή την ταραγμένη και τραγική ιστορία είναι η φωτεινή εικόνα της γυναίκας. Μια εικόνα φροντίδας, αυτοπροσφοράς, αγάπης και συμπόνιας. Δίχως αυτή την παρουσία, χωρίς αυτό το φως, ο κόσμος μας, ανεξάρτητα από τις επιτυχίες και τα κατορθώματά του, θα ήταν ένας κόσμος τρόμου. Μπορεί να ειπωθεί χωρίς υπερβολή πως η ανθρωπιά του ανθρωπίνου γένους διασώζεται και συντηρείται από τη γυναίκα˙ συντηρείται όχι με λόγια και ιδέες, αλλά με τη σιωπηλή παρουσία της που φροντίζει και αγαπά. Και αν συνεχίζεται ακόμη η μυστηριώδης γιορτή της ζωής, παρά το κακό που επικρατεί στον κόσμο, αν ακόμη αυτή η γιορτή εορτάζεται σε κάποιο πάμφτωχο δωμάτιο, σ’ ένα γυμνό τραπέζι, τόσο χαρούμενα όσο και σ’ ένα παλάτι, τότε η χαρά και το φως αυτής της γιορτής ανήκει σ’ αυτή, στη γυναίκα, στην αγάπη και την αφοσίωσή της που ποτέ δε σβήνει. «Καί ὑστερήσαντος οἴνου…» (Ιωάν. 2, 3), αλλά όσο είναι αυτή εδώ, -η μητέρα, η σύζυγος, η νύφη- υπάρχει αρκετό κρασί, αρκετή αγάπη, αρκετό φως για τον καθένα…
*[ Εορτολόγιο – Ετήσιος εκκλησιαστικός κύκλος]

Σάββατο 14 Μαρτίου 2026

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΗΣ ΣΤΑΥΡΟΠΡΟΣΚΥΝΗΣΗΣ

 Δεν υπάρχει διαθέσιμη περιγραφή για τη φωτογραφία.

Η αγία και Μεγάλη Τεσσαρακοστή άρχισε με μία τραγωδία . Την πτώση των Πρωτοπλαστων γύρω από το Δενδρο της Γνώσης του Καλού και του Κακού. Αμάρτησαν οι Πρωτόπλαστοι, παρήκουσαν, επαναστάτησαν , αποστάτησαν από τον Θεό. Έχασαν τον Παράδεισο. Συνέπεια της ανυπακοής τους ηταν ο θάνατος. Η Τεσσαρακοστή θεσπίστηκε ως ανάμνηση αλλά και ως υπέρβαση αυτού του γεγονότος. Τότε λοιπόν στην μέση του Παραδείσου το Δένδρο έφερνε τον θάνατο. Σήμερα η Εκκλησια στο μέσον του Ναού και στη μέση της περιόδου των Νηστειών , προβάλλει ένα άλλο δένδρο ,το Δένδρο της Ζωής ,τον Τίμιο Σταυρό. Καρποί του δεν είναι η ανυπακοή, η οδύνη, η κόλαση και ο Θάνατος αλλά η υπακοή, η χαρά, η γνώση του Θεού, η ταπείνωση , η ζωή αιώνια, η σωτηρία.
Ετσι λοιπόν αφού δια του ξύλου πέθανε ο άνθρωπος και πληγώθηκε ανεπανόρθωτα το γένος του, έπρεπε δια του Ξύλου πάλι να αποκαταστήσει την σχέση του με τον Θεό, να ζωοποιηθεί ,να γνωρίσει την λύτρωση.Και επειδή ο Αδάμ φάνηκε ανυπάκουος και υπερήφανος , ο Υιός και Λόγος του Θεού ενδύθηκε την ταπείνωση και έγινε υπήκοος στον Θεό, μέχρι θανάτου . Και μάλιστα θανάτου ατίμωσης και κατάρας, θανάτου δε Σταυρού.
Επειδή δια της τεσσαρακονθημέρου Νηστείας, τρόπον τινά, και ημείς σταυρωνόμαστε και αγωνιζόμαστε να είμαστε νεκροί στις απαιτήσεις των παθών, έχουμε μια αίσθηση πικρίας, κούρασης και ραθυμίας. Προτίθεται λοιπόν σαν παρηγοριά ο Τίμιος και ζωοποιός Σταυρός να μας υποστηρίξει, και να μας υπενθυμίσει το Πάθος του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, και να μας παρηγορήσει με τέτοιο τρόπο: Αν ο Θεός σταυρώθηκε για μας, πόσο περισσότερο εμείς πρέπει να σταυρωνόμαστε; Με την θύμηση των βασάνων του Δεσπότη αισθανόμαστε ανακούφιση για τα δικά μας ελάχιστα βάσανα. Όπως ο Κύριός μας ανέβηκε στον σταυρό και ατιμάστηκε και πειράστηκε, έπειτα όμως δοξάστηκε με τον σταυρό, ελπίζουμε και εμείς να δοξαστούμε με την πρόσκαιρη και μικρή αυτή ταλαιπωρία της νηστείας.
Ένας άλλος λόγος είναι η αναψυχή μας. Όπως αυτοί που διανύουν δύσκολο και μακρύ δρόμο και αποκάμνουν από τον κάματο και ξαφνικά βρίσκουν δέντρο με ωραία σκιά και κάθονται από κάτω και αναπαύονται και ανανεωμένοι πια συνεχίζουν τον υπόλοιπο δρόμο, έτσι και τώρα στον βασανιστικό δρόμο και πέρασμα του καιρού της νηστείας,φυτεύτηκε από τους άγιους Πατέρες στο μεσοστράτι ακριβώς , ο ζωηφόρος Σταυρός, χορηγώντας μας άνεση και αναψυχή. Έτσι, δυναμωμένοι πια και ανάλαφροι όσοι ήδη κουράστηκαν είναι έτοιμοι να αντιμετωπίσουν τις δυσκολίες που απομένουν.
Στο Συναξάρι της ημέρας διαβάζουμε τα εξής: Όπως συμβαίνει στις παρελάσεις των βασιλεών, να προπορεύονται τα λάβαρα και τα οικόσημα και τα σκήπτρα τους, και έπειτα φτάνει και αυτός ο ίδιος ο βασιλιάς, χαίροντας για τη νίκη και πανηγυρίζει με αγαλλίαση με τους υπηκόους του·έτσι και ο Βασιλιάς μας ο Χριστός,επειδή μέλλει να στήσει τρόπαια κατά του θανάτου και να παρελάσει με δόξα την ημέρα της Ανάστασης, έστειλε πριν από τον θρίαμβο του το σκήπτρον Του, την βασιλική Σημαία, τον ζωοποιόν Σταυρό, προετοιμάζοντας μας να Τον υποδεχθούμε όπως ταιριάζει σε βασιλιά , και να δοξάσουμε τον περιφανή Του θρίαμβο.
Η Τεσσαρακοστή άλλωστε μοιάζει με την πικρή πηγή στη Μερρά , ένεκα της πίκρας και της ακηδίας και της συντριβής, που μας συνέχουν. Όπως ακριβώς ο Μωσής έβαλε το ξύλο στις πηγές, στο μέσον της ερήμου, και γλύκανε το νερό, έτσι και ο Θεός ο οποίος μας διαπέρασε από την νοητή Ερυθρά θάλασσα της αμαρτίας και μας λύτρωσε από την τυραννία του Φαραώ διαβόλου, με το ζωοποιό Ξύλο του μας παρηγόρησε από την πικρία της νηστείας των σαράντα ημερών (γιατί και μείς κατά κάποιο τρόπο βρισκόμαστε ημιθανείς από δίψα στην έρημο). Και μας παρηγόρησε μέχρι να μας επιστρέψει τελικά στην νοητή Ιερουσαλήμ, τον παράδεισο, διά της Αναστάσεως.
Ένας σύγχρονος θεολόγος ζωγραφιζει το μεγαλείο του Πάθους και την άρρηκτη σύνδεση Σταυρού και Ανάστασης , ως εξής:
Πίσω από το μαρτύριο και το Πάθος της Σταύρωσης, ο ορθόδοξος χριστιανός βλέπει πάντοτε το γλυκό φως της Ανάστασης. Αυτό είναι που τον εμποδίζει να δει τα Πάθη μέσα σε ένα σκοτεινό και καταθλιπτικό σκοτάδι. Ο ορθόδοξος – και ιδιαίτερα ο Έλληνας, που πέρασε τόσα πολλά βάσανα στη μακραίωνη πορεία της ιστορίας του – είναι ντυμένος με το ζεστό ένδυμα της χαρμολύπης. Υποφέρει και πονά, αλλά όχι με ανεξέλεγκτο σαρκικό πόνο.
Η πνευματική φιλοσοφία του Σταυρού, ιδιαίτερα αυτές τις ημέρες, πρέπει να είναι η καθημερινή τροφή μας, ο άρτος της ζωής μας. Να πώς βλέπουν μερικοί από τους αγίους Πατέρες τον Σταυρό και το μυστήριο της Σταύρωσης.
Ο ακάνθινος στέφανος φανέρωσε ότι ο Κύριος κατάργησε την κατάρα που είχε δοθεί στη γη να βγάζει αγκάθια και τριβόλια, και ότι ο Χριστός εξαφάνισε τις μέριμνες και τις οδύνες της παρούσας ζωής.
«Έβγαλε τα ρούχα του και ντύθηκε την πορφύρα, για να αφαιρέσει τους δερμάτινους χιτώνες της φθοράς που φόρεσε ο Αδάμ μετά την παράβαση. Ο Κύριος πήρε στο δεξί του χέρι ένα καλάμι σαν βασιλικό σκήπτρο, για να νικήσει τον αρχαίο όφι και δράκοντα. Πήρε το καλάμι για να σβήσει το χειρόγραφο των αμαρτιών μας. Το πήρε για να υπογράψει βασιλικά, με το κόκκινο αίμα του, το έγγραφο της συγχώρεσης των αμαρτιών μας, όπως και οι βασιλιάδες υπογράφουν με κόκκινο μελάνι».
«Πάνω στο ξύλο σταυρώθηκε, εξαιτίας του ξύλου της γνώσης. Δοκίμασε τη χολή και το ξίδι για τη γλυκιά γεύση του απαγορευμένου καρπού. Δέχτηκε τα καρφιά για να καρφώσει την αμαρτία. Άπλωσε τα χέρια του στον Σταυρό για να θεραπεύσει το άπλωμα των χεριών του Αδάμ και της Εύας προς το απαγορευμένο δέντρο, και για να ενώσει αυτούς που βρίσκονταν μακριά: αγγέλους και ανθρώπους, ουράνια και επίγεια. Δέχτηκε τον θάνατο για να καταργήσει τον θάνατο. Θάφτηκε για να μην είμαστε πια στραμμένοι προς τη γη όπως πριν…».
«Σκοτείνιασαν τα ουράνια σώματα για να δείξουν ότι πενθούν για τον Σταυρωμένο. Οι πέτρες σχίστηκαν, γιατί υπέφερε ο βράχος της ζωής. Ανέβηκε στο ύψος του Σταυρού για την πτώση που έπαθε ο Αδάμ. Και τέλος αναστήθηκε για τη δική μας ανάσταση!».
Αυτή την Ανασταση ευχόμαστε για ολους μας, αφού διανυσουμε εν ειρήνη και αγάπη Χριστού τον λοιπό δρόμο των Νηστειών και αξιωθούμε να εορτάσουμε με φόβο και χαρά πνευματική το Πάσχα του Κυρίου μας.
π.Παντελεήμων Κρούσκος


Τρίτη 10 Μαρτίου 2026

Παρατηρήσεις ἑνὸς Λαϊκοῦ πάνω στὴ Μαρτυρία τῆς Πίστης.

 Μπορεί να είναι εικόνα κείμενο

Clement Olivier-
Γιὰ τὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, ἡ πληρότητα τῆς μαρτυρίας εἶναι προφανῶς ἐκείνη τῶν μαρτύρων. Ὁ μάρτυρας εἶναι ἐκεῖνος ποὺ μαρτυρεῖ κατὰ τὴν πιὸ ἀκριβῆ ἔννοια μπρὸς στὸ δικαστήριο τῶν ἰσχυρῶν αὐτοῦ του κόσμου, ποὺ μαρτυρεῖ ὅτι ὁ Ἰησοῦς εἶναι ὁ μόνος Κύριος, ὅτι ὁ Χριστὸς εἶναι ὁ Κύριος καὶ ὄχι ὁ Καίσαρ. Ὅμως δὲν ὑπάρχει σ’ αὐτοὺς τοὺς μάρτυρες καμιὰ ἐξημμένη ἀναζήτηση τῆς αἱματηρῆς μαρτυρίας, ἡ βεβαιότητά τους δὲν εἶναι ποτὲ μία πρόκληση ἀλλὰ μία ἀπάντηση ποὺ ἡ βάση της εἶναι πάντοτε ἡ ἀγάπη τῶν ἐχθρῶν (κάνω τὴ σκέψη ἑνὸς σύγχρονου δικαστῆ μίας ἀνατολικῆς χώρας : «ἐπιμένουν νὰ μᾶς ἀγαπᾶνε»). Οἱ μάρτυρες ἀφομοιώνονται μὲ τὸ ἔνδοξο σῶμα τοῦ Ἀναστάντος καὶ γίνονται κατὰ κάποιο τρόπο Εὐχαριστία: Ἔτσι καὶ ὁ ἅγιος Πολύκαρπος μέσα στὴ πυρά, «ὄχι σὰ μία σάρκα ποὺ καίγεται ἀλλὰ σὰν ἕνα ψωμὶ ποὺ ψήνεται», λέει ἡ παλιὰ διήγηση. Καὶ εἶναι μία πολὺ βαρειὰ τιμὴ καὶ ἕνα ἔργο πολὺ δύσκολο νὰ μιλᾶ κανεὶς — ὅσο λίγο καὶ ἂν εἶναι — στ’ ὄνομα μίας Ἐκκλησίας ποὺ γνώρισε στὸν 20ον αἰώνα τόσους μάρτυρες καὶ ποὺ γνωρίζει ἀκόμα καὶ σήμερα τόσους ὁμολογητές. Πέρα ἀπὸ τὸ σιδηροῦν παραπέτασμα, ἡ πίστη αὐτὴ καθ’ αὐτὴ εἶναι μία πράξη. Ὑπάρχει ἡ λειτουργικὴ προσευχὴ καὶ τὸ λειτουργικὸ χαμόγελο, «ἡ ταπεινὴ παραδοχὴ τῶν βασάνων μέσα στὴν ἀγάπη τῶν ἐχθρῶν».
Εἶναι λοιπὸν ἀκόμα, γιὰ τὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, ἡ πληρότητα τῆς μαρτυρίας, ἐκείνη τοῦ «ἀποστολικοῦ ἀνθρώπου». Ὁ ἀποστολικὸς ἄνθρωπος, ὓστερ’ ἀπὸ χρόνια παραμερισμοῦ, ταπείνωσης, σιωπηλῆς ἐργασίας, συνεχοῦς προσευχῆς, κατὰ κάποιο τρόπο φλογίζεται ἀπὸ τὸ ἄκτιστο φῶς ποὺ ἐκρέει ἀπὸ τὴ θεία Μετάληψη, καὶ πραγματοποιεῖ τὶς ὑποσχέσεις ποὺ ἔγιναν ἀπὸ τὸ Χριστὸ στοὺς Ἀποστόλους (τὴ διάκριση τῶν πνευμάτων, τὸν ἐξορκισμό, τὴ θεραπεία), βρίσκοντας τὸ λόγο ποὺ ἀγγίζει τὴ καρδιά, μαρτυρώντας ταυτόχρονα μὲ τὸ λόγο καὶ μὲ τὴν ἰσχὺ μίας ἀνακαινισμένης ζωῆς. Ἰδού, φυσικά, τί πρέπει νὰ μᾶς κάνη μετριόφρονες. Ἂς μὴ ξεχνᾶμε ὅμως — καὶ ἐκεῖ εἶναι αὐτὸ ποὺ διαφοροποιεῖ τὴν ὀρθόδοξη θέση ἀπὸ ἐκείνη ἑνὸς Kierkegaard — ἂς μὴ ξεχνᾶμε τὸ μυστήριο τῆς Ἐκκλησίας: τὸ γεγονὸς ὅτι ἡ Ἐκκλησία ὁλόκληρη εἶναι ἀποστολική, ὅτι εἶναι ὁλόκληρη αὐτόπτης μάρτυς τοῦ Ἀναστάντος. Κάθε χριστιανός, ἐφ’ ὅσον ἀνήκει στὴν Ἐκκλησία, ἐφ’ ὅσον εἶναι ἕνας μάρτυρας ὑπεύθυνος τῆς ἀλήθειας, ἐφ’ ὅσον εἶναι «λειτουργικὸς ἄνθρωπος» — «εἴδομεν τὸ φῶς τὸ ἀληθινὸν» ψάλλει ὁ λαὸς μετὰ τὴν Κοινωνία — εἶναι λοιπόν, κατὰ ἕνα ταπεινὸ μέρος, ἕνας αὐτόπτης μάρτυρας καὶ ἕνας ἀποστολικὸς ἄνθρωπος.
Θὰ ἤθελα νὰ καταπιαστῶ μὲ τρία ἐρωτήματα γιὰ νὰ οἰκοδομήσω αὐτὸ ποὺ δὲν μπορεῖ νὰ εἶναι μία μαρτυρία (διότι εἶναι ἀναιδὴς καὶ τελικὰ ἄχρηστη), ἀλλὰ μερικὲς προσωπικὲς σκέψεις. Ποιὲς εἶναι, γιὰ τὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, οἱ βεβαιότητες καὶ οἱ οὐσιαστικὲς στάσεις τῆς μαρτυρίας; Τί μπορεῖ νὰ εἶναι αὐτὴ ἡ μαρτυρία κατὰ τὴν ἄσκηση τῆς βασιλικῆς μας ἱεροσύνης, μέσα στὸ περιβάλλον μας, στὸ ἐπάγγελμά μας (τουλάχιστο στὸ δικό μου); Τέλος, ποιὰ σχέση μπορεῖ ν’ ἀποκατασταθῆ μέσα στὶς ζωές μας, μεταξὺ τῶν στάσεων καὶ τῆς προσευχῆς ἀπὸ τὸ ἕνα μέρος καὶ ἀπὸ τὸ ἄλλο τοῦ λόγου, γιατί πρέπει ἐπίσης νὰ ἐκφράζεται μὲ τὸν λόγο ἡ μαρτυρία της. Εἶναι μία τάση διαδεδομένη καὶ ἴσως ἕνας μεγάλος πειρασμὸς γιὰ τοὺς χριστιανοὺς τῆς ἐποχῆς μας, νὰ προβαίνη κανεὶς μὲ τὸ περιεχόμενο τοῦ μηνύματος σ’ ἕνα πελώριο ὑπονοούμενο.
1ον) Ποιὲς εἶναι πρῶτα οἱ βεβαιότητες καὶ οἱ οὐσιαστικὲς στάσεις τῆς μαρτυρίας; Αὐτή, λοιπόν, ἡ πολὺ ἁπλὴ βεβαίωση — ποὺ εἶναι ἡ θεμελιώδης βεβαίωση τοῦ Χριστιανισμοῦ — ὅτι ὁ Χριστὸς ἀνέστη. Παρὰ τὸν οὐμανιστικὸ λυρισμὸ τόσων ἀπ’ τοὺς συγχρόνους μας, ξέρουμε καλὰ ὅτι ὑπάρχει θάνατος καὶ ὑπάρχει κόλαση μέσα στὸν ἄνθρωπο, ὅτι ὑπάρχει θάνατος καὶ ὑπάρχει κόλαση μεταξὺ τῶν ἀνθρώπων. Πέρα ἀπὸ τὰ γενικὰ προβλήματα, πολιτικά, κοινωνικά, οἰκονομικά, ὑπάρχει ὁ ἄνθρωπος ὡς πρόβλημα, ὁ ἄνθρωπος βασανισμένος ἀπ’ τὸ μηδέν, ὁ ἄνθρωπος ἄπληστος γιὰ αἰωνιότητα. Γι’ αὐτό, ἡ μόνη ἀγγελία ποὺ εἶναι στ’ ἀλήθεια καλὴ ἀγγελία γιὰ τὸν ἄνθρωπο, εἶναι τὸ μήνυμα τῶν ἀποστόλων ποὺ ἔγινε μήνυμα τῆς Ἐκκλησίας: ὁ Χριστὸς ἀνέστη. Ὁ Ἅδης «ἔλαβε σῶμα καὶ Θεῷ περιέτυχεν, (ἀναφέρω τὴ Λειτουργία τοῦ Πάσχα), ἔλαβε γῆν καὶ συνήντησεν οὐρανὸν» καὶ ἡ πασχαλινὴ ὁμιλία ἐπαναλαμβάνει τὸ κείμενο τοῦ Ἀποστόλου Παύλου: «Ποῦ σου, θάνατε, τὸ κέντρον; Ποῦ σου Ἅδη, τὸ νίκος; Ἀνέστη Χριστός, καὶ πεπτώκασι δαίμονες. Ἀνέστη Χριστός, καὶ ζωὴ πολιτεύεται». Ἀνεστήθη Αὐτὸς καὶ μᾶς ἀνασταίνει, εἶναι ὁλόκληρη ἡ ζωή μας, εἶναι ὁλόκληρη ἡ οἰκουμένη τὴν ὁποία φέρει πρὸς τὸν Πατέρα, σὰν τὸ πρόβατο ποὺ χάθηκε καὶ ξαναβρέθηκε καὶ μποροῦμε νὰ ἐπιχειρήσουμε ν’ ἀγαπήσουμε, νὰ ἐπιχειρήσουμε νὰ ζήσουμε, ὁ θάνατος δὲν εἶναι πιὰ μπροστά μας, ἀλλὰ πίσω μας.
Ἡ Ἐκκλησία εἶναι αὐτὴ ἡ καλυμμένη παρουσία, γιατί ὁ Θεὸς εἶναι μία αἰώνια διακριτικότητα—το πιὸ μεγάλο σέβας, εἶναι τὸ σέβας τοῦ Θεοῦ γιὰ τὸν ἄνθρωπο — ἡ καλυμμένη ἀλλὰ καὶ πραγματικὴ παρουσία τοῦ δοξασμένου Χριστοῦ ποὺ ἑδρεύει ἀπὸ τὴν Ἀνάληψη στὰ δεξιὰ τοῦ Πατρὸς ἀλλὰ ποὺ δὲν μᾶς ἀφήνει ὀρφανούς, ὁ οὐρανὸς δὲν ξανακλείστηκε καί, μὲ ὅλη τὴ μυστηριακὴ ζωὴ τῆς Ἐκκλησίας, μὲ τὴ βάφτιση, μὲ τὸ εὐχέλαιο, μὲ τὴ θεία Εὐχαριστία, διαβαίνουμε τὸ θάνατο γιὰ νὰ συμμετάσχουμε στὴ ζωὴ τοῦ Ἀναστάντος, γιὰ νὰ λάβουμε μία φλόγα τῆς Πεντηκοστῆς, εἴμαστε πραγματικὰ – μυστικὰ ἀλλὰ πραγματικὰ θεωμένοι, συμμετέχουμε πραγματικά, ἤδη ἀπὸ δῶ κάτω, στὴν αἰώνια ζωή. Εἶναι ὁ λόγος ποὺ ἡ μαρτυρία ὡς «ἐπιφάνεια τῆς δόξης», (γιὰ νὰ ξαναχρησιμοποιήσουμε τὴν ἔκφραση τοῦ Pere Dumas) δὲ μπορεῖ νὰ εἶναι παρὰ ἡ ἁγιότητα. Μαρτυρία τῆς ἁγιότητας μὲ τὴ θεληματική μας συγκατάθεση, μὲ τὴ θεληματική μας ἀποδοχὴ τῆς θείας ζωῆς ποὺ ἡ Ἐκκλησία εἶναι ἡ παροχος. Κάθοδος μέσα στὴ ταπεινοσύνη — αὐτὸ εἶναι ἡ ἄσκηση: ἂν οἱ ἀσκητὲς ἔχουν μιλήσει πολὺ γιὰ «κλίμακες», εἶναι κλίμακες ποὺ κατεβαίνει κανείς, μία κάθοδος στὴ ταπεινοσύνη ὥσπου νὰ μὴν ἔχη κανεὶς πιὰ τίποτε, ὥσπου νὰ μὴν εἶναι κανεὶς παρὰ φτώχεια ὁλική, ὁλικὸ ἄνοιγμα ἔτσι ὥστε νὰ μᾶς γεμίση ἀπὸ τὸν πλοῦτο τῆς ζωῆς Ἐκείνου ποὺ ἔγινε φτωχὸς γιά μας.
Ἔτσι θὰ μποροῦμε νὰ εἴμαστε μάρτυρες τῆς χαρᾶς. Ὁ ἅγιος Σεραφεὶμ τοῦ Σαρὸβ ὑποδεχόταν τοὺς ἐπισκέπτες του μ’ αὐτὲς τὶς λέξεις : «Χαρά μου, ἀνέστη ὁ Χριστός». Αὐτὴ τὴν παράδοξη χαρὰ τῆς συντριμμένης καρδιᾶς ποὺ ὁ θεὸς δὲν περιφρονεῖ, εἶναι προφανέστατα τὸ ἀντίδωρο θλίψης, ἀποτυχίας, μίας ὑπηρεσίας χωρὶς μεγάλη ἐγκόσμια ἐλπίδα ποὺ θ’ ἀποκτήσουμε. Γιατί γνωρίζει, αὐτὴ ἡ χαρά, ὅτι πρέπει ν’ ἀγωνιστῇ κανεὶς μέχρι θανάτου χωρὶς ποτὲ νὰ ἐλπίζῃ μίαν ὁριστικὴ νίκη, οὔτε καν μόνιμη ἐγκόσμια νίκη, γιατί τὸ Βασίλειο ποὺ κτίζουμε, τὸ κτίζουμε ἐν Χριστῷ καὶ μονάχα κατὰ τὴν ἐπιστροφὴ τοῦ Χριστοῦ θὰ φανερωθῆ. Δὲν ἔχουμε τὸ μέτρο τῆς μαρτυρίας μας, τῆς ἀποτελεσματικότητάς της, γιατί βρίσκεται ἐπέκεινα τοῦ χρόνου καὶ τῆς ἱστορίας καὶ θὰ φέρη τοὺς καρπούς της, ὅταν ὅλοι θ’ ἀναστηθοῦν. Γνωρίζει, αὐτὴ ἡ χαρά, ὅτι οἱ δρόμοι τοῦ Θεοῦ δὲν εἶναι οἱ δικοί μας, καὶ ὅτι τὸ οὐσιαστικὸ δὲν εἶναι νὰ πετύχη κανεὶς κατὰ τὰ μέτρα τῆς γῆς, ἀλλὰ νὰ γίνη ἄνθρωπος, ἕνας ἄνθρωπος πονεμένος ἀλλὰ γεμάτος χαρά. Γιατί τὸ οὐσιαστικὸ γιὰ νὰ μαρτυρήση κανεὶς ὅτι ὁ Χριστὸς ἦλθε καὶ ὅτι θὰ ἐπανέλθη, τὸ οὐσιαστικὸ γιὰ νὰ μαρτυρήση στοὺς ἀπομονωμένους, σ’ αὐτοὺς ποὺ κλαῖνε, σ’ αὐτοὺς ποὺ δὲν ἔχουν ἀγάπη, σ’ αὐτοὺς πού δὲν ξέρουν ν’ ἀγαποῦν, σ’ αὐτοὺς ποὺ κλαῖνε τοὺς πολυαγαπημένους τους νεκρούς, τὸ οὐσιαστικὸ γιὰ νὰ μαρτυρήση κανεὶς ὅτι τίποτε ἀπὸ ὅ,τι ὑπῆρξε στ’ ἀλήθεια δὲ μπορεῖ νὰ ἐξουθενωθῆ, ἀλλὰ ὅτι ὅλα θὰ γίνουν πιὸ πραγματικὰ καὶ μεταμορφωμένα μέσα στὴ Βασιλεία, τὸ οὐσιαστικὸ εἶναι ἡ χαρά μας. Δὲν μαρτυρεῖ κανεὶς παρὰ μὲ τὴν ἁγιότητα, δὲν μαρτυρεῖ κανεὶς παρὰ μὲ τὴ χαρά, γεννημένος ἀπὸ τὸ μυστηριῶδες βάπτισμα τῶν δακρύων, πέρα ἀπὸ τὶς μεγάλες, μαζικὲς ἀξιώσεις, πέρα ἀπὸ τὴν κοινωνία, τὴν ἱστορία, πέρα ἀπὸ τὴν ἐγκόσμια εὐτυχία ὅπου ὁ σημερινὸς ἄνθρωπος θὰ ἤθελε ν’ ἀποκοιμηθῆ. Ὁ ἀνθρωπος—γιατὶ εἶναι ἕνα κτιστὸ πρόσωπο κατ’ εἰκόνα τοῦ Θεοῦ, γιατί ἡ καρδιὰ του εἶναι ἀχόρταγη, γιατί αὐτὴ ἡ ἀχόρταγη καρδιὰ δὲ μπορεῖ τελικὰ νὰ χόρταση παρὰ μὲ τὸ Θεὸ — ὁ ἄνθρωπος μπρὸς στὸ θάνατο, ὁ ἄνθρωπος μπρὸς στὴν ἀποτυχία τῆς ἀγάπης, ὁ ἄνθρωπος διψασμένος γιὰ ζωὴ καὶ ἀγάπη, τί ζητεῖ τελικὰ ἂν ὄχι τὴ μαρτυρία τῆς χαρᾶς; Καὶ ποιὸς μπορεῖ νὰ τοῦ τὴ δώσῃ ἂν ὄχι οἱ ἅγιοι;
2ον) Πρέπει λοιπὸν νὰ ἐπιχειρήσουμε, ὅσο λίγοι καὶ ἂν εἴμαστε — γιατί δὲν εἴμαστε μόνοι, γιατί ἀνήκουμε στὴ κοινωνία τῶν ἁγίων — νὰ φέρουμε λιγάκι αὐτὴ τὴ μαρτυρία τῆς χαρᾶς κατὰ τὴν ἄσκηση τῆς βασιλικῆς μας ἱεροσύνης. Ὁ ἄνθρωπος γνωρίζει ὅτι γι’ αὐτὸν τὸν κόσμο ποὺ λατρεύει τὸν ἑαυτό του, ἡ Ἐκκλησία εἶναι μία θανάσιμη πληγή. Ἀλλὰ γιὰ τὸν κόσμο ποὺ δημιούργησε ὁ Θεός, μυστικὰ δοξασμένος ἐν Χριστῷ, ἡ Ἐκκλησία εἶναι ἡ μόνη ὑπόσχεση ζωῆς. Οἱ χριστιανοὶ εἶναι τὸ ἅλας τῆς γὴς ποὺ τὴν ἐμποδίζει νὰ σαπίση καὶ ποὺ ἤδη τὴ μεταμορφώνουν σὲ προσφορά. Καὶ γιὰ νὰ ξαναθίξουμε ἕνα θέμα τῆς ἰουδαϊκῆς πνευματικότητας ποὺ ἔγινε πολύ της μόδας αὐτὰ τὰ τελευταῖα χρόνια μ’ ἕνα ξακουστὸ μυθιστόρημα, οἱ χριστιανοὶ θὰ ἔπρεπε νὰ ξέρουν ὅτι μέσα στὴν ἴδια τοὺς τὴν προσευχή, ὅτι μέσα στὴν ἴδια τοὺς τὴν παρουσία εἶναι οἱ «τελευταῖοι τῶν δικαίων» ποὺ ἐμποδίζουν τὸν κόσμο νὰ ἐξουθενωθῇ καὶ ποὺ ἑτοιμάζουν τὴ μεταμόρφωσή του. Πρέπει νὰ σφυρηλατήση μέσα τοῦ κανεὶς τὶς ἀνώτερες ἀρετὲς αὐτῆς τῆς βασιλικῆς ἱεροσύνης: ἡ ἀληθινὴ ἀνοχὴ ποὺ δὲν εἶναι ἀδιαφορία ἀλλὰ σεβασμός, ἡ ἀληθινὴ μετριοφροσύνη ποὺ ἀποτελεῖται ἀπὸ γενναιοδωρία καὶ ἄπειρη ὑπομονή. Νὰ ξέρη κανεὶς νὰ καταλαβαίνη, δηλαδὴ «νὰ παίρνη μαζί του», «μέσα του» καὶ ὅταν ὁ ἄλλος δὲ θέλει νὰ τὸν ἐννοήση, νὰ ξέρη κανεὶς νὰ παραμερίζη χωρὶς μνησικακία, νὰ προσεύχεται γι’ αὐτὸν καὶ παρ’ ὂλ’ αὐτά, νὰ τὸν φέρη μέσα του, στὴν καρδιά του. Νὰ ξέρη νὰ διαλέγεται, νὰ ξέρη νὰ λέη «ὄχι» χωρὶς ἐπιθετικότητα, νὰ ξέρη ν’ ἀγωνίζεται μ’ ἀγάπη ὄχι πρῶτα γιὰ νὰ προσηλυτίση, ἀλλὰ γιὰ νὰ στηρίξη, καὶ ν’ ἀνέχεται τὸ πλησίον του, ἔστω κι’ ἂν εἶναι ἐντελῶς διαφορετικός του.
Μέσα σ’ αὐτὸ τὸ κείμενο θὰ θίξω δύο σημεῖα πού μοῦ φαίνονται θεμελιώδη γιὰ τὸ ἐπάγγελμά μου: εἶμαι καθηγητής. Εἶναι πρῶτα τὸ πρόβλημα τοῦ κύρους: κάθε ἄνθρωπος καλεῖται ν’ ἀσκήση τὴν ἐξουσία στὸ ἐπάγγελμά του, στὸ περιβάλλον του, πάνω στὰ παιδιά του, μέσα στὴν οἰκογένειά του, μέσα του, ὡς ποιμὴν τῆς ποίμνης τῶν παθῶν καὶ ἐνστίκτων του. Πρέπει αὐτὴ ἡ ἰσχὺς νὰ εἶναι δημιουργική, νὰ εἶναι ἰσχὺς καὶ κοινωνία καὶ μεταμόρφωση, νὰ ἐκδηλώνη τὴ νίκη καὶ τὴν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ. Εἶναι ἀσφαλῶς μία ὄψη ἀπὸ τὶς πιὸ δύσκολες καὶ ἀπὸ τὶς πιὸ σημαντικές της μαρτυρίας μας κατὰ τὴν ἄσκηση τῆς βασιλικῆς μας ἱεροσύνης. Καὶ εἶναι ἀλήθεια, μέσα στὴ κοινωνία μας, ὑπάρχει μία κατάπτωση τῆς πατρικῆς διάστασης, μία κατάπτωση κάθε «λειτουργικοῦ» σεβασμοῦ. Ἴσως, ἀπὸ μία πλευρά, εἶναι συνέπεια τοῦ πρακτικοῦ ἀθεϊσμοῦ τῆς ἐποχῆς μᾶς — κάθε πατρότητα γήινη δὲν εἶναι, ὅπως λέει ὁ Ἀπόστολος, παρὰ μία ἀντανάκλαση τῆς θείας πατρότητας ποὺ δὲ μπορεῖ νὰ βρῆ παρὰ μέσα μας τὸ θεμέλιό της. Ἡ πατρότητα στὴν ἐποχή μας, ἐπειδὴ δὲν θεμελιώνεται πιὰ πάνω στὴ μαρτυρία ἑνὸς «νοήματος», πρέπει, πολὺ φυσικά, νὰ γκρεμιστῆ. Ὄχι ἀπὸ λάθος τῶν τέκνων, ἀλλὰ ἀπὸ λάθος τῶν πατέρων ποὺ δὲν μεταδίδουν πιὰ τὸ «νόημα» ποὺ εἶναι, ἀκριβῶς, τὸ παιδί. Τὸ παιδὶ λέει ποιὸ εἶναι τὸ νόημα; καὶ ὁ πατέρας ἀπαντᾶ εἶσαι ἐσύ. Εἶναι ἕνας φαῦλος κύκλος. Εἶναι ἡ αἰτία γιὰ τὸν χριστιανὸ παιδαγωγὸ καὶ γιὰ κάθε χριστιανὸ ποὺ καλεῖται ν’ ἀσκήση τὴν ἐξουσία του, εἶναι ἀνάγκη νὰ μαρτυρήση μ’ αὐτὸ ποὺ θὰ ὀνομάσω ἕνα «νέο ὕφος κύρους». Ἀσφαλῶς, ὁ χριστιανὸς εἶναι ὁ κληρονόμος τοῦ χριστιανοῦ βασιλιᾶ ἀλλὰ πρέπει νὰ ἔχη συμμαχία μὲ τὴν ἐλευθερία, πράγμα ποὺ δὲν εἶναι καθόλου ὁ χριστιανὸς βασιλιὰς τοῦ ὁποίου ὁ Θεὸς φανερωνόταν συχνὰ σὰν ἕνας Θεὸς-δήμιος. Ἡ ὁμάδα ποὺ ὁ χριστιανὸς πρέπει νὰ ἐμψυχώνη — εἴτε εἶναι μία τάξη, εἴτε ἕνας κύκλος μελετῶν, εἴτε μία κίνηση νέων — θὰ ἔχη ἀναγκαστικὰ ἕνα χαρακτήρα ἀδελφικὸ πολὺ πιὸ δυνατὸ ἀπ’ ὅσο ἡ παλιὰ πατριαρχικὴ οἰκογένεια. Ἀνάμεσα στὴ βλαβερὴ ἀδελφοσύνη ποὺ εἶναι δημαγωγία, χάος, ἀπουσία κάθε δημιουργικῆς πειθαρχίας, καὶ στὴ βλαβερὴ πατρότητα ποὺ εἶναι τυραννία αὐθαίρετη, πρέπει νὰ γυρεύουμε δύσκολα, ἐπίπονα, ἕνα πέρασμα πρὸς τὴν ἀκτινοβολία τοῦ Εὐαγγελίου. Γιατί ὁ χριστιανὸς δὲ μπορεῖ νὰ μετέχη στὸ μυστήριο τῆς θείας πατρότητας παρὰ διὰ τοῦ Υἱοῦ ποὺ ἔκαμε τὸν ἑαυτὸ του ἀδελφὸ καὶ ὑπηρέτη ὅλων. «Μὴν εἶστε σὰν τοὺς βασιλεῖς τῆς γῆς» λέει ὁ Κύριός μας. Ἡ θεοκρατία τελείωσε, τελείωσε γιὰ πάντα. Δὲ μπορεῖ πιὰ νὰ ὑπάρξη θεοκρατία, δὲ μπορεῖ πιὰ νὰ ὑπάρξη ἕνας Θεὸς ποὺ ἐπιβάλλεται στοὺς ἀνθρώπους μὲ τὸ δήμιο καὶ ἐμφανίζεται ὁ ἴδιος σὰν δήμιος. Ἀλλὰ πρέπει ἀδιάκοπα νὰ πλάθουμε, ἐκεῖ ποὺ βρισκόμαστε — λέω νὰ πλάθουμε γιατί εἶναι μία πραγματικότητα ποὺ ἀκτινοβολοῦμε ταπεινά, ποὺ καμιὰ φορᾶ ἐξαφανίζεται, καὶ ποὺ πρέπει ἀδιάκοπα νὰ ξαναδημιουργοῦμε — πρέπει νὰ πλάσουμε μέσα στ’ ἀνθρώπινα κύτταρα γιὰ τὰ ὁποία εἴμαστε ὑπεύθυνοι, ἢ τὰ ὁποία καλούμαστε νὰ πλάσουμε, αὐτὸ ποὺ θὰ μπορούσαμε νὰ ὀνομάσουμε ἐλεύθερη χριστοκρατία. Οἱ καλύτεροι ψυχολόγοι, οἱ καλύτεροι παιδαγωγοὶ σήμερα, εἶναι ρητοί: ἡ ἀνταρσία τῶν ἐφήβων προέρχεται ἀπὸ τὸ γεγονὸς ὅτι ἀπογοητεύθηκαν κατάβαθα ἀπὸ τὸν ὥριμο : ἀπόντα πατέρα ἢ πατέρα χαμένο, ποὺ γίνεται περιοδικὰ «flic». Ἀλλ’ ἂς ἐμφανιστῆ ἕνας ἄνθρωπος λιγάκι αὐθεντικός, ἕνας ἀληθινὰ ὥριμος, καὶ τότε ὅλες οἱ λιγοθυμισμένες ἀνάγκες τοὺς θαυμασμοῦ καὶ σεβασμοῦ θὰ τὸν ἀγκαλιάσουν.
Ἡ ἀνταρσία τοῦ ἐφήβου ἐναντίον τοῦ πατέρα δὲν εἶναι, γενικά, ἡ ἄρνηση τῆς οὐσίας τῆς πατρότητας. Εἶναι ἡ ἀναζήτηση μίας ἄλλης πατρότητας, μίας πατρότητας ποὺ θὰ τὴν διάλεγε καὶ ποὺ δὲν θὰ ἐπιβάλονταν, μίας πατρότητας συνδεμένης μὲ τὴν ἐλευθερία μὲ ἕναν ἀδελφικὸ δεσμό, μίας πατρότητας γιὰ τὴ μύηση στὸ Πνεῦμα. Καὶ ἐδῶ θίγουμε ὠρισμένες ἀπὸ τὶς ρίζες τοῦ σύγχρονου ἀθεϊσμοῦ (γιατί ὁ «θάνατος τοῦ πατρὸς» εἶναι βαθιὰ δεμένος μὲ τὸν ἀθεϊσμὸ) καί, λοιπόν, τοὺς δρόμους τῆς θεραπείας του γιὰ μερικοὺς ἀπὸ αὐτοὺς ποὺ καλούμαστε νὰ βοηθήσουμε. Γιὰ τὸν χριστιανὸ παιδαγωγό, γιὰ τὸν χριστιανὸ μέσα στὸ χῶρο τῆς πατρότητας, τὸ πρωτότυπο θὰ μποροῦσε νὰ εἶναι, κατὰ κάποιο τρόπο, ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Βαπτιστής, ὁ πιὸ ἀρρενωπὸς καὶ ὁ πιὸ ταπεινός : «Ἐκεῖνον δεῖ αὐξάνειν, ἐμὲ δὲ ἐλαττοῦσθαι», δηλαδὴ (καὶ τοῦτο μπορεῖ κανεὶς νὰ τὸ κάνη αἰσθητό, ἀκόμα καὶ ἂν δὲ τὸ πῆ) : «εἶστε συγκεντρωμένοι γύρω μου, πιστεύετε ὅτι εἶστε συγκεντρωμένοι γύρω μου, ἀλλ’ ἀπατάσθε” στὴ πραγματικότητα εἴμαστε συγκεντρωμένοι γύρω ἀπὸ τὸν Χριστό».
Ἐδῶ τότε βρίσκουμε τὸ ἄλλο πρόβλημα ποὺ θὰ ἐπιθυμοῦσα νὰ θίξω, γιατί ἀγγίζει ἄμεσα τὸ ἐπάγγελμά μου καὶ εἶναι τὸ πρόβλημα μίας χριστιανικῆς χρησιμοποίησης τοῦ λαϊκοῦ. Πολὺ συγκεκριμένο πρόβλημα, ποὺ τίθεται σὲ ὁποιονδήποτε διδάσκει σ’ ἕνα Ἵδρυμα τοῦ Κράτους. Ἕνας καθηγητὴς τῆς δημόσιας ἐκπαίδευσης, «λαϊκὸς» ὅπως λένε, δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ τὰ πῆ ὅλα, ἐκτὸς ὡς ἄνθρωπος πρὸς ἄνθρωπο, ἂν ἔλθη κανεὶς νὰ τὸν βρὴ καὶ νὰ τοῦ θέση τὸ ἐρώτημα, ἔξω ἀπὸ τὰ μαθήματα, καμιὰ φορᾶ πολὺ πιὸ ἀργὰ — τοῦτο ἐδῶ μπορεῖ νὰ γίνη χρόνια μετά. Ὁ ρόλος τού μοῦ φαίνεται ὅτι ἐκφράζεται πολὺ καλὰ μὲ τὴ φράση τοῦ Kierkegaard ποὺ ἀνάφερε ὁ P. Dumas: «Ὁ ἄνθρωπος δὲν ἔχει μάτια γιὰ νὰ δή, οὔτε αὐτιὰ γιὰ νὰ ἀκούση τὸ λόγο τοῦ Θεοῦ, ὅσο δὲν φτάσει σ’ ἕνα ὠρισμένο σημεῖο ἐμβάνθυσης μέσα στὴν ὕπαρξή του». Ὁ ρόλος ἑνὸς παιδαγωγοῦ χριστιανοῦ στὴ δημόσια ἐκπαίδευση, εἶναι ἀκριβῶς τὸ νὰ βοηθᾶ λιγάκι τοὺς ἐφήβους, μὲ τοὺς ὁποίους ἀσχολεῖται, νὰ φτάσουν ἢ νὰ διαισθανθοῦν αὐτὴ τὴν «ἐμβάθυνση μέσα στὴν ὕπαρξη». Δηλαδή, νὰ σπείρη τὴν ἀνησυχία, νὰ ὑποκίνηση ἐσωτερικὲς συγκρούσεις, νὰ καταστρέψη τὶς εἰκόνες τῆς οἰκουμένης, ποὺ εἶναι ἀδιαφανεῖς καὶ πεζές, ν’ ἀσκήση μία παθιασμένη κριτικὴ (διδάσκω Ἱστορία), μία παθιασμένη Ἱστορία, παρουσιάζοντας κατὰ κάποιο τρόπο ἀπὸ τὸ ἐσωτερικὸ τὶς μεγάλες ἀνθρώπινες αἱρέσεις, δείχνοντας τὸ σοβαρὸ αὐτῶν τῶν αἱρέσεων. Σκέφτομαι, παραδείγματος χάρη, γιὰ μία σειρὰ μαθημάτων πάνω στὴν ἱστορία τοῦ ΧΙΧου αἰώνα ποὺ θὰ μποροῦσε νὰ φτάση στὸ Κολοφώνα — κάθε φορᾶ ἀπὸ τὰ «ἔσω» — σὲ μία τριπλῆ ἔκθεση πάνω στὸ Marx, πάνω στὸ Nietzsche καὶ πάνω στὸ Dostoyevsky. Ν’ ἁρπάξη ἔτσι κανεὶς τὸν ἔφηβο ἀπὸ μία ὠρισμένη ὑπνοβασία τοῦ πολιτισμοῦ τῆς εὐτυχίας καὶ ἴσως, ἂν εἶναι χριστιανός, ἀπὸ τὴν ὑπνοβασία ἑνὸς κάποιου χριστιανισμοῦ — ποὺ εἶναι ἐδῶθε του ἀθεϊσμοῦ ἐνῶ θὰ ἔπρεπε νὰ βρίσκεται ἐκεῖθε — καὶ νὰ τοῦ κάνη ν’ ἀνακάλυψη, νὰ διαισθανθῆ, ἐν πάσῃ περιπτώσει, καὶ τὸ βάθος τῆς ὕπαρξης, καὶ τὴν αὐθεντικότητα τοῦ ἄλλου, γιατί αὐτὸ ποὺ ἔχουμε, τὸ πιὸ πολύτιμο, νὰ διδάξουμε, εἶναι τὸ νόημα τοῦ διαλόγου, πέρα ἀπὸ τὶς ἐφηβικὲς ἁπλοϊκότητες. Καὶ τοῦτο μὲ μία στάση μαιευτικῆς, μὲ μίαν ἄσκηση χιοῦμορ, γιὰ ν’ ἀποφύγουμε νὰ γοητεύσουμε αὐτοὺς τοὺς νέους, νὰ τοὺς προσηλώσουμε πάνω στὴν ἴδια μας προσωπικότητα, γιὰ νὰ μποῦν στὸ δρόμο μόνοι τους, μὲ τὴν ἐπιθυμία τῆς βαθειᾶς ζωῆς καὶ τὴν ἀπαίτηση μίας ἀλήθειας ποὺ ἀποδίδει κάθε πραγματικότητα, κάθε ζωή, ποὺ δὲ σακατεύει, ἀλλ’ ἐκπληρώνει. Τὸ νόημα τοῦ διαλόγου, τὸ νόημα τοῦ ἄλλου, τὸ νόημα τοῦ περίπλοκου καὶ τῆς συνάντησης, ὅταν συχνάζη κανεὶς σὲ δρόμους μικρῆς κίνησης, ἰδοὺ τί θὰ μποροῦσε νὰ εἶναι μία μαρτυρία διακριτικὴ ἀλλ’ ἀποτελεσματική τῆς ἀληθινῆς ἀγάπης καὶ τοῦ τριαδικοῦ μυστηρίου.


Σάββατο 21 Φεβρουαρίου 2026

Μεγάλη Σαρακοστή, πορεία πρὸς τὸ Πάσχα.

 Μπορεί να είναι εικόνα η Βασιλική του Εθνικού Ιερού της Αμώμου Συλλήψεως


Ὅταν κάποιος ξεκινάει γιὰ ἕνα ταξίδι θὰ πρέπει νὰ ξέρει ποῦ πηγαίνει. Αὐτὸ συμβαίνει καὶ μὲ τὴ Μεγάλη Σαρακοστή. Πάνω ἀπ᾿ ὅλα ἡ Μεγάλη Σαρακοστὴ εἶναι ἕνα πνευματικὸ ταξίδι ποὺ προορισμός του εἶναι τὸ Πάσχα, ἡ Ἑορτὴ Ἑορτῶν». Εἶναι ἡ προετοιμασία γιὰ τὴν «πλήρωση τοῦ Πάσχα, ποὺ εἶναι ἡ πραγματικὴ Ἀποκάλυψη». Γιὰ τὸ λόγο αὐτὸ θὰ πρέπει νὰ ἀρχίσουμε μὲ τὴν προσπάθεια νὰ καταλάβουμε αὐτὴ τὴ σχέση ποὺ ὑπάρχει ἀνάμεσα στὴ Σαρακοστὴ καὶ τὸ Πάσχα, γιατὶ αὐτὴ ἀποκαλύπτει κάτι πολὺ οὐσιαστικὸ καὶ πολὺ σημαντικὸ γιὰ τὴ Χριστιανικὴ πίστη καὶ ζωή μας.
Ἄραγε εἶναι ἀπαραίτητο νὰ ἐξηγήσουμε ὅτι τὸ Πάσχα εἶναι κάτι πολὺ περισσότερο ἀπὸ μία γιορτή, πολὺ πέρα ἀπὸ μία ἐτήσια ἀνάμνηση ἑνὸς γεγονότος ποὺ πέρασε; Ὁ καθένας πού, ἔστω καὶ μία μόνο φορά, ἔζησε αὐτὴ τὴ νύχτα «τὴ σωτήριο, τὴ φωταυγὴ καὶ λαμπροφόρο», ποὺ γεύτηκε ἐκείνη τὴ μοναδικὴ χαρά, τὸ ξέρει αὐτό.
Ἀλλὰ τί εἶναι αὐτὴ ἡ χαρά; Γιατί ψέλνουμε στὴν ἀναστάσιμη λειτουργία: νῦν πάντα πεπλήρωται φωτός, οὐρανός τε καὶ γῆ καὶ τὰ καταχθόνια»; Μὲ ποιὰ ἔννοια ἑορτάζομεν» - καθὼς ἰσχυριζόμαστε ὅτι τὸ κάνουμε - θανάτου τὴν νέκρωσιν, Ἅδου τὴν καθαίρεσιν ἄλλης βιοτῆς τῆς αἰωνίου ἀπαρχήν...;
Σὲ ὅλες αὐτὲς τὶς ἐρωτήσεις ἡ ἀπάντηση εἶναι: ἡ νέα ζωὴ ἡ ὁποία πρὶν ἀπὸ δυὸ χιλιάδες περίπου χρόνια ἀνέτειλεν ἐκ τοῦ τάφου», προσφέρθηκε σὲ μᾶς, σὲ ὅλους ἐκείνους ποὺ πιστεύουν στὸ Χριστό. Μᾶς δόθηκε τὴ μέρα ποὺ βαφτιστήκαμε, τὴ μέρα δηλαδὴ ποὺ ὅπως λέει ὁ Ἀπ. Παῦλος: ... συνετάφημεν οὖν αὐτῷ διὰ τοῦ βαπτίσματος εἰς τὸν θάνατον, ἵνα ὥσπερ ἠγέρθη Χριστὸς ἐκ νεκρῶν διὰ τῆς δόξης τοῦ πατρός, οὕτω καὶ ἡμεῖς ἐν καινότητι ζωῆς περιπατήσωμεν (Ρωμ. 6,4).
Ἔτσι τὸ Πάσχα πανηγυρίζουμε τὴν Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ σὰν γεγονὸς ποὺ ἔγινε καὶ ἀκόμη γίνεται σὲ μᾶς. Γιατὶ ὁ καθένας ἀπὸ μᾶς ἔλαβε τὸ δῶρο αὐτῆς τῆς νέας ζωῆς καὶ τὴ δύναμη νὰ τὴν ἀποδεχτεῖ καὶ νὰ ζήσει διὰ μέσου της. Εἶναι ἕνα δῶρο ποὺ ριζικὰ ἀλλάζει τὴ διάθεσή μας ἀπέναντι σὲ κάθε κατάσταση αὐτοῦ τοῦ κόσμου, ἀκόμη καὶ ἀπέναντι στὸ θάνατο. Μᾶς δίνει τὴ δύναμη νὰ ἐπιβεβαιώνουμε θριαμβευτικὰ τό: νικήθηκε ὁ θάνατος». Φυσικὰ ὑπάρχει ἀκόμα ὁ θάνατος, εἶναι σίγουρος, τὸν ἀντιμετωπίζουμε, καὶ κάποια μέρα θὰ ἔρθει καὶ γιὰ μᾶς. Ἀλλὰ ὅλη ἡ πίστη μας εἶναι ὅτι μὲ τὸ δικό Του θάνατο ὁ Χριστὸς ἄλλαξε τὴ φύση ἀκριβῶς τοῦ θανάτου. Τὸν ἔκανε πέρασμα - διάβαση», Πάσχα» - στὴ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ μεταμορφώνοντας τὴ δραματικότερη τραγωδία σὲ αἰώνιο θρίαμβο, σὲ νίκη. Μὲ τὸ θανάτῳ θάνατον πατήσας», μᾶς ἔκανε μέτοχους τῆς Ἀνάστασής Του. Ἀκριβῶς γι αὐτὸ στὸ τέλος τοῦ ὄρθρου τῆς Ἀνάστασης - στὸν Κατηχητικὸ Λόγο τοῦ Ἰωάννου Χρυσοστόμου - λέμε θριαμβευτικά: Ἀνέστη Χριστός, καὶ ζωὴ πολιτεύεται. Ἀνέστη Χριστός, καὶ νεκρὸς οὐδεὶς ἐν τῷ μνήματι».
Τέτοια εἶναι ἡ πίστη τῆς Ἐκκλησίας ποὺ ἐπιβεβαιώνεται καὶ φανερώνεται μὲ τὴ ζωὴ τῶν ἀναρίθμητων ἁγίων της. Ἀλλὰ μήπως δὲ ζοῦμε καθημερινὰ τὸ γεγονὸς ὅτι αὐτὴ ἡ πίστη σπάνια γίνεται καὶ δική μας ἐμπειρία; Μήπως δὲ χάνουμε πολὺ συχνὰ καὶ δὲν προδίνουμε αὐτὴ τὴ νέα ζωὴ ποὺ λάβαμε σὰν δῶρο, καὶ στὴν πραγματικότητα ζοῦμε σὰν νὰ μὴν ἀναστήθηκε ὁ Χριστὸς καὶ σὰν νὰ μὴν ἔχει νόημα γιὰ μᾶς αὐτὸ τὸ μοναδικὸ γεγονὸς; Καὶ ὅλα αὐτὰ ἐξαιτίας τῆς ἀδυναμίας μας, τῆς ἀνικανότητάς μας νὰ ζοῦμε σταθερὰ μὲ πίστη ἐλπίδα καὶ ἀγάπη», στὸ ἐπίπεδο ἐκεῖνο ποὺ μᾶς ἀνέβασε ὁ Χριστὸς ὅταν εἶπε: Ζητεῖτε πρῶτον τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ καὶ τὴν δικαιοσύνην Αὐτοῦ. Ἁπλούστατα ἐμεῖς ξεχνᾶμε ὅλα αὐτὰ γιατὶ εἴμαστε τόσο ἀπασχολημένοι, τόσο βυθισμένοι στὶς καθημερινὲς ἔγνοιες μας καὶ ἀκριβῶς ἐπειδὴ ξεχνᾶμε, ἀποτυχαίνουμε. Μέσα σ αὐτὴ τὴ λησμοσύνη, τὴν ἀποτυχία καὶ τὴν ἁμαρτία ἡ ζωή μας γίνεται ξανὰ παλαιὰ», εὐτελής, σκοτεινὴ καὶ τελικὰ χωρὶς σημασία, γίνεται ἕνα χωρὶς νόημα ταξίδι γιὰ ἕνα χωρὶς νόημα τέρμα. Καταφέρνουμε νὰ ξεχνᾶμε ἀκόμα καὶ τὸ θάνατο καὶ τελικά, ἐντελῶς αἰφνιδιαστικά, μέσα στὶς «ἀπολαύσεις τῆς ζωῆς» μᾶς ἔρχεται τρομακτικός, ἀναπόφευκτος, παράλογος. Μπορεῖ κατὰ καιροὺς νὰ παραδεχόμαστε τὶς ποικίλες ἁμαρτίες μας καὶ νὰ τὶς ἐξομολογούμαστε, ὅμως ἐξακολουθοῦμε νὰ μὴν ἀναφέρουμε τὴ ζωή μας σ᾿ ἐκείνη τὴ νέα ζωὴ ποὺ ὁ Χριστὸς ἀποκάλυψε καὶ μᾶς ἔδωσε. Πραγματικὰ ζοῦμε σὰν νὰ μὴν ἦρθε ποτὲ Ἐκεῖνος. Αὐτὴ εἶναι ἡ μόνη πραγματικὴ ἁμαρτία, ἡ ἁμαρτία ὅλων τῶν ἁμαρτιῶν, ἡ ἀπύθμενη θλίψη καὶ τραγωδία ὅλων τῶν κατ᾿ ὄνομα χριστιανῶν.
Ἂν τὸ ἀναγνωρίζουμε αὐτό, τότε μποροῦμε νὰ καταλάβουμε τί εἶναι τὸ Πάσχα καὶ γιατὶ χρειάζεται καὶ προϋποθέτει τὴ Μεγάλη Σαρακοστή. Γιατὶ τότε μποροῦμε νὰ καταλάβουμε ὅτι ἡ λειτουργικὴ παράδοση τῆς Ἐκκλησίας καὶ ὅλος ὁ κύκλος τῶν ἀκολουθιῶν της ὑπάρχουν, πρῶτα ἀπ᾿ ὅλα, γιὰ νὰ μᾶς βοηθήσουν νὰ ξαναβροῦμε τὸ ὅραμα καὶ τὴν γεύση αὐτῆς τῆς νέας ζωῆς, ποὺ τόσο εὔκολα χάνουμε καὶ προδίνουμε, καὶ ὕστερα νὰ μπορέσουμε νὰ μετανοήσουμε καὶ νὰ ξαναγυρίσουμε στὴν Ἐκκλησία. Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ἀγαπᾶμε καὶ νὰ ἐπιθυμοῦμε κάτι ποὺ δὲν τὸ ξέρουμε; Πῶς μποροῦμε ἂν βάλουμε πάνω ἀπὸ καθετὶ ἄλλο στὴ ζωή μας κάτι ποὺ ποτὲ δὲν ἔχουμε δεῖ καὶ δὲν ἔχουμε χαρεῖ; Μὲ ἄλλα λόγια: πῶς μποροῦμε, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ἀναζητήσουμε μιὰ Βασιλεία γιὰ τὴν ὁποία δὲν ἔχουμε ἰδέα; Ἡ λατρεία τῆς Ἐκκλησίας ἦταν ἀπὸ τὴν ἀρχὴ καὶ εἶναι ἀκόμα καὶ τώρα ἡ εἴσοδος καὶ ἡ ἐπικοινωνία μας μὲ τὴ νέα ζωὴ τῆς Βασιλείας. Μέσα ἀπὸ τὴ λειτουργική της ζωὴ ἡ Ἐκκλησία μᾶς ἀποκαλύπτει ἐκεῖνα ποὺ ὀφθαλμὸς οὐκ οἶδε καὶ οὖς οὐκ ἤκουσε καὶ ἐπὶ καρδίαν ἀνθρώπου οὐκ ἀνέβη, ἃ ἡτοίμασεν ὁ Θεὸς τοῖς ἀγαπῶσιν αὐτόν» (Κορ. 2,9). Καὶ στὸ κέντρο αὐτῆς τῆς λειτουργικῆς ζωῆς, σὰν καρδιά της καὶ μεσουράνημά της - σὰν ἥλιος ποὺ οἱ ἀκτίνες του διαπερνοῦν καθετὶ - εἶναι τὸ Πάσχα. Τὸ Πάσχα εἶναι ἡ πόρτα, ἀνοιχτὴ κάθε χρόνο, ποὺ ὁδηγεῖ στὴν ὑπέρλαμπρη Βασιλεία τοῦ Χριστοῦ, εἶναι ἡ πρόγευση τῆς αἰώνιας χαρᾶς ποὺ μᾶς περιμένει, εἶναι ἡ δόξα τῆς νίκης ἡ ὁποία ἀπὸ τώρα, ἂν καὶ ἀόρατη, πλημμυρίζει ὅλη τὴν κτίση: νικήθηκε ὁ θάνατος».
Ὁλόκληρη ἡ λατρεία τῆς Ἐκκλησίας εἶναι ὀργανωμένη γύρω ἀπὸ τὸ Πάσχα, γι᾿ αὐτὸ καὶ ὁ λειτουργικὸς χρόνος, δηλαδὴ ἡ διαδοχὴ τῶν ἐποχῶν καὶ τῶν ἑορτῶν, γίνεται ἕνα ταξίδι, ἕνα προσκύνημα στὸ Πάσχα, ποὺ εἶναι τὸ Τέλος καὶ ποὺ ταυτόχρονα εἶναι ἡ Ἀρχή. Εἶναι τὸ τέλος ὅλων αὐτῶν ποὺ ἀποτελοῦν τὰ παλαιὰ» καὶ ἡ ἀρχὴ τῆς «νέας ζωῆς», μιὰ συνεχὴς «διάβαση ἀπὸ τὸν «κόσμο τοῦτο» στὴν Βασιλεία ποὺ ἔχει ἀποκαλυφτεῖ ἐν Χριστῷ.
Παρ᾿ ὅλα αὐτὰ ἡ παλαιὰ» ζωή, ἡ ζωὴ τῆς ἁμαρτίας καὶ τῆς μικρότητας, δὲν εἶναι εὔκολο νὰ ξεπεραστεῖ καὶ ν᾿ ἀλλάξει. Τὸ Εὐαγγέλιο περιμένει καὶ ζητάει ἀπὸ τὸν ἄνθρωπο νὰ κάνει μιὰ προσπάθεια ἡ ὁποία, στὴν κατάσταση ποὺ βρίσκεται τώρα ὁ ἄνθρωπος, εἶναι οὐσιαστικὰ ἀπραγματοποίητη. Ἀντιμετωπίζουμε μία πρόκληση. Τὸ ὅραμα, ὁ στόχος, ὁ τρόπος τῆς νέας ζωῆς εἶναι γιὰ μᾶς μία πρόκληση ποὺ βρίσκεται τόσο πολὺ πάνω ἀπὸ τὶς δυνατότητές μας!
Γι᾿ αὐτό, ἀκόμα καὶ οἱ Ἀπόστολοι, ὅταν ἄκουσαν τὴ διδασκαλία τοῦ Κυρίου Τὸν ρώτησαν ἀπελπισμένα: τὶς ἄρα δύναται σωθῆναι; (Ματθ. 19,26). Στ ἀλήθεια δὲν εἶναι καθόλου εὔκολο ν ἀπαρνηθεῖς ἕνα ἀσήμαντο ἰδανικὸ ζωῆς καμωμένο μὲ τὶς καθημερινὲς φροντίδες, μὲ τὴν ἀναζήτηση τῶν ὑλικῶν ἀγαθῶν, μὲ τὴν ἀσφάλεια καὶ τὴν ἀπόλαυση καὶ νὰ δεχτεῖς ἕνα ἄλλο ἰδανικὸ ζωῆς τὸ ὁποῖο βέβαια δὲν στερεῖται καθόλου τελειότητας στὸ σκοπὸ του: Γίνεσθε τέλειοι ὡς ὁ Πατὴρ ἡμῶν ἐν οὐρανοῖς τέλειος ἐστίν. Αὐτὸ ὁ κόσμος μὲ ὅλα του τὰ μέσα» μᾶς λέει: νὰ εἶσαι χαρούμενος, μὴν ἀνησυχεῖς, ἀκολούθα τὸν «εὐρὺ» δρόμο. Ὁ Χριστὸς στὸ Εὐαγγέλιο λέει: διάλεξε τὸ στενὸ δρόμο, ἀγωνίσου καὶ ὑπόφερε, γιατὶ αὐτὸς εἶναι ὁ δρόμος γιὰ τὴ μόνη ἀληθινὴ εὐτυχία. Καὶ ἂν ἡ Ἐκκλησία δὲν βοηθάει πῶς θὰ μπορέσουμε νὰ κάνουμε αὐτὴ τὴ φοβερὴ ἐκλογή; Πῶς μποροῦμε νὰ μετανοήσουμε καὶ νὰ ξαναγυρίσουμε στὴν ὑπέροχη ὑπόσχεση ποὺ μᾶς δίνεται κάθε χρόνο τὸ Πάσχα; Ἀκριβῶς αὐτὴ εἶναι ἡ στιγμὴ ποὺ ἐμφανίζεται ἡ Μεγάλη Σαρακοστή. Αὐτὴ εἶναι ἡ χείρα βοηθείας» ποὺ ἁπλώνει σὲ μᾶς ἡ Ἐκκλησία. Εἶναι τὸ σχολεῖο τῆς μετάνοιας ποὺ θὰ μᾶς δώσει δύναμη νὰ δεχτοῦμε τὸ Πάσχα ὄχι σὰν μιὰ ἁπλὴ εὐκαιρία νὰ φᾶμε, νὰ πιοῦμε, ν᾿ ἀναπαυτοῦμε, ἀλλά, βασικά, σὰν τὸ τέλος τῶν «παλαιῶν» ποὺ εἶναι μέσα μας καὶ σὰν εἴσοδό μας στὸ νέο.
Στὴν ἀρχαία Ἐκκλησία ὁ βασικὸς σκοπὸς τῆς Σαρακοστῆς ἦταν νὰ προετοιμαστοῦν οἱ Κατηχούμενοι, δηλαδὴ οἱ νέοι ὑποψήφιοι χριστιανοί, γιὰ τὸ βάπτισμα πού, ἐκεῖνο τὸν καιρό, γίνονταν στὴ διάρκεια τῆς ἀναστάσιμης Θείας Λειτουργίας. Ἀλλὰ ἀκόμα καὶ τώρα ποὺ ἡ Ἐκκλησία δὲν βαφτίζει πιὰ τοὺς χριστιανοὺς σὲ μεγάλη ἡλικία καὶ ὁ θεσμὸς τῆς κατήχησης δὲν ὑπάρχει πιά, τὸ βασικὸ νόημα τῆς Σαρακοστῆς παραμένει τὸ ἴδιο. Γιατί, ἂν καὶ εἴμαστε βαφτισμένοι, ἐκεῖνο ποὺ συνεχῶς χάνουμε καὶ προδίνουμε εἶναι ἀκριβῶς αὐτὸ ποὺ λάβαμε στὸ Βάπτισμα. Ἔτσι τὸ Πάσχα γιὰ μᾶς εἶναι ἡ ἐπιστροφή, ποὺ κάθε χρόνο κάνουμε, στὸ βάπτισμά μας καὶ ἑπομένως ἡ Σαρακοστὴ εἶναι ἡ προετοιμασία μας γι᾿ αὐτὴ τὴν ἐπιστροφὴ - ἡ ἀργὴ ἀλλὰ ἐπίμονη προσπάθεια νὰ πραγματοποιήσουμε τελικὰ τὴ δική μας διάβαση», τὸ Πάσχα» μας στὴ νέα ἐν Χριστῷ ζωή. Τὸ ὅτι, καθὼς θὰ δοῦμε, οἱ ἀκολουθίες στὴ σαρακοστιανὴ λατρεία διατηροῦν ἀκόμα καὶ σήμερα τὸν κατηχητικὸ καὶ βαπτιστικὸ χαρακτήρα, δὲν εἶναι γιατὶ διατηροῦνται «ἀρχαιολογικὰ» ἀπομεινάρια, ἀλλὰ εἶναι κάτι τὸ ζωντανὸ καὶ οὐσιαστικὸ γιὰ μᾶς. Γι αὐτὸ κάθε χρόνο ἡ Μεγάλη Σαρακοστὴ καὶ τὸ Πάσχα εἶναι, μιὰ ἀκόμα φορά, ἡ ἀνακάλυψη καὶ ἡ συνειδητοποίηση τοῦ τί γίναμε μὲ τὸν «διὰ βαπτίσματός» μας θάνατο καὶ τὴν ἀνάσταση.
Ἕνα ταξίδι, ἕνα προσκύνημα! Καθὼς τὸ ἀρχίζουμε, καθὼς κάνουμε τὸ πρῶτο βῆμα στὴ χαρμολύπη» τῆς Μεγάλης Σαρακοστῆς βλέπουμε - μακριά, πολὺ μακριὰ - τὸν προορισμό. Εἶναι ἡ χαρὰ τῆς Λαμπρῆς, εἶναι ἡ εἴσοδος στὴ δόξα τῆς Βασιλείας. Εἶναι αὐτὸ τὸ ὅραμα, ἡ πρόγευση τοῦ Πάσχα, ποὺ κάνει τὴ λύπη τῆς Μεγάλης Σαρακοστῆς χαρά, φῶς, καὶ τὴ δική μας προσπάθεια μιὰ πνευματικὴ ἄνοιξη». Ἡ νύχτα μπορεῖ νὰ εἶναι σκοτεινὴ καὶ μεγάλη, ἀλλὰ σὲ ὅλο τὸ μῆκος τοῦ δρόμου μιὰ μυστικὴ καὶ ἀκτινοβόλα αὐγὴ φαίνεται νὰ λάμπει στὸν ὁρίζοντα. Μὴ καταισχύνῃς ἡμᾶς ἀπὸ τῆς προσδοκίας ἡμῶν, Φιλάνθρωπε!»
π. Ἀλέξανδρος Σμέμαν

Κυριακή 8 Φεβρουαρίου 2026

Η παραβολή του Ασώτου Υιού ( ένα από τα ωραιότερα κείμενα για την παραβολή του σπλαχνικού Πατέρα )

 Μπορεί να είναι εικαστικό

Η ανταρσία του νεώτερου υιού και η διαγωγή του πατέρα
Τον νεώτερο υιό της παραβολής τον σώζει η αίσθηση που έχει ότι είναι υιός του πατέρα. Αισθάνεται και εκφράζεται μ’ αυτήν την ορολο­γία. Ζη σ’ αυτόν τον οικογενειακό χώρο. Γι’ αυτό λέει: «Πάτερ, δος μοι…»
Η αμαρτία, η αδυναμία του, είναι ότι όντας ανώριμος δεν έχει φτάσει στο να ξέρη ότι η ουσία του Πα­τρός είναι η ίδια με την ουσία του Υιού. Δεν ξέρει τούτη τη στιγμή αυτό που λέει παρακάτω ο πατέρας στον πρεσβύτερο υιό, «τα εμά πάντα σα εστί», γι’ αυ­τό ζητά από τον πατέρα του να του δώση «το επιβάλ­λον μέρος της ουσίας», το κομμάτι που του ανήκει. Αυτός ο χωρισμός που γίνεται μέσα του είναι η αμαρ­τία του.
Αυτός ο χωρισμός, ο τεμαχισμός είναι η αμαρτία, το κακό. «Όρος σύντομος του κακού ότι ου κατά φύσιν αλλά κατά μερικήν έλλειψιν του αγαθού εστί» (Αγιος Μάξιμος, Ρ.G. 4, 301Α).
Ο πατέρας είναι άρχοντας αγάπης. Δεν ενδια­φέρεται για τον εαυτό του. Ενδιαφέρεται να σώση τον άλλο, το παιδί του. Αυτό βρίσκεται στον σκοπό της ζωής του, είναι καταξίωσι του είναι του. Δεν τον ενδιαφέρει τι θα πη ο κόσμος, αν θα χάση το κύρος του, αν παρουσιαστή ως πατέρας αποτυχημένος, με παιδί που αφήνει το σπίτι και φεύγει μακριά. Η αγάπη του πατέρα πάει πιο μακριά απ’ ό,τι μπορεί να πάη η κρίσι του κόσμου ή η ανταρσία του γιου του. Γι’ αυτόν τον λόγο δεν θέλει να του κάμη διδασκαλία με λόγια. Ξέ­ρει ότι δεν πρόκειται να βγη τίποτε. Δεν πρόκειται να νοιώση κάτι ο νεώτερος υιός του.
Τώρα πρέπει να τον αφήση να περιπλανηθή, να πάθη, να μάθη, να δη προσωπικά. Αυτό ξέρει ο πατέρας ότι είναι κάτι θανάσιμα επικίνδυνο, αλλά δεν βλέπει άλλη λύσι.
Θα τον συντροφεύη πάντοτε με την αγάπη του, που μένει στο σπίτι, αλλά απλώνεται παντού. Γι’ αυτό δεν αμύνεται στενόκαρδα, δεν πιέζει. Δίδει αγωγή στο παιδί του υποφέροντας μυστικά ολόκληρος, βγαί­νοντας στον σταυρό της αναμονής.
Το θέμα δεν είναι ο πατέρας να κρατήση δια της βίας τον υιό κοντά του, αλλά να του δώση τη δυνατότητα, να του δημιουργήση τις προϋποθέσεις, ώστε ο ίδιος, μόνος του, να έλθη προς Αυτόν, την πηγή της Ζωής. Αυτή η κίνησι προς τον Πατέρα ορίζει τον υιό.
Η προσωπική κίνησι προς τον Πατέρα ορίζει το πρόσωπο του Υιού. Η φράσι «και ο Λόγος ην προς τον Θεόν» (και όχι «εν τω Θεώ») δεν θέλει άραγε να μας πη κάτι για το μυστήριο της υιότητος και της πατρότητος;
Να δώσης τη δυνατότητα στον άλλο να γυρίση στο σπίτι εν ελευθερία. Να το βρη. Να το νοιώση, να γίνη δικό του. Να μην μπορή να φύγη, γιατί οπουδήποτε και να βρίσκεται, τότε -με τη σωστή τοποθέτησι και σχέσι υιού προς πατέρα- θα είναι «εν παντί καιρώ και τόπω» στον πατρικό οίκο.
Και χωρίς να πη λόγο, «διείλεν αυτοίς τον βίον». Του μιλά και του συμπεριφέρεται με τον τρόπο που ο υιός καταλαβαίνει, όχι με εκείνον που ο πατέρας ξέρει.
Του έδωσε το κομμάτι που ζητούσε. Αλλά το κομμάτι αυτό, αποκομμένο από το σύνολο της αληθείας της αμπέλου της ζωής, δεν μπορεί να ζήση, να καρποφορήση. Το κομμάτι αυτό, όταν το παίρνουμε δυναστικά, αντάρτικα -όπως και όταν θέλουμε- δεν μας οδηγεί, δεν μας φέρνει στη ζωή, στον Παράδεισο, αλλά στην απόγνωσι και καταστροφή. Αυτό που συνάγομε με το επαναστατημένο θέλημά μας -«συναγαγών άπαντα»- το σκορπίζαμε ασώτως -«διεσκόρπισε την ουσίαν αυτού ζων ασώτως» (α-σωτηρία, α-σώον, μισερά, αμαρτωλά, εκτός Θεού, σε παρά φύσιν κατάστασι).
Μαραίνεται και ξηραίνεται σύντομα. Σκορπίζεται. Τελειώνει σε μια κατάστασι στείρα, οπού χωρί­ζεται η ζωή από την πνευματική ζωή. Σε μια κατά­στασι που δεν έχει φως, καρποφορία, συνέχεια για τον άνθρωπο. Όπου τα πάντα μυρίζουν φθορά και είναι θάνατος.
Το κομμάτι που μας δίδει ο Θεός είναι από ένα σώμα θεανθρώπινο που μερίζεται και δεν διαιρείται, που εσθίεται και ουδέποτε δαπανάται. Είναι μικρό προζύμι με όλο τον δυναμισμό της βασιλείας, που σώ­ζει τα σύμπαντα και ζυμοί τα τρία σάτα της δημιουργίας ολόκληρης.
 
 Το ψεύτικο χάνεται, μας εγκαταλείπει

Σάββατο 7 Φεβρουαρίου 2026

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΟΥ ΑΣΩΤΟΥ

 Μπορεί να είναι εικόνα κείμενο

Την πρώτη Κυριακή του Τριωδίου η Εκκλησία μας προέβαλλε το αγαθό της ταπείνωσης. Αυτήν εδώ την Κυριακή προβάλλει την αξία της μετάνοιας.
Αφορμές για να λεχθεί αυτή η παραβολή είναι κυρίως δύο. Πρώτον, επειδή πολλοί απελπίζονται από την κατάσταση της ζωής τους και από τα ηθικά αμαρτήματα και πιστεύουν ότι δεν υπάρχει πια γι' αυτούς έλεος και πέφτουν σε απόγνωση, ο Κύριος ομιλεί για έναν άνθρωπο, ο οποίος έφτασε στην χειρότερη κατάσταση και όμως σώθηκε. Και αυτόν τον άνθρωπο η επίγνωση και μόνο της αμαρτίας και η απόφαση για επιστροφή στον Θεό τον έκαμε και πάλι κληρονόμο από δούλο και ζωντανό από νεκρό και χαμένο. Δευτερον, γιατί πολλοί κατά την εποχή του Χριστού αλλά και σήμερα δικαιώνουν τους εαυτούς τους, αποκλείουν τους άλλους από τον χώρο του Θεού και σκανδαλίζονται για την αδιάκριτη αγάπη του Θεού στις πόρνες και τους τελώνες. Ειδικά ειπώθηκε για τους φαρισαίους οι οποίοι δεν συγχωρούσαν στον Χριστό την συναναστροφή με τους ακάθαρτους και όσους έκαναν επιδεικτικά άστατη ζωή.
Στην παραβολη λοιπόν αυτή καταδεικνύεται η ευσπλαχνία του Θεού, η δυνατότητα σωτηρίας του καθένα, η παγιδα του εγκλωβισμού στην υπερηφάνια, η οποία μας στερεί την κοινωνία με τον Θεό.
Ειδικά στο πρόσωπο του Ασώτου μας δινεται η αναστάσιμη ουσιαστική σωτηρία του ανθρώπου. Η μετάνοια του δεν είναι μια απλή μεταστροφή στην δικαιοσύνη και την ήρεμη χωρίς προκλήσεις ζωή με τις πατροπαράδοτες ηθικές αξίες και σε αυτά που οι άνθρωποι θεωρούν συνήθως ηθικά και αποδεκτά. Ο άσωτος κάνει ουσιαστική μεταστροφή στην αληθινή ζωή μέσα στην οικία του Πατέρα, την Εκκλησία. Τιμάται από Αυτον με λαμπρό ένδυμα και δαχτυλίδι ως κληρονόμος Του. Και η πανηγυρική αυτή εισοδος δηλώνει το μυστήριο του Βαπτίσματος. Και έπειτα παρακάθεται σε εορταστική Τράπεζα, με θύμα( σφάγιο) το εκλεκτότερο του Πατέρα, τον Κύριο Ιησού Χριστό. Βάπτισμα και Θεία Κοινωνία τον αποκαθιστούν στο αξίωμα του κληρονόμου της πατρικής βασιλείας. Είναι λοιπόν ένας καινός άνθρωπος.Είναι ο εκκλησιαστικός άνθρωπος.
Συνεπώς, η παραβολή αυτή είναι η απόλυτη φανέρωση της αγάπης του Θεού για την σωτηρία του ανθρώπου. Κεντρικό πρόσωπο είναι ο Θεός Πατέρας, ο οποίος βρίσκεται σε διαρκή αναμονή για την επιστροφή και του τελευταίου χαμένου προβάτου. Στα πρόθυρα της τεσσαρακοστής αποτελεί συναγερμό για τον καθένα μας. Είναι μια πρόσκληση στην εκκλησιαστική ζωή για όλους! Και αυτούς οι οποιοι είναι κοινωνικά και ηθικά τακτοποιημένοι και όσους θεωρούνται απόβλητοι της θείας χάριτος. Ουσιαστικά και οι δύο αυτές κατηγορίες ανθρώπων έχουν ανάγκη τον εγκεντρισμό στην Εκκλησία. Όλοι έχουν την ανάγκη απελευθέρωσης από την αμαρτία.Στη μετοχή στα θεία μυστήρια ως φάρμακα σωτηρίας και θύρες επιστροφής στο θείο έλεος.
(Βάπτισμα)-Εξομολόγηση με μετάνοια- Θεία Κοινωνία.Η απόφαση της επιστροφής είναι η δύναμη, η οποία κάνει την διαφορά και όχι η καλή διάθεση και η αποφυγή αντισυμβατικών με την καθεστώσα ηθική πράξεων.Αυτές δεν είναι αρκετές για την σωτηρία του ανθρώπου, όπως ούτε η άσωτη ζωή δεν είναι ο οριστικός παράγοντας για την αιώνια καταδίκη του!
Ας σταθούμε, λοιπόν, αδελφοί μου, σιωπηλοί μπροστά στο μυστήριο αυτής της παραβολής. Αφουγκραζόμαστε το βήμα του Πατέρα που τρέχει, όχι για να ελέγξει, αλλά για να αγκαλιάσει. Θα επιτρέψουμε λοιπόν στον εαυτό μας να δει την αλήθεια του χωρίς φόβο και χωρίς προσχήματα· είτε βρισκόμαστε μακριά Του, σε τόπους ξένους και άγονους, είτε μένουμε τυπικά «εντός», αλλά με καρδιά ψυχρή και αυτάρεσκη. Η αγκαλιά του Θεού δεν γνωρίζει μέτρα ανθρώπινης δικαιοσύνης· γνωρίζει μόνο το μέτρο της αγάπης.
Η περίοδος που ανοίγεται μπροστά μας δεν είναι απλώς χρόνος νηστείας, αλλά καιρός επιστροφής, καιρός αναστάσεως της ψυχής. Ο Πατέρας στέκει και σήμερα στο κατώφλι, περιμένοντας όχι την τελειότητά μας, αλλά το ένα βήμα της ταπείνωσης, το «ἥμαρτον» που γεννά τη ζωή. Και τότε, εκεί όπου εμείς βλέπουμε ερείπια, Εκείνος οικοδομεί παλάτι· εκεί όπου εμείς διακρίνουμε θάνατο, Εκείνος χαρίζει ανάσταση.
Η μετάνοια δεν είναι ντροπή, αλλά δώρο. Δεν είναι κατάκριση, αλλά είσοδος στη χαρά. Και καθώς βαδίζουμε προς το άγιο Πάθος και την Ανάσταση του Κυρίου, ας κρατήσουμε στην καρδιά μας τη βεβαιότητα ότι κανείς δεν είναι τόσο χαμένος ώστε να μην μπορεί να βρεθεί, και κανείς δεν είναι τόσο δίκαιος ώστε να μη χρειάζεται το έλεος. Διότι «ὁ Θεός ἀγάπη ἐστίν», και η αγάπη Του είναι το σπίτι στο οποίο όλοι καλούμαστε να επιστρέψουμε.
π. Παντελεήμων Κρούσκος

Σάββατο 31 Ιανουαρίου 2026

Μακαριστός π. Αλέξανδρος Σμέμαν_Χωρίς το Χριστό η αληθινή ταπείνωση είναι αδύνατη, ενώ στην περίπτωση του Φαρισαίου, ακόμα και η θρησκεία, γίνεται υπερηφάνεια για τα επιτεύγματά του· έχουμε δηλαδή ένα άλλο είδος φαρισαϊκής αυτοδοξολογίας.

 Δεν υπάρχει διαθέσιμη περιγραφή για τη φωτογραφία.

Αν υπάρχει μια ηθική αξία που σχεδόν απόλυτα παραθεωρείται ή αγνοείται σήμερα είναι πραγματικά η ταπείνωση. Ο πολιτισμός στον οποίο ζούμε διαρκώς ενσταλάζει μέσα μας την έννοια της υπερηφάνειας, της αυτοεξύμνησης και της αυτοδικαίωσης. Είναι οικοδομημένος πάνω στην αλαζονική υπόθεση ότι ο άνθρωπος μπορεί να πετύχει οτιδήποτε μόνος του, και φτάνει στο να περιγράφει τον Θεό σαν τον Ένα που πάντοτε αμείβει τις επιτυχίες και τα καλά έργα του ανθρώπου. Η ταπείνωση -είτε ατομική, είτε ομαδική, είτε εθνική είναι- θεωρείται δείγμα αδυναμίας, κάτι ανάρμοστο για έναν αληθινά άνθρωπο. Αλλά μήπως και οι χριστιανοί σήμερα δεν είναι ποτισμένοι με το πνεύμα του Φαρισαίου; Μήπως και μεις δε θέλουμε κάθε προσφορά μας, κάθε «καλή πράξη» μας, καθετί που κάνουμε «για την Εκκλησία» να αναγνωρίζεται, να επαινείται, να δημοσιεύεται;
Αλλά τι είναι ταπείνωση; Η απάντηση σ’ αυτή την ερώτηση μπορεί να φανεί παράδοξη γιατί είναι ριζωμένη σε μια περίεργη διαβεβαίωση: Ο ίδιος ο Θεός είναι ταπεινός! Για κείνον που γνωρίζει το Θεό, που Τον ατενίζει μέσα στη δημιουργία Του και στις σωτήριες ενέργειες Του, είναι φανερό ότι η ταπείνωση είναι πραγματικά μια θεία ποιότητα, είναι το ουσιαστικό περιεχόμενο και η λάμψη της δόξας από την οποία, όπως ψέλνουμε στη Θεία Λειτουργία, είναι «πλήρης ὁ οὐρανὸς καὶ ἡ γῆ». Μέσα στην ανθρώπινη διανοητικότητά μας έχουμε την τάση να μη μπορούμε να συμβιβάσουμε τη «δόξα» με την «ταπείνωση» -αφού μάλιστα η ταπείνωση θεωρείται ψεγάδι ή ελάττωμα. Ακριβώς όμως η άγνοιά μας και η αδεξιότητά μας είναι εκείνα που μας κάνουν ή θα έπρεπε να μας κάνουν να νιώθουμε ταπεινοί. Είναι σχεδόν αδύνατο να μεταφέρεις στο σύγχρονο άνθρωπο που τρέφεται με τη δημοσιότητα, την αυτοπροβολή και την ατέλειωτη αυτοεξύμνηση, το γεγονός ότι εκείνο που είναι αυθεντικά τέλειο, όμορφο και καλό είναι την ίδια στιγμή γνήσια ταπεινό. Ακριβώς γιατί η τελειότητα δεν έχει ανάγκη από τη «δημοσιότητα», την εξωτερική δόξα ή από την κάθε είδους επίδειξη. Ο Θεός είναι ταπεινός γιατί είναι τέλειος. Η ταπείνωσή Του είναι η δόξα Του και η πηγή κάθε αληθινής ομορφιάς, τελειότητας και καλοσύνης: Καθένας που προσεγγίζει το Θεό και Τον γνωρίζει αυτόματα μοιράζεται τη Θεία ταπείνωση και ωραΐζεται μέσα σ’ αυτή. Αυτό συνέβηκε με την Παναγία, τη Μητέρα του Χριστού, που η ταπείνωση την έκανε χαρά όλης της οικουμένης και τρανή αποκάλυψη της ωραιότητας πάνω στη γη· αυτό έγινε και με όλους τους αγίους· το ίδιο συμβαίνει και με κάθε ανθρώπινη ύπαρξη στις σπάνιες στιγμές της επαφής της με το Θεό.
Πώς κανείς γίνεται ταπεινός; Η απάντηση για ένα χριστιανό είναι απλή: με την ενατένιση του Χριστού, που είναι η σαρκωμένη Θεία ταπείνωση, ο Ένας, μέσα στον οποίο ο Θεός αποκάλυψε, μια για πάντα, τη δόξα Του σαν ταπείνωση και την ταπείνωσή Του σαν δόξα. «Νῦν» είπε ο Χριστός τη νύχτα της άκρας ταπείνωσής Του, «ἐδοξάσθη ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου, καὶ ὁ Θεὸς ἐδοξάσθη ἐν αὐτῷ». Η ταπείνωση μαθαίνεται ενατενίζοντας το Χριστό ο οποίος είπε: «Μάθετε ἀπ᾿ ἐμοῦ, ὅτι πρᾷός εἰμι καὶ ταπεινὸς τῇ καρδίᾳ». Τελικά γινόμαστε ταπεινοί με το να μετράμε το καθετί με μέτρο τα Χριστό και να αναφερόμαστε για όλα σ’ Αυτόν. Χωρίς το Χριστό η αληθινή ταπείνωση είναι αδύνατη, ενώ στην περίπτωση του Φαρισαίου, ακόμα και η θρησκεία, γίνεται υπερηφάνεια για τα επιτεύγματά του· έχουμε δηλαδή ένα άλλο είδος φαρισαϊκής αυτοδοξολογίας.

Τρίτη 30 Δεκεμβρίου 2025

ΣΠΗΛΑΙΟ ΚΑΙ σπήλαιο!

«Γεγονότα λῃστῶν με σπήλαιον, Κύριε, ὁ τεχθείς ἐν Σπηλαίῳ, ναόν ἀνάδειξον σοῦ καί τοῦ Πατρός καί θείου σου Πνεύματος, ἵνα σε δοξάζω εἰς πάντας τούς αἰῶνας» (β΄ προεόρτ. κανών Χριστουγέννων, 23ης Δεκεμβρίου).

(Κύριε, Συ που γεννήθηκες σε Σπήλαιο, ανάδειξέ με ναό δικό Σου και του Πατρός και του θείου Σου Πνεύματος, προκειμένου να σε δοξάζω σε όλους τους αιώνες. Κι αυτό γιατί έγινα σπήλαιο ληστών).

Ο μεγάλος άγιος υμνογράφος Ιωσήφ, μιλώντας σε πρώτο ενικό πρόσωπο, που σημαίνει μιλώντας εξ ονόματος όλων των χριστιανών ως στόμα της Εκκλησίας, αναφέρεται στη Γέννηση του Κυρίου ξεκινώντας με το απόλυτο δεδομένο: την πτώση του ανθρώπου στην αμαρτία. Την αμαρτία που δεν την εκλαμβάνει μ’ έναν γενικό, αφαιρετικό και ιδεαλιστικό τρόπο – κάποτε ο άνθρωπος αμάρτησε και διέγραψε τον Θεό από την οπτική της ζωής του – αλλά με τον μόνο τρόπο που την αποδέχεται η Εκκλησία μας: ως μία πραγματικότητα που κληρονομήσαμε από τους Προπάτορές μας, όχι ως κληρονομημένη ενοχή αλλά ως φθορά που υπέστη η ανθρώπινη φύση – την ζει ο καθένας στο ίδιο το «πετσί» του. Μολύνθηκε δηλαδή το ανθρώπινο δένδρο απαρχής, οπότε και οι καρποί έκτοτε, όλοι οι άνθρωποι και όλη η φύση στους αιώνες, παρουσιάζονται μολυσμένοι. Η χριστιανική πίστη μας δεν τρέφει αυταπάτες ως προς το ποιόν του κάθε ανθρώπου: κάθε άνθρωπος μέσα στο μεγαλείο του ως κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσιν Θεού πλασμένος έρχεται  στον κόσμο «ρέπων επί τα πονηρά επιμελώς εκ νεότητος αυτού» - κάθε άνθρωπος ζει τον θάνατο, πνευματικό και σωματικό, που έφερε η ανταρσία του ανθρώπου απέναντι στον Δημιουργό του. «Διά της αμαρτίας ο θάνατος». Μπορεί να έχει το φως του Χριστού που απαρχής του δώρισε Εκείνος, όμως το φως αυτό είναι πια τόσο ασθενικό, λόγω της σκίασής του από τις διαστροφές των παθών του και την επήρεια του Πονηρού, ώστε δεν μπορεί να τον φωτίσει παρά ελάχιστα – ίσα που να έχει ένα αίσθημα δικαίου και να διψάει για το χαμένο «κέντρο» του.

Κι ήρθε ο Δημιουργός, ο Παντοκράτορας Κύριος, το δεύτερο πρόσωπο του Τριαδικού Θεού, ως άνθρωπος στον κόσμο –το μέγιστο των μυστηρίων: «Θεός εφανερώθη εν σαρκί» - οπότε με την πρόσληψη της ανθρώπινης φύσεως έδωσε και πάλι τη δυνατότητα στον άνθρωπο να φτάσει στον αρχικό προορισμό του: να γίνει κατά χάριν Θεός, «θεώσας το πρόσλημμα»!  Κι αυτό που αδυνατεί να δεχτεί η ανθρώπινη λογική, εκεί που ιλιγγιά ο νους του ανθρώπου: πώς ο αθεώρητος και άναρχος Θεός γίνεται ορατός και λαμβάνει αρχή, γίνεται δυνατό για τον απλούστατο λόγο ότι ο Θεός μας είναι η απόλυτη αγάπη και η απόλυτη ταπείνωση. Χωρίς τα «δεδομένα» αυτά κανείς δεν μπορεί να είναι χριστιανός, κανείς συνεπώς δεν μπορεί να γιορτάσει Χριστούγεννα. «Ούτως ηγάπησεν ο Θεός τον κόσμον ώστε τον Υιόν αυτού τον μονογενή έδωκεν, ίνα πας ο πιστεύων είς αυτόν μη απόληται αλλ’ έχη ζωήν αιώνιον».

Οπότε κάθε χριστιανός, βαπτισμένος και χρισμένος στο όνομα του Χριστού, «ενδεδυμένος» Εκείνον, διότι «όσοι εις Χριστόν εβαπτίσθητε, Χριστόν ενεδύσασθε», έγινε και διαρκώς γίνεται ναός του Τριαδικού Θεού, του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος – κοινή γαρ η ενέργεια του Θεού μας. Ο Θεός μας δηλαδή λόγω ακριβώς της αγάπης και της ταπείνωσής Του σμικρύνεται και εισέρχεται στα στενά όρια της ύπαρξής μας, το σώμα και την ψυχή μας, στο «σπήλαιο» της καρδιάς μας, δίνοντάς μας όμως έτσι τη δυνατότητα τέτοιας διεύρυνσης και «πλατυσμού», ώστε να μπορούμε να χωράμε εξαιτίας Του τον κόσμο όλο, παγκόσμια και διαχρονικά – το βλέπουμε στην Υπεραγία Θεοτόκο, την «πλατυτέραν των Ουρανών». Και δεν είναι ασφαλώς η δική μας δύναμη - μολονότι έφτιαξε και το σώμα μας για να δεχτεί την «απειρία» Του - αλλά Εκείνος που μας φέρνει σε τέτοιο σημείο που καθιστά και τον άνθρωπο τελικώς ένα μυστήριο. Θυμίζει η αλήθεια αυτή αυτό που σημειώνει η εκκλησιαστική υμνογραφία μας για τον Σταυρό του Κυρίου. «Σταυρός επάγη επί της και ήψατο των Ουρανών, ουχ ως του ξύλου φθάσαντος το ύψος, αλλά Σου του εν αυτώ πληρούντος τα σύμπαντα» (Μπήχτηκε ο Σταυρός πάνω στη γη και άγγιξε τα Ουράνια. Όχι διότι το ξύλο του σταυρού έφτασε το ύψος αυτό, αλλά Εσύ που πάνω σ’ αυτό γεμίζεις με την παρουσία Σου τα σύμπαντα).

Ο άγιος υμνογράφος όμως ενώ ασφαλώς έχει υπ’ όψιν του τις θεολογικές παραπάνω αλήθειες αναφέρεται και στα μετέπειτα της παρουσίας του Κυρίου. Εννοούμε ότι μπορεί ο βαπτισμένος άνθρωπος να αποκαταστάθηκε με τον ερχομό του Θεού ως ανθρώπου, αλλά αν δεν προσέξει και λησμονήσει την άπειρη αυτή δωρεά του Θεού, δυστυχώς χάνει το δώρο, «ξεσκίζοντας» το ένδυμα-Χριστό, γινόμενος και πάλι «σπήλαιον ληστών» λόγω των αμαρτιών που αφήνει να αναπτύσσονται και να εξελίσσονται στην καρδιά του. Συνεπώς η βαθιά προσευχή του αγίου έγκειται και σε τούτο: «σ’ εμένα, Κύριε, που με έκανες ναό Σου, αλλά ξανάγινα σπήλαιο ληστών, δώσε μου μετάνοια ώστε να επανέλθω από εκεί που ξέπεσα. Να γίνω ναό σου εκ νέου, με σκοπό να Σε δοξάζω διαρκώς και ακατάπαυστα». Διότι η όποια δωρεά στον άνθρωπο από τον Κύριο της δόξης αν δεν γίνει αφορμή δοξολογίας προς Εκείνον, δυστυχώς εξαφανίζεται. Χριστιανός σημαίνει άνθρωπος που αέναα, σε όλες τις περιστάσεις του βίου, αγαθές αλλά και θεωρούμενες «κακές», βρίσκεται σε δοξολογική και ευχαριστιακή στάση. Το «δόξα τω Θεώ πάντων ένεκεν» είναι ό,τι τον χαρακτηρίζει, γεγονός που φανερώνει ότι όντως αυτός εορτάζει και τα Χριστούγεννα.