Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΕΛΥΤΙΚΑ ΨΗΓΜΑΤΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΕΛΥΤΙΚΑ ΨΗΓΜΑΤΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 1 Ιουλίου 2021

Ελύτης:Της πατρίδας μου πάλι ομοιώθηκα

 Στην εκπομπή αυτή ο ποιητής ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΕΛΥΤΗΣ μιλά λίγο μετά τη βράβευσή του με το Νόμπελ Λογοτεχνίας (1979). Η αφήγησή του ξεκινά με πληροφορίες για την καταγωγή του, τους τόπους όπου έζησε και τον επηρέασαν καθώς και για την προέλευση του ονόματός του.

 

Στη συνέχεια αναφέρεται στην επίδραση των θαλασσινών τοπίων και της αιγαιοπελαγίτικης αισθητικής στην ποίησή του και μιλά για τη σύνδεσή του με τον υπερρεαλισμό, αν και ποτέ δεν υπήρξε αμιγώς υπερρεαλιστής ποιητής. Διευκρινίζει πώς αντιλαμβάνεται την «ελληνικότητα» και τη «διαφάνεια», έννοιες κεντρικές στην ποίησή του, ενώ ιδιαίτερη μνεία επιφυλάσσει στον ΔΙΟΝΥΣΙΟ ΣΟΛΩΜΟ, στην ποιητική παράδοση του οποίου θεωρεί ότι ανήκει. Αναφερόμενος στο μείζον έργο του «Άξιον εστί», εξηγεί τον τρόπο που εργάστηκε για να δημιουργήσει μια ποιητική σύνθεση με αναλογίες χριστιανικής λειτουργίας, αλλά με θεματολογία που θα σχετιζόταν με τη σύγχρονη Ελλάδα και το δράμα της. Παραθέτει επίσης την εμπειρία του στο αλβανικό μέτωπο και πώς αυτή μετουσιώθηκε σε ποίηση στο «Άξιον εστί». Τέλος αναφέρεται στη σχέση του με τους νέους και ση φωνή που τους έδωσε για να εκφραστούν μέσω της ηρωίδας του ομώνυμου έργου του «Μαρία Νεφέλη». Στη διάρκεια της εκπομπής το έργο του ποιητή σχολιάζουν ο ΕΥΓΕΝΙΟΣ ΑΡΑΝΙΤΣΗΣ και ο μεταφραστής ΚΙΜΩΝ ΦΡΑΪΑΡ

 

Πέμπτη 15 Σεπτεμβρίου 2016

35 ΧΡΟΝΙΑ πριν

 Επικαιρες κουβέντες οσο ποτε σημερα ,δηλωσεις του μεγαλου μας ποιητη,
Οδυσσεα Ελυτη σε σχεση με το ευρωπαικο αδιεξοδο του Ελληνισμου. 
 Ο ποιητης μιλαει για την Ελλαδα σε σχεση με την Ευρωπη. 'Μια ολοκληρη ζωη αγωνιστηκα για αυτο που λεμε ελληνικοτητα'


Παρασκευή 26 Ιουλίου 2013

Ελύτης:Της πατρίδας μου πάλι ομοιώθηκα



Στην εκπομπή αυτή ο ποιητής ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΕΛΥΤΗΣ μιλά λίγο μετά τη βράβευσή του με το Νόμπελ Λογοτεχνίας (1979). Η αφήγησή του ξεκινά με πληροφορίες για την καταγωγή του, τους τόπους όπου έζησε και τον επηρέασαν καθώς και για την προέλευση του ονόματός του. Στη συνέχεια αναφέρεται στην επίδραση των θαλασσινών τοπίων και της αιγαιοπελαγίτικης αισθητικής στην ποίησή του και μιλά για τη σύνδεσή του με τον υπερρεαλισμό, αν και ποτέ δεν υπήρξε αμιγώς υπερρεαλιστής ποιητής. Διευκρινίζει πώς αντιλαμβάνεται την «ελληνικότητα» και τη «διαφάνεια», έννοιες κεντρικές στην ποίησή του, ενώ ιδιαίτερη μνεία επιφυλάσσει στον ΔΙΟΝΥΣΙΟ ΣΟΛΩΜΟ, στην ποιητική παράδοση του οποίου θεωρεί ότι ανήκει. Αναφερόμενος στο μείζον έργο του «Άξιον εστί», εξηγεί τον τρόπο που εργάστηκε για να δημιουργήσει μια ποιητική σύνθεση με αναλογίες χριστιανικής λειτουργίας, αλλά με θεματολογία που θα σχετιζόταν με τη σύγχρονη Ελλάδα και το δράμα της. Παραθέτει επίσης την εμπειρία του στο αλβανικό μέτωπο και πώς αυτή μετουσιώθηκε σε ποίηση στο «Άξιον εστί». Τέλος αναφέρεται στη σχέση του με τους νέους και ση φωνή που τους έδωσε για να εκφραστούν μέσω της ηρωίδας του ομώνυμου έργου του «Μαρία Νεφέλη». Στη διάρκεια της εκπομπής το έργο του ποιητή σχολιάζουν ο ΕΥΓΕΝΙΟΣ ΑΡΑΝΙΤΣΗΣ και ο μεταφραστής ΚΙΜΩΝ ΦΡΑΪΑΡ

Σάββατο 6 Ιουλίου 2013

ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΕΛΥΤΗΣ:“Ο Ἑλληνισμός ἐπέτυχε ὡς γένος, ἀπέτυχε ὡς κράτος”

Ζητεῖται ἡ γνώμη σας, κύριε Ἐλύτη, ἡ ἐντελῶς ἀνεπιφύλακτη καί ἀδέσμευτη, ἐπάνω σέ ὅ,τι θεωρεῖτε ὡς τήν πιό κεφαλαιώδη κακοδαιμονία τοῦ τόπου. Ἀπό τί κυρίως πάσχουμε καί τί πρωτίστως μᾶς λείπει; Ποιά θά ὀνομάζατε «πρώτη μάστιγα» τῆς νεοελληνικῆς ζωῆς; 
Ἀπό τί πάσχουμε κυρίως; Θά σᾶς τό πῶ ἀμέσως: ἀπό μιά μόνιμο, πλήρη, καί κακοήθη ἀσυμφωνία μεταξύ τοῦ πνεύματος τῆς ἑκάστοτε ἡγεσίας μας καί τοῦ «ἤθους» πού χαρακτηρίζει τόν βαθύτερο ψυχικό πολιτισμό τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ στό σύνολο του!
Ἄ! Ἀρχίσαμε!… Μόνιμος, πλήρης καί κακοήθης ἀσυμφωνία!… 
Βεβαίως! Ἀλλ᾿ ἀφῆστε με νά συνεχίσω. Αὐτή ἡ ασυμφωνία δέν εἶναι μιά συγκεκριμένη κακοδαιμονία, εἶναι, ὃμως, μιά αἰτία πού ἐξηγεῖ ὃλες τίς κακοδαιμονίες, μικρές καί μεγάλες, τοῦ τόπου αὐτοῦ. Ἀπό τήν ἡμέρα πού ἔγινε ἡ Ἑλλάδα κράτος ἕως σήμερα, οἱ πολιτικές πράξεις, θά ἔλεγε κανένας, ὅτι σχεδιάζονται καί ἐκτελοῦνται ἐρήμην τῶν ἀντιλήψεων γιά τή ζωή, καί γενικότερα τῶν ἰδανικῶν πού εἶχε διαμορφώσει ὁ Ἑλληνισμός μέσα στήν ὑγιή κοινοτική του ὀργάνωση καί στήν παράδοση τῶν μεγάλων ἀγώνων γιά τήν άνεξαρτησία του. Ἡ φωνή  τοῦ  Μακρυγιάννη δέν ἔχει χάσει, οὔτε σήμερα ἀκόμη, τήν ἐπικαιρότητά της. Σημειῶστε ὅτι δέν βλέπω τό πρόβλημα ἀπό τήν ἀποκλειστική κοινωνική του πλευρά, οὔτε κάνω δημοκοπία. 
Δημοκοπία ἀσφαλῶς ὄχι. Πολιτική, ὅμως, ναί. Τό ἐντοπίζετε, δηλαδή, [τό πρόβλημα] κυρίως μέσα στόν χώρο τῆς πολιτικῆς – ἤ κάνω λάθος; Στό κέντρο μάλιστα τοῦ δικοῦ της χώρου. Ἐκεῖ μᾶς πάει τό πρόβλημα πού θέσατε, τῶν σχέσεων μεταξύ λαοῦ καί ἡγεσίας. 
Μά ναί. Γιατί εἶναι βασικό. Εἶναι πρῶτο… κι ἄς εἶμαι ποιητής, ἐγώ πού τό λέω, μακριά πάντα ἀπό τήν «πολιτική». Κοιτάξτε: ὁ λαός αὐτός κατά κανόνα ἐκλέγει τήν ἡγεσία του. Καί ὅμως, ὅταν αὐτή ἀναλάβει τήν εὐθύνη τῆς ἐξουσίας –εἴτε τήν ἀριστοκρατία ἐκπροσωπεῖ εἴτε τήν ἀστική τάξη εἴτε τό προλεταριάτο–, κατά ἕναν μυστηριώδη τρόπο ἀποξενώνεται ἀπό τή βάση πού τήν ἀνέδειξε, καί ἐνεργεῖ σάν νά βρισκόταν στό Τέξας ἤ στό Οὐζμπεκιστάν! 
Στό Τέξας καί στό Οὐζμπεκιστάν; Ποιητικές χῶρες!… Ἤ μήπως θέλετε νά πεῖτε: «Σάν νά βρισκόταν στή χώρα τοῦ ἑκάστοτε ρυθμιστικοῦ ‘‘ξένου παράγοντος’’; Τοῦ ἑκάστοτε… ‘‘προστάτου’’ μας;» Μήπως ἐκεῖ ἀκριβῶς ἔγκειται τό κακό; 
Τό εἶπα μέ τρόπο, ἀλλά βλέπω ὅτι τό θέλετε γυμνό. Καί δέν ἔχω ἀντίρρηση νά τό ξαναπῶ φανερά, καί πιό ἔντονα: ἕνας ἀπό τούς κυριότερους παράγοντες τῶν «παρεκκλίσεων» τῆς ἡγεσίας ἀπό τό ἦθος τοῦ λαοῦ μας, εἶναι ἡ ἐκ τοῦ ἀφανοῦς καί ἐκ τῶν ἔξω «προστατευτική» κατεύθυνση. Ἀποτέλεσμα καί αὐτό τῆς ἀπώλειας τοῦ ἕρματος, τῆς «παράδοσης». Ἀντιλαμβάνομαι ὅτι στήν ἐποχή μας ἡ ἀλληλεξάρτηση τῶν ἐθνοτήτων εἶναι τόση, πού ἡ πολιτική δέν μπορεῖ ν᾿ ἀγνοήσει, ὥς ἕναν βαθμό, αὐτό πού θά λέγαμε «γενικότερη σκοπιμότητα». Ὅμως, ὑπάρχει τεράστια διαφορά ἀνάμεσα στήν «προσαρμοστική πολιτική» καί στή δουλοπρέπεια! Αὐτό εἶναι τό πιό εὐαίσθητο σημεῖο τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ, «τό τιμιώτατόν του»! Καί αὐτό τοῦ καταπατοῦν συνεχῶς, κατά τόν ἐξοργιστικότερο τρόπο, οἱ ἐκπρόσωποί του στήν ἐπίσημη διεθνῆ σκηνή! 
Κι ὁ «ἐπίσημος» ὅρος τῆς δουλοπρέπειας αὐτῆς, κύριε Ἐλύτη; Μήπως εἶναι ὑποκριτικότερος ἀπ᾿  τό «προσαρμοστική πολιτική»; Ἐξοργιστικότερος; 
Δέν μ᾿ ἐνδιαφέρει ὁ ἐπίσημος ὅρος τῆς δουλοπρέπειας. Μ᾿ ἐνδιαφέρει ἡ οὐσία. Κι ἐκεῖνο πού ξέρω εἶναι ὅτι μ᾿ αὐτά καί μ’ αὐτά ἐφτάσαμε σέ κάτι πού θά μοῦ ἐπιτρέψετε νά ὀνομάσω «ψευδοφάνεια». Ἔχουμε, δηλαδή, τήν τάση νά παρουσιαζόμαστε διαρκῶς διαφορετικοί απ’ ὅ,τι πραγματικά εἴμαστε. Καί δέν ὑπάρχει ἀσφαλέστερος δρόμος πρός τήν ἀποτυχία, εἴτε σάν ἄτομο σταδιοδρομεῖς εἴτε σάν σύνολο, ἀπό τήν ἔλλειψη τῆς γνησιότητας. Τό κακό πάει πολύ μακριά. Ὅλα τά διοικητικά μας συστήματα, οἱ κοινωνικοί μας θεσμοί, τά ἐκπαιδευτικά μας προγράμματα, ἀρχῆς γενομένης ἀπό τούς Βαυαρούς, πάρθηκαν μέ προχειρότατο τρόπο ἀπό ἔξω, καί κόπηκαν καί ράφτηκαν ὅπως ὅπως ἐπάνω σ᾿ ἕνα σῶμα μέ ἄλλες διαστάσεις καί ἄλλους ὅρους ἀναπνοῆς. 
«Ο ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ ΕΠΕΤΥΧΕ ΩΣ ΓΕΝΟΣ ΑΛΛ᾿ ΑΠΕΤΥΧΕ ΩΣ ΚΡΑΤΟΣ» 
Ὥστε, λοιπόν, ζητᾶτε «δικούς μας ὅρους ἀναπνοῆς»! 
Ναί. Καί δέν πρόκειται βέβαια γιά «προγονοπληξία». Τά λέω, ἄλλωστε, αὐτά ἐγώ πού, σ᾿ ἕναν τομέα ὅπως ὁ δικός μου, κήρυξα μέ φανατισμό τήν ἀνάγκη τῆς ἐπικοινωνίας μας μέ τό διεθνές πνεῦμα, καί πού σήμερα μέ ἐμπιστοσύνη ἀποβλέπω στή διαμόρφωση ἑνός ἑνιαίου εύρωπαϊκοῦ σχήματος, ὅπου νά ἔχει τή θέση της ἡ Ἑλλάδα. Μέ τή διαφορά ὅτι ὁ μηχανισμός τῆς ἀφομοιώσεως τῶν στοιχείων τῆς προόδου πρέπει νά λειτουργεῖ σωστά, καί νά βασίζεται σέ μιά γερή καί φυσιολογικά ἀναπτυγμένη παιδεία. Ἐνῶ σ’ ἐμᾶς, ὄχι μόνον δέν λειτουργεῖ σωστά, ἀλλά δέν ὑπάρχει κἄν ὁ μηχανισμός αὐτός γιά νά λειτουργήσει!
Καί μέ τή διαφορά ἀκόμη ὅτι, ἐκτός ἀπό ἐλάχιστες ἐξαιρέσεις, ἡ ἡγετική μας τάξη, στό κεφάλαιο τῆς ἑλληνικῆς παιδείας, ἔχει μαῦρα μεσάνυχτα! Κοιτάξετε μέ προσοχή τά ἔντυπα πού εκδίδει ἡ ἴδια, ἤ πού προτιμᾶ νά διαβάζει, τά διαμερίσματα ὅπου κατοικεῖ, τίς διασκεδάσεις πού κάνει, τή στάση της ἀπέναντι στή ζωή. Οὔτε μιά σταγόνα γνησιότητας! Πῶς θέλετε, λοιπόν, ν᾿ ἀναθρέψει σωστά τή νέα γενιά; Ἀπό τά πρῶτα διαβάσματα πού θά κάνει ἕνα παιδί ὥς τά διάφορα στοιχεῖα πού θά συναντήσει στό καθημερινό του περιβάλλον, καί πού θά διαμορφώσουν τό γοῦστο του, μιά συνεχής καί άδιάκοπη πλαστογραφία καί τίποτε ἄλλο! 
Θά μοῦ πεῖτε: εἶσαι λογοτέχνης, καλαμαράς, καί βλέπεις τά πράγματα ἀπό τή μεριά πού σέ πονᾶνε. Ὄχι, καθόλου! Καί νά μοῦ έπιτρέψετε νά ἐπιμείνω. Ὅλα τά ἄλλα κακά πού θά μποροῦσα νά καταγγείλω –ἡ ἔλλειψη οὐσιαστικῆς ἀποκεντρώσεως καί αὐτοδιοικήσεως, ἡ ἔλλειψη προγραμματισμοῦ γιά τήν πλουτοπαραγωγική ἀνάπτυξη τῆς χώρας, ἀκόμη καί ὁ τρόπος μέ τόν ὁποῖο ἀσκεῖται ἡ ἐξωτερική μας πολιτική– εἶναι ζητήματα βαθύτερης ἑλληνικῆς παιδείας! Ἀπό τήν ἄποψη ὅτι μόνον αυτή μπορεῖ νά προικίσει ἕναν ἡγέτη μέ τήν ἀπαραίτητη εὐαισθησία πού χρειάζεται γιά νά ἐνστερνιστεῖ, καί ἀντιστοίχως νά ἀποδώσει, τό ἦθος τοῦ λαοῦ.
Γιατί αὐτός ὁ λαός, πού τήν ἔννοιά του τήν ἔχουμε παραμορφώσει σέ σημεῖο νά μήν τήν ἀναγνωρίζουμε, αὐτός ἔχει φτιάξει ὅ,τι καλό ὑπάρχει – ἄν ὑπάρχει κάτι καλό σ᾿ αὐτόν τόν τόπο! Καί αὐτός, στίς ὧρες τοῦ κινδύνου, καί στό πεῖσμα τῆς συστηματικῆς ἡττοπαθείας τῶν ἀρχηγῶν του, αἴρεται, χάρη σ᾿ ἕναν ἀόρατο, εὐλογημένο μηχανισμό, στά ὕψη πού ἀπαιτεῖ τό θαῦμα! 
Ὅσο, λοιπόν, καί ἄν εἶναι λυπηρό, πρέπει νά τό πῶ: ὁ Ἑλληνισμός, γιά τήν ὥρα τουλάχιστον, ἐπέτυχε ὡς γένος, ἀλλ᾿ ἀπέτυχε ὡς κράτος! Καί παρακαλῶ νύχτα μέρα τόν Θεό, καί τό μέλλον, νά μέ διαψεύσουν. 
Πρίν κλείσομε, κύριε Ἐλύτη, τη συνέντευξη, κάτι πού ἐθίξατε στήν ἀρχή, τό τῆς παλαιᾶς ὑγιοῦς κοινοτικῆς ὀργανώσεως τοῦ λαοῦ μας, πού ἔχει χαθεῖ πιά, πῶς νομίζετε ὅτι θά μποροῦσε ν’ ἀναβιώσει; «Αν κατεβάλλετο προσπάθεια», πρός ποιά κατεύθυνση; 
Σέ μιάν ἀναβίωση αὐθεντική δέν εἶναι δυνατόν πιά νά ἐλπίζουμε – ἀλίμονο! Ἑκατόν τριάντα καί πλέον ἔτη ἀχρησίας εἶναι ἀρκετά γιά ν᾿ ἀτροφήσουν ἀκόμη καί οἱ πιό ζωντανοί θεσμοί. Ὡστόσο, ὑπάρχει τρόπος νά πλησιάσουμε, μέ σωφροσύνη καί μελέτη, στή λύση τοῦ προβλήματος, καί αὐτό σαφώς πρός τήν πλευρά τῆς αὐτοδιοικήσεως, μέ τήν πιό αὐστηρή της ἔννοια. 
Δέν εἶμαι ἀρμόδιος βέβαια νά σᾶς προτείνω σχέδια. Θά ἤθελα μόνο νά κάνω δύο παρατηρήσεις: ἡ μία εἶναι ὅτι κάθε ἀπόπειρα πρός τήν κατεύθυνση αὐτή θά πρέπει νά βασιστεῖ στή φυσική καί ἱστορική διαίρεση τῆς χώρας σέ μεγάλα διαμερίσματα, πού εἶναι μιά πραγματικότητα δοσμένη, καί ὄχι στή θεωρητική τῆς γεωοικονομίας, ὅπως ἄκουσα νά ὑποστηρίζεται ἀπό πολλούς. Θά εἶναι μεγάλο σφάλμα νά παραγνωριστοῦν οἱ ψυχολογικοί παράγοντες, ἀπό τούς ὁποίους πολλές φορές ἐξαρτᾶται τό μεγαλύτερο μέρος της ἐπιτυχίας.
Ἡ ἄλλη παρατήρηση εἶναι ὅτι τά μεγάλα αὐτά διαμερίσματα (μέσα στά ἑλληνικά μέτρα πάντοτε) θά πρέπει νά ὑποδιαιρεθοῦν σέ πολλές μικρές μονάδες, στενότερες καί ἀπό τήν ἐπαρχία, μέ ἀρχές δικές τους καί μέ τή δυνατότητα γιά κοινοπραξίες, προπάντων σέ ὅ,τι ἀφορᾶ τή γεωργία. Γιατί ὁ πρῶτος ἀντικειμενικός σκοπός εἶναι νά λυτρωθεῖ ὁ πολίτης ἀπό τό «ταμπού» τῆς ἐξουσίας! Καί θά λυτρωθεῖ μόνον ἄν ἔχει τρόπο νά παρακολουθεῖ ἀπό κοντά ποῦ καί πῶς ἀξιοποιοῦνται οἱ θυσίες του, οἰκονομικές καί ἄλλες, πού σήμερα καταβροχθίζονται ἀπό ἕνα μακρινό καί ἀόρατο Φάντασμα. 
* Συνέντευξη που έδωσε ο Οδυσσέας Ελύτης στον Ρένο Αποστολίδη στην Ἐφημερίδα Ἐλευθερία στις 15 Ιουνίου του 1958 

πηγή

Πέμπτη 28 Μαρτίου 2013

Η Κύπρος του Γιώργου Σεφέρη: Χιλιάδες ψυχές από την πιο ατόφια Ρωμιοσύνη

Ο Νομπελίστας ποιητής και διπλωμάτης είχε μια στενή σχέση με την Κύπρο, την αγάπησε βαθιά και ενίσχυσε μέσα του την έννοια της Ελληνικότητας. Μίλησε και έγραψε πολλές φορές για την Κύπρο στους οικείους του εκφράζοντας αυτά τα συναισθήματα.
Στις 12 Μαρτίου 1954, έγραψε στον Κύπριο ζωγράφο Αδαμάντιο Διαμαντή :
«Στο μικρό διάστημα που έμεινα στην Κύπρο, άρχισαν πολλά πράγματα και νομίζω θα με κυνηγούν αδυσώπητα ώσπου να πάρουν μορφή. Παραξενεύομαι όταν το συλλογίζομαι. Η Κύπρος πλάτυνε το αίσθημα που είχα για την Ελλάδα. Κάποτε λέω πως μπορεί να με πήρε για ψυχοπαίδι της». Λίγους μήνες νωρίτερα έγραφε από το νησί στην αδελφή του: ««...Τον έχω αγαπήσει αυτόν τον τόπο. Ίσως γιατί βρίσκω εκεί πράγματα παλιά που ζουν ακόμη, ενώ έχουν χαθεί στην άλλη Ελλάδα... ίσως γιατί αισθάνομαι πως αυτός ο λαός έχει ανάγκη από όλη μας την αγάπη και όλη τη συμπαράστασή μας. Ένας πιστός λαός, πεισματάρικα και ήπια σταθερός. Για σκέψου πόσοι και πόσοι πέρασαν από πάνω τους: Σταυροφόροι, Βενετσιάνοι, Τούρκοι, Εγγλέζοι - 900 χρόνια. Είναι αφάνταστο πόσο πιστοί στον εαυτό τους έμειναν και πόσο ασήμαντα ξέβαψαν οι διάφοροι αφεντάδες πάνω τους.»
Την ίδια χρονιά έγραψε στον Γιώργο Θεοτοκά: «Υπάρχουν σε μια γωνιά της γης 400 χιλιάδες ψυχές από την καλύτερη, την πιο ατόφια Ρωμιοσύνη, που προσπαθούν να τις αποκόψουν από τις πραγματικές τους ρίζες και να τις κάνουν λουλούδια θερμοκηπίου. Σ' αυτή τη γωνιά της γης δουλεύει μια μηχανή που κάνει τους Ρωμιούς σπαρτούς-Κυπρίους-όχι-Ελληνες, που κάνει τους ανθρώπους μπαστάρδους, με την εξαγορά και την απαθλίωση των συνειδήσεων, με τις κολακείες των αδυναμιών ή των συμφερόντων».

H Kύπρος στην ποίηση του Σεφέρη
Φυσικά δεν έλειψε και η αναφορά της Κύπρου στην ποίησή του. Το 1955 εδημοσιεύθηκε η συλλογή του «Κύπρον ου μ' εθέσπισεν» με την αφιέρωση«Στον κόσμο της Κύπρου, Μνήμη και Αγάπη». Στη συλλογή αυτή ανήκει και το περίφημο ποιημά του Ελένη. Ξεχωριστή θέση στην ποίησή του έχει το ποίημα «Σαλαμίνα της Κύπρος» που έγραψε τον Νοέμβριο του 1953:
...Σαλαμῖνα τε
τᾶς νῦν ματρόπολις τῶνδ'
αἰτία στεναγμῶν.
ΠΕΡΣΑΙ

Κάποτε ο ήλιος του μεσημεριού, κάποτε φούχτες η ψιλή βροχή και τ' ακρογιάλι γεμάτο θρύψαλα παλιά πιθάρια. Ασήμαντες οι κολόνες· μονάχα ο Άγιος Επιφάνιος δείχνοντας μουντά, χωνεμένη τη δύναμη της πολύχρυσης αυτοκρατορίας.
5 Τα νέα κορμιά περάσαν απ' εδώ, τα ερωτεμένα· παλμοί στους κόλπους, ρόδινα κοχύλια και τα σφυρά τρέχοντας άφοβα πάνω στο νερό κι αγκάλες ανοιχτές για το ζευγάρωμα του πόθου. Κύριος επί υδάτων πολλών, 10 πάνω σ' αυτό το πέρασμα.
Τότες άκουσα βήματα στα χαλίκια. Δεν είδα πρόσωπα· σα γύρισα είχαν φύγει. Όμως βαριά η φωνή σαν το περπάτημα καματερού, έμεινε εκεί στις φλέβες τ' ουρανού στο κύλισμα της θάλασσας 15 μέσα στα βότσαλα πάλι και πάλι:
«Η γης δεν έχει κρικέλια για να την πάρουν στον ώμο και να φύγουν μήτε μπορούν, όσο κι αν είναι διψασμένοι να γλυκάνουν το πέλαγο με νερό μισό δράμι. 20 Και τούτα τα κορμιά πλασμένα από ένα χώμα που δεν ξέρουν, έχουν ψυχές. Μαζεύουν σύνεργα για να τις αλλάξουν, δε θα μπορέσουν· μόνο θα τις ξεκάμουν 25 αν ξεγίνουνται οι ψυχές. Δεν αργεί να καρπίσει τ' αστάχυ δε χρειάζεται μακρύ καιρό για να φουσκώσει της πίκρας το προζύμι, δε χρειάζεται μακρύ καιρό 30 το κακό για να σηκώσει το κεφάλι, κι ο άρρωστος νους που αδειάζει δε χρειάζεται μακρύ καιρό για να γεμίσει με την τρέλα, νῆσός τις ἔστι ...».
35 Φίλοι του άλλου πολέμου, σ' αυτή την έρημη συννεφιασμένη ακρογιαλιά σας συλλογίζομαι καθώς γυρίζει η μέρα— Εκείνοι που έπεσαν πολεμώντας κι εκείνοι που έπεσαν χρόνια μετά τη μάχη· εκείνοι που είδαν την αυγή μεσ' απ' την πάχνη του θανάτου 40 ή, μες στην άγρια μοναξιά κάτω από τ' άστρα, νιώσανε πάνω τους μαβιά μεγάλα τα μάτια της ολόκληρης καταστροφής· κι ακόμη εκείνοι που προσεύχουνταν όταν το φλογισμένο ατσάλι πριόνιζε τα καράβια: 45 «Κύριε, βόηθα να θυμόμαστε πώς έγινε τούτο το φονικό· την αρπαγή το δόλο την ιδιοτέλεια, το στέγνωμα της αγάπης· Κύριε, βόηθα να τα ξεριζώσουμε...».*
50 —Τώρα καλύτερα να λησμονήσουμε πάνω σε τούτα τα χαλίκια· δε φελά να μιλάμε· τη γνώμη των δυνατών ποιός θα μπορέσει να τη γυρίσει; ποιός θα μπορέσει ν' ακουστεί; Καθένας χωριστά ονειρεύεται και δεν ακούει το βραχνά των άλλων.
55 —Ναι· όμως ο μαντατοφόρος τρέχει κι όσο μακρύς κι αν είναι ο δρόμος του, θα φέρει σ' αυτούς που γύρευαν ν' αλυσοδέσουν τον Ελλήσποντο το φοβερό μήνυμα της Σαλαμίνας.
Φωνή Κυρίου επί των υδάτων. 60 Νῆσός τις ἔστι.

Δευτέρα 10 Δεκεμβρίου 2012

Η γλώσα μας κουβαλάει την ψυχή του λαού μας και όλον τον πολιτισμό μας και όλη την ευγένειά μας” Κρατήστε το σαν φυλαχτό


7c6ebd1ec469a30c9c913c4006863002_M
Το ανέκδοτο κείμενο της ομιλίας του Οδυσσέα Ελύτη στη Στοκχόλμη.  Αυτός ήταν ο τίτλος σε μια επιστολή που μου έστειλε ένα καλός φίλος και άξιος Έλληνας που ζει στο εξωτερικό τιμώντας την χώρα μας με τις παρουσία του . 
 
 
Της Μαρίας Γιαχνάκη
Πρόκειται για λόγια διαμάντια του Οδυσσέα Ελύτη που ειπώθηκαν από τον ίδιο σε μια σημαντική στιγμή για τους Έλληνες. 
Η επιστολή του
Είναι λίγες οι φορές που χαίρομαι όταν προωθώ κάτι, όπως αυτό το ανέκδοτο κείμενο του Οδυσσέα Ελύτη, από ομιλία του στη Στοκχόλμη τον Νοέμβριο του 1979, ακριβώς  μετά την τελετή απονομής του βραβείου Νόμπελ της Σουηδικής Ακαδημίας για το έργο του.
Tο κείμενο δημοσιεύθηκε το 2011 από το Αθηναϊκό Πρακτορείο Ειδήσεων, με αφορμή την  ολοκλήρωση του εορτασμού των 100 χρόνων από τη γέννησή του μεγάλου αυτού Ποιητή και Έλληνα.
Ίσως αυτές τις ώρες που η Ελλάδα λοιδωρείται περισσότερο από ποτέ… η ανάδειξη αξιών είναι σημαντικότερη από την ποταπή εξουσιολαγνεία των ΜΜΕ και των κάθε είδους διεκδικητών της διαχείρισης της εξουσίας και του καθορισμού του μέλλοντός μας… Αυτών που μας οδήγησαν εδώ και δεν αισχύνονται έστω αυτή την ώρα και να αλλάξουν τις σκανδαλώδεις ρυθμίσεις προς όφελός τους… Αυτοί που μιλάνε για Ελλάδα και δημοκρατία και δεν ξέρουν που βρίσκονται…
Αλλά τα λόγια περιττεύουν μπροστά στη μελωδία του ποιητή…

Διαβάστε το ανέκδοτο κείμενο του Οδυσσέα Ελύτη                           
«Αγαπητοί φίλοι,
περίμενα πρώτα να τελειώσουν οι επίσημες γιορτές που προβλέπει η “Έβδομάδα Νόμπελ” και ύστερα να ‘ρθω σ’ επαφή μαζί σας. Το έκανα γιατί ήθελα να νιώθω  ξένιαστος και ξεκούραστος. Ξεκούραστος βέβαια δεν είμαι.
Χρειάστηκε να βάλω τα δυνατά μου για να τα βγάλω πέρα με τις απαιτήσεις της δημοσιότητας, τις συνεντεύξεις και τις τηλεοράσεις.
Αλλά ένιωθα κάθε στιγμή ότι δεν εκπροσωπούσα το ταπεινό μου άτομο αλλά ολόκληρη τη χώρα μου. Κι έπρεπε να την βγάλω ασπροπρόσωπη. Δεν ξέρω αν το κατάφερα. Δεν είμαι καμωμένος για τέτοια. Για τιμές και για δόξες.

Τη ζωή μου την πέρασα κλεισμένος μέσα σε 50 τετραγωνικά (μέτρα), παλεύοντας με τη γλώσσα. Επειδή αυτό είναι στο βάθος ή ποίηση: μια πάλη συνεχής με τη γλώσσα.
Τη γλώσσα την ελληνική που είναι η πιο παλιά και η πιο πλούσια γλώσσα του κόσμου.
Ό,τι και να πει ένας ποιητής, μικρό ή μεγάλο, σημαντικό ή ασήμαντο, δεν φέρνει αποτέλεσμα, θέλω να πω δεν γίνεται ποίηση αν δεν περάσει από την κρησάρα της γλώσσας, αν δεν φτάσει στην όσο γίνεται πιο τέλεια έκφραση.
Ακόμα και οι πιο μεγάλες ιδέες, οι πιο ευγενικές, οι πιο επαναστατικές, παραμένουν σκέτα άρθρα εάν δεν καταφέρει ο τεχνίτης να ταιριάσει σωστά τα λόγια του.

Μόνον τότε μπορεί ένας στίχος να φτάσει στα χείλια των πολλών, να γίνει κτήμα τους. Μόνον τότε μπορεί να ‘ρθει και ο συνθέτης να βάλει μουσική, να γίνουν οι στίχοι τραγούδι. Και για ένα τραγούδι ζούμε, στο βάθος, όλοι μας. Το τραγούδι που λέει τους καημούς και τους πόθους του καθενός μας. Τόσο είναι αλήθεια ότι το μεγαλείο και η ταπεινοσύνη πάνε μαζί, ταιριάζουν.
Ταπεινά εργάστηκα σ΄όλη μου τη ζωή. Και η μόνη ανταμοιβή που γνώρισα πριν από τη σημερινή, ήταν ν’ ακούσω τους συμπατριώτες μου να με τραγουδούν.
Να τραγουδούν το ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ που μου χρειάστηκε τεσσάρων χρόνων μοναξιά και αδιάπτωτη προσπάθεια, για να το τελειώσω. Δεν το λέω για να περηφανευτώ. Δεν έρχομαι σήμερα για να σας κάνω τον σπουδαίο. Κανείς δεν είναι σπουδαίος από εμάς. Από εμάς, άλλος κάνει τη δουλειά του σωστά κι άλλος δεν την κάνει.
Αυτό είναι όλο.
Όμως θέλω να μάθετε, όπως το έμαθα κι εγώ στα 68 μου χρόνια: μόνον αν κάνεις σωστά τη δουλειά σου, ο κόπος δεν θα πάει χαμένος.
Ξέρω, μαντεύω, ότι πολλοί από εσάς περίμεναν άλλα πράγματα από εμένα. Τους ζητώ συγγνώμην που δεν θα τους ικανοποιήσω. Αν είχα το ταλέντο του ομιλητή, του δάσκαλου, του ηγέτη, θα είχα ίσως αφιερωθεί στην πολιτική. Τώρα δεν είμαι παρά ένας γραφιάς που πιστεύει σε ορισμένα πράγματα. Κι αυτά τα πράγματα θέλει να τα γνωρίσει και στους άλλους, να τα βγάλει από μέσα του, να τα κάνει έργο.
Εμένα μου έλαχε ν’ αγαπήσω τον τόπο μου όπως τον αγαπάτε κι εσείς. Να τι είναι που μας ενώνει απόψε όλους εδώ πέρα. Η αγάπη μας για την Ελλάδα. Βέβαια, υπάρχουν πολλοί τρόποι ν’ αγαπά ένας λαός τη χώρα του. Αλλά για τον ποιητή, πιστεύω, υπάρχει μόνον ένας: ν’ ανήκει σ’ ολόκληρο το λαό του. Πάνω από τις διαιρέσεις και τις διχόνοιες, ο ποιητής να στέκει και ν’ αγαπά όλον τον λαό του, ν’ ανήκει, το ξαναλέω, σ’ όλο τον λαό του. Δεν γίνεται αλλιώς.
Η πατρίδα είναι μία. Ο καθένας στον τομέα του ας έρθει και ας κάνει κάτι, όπως αυτός το νομίζει καλύτερα.
Όμως ο πνευματικός άνθρωπος βλέπει το σύνολο. Θέλω να πιστεύω πως ίσως κι ο ξενιτεμένος, το ίδιο. Για εμάς η Ελλάδα είναι αυτές οι στεριές οι καμένες στον ήλιο κι αυτά τα γαλάζια πέλαγα με τους αφρούς των κυμάτων. Είναι οι μελαχρινές ή καστανόξανθες κοπέλες, είναι τ’ άσπρα σπιτάκια τ’ ασβεστωμένα και τα ταβερνάκια και τα τραγούδια τις νύχτες με το φεγγάρι πλάι στην ακροθαλασσιά ή κάτω από κάποιο πλατάνι.
Είναι οι πατεράδες μας κι οι παππούδες μας με το τουφέκι στο χέρι, αυτοί που λευτερώσανε την πατρίδα μας και πιο πίσω, πιο παλιά, όλοι μας οι πρόγονοι που κι αυτοί ένα μονάχα είχανε στο νου τους -όπως κι εμείς σήμερα: τον αγώνα για τη λευτεριά.
Είπε ένας Γάλλος ποιητής, ο Ρεμπώ, πως η πράξη για τον ποιητή είναι ο λόγος του. Κι είχε δίκιο. Αυτό έκανε ο Σολωμός, που για να γράψει το αθάνατο ποίημα του “‘Ελεύθεροι Πολιορκημένοι”, έσωσε και παράδωσε στη φυλετική μας μνήμη το Μεσολόγγι και τους αγώνες του. Αυτό έκαναν ο Παλαμάς, ο Σικελιανός, ο Σεφέρης. Στα φτωχά μου μέτρα το ίδιο πάσχισα να κάνω κι εγώ.
Πάσχισα να κλείσω μέσα στην ψυχή μου, την ψυχή όλου του ελληνικού λαού.
Να δω πόσο μοιάζανε όλοι οι αγώνες του, από την αρχαία εποχή ίσαμε σήμερα, για το δίκιo και για τη λευτεριά.

Κι αυτό θα κάνω όσα χρόνια μου δώσει ο Θεός να ζήσω. Αυτή είναι η πράξη μου. Και το γεγονός ότι έφτασαν να την αναγνωρίσουν οι ξένοι, είναι μια νίκη.
Όχι δική μου νίκη. Δική σας.
Γι’ αυτό σας ευχαριστώ. Κι αν μου το συγχωρείτε να σας δώσω μια γνώμη – ακούστε την: όσο καλά κι αν ζείτε σ’ αυτή τη φιλόξενη, την ευγενική χώρα, όσο κι αν νιώθετε καλά και στεριώνετε, και κάνετε οικογένεια – μην ξεχνάτε την πατρίδα μας,
και προ παντός, τη γλώσσα μας.
Πρέπει να ‘σαστε περήφανοι, να ‘μαστε όλοι περήφανοι, εμείς και τα παιδιά μας για τη  γ λ ώ σ σ α   μ ας.

Είμαστε οι μόνοι σ’ ολόκληρη την Ευρώπη που έχουμε το προνόμιο να λέμε τον ουρανό “ουρανό” και τη θάλασσα “θάλασσα” όπως την έλεγαν ο Όμηρος και ο Πλάτωνας πριν δυόμισι χιλιάδες χρόνια.
Δεν είναι λίγο αυτό.
Η γλώσσα δεν είναι μόνον ένα μέσον επικοινωνίας.
Κουβαλάει την ψυχή του λαού μας κι όλη του την ιστορία και όλη του την ευγένεια.
Χαίρομαι κι αυτή τη στιγμή που σας μιλάω σ’ αυτή τη γλώσσα και σας χαιρετώ, σας αποχαιρετώ μάλλον, αφού η στιγμή έφτασε να φύγω.
Όμως ένα κομμάτι της ψυχής μου σας το αφήνω μαζί μ’ ένα μεγάλο ευχαριστώ που με ακούσατε.
Μακάρι να μπορούσε να σας μείνει, να το κρατήσετε, σαν ένα μικρό φυλαχτό από την πατρίδα».


πηγή

Σάββατο 26 Νοεμβρίου 2011

Ο κόσμος του Ελύτη, ο μικρός, ο μέγας!





Της Ολγας Σελλα

Στις 2 Νοεμβρίου συμπληρώθηκαν ακριβώς 100 χρόνια από τη γέννηση του ποιητή Οδυσσέα Ελύτη. Το 2011 είχε κηρυχθεί επετειακή χρονιά. Και πράγματι στη διάρκειά της είχαμε την ευκαιρία να ξαναθυμηθούμε τον ποιητικό του λόγο, αλλά να γνωρίσουμε πολλές, διαφορετικές και άγνωστες στους πολλούς πλευρές του. Εκδηλώσεις στήθηκαν πολλές, εκθέσεις ζωγραφικής, συνέδρια, θυρανοίξια ενός μικρού ναού -τάμα του Ελύτη- στη Σίκινο, εκδόσεις. Πίσω απ’ όλα αυτά, η διαρκής μέριμνα και αφοσίωση της ποιήτριας και συντρόφου του ποιητή Ιουλίτας Ηλιοπούλου.

Τελευταία, αλλά όχι έσχατη, σαν επιστέγασμα σε όσα προηγήθηκαν, σαν επίγευση της σκέψης και του λόγου του ποιητή, είναι μια έκδοση που μόλις κυκλοφόρησε από τον «Ικαρο» (με την ευγενική υποστήριξη του Κοινωφελούς Ιδρύματος Ιωάννη Σ. Λάτση και της Enel Green Power Hellas). Τιτλος, «Ο ναυτίλος του αιώνα», ένα λεύκωμα που μας δίνει την ευκαιρία να ξεφυλλίσουμε τους σταθμούς της ζωής του, της σκέψης του, του έργου του.

Χωρισμένο σε έντεκα κεφάλαια, με δεκάδες φωτογραφίες από τα ταξίδια, τις διαδρομές του και τους πίνακές του, το βιβλίο καταφέρνει να είναι μια σύνθεση της προσωπικότητας του Ελύτη και μια παράλληλη ματιά σε όσα συνέβαιναν στον κόσμο και διαμόρφωναν τη ματιά του Ελύτη.

«Εφερα τη ζωή μου ώς εδώ»

Το έκτο παιδί του Παναγιώτη Θ. Αλεπουδέλη και της Μαρίας Βρανά γεννήθηκε στο Ηράκλειο της Κρήτης, στη συνοικία «Εφτά Μπαλτάδες», τη χρονιά που πέθανε ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης. Η Μυτιλήνη, η Αθήνα και οι Σπέτσες ήταν οι τόποι όπου έζησε και μεγάλωσε, οι τόποι που τον διαμόρφωσαν αρχικά. Και μετά κι άλλες γωνιές αυτής της χώρας. «Ερχομαι από μακριά. Οι συλλέκτριες των κρόκων της Θήρας πορεύονται πλάι μου, κι από κοντά, παγεμένες με τον άνεμο τον βόρειο, οι Μυροφόρες, ωραίες μες στα τριανταφυλλιά τους και τη χρυσή των αγγέλων αντανάκλαση. Γέμισα καθ’ οδόν χώμα κιτρινωπό, κοκκινωπό, καστανό, ραβδώσεις από πετρώματα σκούρα, μπλε και μωβ, σαν αυτά που βλέπεις, παραπλέοντας τις ακτές της Κύθνου Αύγουστο μήνα», έγραφε χρόνια αργότερα στο «Εν λευκώ».

Με τα δικά του λόγια, τα σκορπισμένα στα έργα του, σχολιάζει ο Οδυσσέας Ελύτης όλα εκείνα με τα οποία καταπιάστηκε στη ζωή: τα βιβλία, τη γλώσσα, τη μουσική, τη ζωγραφική, το Αιγαίο, τη γενιά του ’30, τους φίλους του και τους συνοδοιπόρους του, τους ομότεχνούς του. «Ενιωθα τη ζεστασιά των φίλων σαν ασπίδα. Μπαίνοντας το 1936, γύρω από τα “Νέα Γράμματα” είχε σχηματισθεί κιόλας μια ομάδα με συμπαγή ενότητα, με συνείδηση πρωτοποριακή, με διαθέσεις αγωνιστικές, με πνεύμα αλληλεγγύς. Κι εξάλλου, ο Υπερρεαλισμός, με τη μυστηριακή ορολογία του, με το μυστικό του Πάνθεον, με τα Μανιφέστα του, με τις πολύγλωσσες εκδόσεις του, ασκούσε κάποιο δέος πάνω στους ανειδοποίητους αντιδραστικούς, που ορέγονταν ίσως μάχη, αλλά δεν κάτεχαν καθόλου πού βρίσκεται και τι λογής είναι αυτός ο εχθρός», έγραφε στ’ «Ανοιχτά χαρτιά».

«Οι αξίες του Ελύτη»

«Θα θέλαμε το έτος αυτό να είναι χαρακτηρισμένο από τις αξίες του Ελύτη. Να είναι ένα έτος με το ήθος και τον πλούτο της ελληνικής γλώσσας, με τη σημασία του φωτός στη φυσική και μεταφυσική του διάσταση, με μια συνεχή εναντίωση στην τρέχουσα αντίληψη των πραγμάτων», έλεγε η Ιουλίτα Ηλιοπούλου, στις αρχές της χρονιάς, παρουσιάζοντάς μας τις εκδηλώσεις και τις δράσεις που είχαν προγραμματιστεί στη διάρκεια της επετειακής χρονιάς. Και τελικά το κατάφερε, ίσως περιστασιακά, ίσως περιοδικά, αλλά όσοι ήρθαν σ’ επαφή με το έργο του Ελύτη, το γλωσσικό και το εικαστικό, έστω για λίγο, ήταν σαν να «επανέκτησαν την αθωότητά τους».

Το τελευταίο «ραντεβού» με το έτος Ελύτη είναι ένα σύντομο αλλά πλήρες πορτρέτο του ποιητή: «Ας μου επιτραπεί, παρακαλώ, να μιλήσω στο όνομα της φωτεινότητας και της διαφάνειας. Επειδή οι ιδιότητες αυτές είναι που καθορίσανε το χώρο μέσα στον οποίο μού ετάχθη να μεγαλώσω και να ζήσω».



πηγή

Κυριακή 6 Νοεμβρίου 2011

Κανένας δεν ασχολήθηκε στην Ελλάδα με την εβδομάδα Ο. Ελύτη!


Η πολιτική επικαιρότητα επισκίασε το νομπελίστα ποιητή! Είχε τραυματιστεί στα βουνά της Αλβανίας κατά το έπος του '40!

Εβδομάδα Οδυσσέα Ελύτη ήταν αυτή που μόλις τελείωσε, με αφορμή τα 100 χρόνια από τη γέννησή του, αλλά κανείς στην Ελλάδα δεν ασχολήθηκε μαζί του!

Η πολιτική επικαιρότητα επισκίασε το νομπελίστα ποιητή! Βλέπετε είναι άλλα τα ενδιαφέροντά μας αυτή την περίοδο.

Προσπαθούμε να εξασφαλίσουμε την επιβίωσή μας και δεν μας μένει καιρός για ποίηση... Εάν και, υπό τέτοιες συνθήκες, είναι απαραίτητη... Με την ευκαιρία να σημειωθεί μια άγνωστη πτυχή της ζωής του Οδυσσέα Ελύτη.Πολέμησε στα αλβανικά βουνά κατά το έπος του '40, τραυματίστηκε και νοσηλεύτηκε στο νοσοκομείο Ιωαννίνων.


Είχε πει ο ίδιος σχετικά σε συνέντευξή του το 1956: "Στο μέτωπο γνώρισα από κοντά την αψηφισιά του θανάτου, την ακατάβλητη θέληση της ζωής που έγινε τελικά και δική μου. Στο μέτωπο, αρρώστησα από βαρύτατο τύφο. Τα νερά που πίναμε όπου βρίσκαμε, ανάμεσα στα πτώματα των μουλαριών, ήτανε μολυσμένα. Χωρίς να γνωρίζω τι έχω, χρειάστηκε να κάνω τρία μερόνυχτα με τα πόδια και με ζώο για να βρεθώ σε βατό δρόμο και να διακομισθώ στο Νοσοκομείο των Ιωαννίνων. Έμεινα εκεί σαράντα μέρες με σαράντα πυρετό, ακίνητος, με πάγο στην κοιλιά. Με είχανε αποφασίσει, αλλά εγώ δεν είχα αποφασίσει τον εαυτό μου. Θυμάμαι ότι αρνήθηκα να με μεταφέρουν στον μικρό θάλαμο των ετοιμοθανάτων, όπως κάποιο άλλο βράδυ αρνήθηκα να κοινωνήσω και να εξομολογηθώ στον παπά που μου φέρανε, όταν η κρίση της αρρώστειας έφτασε στο κατακόρυφο.

Μόλις αρχίσανε οι βομβαρδισμοί, ανοίγανε το διπλανό μου παράθυρο -μην σπάσουν τα τζάμια και τιναχτούν απάνω μου- και φεύγανε όλοι στα καταφύγια. Ετσι πέρασα όλες τις τρομερές μέρες της Γερμανικής επιθέσεως. Κατάμονος σ' έναν έρημο θάλαμο, και γεμάτος πληγές από την απόλυτη ακινησία. Και την ημέρα που κρίθηκε ότι είχα γλυτώσει και άρχισε να υποχωρεί ο πυρετός, ήρθε η διαταγή να εκκενωθεί το Νοσοκομείο. Με βάλανε όπως όπως σ' ένα φορείο, που το χώσανε σ' ένα φορτηγό αυτοκίνητο. Η φάλαγγα από τα Γιάννενα ως το Αγρίνιο πολυβολήθηκε οκτώ φορές από τα «στούκας». Οι φαντάροι τρέχανε στα χωράφια, όμως εγώ ήταν αδύνατο να σταθώ όρθιος έστω και για μια στιγμή.

Τελικά, στο Αγρίνιο, με παρατήσανε σ' ένα πεζούλι και φύγανε. Μια καλή κοπέλλα, εθελοντής νοσοκόμος με άλλη αποστολή, με βοήθησε και μ' έσυρε ως το υπόγειο μιας καπναποθήκης, όπου σωριάστηκα κ' έμεινα τρεις μέρες. Αλλά τα υπόλοιπα δεν έχουν σημασία για τους άλλους. Σημασία έχει ότι «έζησα το θαύμα» και σώθηκα από ένα θαύμα. Οι γιατροί στην Αθήνα τρίβανε τα μάτια τους. Σύμφωνα με την Επιστήμη, θα έπρεπε με την παραμικρή μετακίνηση να πάθω εντερορραγία και να τελειώσω».



πηγή

Τετάρτη 26 Οκτωβρίου 2011

Η ΠΟΡΕΙΑ ΠΡΟΣ ΤΟ ΜΕΤΩΠΟ...



Ξημερώνοντας τ’ Αγιαννιού, με την αύριο των Φώτων, λάβαμε τη διαταγή να κινήσουμε πάλι μπροστά, για τα μέρη όπου δεν έχει καθημερινές και σκόλες. Έπρεπε, λέει, να πιάσουμε τις γραμμές που κρατούσανε ως τότε οι Αρτινοί, από Χιμάρα ως Τεπελένι. Λόγω που εκείνοι πολεμούσανε απ’ την πρώτη μέρα, συνέχεια, κι είχαν μείνει σκεδόν οι μισοί και δεν αντέχανε άλλο.

Δώδεκα μέρες κιόλας είχαμε μεις πιο πίσω, στα χωριά. Κι απάνω που συνήθιζε τ’ αυτί μας πάλι στα γλυκά τριξίματα της γης, και δειλά συλλαβίζαμε το γάβγισμα του σκύλου ή τον αχό της μακρινής καμπάνας, να που ήταν ανάγκη, λέει, να γυρίσουμε στο μόνο αχολόι που ξέραμε: στο αργό και στο βαρύ των κανονιών, στο ξερό και στο γρήγορο των πολυβόλων.

Νύχτα πάνω στη νύχτα βαδίζαμε ασταμάτητα, ένας πίσω απ’ τον άλλο, ίδια τυφλοί. Με κόπο ξεκολλώντας το ποδάρι από τη λάσπη, όπου, φορές, εκαταβούλιαζε ίσαμε το γόνατο. Επειδή το πιο συχνά ψιχάλιζε στους δρόμους έξω, καθώς μες στην ψυχή μας. Και τις λίγες φορές όπου κάναμε στάση να ξεκουραστούμε, μήτε που αλλάζαμε κουβέντα, μονάχα σοβαροί και αμίλητοι, φέγγοντας μ’ ένα μικρό δαδί, μία μία εμοιραζόμασταν τη σταφίδα.

Ή φορές πάλι, αν ήταν βολετό, λύναμε βιαστικά τα ρούχα και ξυνόμασταν με λύσσα ώρες πολλές, όσο να τρέξουν τα αίματα. Τι μας είχε ανέβει η ψείρα ως το λαιμό, κι ήταν αυτό πιο κι απ’ την κούραση ανυπόφερτο. Τέλος, κάποτε ακουγότανε στα σκοτεινά η σφυρίχτρα, σημάδι ότι κινούσαμε, και πάλι σαν τα ζα τραβούσαμε μπροστά να κερδίσουμε δρόμο, πριχού ξημερώσει και μας βάλουνε στόχο τ’ αεροπλάνα. Επειδή ο Θεός δεν κάτεχε από στόχους ή τέτοια, κι όπως το ‘χε συνήθειο του, στην ίδια πάντοτε ώρα ξημέρωνε το φως.

Τότες, χωμένοι μες στις ρεματιές, γέρναμε το κεφάλι από το μέρος το βαρύ, όπου δε βγαίνουνε όνειρα. Και τα πουλιά μας θύμωναν, που δε δίναμε τάχα σημασία στα λόγια τους ίσως και που ασκημίζαμε χωρίς αιτία την πλάση. Άλλης λογής εμείς χωριάτες, μ’ άλλω λογιώ ξινάρια και σιδερικά στα χέρια μας, που ξορκισμένα να ‘ναι.

Δώδεκα μέρες κιόλας, είχαμε μεις πιο πίσω στα χωριά κοιτάξει σε κατρέφτη, ώρες πολλές, το γύρο του προσώπου μας. Κι απάνω που συνήθιζε ξανά το μάτι μας τα γνώριμα παλιά σημάδια, και δειλά συλλαβίζαμε το χείλο το γυμνό ή το χορτάτο από τον ύπνο μάγουλο, να που τη δεύτερη τη νύχτα σάμπως πάλι αλλάζαμε, την τρίτη ακόμη πιο πολύ, την ύστερη, την τέταρτη, πια φανερό, δεν ήμασταν οι ίδιοι. Μόνε σαν να πηγαίναμε μπουλούκι ανάκατο, θαρρούσες, απ’ όλες τις γενιές και τις χρονιές, άλλοι των τωρινών καιρών κι άλλοι πολλά παλιών, που ‘χαν λευκάνει απ’ τα περίσσια γένια.


Καπεταναίοι αγέλαστοι με το κεφαλοπάνι, και παπάδες θεριά, λοχίες του ‘97 ή του ‘12, μπαλτζήδες βλοσυροί πάνου απ’ τον ώμο σειώντας το πελέκι, απελάτες και σκουταροφόροι, με το αίμα επάνω τους ακόμη Βουργάρων και Τούρκων. Όλοι μαζί, δίχως μιλιά, χρόνους αμέτρητους αγκομαχώντας πλάι πλάι, διαβαίναμε τις ράχες, τα φαράγγια, δίχως να λογαριάζουμε άλλο τίποτε. Γιατί, καθώς όταν βαρούν απανωτές αναποδιές τους ίδιους τους ανθρώπους πάντα, συνηθάν εκείνοι στο Κακό, τέλος του αλλάζουν όνομα, το λεν Γραμμένο ή Μοίρα έτσι κι εμείς επροχωρούσαμε ίσια πάνου σ’ αυτό που λέγαμε Κατάρα, όπως θα λέγαμε Αντάρα ή Σύγνεφο. Με κόπο ξεκολλώντας το ποδάρι από τη λάσπη, όπου, φορές, εκαταβούλιαζε ίσαμε το γόνατο. Επειδή, το πιο συχνά, ψιχάλιζε στους δρόμους έξω, καθώς μες στην ψυχή μας.


Κι ότι ήμασταν σιμά πολύ στα μέρη όπου δεν έχει καθημερινές και σκόλες, μήτε αρρώστους και γερούς, μήτε φτωχούς και πλούσιους, το καταλαβαίναμε. Γιατί κι ο βρόντος πέρα, κάτι σαν καταιγίδα πίσω απ’ τα βουνά, δυνάμωνε ολοένα, τόσο που καθαρά στο τέλος να διαβάζουμε το αργό και το βαρύ των κανονιών, το ξερό και το γρήγορο των πολυβόλων. Ύστερα και γιατί, ολοένα πιο συχνά, τύχαινε τώρα ν’ απαντούμε απ’ τ’ άλλο μέρος να ‘ρχονται οι αργές οι συνοδείες με τους λαβωμένους.

Όπου απιθώνανε χάμου τα φορεία οι νοσοκόμοι, με τον κόκκινο σταυρό στο περιβραχιόνιο, φτύνοντας μέσα στις παλάμες, και το μάτι τους άγριο για τσιγάρο. Κι οπού κατόπι, σαν ακούγανε για που τραβούσαμε, κουνούσαν το κεφάλι, αρχινώντας ιστορίες για σημεία και τέρατα. Όμως εμείς το μόνο που προσέχαμε ήταν εκείνες οι φωνές μέσα στα σκοτεινά, που ανέβαιναν, καυτές ακόμη από την πίσσα του βυθού ή το θειάφι: «Οϊ Οϊ, μάνα μου», «οϊ οϊ, μάνα μου», και κάποτε, πιο σπάνια, ένα πνιχτό μουσούνισμα, ίδιο ροχαλητό, που ‘λεγαν, όσοι ξέρανε, είναι αυτός ο ρόγχος του θανάτου.


Ήταν φορές που εσέρνανε μαζί τους κι αιχμαλώτους, μόλις πιασμένους λίγες ώρες πριν, στα ξαφνικά γιουρούσια που κάναν τα περίπολα. Βρομούσανε κρασί τα χνότα τους, κι οι τσέπες τους γιομάτες κονσέρβα ή σοκολάτες. Όμως εμείς δεν είχαμε, ότι κομμένα τα γιοφύρια πίσω μας, και τα λίγα μουλάρια μας, κι εκείνα ανήμπορα μέσα στο χιόνι και στη γλιστράδα της λασπουριάς.

Τέλος, κάποια φορά, φανήκανε μακριά οι καπνοί που ανέβαιναν μεριές μεριές, κι οι πρώτες στον ορίζοντα κόκκινες, λαμπερές φωτοβολίδες.


Οδυσσέας Ελύτης, “Η πορεία προς το μέτωπο”, “Το Άξιον Εστί”, 1959

Ελύτης, όπως Ελλάδα!


του Γιώργου Κόκουβα
«Ας μου επιτραπεί, παρακαλώ, να μιλήσω στο όνομα της φωτεινότητας και της διαφάνειας. Επειδή οι ιδιότητες αυτές είναι που καθορίσανε τον χώρο μέσα στον οποίο μου ετάχθη να μεγαλώσω και να ζήσω… Πολύ περισσότερο όταν οι καιροί είναι σκοτεινοί και αυτό που του υπαγορεύουν είναι μια όσο το δυνατόν μεγαλύτερη ορατότητα».

Με αυτά τα λόγια, ο Οδυσσέας Ελύτης παρέλαβε το 1979 το Νόμπελ Λογοτεχνίας, ταυτίζοντας για άλλη μια φορά το όνομά του με το φως και την λάμψη που διακρίνουν και την ποίηση του Εκείνο το φως που διαπερνά τους στίχους του για το μπλε της θάλασσας, την Ελλάδα, την ρευστότητα του ήλιου και το σύνολο του έργου του που αποτελεί ένα ολοκληρωμένο «σύμπαν», το οποίο ανανέωσε την ελληνική ποιητική παράδοση.

Σε λίγες ημέρες, στις 2 Νοεμβρίου, συμπληρώνεται ακριβώς ένας αιώνας από την γέννηση του μεγάλου ποιητή. Το «Έτος Ελύτη», όπως ανακηρύχθηκε το 2011, πλησιάζει με άλλα λόγια στην κορύφωση των αφιερωμένων στο έργο του εκδηλώσεων, και είναι η ιδανική ευκαιρία να σκιαγραφήσουμε μια ζωή γεμάτη ονειρικούς στίχους, γήινους και υπερρεαλιστικούς ταυτόχρονα, που συνόδευσαν την ελληνική ψυχή επί 100 χρόνια και θα την συνοδεύουν για πολλούς ακόμη αιώνες.

Η πορεία προς την «Μούσα»

Γεννημένος στο Ηράκλειο από Μυτιληνιούς γονείς, ο Οδυσσέας Αλεπουδέλης δεν θα μπορούσε να μην μεταφέρει στην Αθήνα όπου κατέληξε η οικογένειά του, την μυστικιστική λατρεία για την θάλασσα, τον ελληνικό ήλιο και την ομορφιά. Από γυμνασιακή ηλικία, ασπάστηκε τις αρετές της λογοτεχνίας συνεργαζόμενος με την περίφημη «Διάπλαση των Παίδων» ενώ ως αντίβαρο στις πνευματικές του περιπλανήσεις φρόντιζε να επιδίδεται στον αθλητισμό, τον οποίο συνδύαζε με την ελληνική φύση.

"Πιονιέροι αληθινοί, μέρες και μέρες προχωρούσαμε νηστικοί και αξύριστοι, πιασμένοι από το αμάξωμα μιας ετοιμοθάνατης Σεβρολέτ, ανεβοκατεβαίνοντας αμμολόφους, διασχίζοντας λιμνοθάλασσες, μέσα σε σύννεφα σκόνης ή κάτω από ανελέητες νεροποντές, καβαλικεύαμε ολοένα όλα τα εμπόδια και τρώγαμε τα χιλιόμετρα με μιαν αχορταγιά που μονάχα τα είκοσί μας χρόνια και η αγάπη μας γι αυτή τη μικρή γη που ανακαλύπταμε, μπορούσαν να δικαιολογήσουν", γράφει ο ίδιος ο Ελύτης για την γνωριμία του με την ελληνική φύση στο βιβλίο του «Ανοιχτά Χαρτιά».

Αυτές οι σωματικές αναζητήσεις έληξαν κάπως άδοξα στα τέλη των ‘20s, όταν μία νευροπάθεια τον περιόρισε για αρκετούς μήνες. Μοναδικό αποκούμπι του έκτοτε έγινε η λογοτεχνία, παρά τις πιέσεις των γονιών του να σπουδάσει… χημικός. Ο ενήλικος πλέον Οδυσσέας προτίμησε να εντρυφήσει στις αλχημείες των στίχων του Κάλβου, του Καβάφη, του Σεφέρη, στα κάλλη της αρχαίας λυρικής ποίησης και στην έλξη που του ασκούσε ο γαλλικός υπερρεαλισμός.

Από τον Αλεπουδέλη στον Ελύτη

Οι στίχοι που σκάρωνε ο Ελύτης πιθανώς θα έμεναν για πάντα στα συρτάρια του αν δεν τον παρότρυνε προς δημοσίευση ο φίλος του, Γιώργος Σαραντάρης, ο οποίος τον σύστησε στον κύκλο του περιοδικού «Νέα Γράμματα», που έγινε σημείο αναφοράς για την γενιά του ’30. Αυτός ο κύκλος περιλάμβανε ονόματα όπως αυτά των Σεφέρη, Θεοτοκά, Σικελιανού, Τερζάκη και του Κοσμά Πολίτη, οι οποίοι φρόντισαν να μπολιάσουν την ελληνική ποίηση του 20ου αιώνα με σύγχρονες δυτικές τάσεις.

«Από το ένα μέρος ήμουνα ο στερνός μιας γενιάς, που έσκυβε στις πηγές μιας ελληνικότητας, κι απ' την άλλη ήμουν ο πρώτος μιας άλλης που δέχονταν τις επαναστατικές θεωρίες ενός μοντέρνου κινήματος», αναφέρει ο ίδιος ο Ελύτης για τις πηγές του δικού του ποιητικού «ωκεανού» που αρμένιζε κάπου μεταξύ του ελληνικού πελάγους και των διεθνών υδάτων.

Το 1935 ο Ελύτης μαζί με τον φίλο του Ανδρέα Εμπειρίκο παρίστανται σε μία συνάντηση των Νέων Γραμμάτων, όπου του ζητούν τα χειρόγραφά του «για να τους ρίξουν μια ματιά». Σκεπτόμενοι περί βουνού και Μωάμεθ, του τα επιστρέφουν στοιχειοθετημένα και έτοιμα προς δημοσίευση με το ψευδώνυμο Οδυσσέας Βρανάς. Μετά από την αρχική του άρνηση, τελικά ο Αλεπουδέλης υποκύπτει και το 11ο τεύχος των Γραμμάτων φιλοξενεί την πρώτη δημοσίευση ποιημάτων του νέου ποιητή με το ψευδώνυμο Οδυσσέας Ελύτης.

Εκτός από τους πρώτους στίχους του πολλά υποσχόμενου ποιητή, η Ελλάδα εκείνη την περίοδο γνωρίζει και τον πόλεμο. Αφού έχει ολοκληρώσει τα στρατιωτικά του καθήκοντα, κατά την διάρκεια των οποίων αλληλογραφεί με τον Γιώργο Σεφέρη και τον Νίκο Γκάτσο, πολεμά στην ζώνη πυρός, και καταλήγει να ιδρύσει τον «Κύκλο Παλαμά» στην Κατοχή, ενώ ταυτόχρονα η πρώτη του συλλογή «Προσανατολισμοί» έχουν μεταφραστεί στο εξωτερικό. Παράλληλα, ο πόλεμος έχει εγγραφεί μέσα του, όπως και στο «Άσμα ηρωικό και πένθιμο για τον Χαμένο Ανθυπολοχαγό της Αλβανίας».

Η Ελλάδα του Ελύτη

Παρά την «μετανάστευσή» του στην Ελβετία και στη Γαλλία το 1948, όπου και «βυθίστηκε» στις φιλοσοφικές του αναζητήσεις, στα παριζιάνικα café και στις γνωριμίες του με ανθρώπους όπως ο Μπρετόν, ο Καμύ, ο Μιρό, ο Ματίς και ο Πικάσο, ο Ελύτης δεν άργησε να επιστρέψει στην Ελλάδα. Σωματικά και ποιητικά.

Ήδη ο «Ήλιος ο Πρώτος» είχε θέσει τον τόνο, εξυμνώντας την ομορφιά της φύσης και την χαρά της ζωής, ενώ μέχρι το 1960, ο ποιητής είχε δημοσιεύσει το «Άξιον Εστί», για να συνεργαστεί στην συνέχεια με τον Μίκη Θεοδωράκη και να γράψει ένα από τα πιο «ελληνικά» κεφάλαια στην Ιστορία της ποίησης.

Αφού περάσει η «νεκρή» περίοδος της Χούντας, κατά την οποία αρνείται να αρθρώσει λόγο καθώς και να παραλάβει το «Μεγάλο Λογοτεχνικό Βραβείο» που θέσπισε η Δικτατορία και αφιερώνεται στην άλλη του μεγάλη αγάπη, την ζωγραφική και το κολλάζ, ο Ελύτης αρνείται να πολιτευτεί –η Νέα Δημοκρατία έλαβε το βουλευτικό «όχι» του- και συνεχίζει αυτό που ξέρει να κάνει καλύτερα: να βάζει στην σειρά λέξεις και να δημιουργεί αχτίδες ποίησης.

Γι’ αυτές τις λέξεις το ίδρυμα Νόμπελ του απονέμει το δεύτερο «γαλανόλευκο» Βραβείο Λογοτεχνίας το 1979 –είχε προηγηθεί ο Γιώργος Σεφέρης 16 χρόνια νωρίτερα- «για την ποίησή του, που με φόντο την ελληνική παράδοση, με αισθηματοποιημένη δύναμη και πνευματική οξύνοια ζωντανεύει τον αγώνα του σύγχρονου ανθρώπου για ελευθερία και δημιουργία».

Η έννοια της ελληνικότητας δεν έλειπε από τον περίφημο λόγο του Ελύτη στην τελετή βράβευσης, όπου είπε μεταξύ άλλων: «Μου εδόθηκε, αγαπητοί φίλοι, να γράφω σε μια γλώσσα που μιλιέται μόνον από μερικά εκατομμύρια ανθρώπων. Παρ' όλ' αυτά, μια γλώσσα που μιλιέται επί δυόμισι χιλιάδες χρόνια χωρίς διακοπή και μ' ελάχιστες διαφορές. Η παράλογη αυτή, φαινομενικά, διάσταση, αντιστοιχεί και στη υλικο-πνευματική οντότητα της χώρας μου. Που είναι μικρή σε έκταση χώρου και απέραντη σε έκταση χρόνου. Και το αναφέρω όχι διόλου για να υπερηφανευθώ αλλά για να δείξω τις δυσκολίες που αντιμετωπίζει ένας ποιητής όταν χρησιμοποιεί για τα πιο αγαπημένα πράγματα τις ίδιες λέξεις που χρησιμοποιούσαν μια Σαπφώ ή ένας Πίνδαρος π.χ. - χωρίς ωστόσο να έχει το αντίκρισμα που είχαν εκείνοι επάνω στην έκταση της πολιτισμένης τότε ανθρωπότητας. Εάν η γλώσσα αποτελούσε απλώς ένα μέσον επικοινωνίας, πρόβλημα δεν θα υπήρχε. Συμβαίνει όμως ν' αποτελεί και εργαλείο μαγείας και φορέα ηθικών αξιών. Προσκτάται η γλώσσα στο μάκρος των αιώνων ένα ορισμένο ήθος. Και το ήθος αυτό γεννά υποχρεώσεις. Χωρίς να λησμονεί κανείς ότι στο μάκρος εικοσιπέντε αιώνων δεν υπήρξε ούτε ένας, επαναλαμβάνω ούτε ένας, που να μην γράφτηκε ποίηση στην ελληνική γλώσσα» (δείτε όλο τον λόγο του Οδυσσέα Ελύτη στο επίσημο site των Νόμπελ).

Η ποίηση του Ελύτη

Τα ρω του έρωτα, η Μαρία Νεφέλη, το Φωτόδεντρο, ο Ηλιάτορας, η Νεροσταγόνα, όλα του τα «παιδιά» φέρουν μέσα τους τις βασικές αξίες του, που κινούνται από την υπέρβαση ως την διάρκεια, από τον έρωτα στην αθωότητα και από την δικαιοσύνη μέχρι την μυστηριακή οντότητα του φωτός. «Βέβαια υπάρχει το αίνιγμα. Βέβαια υπάρχει το μυστήριο. Αλλά το μυστήριο δεν είναι μια σκηνοθεσία που επωφελείται από τα παιχνίδια της σκιάς και του σκότους για να μας εντυπωσιάσει απλώς. Είναι αυτό που εξακολουθεί να παραμένει μυστήριο και μέσα στο απόλυτο φως. Είναι τότε που προσλαμβάνει την αίγλη εκείνη που ελκύει και που την ονομάζουμε Ομορφιά». «Ελυτικά» λόγια, και πάλι από τον λόγο του κατά την είσοδό του στο πάνθεον των Νομπελιστών.

Στην ίδια ομιλία, ο Ελύτης καταθέτει και την άποψη του για την «θεία» φύση και αποστολή της ποίησης: «Εάν είναι ο Απόλλων ή η Αφροδίτη, ο Χριστός ή η Παναγία, που ενσαρκώνουν και προσωποποιούν την ανάγκη να δούμε υλοποιημένο εκείνο που σε ορισμένες στιγμές διαισθανόμαστε, δεν έχει σημασία. Σημασία έχει η αναπνοή της αθανασίας που μας επιτρέπουν. Η Ποίηση οφείλει, κατά την ταπεινή μου γνώμη, πέραν από συγκεκριμένα δόγματα, να επιτρέπει αυτή την αναπνοή». Σε κάθε περίπτωση, για τον Ελύτη το θείο έχει την απόχρωση του γαλάζιου: «Θέ μου τί μπλε ξοδεύεις για να μη σε βλέπουμε!»

Οι εκδηλώσεις μιας «Οδύσσειας»

Στην κορύφωση του εορτασμού του έτους Ελύτη, το Μέγαρο Μουσικής διοργανώνει Διεθνές συμπόσιο-συνέδριο προς τιμήν του (1-2 Νοεμβρίου, Megaron Plus), κατά την οποία θα λάβουν χώρα συζητήσεις υπό την θεματική «Ο Εικοστός αιώνας στην ποίηση του Ελύτη. Η ποίηση του Ελύτη στον εικοστό πρώτο αιώνα».

Επίσης, το Μέγαρο ετοιμάζει την ημέρα των γενεθλίων του ποιητή ένα μουσικό «ταξίδι» με τίτλο «Ο κόσμος ο μικρός, ο Μέγας!» (3 Νοεμβρίου, ώρα 20.30, εισιτήρια 9 ως 30 ευρώ), κατά το οποίο θα πραγματοποιηθεί μια βόλτα «στα ιδανικά τοπία της πνευματικής επικράτειας του μεγάλου Έλληνα ποιητή με την πρωτότυπη μουσική του Γιώργου Κουρουπού να λειτουργεί ως πυξίδα για το λυρικό και στοχαστικό - ποιητικό και πεζό - λόγο του αλλά και τα δυνατά χρώματα των εικόνων του». Η ποιήτρια Ιουλίτα Ηλιοπούλου θα απαγγείλει στίχους του Ελύτη και ο ηθοποιός Άρης Λεμπεσόπουλος θα διαβάσει επιλεγμένα πεζά του κείμενα. Την επιμέλεια της εκδήλωσης έχει επίσης η Ιουλίτα Ηλιοπούλου.

Απόσπασμα από συνέντευξη του Ελύτη στην οποία μιλά για την Ελλάδα

Σάββατο 22 Οκτωβρίου 2011

Έτος Ελύτη

Σύσση Καπλάνη

Έτος Ελύτη έχει ανακηρυχθεί το 2011, αφού φέτος συμπληρώνονται 100 χρόνια από τη γέννηση του νομπελίστα ποιητή.

Στο πλαίσιο των σχετικών εκδηλώσεων το Εθνικό Κέντρο Βιβλίου οργανώνει μια συνάντηση αφιερωμένη στο έργο του Οδυσσέα Ελύτη και την επιδραστική παρουσία του στο σύγχρονο ποιητικό γίγνεσθαι. Η εκδήλωση θα γίνει τη Δευτέρα 24 Οκτωβρίου, ώρα 17:30, στο χώρο εκδηλώσεων του βιβλιοπωλείου ΙΑΝΟS (Σταδίου 24, Αθήνα).

Θα πάρουν μέρος ποιητές από τις νεότερες γενιές που γνωρίστηκαν κι εξακολουθούν να «συνομιλούν» με το έργο του: Γιάννης Αντιόχου, Ηλίας Γκρης, Γιάννης Ευθυμιάδης, Κατερίνα Ηλιοπούλου, Γιώργος Μπλάνας, Παυλίνα Παμπούδη, Κώστας Παπαγεωργίου, Στρατής Πασχάλης, Βασίλης Ρούβαλης.

Προλογίζει η ποιήτρια Ιουλίτα Ηλιοπούλου.

Η εκδήλωση περιλαμβάνει τις τοποθετήσεις δέκα δημιουργών γύρω από την πνευματική προσωπικότητα και τη συνεισφορά του Οδυσσέα Ελύτη στη νεοελληνική γραμματεία, όσο και για την απήχηση που εξακολουθεί να ασκεί το έργο του στο ελληνικό αναγνωστικό κοινό.

Ενδιάμεσα στις ομιλίες θα παρεμβάλλονται απαγγελίες ποιημάτων και προβολές
χαρακτηριστικών αποσπασμάτων από ντοκιμαντέρ διανθίζοντας την τιμητική εκδήλωση: Με την ευγενική παραχώρηση από το αρχείο της ΕΡΤ θα προβληθούν αποσπάσματα από τις αφιερωματικές εκπομπές «Παρασκήνιο», «Ριμέικ» και «Μονόγραμμα» καθώς και από τις ταινίες: «Της Πατρίδας μου πάλι Ομοιώθηκα» των Γιώργου και Ηρούς Σγουράκη σε σκηνοθεσία Γιώργου Καριπίδη και «Ο κήπος Βλέπει» της Ιουλίτας Ηλιοπούλου σε σκηνοθεσία Μάνου Ευστρατιάδη.

Η φετινή βιβλιοπαραγωγή τιμώντας τον δημιουργό του ‘Άξιον εστί’ έχει συμπεριλάβει και τους παρακάτω τίτλους βιβλίων:

Ο ερωτευμένος Ελύτης

Δικτατορία Μεταξά. Κέρκυρα 1937. Ο νεαρός Οδυσσέας Ελύτης φοιτά στη Σχολή Εφέδρων Αξιωματικών. Συνυπηρετεί με τον Κύπριο φίλο του Ευάγγελο Λουίζο, κάνει παρέα με το συγγραφέα Λόρενς Ντάρελ, το γιατρό Θεόδωρο Στεφανίδη και κάποιους ντόπιους λογοτέχνες.

Με οδηγό τους στίχους του ποιητή, που γράφτηκαν εκείνο τον καιρό, ό,τι μπόρεσε να ανασύρει από τις τοπικές εφημερίδες και κάποιες μαρτυρίες γηγενών ο Κερκυραίος συγγραφέας Φίλιππος Φιλίππου, χρόνια μετά, αναζητά περισσότερα στοιχεία για τον άνθρωπο Ελύτη και συγκεκριμένα τους εννέα μήνες που φιλοξενήθηκε στο νησί των Φαιάκων.
Πώς περνούσε τις ελεύθερες ώρες του; Ποια ήταν η σχέση του με ορισμένες νεαρές
αριστοκράτισσες; Ακόμα, τι κρύβεται πίσω από το ποίημά του «Ελένη»;

«Με την πρώτη σταγόνα της βροχής σκοτώθηκε το καλοκαίρι
Μουσκέψανε τα λόγια που είχανε γεννήσει αστροφεγγιές
Όλα τα λόγια που είχανε μοναδικό τους προορισμόν Εσένα!...»

«Ο ερωτευμένος Ελύτης» είναι ένα μυθιστόρημα- σπουδή για τον νεαρό έφεδρο
αξιωματικό τον μετέπειτα νομπελίστα και ταυτόχρονα τον άνθρωπο Ελύτη.
Άλλωστε, ο έρωτας διαποτίζει το έργο του ποιητή, ακόμη και το Άξιον Εστί, το
ωραιότερο ίσως ποίημα που έχει γραφτεί στην ελληνική γλώσσα. Ο ίδιος σε μια
συνέντευξή του παραδέχτηκε την ηδονοθηρία του: «ήμουν δοσμένος εις τες ηδονές,
που λέει κι ο Καβάφης».

( το βιβλίο θα κυκλοφορήσει 21 Νοεμβρίου από τις εκδόσεις Ψυχογιός)

Συν τοις άλλοις Ελύτης

Το βιβλίο περιλαμβάνει εν πολλοίς συνεντεύξεις που έδωσε ο Οδυσσέας Ελύτης από
το 1942 μέχρι το 1992. Ο ποιητής, μέσω των συνομιλιών αυτών αναπτύσσει πληθώρα
θεμάτων, με τον πιο άμεσο τρόπο, αυτόν του προφορικού λόγου. Μιλά γιά την ποίησή του, για την ελληνική γλώσσα, για τη σημασία της φύσης, για τον ρόλο της ποίησης στη ζωή, για την Ελλάδα, για την αντίθεσή του προς όλες τις εξουσίες, καθώς και για ποικίλα άλλα ζητήματα εμπλουτίζοντας με αυτόν τον τρόπο, την παρακαταθήκη τού λόγου του, πολύτιμη για όλους εμάς.

Οι συνομιλίες-συνεντεύξεις αυτές έχουν γίνει με τους: Φάνη Κλεάνθη, Τεύκρο Ανθία, Ρένο Η. Αποστολίδη, Γιώργο Πηλιχό, Ανδριάνα Φερεντίνου, Λεωνίδα Ζενάκο, Ivar Ivask, Σούλα Αλεξανδροπούλου, Τάκη Μενδράκο, Ματθαίο Μουντέ, Γιάννη Φλέσσα, Μηνά Νικηφοράκη, Olivier Germain - Thomas, Βάιο Παγκουρέλη, Βεατρίκη Σπηλιάδη, Μαρία Δωρίτη, Victoria Fernández, Κίτσα Μπόντζου, Αντώνη Φωστιέρη, Θανάση Θ. Νιάρχο, Γιώργο Γεμενάκη, Δημήτρη Τ. Άναλι, Νίκο Δήμου, Μικέλα Χαρτουλάρη, Ιουλίτα Ηλιοπούλου.

Η συλλογή αυτή των συνεντεύξεων συμπληρώνεται από ένα ηχητικό ντοκουμέντο σε
μορφή cd. Πρόκειται για τη συνέντευξη Τύπου που δόθηκε στις 19 Οκτωβρίου 1979,
την επόμενη της αναγγελίας της βράβευσης του Οδυσσέα Ελύτη με το Βραβείο Νόμπελ
Λογοτεχνίας.
Την έκδοση κοσμούν εκατό φωτογραφίες, χειρόγραφα και σχέδια του ποιητή.

(Το βιβλίο κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Ύψιλον)

100 χρόνια από τη γέννηση του Οδυσσέα Ελύτη

Φανταστείτε τον Οδυσσέα Ελύτη να κάθεται σε μια χαμηλή πολυθρόνα, με τα χειρόγραφα πλάι του. Το πλάι του είναι το πάτωμα. Πάνω εκεί αφημένα τα ακόμη ανολοκλήρωτα ποιήματά του. Τον βολεύουν -γιατί η ποίηση είναι αφόρητη χειρωναξία κι όχι αποκλειστικά ονειροφαντασία- τα μεγάλου σχήματος αναδιπλούμενα τετράδια, με σελίδες καντριγιέ, που τα ακουμπά στα γόνατά του.

Στη Villa Natacha με τους Ivar Ivask και Στρατή Ελευθεριάδη-Τεριάντ



Διαβάστε την συνέχεια

Δευτέρα 5 Σεπτεμβρίου 2011

«Για κάποιαν απόχρωση του μωβ...»


«Εγώ κολακεύομαι να πιστεύω ότι αν δεν είχα γίνει ποιητής θα μπορούσα να είμαι ένας καλός ζωγράφος» έγραφε ο Οδυσσέας Ελύτης στην «Αυτοπροσωπογραφία σε λόγο προφορικό» (εκδ. Υψιλον). Οποιες κι αν ήταν οι φιλοδοξίες του κορυφαίου ποιητή μας, γεγονός είναι ότι η σχέση του με τη ζωγραφική παρέμεινε ιδιαίτερη, προσωπική, σε βάθος χρόνου.

«Ο Κούρος» (1978)

«Ο Κούρος» (1978)


Μικρές ζωγραφιές, υδατογραφίες, ευφάνταστα κολάζ και σχέδια συνοδεύουν τις ποιητικές του συλλογές («Ο κήπος με τις αυταπάτες», «Ιδιωτική οδός», κά), εκφράζοντας το συναίσθημα των στίχων του, τις εικόνες των λέξεών του Το μυστήριο της ζωής, ο άνθρωπος και τα πάθη του, η θεϊκή υπόσταση της φύσης πήραν τα σχήματα και τα χρώματα που οραματίστηκε Ανεμοι, κύματα, κούροι και κόρες «ο κόσμος, ο μικρός ο μέγας» συμπυκνώνεται στις συνθέσεις του.

Μια έκθεση με τίτλο «Ο κόσμος του Οδυσσέα Ελύτη. Ποίηση και ζωγραφική» που εγκαινιάζεται στις 22 του μήνα στο ίδρυμα Εικαστικών Τεχνών και Μουσικής Β. & Μ. Θεοχαράκη, με την ευκαιρία των 100 χρόνων από τη γέννηση του νομπελίστα, δίνει την ευκαιρία στο κοινό να προσεγγίσει και τις δύο όψεις της δημιουργίας του και να αφουγγραστεί το διάλογό τους.

Πρόκειται για μεγάλο αφιέρωμα που χωρίζεται σε τρεις ενότητες: Η πρώτη περιλαμβάνει τις υδατογραφίες, τα κολάζ και τα σχέδια του Ελύτη. Η δεύτερη αποσπάσματα από αισθητικά δοκίμια που έγραψε για μεγάλους ζωγράφους και γλύπτες όπως οι: Πικάσο, Θεόφιλος, Παρθένης, Εγγονόπουλος, Τσαρούχης, Μόραλης, Φασιανός, μαζί με χειρόγραφά του, εκδόσεις των έργων του, καθώς και δημοσιευμένες και αδημοσίευτες φωτογραφίες του. Ακόμα, θα παρουσιαστούν έργα συγχρονων ελλήνων εικαστικών εμπνευσμένα από την ποίησή του.

«Ο Οδυσσέας Ελύτης μπορεί να διεκδικήσει αβίαστα τον τίτλο του πιο φιλότεχνου, του πιο ειδήμονα ποιητή του 20ού αιώνα» επισημαίνει η διευθύντρια της Εθνικής Πινακοθήκης Μαρίνα Λαμπράκη-Πλάκα στον κατάλογο που συνοδεύει την έκθεση και περιλαμβάνει ακόμα κείμενα των Ελένης Γλύκατζη-Αρβελέρ, Γιώργου Μπαμπινιώτη, Αλέκου Φασιανού, Ιουλίτας Ηλιοπούλου κ.ά.

Δεν είναι μόνο η θεωρία των «ανταποκρίσεων» του Μποντλέρ και του Μαλαρμέ, οι οποίοι μιλούν για «συγγυμνασία» των αισθήσεων που τον ενδιαφέρει. Από νωρίς μυείται στη μοντέρνα τέχνη και στο Παρίσι γνωρίζει τον Ματίς, τον Πικάσο, τον Σαγκάλ, τον Τζακομέτι. Την άνοιξη του 1935 ο Ανδρέας Εμπειρίκος τού ανοίγει τη μεγάλη βιβλιοθήκη του. «Στο διαμέρισμα του Εμπειρίκου στη λεωφόρο Βασιλίσσης Σοφίας, έκθαμβος ο νεαρός ποιητής ανακάλυπτε τους πίνακες "με τα εξωφρενικά θέματα" και τα κολάζ των σουρεαλιστών, του Μαξ Ερνστ, του Οσκαρ Ντομίνγκεθ, του Βικτόρ Μπρονέρ, του Υβ Τανγκί» συνεχίζει η Μ. Λαμπράκη-Πλάκα. «Τον Μάρτιο του 1936 οργανώθηκε στο διαμέρισμα του Εμπειρίκου και η "Πρώτη υπερρεαλιστική έκθεση των Αθηνών", όπου ο ποιητής εξέθεσε πρώτη φορά και τα δικά του έργα "πεντ' έξι κολάζ", "συνεικόνες" θα τα ονομάσει εύστοχα αργότερα».

Στις προσωπικές του συνθέσεις εμπνέεται από τη μικρή γωνιά της Μεσογείου, όπου έζησε, μεταφέροντας μνήμες από την κλασική Ελλάδα και το Βυζάντιο. Η θάλασσα αποτελεί σημαντικό σημείο αναφοράς όπως και η γυναίκα, γυμνή, αισθησιακή, που μετουσιώνεται σε πουλί ή άγγελο. «Ενας άγγελος θηλυκός σε όλη του τη δόξα» όπως τον φαντάζεται ο ποιητής με «φτερούγες από θαλασσινά όστρακα». Η κόρη του Ποσειδώνα «Ευάνδη», η «Θεά Φυτώ», η «Κόρη στο γυαλί», «Η γυναίκα με τα λευκά»....

«Οι υδατογραφίες του με τα διάφανα χρώματα, τις θερμές σκιές, τη γεωμετρική αφαίρεση και την εκφραστική ενάργεια προβάλλουν την πιο μυστηριακή και ερωτική αίσθηση της ζωής» σημειώνει στον ίδιο κατάλογο ο Τάκης Μαυρωτάς, διευθυντής εικαστικού προγράμματος του ιδρύματος Θεοχαράκη. «Η λυρική πνοή της ποιητικής του ιδιοσυγκρασίας φανερώνεται μέσα από τους ιριδισμούς των υδατογραφιών του».

Ο Ελύτης παλεύει με τα χρώματα: «Ξυπνάω τις νύχτες ανήσυχος για κάποιαν απόχρωση του μωβ» γράφει, ενώ ψάχνει σε περιοδικά, κόβει εικόνες, κάνει εκατοντάδες συνδυασμούς στο κολάζ. «Επεδίωκα με το τελικό αποτέλεσμα κάτι παραπλήσιο μ' αυτό που επεδίωκε ένας ζωγράφος. Και αυτό μου στοίχισε ώρες εργασίας και αφάνταστο μόχθο που, μερικοί επιπόλαιοι από τους θεατές, όχι μόνο δεν τον διέγνωσαν, αλλά με κατηγόρησαν και για προχειρολογία και παιδικότητα», παραπονιέται.

Για τον Ελύτη τα χρώματα ήταν οι βιταμίνες του, έχει πει παλιότερα στο «7» η ποιήτρια Ιουλίτα Ηλιοπούλου: «Υπήρχαν στιγμές που ένιωθε ότι η ποίηση είναι αχάριστη, δεν επιστρέφει τη χαρά της εικόνας της, ενώ η ζωγραφική του επέστρεφε χαρά οπτική»


πηγή

Σάββατο 6 Αυγούστου 2011

Παρθένω Σικινίω Οδυσσέας Ελύτης ανέθηκε - ΣΗΜΕΡΑ ΤΑ ΘΥΡΑΝΟΙΞΙΑ ΤΗΣ ΠΑΝΤΟΧΑΡΑΣ



Α Π Ο Λ Υ Τ Ι Κ Ι Ο Ν
Παντοχαρᾶς τοῦ Ἐλύτη
εἰς νῆσον Σίκινον
ποιηθὲν ὑπὸ π. Παναγιώτου Καποδίστρια

Ἦχος α΄. Τοῦ λίθου σφραγισθέντος.


Τῆς χάριτος γαστέρα,
χαρᾶς πάντων μητέρα,
τὴν τὸν ποθεινὸν ἐν τῷ κόσμῳ
ποιητὴν ἀναβλύζουσαν,
πανδήμως τιμῶμεν καὶ ἡμεῖς
σχεδίαν τῷ κλύδωνι σωστικήν,
οὐρανίσασαν ἀνθρώπων τὸ χοϊκόν,
τῇ γῇ τὸ θεῖον δεικνῦσα.
Χαίροις, γλυκυτάτη Παντοχαρά,
χαίροις, ἐσχάτων πρόναος,
χαίροις, ὡραιότης ἔλλογος, θεοπερίχυτε.



[Zάκυνθος, 27 Ιουλίου 2011]


Εδώ στη Σίκινο τελέστηκαν σήμερα το πρωί τα Θυρανοίξια της Παντοχαράς του Ελύτη,
δηλ. του εξωκκλησιού που ήταν επιθυμία του ποιητή να γίνει στη Σίκινο, την οποία δεν επισκέφτηκε ποτέ!

Η ποιήτρια Ιουλίτα Ηλιοπούλου εκπλήρωσε το τάμα του ποιητή κατά τον καλύτερο τρόπο. Τοποθεσία, σύλληψη και εκτέλεση του έργου, λιτότης, αρχοντιά, ευλάβεια αληθινή.


Δημοσιεύουμε τις πρώτες φωτογραφίες και θα επανέλθουμε.
Είναι γεγονός ότι ο ποιητής ήθελε την Παναγία την Παντοχαρά γιατί του είχε κάνει ιδιαίτερη εντύπωση η σπουδαία εικόνα της Παναγίας με την επιγραφή Η Πάντων Χαρά, που βρισκόταν στα Στροφάδια και σήμερα φυλάσσεται στο Μουσείο Εκκλησιαστικής Τέχνης της Ι. Μονής του Αγίου Διονυσίου στη Ζάκυνθο.
Στην ανάλυση της εικόνας θα επανέλθουμε λεπτομερώς.
Ευχαριστώ θερμά τον φίλο ποιητή π. Παναγιώτη Καποδίστρια από τη Ζάκυνθο, εραστή της ποίησης του Ελύτη, για το απολυτίκιο που συνέθεσε ειδικά για την Παντοχαρά του Ελύτη, και ψάλλοντάς το σήμερα μπήκαμε στην εκκλησία.









Παρασκευή 5 Αυγούστου 2011

Έρχομαι ...στην Παρθένο της Σικίνου πριν να υπάρξει...


Η Παντοχαρά του Ελύτη, το αφιέρωμα του ποιητή στην Παναγία, βρίσκεται σε σημείο που έχει ανατολικά το Μοναστήρι της Παναγιάς της Χρυσοπηγής και δυτικά τη χώρα της Σικίνου. Αγναντεύει το Βορρά και το Αιγαίο πέλαγος, ενώ στο βάθος φαίνεται η νήσος Σίφνος.
Το εκκλησάκι αποτελούσε επιθυμία του νομπελίστα ποιητή μας, την οποία είχε εκφράσει στην Ιουλίτα Ηλιοπούλου τα τελευταία χρόνια της ζωής του. Εκείνη, δέκα χρόνια τώρα -θεμελιώθηκε το 2001- και ύστερα από πολλές δυσχέρειες, φρόντισε ευλαβικά, παρ' ότι δεν θα είναι μια εκκλησία ιδιωτική αλλά ανοιχτή για τους κατοίκους του νησιού, να εκπληρώσει το τάμα.


Επί προεδρίας Γιώργου Μάναλη από την τότε κοινότητα Σικίνου παραχωρήθηκε μια μικρή έκταση και η Ιουλίτα Ηλιοπούλου ανέλαβε την οργάνωση, τα έξοδα, την όλη υλοποίηση της επιθυμίας του Ελύτη. Ο μηχανικός Λάμπρος Κωστάκης, ο αγιογράφος Α. Σκαλιώτης και τεχνίτες του νησιού, ο Μιχάλης Κιμουλιάτης με το γιο του, εργάστηκαν για να υλοποιηθεί το έργο που αρχιτεκτονικά επιμελήθηκε ο Αλέξανδρος Σαμαράς.
Ενας χώρος απλός, λιτός, αιγαιοπελαγίτικος, επάνω στον «αέρα» που βλέπει ανεμπόδιστα τη θάλασσα.

Τα Θυρανοίξια της Παναγίας της Παντοχαράς θα πραγματοποιηθούν μεθαύριο Σάββατο 6 Αυγούστου στις 10.30 το πρωί από τους ιερείς του νησιού. Σε όσους θα συμμετέχουν στην τελετή θα προσφερθεί και το παραδοσιακό παστέλι με σικινιώτικο μέλι.
Το βράδυ στις 9 στην πλατεία της Παντάνασσας θα λάβει χώρα ένα αφιέρωμα στον Oδυσσέα Ελύτη, με τη συμμετοχή των μουσικών Γιώργου Κουρουπού και Σπύρου Σακκά, οι οποίοι θα παρουσιάσουν μαζί με την Ιουλίτα Ηλιοπούλου ένα πρόγραμμα με τίτλο: «Με το Λύχνο του Άστρου».


Η συγκεκριμένη εκδήλωση θα είναι ανοιχτή στο κοινό, σε όλους τους κατοίκους του νησιού και στους επισκέπτες του καλοκαιριού.
Επιθυμία όλων των μόνιμων κατοίκων της Σικίνου είναι οι εκδηλώσεις αυτές να μην έχουν κοσμικό χαρακτήρα αλλά να αποτελέσουν σύμβολο μνήμης για τον σπουδαίο Οδυσσέα Ελύτη.

Ο Ελύτης δεν πήγε ποτέ στη Σίκινο. Αλλά θα είναι πλέον εσαεί εκεί με την Παναγία του την Παντοχαρά

Κυριακή 5 Ιουνίου 2011

Στὴν Ἑλλάδα, ἕνα εὐαίσθητο παιδὶ μεγαλωμένο πλάι στὴ θάλασσα ἔχει τὴν αἴσθηση τῆς ἀκοῆς τρισδιάστατη। Στὴ μιὰ πιάνει τοὺς ἀγέρηδες καὶ τὸν παφλασμὸ τῶν κυμάτων· στὴ δεύτερη, τὴν ἑλληνικὴ λαλιὰ στὴν ἀρχική της φθογγολογικὴ σύσταση· στὴν τρίτη, τὸν κόσμο τῶν νοημάτων, ἀπὸ τῆς Ἰωνίας τοὺς καιροὺς καὶ δῶθε

Ὀδυσσέας Ἐλύτης


Τρίτη 29 Μαρτίου 2011

Τότε όμως η Ποίηση;




Τότε όμως η Ποίηση; Τι αντιπροσωπεύει μέσα σε μια τέτοια κοινωνία; Απαντώ: τον μόνο χώρο όπου η δύναμη του αριθμού δεν έχει πέραση. Και ακριβώς, η εφετεινή απόφασή σας να τιμήσετε στο πρόσωπό μου την ποίηση μιας μικρής χώρας δείχνει σε πόσο αρμονική ανταπόκριση βρίσκεστε με την χαριστική αντίληψη της τέχνης, την αντίληψη ότι η τέχνη είναι η μόνη εναπομένουσα πολέμιος της ισχύος που κατήντησε να έχει στους καιρούς μας η ποσοτική αποτίμηση των αξιών...

Μου εδόθηκε, αγαπητοί φίλοι, να γράφω σε μια γλώσσα που μιλιέται μόνον από μερικά εκατομμύρια ανθρώπων. Παρ' όλ' αυτά, μια γλώσσα που μιλιέται επί δυόμισι χιλιάδες χρόνια χωρίς διακοπή και μ' ελάχιστες διαφορές. Η παράλογη αυτή, φαινομενικά, διάσταση, αντιστοιχεί και στη υλικο-πνευματική οντότητα της χώρας μου. Που είναι μικρή σε έκταση χώρου και απέραντη σε έκταση χρόνου. Και το αναφέρω όχι διόλου για να υπερηφανευθώ αλλά για να δείξω τις δυσκολίες που αντιμετωπίζει ένας ποιητής όταν χρησιμοποιεί για τα πιο αγαπημένα πράγματα τις ίδιες λέξεις που χρησιμοποιούσαν μια Σαπφώ ή ένας Πίνδαρος π.χ. - χωρίς ωστόσο να έχει το αντίκρισμα που είχαν εκείνοι επάνω στην έκταση της πολιτισμένης τότε ανθρωπότητας. Εάν η γλώσσα αποτελούσε απλώς ένα μέσον επικοινωνίας, πρόβλημα δεν θα υπήρχε. Συμβαίνει όμως ν' αποτελεί και εργαλείο μαγείας και φορέα ηθικών αξιών. Προσκτάται η γλώσσα στο μάκρος των αιώνων ένα ορισμένο ήθος. Και το ήθος αυτό γεννά υποχρεώσεις. Χωρίς να λησμονεί κανείς ότι στο μάκρος εικοσιπέντε αιώνων δεν υπήρξε ούτε ένας, επαναλαμβάνω ούτε ένας, που να μην γράφτηκε ποίηση στην ελληνική γλώσσα. Nα τι είναι το μεγάλο βάρος παράδοσης που το όργανο αυτό σηκώνει. Το παρουσιάζει ανάγλυφα η νέα ελληνική ποίηση.



Οδυσσέας Ελύτης (2 Νοεμβρίου 1911 - 18 Μαρτίου 1996)
Νόμπελ Λογοτεχνίας 1979, απόσπασμα του λόγου που εκφωνήθηκε στην απονομή του βραβείου.