Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα κυρ Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα κυρ Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 11 Απριλίου 2026

Ζωντανοὶ μέσα στὸν Ἅδη



Στρατής Ψάλτου
Ἡ Ἀνάσταση δὲν εἶναι μόνο ἕνα ἑορτολογικὸ γεγονός. Ἀποτελεῖ καὶ τὴ δυνατότητα μιᾶς ἐμπειρίας ποὺ διαπερνᾶ τὴν ἴδια τὴ ζωή. Μιὰ μετατόπιση σχεδὸν ἀνεπαίσθητη, μὲ τὴν ὁποία ὁ κόσμος εἶναι δυνατόν νὰ χάσει τὸ βάρος του. Σὰν νὰ ἀνοίγει μέσα στὸ πιὸ βαθὺ σκοτάδι μιὰ ρωγμὴ φωτός. Μιὰ ἀποκάλυψη τῆς ζωῆς μέσα στὸν ἴδιο τὸν Ἅδη. Κάτι ἀπὸ αὐτὴ τὴ μυστικὴ ἐμπειρία περιγράφει ὁ Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης σ᾿ ἕνα ἀθηναϊκὸ διήγημά του, τὸ ὁποῖο δημοσιεύτηκε τὸν Ἰανουάριο τοῦ 1896 μὲ τὸν τίτλο «Ο ξεπεσμένος δερβίσης».

Στὰ τέλη τοῦ 19ου αἰώνα, σ᾿ ἕνα καφενεῖο στὸ Θησεῖο, ποὺ ἔμενε συνήθως ἀνοικτὸ τὰ βράδια, ἔβρισκε καταφύγιο κάποιος, ποὺ ὁ Παπαδιαμάντης τὸν περιγράφει ὡς ἐξῆς: «Ὑψηλὴ μορφή, μὲ λευκὸν σαρίκι, μὲ μαύρην χλαῖναν καὶ χιτῶνα χρωματιστ'ον… Μὲ τὸ σαρίκι του, μὲ τὰ κατσαρὰ ψαρὰ γένεια του, μὲ τὸ τσιμπούκι του. Ἄνω τῶν 50 ἐτῶν ἡλικίας».

Ὁ Παπαδιαμάντης δὲν δίνει ἄλλες πληροφορίες γι᾿ αὐτὸν τὸν ἄνθρωπο. Ἐπιλέγει νὰ τὸν συνοδεύσει μ᾿ ἕνα πλῆθος ἀποριῶν. «Εἶχεν ἀναφανῆ. Πότε; Πρὸ ἡμερῶν, πρὸ ἑβδομάδων. Πόθεν; Ἀπὸ τὴν Ρούμελην, ἀπὸ τὴν Ἀνατολήν, ἀπὸ τὴν Σταμπούλ. Πῶς; Ἐκ ποίας ἀφορμῆς; Ποῖος; Ἦτον δερβίσης; Ἦτον βεκτασής, χόντζας, ἰμάμης; Ἦτον οὐλεμάς, διαβασμένος;» Πάντως, ἀπὸ ἐδῶ καὶ στὸ ἐξῆς τὸν ἀναφέρει ὡς δερβίση.

Αὐτὸς ὁ δερβίσης, λοιπόν, καθόταν καθημερινὰ σ᾿ ἕνα καφενεῖο στὸ Θησεῖο, ἔπινε μαστίχα, καὶ οἱ διάφοροι θαμῶνες ποὺ ἔρχονταν σ᾿ αὐτὸ τοῦ ζητοῦσαν νὰ παίξει κάποιο τραγούδι μὲ τὸ νάϊ του. Στὸ καφενεῖο αὐτὸ κοιμόταν κιόλας τὰ βράδια, καθὼς ἦταν ἄστεγος, ἀνέστιος, πλάνητας. Κουβαλοῦσε τὸ βάρος τοῦ ἀνθρώπου ποὺ ἔχασε ὅ,τι εἶχε. Εἶχε χάσει πατρίδα. Εἶχε χάσει οἰκείους. Εἶχε χάσει ἀξιώματα. Κι ἔφτασε τώρα νὰ περιπλανιέται σὰν σκιὰ τοῦ παλιοῦ του ἑαυτοῦ μέσα στὴ ξένη πόλη. Τὸ καφενεῖο εἶχε γίνει προσωρινὸ λιμάνι γιὰ ἕναν ἄνθρωπο ποὺ δὲν εἶχε πια λιμάνι.

Κι ἐνῶ τὰ πράγματα ἦταν γι᾿ αὐτὸν δύσκολα, ἔγιναν ἀκόμη δυσκολότερα. Τὰ βράδια τὸ καφενεῖο ἔμενε ἀνοικτό. Ὅμως τώρα, ἔστω γιὰ λίγα βράδια, ἔπρεπε νὰ κλείσει. Ὁ ἀστυνομικὸς ποὺ περιπολοῦσε στὴν περιοχή, προκειμένου νὰ δείξει στὸν καινούργιο προϊστάμενό του ὅτι συμμορφώνεται μὲ τὶς ὁδηγίες ποὺ ἔλαβε, «διέταξε νὰ κλείσῃ τὸ καφενεῖον, τὴν νύκτα ἐκείνην. Αὔριον ἢ μεθαύριον θὰ ἐπέτρεπε πάλιν νὰ μένῃ ἀνοικτόν. Ἀλλ' ἡ νὺξ ἐκείνη εἶχε πέσει εἰς τὸν λαχνόν, ἦτο πεπρωμένη νύξ».

Ὁ Παπαδιαμάντης κατ᾿ αὐτὸν τὸν τρόπο στήνει γιὰ μιὰ ἀκόμη φορὰ τὸ σκηνικὸ γιὰ ἕνα μικρὸ δράμα. Ὁ δερβίσης ἔφυγε ἀπὸ τὸ καφενεῖο καὶ ρίχτηκε ἀνέστιος μέσα στὴν ἀφιλόξενη, βροχερὴ νύκτα. «Ποῦ νὰ ὑπάγῃ; Ἔκαμεν ὀλίγα βήματα ἀσκόπως, πέριξ τοῦ καφενείου. Παρέκει ἦτο ἡ σῆραγξ. Ἐσκάπτετο, ἦτο σκαμμένη». Στὸ βάθος αὐτῆς τῆς σήραγγας κατέβηκε ὁ δερβίσης. Ἡ κάθοδος αὐτὴ μοιάζει μὲ κάθοδο στὸν Ἅδη.

Κι ἐνῶ ὅλα ἔδειχναν νὰ βαραίνουν πάνω του ἀβάστακτα, συνέβη κάτι ἀπροσδόκητο καὶ παράδοξο. Ὁ δερβίσης «διὰ νὰ ζεσταθῇ, ἔβγαλε τὸ νάϊ του καὶ ἤρχισε νὰ παίζῃ». Ἡ μελωδία «ἐκ βαθέων ἀναβαίνουσα… πραεία, μειλιχία… χαιρετίζουσα τὸ ἀχανές, ἱκετεύουσα τὸ ἄπειρον». Ἡ μελωδία ποὺ ἀναδύθηκε ἀπὸ τὸ νάϊ δὲν ἦταν ἕνας ἀπλὸς ἦχος. Οἱ πέτρες, τὰ μάρμαρα, οἱ παλαιοὶ ὄγκοι τοῦ ναοῦ ἔμοιαζε νὰ ὑποδέχονται τὴ μελωδία μὲ μιὰ ἀπρόσμενη οἰκειότητα, σὰν νὰ ἀναγνώριζαν σ᾿ αὐτὴ κάτι γνώριμο ἀπὸ παλιά. «Τὰ βαρέα τείχη καὶ οἱ ὀγκώδεις κίονες τοῦ Θησείου, ἡ στέγη ἡ μεγαλοβριθής, δὲν ἐξεπλάγησαν πρὸς τὴν φωνήν, πρὸς τὸ μέλος ἐκεῖνο. Τὴν ἐνθυμοῦντο, τὴν ἀνεγνώριζον. Καὶ ἄλλοτε τὴν εἶχον ἀκούσει. Καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας τῆς δουλείας καὶ εἰς τοὺς χρόνους τῆς ἀκμῆς… Εἶχε στενὴν συγγένειαν μὲ τὰς ἀρχαίας ἁρμονίας». Ἡ μελωδία τοῦ νάϊ ἦταν ἡ μνήμη μιᾶς ἀρχαίας ἁρμονίας. Ταυτόχρονα, ἦταν ἡ φανέρωση μιᾶς γνώσης, μὲ τὴν ὁποία ἡ χαρὰ μπορεῖ νὰ γεννηθεῖ μέσα στὴν ἔλλειψη καὶ ἡ πληρότητα μπορεῖ νὰ ἀναδυθεῖ μέσα στὸ ἐλάχιστο.

Ἡ σκηνὴ αὐτὴ ἀποκτᾷ ἰδιαίτερο ἐνδιαφέρον, ἂν ἰδωθεῖ ὑπὸ τὸ φῶς τῆς αἰσθητικῆς θεωρίας τοῦ Theodor W. Adorno. Γιὰ τὸν Adorno, ἡ νεωτερικὴ τέχνη ὀφείλει νὰ παραμένει πιστὴ στὴν ἀσυμφιλίωτη πραγματικότητα τῆς κοινωνίας. Ὁ κόσμος χαρακτηρίζεται ἀπὸ σχέσεις κυριαρχίας, ἀνταγωνισμοῦ καὶ ἀλλοτρίωσης· γι᾿ αὐτὸ ἡ τέχνη δὲν πρέπει νὰ προσφέρει εἰκόνες ἁρμονίας. Ἡ ἀληθινὴ τέχνη ὀφείλει νὰ ἐνσωματώσει μέσα στὴ μορφή της τὴν ἴδια τὴν ἀντίφαση τοῦ κόσμου καὶ νὰ γίνει μιμητικὴ ὄχι ὡς ἁπλὴ ἀναπαράσταση τῆς φύσης, ἀλλὰ ὡς μορφικὴ μίμηση τῆς κοινωνικῆς ἀσυμφιλίωτης πραγματικότητας.

Χαρακτηριστικὸ παράδειγμα αὐτῆς τῆς θέσης ἀποτελεῖ ἡ μουσικὴ τοῦ Arnold Schoenberg. Ἡ ἔνταση, ἡ ἀστάθεια καὶ ἡ ἀπουσία τονικοῦ κέντρου μετατρέπονται σὲ μορφικὴ μαρτυρία μιᾶς πραγματικότητας ποὺ δὲν ἐπιτρέπει αἰσθητικὴ ἀνάπαυση. Ἡ ἀτονικότητα καὶ ἡ διάλυση τῆς παραδοσιακῆς ἁρμονίας ἐκφράζουν, σύμφωνα μὲ τὸν Adorno, μιὰ ἱστορικὴ κατάσταση ὅπου ἡ συμφιλίωση δὲν μπορεῖ πλέον νὰ παρουσιαστεῖ ὡς αἰσθητικὴ ἐμπειρία.

Ὡστόσο, ἡ σκηνὴ τοῦ δερβίση στὸν Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης φαίνεται νὰ ἀνοίγει μιὰ διαφορετικὴ δυνατότητα. Μὲ τὴ μουσικὴ ποὺ ἀναδύεται ἀπὸ τὸ βάθος τῆς σήραγγας, μοιάζει νὰ αἴρεται τὸ βάρος τῶν πραγμάτων. Δὲν ἀποκαθίσταται καμία τάξη οὔτε ἀλλάζει ἡ μοῖρα τῶν πραγμάτων. Ὅμως μιὰ χαρὰ γεννιέται «μὲ τὸ τίποτα». Μιὰ ἀνάσταση μέσα στὴν ἴδια τὴ νύχτα τῆς ἱστορίας. Μιὰ ἐμπειρία ποὺ δὲν ἀποτελεῖ φυγὴ ἀπὸ τὸν κόσμο, ἀλλὰ μεταμόρφωση τῆς σχέσης μαζί του. Μιὰ σιωπηλὴ μορφὴ ἀντίστασης ἀπέναντι στὴ δύναμη ποὺ τὸν διαμορφώνει.

Ἀπὸ αὐτὴ τὴν ὀπτική, μπορεῖ νὰ διατυπωθεῖ καὶ μιὰ κριτικὴ πρὸς τὴν αἰσθητικὴ θέση τοῦ Adorno. Ἡ ἐπιμονὴ στὴν αἰσθητικὴ τῆς δυσφορίας παραμένει δεσμευμένη στὴ λογικὴ τῆς κυριαρχίας, ἡ ὁποία χαρακτηρίζει τὸν ἴδιο τὸν κόσμο τὸν ὁποῖον καταγγέλλει. Ἂν ἡ τέχνη περιορίζεται στὸ νὰ μιμεῖται τὴν ἀσυμφιλίωτη πραγματικότητα, ἀναπαράγει τὸ ἴδιο πλαίσιο ἐπιθυμίας καὶ σύγκρουσης, ὅπως οἱ πρῶτες μορφὲς τῆς ἀνθρώπινης ἐμπειρίας, στὶς ὁποῖες τὸ μικρὸ παιδὶ χαίρεται ὅταν κατέχει αὐτὸ ποὺ ἐπιθυμεῖ, κλαίει ἢ ἀρνεῖται μὲ πείσμα καθετὶ ἄλλο, ὅταν αὐτὸ λείπει. Σὲ ὅλες αὐτὲς τὶς ἀντιδράσεις, ἡ ἐπιθυμία παραμένει δεσμευμένη στὴν ἴδια λογικὴ κυριαρχίας.


Ἡ σκηνὴ τοῦ δερβίση ὑποδηλώνει μιὰ διαφορετικὴ κατεύθυνση. Ἡ τέχνη δὲν περιορίζεται στὴν καταγραφὴ τῆς δυσφορίας τοῦ κόσμου· καθιστᾷ ὁρατὴ τὴ δυνατότητα τῆς ἐλευθερίας μέσα στὴ σκοτεινὴ ἱστορία. Γίνεται ἡ ἔκφραση μιᾶς διαφορετικῆς μορφῆς ζωῆς: μιᾶς ζωῆς ὅπου ἡ ἐπιθυμία ἔχει ἀποδεσμευθεῖ ἀπὸ τὴ λογικὴ τῆς κυριαρχίας. Ὅπως ἡ μελωδία τοῦ δερβίση, μὲ τὴν ὁποία ἡ πληρότητα ἐμφανίζεται μέσα στὸ ἐλάχιστο. Μιὰ ἀνάσταση ποὺ δὲν καταργεῖ τὸν Γολγοθᾶ τῆς ἱστορίας, ἀλλὰ τοῦ βγάζει τὸ κεντρί. «Ποῦ σου, θάνατε, τὸ κέντρον; ποῦ σου, ᾅδη, τὸ νῖκος;» (Α´ Κορ. 15, 55). Ποῦ εἶναι, θάνατε, τὸ κεντρί σου; Ποῦ εἶναι, Ἅδη, ἡ νίκη σου;

Η ζωγραφική παράσταση που συμπληρώνει τη σελίδα είναι έργο του κυρ Φώτη Κόντογλου.



Δευτέρα 2 Μαρτίου 2026

Αγιος Νικολας Πλανας και Παπαδιαμάντης

 Δεν υπάρχει διαθέσιμη περιγραφή για τη φωτογραφία.

“Σώπα ευλογημένε
είναι ο Χριστός και μας δοκιμάζει”
(Όταν ο Παπαδιαμάντης έχασε την ψυχραιμία του)
Οι Άγιοι με το παράδειγμά τους και το βίωμα τους μας δείχνουν τον δρόμο που πρέπει να ακολουθούμε όλοι. Τον δρόμο του Ευαγγελίου, αυτόν δηλαδή που μας δίδαξε ο Κύριος. Στο πρόσωπο του ελαχίστου συνανθρώπου μας να βλέπουμε τον ίδιο τον Χριστό..
 
~ Ο Άγιος Νικόλαος ο Πλανάς πήγαινε για αγιασμό ή Ευχέλαιο σε σπίτια χριστιανών.
Κάποια φορά βρέθηκε στο Κολωνάκι
(με τον Παπαδιαμάντη που του έκανε τον ψάλτη)
Τον είχανε μάθει οι Κολωνακιώτες που ήταν ευλαβής και τον καλούσανε.
Και κατεβαίνει από ένα αρχοντικό σπίτι.
Οι ζητιάνοι τον ειδαν και μεταξύ τους ελεγαν:
«Πού πάει ο παπάς; Πάει εκεί. Πάμε και μεις».
Και ήτανε στην ουρά, μπήκε λοιπόν ένας ζητιάνος που ήταν πιο τσίφτης και πηγαίνει κούτσα -κούτσα και του λέει, παπά δώσε μου. Και ότι είχε στη τσέπη του ο Άγιος τα έβγαλε και τα έδωσε.
Ήτανε δίπλα του ο Παπαδιαμάντης και του λέει,
– Παπά πρόσεξέ τον,
γιατί αυτόν τον βλέπω στην πιάτσα.
– Ναι, ναι, ναι, δεν πειράζει, δεν πειράζει.
Και περπατώντας το τετράγωνο, αυτός κάνει
το γύρο του τετραγώνου από την πολυκατοικία την επόμενη και πάει στο δεύτερο στενό, και κουτσαίνει πάλι και ξαναπάει μπροστά στον Άγιο.
Και ξαναβγάζει από την άλλη τσέπη ο παπάς
και τα δίνει.
Θύμωσε ο Παπαδιαμάντης και του λέει,
– Παπά !!
– Ναι, ναι, το έχω υπόψη μου, το έχω υπόψη μου.
Στην τρίτη φορά κάνει το ίδιο.
Εκεί, τα ‘χασε,
έχασε τον έλεγχο ο Παπαδιαμάντης και του λέει,
– Καλά δεν βλέπεις βρε παπά μου;
Σήκωσε το κεφάλι σου να τον δεις.
Αφού είναι ο ίδιος, φοράει τα ίδια ρούχα,
τα ίδια σκέρτσα κάνει.
Και λέει,
– Σώπα ευλογημένε,
είναι ο Χριστός και μας δοκιμάζει.
Ο Χριστός, ο Κύριος όλων, το είπε ξεκάθαρα:
«Ο,τι κάνατε σε έναν από τους ελάχιστους αδελφούς μου, το κάνατε σε μένα» (Ματθ. 25, 40). Είναι αψευδής ο λόγος του Θεού.

Παρασκευή 20 Φεβρουαρίου 2026

Ο Παπαδιαμάντης γιά τό «θρησκευτικό διήγημα» καί η ενάντια κριτική


του Γεωργίου Σίσκου*Σύνδεσμος

Αποτελεί εξαιρετικά δύσκολο εγχείρημα μιά αποδόμηση ενός παπαδιαμαντικού κειμένου, καθώς τό συνήθως άτακτο ύφος του –κατεξοχήν στό νοηματικό επίπεδο- εκβάλλει σέ μιά ατιθάσευτη απειροδυναμία νοήματος. Ο λόγος του, μιά πολυπρισματική πρόταση ανάγνωσης, κριτικός εις εαυτόν καί στούς έναντι, διαρκώς αναδιπλώνεται φανερώνοντας παράλληλες διαδρομές, πού συναπαρτίζουν ένα αδάμαστο όλον.

Όσα θά εκτεθούν στήν συνέχεια είναι ένα κριτικό προοίμιο στήν ανάγνωση τού παπαδιαμαντικού διηγήματος «Λαμπριάτικος ψάλτης», τό οποίο (προοίμιο) εστιάζεται κυρίως σέ δύο σημεία, τά οποία δέν έχουν αποκλειστική σχέση μέ τήν γιορτή τής «Λαμπρής» (τό Πάσχα), άρα είναι κάθε στιγμή τού έτους επίκαιρα. Τά δύο σημεία είναι: α) Η λογοτεχνική σκοπιμότητα συγγραφής ενός θρησκευτικού διηγήματος και β) μιά κριτική ή, καλύτερα, ανατομία τής κριτικής τών αναγνωστών τού καιρού πού έγραφε ο Παπαδιαμάντης τά διηγήματά του.

Λογοτεχνική σκοπιμότητα τού θρησκευτικού διηγήματος.

«Τό εννοείν είναι η αρχέγονη μορφή απαρτίωσης τού ανθρωπίνου εδώ-είναι ως είναι-εν-τώ-κόσμω. Πρίν από οποιαδήποτε άλλη διαφοροποίηση τού εννοείν πρός τίς δυό κατευθύνσεις τού πρακτικού καί τού θεωρητικού ενδιαφέροντος, τό εννοείν είναι ο τρόπος υπάρξεως τού εδώ-είναι πού τό καθιστά ένα δύνασθαι υπάρχειν καί μιά δυνατότητα» . Αυτό σημαίνει πώς ο τρόπος πού εννοούμε τά πράγματα καί στήν συνέχεια τά καταγράφουμε δέν είναι μιά ενέργεια πού έπεται τής ύπαρξης, αλλά ο αρχέγονος καί πρωταρχικός τρόπος τής ίδιας τής ανθρώπινης ζωής. Έτσι καί ο Παπαδιαμάντης δέν γράφει απλώς θρησκευτικά διηγήματα. Υπάρχει ως χριστιανός καί ούτως η ματιά του προσηλώνεται μονοδρομικά πρός τό ενοποιητικό κέντρο τής ανθρώπινης ύπαρξης, τόν Θεάνθρωπο Χριστό. Τόν Χριστό, ο οποίος ενώνει τόν ουρανό μέ τήν γή καί αποκαλύπτει τόν έσχατο προορισμό τού ανθρώπου: τόν εγκεντρισμό τής θεότητας στήν θνητή σάρκα . Επιλέγει ο σκιαθίτης, πέρα από κάθε ψυχαναλυτική ανάλυση τής «εκκλησιοκεντρικώς διαμορφούμενης» παιδικής του ηλικίας, τήν χριστο-λογική ανάγνωση τών γεγονότων πού περιγράφει. Επιλέγει αυτόν τόν τρόπο ανάγνωσης, γιατί ο ίδιος πρωτίστως υπάρχει ως χριστιανός.

Είναι πολύ φυσική η έκπληξή του, απέναντι στήν απαξίωση αναγνωστών καί κριτικών, γιά τό χριστο-κεντρικό περιεχόμενο τών πασχαλινών καί χριστουγεννιάτικων κειμένων του κατά τίς αντίστοιχες εορτές: «Νά φιλοξενηθής ηγεμονικώς εις τά μέγαρα μεγάλου άρχοντος, καί νά μή προπίης εις τιμήν τού Οικοδεσπότου! Νά απολαύσης (ξενίας δεσποτικής καί αθανάτου τραπέζης) καί νά μή αποδώσης ευχαριστίαν εις τόν εστιάτορα!» . Η πρόποση καί η ευχαριστία στόν οικοδεσπότη καί εστιάτορα Χριστό, προσφέρεται ταπεινά μέσα από τίς καταγραφές τών λειτουργικών συνάξεων τού σκιαθίτη. Δέν είναι καθόλου τυχαία, νομίζουμε, η αλληγορία τής τράπεζας καί τής ευχαριστίας. Αποτελούν τά σημεία πού αποκαλύπτουν τόν Θεάνθρωπο: «εγώ ειμί ο άρτος ο ζών ο εκ τού ουρανού καταβάς? εάν τις φάγη εκ τούτου τού άρτου, ζήσεται εις τόν αιώνα. καί ο άρτος δέ όν εγώ δώσω, η σάρξ μού εστιν, ήν εγώ δώσω υπέρ τής τού κόσμου ζωής» . Μπροστά σέ τούτο τό απερίγραπτο θαύμα δέν υπάρχει κάτι μεγαλύτερο γιά νά περιγράψη ο σκιαθίτης, οπότε έρχεται αβίαστα τό συμπέρασμα ότι: «ουδαμού σχεδόν θά ευρήτε, ότι επεζήτησα βεβιασμένη θέση ή πλοκήν όπως γαλβανίσω τήν περιέργεια τού αναγνώστου».

Οι εκουσίως επιλέξαντες τήν αποστροφή τού προσώπου τού Χριστού αναρωτιούνται: «Δέν βλέπεις ότι τό αιώνιον θέμα σου εξαντλήθη, καί ότι ευρίσκεσαι εις τήν ανάγκην νά προσπαθής βία νά παρουσίασης απλήν παραλλαγήν κατ’ έτος;». Τό “αιώνιο” εξαντλείται, όταν συνειδητά επιλέξης νά τό εκμηδενίσης. Τότε πολύ απλά ο “θεός είναι νεκρός”, όποτε «δύνασαι νά δημοσιεύης εν ημέραις εορτών διηγήματα ή περιγραφάς χωρίς νά κάμνης ποσώς λόγον περί Χριστουγέννων καί τού Πάσχα». Ξαναγυρνούμε στήν εναρκτήρια απόφανση τού Γκάνταμερ: στήν καταδίκη τής ανθρώπινης περατότητας, τού ανθρώπου νά επιλέγη αναγκαστικά εν αγωνία καί ρισκάροντας γιά τόν τρόπο πού εννοεί τά πράγματα. Γιά τόν τρόπο πού επιλέγει νά υπάρχη... Δέν υπάρχει κανένα ανθρώπινο επιχείρημα νά μάς πείση γιά τήν πίστη ή τήν απιστία. Υπάρχει μόνον η επιλογή... Βέβαια, τό δέντρο γνωρίζεται από τούς καρπούς του καί αντίστοιχα τό κάθε εννοείν φανερώνει τήν αξία του από τό εκπτυσσόμενο πράττειν. Μέ άλλα λόγια πώς κατορθώνει νά μετέρχεται τής ύπαρξης –δι’ εαυτόν καί διά τούς άλλους- ο Παπαδιαμάντης καί πώς οι επικριτές του. Μηδενίζοντας τήν συνεκτική δύναμη τού παντός, τό ενοποιητικό κέντρο τού είναι, «Τό έθνος τό ελληνικόν, τό δούλον τουλάχιστον, είναι ακόμη πολύ οπίσω, καί τό ελεύθερον δέν δύναται νά τρέξη αρκετά εμπρός, χωρίς τό όλον νά διασπαραχθή ως διασπαράσσεται, φεύ! ήδη».

Πρός μιά ανατομία τής ενάντιας κριτικής

Όταν ο σκιαθίτης γράφη τόν "Λαμπριάτικο Ψάλτη", ο νεοελληνικός διαφωτισμός έχει ήδη διαγράψει μιά εκατονταετία ζωής μέ δείγματα στά οποία «αντικατοπτρίζεται πιστά τό προοδευτικό πνεύμα τής εποχής διοχετευμένο...διά μέσου τής Γαλλίας καί τής γαλλικής γλώσσας, η οποία ιδιαίτερα τώρα επηρεάζει τήν παιδεία» . Παραπονιέται αγανακτισμένος ο σκιαθίτης στούς συγκαιρινούς πεφωτισμένους κριτικούς: «Ποιάν χάριν, σάς παρακαλώ, ποιάν δύναμιν ή πρωτοτυπίαν θά είχε τό νά λάβη τις τόν κόπον νά περιγράψη λεπτομερώς πώς χωρικός ιερεύς απήλθε νά λειτουργήση εις εξωκλήσιον χάριν μικράς κοινότητος αγροίκων ή βοσκών, ποιοί καί πόσοι μετέσχον τής πανηγύρεως καί ποιά τινά ήσαν τά ήθη τών πανυγηριστών; Τούτο θά ήτο όλως ευτελές κατά τήν γνώμην τών κριτικών. Τό νά γράψη τις, ότι γηραιός εφόνευσε τήν συμβίαν του, κατ’ αυτήν τήν ημέραν τών Χριστουγέννων -χωρίς μήτε ο αναγνώστης μήτε ο συγγραφεύς νά υποπτεύσωσι κάν διατί τήν εφόνευσε- τούτο είναι υψηλόν καί πολυτελές κατά τήν εκτίμησιν μερικών».

Τήν λεπτή ειρωνεία τού κυρ-Αλέξανδρου θά αποτυπώση χωρίς περιστροφές ο κατοπινός καί συντεταγμένος στήν αυτή παράδοση Κόντογλου: «Μονάχα τά ευρωπαϊκά πράγματα ή, καλύτερα, τά Δυτικά, είναι γιά μάς ουρανοκατέβατα, όλα όσα έρχουνται από κείνες τίς χώρες πού βρίσκουνται κατά τό βασίλεμα τού ηλίου, ενώ δέν έχουμε τήν παραμικρή εκτίμηση σέ ό,τι έρχεται από τήν Ανατολή. Είμαστε γυρισμένοι κατά τό βασίλεμα τού ήλιου, σά νά περιμένουμε νά βγεί από κεί ο ήλιος».

Γέμει τό τέλος τού προοιμίου από τήν παπαδιαμαντική ειρωνεία απέναντι στήν μειονεξία τών φωτισμένων φιλευρωπαίων, κατά τούς οποίους τό «Ελληνικόν έθνος δέν είναι Βυζαντινόν». Άν από τό γεγονός Χριστός αποκοπή, λόγω «επιστημονικής εγκυρότητας», η σάρκωση τού Θεού ως μεταφυσική α-νοησία, τότε τό μόνο πού απομένει στήν ιστορία είναι η ηθική διδασκαλία ενός Εβραίου. Τί έχει, λοιπόν, νά πή στούς Έλληνες η ηθική ενός Εβραίου τήν στιγμή πού οι αρχαίοι πρόγονοί τους έφθασαν τήν ηθική «μέχρι τά απώτατα όριά της» καί «Γιά νά μπορέσει νά πάει κανείς μακρύτερα καί ψηλότερα... θά έπρεπε νά είναι κάτι περισσότερο από άνθρωπος» ; Η ευρωπαϊκή διαφωτιστική ουδετερότητα (sic), «εξ’ αντικειμένου όπως λέγουσιν αυτοί», δέν έχει χώρο γιά τόν Θεάνθρωπο, τόν σαρκωμένο Λόγο. Ούτως οι Έλληνες, κατά τούς κριτικούς καί τινές άλλους, μέ άλμα δυό χιλιετιών είναι απευθείας απόγονοι τών αρχαίων Ελλήνων καί όχι τών βυζαντινών υπ-ηκόων τού θεανθρωπίνου πολιτισμού (τού πολιτισμού τών αγίων καί καθόλου απαραίτητα τών αυτοκρατόρων).

Στήν παπαδιαμαντική πρόταση τού θεανθρωπίνου πολιτισμού, βλέπουμε τήν συνεκτική δύναμη τού υποδούλου καί τού ελευθέρου έθνους. Ο Έλληνας χριστιανός, ανήκων στό ένα σώμα τού Χριστού έχει συνείδηση πώς «ο τρέχων πρέπει νά περιμένη καί τόν επόμενον άν θέλη ασφαλώς νά τρέχη ο ελεύθερος πρέπει νά βοηθή τόν δεσμώτην ή πρέπει νά τόν ανακουφίζη».

Ο σκιαθίτης, υιοθετώντας μιά στάση σάν αυτήν πού προτρέπει ο Σεφέρης , θά δηλώση κλείνοντας τό προοίμιο: «Τό επ' εμοί ενόσω ζώ καί αναπνέω καί σωφρονώ, δέν θά παύσω πάντοτε, ιδίως δέ κατά τάς πανεκλάμπρους ταύτας ημέρας, νά υμνώ μετά λατρείας τόν Χριστόν μου, νά περιγράφω μετ’ έρωτος τήν φύσιν, καί νά ζωγραφώ μετά στοργής τά γνήσια Ελληνικά έθη»


*Ο Γεώργιος είναι φίλος της παράγκα μας "Θεολογών" και Φιλόλογος

Κυριακή 1 Φεβρουαρίου 2026

Η Φόνισσα και ο Λουπαδόρος

Η Φόνισσα» του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη στον ελληνικό κινηματογράφο | LiFO

Κάτω εις το δάπεδον, το ιερόν δάπεδον του Αρχαίου Θεάτρου των Φιλίππων, του ευρισκομένου εις το ήμισυ του δρόμου, μεταξύ της θείας Έλλης, της εν Καβάλα, και της εν Δράμα ετέρας θείας μου, Ελένης, θα κείται απαστράπτουσα μηχανή τελευταίας τεχνολογίας, με πολλά κομβία και αναβοσβήνουσας πολυχρώμους λυχνίας, ονόματι “Κυκλωτικός Σταθμός”, αγγλιστί: “Λουπ Στέσιον”. Το μηχάνημα δε τούτο, το εξαίσιον, επί το λαϊκότερον και εις την χονδροειδή και συχνά κακόηχον γλώσσαν των μουσικών, των ασώτων αυτών γυρολόγων που κατατρώγουσιν το βιος των με τας απανταχού Φρύνας και Λαΐδας, ονομάζεται “λουπαδόρος”.

Έκαστον των επί σκηνής ευρισκομένων μουσικών οργάνων (ηλεκτρική κιθάρα μάρκας Γίβσον, ηλεκτρικόν βαθύχορδον μάρκας Φένδερ, ηλεκτρονικά κύμβαλα μάρκας Κοργ, αυλοί διαφορετικών μεγεθών, ξυλόφωνον, μεταλλόφωνον), θα συνδέηται μετά του λουπαδόρου διά πολυπλοκάμου καλωδίου, τοποθετημένου επιμελώς κατά την εσπέραν υπό του αρβανίτου ευπατρίδου Βασιλείου Δρούγκα, ηχολήπτου.

Καθ’ όν χρόνον η Μαρία Φαραντούρη θα αναγιγνώσκη στεντορίως και μεγαλοπρεπώς τα δύο τελευταία των κεφαλαίων της Φόνισσας, ο γράφων, ο επιεικώς μέτριος εις την απόδοσην εκάστου οργάνου, πλην ευτυχώς δεινός εις την απόκρυψην των ατελιών και ελλείψεών του, θα επιχειρήση, ενώ τα δάκτυλα θα ερεθίζουν τας χορδάς, τα δέρματα, τα ξύλα και τα μέταλλα, όπως οι πόδες αυτού, εν είδει παγανιστικού χορού ή πυροβασίας, πιέζωσιν ταυτοχρόνως το πλήθος των κομβίων του δαιμονικού προαναφερθέντος μηχανήματος, το οποίον θα ηχογραφή και θα αναπαράγη τας μουσικάς αυτού φράσεις. Εάν δε, παρ’ελπίδα, συναισθανθή την αυτού ανεπάρκειαν, θα ζητήση την συνδρομήν και ετέρων, πλέον κατηρτισμένων, καίτοι χαμηλότερα αμοιβομένων μουσικών.

Επί των επαναλήψεων των μόλις ηχογραφηθέντων ήχων θα προστίθενται ή θα αφαιρούνται κ’ άλλοι. Η αλληλοσυγχώνευσις των χροιών, η αυξομείωσις των εντάσεων, η εναλλαγή των ρυθμών, η αρμονική ανάπτυξις, καθώς και η απαραίτητος παρουσία των ώτων μας, ελπίζομεν όπως ανασύρωσιν τελικώς το μουσικόν έργον εκ του μη όντος εις το είναι.
Βεβαίως, το κείμενον του Σκιαθίτου γέροντος ουδεμίαν ανάγκην μελοποιήσεως έχει, καθ’ ότι μουσικότατον καθ’ εαυτό. Πιθανόν, λοιπόν, η όλη υπόθεσις να αποτελή αυθαιρεσίαν!

Ερωτηθής ο μουσικός διά την ανάγκην υπάρξεως του εν λόγω εγχειρήματος, θα ημπορούσεν ευκόλως να υπεκφύγει, λέγων πως ο ενθουσιασμός του έχοντος την ιδέαν, Θεοδωρή Γκόνη, ήτο τόσον ορμητικός, ώστε συμπαρέσυρεν τον άμοιρον τροβαδούρον, και να τον συγχωρήτε. Εις την περίπτωσιν όμως που, με κίνδυνον να απογοητεύσει, ο λαοπρόβλητος βάρδος αποφασίση όπως απολογηθή ειλικρινώς, έν μόνον ημπορεί να απαντήση: ο καλλιτέχνης, ως άλλος παπαδιαμαντικός Φιλάρετος, ενδιαφέρεται αποκλειστικώς ίνα ευχαριστήση τον ίδιον τον εαυτόν του και δεν τον μέλλει διά τους άλλους. Η (φευ! αβεβαία) συνέχεια της λαμπράς πορείας του, εξαρτάται εις μέγιστον βαθμόν από το κέφι, και το κέφι είναι αυθαίρετον πράγμα. Το διατί υμείς, εις εποχήν ανεχείας, όπου την πλιατσικολογίαν διαδέχεται η φορολογία, πληρώνετε εισιτήριον ίνα παρακολουθήσετε την διαδικασίαν, είναι ιδικόν σας ζήτημα και δεν μου πέφτει λόγος.

Λαμβάνων ανά χείρας το έν όργανον μετά το άλλο, πατών επί του πλήθους των κομβίων και ακούων προσεκτικώς την σεβασμίαν, βαθύφωνον αναγνώστριαν, ο νους μου οπωσδήποτε θα παλινδρομή εις το ήμισυ του δρόμου μεταξύ της θείας ωραιότητος του λόγου και της απευκταίας, καίτοι ουδόλως αμυδράς, πιθανότητος το όλον εγχείρημα να αποβή καταστροφικόν.

 
Περπάτησα πάρα πολύκαι τα φτερά μου τα 'χω χάσει.Μα εσύ που δεν πατάς στη γηκαν' την ψυχή μου να πετάξει...Μ' ένα αερόστατο να πάμε στο φεγγάρι,ένα αεράκι να μας πάρει...Φωτιά κι αέρας να κάνουμε δική μαςτη μικρή ζωή μας...
Είναι η καρδιά μου μια αυλήσ' ένα κελί που όλο μικραίνει.Μα εσύ που έχεις το κλειδίέλα και πες μου το "γιατί"Σε κάποια θάλασσα που ο ήλιος τη ζεσταίνει,το όνειρό μου ξαποσταίνειΝερό κι αρμύρα να κάνουμε δική μαςτη μικρή ζωή μας
Έχω ένα κόμπο στο λαιμόκαι μια θηλιά που όλο στενεύει.Έλα και κάνε μουσικήτην τρέλα που με διαφεντεύειΚι αν είναι οι νότες και οι λέξεις αφελείς,τραγούδησέ τες να χαρείςΜ' ένα τραγούδι να κάνουμε δική μαςτη μικρή ζωή μας

Παρασκευή 30 Ιανουαρίου 2026

Το άγνωστο παρεκκλήσι των Τριών Ιεραρχών στο Παγκράτι, όπου έψελνε ο κύρ Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης


Ένας ναός μόλις 30 τετραγωνικών μέτρων, που όμως «χωράει» μέσα του τεράστια ιστορία, καθώς ταυτίστηκε με μορφές όπως ο Άγιος Νικόλαος ο Πλανάς και ο «άγιος των ελληνικών γραμμάτων», ο  κύρ Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης

Το άγνωστο παρεκκλήσι των Τριών Ιεραρχών στο Παγκράτι, όπου έψελνε ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, δείτε βίντεο
  • Το ιστορικό παρεκκλήσιο των Τριών Ιεραρχών βρίσκεται στην οδό Ερατοσθένους 10 στο Παγκράτι, σε έκταση 30 τετραγωνικών μέτρων.
  • Ο εφημέριος πατήρ Κυριάκος Τσουρός αναφέρει ότι το παρεκκλήσιο χτίστηκε προ του 1880 και συνδέεται με μορφές όπως ο Άγιος Νικόλαος ο Πλανάς και ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης.
  • Σύμφωνα με πηγές, ο Άγιος Νικόλαος ο Πλανάς λειτουργούσε εκεί συχνά, με ψάλτη τον Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη.
  • Το παρεκκλήσιο είναι αγιογραφημένο με λαϊκή τέχνη και η ιστορία του καταγράφεται σε βιβλίο βασισμένο στα αρχεία του ναού.
  • Ο χώρος αυτός, γνωστός παλαιότερα ως «Βατραχονήσι», λειτουργούσε ως σημείο καταφυγής και ψυχικής ενίσχυσης για τους πιστούς.

Τους Τρεις Ιεράρχες τιμά σήμερα, 30 Ιανουαρίου, η Ορθόδοξη Εκκλησία, και για πολλούς τα βλέμματα στρέφονται στην οδό Ερατοσθένους, στο Παγκράτι. Εκεί, στη σκιά του μεγαλοπρεπούς Ιερού Ναού του Αγίου Σπυρίδωνος, κρύβεται ένα πραγματικό «διαμάντι», άγνωστο στους περισσότερους περαστικούς.

Πρόκειται για το ιστορικό παρεκκλήσιο των Τριών Ιεραρχών. Ένας ναός μόλις 30 τετραγωνικών μέτρων, που όμως «χωράει» μέσα του τεράστια ιστορία, καθώς ταυτίστηκε με μορφές όπως ο Άγιος Νικόλαος ο Πλανάς και ο «άγιος των ελληνικών γραμμάτων», Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης. Ένα παρεκκλήσι κλειστό, το οποίο ανοίγει στους πιστούς κατόπιν αιτήματος στο νεωκόρο του Αγίου Σπυρίδωνα.

Ένα ταξίδι στο παλιό «Βατραχονήσι»

Για την ιστορία αυτού του ξεχωριστού χώρου, μίλησε στο Orange Press Agency ο εφημέριος του Αγίου Σπυρίδωνος Παγκρατίου, πατήρ Κυριάκος Τσουρός, ο οποίος, εκτάκτως, άνοιξε τις πόρτες για να καταγραφεί το εσωτερικό του ναού.

«Βρισκόμαστε στο παρεκκλήσιο των Τριών Ιεραρχών και βρίσκεται στην οδό Ερατοσθένους αριθμός 10. Παλαιότερα η περιοχή αυτή ονομαζόταν ‘Βατραχονήσι’, γι' αυτό και είναι γνωστός τόσο ο ναός ως ναός του Αγίου Σπυρίδωνος Βατραχονησίου ή ‘Τρεις Ιεράρχες Βατραχονησίου’», αναφέρει χαρακτηριστικά.

Γυρίζοντας τον χρόνο πίσω, περιγράφει μια Αθήνα εντελώς διαφορετική: «Το παρεκκλήσιο αυτό χτίστηκε σε περιοχή που τότε ήταν μόνο βουνά, όπως μαζί με άλλα παρεκκλήσια τα οποία υπήρχαν στην ίδια περιοχή».

Σύμφωνα με τα ιστορικά στοιχεία, το παρεκκλήσιο, που βρίσκεται στη γωνία με την οδό Κωνσταντίνου Βερσή, ανήκε αρχικά στην οικογένεια Καλογρίδη. Οικοδομήθηκε από τον Δημήτριο Καλογρίδη, πέρασε στον Ιωάννη Καλογρίδη και τελικά η σύζυγός του, Παναγιώτα, το δώρησε στον Ναό.

«Σύμφωνα με τις πηγές και τις πληροφορίες που έχουμε, πρέπει να έχει κτιστεί προ του 1880. Έχουμε μία επιγραφή η οποία βρίσκεται εκεί σε μια αγιογραφία, που λέει ότι αυτή η αγιογραφία έγινε δωρεά και μάλιστα το 1887» εξηγεί ο π. Κυριάκος.

Τριών Ιεραρχών: Το άγνωστο παρεκκλήσι των 30 τ.μ. στο Παγκράτι και η τεράστια ιστορία του 

Στα βήματα του Αγίου Νικολάου Πλανά και του Παπαδιαμάντη

Ωστόσο, το μεγαλύτερο «μυστικό» του ναού κρύβεται στα πρόσωπα που πέρασαν από το ταπεινό του κατώφλι.

«Έχουμε και την πληροφορία ότι λειτουργούσε εδώ και ο Άγιος Νικόλαος ο Πλανάς», αποκαλύπτει ο π. Κυριάκος με φανερή συγκίνηση. «Είναι πολύ συγκινητικό για εμάς, όταν λειτουργούμε σ' αυτό το παρεκκλήσι, να σκεπτόμαστε και να αισθανόμαστε ότι πατάμε στο χώρο, στο μέρος όπου πατούσε ο Άγιος Νικόλαος ο Πλανάς».

Η σύνδεση αυτή, σύμφωνα με το αρχείο του Αγίου Σπυρίδωνα, επιβεβαιώνεται και από μαρτυρίες που διέσωσε ο Φώτης Κόντογλου και επανέλαβε ο Δημήτρης Φερούσης. Ο Άγιος Νικόλαος ο Πλανάς λειτουργούσε εκεί συχνά, έχοντας στο πλευρό του κορυφαίες μορφές της λογοτεχνίας.

«Εδώ όταν ερχόταν ο Άγιος Νικόλαος ο Πλανάς και λειτουργούσε, είχε μαζί του ψάλτες διάφορους, μεταξύ των οποίων και τον Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη. Γι' αυτό και αυτή την πληροφορία την έχουμε καταγράψει έξω από το παρεκκλήσι, ως να παραμένει ως ιστορικό γεγονός. Διότι δεν είναι μικρό πράγμα να ψάλλει εδώ μέσα ο Παπαδιαμάντης, να τον φανταζόμαστε σ' αυτό το ταπεινό αναλόγιο», τονίζει ο ιερέας.

Αγιογραφημένο με λαϊκή τέχνη

Ο χώρος αποπνέει μια μυσταγωγία, ενισχυμένη από τον ασυνήθιστο διάκοσμό του. «Το παρεκκλήσιο αυτό είναι αγιογραφημένο με λαϊκή τέχνη, όπως μπορείτε να δείτε γύρω. Οι αγιογραφίες που είναι γύρω στους τοίχους δεν έχουν πάνω χρονολογίες, υποθέτουμε όμως ότι είναι της ίδιας περίπου εποχής», σημειώνει ο π. Κυριάκος.

Η τεκμηρίωση της ιστορίας του ναού δεν αφέθηκε στην τύχη. «Την ιστορία του ναού του Αγίου Σπυρίδωνος την έχουμε καταγράψει σε ένα βιβλίο, το οποίο στηρίζεται στα διασωθέντα αρχεία του ναού. Τα αρχεία του ναού διασώζονται από τις αρχές του 20ου αιώνα, οπότε από εκεί μέσα πήραμε όλες τις πληροφορίες τις οποίες γράφουμε», μας εξηγεί.

«Καταφύγιο ψυχών»

Παρά το μικρό του μέγεθος, ο ρόλος του παρεκκλησίου ήταν και παραμένει σημαντικός για την τοπική κοινωνία.

«Ο κυρίως ναός, το κυρίως παρεκκλήσιο, είναι περίπου 30 τετραγωνικά μέτρα. Υπήρχε μια αυλή γύρω, την οποία καλύψαμε ώστε να μπορεί να παρακολουθεί τη Θεία Λειτουργία και ο κόσμος που έρχεται, ο οποίος δεν χωράει μέσα στο ναό», αναφέρει ο π. Κυριάκος Τσουρός.

Θυμάται μάλιστα χαρακτηριστικά: «Οπωσδήποτε και το παρεκκλήσιο αυτό, όπως όλα τα παρεκκλήσια, ήταν σημεία καταφυγής και ψυχικής ενισχύσεως. Έχουμε μια παλαιά φωτογραφία, του 1930 περίπου, η οποία δείχνει ότι εδώ απ' έξω ακριβώς, στην είσοδο, υπήρχε και μία βρύση όπου ερχόταν ο κόσμος και έπαιρνε νερό».

Σήμερα, το μικρό ναΐδριο συνεχίζει να εμπνέει. «Αυτά τα μικρά παρεκκλήσια, προσελκύουν πολλούς πιστούς και ιδιαίτερα νέους, ώστε να παίρνουν την ενίσχυση στη ζωή τους και στον αγώνα της ζωής», σημειώνει.

Κλείνοντας, ο Πατήρ Κυριάκος στέλνει το δικό του μήνυμα για τη σημερινή γιορτή: «Το μήνυμα για σήμερα είναι ότι μπορούμε να στηρίζουμε τη ζωή μας, την ύπαρξή μας, τις πράξεις μας όλες, πάνω στην πίστη μας στον Χριστό και στους Αγίους, για να μπορούμε να αντιμετωπίζουμε όλες αυτές τις δυσκολίες που υπάρχουν παγκοσμίως, δυστυχώς, όπου το κακό έχει εξαπλωθεί».

Ποιος είναι ο Πρωτοπρεσβύτερος Κυριάκος Τσουρός

Ο π. Κυριάκος Τσουρός διακονεί ως εφημέριος στον Ι.Ν. Αγίου Σπυρίδωνος από το 1976 και ως Προϊστάμενος από το 1989. Είναι Διδάκτωρ Θεολογίας της Ρωμαιοκαθολικής Θεολογικής Σχολής Νότιας Ιταλίας, με διατριβή πάνω στον Ιερό Χρυσόστομο. Έχει πλούσιο εκπαιδευτικό έργο, υπήρξε στενός συνεργάτης του μακαριστού π. Αντωνίου Αλεβιζοπούλου και έχει διατελέσει επί 25ετία μέλος του Επισκοπικού Δικαστηρίου της Ιεράς Αρχιεπισκοπής Αθηνών. Έχει τιμηθεί με τον «Χρυσούν Σταυρόν του Αποστόλου Παύλου» από την Εκκλησία της Ελλάδος.

πηγή 

Εξ Αφορμής: Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης

Πέμπτη 22 Ιανουαρίου 2026

Νυμφαίο Φλώρινας

 Μπορεί να είναι εικόνα δρόμος και Κοτσγουόλντς

Άσπρο σινδόνι... το χιόνι
να μας ασπρίση όλους στο μάτι του Θεού...
ν' ασπρίσουν τα σωθικά μας...
να μην έχουμε κακή καρδιά μέσα μας.
κύρ  Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης 
 

Σάββατο 3 Ιανουαρίου 2026

3 Ιανουαρίου 1911 φεύγει από τη ζωή ο «άγιος των Ελληνικών γραμμάτων», ο κοσμοκαλόγερος Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης.

Μπορεί να είναι εικόνα κείμενο 
Η κάρα του Αλεξάνδρου Παπαδιαμάντη φυλάσσεται στον Ι. Ναό Γεννήσεως της Θεοτόκου Παναγίας της Λιμνιάς Σκιάθου.
***
Τα χριστιανικά «τέλη»του Παπαδιαμάντη..
…Την τρίτην ημέραν της ασθενείας του ελιποθύμισε. Όταν δε συνήλθε,
-«Τι μου συνέβη;» είπε.
-«Δεν είναι τίποτε, μια λιποθυμία μικρά», του είπον αι περιστοιχίζουσαι αυτόν τρεις αδελφαί του.
-«Τόσα έτη», λέγει ο Αλέξανδρος, «εγώ δεν ελιποθύμισα, δεν εννοείτε ότι αυτά είναι προοίμια του θανάτου μου;
-Φέρετε αμέσως τον παπά και μην αναβάλλετε».
Μετ’ ολίγον κληθέντες ήλθον συγχρόνως και ο ιερεύς και ο ιατρός. Ο Παπαδιαμάντης προ πάντων ήτο χριστιανός και χριστιανός ευσεβής. Μόλις λοιπόν είδε τον ιατρόν, είπε εις αυτόν:
-«Τι θέλεις εσύ εδώ;».
-«Ήρθα να σε ιδώ», του λέγει ο ιατρός.
-«Να ησυχάσης», του λέγει ο ασθενής.
-«Εγώ θα κάμω πρώτα τα εκκλησιαστικά (δηλ. θα επικαλεσθώ την βοήθειαν του Θεού) και ύστερα ναρθής εσύ»
…Ο νους του μέχρι της τελευταίας του αναπνοής ήτο αφιερωμένος εις τον Θεόν. Μόνος του ολίγας ώρας πριν αποθάνη έστειλε να κληθή ο ιερεύς δια να κοινωνήση. «Ξεύρεις! μήπως αργότερα δεν καταπίνω!», έλεγε.
…Την εσπέραν της 2ας Ιανουαρίου, παραμονήν του θανάτου του, παρακάλεσε:
-«Ανάψτε ένα κηρί», είπε. «Φέρτε μου ένα βιβλίο» (εννοούσε Εκκλησιαστικό).
Το κηρίον ηνάφθη. Επρόκειτο δε να έλθη και το βιβλίον. Αλλά πάλιν αποκαμών ο Παπαδιαμάντης είπε: «Αφήστε το βιβλίο, απόψε θα ειπώ, όσα ενθυμούμαι απ’ όξω». Και ήρχισε ψάλλων τρεμουλιαστά!
«Την χείρα σου την αψαμένην» (σημ. Είναι τούτον τροπάριον της ενάτης Ώρας της παραμονής των Φώτων). Αυτό ήτο και το τελευταίον ψάλσιμον του Παπαδιαμάντη, διότι την ιδίαν νύκτα κατά την 2αν μετά το μεσονύκτιον ώραν εξημέρωνε η 3η Ιανουαρίου παρέδωκεν την ψυχήν εις χείρας του Πλάστου.
***
Άγιος Γέροντας Φιλόθεος Ζερβάκος_“Είχα γνωριμία και φιλία με
τον αείμνηστο Παπαδιαμάντη.
Τον γνώρισα στο εκκλησάκι
του Προφήτου Ελισαίου.
Από αυτόν έμαθα να ψάλλω συνετά , με κατάνυξη, φόβο Θεού ,ταπεινά…
Όταν έψελνε ήταν σαν να βρισκόταν μπροστά στο φοβερό βήμα της δευτέρας παρουσίας του Χριστού.
Ο Παπαδιαμάντης αγαπούσε
το Θεό, αγρυπνούσε πρόθυμα, έψελνε, υμνούσε, ευλογούσε
το Θεό χαρμόσυνα.
Ήταν ακτήμων όπως οι
Άγιοι Απόστολοι.
Μισούσε τον πλούτο, ως επιβλαβή και μάταιο.
Θα μπορούσε να γίνει βαθύπλουτος, αλλά προτίμησε να μένει πάμπτωχος.
Ό,τι του έδιναν για τον κόπο
του το μοίραζε στους φτωχούς αδελφούς.
Πολλές φορές έμενε χωρίς χρήματα.
Δεύτερη ενδυμασία δεν είχε!
Εγύρισα όλα τα μοναστήρια
της Ελλάδας, του Αγίου Όρους, της Παλαιστίνης, του Σινά. Ακτήμονες σαν τον Παπαδιαμάντη, βρήκα λίγους”..

***
Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης
† 3 Ιανουαρίου 1911 τό ξημέρωμα, ἐκοιμήθη ἐν Κυρίω ὁ κύρ Ἀλέξανδρος Παπαδιαμάντης, ἀφού ἐκοινώνησε τῶν Ἀχράντων Μυστηρίων, ἔχοντας στά χείλη τό δοξαστικόν τῆς Ένάτης Ώρας τῶν Θεοφανείων: «Τὴν χεῖρά σου τὴν ἁψαμένην, τὴν ἀκήρατον κορυφὴν τοῦ Δεσπότου…».
Κατὰ τὴν ἡμέρα τῆς κηδείας του Άλέξανδρου Παπαδιαμάντη χιόνιζε, καὶ τὸ φέρετρο, ποὺ μεταφερόταν ξεσκέπαστο ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία τῶν Τριῶν Ἱεραρχῶν στὰ Μνημούρια, στρώθηκε μὲ χιόνι, σὰν σάβανο. Τὴ συνθήκη αὐτὴ εἶχε περιγράψει ὁ ἴδιος στὸ διήγημα «Ὁ Ἔρωτας στὰ χιόνια», ὅπου ὁ μπαρμπα–Γιαννιός, ὁ ἥρωας τοῦ διηγήματος, πεθαίνει σαβανομένος ἀπὸ τὸ χιόνι!
“Ἄσπρο σινδόνι… νὰ μᾶς ἀσπρίσῃ ὅλους στὸ μάτι τοῦ Θεοῦ… ν᾽ ἀσπρίσουν τὰ σωθικά μας… νὰ μὴν ἔχουμε κακὴ καρδιὰ μέσα μας…
{…} Καὶ ὁ μπαρμπα-Γιαννιὸς ἄσπρισεν ὅλος, κ᾽ ἐκοιμήθη ὑπὸ τὴν χιόνα, διὰ νὰ μὴ παρασταθῇ γυμνὸς καὶ τετραχηλισμένος, αὐτὸς καὶ ἡ ζωή του καὶ αἱ πράξεις του, ἐνώπιον τοῦ Κριτοῦ, τοῦ Παλαιοῦ Ἡμερῶν, τοῦ Τρισαγίου.”
***
Ἀναμνήσεις Αγίου Γέροντα Φιλοθέου Ζερβάκου ἀπὸ τὸν Ἅγιο Νικόλαο Πλανά, τὸν Ἀλέξανδρο Παπαδιαμάντη καὶ τὸν Ἀλέξανδρο Μωραϊτίδη
«Κατὰ τὸ ἔτος 1905 ‐ 1907 ὑπηρετῶν εἰς τὰς τάξεις τοῦ στρατοῦ, ἐφοίτων εἰς τὴν Βυζαντινὴν Μουσικὴν Σχολὴν «Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνος»… Ὁ συμπατριώτης μου Ἰωάννης Ἀλεξάκης… ἡμέραν τινα λέγει μοι: «Νὰ ἔλθῃς εἰς τὸν μικρὸν ναὸν τοῦ Προφήτου Ἐλισσαίου, εἰς τὸν ὁποῖον γίνονται κατανυκτικαὶ ἀγρυπνίαι καὶ ψάλλουν βυζαντινὰ οἱ Παπαδιαμάντης, Μωραϊτίδης, Τσώκλης καὶ ἄλλοι. Θὰ ὠφεληθῆς καὶ θὰ μάθης πολλὰ ἀναγκαῖα, χρήσιμα καὶ ὠφέλιμα διὰ τὴν ἱερὰν ὑμνωδίαν».
Μετέβην εἰς μίαν ἀγρυπνίαν καὶ τόσον πολὺ ηὐχαριστήθην καὶ κατενύγην, ὥστε συχνάκις καθ ̓ ὅλην τὴν ἑβδομάδα εἶχον εἰς τὸν νοῦν μου, πότε θὰ ἔλθη ἡ εὐλογημένη ὥρα νὰ ὑπάγω εἰς τὴν ἀγρυπνίαν∙ καὶ ὅτε ἤρχετο ἡ ὥρα, ἔτρεχον μὲ χαράν, ὥσπερ τρέχει ἡ ἔλαφος ἐπὶ τὰς πηγάς, διὰ νὰ πίω ἐκ τοῦ ὕδατος τοῦ ἁλλομένου εἰς ζωὴν αἰώνιον καὶ ποτίσω, δροσίσω καὶ εὐφράνω τὴν διψῶσαν μου ψυχήν. Καὶ πράγματι ᾐσθανόμην δρόσον, εὐφροσύνην καὶ ἀγαλλίασιν πνευματικὴν καὶ μοῖ ἐφαινοντο εἰς τὸν λάρυγγά μου γλυκύτερα ὑπὲρ μέλι καὶ κηρίον τὰ λόγια τοῦ Θεοῦ, οἱ ὕμνοι, αἱ δοξολογίαι, τὰ στιχηρά, τὰ ἰδιόμελα, οἱ κανόνες, τὰ κατανυκτικὰ τροπάρια, τὰ ὁποῖα ἔψαλλον οἱ ἀείμνηστοι καθηγηταὶ ἐξάδελφοι Ἀλέξανδροι Παπαδιαμάντης καὶ Μωραϊτίδης, ὄχι μὲ φωνὰς θυμελικὰς καὶ βοὰς ἀτάκτους καὶ ἀναρμόστους, ἀλλά, ὡς λέγει ὁ Δαβίδ, μὲ σύνεσιν, μὲ συναίσθησιν, μὲ φόβον καὶ τρόμον: «ψάλατε συνετῶς, ψάλατε τῷ Κυρίῳ ἐν φὸβῳ καὶ τρόμῳ».
Ὅταν ἔψαλλον οἱ δύο Ἀλέξανδροι Παπαδιαμάντης καὶ Μωραϊτίδης, ὁ εἷς δεξιὰ καὶ ὁ ἄλλος ἀριστερά, ἔψαλλον μὲ τόσην προσοχήν, ταπείνωσιν, κατάνυξιν καὶ συντριβὴν καρδίας, ποὺ ἐνόμιζες ὅτι προσηύχοντο, ὅτι ἵσταντο ἐνώπιον τοῦ ἀοράτως παρισταμένου καὶ πανταχοῦ παρόντος Παντοδυνάμου καὶ Παντοκράτορος Θεοῦ καὶ χωρὶς νὰ θέλῃ τις ἠλαύνετο ὁ νοῦς τοῦ ὥσπερ ὑπὸ μαγνήτου, ἐπρόσεχε, ᾐσθάνετο τὰ δρώμενα καὶ ἐνόμιζεν ὅτί εὐρίσκετο εἰς τὸν Ὁὐρανόν, ὡς ψάλλει ὁ ἱερὸς ὑμνωδός…
Εἰς τὰς ἀγρυπνίας ἐγνώρισα καὶ δύο ἱἐρεῖς τὸν παπα Ἀντώνιον, ἐφημέριον τοῦ ἱεροῦ ναοῦ Ἁγίου Νικολάου Πευκακίων, καὶ τὸν παπα ‐ Νικόλαον Πλάνᾶ, ἐφημέριον τοῦ ἱεροῦ ναοῦ Ἁγ. Ἰωάννου Κυνηγοῦ∙ καὶ οἱ δύο ἀκούραστοι, πρόθυμοι εἰς τὰς ἀγρυπνίας, καλόκαρδοι. Ἐξαιρέτως δὲ ὁ περὶ οὗ ὁ λόγος παπα‐ Νικόλας Πλανᾶς ἦτο ἁπλοῦς, ἄκακος, πρᾶος, ἀκέραιος, ἀπόνηρος, ἀόργητος, ἀμνησίκακος, πάντοτε ἱλαρός, χαροποιός, γελαστός.
Ἔἰς τὸν παπα‐ Νικόλαον, ἐπειδὴ ἦτο ταπεινός, ἐπέβλεψεν ἐπ ̓ αὐτὸν ὁ Κύριος, ὡς λέγει ὁ σοφὸς παροιμιαστής: «ἐπὶ τίνα ἐπιβλέψω, λέγει Κύριος, εἰμὴ ἐπὶ τὸν πρᾶον καὶ ταπεινὸν τῇ καρδὶᾳ καὶ τρέμοντα τοὺς λόγους∙» καὶ πάλιν: « ἐν καρδίαις πραέων ἀναπαύσεται πνεῦμα Κυρίου»∙ καὶ ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰ. Χριστὸς ἐν Εὐαγγελίοις μακαρίζει αὐτούς: «Μακάριοι οἱ πραεῖς ὅτί αὐτοὶ κληρονομήσουσι τὴν γῆν».
«Μέχρι σήμερον ποὺ ἔχουν παρέλθη 45 ἔτη, ὁσάκις ἀναπολήσω εἰς τὴν μνήμην μου τὸν Παπαδιαμάντη καὶ τὸν Μωραϊτίδην καὶ τὰς κατανυκτικὰς ἐκείνας ἀγρὺπνίας καὶ ἱερὰς μυσταγωγίας, τὰς ὁποίας ἐτέλουν ὁἱ ἀείμνηστοι π. Ἀντώνιος καὶ ὁ ἁπλοῦς καὶ ἀκέραιος καὶ ταπεινὸς τῇ κὰρδίᾳ παπα- Νικόλαος ὁ Πλανᾶς, μοῖ φαίνεται ὡσὰν νὰ ἀκούω τὴν ἱἐρὰν ἐκείνην ὑμνωδίαν, ἡ ὁποία ὡμοίαζε ὡσὰν ὑμνωδία ἀγγελικὴ καὶ προσευχὴ κατανυκτική. Δὲν θὰ λησμονήσω τὴν εὐλάβειαν καὶ προσοχὴν μὲ τὴν ὁποίαν ἔψαλλον οἱ ἀείμνηστοι διδάσκαλοι Μωραϊτίδης καὶ Παπαδιαμάντης, μὲ τὴν σιγανὴν καὶ ταπεινὴν φωνήν των. Ἐφαίνοντο ὄχι ὅτι ἔψαλλον, ἀλλ’ ὅτι προσηύχοντο καὶ συνωμίλουν μὲ τὸν Θέόν.
Ὁ δὲ Παπαδιαμάντης, ὅταν ἔψαλλε τὰ τροπάρια τῆς Δευτέρας Παρουσίας: «Ὅταν μέλλεις ἔρχεσθαι κρίσιν δικαίαν ποιῆσαι, Κριτὰ δικαιότατε… Ὅταν τίθωνται θρόνοι καὶ ἀνοίγωνται βίβλοι, καὶ Θεὸς εἰς κρίσιν καθέζηται… Ἐννοῶ τὴν ἡμέραν ἐκείνην καὶ τὴν ὧραν, ὅταν μέλλομεν πάντες, γυμνοὶ καὶ ὡς κατάκριτοι τῷ ἀδεκάστῳ Κριτῇ παρίστασθαι…» τὰ ἔψαλλε μὲ τοιαύτην συναίσθησιν καὶ φόβον, ὥστε ἐφαίνετο ὡσὰν νὰ ἵστατο ἔμπροσθεν τοῦ φοβεροῦ Κριτηρίου. Ὅταν δὲ ἔψαλλε τὰ τοῦ Παραδείσου τροπάρια, ἐφαίνετο ὡσὰν νὰ ἐξίστατο καὶ ἡρπάζετο ὡς εἰς Παράδεισον. Ὡσαύτως, ὅταν ἔψαλλε τὰ Ἀναστάσιμα τροπάρια καὶ κανόνας, ἐφαίνετο ὡς χαίρων καὶ ἀλλόμενος, καθὼς ὁ Θεοπάτωρ Δαυΐδ «πρὸ τῆς σκιώδου Κιβωτοῦ ἥλατο σκιρτῶν».
«Ἐπειδὴ δὲ ἔψαλλον (ὁ Παπαδιαμάντης καὶ ὁ Μωραϊτίδης) μετὰ συνέσεως καὶ εὐλαβείας, δὲν ἐπέτρεπον εἰς ψάλτας ποὺ ἤρχοντο διὰ νὰ ψάλωσι εἰς τὰς ἀγρυπνίας, ἐὰν καὶ ἐκεῖνοι δὲν ἔψαλλον συνετῶς καὶ μετεχειρίζοντο ὄχι τὰς φυσικάς των φωνάς, ἀλλὰ θυμελικάς, προσποιητὰς καὶ ἀτάκτους φωνάς. Ὁ δὲ Παπαδιαμάντης, ὅστις ἦτο καὶ εὐέξαπτος, τοὺς ἐδίωκε. Φύγετε, τοὺς ἔλεγε, ἐδῶ εἶναι τόπος προσευχῆς. Πηγαίνετε νὰ τραγουδήσετε εἰς τὰ θέατρα. Πολλάκις καὶ ἐμὲ ὅστις ἤμην βοηθός του καὶ μαθητής, ὅταν ἔκανα καμμίαν παραφωνίαν ἢ παρατονίαν, μὲ ἐδίωκεν. Φύγε, μοῖ ἔλεγε, παῦσε, κλεῖσε τὸ στόμα σου, ἀπρόσεκτε. Ἐγὼ παρεμέριζα, ἀλλὰ γρήγορα τοῦ περνοῦσε ὁ θυμὸς καὶ πάλιν μὲ ἐκάλει. Κώστα, ἔλα νὰ ψάλης. Ἐγὼ ἐπειδὴ εἶχον ζῆλον νὰ μάθω, ἀμέσως ἔτρεχον καὶ ἔψαλλον.
Ἦτο δὲ τόσο ταπεινός, ὥστε πολλάκις μετὰ τὸ τέλος τῆς ἀγρύπνίας ἔμπροσθεν πολλῶν μοῖ ἐζήτει σύγχώρησιν. Κώστα, μοῖ ἔλεγεν (τοῦτο ἦτο τὸ κοσμικὸν μου ὄνομα), νὰ μὲ συγχωρέσης, διότι σὲ ἐλύπησα. Καὶ ἐγὼ τῷ ἔλεγον: – Ἐγὼ πταίω, διδάσκαλε, διότι εἶμαι ἀπρόσεκτος. Σὲ εὐχαριστῶ δέ, διότι μὲ τὰς παρατηρήσεις ποὺ μὸῦ κάμνεις γίνομαι προσεκτικώτερος καὶ μὲ τὰς ἐπιπλήξεις μὲ διδάσκεις τὴν ὑπομονὴν τῆς ὁποίας ἔχω ἀνάγκην.
Ὀμολογῶ, ὅτι ἀπὸ τὴν τάξιν ἐκείνην ἡ ὁποία παρετηρεῖτο εἰς τὸ ἐκκλησάκι ἐκεῖνο τοῦ προφήτου Ἐλισσαίου ἔλαβον μεγάλην ὠφέλειαν».

***
Ο Παύλος Νιρβάνας γράφει στο περιοδικό "Νέα εστία" το 1933 πως τράβηξε μια μοναδική φωτογραφία τον
Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη.
[...Είχα διηγηθεί άλλοτε την ανησυχία του αυτή, όταν πήγα, κλέφτικα, με χίλιες προφάσεις, να τον φωτογραφίσω απάνω στο καφενεδάκι της Δεξαμενής. Δεν υπήρχε ως τότε φωτογραφία του Παπαδιαμάντη. Και συλλογιζόμουν ότι απ' τη μια μέρα στην άλλη μπορούσε να πεθάνει ο μεγάλος Σκιαθίτης, και μαζί του να σβύσει για πάντα η οσία μορφή του. Και πότε αυτό; Σε μια εποχή που δεν υπάρχει ασημότητα που να μην έχει λάβει τις τιμές του φωτογραφικού φακού. Και πώς θα μπορούσε να δικαιολογηθεί μια τέτοια παράλειψη της γενεάς μας σ' εκείνους που θα 'ρθουν κατόπι μας να συνεχίσουν το θαυμασμό μας για τον απαράμιλλο λυρικό ψυχογράφο των καλών και των ταπεινών και τον αγνότατο ποιητή των νησιώτικων γιαλών; Αλλά ό αγνός αυτός χριστιανός, με τη ψυχή του αναχωρητή, δεν εννοούσε, με κανένα τρόπο, να επιτρέψει στον εαυτό του μια τέτοια ειδωλολατρική ματαιότητα. "Ου ποιήσεις σε αυτώ είδωλον ουδέ παντός ομοίωμα" ήταν η άρνηση του και η απολογία του. Αποφάσισα όμως να πάρω την αμαρτία του στο λαιμό μου. Ο Θεός και η μακαρία ψυχή του ας μου συγχωρέσουν το κρίμα μου. Ένας από τους ωραιότερους τίτλους που αναγνωρίζω στη ζωή μου, είναι ότι παρέδωκα στους μεταγενέστερους τη μορφή του Παπαδιαμάντη.Με τί δόλια και αμαρτωλά μέσα επραγματοποίησα τον άθλο μου αυτό, το διηγήθηκα, όπως είπα, αλλού. Εκείνο που μου θυμίζουν ζωηρότερα τώρα οι ευλαβητικές γιορτές της Σκιάθου, είναι η ανησυχία του τη στιγμή που τον αποτράβηξα ως την προσήλια γωνίτσα του μικρού καφενείου, για να ποζάρει μπροστά στον φακό μου. Να "ποζάρει" είναι ένας λεκτικός τρόπος. Είχε πάρει μόνος του τη φυσική του στάση απάνω σε μια πρόστυχη καρέκλα, με τα χέρια σταυρωμένα στο στήθος, με το κεφάλι σκυφτό, με τα μάτια χαμηλωμένα, στάση βυζαντινού αγίου, σαν ξεσηκωμένη από κάποιο καπνισμένο παλιό τέμπλο ερημοκλησιού του νησιού του. Αυτή δεν ήταν στάση για μια πεζή φωτογραφία. Ήταν μια καλλιτεχνική σύνθεση, και θα μπορούσε να είναι ένα έργο του Πανσελήνου ή του Θεοτοκοπούλου. Αμφιβάλλω αν φωτογραφικός φακός έλαβε ποτέ μια τέτοια ευτυχία.
Αλλά ό Αλέξανδρος ήταν βιαστικός να τελειώνουμε. Γιατί; Μου το ψιθύρισε, ανήσυχα στο αυτί, και ήταν η πρώτη φορά που τον είχα ακούσει - ούτε φαντάζομαι πως θα τον άκουσε ποτέ κανένας άλλος - να μιλεί γαλλικά:
"Nous excitons la curiosite du public".
Ακούσατε; Ερεθίζαμε την περιέργεια του... Κοινού! Ποιου Κοινού; Δεν ήταν εκεί κοντά μας παρά ένα κοιμισμένο γκαρσόνι του καφενείου, ένας γεροντάκος πού λιαζότανε στην άλλη γωνία του μαγαζιού, καί δυο λουστράκια που παίζανε παράμερα. Αυτό ήταν το Κοινό, πού ανησυχούσε τον Παπαδιαμάντη η "περιέργεια" του. Κι' αυτή ήταν η διαπόμπευση του, που βιαζότανε να της δώσει ένα τέλος,
Η φιλία ενίκησε το ζορμπαλίκι... μου είπε -αντιγράφω τα ίδια του τα λόγια - στο τέλος του μαρτυρίου του.
Μήπως δεν ήταν, στ' αλήθεια, μια πραγματική θυσία που είχε κάνει στη φιλία μου; Μια θυσία της αγιότητάς του στην ειδωλολατρική ματαιότητα των εγκόσμιων.
Και συλλογίζομαι τώρα τις εκατοντάδες των Γάλλων προσκυνητών της εταιρείας Μπυντέ, και των δικών μας του "Οδοιπορικού Συνδέσμου" , που πέρασαν το κατώφλι του ταπεινού του ερημητηρίου, όπου πλανάται τώρα η σκιά του στα γνώριμα καί αγαπητά της κατατόπια της ζωής του και της εργασίας του. Συλλογίζομαι την παράταξη των ναυτικών αγημάτων, που παρουσίασαν όπλα μπροστά στο μνημείο του. Συλλογίζομαι τις στολές, τα ξίφη, τις χρυσές επωμίδες που έλαμπαν κάτω από τον ήλιο του νησιού του, για τη δόξα του. Συλλογίζομαι τους λόγους των επισήμων, τους εθνικούς ύμνους, τα στεφάνια της δάφνης, τις πανηγυρικές κωδωνοκρουσίες, που έπλεξαν με ήχους και χρωματα το εγκώμιο του. Συλλογίζομαι όλα αυτό το δοξαστικό πανηγύρι, και η σκέψη μου πετάει στο «Κοινόν» του ερημικού καφενείου της Δεξαμενής "ένα γκαρσόνι, ένας γεροντάκος, δυο λουστράκια" που ανησυχούσε, τη μακρυνή εκείνη μέρα ο μακαρίτης μήπως "ερεθίση την περιέργεια των". Τι ανησυχία θα είχε νοιώσει τώρα, στα βάθη του ταπεινού τάφου όπου "αναπαύεται εν Χριστώ" ο χριστιανός ποιητής των ταπεινών, από το δοξαστικό αυτό θόρυβο; Καί πόσο θα βιαζότανε πάλι να τελειώσει; Αν σάλεψαν, από μυστικές αύρες, αυτή τη στιγμή, τα κυπαρίσσια του τάφου του, ένας στεναγμός θα βγήκε από το θρόισμα τους. Ένας ήχος, που θα ξαναψιθύριζε τα παλιά του εκείνα ανήσυχα και τόσο συμπαθητικά λόγια, σε μία γλώσσα που την εννοούσαν τώρα, γιατί ήταν δική τους , οι ευλαβητικοί προσκυνητές του της γαλλικής γης:" Nous excitons la curiosite du public". ]

Ο Άγιος της Σκιάθου , κυρ Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης  

κυρ Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης_ Εαρινός και Αναστάσιμος 

κυρ Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης_Εγώ ασχολούμαι με το ωραίον

Παρασκευή 2 Ιανουαρίου 2026

κύρ Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης: Αρθρον δια τον Καζαμίαν

 Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης: Ο συγγραφέας που αποθησαύρισε «τον παράξενο τρόπο  των Ελλήνων» | LiFO


Τω Κυρίω Β…

… Παραπολύ χυδαιον ειναι τό ανέκδοτον της χήρας γυναικός, ήτις χάσασα αρτίως τόν άνδρα της, δέν ελησμόνει καί δύο άλλας ολίγον τι προγενεστέρας απωλείας χρησιμωτάτων διά τόν πτωχικόν οικόν της ζώων, καί θρηνουσα έλεγεν: Άνδρα μ᾿, γουρούνι μ᾿, γάϊδαρε μ᾿!…

Παραπολύ χυδαιον, καί όμως δέν αντέχω εις τόν πειρασμόν νά τό προτάξω ενταυθα, ως προοίμιον εκ παραβολης… Σύ ομοιάζεις μέ τήν χήραν εκείνην γυναικα, αφου απαιτεις παρ᾿ εμου νά ειμαι όχι μόνον επιφυλλιδογράφος, μεταφραστής, αρθρογράφος καί δέν ηξεύρω τί άλλο ακόμη, αλλά καί συνεργάτης διά τόν Καζαμίαν σου.

Πρός Θεου! ως τί μ᾿ εξέλαβες εμέ; Μ᾿ επηρες δι᾿ ένα παλαιόν συνεργάτην σου, όστις έχει, ως λέγουσι, τοσαύτην ευχέρειαν εις τό αρθρογραφειν περί παντός επιστητου πράγματος επί θέματος δεδομένου, ώστε, εν τη φοβερα ταχύτητι της γραφίδος του, δέν προφθάνει νά βάλλη οξείας καί περισπωμένας εις τάς λέξεις, ούτε κάν νά διακρίνη μεταξύ ιωτα καί ητα καί των ομοήχων διφθόγγων, ή μεταξύ ομικρου καί ωμεγάλου, καί τούτου ένεκα έχει ανάγκην δύο συνεργατων υποαρθρογράφων, διά νά επαρκωσιν εις τήν διόρθωσιν των μικρων τούτων ανωμαλιων των χειρογράφων του. Ο νέος ουτος άν εγεννατο εν Ιταλία, καθ᾿ όν χρόνον ήκμαζεν η εξ υπογυίου ποίησις, ουδεμία αμφιβολία ότι θά ανεδεικνύετο ο μέγιστος των αυτοσχεδιαστων.

Αλλά καί άν ωμοίαζα κατά τι μέ τόν θαυμάσιον εκεινον παντογράφον, εις τόν Καζαμίαν τί ηδυνάμην νά σου γράφω εγώ; Ειμαι ικανός νά συντάξω τάς γνωστάς εκείνας σεληνογραφίας καί μετά Χριστόν προφητείας (ευτυχως, ελπίζω ότι έπαυσαν πλέον νά ειναι του συρμου), τάς πληρούσας κατ᾿ έτος, ου πρό πολλου χρόνου ακόμη, τάς σελίδας παντός Ημερολογίου; Καί υπερέβησαν παν όριον αναλγησίας, οι αθεόφοβοι. Παιδάρια ασυνείδητα έγραφον παίζοντα ψευδοπροφητείας, περί θεομηνιων καί νόσων καί συμφορων καί παντοίων απαισίων πραγμάτων, καί οι βάναυσοι εκδόται τάς ετύπωναν καί τάς επωλουσαν εις τό δημόσιον πρός εβδομήκοντα λεπτά ή πρός ημίσειαν δραχμήν τό τευχος. Καί ηξεύρεις πόσον τρόμον ενέσπειρον, πόσον φόβον καί αγωνίαν ενέβαλλον εις τάς ψυχάς αμαθων καί απλοϊκων ανθρώπων αι ψευδοπροφητειαι αυται; Φρονω ότι δέν εξήρχετο των ορίων της δικαιοδοσίας των αστυνομικων αρχων η κατάσχεσις καί η εξαφάνισις τοιούτων επιβλαβων δημοσιευμάτων. Πρό δύο ετων ακόμη, διατρίψας επί δύο ή τρεις εβδομάδας έν τινι πολίχνη της Ελλάδος, ειδον τούς χωρικούς εντρόμους καί αγωνιωντας επί τη προσδοκία ημέρας τινός του Ιουλίου, τήν οποίαν εσημείου ο Καζαμίας ως ημέραν της συντελείας του Κόσμου. Ο μπακάλης του τόπου ειχε Καζαμίας πρός πώλησιν, ως δειγμα δέ του περιεχομένου εδείκνυεν εις τούς πελάτας τήν περί της φοβερας εκείνης ημέρας προφητείαν. Εσχηματίζοντο όμιλοι, επεδεικνύετο η σελίς του Καζαμίου, ανεγινώσκετο τό οικειον χωρίον, ηγρεύοντο αγορασταί. Οι άνθρωποι εκεινοι εφαντάζοντο ότι αι προφητειαι αυται ειχον συνταχθει υπό λίαν σπουδαίων ανδρων καί σοφων αστρονόμων. Μετά πολλου κόπου προσεπάθησα νά τούς διδάξω ότι οι συγγραφεις των κατά τέταρτον σελήνης προφητευμάτων ησαν παιδάρια των Αθηνων, παιδάρια προσουρουντα τη συγγραφικη τέχνη καί τη δημοσιογραφία. Τότε δέ μόνον επείσθησαν, ότε η φοβερά ημέρα παρηλθε, καί ο ουρανός εξηκολούθησε νά μένη ασάλευτος, θρόνος του Υψίστου, καί η γη νά ειναι υποπόδιον των ποδων Αυτου.

Ουδείς βεβαίως θά ισχυρισθη ότι τοιαυτα μέσα ειναι συντελεστικά πρός μετάνοιαν του πλήθους. Η μέν θρησκεία δέν έχει ανάγκην, όπως στηριχθη, ψευδοπροφητειων καί ψευδοθαυμάτων, η δ᾿ επιστήμη δέν έχει προγνωστικά άλλα παρά τά πορίσματα των μαθηματικων υπολογισμων καί των λογαρίθμων. Δέν πρέπει δέ, επί τη βάσει του περί συντελείας των αιώνων θρησκευτικου δόγματος, νά εγείρωσι τήν κεφαλήν ανέρπουσαι ψευδεπιστημονικαί προρρήσεις, γελοιοποιουμένης θρησκείας καί επιστήμης, πρός εκφόβησιν του πλήθους.

Αλλά καί άλλην διακωμῴδησιν της τε θρησκείας κ᾿ επιστημονικης ακριβείας αποτελουσι τά συνήθη ημερολόγια, εγχειρίδια ή κρεμαστά του τοίχου, όπως εκδίδονται. Ουδεμία ακρίβεια, ουδεμία τάξις τά διακρίνει. Αταλαιπωρία εν πασιν, επιπολαιότης καί αδιαφορία αυτόχρημα ρωμέικη. Ούτε εις τήν ορθήν σημείωσιν των ημερων, των τε ακινήτων του Μηνολογίου καί των κινητων του Τριωδίου καί Πεντηκοσταρίου, τηρειται ευσυνείδητος ακρίβεια, ούτε εις τήν αναγραφήν των εορτων, ούτε εις αυτήν τήν ορθογραφίαν καί ορθήν εκφοράν των ονομάτων των Αγίων. Θά είπη τις ότι ημεις τώρα επεράσαμεν πέρα, καί δέν μας μέλει πλέον δι᾿ εορτάς, δι᾿ Αγίους καί διά θρησκευτικά πράγματα. Αλλά δέν ομιλω ενταυθα περί ακριβείας θρησκευτικης ούτε περί ευλαβείας καί θεοσεβείας· ομιλω περί ακριβείας πρακτικης καί επιστημονικης. Τούς Φράγκους, ημεις οι Ορθόδοξοι, δέν ειναι δυνατόν νά θεωρήσωμεν ως χριστιανικωτέρους ημων αυτων, καί όμως οι Φράγκοι εκδίδουσιν εν τελειοτάτη ακριβεία καί τάξει τά ημερολόγιά των, θρησκευτικά τε καί άλλα, ως παρακατιών ο λόγος θά δείξη. Βεβαίως, άν πράγματι επαραγίναμεν καί δέν έχωμεν πλέον ανάγκην θρησκευτικων εορτων καί Αγίων, συνεπέστερον καί λογικώτερον θά ητο νά σημειουται, φέρ᾿ ειπειν, η 6η Αυγούστου λευκή καί ορφανή, άνευ μνείας του ονόματος Αγίου, παρά νά σημειουται εν αυτη η μνήμη Σισίνη του Μεγάλου, όπως σημειουται τακτικά κατ᾿ έτος εις όλα ανεξαιρέτως τά αθηναϊκά ημερολόγια (γράφε Σισώη του Μεγάλου). Προκριτώτερον θά ητο νά σημειουται κενή η 5η Αυγούστου, παρά ν᾿ αναγράφεται εν αυτη η μνήμη Ευγενίου Μάρτυρος (γράφε Ευσιγνίου Μάρτυρος). Ορθότερον θά ητο νά εσημειουτο απλως τω Σαββάτω της Α´ Εβδομάδος των Νηστειων η μνήμη του συμπίπτοντος Αγίου της ημέρας του μηνός, παρά ν᾿ αναγράφεται η μνήμη των Αγίων Θεοδώρων, ενω ειναι απλως του ενός Αγίου Θεοδώρου, του Τήρωνος, καί όχι πάλιν η μνήμη του, αλλ᾿ ανάμνησις του γενομένου υπ᾿ αυτου θαύματος, εμφανισθέντος εις τόν επίσκοπον της πόλεως καί κελεύσαντος νά τραφωσι πρός καιρόν οι χριστιανοί διά κολλύβων, όπως μή μολυνθωσι διά των ειδωλοθύτων.

Μέ τοιαύτην ραστώνην καί νωχέλειαν, μέ τοιαύτην επιπολαιότητα καί ολιγωρίαν, συντάσσονται καί τά ημερολόγια, ως διεξάγονται άλλως καί τά πράγματα όλα παρά τοις νεωτέροις Έλλησιν. Εύκολον δέ, τηρουμένων ολιγίστων κανόνων, καί η σαφήνεια καί ακρίβεια νά επιτευχθη, καί η συντομία νά μή λείψη. Τη 14 Οκτωβρίου σημειουται, παραδείγματος χάριν, εν τοις ημερολογίοις «Κελσίου Μάρτυρος. Κοσμα του ποιητου». Δέν απαιτω ν᾿ αναγραφη διά μακρων, ως φέρεται εν τω Μ. Ωρολογίω καί τοις Μηναίοις «Των αγίων Μαρτύρων Γερβασίου, Ναζαρίου, Προτασίου καί Κελσίου· καί του οσίου πατρός ημων Κοσμα του Αγιοπολίτου καί Ποιητου, επισκόπου Μαϊουμα». Αλλ᾿ ιδού τί τρέχει. Ο άγ. Γερβάσιος ειναι γνωστότερος εις ημας τούς γαλλίζοντας, παρ᾿ όσον ειναι ο άγ. Κέλσιος, αφου καί εις τούς Παρισίους υπάρχει, άν δέν απατωμαι, οδός Saint – Gervais, περί ης εις όλα τά παλαιότερα μυθιστορήματα γίνεται λόγος. Έχει δέ,

ως βλέπετε, καί τά πρωτεια του χρόνου ή της τάξεως απέναντι των τριων άλλων συναθλητων του. Συντόμως λοιπόν, καί εν πάση ακριβεία καί σεμνότητι, δύναται νά σημειωθη: «Γερβασίου καί των σύν αυτω Μαρτύρων. Κοσμα οσίου του Ποιητου». Έτι συντομώτερον, οριζομένων κατά συνθήκην abbréviations, δύναται νά γραφη: «Γερβασίου καί των σ. Α.Μ.Μ. Κοσμα Οσ. του Ποιητου».

Ούτω καί τη 13η Δεκεμβρίου, δύναται συντόμως νά σημειουται «Ευστρατίου καί των σ. Α.Μ.Μ. Λουκίας παρθένου Μ.». Ομοίως, εξ αναλογίας, καί εις άλλας ημέρας.

Αλλά που τά ακούει ο Ρωμιός αυτά, φίλε μου. Ρωμιός εισαι καί τά ηξεύρεις. Όλοι, καί πρό πάντων σεις οι επιχειρηματικοί άνδρες, ζητειτε εις πάντα τήν ευκολίαν, όχι τήν ακρίβειαν. Ο Ρωμιός δέν τό έχει διά τίποτε ν᾿ αντιγράψη τό εφετινόν ημερολόγιον από τό περυσινόν, αδιάφορον άν αι ημέραι του μηνός δέν συμπίπτουν πλέον μέ τάς ημέρας της εβδομάδος. Πέρυσι, εις έν παντοπωλειον, αντικρύ της κατοικίας μου, όπου έκαμνα οψώνια, υπηρχεν ημερολόγιον κρεμασμένον εις τόν τοιχον, του 1891, τό οποιον ειχε τάς νέας σελήνας του έτους όλας σημειωμένας κατά τήν τάξιν του 1890. Ακριβως δέ η σημειουμένη ως νέα σελήνη συνέπιπτε πάντοτε μέ τήν πραγματικήν πανσέληνον. Μίαν Δευτέραν του μηνός Φεβρουαρίου του έτους 1886 μία μακαρίτικη εφημερίς εξεδόθη πρωί πρωί φέρουσα εν τη θέσει του Ημερολογίου τήν εξης μνείαν: «Δευτέρα… Φεβρουαρίου. Του Τελώνου καί Φαρισαίου». Καί ηξεύρεις τί ειναι του Τελώνου καί Φαρισαίου; Ειναι η γνωστή πρώτη Κυριακή του Τριωδίου, πάντοτε Κυριακή. Αλλ᾿ ο αστειος ειχεν αντιγράψει από τό ημερολόγιον του προλαβόντος έτους, ότε η ημέρα εκείνη του μηνός Φεβρουαρίου ητο Κυριακή, καί ότε συνέπιπτε νά ειναι η Κυριακή του Τελώνου καί Φαρισαίου. Εφαντάσθη ότι ο Τελώνης καί ο Φαρισαιος ειναι Άγιοι του Ημερολογίου, ενω ειναι απλως όροι δεσποτικης παραβολης, εν τω κατά Λουκαν Ευαγγελίω.

Κ᾿ επειδή περί Τριωδίου ο λόγος, υπομιμνήσκω ότι εν τοις ημερολογίοις καλόν νά σημειουνται ακριβέστερον, τό μέν πρό της Τυρινης Σάββατον «Των οσίων Πατέρων» (συντόμως «των οσ. Π.Π.»). Η πρώτη Κυριακή των νηστειων, «της Ορθοδοξίας», η Β´ Κυριακή «Γρηγορίου του Παλαμα Ι.» (ιεράρχου). Η Γ´ «της Σταυροπροσκυνήσεως». Αλλά καί η Δ´ Κυριακή «του οσ. Ιωάννου της Κλίμακος», καί η Ε´ «της οσ. Μαρίας». Ο Μέγας Κανών πρέπει νά σημειουται τη Πέμπτη της Ε´ εβδομάδος, ουχί τη Τετάρτη, ως ο Ακάθιστος τω Σαββάτω της αυτης εβδομάδος, ουχί τη Παρασκευη.

Καί εν τω Πεντηκοσταρίω δέ πρέπει νά σημειουται η Δευτέρα καί η Τρίτη της Διακαινησίμου, ως καί η Παρασκευή της Ζωοδόχου Πηγης καί η Τετάρτη της Μεσοπεντηκοστης. Τη παραμονη της Αναλήψεως δέ πρέπει νά σημειουται: «Απόδοσις της εορτης του Πάσχα». Εν τοις λατινικοις ημερολογίοις σημειουνται αι Αποδόσεις (Octaves) όλων των εορτων, ως καί τά μεθέορτα. Ούτω παρ᾿ ημιν οφείλει, τη 23 Αυγούστου νά γίνεται μνεία της Αποδόσεως της Κοιμήσεως της Θεοτόκου, της καί μεταστάσεως, ότε άγονται τά κοινως καλούμενα Εννεάμερα.

Ομοίως καί των άλλων εορτων η Απόδοσις καλόν νά σημειουται, των μέν Θεοφανείων τη 14 Ιανουαρίου, της δέ Υπαπαντης, τη ημέρα καθ᾿ ήν εκάστοτε αποδίδοται η εορτή, ως συμπίπτουσα μέ τάς πρώτας ημέρας του Τριωδίου, της Αναλήψεως τη Παρασκευη της Ζ´ εβδομάδος (μετ᾿ αυτήν Ψυχοσάββατον), της Πεντηκοστης, τω Σαββάτω πρό της των Αγίων Πάντων, της Μεταμορφώσεως τη 13 Αυγούστου, της Υψώσεως του Σταυρου τη 21 Σεπτεμβρίου, του Γενεσίου της Θεοτόκου τη 12 Σεπτεμβρίου καί των Εισοδίων τη ημέρα της Αγίας Αικατερίνης. Καλόν επίσης ν᾿ αναγράφωνται, πρός τη Κυριακη των Πατέρων του Πεντηκοσταρίου, καί αι άλλαι δύο Κυριακαί των Πατέρων του Ιουλίου καί του Οκτωβρίου, ως καί η Κυριακή πρό καί μετά τήν Ύψωσιν, η Κυριακή των Προπατόρων, κατά Δεκέμβριον, η πρό της Χριστου Γεννήσεως Κυριακή καί μετά τήν Χριστου Γέννησιν, η πρό καί μετά τά Θεοφάνεια, κτλ.

Ομοίως κάλλιστα θά ειχε ν᾿ αναγράφωνται η μετά τήν των Αγίων Πάντων ως Κυριακή Β´ του Ματθαίου, η μετ᾿ αυτήν Γ´ Κυριακή του Ματθαίου, καί καθεξης, άχρι Σεπτεμβρίου υπερμεσουντος, ότε άρχεται Κυριακή Α´ του Λουκα, Β´ του Λουκα, καί ούτω καθεξης. Ευχης έργον ωσαύτως θά ητο ν᾿ αναγράφωνται καί τινες των Κυριακων εν σχέσει πρός τάς οικείας περικοπάς των Ευαγγελίων, ως, φέρ᾿ ειπειν, Κυριακή της επί Όρους διδασκαλίας, Κυριακή του Αμπελωνος, Κυριακή των Δέκα Λεπρων, Κυριακή του Ζακχαίου, Κυριακή του Πτωχου Λαζάρου, κτλ.

Διότι, σας παρακαλω, εις τί χρησιμεύει τό πρόχειρον θρησκευτικόν ημερολόγιον του έτους; Βεβαίως ως χρήσιμον βοήθημα όλου του θρησκευτικου έτους. Καθ᾿ όν τρόπον τό ηλιακόν ημερολόγιον αναγράφει πλήρως τάς ανατολάς καί δύσεις του ηλίου, ως καί της σελήνης τάς φάσεις, καθ᾿ όμοιον τρόπον καί τό ημερολόγιον τό θρησκευτικόν οφείλει ν᾿ αναγράφη ανελλιπως παν τό ενδιαφέρον τω χριστιανω πρός άσκησιν των θρησκευτικων του έργων. Ή πρέπει νά ειναι σχετικως τέλειον, ή άς διαγραφωσιν απ᾿ αυτου αι μνημαι των Αγίων καί αι δεσποτικαί εορταί, καί άς αναγραφωσιν αντ᾿ αυτων αι μνημαι του Ροβεσπιέρρου, του Μαράτου καί λοιπων μεγάλων ανδρων, όπως επρότεινεν ου πρό πολλου χρόνου λογογραφίσκος τις, εμποτισθείς τά νάματα της αιρέσεως του Αυγούστου Κόντ καί άλλων γελοίων ψευδοφιλοσόφων.

Εμνήσθην δίς των λατινικων ημερολογίων καί ιδού σημειω ενταυθα κατά πόσον ειναι αξία μιμήσεως η παρ᾿ αυτοις μετά συντομίας καί τάξεως ακρίβεια. Παρ᾿ αυτοις τό Μ. σημαίνει Μάρτυς, τό Ap. απόστολος, τό Ρ. (Père) όσιος, τό D. (Docteur) διδάσκαλος, τό C. Confesseur (ομολογητής), τό Ε.Μ. evêque Martyr (ιερομάρτυς), τό Ε.C. evêque confesseur (ιεράρχης καί ομολογητής) κτλ. Ούτω καί παρ᾿ ημιν δύναται νά κανονισθη τό «Φιλίππου Απ.» νά σημαίνη Φιλίππου του Αποστόλου, τό «Γρηγορίου Ι.» Γρηγορίου του ιεράρχου, τό «Διονυσίου Ι.Μ.» Διονυσίου Ιερομάρτυρος, τό Μακαρίου Οσ. νά σημαίνη του οσίου, τό Παύλου του Ομ. νά σημαίνη του ομολογητου, κτλ. Καί πληθυντικως τό ΑΑπ. δύναται νά σημαίνη αποστόλων, τό Μ.Μ. μαρτύρων, τό ΟΟμ. ομολογητων κτλ. κτλ.

Ίσως τις, μέ τήν συνήθη πάλιν νεοελληνικήν ανυπομονησίαν καί ιταμότητα, μέ τήν σύγχυσιν των ιδεων καί τά quiproquo τά οικεια εις τά νεοελληνικά μυαλά μας, ενταυθα ανακράξη: «Αφου λοιπόν οι Ευρωπαιοι έχουν τόσον καλά τό ημερολόγιόν των, καί τό ιδικόν μας ευρίσκεται εις τόσον αθλίαν κατάστασιν, άς παραδεχθωμεν μίαν φοράν διά πάντα τό Γρηγοριανόν ημερολόγιον, διά νά ησυχάσωμεν…». Βλέπεις; Τί σου έλεγα εγώ!… Ευκολίαν ζητει ο Ρωμιός, ραστώνην ζητει καί ανάπαυσιν… Θέλει τό λατινικόν ημερολόγιον διά νά τό αντιγράφη ευκόλως, νά μή τό αντιγράφη μάλιστα, νά τό κρεμνα εις τόν τοιχον, νά τό έχη πρόχειρον, καί νά μή σκοτίζεται… Αλλ᾿ ω φίλτατε Ρωμιέ, εγώ δέν σου ειπα ότι τό ημερολόγιον τό ιδικόν μας ειναι εσφαλμένον, καί ότι τό φράγκικον ειναι σωστόν. Άπαγε! Τόσον σοφός δέν ειμαι. Αλλά σύ εκλαμβάνεις τήν σκιάν ως πραγμα, κάμνεις, δηλαδή, κιπρόκο, ως λέγουν οι Φράγκοι. Εγώ ειπα ότι αι ημέραι αι τακταί, αι εκ συνθήκης, αι εορταί, αι μνημαι των Αγίων, ως έχουσι παρ᾿ αυτοις, εσφαλμένως βέβαια, σημειουνται ακριβως επί του χάρτου· ενω παρ᾿ ημιν, ενω έχουσιν ορθως, σημειουνται ανακριβως καί συγκεχυμένως, καί τουτο εκ ραστώνης καί αταλαιπωρίας νεοελληνικης.

Ενταυθα ο λόγος κυρίως ειναι περί ημερολογίων καί όχι περί Ημερολογίου, almanachs καί όχι Calendrier. Τό επ᾿ εμοί, φοβουμαι μήπως όχι μόνον οι Δυτικοί, αλλά καί ημεις ακόμη βαίνομεν εμπρός ως πρός τόν ακριβη χρόνον, όταν π.χ. κρυολογω τόν Ιούνιον εν Αθήναις, καί υποπτεύω ότι ειναι ακόμη Απρίλιος. Ανησυχουντες άν μετά δισχίλια έτη ο παρ᾿ ημιν Μάρτιος θά ειναι ο Ιούλιος των Ευρωπαίων, ενω ουδόλως είμεθα βέβαιοι ότι θά υπάρχη κόσμος μετά δισχίλια έτη, υπερακοντίζομεν τόν αρχαιον Σχολαστικόν, όστις έτρεφε κόρακα διά νά πεισθη ιδίοις όμμασιν ότι ο όρνις ουτος ζη υπέρ τά διακόσια έτη. Ουδεμία αμφιβολία ότι η Ανατολική Εκκλησία ουδέποτε θ᾿ ασπασθη τό Γρηγοριανόν Ημερολόγιον. Αλλά καί άν οι ευρωπαίζοντες εν τη Ανατολη ενεκολπουντο τό Ημερολόγιον τουτο εις τάς πρός αλλήλους σχέσεις, εν τοις ημετέροις ημερολογίοις ουδέποτε θ᾿ αναγραφωσι τά Πέντε Τραύματα του Κυρίου, ούτε η Ιερά Καρδία του Ιησου, ούτε της Παναγίας τά Δάκρυα, ούτε οι Χαιρετισμοί του Αγίου Ιωσήφ. Αδύνατον δέ νά τιμηθω παρ᾿ ημιν ο άγ. Λουδοβίκος καί ο άγ. Φραγκίσκος καί ο Σάν – Κάρλος, όστις, άν δέν απατωμαι, έφαγεν εννέα κοφίνια σαλιάγκους – καί πάλιν τά κοφίνια ευρέθησαν γεματα. Τό Ημερολόγιον άρα τό ημέτερον θά διαφέρη ουσιωδως του παρά Δυτικοις καί Διαμαρτυρομένοις ημερολογίου, καί επειδή μόνον περί τάξεως μεθόδου πρόκειται, ευκόλως δύναται μετά τινος προσοχης νά καταρτίζωνται μεθοδικως τά ενιαύσια θρησκευτικά ημερολόγια τη βοηθεία των οικείων βιβλίων της Εκκλησίας.

…Αλλά τώρα μόλις μου έρχεται εις τήν μνήμην, φίλε, ότι μου ανέθεσες νά γράψω, διά τόν Καζαμίαν, ειδος διδαχης εναντίον του υπερπλεονάσαντος εν τη χώρα εγκλήματος… Τό ειχα ξεχάσει, σέ βεβαιω. Αλλ᾿ οφείλω νά σοί ομολογήσω ότι ειμαι όλως ανεπιτήδειος διά τοιουτον ειδος συγγραφης… Τίς ειναι ικανός νά τιθασεύση τά θηρία; Αφου δέν κατορθουτε σεις οι δημοσιογράφοι νά εξημερώσητε ολίγον τούς πολιτικούς. Άς ειναι. Διατί η Κυβέρνησις δέν χρησιμοποιει τούς τόσους καταδίκους εις αναγκαστικά έργα, καί μάλιστα εις γεωργίαν ανά τό θεσσαλικόν πεδίον; Αλλά θά είπης, πως νά τούς φυλάξη; Εκ των ιδίων, εκ των ληξιποίνων καί των καλυτέρας διαγωγης, θά ηδύνατο νά καταρτίση φύλακας. Τό μέτρον θά ητο φιλανθρωπότατον. Θά έζων αυτοί καλύτερον εκ του κόπου των, θά ερρωννύοντο σωματικως καί ηθικως, θ᾿ ανεγεννωντο… Αλλά δέν ειμαι ποινικολόγος. Ίσως γελάσουν άλλοι μέ τό αφελές της προτάσεως. Τί μέ μέλει;

Δέν μοί λέγεις, ως πόσαι χιλιάδες κόσμος νά ταξιδεύωσι τήν νύκτα μέ τόν σιδηρόδρομον Αθηνων – Πειραιως; Θά ειπης, τί σ᾿ ενδιαφέρει νά τό μάθης; Ιδού. Συλλογίζομαι ως (…)

 

Φιλολογικά απομνημονεύματα

ΑΠΑΝΤΑ ΤΟΜΟΣ ΠΕΜΠΤΟΣ, ΚΡΙΤΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ Ν. Δ. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΟΠΟΥΛΟΣ, ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΔΟΜΟΣ