Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Λογοτεχνικά ψήγματα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Λογοτεχνικά ψήγματα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 23 Απριλίου 2026

Τάμα Βέρες στον Άη-Γιώργη

Μπορεί να είναι εικόνα ‎κείμενο που λέει "‎قط‎"‎ 
 
Ορεινό χωριό Αρκαδίας, Μάιος 1953
Το Τάμα
Ο Άη-Γιώργης στεκόταν στην άκρη του χωριού. Πέτρινο ξωκλήσι, μικρό, με καμπάνα που χτυπούσε μόνη της όταν φύσαγε βοριάς. Μέσα, η εικόνα του καβαλάρη με το κοντάρι στο δράκο. Κι από κάτω, στο εικονοστάσι, κρεμασμένα τάματα: ασημένια ματάκια, χεράκια, ποδαράκια, καρδούλες.
Ανάμεσά τους, ξεχώριζαν δύο βέρες. Δεμένες με κόκκινη κλωστή. Σκουριασμένες, θαμπές από τα χρόνια.
Η Ιστορία
Ήταν 1947. Εμφύλιος. Το χωριό χωρισμένο στα δύο. Αδερφός δεν μιλούσε σε αδερφό.
Η Μαρία του Καραγιάννη αγαπούσε τον Γιώργη του Μπουκουβάλα. Μπουκουβαλαίοι και Καραγιανναίοι είχαν αίμα αναμεταξύ τους από το 1932. Βεντέτα. Τρεις σκοτωμένοι.
Ο έρωτάς τους ήταν καταδικασμένος. Αν το μάθαιναν οι πατεράδες, θα τους σκότωναν. Αν όχι οι πατεράδες, το χωριό.
Συναντιούνταν κρυφά στο ξωκλήσι. Ο Άη-Γιώργης ήταν ο μόνος μάρτυρας. Εκεί, μπροστά στην εικόνα, αντάλλαξαν όρκους. Δεν είχαν βέρες. Έκοψαν δύο βέργες από κλήμα, τις έπλεξαν σε κύκλο. «Μπροστά στον Άγιο, είσαι άντρας μου», του είπε. «Μπροστά στον Άγιο, είσαι γυναίκα μου», της είπε.
Ο Χωρισμός
Το 1948 τον πήραν φαντάρο τον Γιώργη. Γράμμιτσα. Η Μαρία έμεινε πίσω. Έγκυος.
Όταν γεννήθηκε το παιδί, ο πατέρας της ο Καραγιάννης την έδιωξε. «Πουτάνα. Ντροπή της φαμελιάς». Πήγε στην Αθήνα υπηρέτρια. Το παιδί το άφησε στη μάνα της κρυφά.
Ο Γιώργης γύρισε το 1951. Λαβωμένος στο πόδι. Την έψαξε. Του είπαν «πέθανε στη γέννα». Το πίστεψε.
Το Τάμα
Το 1953, η Μαρία γύρισε. Μετανάστρια από την Αυστραλία, χήρα. Ο άντρας της σκοτώθηκε σε ορυχείο. Είχε λεφτά τώρα. Αγόρασε δύο χρυσές βέρες.
Πήγε νύχτα στον Άη-Γιώργη. Γονάτισε. Άφησε τις βέρες στο εικονοστάσι. Τις έδεσε με κόκκινη κλωστή — κλωστή από το νυφικό που δεν φόρεσε ποτέ.
Και προσευχήθηκε:
«Άη-Γιώργη μου καβαλάρη. Εσύ που σκότωσες τον δράκο. Σκότωσε και τον δράκο του μίσους. Να σμίξω με τον άντρα μου έστω και στον άλλο κόσμο. Αφού σε τούτον δεν μας άφησαν.»
Έφυγε πριν ξημερώσει. Κανείς δεν την είδε.
Η Αντάμωση
Την ίδια βδομάδα, ο Γιώργης πήγε στο ξωκλήσι. Πήγαινε κάθε Κυριακή από τότε που γύρισε. Άναβε κερί στη Μαρία του.
Είδε τις βέρες. Τις γνώρισε. Ήταν ίδιες με αυτές που είχαν ονειρευτεί να αγοράσουν από τον χρυσοχόο της Τρίπολης.
Ρώτησε τον παπά. «Ποιος τις άφησε, παπά;»
«Μια γυναίκα νύχτα. Δεν την γνώρισα. Έκλαιγε.»
Ο Γιώργης κατάλαβε. Έφυγε τρέχοντας. Τη βρήκε στο σπίτι της μάνας της. Κρατούσε το παιδί τους — εξάχρονο αγόρι τώρα. Τον έλεγαν Γιώργη.
Δεν μίλησαν. Δεν χρειαζόταν. Οι βέρες είχαν μιλήσει στον Άη-Γιώργη πρώτα.
Το Σήμερα
Παντρεύτηκαν εκεί. Στον Άη-Γιώργη. Με τις ίδιες βέρες από το τάμα. Ο παπάς τις ευλόγησε ξανά.
Ο Καραγιάννης δεν πήγε στον γάμο. Ο Μπουκουβάλας πήγε. Και μαζί του, όλο το χωριό.
Η βεντέτα έσβησε. Όχι με αίμα. Με δύο βέρες δεμένες με κόκκινη κλωστή.
Οι Βέρες
Μένουν ακόμα εκεί. Στο εικονοστάσι του Άη-Γιώργη. Θαμπές, σκουριασμένες. Κανείς δεν τις πειράζει.
Οι νέοι του χωριού, όταν παντρεύονται, πάνε πρώτα εκεί. Ακουμπάνε τις δικές τους βέρες πάνω στις παλιές για ευλογία.
Γιατί λένε πως ο Άη-Γιώργης σε αυτό το ξωκλήσι δεν σκοτώνει μόνο δράκους.
Σκοτώνει και το μίσος.
Και φυλάει τους όρκους που δόθηκαν με κληματόβεργες, όταν δεν υπήρχαν χρυσάφια.
Φυλάει την αγάπη που περίμενε έξι χρόνια, ένα πόλεμο, και μια ξενιτιά για να σμίξει.
Πάνε ακόμα προσκυνητές. Αφήνουν βέρες όταν ο γάμος τους περνάει κρίση.
Και μερικές φορές, λέει ο παπάς, το πρωί τις βρίσκει λυμένες.
Σαν να τις φόρεσαν ξανά οι άνθρωποι που τις άφησαν.
Σαν να τους έδωσε ο Άγιος μια δεύτερη ευκαιρία.

Τρίτη 14 Απριλίου 2026

Έλληνες Λογοτέχνες αναζητούν τον Ουρανό


 Γράφει ο  Ηρακλής Ρεράκης*


Στη χώρα μας, η συντριπτική πλειονότητα των Ελλήνων, μέσα από την σχεδόν καθολική βίωση της διαχρονικής ορθόδοξης χριστιανικής παραδόσεως, θεωρεί, ως πολιτισμικό και κοινωνικό δεδομένο, την αναζήτηση της ουράνιας και Αιώνιας Ζωής.

Μάλιστα, οι περισσότεροι, ανεξάρτητα από το μέγεθος της πίστεώς τους,  όσον αφορά στο θέμα της μεταθανάτιας ζωής, αποδέχονται τη χριστιανική προοπτική, που θεωρεί το διά του θανάτου τέλος της ανθρώπινης ζωής, ως αρχή της Ουράνιας.

Διότι, ενώ η φιλοσοφία και οι άλλες επιστήμες δίνουν ιδέες, που βοηθούν τον άνθρωπο να κατανοήσει ορθολογικά ή ψύχραιμα το νόημα του θανάτου, να απαλύνει την οδύνη του ή να συμφιλιωθεί με αυτόν, μόνον ο Χριστός, δια της σταυρικής Θυσίας και της Αναστάσεώς Του, έδωσε την αποφασιστική και νικηφόρα μάχη κατά του Θανάτου, οδηγώντας στην ελπίδα της υπέρβασής του.

 Γι’ αυτό οι πλείστοι Έλληνες, ζώντας εντός του πλαισίου του ορθόδοξου πολιτισμού, αποκτούν μια μορφή πίστης, που τους οδηγεί στη βεβαιότητα ότι ο θάνατος δεν αποτελεί το τέλος της ανθρώπινης ύπαρξης, αλλά την αρχή της Ουράνιας και Αιώνιας Ζωής.

Συνεπώς, μέσα από τη διαχρονική επίδραση του ορθόδοξου πολιτισμού οι ψυχές των πλείστων Ελλήνων έρχονται πιο κοντά στο εκκλησιαστικό όραμα, εντάσσοντας στη φιλοσοφία της ζωής τους, τη ουράνια Πολιτεία.

Έτσι, ακολουθούν συχνά τη σταυρική και αγνή πορεία της εν Χριστώ ζωής, κάνοντας θυσίες νηστείας, δηλαδή εγκράτειας από το κακό και αγάπης προς τον πλησίον, προσπαθώντας, έτσι, να μένουν «ανάλαφροι», με καθαρή τη ζωή και τη συνείδησή τους από τις θανατερές οδύνες και πληγές που δημιουργεί το μίσος και η κακία, ως έλλειψη αγάπης και δικαιοσύνης.

Στην Εκκλησία, ο θάνατος ερμηνεύεται, ως η μετάβαση από τον θάνατο στην Αιώνια ζωή του Θεού, την οποία προετοιμάζει η εν Χριστώ Ζωή, που δίδαξε ο θεάνθρωπος Σωτήρας Χριστός, κατά την επίγεια ζωή Του, διδασκαλία και ζωή, που συνεχίζει η Εκκλησία Του.

Ωστόσο, αν και ο Χριστός, με τη ζωή και τη διδασκαλία του, μας απέδειξε ότι σκοπός της ζωής μας είναι η Αθανασία και η Αιωνιότητα και όχι το δέσιμο και το ρίζωμα σ’ αυτόν τον πρόσκαιρο κόσμο, ο άνθρωπος βαραίνει σιγά-σιγά με τα λάθη και τις αδυναμίες του και στρέφεται περισσότερο στην αναζήτηση των επιγείων έναντι των ουρανίων αγαθών.

Η Ήβη Σκανδαλάκη, με το φιλολογικό ψευδώνυμο «Μελισσάνθη», στο ποίημά της «Στη νύχτα που έρχεται», περιγράφει τη συνήθη λανθασμένη πορεία που ακολουθούν οι άνθρωποι:

«Ξεκινάμε ανάλαφροι, καθώς η γύρη που ταξιδεύει στον άνεμο. Γρήγορα πέφτουμε στο χώμα ρίχνουμε ρίζες, ρίχνουμε κλαδιά γινόμαστε δέντρα που διψούν Ουρανό, κι όλο αρπαζόμαστε με δύναμη απ’ τη γη. Ωσότου, φτάνει ένας άνεμος παράξενος -κανείς δεν ξέρει πότε κι από πού ξεκινά- μας ρίχνει κάτω μ’ όλες τις ρίζες στον αέρα. Για λίγο ακόμα μες στη φυλλωσιά μας κάθεται κρυμμένο -να πει μια τρίλια του στη νύχτα που έρχεται - ένα πουλί».

Ωστόσο, παρά τις δυσκολίες της ζωής, οι άνθρωποι καταφέρνουν να αντιστέκονται, να μένουν όρθιοι, να ανανεώνονται με το νέο φύλλωμα της Άνοιξης της ζωής και να διαφυλάσσουν, μέσα σ’ αυτό το φύλλωμα, ακέραιο το πουλί εκείνο, που, στην κατάλληλη ώρα του τέλους, θα είναι σε θέση «να πει μια τρίλια στην νύχτα που έρχεται», δηλαδή ένα κελάηδισμα ελπίδας.

Ο πόθος του ανθρώπου να ριζώσει και να κρατηθεί σ’ αυτή τη ζωή, αν ήταν δυνατόν αιώνια, αποτελεί, στην ουσία, τη φανέρωση του ενδόμυχου ανικανοποίητου στόχου του για την υπέρβαση του θανάτου και την κληρονομιά της αιώνιας ζωής.

Η έμφυτη δίψα του, δηλαδή, για την πορεία του προς την ουράνια ζωή, όταν δεν ικανοποιείται, διαστρέφεται και μετατρέπεται σε διακαή πόθο για εγκόσμια πρόοδο και εξέλιξη, με στόχο, πλέον, όχι τον Ουρανό, αλλά την επίγεια ζωή, τις επιτυχίες και τις απολαύσεις της.

 Έτσι, ο Χριστιανός, αν και είναι το μοναδικό ον, που ξέρει ότι θα πεθάνει αλλά και που μπορεί να υπερβεί, εν Χριστώ, όχι μόνο τον φόβο του θανάτου, αλλά και τον ίδιο τον θάνατο, είναι, επίσης, το μοναδικό ον, που, λόγω της ελεύθερης επιλογής και αρνήσεώς του ή ακόμη και της αστοχίας του να πετύχει τον φυσικό του στόχο να φθάσει στον Ουράνιο Πατέρα του και επειδή ο πόθος αυτός είναι έμφυτος και δεν σβήνει, τον διαστρέφει και αρχίζει να αγωνίζεται, να οργανώνεται και να δομεί τη ζωή του, με στόχους επίγειους, ως να επρόκειτο να ζήσει σε αυτόν τον κόσμο αιώνια.

Ο Νικηφ. Βρεττάκος προτάσσει την αντίσταση του ανθρώπου σ’ αυτό το ρίζωμα στα γήϊνα, μέσα από την πίστη στην εσχατολογική διάσταση της ζωής: «Αλλιώς μ’ έδωσες, Κύριε, σε τούτη τη γη, αλλιώς να με πάρεις. Να μου ανοίξεις μια πόρτα να φύγω στον ήλιο, χωρίς να εννοήσω το βάρος μου, χωρίς να βουλιάξω γειτονιά, με τις ρίζες. Να μείνω στην ακτινοβολία των πραγμάτων σου». Η αρπαγή του ανθρώπου από την επιθυμία των γήϊνων, επομένως, συμβαίνει, διότι ο άνθρωπος αδυνατεί, λόγω της δουλείας του στα πάθη, να ζει τη ζωή του, κάνοντας σωστή και ταυτόχρονη χρήση του λογικού και του αυτεξουσίου του, για να μην υποδουλώνεται στην προσωρινότητα των παθών και των κοσμικών μεριμνών.

 Είναι αυτό που τονίζει η Μελισσάνθη: «Γινόμαστε δέντρα που διψούν για Ουρανό κι όλο αρπαζόμαστε με δύναμη απ’ τη γη». Και ο Καρυωτάκης επισημαίνει αυτό το πνευματικό, στην ουσία, δίλημμα του ανθρώπου: «Δέντρο θα στέκομαι, όμοια να κοιτάζω τη θύελλα ή τον Ουρανό γαλάζιο... Και δε θα ιδώ τους ουρανούς που νοσταλγώ, ποτέ μου».

Ο  Γιάννης Ρίτσος, ακόμη, θα εκφράσει τον πόθο του Ουρανού: «Ας φύγουν όλα. Ας φύγουν όλα, εγώ θα μείνω πάλι αντίκρυ στον πλατύ Ουρανό να τραγουδώ. Ας φύγουν όλα. Όσο μονάχος μένω, τόσο σιμότερα πηγαίνω στους ανθρώπους, τόσο σιμότερα είμαι στον Θεό».

Στην ίδια συνάφεια ο Γ. Βαρβιτσίωτης αναφέρει: «Η απόστασή μου από τον Ουρανό μικραίνει, σβήνουν τα βήματα, σε κάποιον άλλο Ουρανό μια πιο γλυκιά φωνή ανεβαίνει.. Ένα ευθύγραμμο φωτεινό βλέμμα δύο μάτια εμποτισμένα με Ουρανό».

Στη δίψα του ουρανού, ακόμη, ο Μίλτος Σαχτούρης αφιερώνει τους στίχους του: «Ένα παιδί έκοβε και μοίραζε ένα καρβέλι ψωμί και μια μικρή, ένας μικρός άσπρος Άγγελος, μοίραζε κομμάτια γνήσιο Ουρανό. Κι όλοι τρέχαν στον μικρό Άγγελο που μοίραζε Ουρανό, λίγοι πηγαίναν στο ψωμί. Ας μη κρυβόμαστε!»

Τον πόθο του Ουρανού, επίσης, εκφράζει ο  Βρεττάκος: «Κι εσύ στην αγκάλη σου κρατούσες μια δέσμη ουρανού».

Πράγματι, οι άνθρωποι, αν και δενόμαστε με τη ματαιότητα των εγκοσμίων αγαθών, διψάμε για Ουρανό. Η ενδόμυχη αυτή δίψα του ανθρώπου για Ουρανό δεν ξεπερνιέται ούτε με υλιστικά, ούτε με ιδεολογικά υποκατάστατα. Σχετίζεται με τον προορισμό του ανθρώπου που του έχει δοθεί από τον Δημιουργό, που πυροδοτεί την ανθρώπινη ύπαρξή και την κάνει, όχι μόνο να ποθεί και να αναζητά όλο και περισσότερο Ουρανό, αλλά, σύμφωνα με την ορθόδοξη Θεολογία, να αγωνίζεται, ως θεϊκό ον, να ζει στο «κατ εικόνα Θεού» και να πορεύεται στο «καθ ομοίωσιν Θεού», που σημαίνει, να φτάσει να γίνει, με τη δύναμη του Δημιουργού, «Θεός κατά χάριν».

Αυτός, όμως, προτιμά, αντί του Ουρανού, τη βιολογική επιβίωση, αντί της αθωότητας, τη δουλική πορεία στη φθορά και τον θάνατο. Όμως, όπως έξοχα μαρτυρεί και η Μελισσάνθη, αυτή η λανθασμένη πορεία των πλείστων ανθρώπων, συνήθως μπορεί να ανατραπεί: «Γρήγορα πέφτουμε στο χώμα, κι όλο αρπαζόμαστε με δύναμη απ’ τη γη. Μας βρίσκουν τα μεγάλα κάματα, οι άνεμοι, τα νερά παίρνουν τα φύλλα μας, πλακώνουν οι βαριές συννεφιές, μας τυραννούν οι χειμώνες κι οι καταιγίδες ρίχνουμε ρίζες, ρίχνουμε κλαδιά, γινόμαστε δένδρα, που διψούν Ουρανό». 

 


*Καθηγητής ΑΠΘ, Πρόεδρος της Πανελλήνιας Ενώσεως Θεολόγων

Πέμπτη 2 Απριλίου 2026

"ΔΕΝ ΑΝΕΧΟΜΑΙ ΤΙΣ ΑΝΟΡΘΟΓΡΑΦΙΕΣ"

Δεν υπάρχει διαθέσιμη περιγραφή για τη φωτογραφία.

“Και στις μαθήτριες, πρέπει να προσθέσω, τις όμορφες, που κάθε μεσημέρι ξεχύνονται στους δρόμους με τις ριγωτές ποδιές και τα λευκά κορδελλάκια στα μαλλιά τους (κουτές, που βιάζονται να τα πετάξουν) βάζοντας κάποτε κατά μέρος την αισθησιακή καθαρή χαρά που μούδιναν, δεν μπορούσα να μη βλέπω τις μεθαυριανές γυναίκες και ν' αναλογίζομαι το λόγο του Σολωμού για το γλυκοβύζαστο γάλα της αντρείας και της λευτεριάς”.


https://blogger.googleusercontent.com/img/b/R29vZ2xl/AVvXsEiMv4lPlXRVgrmebsGq-oxwDEINUvW9sBnleBygnuJFpDh1qpURP-mvUuyWryfyGzdUAeHRpTc1ekPEEKGS-E6mRocRnL4MOMuQD_IRWKOPxZpShHJywmdC5GuMh2gTIC5s8Zz43g8hoS4/s1600/kolaz+elyth+TO+DAPEDO+1977.jpg



Αυτά έγραφε πριν μισό αιώνα περίπου (1955) ο Οδυσσέας Ελύτης στον φίλο του φιλόλογο και ποιητή Λευτέρη Αλεξίου, αποτυπώνοντας σε μερικές επιστολές του την γοητεία που άσκησε πάνω του η Κρήτη εκείνης της εποχής (η σχετική αλληλογραφία δημοσιεύθηκε στη Ν. Εστία, Μάϊος 2002. Επιμέλεια: Μάρθα Αποσκίτη).

Μεταξύ των πολλών άλλων εικόνων που έκαναν εντύπωση στον Ελύτη από την καθημερινή ζωή της μεγαλονήσου – όπου βλέπει “τη συνέχιση της παράδοσης που συντήρησε και κράτησε ζωντανή την Ελλάδα μαζί και παράλληλα με τ' άρματα και τις τέχνες” - ξεχωριστή θέση κατέχει και η θέα των όμορφων μαθητριών που ξεχύνονται στους δρόμους με τις ριγωτές ποδιές και τα λευκά κορδελλάκια στα μαλλιά τους. Μια εικόνα που δεν βλέπει πια κανείς παρά μόνο στις ταινίες και τις φωτογραφίες εκείνου του καιρού. Εικόνα μιας πραγματικότητας, που, όμως, στα μάτια του ποιητή προσλάμβανε άλλες διαστάσεις. “Τα μάτια μου δεν έφθασαν να δουν καμμιά μισητή πεζότητα”, λέει ο Ελύτης στο ίδιο γράμμα του, περιγράφοντας τις εικόνες της καθημερινότητας στην Κρήτη.

Μια καθημερινότητα χωρίς πεζότητα. Αυτό είναι το ζητούμενο για τον ποιητή. Και οι μαθήτριες με τις ποδιές και τα κορδελλάκια, υπηρετούν – χωρίς να το γνωρίζουν διόλου – αυτή την πραγματικά ποιητική ζωή που προτρέχει της καθημερινής. Γι' αυτό ο ποιητής χαρακτηρίζει “κουτές” τις μαθήτριες, που βιάζονται να πετάξουν τα λευκά κορδελλάκια απ' τα μαλλιά τους! Θεωρώντας, προφανώς, τα κορδελλάκια ένα στοιχείο που θα διατηρήσει τη φωτιά του μύθου της νεότητας...

Μιας νεότητας που για τον ποιητή είναι -
Μικρή πράσινη θάλασσα δεκατριώ χρονώ
Με τον άσπρο γιακά και την κορδέλα
(Το φωτόδεντρο και η δέκατη τέταρτη ομορφιά)
Μιας νεότητας που δεν προβαίνει στην κατάργηση της αθωότητας, στο ξεθώριασμα της ποιητικής εικόνας των μαθητριών, που παρά την συντηρητική (για την εποχή μας) εμφάνισή τους, γεμίζουν με “αισθησιακή καθαρή χαρά” τον ποιητή και ταυτόχρονα τον ανάγουν στο μέλλον. Τις αναλογίζεται ''μεθαυριανές γυναίκες'', που θα υπηρετήσουν την ανδρεία και τη λευτεριά, καθώς θα βυζάξουν τα παιδιά τους μ'αυτό το “γλυκοβύζαστο γάλα”. Γιατί λέει ο ποιητής: “αντρεία και λευτεριά, μην το ξεχνάτε, θα χρειαστούμε περισσότερο στην ειρήνη παρά στους πολέμους, στην κοινωνική ζωή και στον έρωτα....”.

Οι ριγωτές ποδιές και τ' άσπρα κορδελλάκια σήμερα, θα προκαλούσαν – το ολιγότερο – χλευαστικό γέλωτα. Τι δουλειά έχει η ομοιομορφία στην πολυπόθητη πολυμορφία του καιρού μας; Γιατί να μην απαλλαγούμε, επιτέλους, από την “τάξη” που με τον σχολαστικισμό της συνθλίβει τη ζωή μας; Κι έτσι καταργείται η μαθητική περιβολή και μαζί της μια ποιητική εικόνα. Μετά την παρέλευση ετών πάλι και πάλι καταφεύγω στον Ελύτη:


Ώστε λες δίκιο θα 'χε ο Υπερίων που μιλούσε
“γι' άλλες μνήμες ευγενέστερων καιρών” και προσέθετε
“μας υπολείπεται πολλή και ωραία δουλειά
όσο ν' αγρεύσωμε το μεγαλείο”.
(Το φωτόδεντρο και η δέκατη τέταρτη ομορφιά)

Δεν πρόκειται για νοσταλγία ή φτηνή συναισθηματολογία, αλλά για μια πραγματικότητα που απεργάζεται την αποϊέρωση παιδείας και ζωής. Μια διαστροφή που αλλοιώνει το νόημα των λέξεων και των εννοιών, των εικόνων των ποιητικών. Γιατί το σχολείο είναι μια σύνθεση “εικόνων” που καλλιεργούν ή ευνουχίζουν -δυστυχώς συμβαίνει κι αυτό στους καιρούς μας - την ευαισθησία.
Η σπουδή στην δυναμική της ευαισθησίας δεν προϋποθέτει μόνο την πολυμάθεια ή την υποταγή σε κώδικες συμπεριφοράς. Έχει σχέση με την Αλήθεια, που αφορά στην ψυχική περιουσία, δηλ. Στην ψυχική σχοινοβασία που οδηγεί στην όντως Παιδεία, την οποία οι όχι ενήεμροι των ιερών αγνοούν. Αυτό, λοιπόν, που ονομάζουμε “σχολική διαδικασία” είναι στην ουσία μια ποιητική συν-ουσία. Κι όταν μιλάμε, ας πούμε, ευφυία, θα πρέπει να εννοούμε μια εξαιρετικά οξυμένη ευαισθησία.

Κι όταν προσβλέπουμε σε μιάν αληθινή παιδεία, θα πρέπει να έχουμε υπ' όψιν μας τον λόγο του ποιητή : “Η αλήθεια μόνον έναντι θανάτου δίδεται” (Τα ελεγεία της Οξώπετρας). Δεν έχουμε, δηλαδή, άλλη επιλογή από την ακατάπαυστη σπουδή που νοηματοδοτεί τον θάνατο και τη ζωή. Για να την ψαύσουμε μάς είναι απαραίτητη η “άλλη γλώσσα” του ποιητή:

"Η πολυαιώνια παρουσία του Ελληνισμού πάνω στα δώθε ή εκείθε του Αιγαίου χώματα έφτασε να καθιερώσει μιαν ορθογραφία, όπου το κάθε ωμέγα, το κάθε ύψιλον, η κάθε οξεία, η κάθε υπογεγραμμένη, δεν είναι παρά ένας κολπίσκος, μια κατωφέρεια, μια κάθετη βράχου πάνω σε μια καμπύλη πρύμνας πλεούμενου, κυματιστοί αμπελώνες, υπέρθυρα εκκλησιών, ασπράκια ή κοκκινάκια, εδώ ή εκεί, από περιστεριώνες και γλάστρες με γεράνια.

Είναι μια γλώσσα με πολύ αυστηρή γραμματική, που την έφκιασε μόνος του ο λαός, από την εποχή που δεν πήγαινε ακόμα σχολείο. Και την τήρησε με θρησκευτική προσήλωση και αντοχή αξιοθαύμαστη,
 μέσα στις πιο δυσμενείς εκατονταετίες. Ώσπου ήρθαμ' εμείς, με τα διπλώματα και τους νόμους, να τον βοηθήσουμε.

Και σχεδόν τον αφανίσαμε. Δεν αναφέρομαι σε καμιά χαμένη γραφικότητα.
Απλώς, δεν ανέχομαι τις ανορθογραφίες"
 (Ελύτης, Τα δημόσια και τα ιδιωτικά).


Toυ Παναγιώτη Αντ. Ανδριόπουλου

Τετάρτη 1 Απριλίου 2026

«Πρωταπριλιά!» φώναξε ο Απρίλης ενθουσιασμένος που τον πίστεψε ακόμη μια φορά η Άνοιξη και βάλθηκε να τρέχει στο περιβόλι. «Στην έφερα! Στην έφερα!»

 Μπορεί να είναι εικόνα δέντρο με πυρηνόκαρπο


Η Άνοιξη τον ακολούθησε γελώντας. Κάθε χρόνο γινόταν το ίδιο.
Κάθε χρόνο της ξεφούρνιζε ένα απίθανο ψέμα κι αυτή τον πίστευε. Μετά κυνηγιόντουσαν στο περιβόλι και όπου περνούσε ο Απρίλης, τα λουλούδια έβγαζαν το κεφαλάκι τους για να τον θαυμάσουν, οι πεταλούδες έβγαιναν από το κουκούλι τους για να τον ακολουθήσουν, τα πουλιά έπιαναν να κελαηδούν το ομορφότερο τραγούδι τους.
Γιατί έτσι ήταν ο Απρίλης !
Μαζί του έφερνε τη ζεστασιά στο περιβόλι, το γέλιο και τη χαρά.

Απριλιανή ψυχή μου …

Μπορεί να είναι εικόνα λουλούδι και Saqsaywaman
Λαμπριάτης μήνας σαν φανεί, Ανάσταση μυρίζει.
Κάνει τον πόνο προσευχή, το θρήνο λουλουδίζει,
με μια Μαρία αρχινά, Άγγελο του Ιορδάνη
κι η Νύμφη η Ανύμφευτη στο πλάι του Αη Γιάννη.
Έχει ένα ρόδο μέσα του χαρμόσυνο και ελπίδα
και νάμα Αγιωργίτικο, γλυκό σαν την πατρίδα.
Στην κουπαστή γράφει Σταυρό, με αγιασμένη δάδα
και αντιλαλεί στους ουρανούς, Χριστός Ανέστη, Ελλάδα !
Απριλιανή να χεις ψυχή, γεμάτη να ναι αλήθεια.
Να πίνει η γη σου τη βροχή, χαρά να χεις στα στήθια.
Τον… Ξένο το Θεάνθρωπο θωρεί και αναστενάζει
και Κείνος ο ανεξίκακος στα μάτια την κοιτάζει.
Απριλιανή να χεις ψυχή, με ψέμα μην την ντύνεις,
απ’ τον ανθό της το μικρό μάθε ζωή να δίνεις.
Θα’ρθει μια μέρα ανέσπερη, στο φως θα ναι λουσμένη,
καρτέρα την σαν άνοιξη, γιορτή αγκαλιασμένη.
Μέσα από πέτρα άνυδρη ξεπρόβαλλε ένα δάκρυ,
λουλούδι μοσχομύριστο σε Παραδείσου άκρη ...
Νώντας Σκοπετέας
Απόσπασμα από την συλλογή στιχουργημάτων με τίτλο :
Του Μηνού η ψυχή
 ( Νώντα Σκοπετέα)

Σάββατο 21 Μαρτίου 2026

“Τα ποιήματα της πνευματικότητος”

contributor


Α΄

Ένας άνθρωπος έστησε μια πνευματικότητα κοντά
στη θάλασσα. Ήταν από τσίγκο, σ’ ένα τελάρο ξύλινο
βαμμένο με λαδομπογιά. Το βράδυ την έριξε ο αέρας
και σκότωσε ένα περαστικό
1935

Β΄

Είχε πει πως η δική του πνευματικότης δε φοβάται
τίποτα, ήταν νέου συστήματος. Το τελάρο ήταν από ξύλο
εν συνδυασμώ με σιδερογωνίες. Ήταν ωραία και με-
γάλη, βαμμένη με ριπολίνα άσπρη, θαλασσιά και χρυσή.
Έγιναν και εγκαίνια. Υπήρχε κι ένας αρχιμανδρίτης.
Και χωρίς να φυσάει άνεμος, από κακό υπολογισμό, έπε-
σε η πνευματικότης την ώρα του αγιασμού. Το τί γίνηκε
δεν περιγράφεται. Ο παπάς πληγώθηκε. Η γυναίκα
του δημάρχου έπαθε διάσειση. Τους πήγαν όλους στο
νοσοκομείο.
1935

Γ’

Οι άλλες πνευματικότητες που πέσανε, πέφτουνε για-
τι κάτι τους λείπει. Κάποιος κακός υπολογισμός γίνε-
ται. Εγώ ετοιμάζω να στήσω μια καινούρια και είμαι
αισιόδοξος. Μα κι αν πέσει θα κάνω μιαν άλλη, ακόμα
πιο τέλεια. Ξέρω καλά την τέχνη μου.
1935

Δ’

Εγώ δε θα στήσω ποτέ μου πια πνευματικότητα και
υπερηφανεύομαι για αυτή μου την απόφαση. Ατυχήματα
και σκοτωμοί είναι το τέλος κάθε πνευματικότητος. Αν-
θρωποι και ζώα σκοτώνονται από την πτώση τους, αν-
τρες στο άνθος της ηλικίας τους, θύματα της περιέργειάς
των, κι ανύποπτα άλογα, σκύλοι και γάτες και πρόβατα,
που κατα τύχην περνούν από κει. Όχι πια άλλες πνευ-
ματικότητες. Αλλά ποιος είναι πρόθυμος να σ΄ακούσει;
1935

Γιάννης Τσαρούχης, “ (Α΄, Β’, Γ’, Δ’), (Ποιήματα, 1934-1937, εκδ. Άγρα)

Σάββατο 14 Φεβρουαρίου 2026

Αρσένι Ταρκόφσκ

 Μπορεί να είναι εικόνα κείμενο

Σε παραισθήσεις δεν πιστεύω και προλήψεις Δε φοβάμαι.
Δεν φοβάμαι μήτε τη συκοφαντία
Μήτε το δηλητήριο.
Θάνατος δεν υπάρχει. Αθάνατοι όλοι. Αθάνατα όλα.
Δεν πρέπει Να φοβάσαι το θάνατο ούτε στα δεκαεφτά Μήτε στα εβδομήντα. Δεν υπάρχει θάνατος Ούτε σκοτάδι. Υπάρχει μόνο φως κι αλήθεια.
Είμαστε όλοι στην ακροθαλασσιά κι εγώ 'Eνας απ’ αυτούς που ξετυλίγουνε τα δίχτυα Καθώς η Αθανασία περνάει σαν κοπάδι.
Αρσένι Ταρκόφσκι, Ζωή, ζωή | ΜΙΛΩΝΤΑΣ ΓΙΑ ΤΟ ΧΙΟΝΙ

Σάββατο 7 Φεβρουαρίου 2026

Αιγαίο το λένε

https://blogger.googleusercontent.com/img/b/R29vZ2xl/AVvXsEj_V2b1wbQmwXZvkfcvLLm4_qhpZ1jTsIhpqkT0R9_WYMgObkXUR56boy0LHIMuYgNI7W1RBjuqaSvEeRLRcxEuluW1ti5NmhHW2uTKcZP654Z9zTBq1JqfoLfpYvMWqoq9CL_ocxTk_Vj0/s1600/aigaion.jpg
του Δημ. Καμπουράκη


Ταξιδεύω νύχτα στο Αιγαίο, χωρίς προορισμό. Μέσα σ’ ένα κατάμεστο Blue star. Τουρίστες χαζεύουν το σκοτεινό πέλαγος, φορτηγατζήδες πίνουν μπύρες βροντογελώντας, μανάδες κυνηγάνε τα παιδιά τους να τα ταΐσουν προτηγανισμένες πατάτες. Στους καναπέδες των σαλονιών μισοκοιμούνται μισόγυμνα κορίτσια και φουσκωτά αγόρια γεμάτα τατουάζ. Πως διάολο ξέπεσε έτσι το τατουάζ του ναυτικού; Όχι του ναύτη του Αιγαίου, αλλά του παγκόσμιου ναυτικού. Από σημάδι της ψυχής που αναδύεται και χαράζει ανεξίτηλα το κορμί, κατάντησε ασήμαντο χρωματιστό πλουμί πάνω στο δέρμα. Θα ‘θελα να ‘χα κάνει ένα αληθινό τατού για σένα, όμως τώρα είναι αργά. Η ψυχή έπαψε να στέλνει προς τα πάνω μηνύματα που σε αφορούν. Σφραγίστηκε ερμητικά ο τάφος του αλλοτινού μεγάλου έρωτα. Θα τον ξανανοίξει πολύ αργότερα ο μέγας τυμβωρύχος που ονομάζεται γήρας και θα τον αξιολογήσει κατά πως νομίζει. Πιθανότατα με την εκδικητικότητα που έχουν πάντα τα γηρατειά απέναντι στα νειάτα. Δε βαριέσαι, έτσι είναι η φορά των πραγμάτων.

Ταξιδεύω στο Αιγαίο, χωρίς προορισμό. Μέσα σ’ ένα κατάμεστο πλοίο. Ακολουθεί τους παλιούς δρόμους των νερών. Από δω περνούσαν τα Μινωικά μονοκάταρτα τραβώντας για τη Σαντορίνη πριν βουλιάξει, από δω ο Οδυσσέας αναζητώντας –δήθεν- την Ιθάκη του. Από δω πέρασε γρήγορη σαν τον άνεμο, η ιερή τριήρης Πάραλος, τρέχοντας να προλάβει αυτή που μετέφερε την διαταγή της σφαγής των Λεσβίων. Σ’ αυτούς τους όρμους οι Βυζαντινοί Δρώμονες έκαναν δοκιμές εκτόξευσης του υγρού πυρός, σ’ αυτές τις παραλίες έβγαιναν αλαλάζοντες οι πειρατές του κοκκινογένη Μπαρμπαρόσα. Εδώ έπλεαν οι Καλύμνιοι βγάζοντας σφουγγάρια, οι Σιφνιοί πουλώντας πύλινα πυθάρια, οι Σαμιώτες ψάχνοντας αγοραστές για το κρασί τους. Σε τούτα τα καρνάγια έχτισε τον πελώριο στόλο του ο Καπετάν-Μπούμπουλης, χωρίς να φαντάζεται ότι η χήρα του θα τον μετέτρεπε σε τροφή για τα τούρκικα κανόνια, αφού θα τον δώριζε ολόκληρο στον αγώνα για την ανεξαρτησία. Αλήθεια, αν ζούσαμε τότε, θα πολεμούσαμε άραγε σε κείνο τον αγώνα ή θα στέλναμε τα λεφτά μας στις ξένες τράπεζες, θα περιμέναμε να βγάλουν οι Μπουμπουλίνες τα κάστανα απ’ τη φωτιά κι έπειτα θα ερχόμαστε πάνω στα ερείπεια για να οικονομήσουμε;

Ταξιδεύω στο Αιγαίο χωρίς προορισμό Ένα κλάμα μου ‘ρχεται απ’ το σκοτάδι, καθώς περνούμε ανοικτά της Μήλου. Είναι η Αφροδίτη, που έμεινε θαμένη στο νησί για 2000 χρόνια περιμένοντας το φως και ανακαλύφθηκε λίγες μέρες πριν την ελευθερία. Οι Γάλλοι την έκλεψαν και την έστειλαν στο Λούβρο να τη φωτογραφίζουν Γιαπωνέζοι, στις αρχές Μαρτίου του 1821. Είκοσι μέρες ακόμα και θα είχε μείνει εδώ δική μας, όπως τής έπρεπε...

Παρασκευή 30 Ιανουαρίου 2026

29 Ιανουαρίου 1881 🌿.✟. Εκοιμήθη ο μέγας Ρώσος λογοτέχνης Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι. Θεωρείται από τους σπουδαιότερους ψυχογράφους όλων των εποχών.

Μπορεί να είναι εικόνα μελέτη

Στην παραβολή της Μέλλουσας Κρίσης, που θ' ακούσουμε τις αμέσως επόμενες εβδομάδες, την Κυριακή της Απόκρεω, ο Ντοστογιέφσκι με την εκ βαθέων ψυχογραφική ανάλυση του ήρωά του στο έργο Έγκλημα και τιμωρία, κατάφερε να χαρακτηριστεί ως ένα αριστούργημα της παγκόσμιας λογοτεχνίας και να μελετάται σε γνωστά πανεπιστήμια ως ξεχωριστό μάθημα στα τμήματα ψυχολογίας. 
 

Η παραβολή της Μέλλουσας Κρίσης κατά τον Ντοστογιέφσκι στο Έγκλημα και τιμωρία


Ο Ντοστογιέφσκι με την εις βάθος ψυχογραφική ανάλυση του ήρωά του κατάφερε το έργο του να χαρακτηριστεί ως ένα αριστούργημα της παγκόσμιας λογοτεχνίας και να μελετάται σε γνωστά πανεπιστήμια ως ξεχωριστό μάθημα στα τμήματα ψυχολογίας.

Όταν γύρω στα 1865 ο Ντοστογιέφσκυ άρχισε να γράφει το «Έγκλημα και Τιμωρία», το υπέροχο μυθιστόρημα που άπλωσε τη φήμη του έξω από τη Ρωσία, ήταν και ο ίδιος πνιγμένος στα χρέη, όπως ακριβώς και ο ήρωας του Ρασκολνικώφ, ο νεαρός φοιτητής που δολοφονεί, στη συνέχεια της ιστορίας αυτής, μια απαίσια γριά τοκογλύφο για τα χρήματα της. Μέσα από το δράμα του Ρασκόλνικωφ, που κατατρέχεται από τις τύψεις του, ο Ντοστογιέφσκυ καταπιάνεται με ένα πανανθρώπινο πρόβλημα, που είχε συλλάβει για πρώτη φορά όταν ήταν εξόριστος στην Σιβηρία. Ο αναγνώστης της γλαφυρής αυτής μετάφρασης θα γνωρίσει ακόμα, στο "Έγκλημα και Τιμωρία", μια υπέροχη πινακοθήκη χαρακτήρων και εκείνη τη βαθιά διορατικότητα του Ντοστογιέφσκυ που φθάνει ως τα μύχια της ανθρώπινης ψυχής και τον κάνει τον πιο συγκλονιστικό απ' όλους τους συγγραφείς.

Ξεκινώντας από ένα έγκλημα για το οποίο υπεύθυνη είναι η ίδια η κοινωνία, ο Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι, στο πρόσωπο του θύτη, που είναι συγχρόνως και θύμα, προβάλλει την υπαρξιακή του αγωνία σε έναν κόσμο ζοφερό. Με το «Έγκλημα και τιμωρία» ο συγγραφέας θέτει ενώπιόν μας το υπαρξιακό πρόβλημα: Ο φοιτητής Ρασκόλνικωφ, που έγινε δολοφόνος διαμαρτυρόμενος για την κοινωνική αδικία και καταγγέλοντάς την, προβληματίζεται αν σε τελευταία ανάλυση είναι ο ίδιος εγκληματίας, τη στιγμή που όσοι κάνουν τους πολέμους ευθύνονται για εκατομμύρια θανάτους σε όλο τον κόσμο. Η ψυχολογική ανάλυση του ήρωα από το μεγάλο Ρώσο συγγραφέα δίνει στο έργο βάθος και ο προβληματισμός του το καθιστά διαχρονικό. Δίκαια θεωρείται ένα από τα μεγάλα μυθιστορήματα της παγκόσμιας λογοτεχνίας και διδάσκεται σε πολλές σχολές Ψυχολογίας πανεπιστημίων του σύγχρονου κόσμου.

🔴 Έγκλημα και τιμωρία (Μέρος 1ο), ΚΕΦΑΛΑΙΟ 2 η συνέχεια

Κυριακή 25 Ιανουαρίου 2026

Μια μικρή ιστορία,για μια άτυχη γκρινιάρα πεθερά!



Η θεία Διαμάντω, στα νιάτα της μάλλον ήτανε μια όμορφη γυναίκα, έτσι μου φαινότανε. Είχε τα πιο όμορφα πράσινα μάτια που είδα ποτέ μου και την πιο λευκή επιδερμίδα. Θεία της μητέρας μου, συχνά-πυκνά μπαινόβγαινε στο σπίτι μας και συνέχεια παραπονιότανε.
Τώρα που το σκέπτομαι, μάλλον ανικανοποίητη από την ζωή της ήτανε και γι’ αυτό στην νύφη της ξέσπαγε.
Γιατί η μόνιμη και διαρκής κουβέντα για τους καυγάδες με την νύφη της ήτανε.Σκοτείνιαζαν τότε τα μάτια της και γέμιζαν με δάκρυα λυσσασμένα. Δεν το «τρώγανε μαζί το ψωμί» όπως έλεγε η μάνα μου. «Φτάνει βρε θεία, σταμάτα, την τελευταία κουβέντα πρώτη την λες» σαν να ακούω ακόμα την φωνή της ! Τίποτα…Εκεί αυτή.. Το βιολί της! Λες και αν εξαφάνιζε την νύφη της από την ζωή της,(γυναίκα του παιδιού της),θα λυνότανε όλα της τα προβλήματα.

Δεν είχε ποτέ καταλάβει πως σαν μάνα έπρεπε να αποδεχτεί την τελεσίδικη αλλαγή στην σχέση μάνας-γυιού, που συνεπάγεται με την έλευση του νέου μέλους στην οικογένεια, και αν όχι να αγαπήσει, τουλάχιστον να αποδεχτεί την γυναίκα του παιδιού της. Ο άντρας, της ένας ήσυχος και απαθής άνθρωπος, δεν ανακατευότανε πουθενά. Την είχε διαγράψει μέσα του και έξω του. Σαν να μην υπήρχε. Ποτέ δεν τον άκουσα να αναφέρει το όνομά της! Ούτε και να της απευθύνει τον λόγο. Μάλλον φοβότανε την γκρίνια της και αυτόν τον τρόπο είχε βρει για να την κάνει να απουσιάζει από την ζωή του.

H
 Διαμάντω λοιπόν,αυτή η φοβερή πεθερά,ποτέ της δεν φαντάστηκε πως αυτή της η διαμάχη θα γινότανε η αιτία του δικού της τέλους.Μαθημένη καθως ήτανε να κάνει πράγματα πίσω από την πλάτη της νύφης της,την ώρα κάποιας οικογενειακής συγκέντρωσης,ορέχτηκε να φάει λουκουμάκια.

Πήγε λοιπόν στο διπλανό δωμάτιο,πήρε δύο από αυτά και με το στόμα γεμάτο σάλια από την μεγάλη όρεξη που τα είχε, έβαλε το ένα στο στόμα της και άρχισε να το απολαμβάνει.Για κακή της τύχη όμως,την ίδια ιδέα,το να μπει δηλαδή στο ίδιο δωμάτιο, είχε και το «αντίπαλο δέος»!.Από την ταραχή της,και για να μην αντιληφθεί η νύφη της την κρυφή της αυτή πράξη,έβαλε βιαστικά στο στόμα της και το δεύτερο γλυκό και προσπάθησε χωρίς επιτυχία να το καταπιεί.

Την τελευταία της αγωνία καθώς πνιγότανε κανείς τους δεν την αντιλήφθηκε,καθώς ήτανε μαθημένοι να την αποφεύγουνε για να γλυτώνουνε από την συνεχή μουρμούρα της.

Την βρήκανε νεκρή μερικές ώρες αργότερα με έκπληξη, και τόσο ήτανε το ξάφνιασμά τους,που την κλάψανε με την ψυχή τους όλοι,ακόμα και η ανεπιθύμητη νύφη που ποτέ δεν της δόθηκε η ευκαιρία να την αγαπήσει…

γιαγιά Αντιγόνη

Τετάρτη 21 Ιανουαρίου 2026

Κοσμογονία


Χιονισμένες απόκρημνες κορφές λογχίζουν την πανάρχαια ουράνια σκέπη. Τούτα τα όρη, αθάνατοι γίγαντες, κουβαλούν αιώνες στους κατάλευκους ώμους τους όλη την ανυπότακτη ομορφιά της γης. Λευκά και τα συναισθήματα ξεχύνονται σαν αφρισμένα ξέπλεκα ποτάμια σμίγοντας με τον αγέρα σε ένα χορό μεγαλοσύνης που σκορπίζει τη ζωογόνο πνοή του βουνού στις ελατοσκέπαστες μοναχικές πλαγιές. Αργόσυρτη σιωπή κεντάει το λευκό υφαντό και η ψυχή, άγγελος του χιονιού, βαθαίνει και έτσι σαν ύμνος γαλήνιος παραδίδεται στο παρθένο καταφύγιο της αρμονίας...

Τρίτη 13 Ιανουαρίου 2026

13 Ιανουαρίου 1993, Μνήμη Νίκου Γαβριήλ Πεντζίκη

 

Μπορεί να είναι απεικόνιση
 
Αποσπάσματα από το αγαπημένο Μυθιστόρημα της Κυρίας Έρσης.
🦋Όλες οι λέξεις και περισσότερο η αγάπη, ενώ μας επιτρέπουν να στοχαζόμαστε πάνω στο συγκεκριμένο, είναι πιο κοντά στο όνειρο.
🦋Ο ήλιος κατά τη διαδρομή του στο θόλο, δηλαδή στο δρόμο που ορίζουν περιδινούμενες οι αισθήσεις μας στην ακινησία του, εκεί που μεταπίπτει από θέση σ’ αντίθεση, δυο φορές κάθε εικοσιτετράωρο, κατά την λαμπρά ανατολή και το ένδοξο βασίλεμα, μας παρουσιάζει σαφή δείγματα εξελίξεως από την αιματόχρου κόκκινη αίσθηση, στο κίτρινο και κυανό. Όσοι λεπταίσθητοι εκτιμούν τις αποχρώσεις των αισθημάτων, αυτές τις δυο ώρες βρίσκουν άπειρα σημεία συσχετίσεως.
🦋Δεν αισθάνομαι τόσο το κάλλος της μορφής, όσο το βαθύ αίσθημα που αποπνέουν τα πράγματα, δημιουργώντας την ατμόσφαιρα του περιβάλλοντος της καθημερινής ζωής.
🦋Πίστεψέ με ότι το κακό έχει ήδη προχωρήσει πολύ. Ένα πρωί ξυπνώντας, όπως συνήθως, πιο νωρίς απ’ εκείνη στο κρεβάτι, βλέποντας με μισάνοιχτα ακόμα μάτια το πόδι της, πίστεψα ότι ήταν το δικό μου. Όταν το κατάλαβα μ’ έπιασε τέτοια απελπισία που έβαλα τα κλάματα, κι εκείνη ξύπνησε. Τι να της πω; Ότι δεν υπάρχω πια και είμαι ολόκληρος το σώμα της; Θα προτιμούσα εκείνη τη στιγμή να τη σκότωνα.
🦋Τι άλλο τάχα στο βάθος μπορεί να 'ναι ο Παράδεισος από 'ναν ζωντανό θάνατο; Να πάψεις να ανησυχείς, να πάψεις να σκέφτεσαι, δίχως να πάψεις να αισθάνεσαι τον κόσμο.
🦋Αλλά εφόσον υπάρχουν μάνες που γεννάν, μη φανταστείτε ποτέ ότι το μίσος μπορεί να είναι ισχυρότερο από την αγάπη. Το μίσος ούτε καν υπάρχει στην πλάση μέσα, ως χωριστά γεννημένη μορφή. Είναι μια απλή μεταμόρφωση της αγάπης, που όταν η ανάγκη των περιστάσεων την αποκεφαλίζει σέρνεται σαν ερπετό.
🦋Μόνο κάποια στιγμή δίχως από κανένα να γίνει αντιληπτό, ούτε από την ίδια τη μάνα, το παιδί άπλωσε το χέρι κι άγγισε το μπράτσο της, εκεί που το κοντό μανίκι της τσιτένιας ρόμπας τ’ άφηνε γυμνό, με το στρόγγυλο ωραίο πάχος του, πάνω από τον αγκώνα της σχετικά νέας μητέρας. Αυτό είδα και η καρδιά μου σκίρτησε από τη μεγαλύτερη ευτυχία, σα να ‘χαν λυθεί όλα τα προβλήματα της ζωής, πλημμυρώντας με τις ωραιότερες ελπίδες το είναι. Βλέποντας το πρόσωπο του τυφλού άκουσα να μου μιλά εύγλωττα. Τι ωραία λαλιά! Μ’ έκανε να νιώθω μεγάλος και δυνατός. Παρασυρμένος απ’ τη γοητεία της λαλιάς του τυφλού ήθελα να κηρύξω τη χαρά της επικοινωνίας προς τους συνανθρώπους που είναι πάντα κατορθωτή, σ’ όποια δυστυχία κι αν καταδικαστούμε.
🦋Οιαδήποτε οικειοποίηση του κόσμου και των πλασμάτων συγχωρείται, όταν γίνεται πραγματικώς. Τίποτα τότε δεν διαταράσσει την αρμονία του συνόλου. Διαφορετικά όμως είναι όταν παίρνεις κάτι από τον κόσμο, και το τοποθετείς μέσα στ’ όνειρο. Μια τέτοια τοποθέτηση αντικειμένων και πλασμάτων του κόσμου παρομοιάζει με φόνο. Τουλάχιστο έχει τα ίδια κίνητρα. Την άνευ όρων επιβολή του εγώ στα πράγματα. Τα ζώα όσο κι αν παλεύουν ή τρώγονται μεταξύ τους, ουδέποτε εμφορούνται από ένα τόσο ισχυρό ένστικτο οικειοποιήσεως. Ό,τι κάνουν, το κάνουν παθητικά, όπως περίπου θα ενεργούσε ο άνθρωπος, πριν παραβεί την απαγόρευση, τη σχετική με το δέντρο της γνώσεως.
🦋Στη φθαρτή, θνητή σάρκα του ανθρώπου, στη σύσταση του υλικού κόσμου, η γοητεία της αγάπης, μπορεί να διαθέσει κατά τέτοιο τρόπο τα μόρια, ώστε τα σώματα να καταστούν πυρίμαχα, αδιάβρωτα στο νερό, ανθεκτικά σε όλων των ειδών τα σκληρά κτυπήματα. Και τούτο όχι βέβαια ότι συστήνει την ύλη αναμάρτητη, αλλ' απλώς προς αιωνία δόξα του μεγάλου Κυρίου της Αγάπης.
🦋Ο κάθε άνθρωπος που βλέπω είναι ένα τόσο μεγάλο κι απέραντο βασίλειο, που λυγάνε τα πόδια μου καθώς αναλογίζομαι τους ατέλειωτους δρόμους των γνωριμιών που ανοίγονται μπροστά μου.
___

Διαβάστε επίσης_ Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης, ένας χριστιανός σαλός της εποχής μας

Δευτέρα 12 Ιανουαρίου 2026

-Τζορτζ Όργουελ, «Γιατί γράφω».

 Μπορεί να είναι ασπρόμαυρη εικόνα μελέτη και σίδερο ρούχων

"Είχα το χούι του μοναχικού παιδιού: έφτιαχνα ιστορίες στο κεφάλι μου και μιλούσα σε ανύπαρκτους φίλους. Νομίζω ότι η αρχή της συγγραφικής μου φιλοδοξίας συνδέεται άρρηκτα με την αίσθηση απομόνωσης και υποτίμησης που ένιωθα. Καταλάβαινα ότι είχα ταλέντο στις λέξεις και τη δύναμη ν' αντιμετωπίζω τα δυσάρεστα γράφοντας. Έφτιαχνα έναν ολόδικό μου κόσμο όπου μπορούσα να γυρίσω την πλάτη στην καθημερινότητα που με απέρριπτε.
[...]
Όταν κάθομαι να γράψω, δε λέω μέσα μου «τώρα θα βγάλω ένα έργο τέχνης». Γράφω γιατί ανακάλυψα ένα ψέμα που θέλω να ξεμπροστιάσω, ένα γεγονός που θέλω να κοινοποιήσω και η πρώτιστη έγνοιά μου είναι να ακουστώ. Όμως δε θα κατάφερνα να βγάλω ένα βιβλίο, ούτε καν ένα μακροσκελές άρθρο, χωρίς την προσωπική μου άποψη και αισθητική."

---------------------------------------
Το «Why I Write» ─όπως ήταν ο πρωτότυπος τίτλος του─ γράφτηκε το 1946 και πρωτοδημοσιεύτηκε το καλοκαίρι του ίδιου έτους στο τέταρτο και τελευταίο τεύχος του Gangrel ─ενός βραχύβιου αγγλικού λογοτεχνικού περιοδικού.
| Επιμ:Δ.Ντζαδήμα

Σάββατο 10 Ιανουαρίου 2026

Αὐτὰ τὰ κόκκαλα εἶναι τώρα ἅγια πράματα.




...στὸ κοιμητήρι τῆς Μυτιλήνης εἴχαμε θάψει στὸν καιρὸ τοῦ πρώτου παγκοσμίου πολέμου, τὴ γιαγιά μου, τὸ πιὸ γλυκὺ πρόσωπο τοῦ κόσμου. Εἶχε ἀρχίσει ἀπὸ τότε ἡ πικρὴ ἱστορία μας, τὸ πρῶτο πείραμα ξεριζώματος λαῶν ὁ διωγμὸς τῶν χριστιανῶν τῆς Ἀνατολῆς στὰ 1914 καὶ ἡ καταφυγή τους στὰ νησιὰ τοῦ Αἰγαίου. 
Πέθανε ἡ γιαγιά μας τότε, μὲς στὸν πόλεμο, στὸν ξένο τόπο. Ὁ παππούς μου τὴν ξέθαψε, σὰν ἦρθε ὁ καιρός. Ἔβαλε τὰ κόκαλά της σὲ κασελάκι, ἔφερε τὸ κασελάκι στὴν κάμαρή του, τ' ἀπόθεσε πλάι στὸ σπιτικὸ εἰκόνισμα, καθόταν ὧρες μονάχος καὶ τῆς κουβεντίαζε. Προπάντων τὰ βράδια, σὰν σουρούπωνε...
Πατέρα, τί εἶναι αὐτὸ ποὺ κάνεις, νὰ ἔχης τὴν πεθαμένη μάνα μας, τὰ κόκαλά της, μὲς στὴν κάμαρά σου καὶ νὰ τῆς μιλᾶς; τολμοῦσε πότε-πότε νὰ τοῦ πῆ ἡ κόρη του, καθὼς ζοῦσε καὶ τὸν τρόμο τὸν δικό μας. Ἐμπρὸς σ' αὐτὰ τὰ ἄγρια, τὰ ἀφύσικα ποὺ βλέπαμε ὁ θάνατος νὰ μὴν εἶναι ὅπως τὸν φανταζόμαστε, ἡ ζωὴ νὰ συνεχίζεται καὶ μὲ τὰ κόκαλα, στὸν ἴδιο τόνο, μὲ τὰ νέα τοῦ πολέμου, μὲ τὴν ἐλπίδα.
«Πατέρα, πάρε τὰ κόκαλα ἀπ' τὸ σπίτι! Τί εἶναι αὐτὰ ποὺ κάθεσαι καὶ μιλᾶς τῆς μάνας μας: Ἔλεγε ἡ κόρη του. Πατέρα, ἐγὼ φοβᾶμαι...»
«Δὲ ντρέπεσαι νὰ φοβᾶσαι τὴ μάνα σου! τὴν ἔβαζε μπροστὰ ἐκεῖνος. Αὐτὰ τὰ κόκαλα εἶναι τώρα ἅγια πράματα. Τί φοβᾶσαι; θὰ τὴν ἔχω ἐδῶ, κι ὕστερα θὰ τὴν πάρω καὶ θὰ τὴν πάγω στὰ Κιμιντένια. Τότε θὰ συχάσω, καὶ θὰ μὲ βάλετε καὶ μένα στὰ πλευρό της».
Ἔγινε ἀκριβῶς ἔτσι. 
Σὰν τελείωσε ὁ πόλεμος, στὰ 1919, ὁ Γιαννακο-Μπιμπέλας πῆρε τὸ κασελάκι μὲ τὰ κόκαλα τῆς γυναίκας του, τὰ πῆγε στὰ Κιμιντένια, τὰ 'θαψε κάτω ἀπ' τὸ μεγάλο βασιλικὸ δέντρο, τὴ δρῦ, ἔξω ἀπ' τὴν πορτάρα, στὸ κτῆμα ποὺ εἴχανε ἀναστήσει οἱ δυό τους μαζί. Κι ἐνῶ ἦταν γεμάτος ὑγεία, ἄξαφνα, ὅταν ἔγινε αὐτὸ τὸ χρέος, μαράθηκε ἀπότομα. Σὲ λίγον καιρὸ πέθανε καὶ τὸν θάψαμε κάτω ἀπ' τὴ δρῦ, πλάι της.
ηλίας βενέζης


Σάββατο 27 Δεκεμβρίου 2025

ΤΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ ΤΩΝ ΟΡΦΑΝΩΝ

 Μπορεί να είναι απεικόνιση

Ὁ ξανθὸς ἐπισκέπτης
χρονιὰ τοῦ 1943, ὃπως ὅλες οἱ χρονιὲς τῆς μαύρης Κατοχῆς, ἦταν φρικτή· πεῖνα, ἀρρώστεια καὶ δυστυχία ἐμάστιζαν τὸν τόπο.
Ὅ,τι καλὸ εἶχε ὁ τόπος, τὸ ἔπαιρναν οἱ Γερμανοί· καὶ ὅ,τι ἄφηναν ἐκεῖνοι, τὸ ἄρπαζαν οἱ ῾Ιταλοὶ καὶ οἱ Βούλγαροι.
Μέσα στὴ γενικὴ αὐτὴ δυστυχἴα ὁ Θοδωρἀκης καὶ ἡ Φανὴ ἦσαν ὀρφανὰ ἀπὸ πατέρατὸν˙ἐσκότωσαν οἱ Γερμανοὶ στὴν ἀρχὴ τοῦ 1943, γιατί τὸν ἔπιασαν - ἔλεγαν - σὲ μιὰ σιδηροδρομική γέφυρα μὲ χειροβομβίδες. ῎Ετσι ἔμειναν τὰ δύο παιδιὰ μόνα στὸν κόσμο μὲ τὴ μητέρα των, μόνα καὶ ἀπροστάτευτα.
Ἡ ἀλήθεια εἶναι ὅτι ἡ κυρα-Ἄννα δὲν ἐλύγισε. Ἔκρυψε στὰ κατάβαθα τῆς καρδιᾶς τὸν πόνο της καί ἄρχισε νὰ ξενοδουλεύῃ, γιὰ νὰ ζήσῃ τὰ παιδάκια της. Καὶ πάλι δὲν ἐπρόφθανε μὲ τὴ μεγάλη ἀκρίβεια, ποὺ ἔδερνε τότε τὴν ῾Ελλάδα.
Καί σὰν νὰ μὴ ἔφθαναν ὅλα αὐτά, ἔπεσε καὶ στὸ κρεβάτι μὲ τὰ μεγάλα κρύα τοῦ Δεκεμβρίου. Ἐπέρασε βέβαια τὸ κακό, ἀλλ’ ἦρθαν τὰ Χριστούγεννα καὶ ἀκόμη ἀδύνατη δὲν ἠμπόρεσε νὰ ἐργασθῇ. Γι῾ αὐτὸ ἡ παραμονὴ τῆς μεγάλης ἑορτῆς τῶν Χριστουγέννων ηὗρε τὸ πτωχικὸ σπιτάκι - ἕνα δωμάτιο ὃλο ὅλο - ἔρημο ἀπὸ πατέρα, ἀπροστάτευτο ἀπὸ μητέρα, ἄδειο ἀπ’ ὅ,τι φέρνει τὴ χαρά.
Τὰ δύο παιδιὰ - 10 χρόνων τὸ ἀγόρι, 8 ἡ κορούλα - ἔκαναν τὴν προσευχούλα των καὶ ἐκοιμήθηκαν νηστικά, γιατί τὸ λίγο ψωμάκι τοῦ δελτίου τὸ εἶχαν φάγει ἀπὸ τὸ ἀπόγευμα. Ποιός ξέρει τί ἀχνιστὰ ψωμιὰ νὰ ἔβλεπαν τὰ καημένα στὸν ὓπνο των!
Ἡ ἄμοιρη μητέρα ἄναψε τὸ καντήλι, ἐγονάτισε κάτω ἀπὸ τὰ εἰκονίσματα καί παρεκάλεσε τὴν Παναγία καὶ τὸ θεῖο παιδάκι της, τὸν μικρὸ Χριστούλη, νὰ λυπηθοῦν τὰ ὁρφανά.
Πῶς ἦρθαν τὰ ἐφετεινὰ Χριστούγεννα! χωρίς τὸν ἄνδρα της, χωρὶς ψωμάκι, χωρίς ζεστὸ φαγάκι γιὰ τὰ παιδιά της!... Δάκρυα ἐπλημμύρισαν τὰ μάτια τῆς πονεμένης μητέρας, ποὺ ἐξέσπασαν σὲ θρῆνο.
Ἀλλ’ ὁ θρῆνος τῆς ἔφερε κάποιο ἐλάφρωμα καὶ ἔτσι ἀποκοιμήθηκε καὶ ἐκείνη. ῟Ωρες ἐπέρασαν καὶ ἡ κυρα - Ἄννα ἦταν βυθισμένη στὸν ὕπνο· κάποτε, σὰν σὲ ὄνειρο, ἄκουσε νὰ κτυποῦν οἱ καμπάνες, ποὺ ἐκαλοῦσαν τοὺς χριστιανοὺς, στὴ μεγάλη ἑορτή· ὁ ἦχός των ἔφθανε στ’ αὐτιά της χαρμόσυνος, ἀλλὰ μισοσβημένος.
Θέλει νὰ σηκωθῇ, νὰ τρέξῃ στὴν ἐκκλησία μὲ τὰ ξυπόλυτα παιδάκια της, ἀλλὰ δὲν τὰ καταφέρνει νὰ ξυπνήσῃ, σὰν νὰ ἦταν ναρκωμένη. Ὁ κόπος, ἡ ἀδυναμία καὶ ὁ πόνος τὴν κρατοῦν μὲ ἄλυτα δεσμά.
Σὲ λίγη ὥρα πάλι ἐνόμισε ὅτι ἐκτύπησαν τὴν θύρα˙ ἦταν ὅμως τόσο βαρὺς ὁ ὕπνος της, ποὺ οὔτε τώρα τὴν ἄφηνε νὰ σηκωθῇ. Κάποιος ἐπέρασε μέσα ἐλαφρὰ ἐλαφρά, σὰν νὰ ἐπατοῦσε στὰ νύχια, νὰ μὴν τοὺς ξυπνήσῃ. Ποιός τάχα νὰ ἦταν; Ἄνοιξε τὰ μάτια της νὰ ἰδῇ· τῆς ἐφάνηκε ὃτι τὰ ἄνοιξε. Καὶ εἶδε τότε ὅτι ὁ ξένος ἦταν ἕνας νέος γλυκός, ξανθός, μὲ μάτια γεμᾶτα συμπάθεια, λέτε καὶ ἦταν ἄγγελος.
῞Εκαμε να φωνάξῃ, να ἐρωτήσῃ ποιός ἦταν αυτὸς μὲ τὴν οὐράνια εὐμορφιά, ἀλλ’ ὁ βαρὺς ὕπνος δὲν τὴν ἄφηνε. Ὁ ἐπισκέπτης ἐπροχώρησε δύο τρία βήματα καὶ ἔβαλε ἕνα χάρτινο κιβώτιο, ἕνα μεγάλο κιβώτιο, ἐπάνω στὸ τραπέζι τοῦ σπιτιοῦ.
Ἄπλωσε ἔπειτα στὰ δύο παιδάκια τὰ ἀγγελικά του χέρια, ποὺ εἶχαν στὶς παλάμες κάποια παλιὰ οὐλή. Τὰ ἐχάϊδεψε καὶ ἕνα φῶς ζωηρό, ἀλλ’ ἁπαλὸ καὶ γλυκὸ ἐχύθηκε γῦρο καὶ ἐφώτισε σὰν γελαστὸς ἀνοιξιάτικος ἥλιος˙ τοὺς ἐχαμογέλασε καὶ ἕνα ἄρωμα ἀπὸ ρόδα ἐπλημμύρισε τὸ δωμάτιο.
- Χριστέ μου! εἶπε, σὲ ἐγνώρισα απὸ τὶς θεῖες πληγές Σου!
Καὶ μὲ καρδιὰ πλημμυρισμένη λαχτάρα καὶ πόθο ἐπετάχθηκε νὰ πέσῃ στὰ πόδια του, νὰ τ’ ἀσπασθῇ, νὰ τὰ βρέξῃ μὲ τὰ δάκρυα της.
Ἀλλ’ ὅταν εὑρέθηκε ὀρθή, ὁ γλυκὸς καὶ ξανθὸς ἐπισκέπτης μὲ τὰ οὐράνια μάτια εἶχε χαθῆ. Τὸ ὄνειρο εἶχε σβήσει‧ μόνο τὸ φῶς τοῦ καντηλιοῦ ἐτρεμόσβηνε στὸ εἰκονοστάσι.
...
Ἔκαμε τὸ σταυρό της καὶ ἔπειτα ἔρριξε μιὰ ματιὰ στὰ παιδιά της˙ ἡ ἀναπνοούλα των ἀκουόταν ἐλαφρά· ἐκοιμῶντο ἥσυχα ἥσυχα, σὰν σὲ θεῖο παράδεισο, εὐλογημένα ἀπὸ τὰ χέρια μὲ τὶς θεῖες πληγές! Ὅταν ὅμως τὸ βλέμμα της ἔπεσε στὸ τραπέζι, εἶδε ἐκεῖ ἐπάνω ἕνα κιβώτιο χάρτινο, σὰν ἐκεῖνο ποὺ ἄφησε ὁ θεῖος ἐπισκέπτης. Μὲ ὃλη τὴν ἀδυναμία της ἔτρεξε καὶ τὸ ἐπῆρε στὰ χέρια· τῆς ἐφάνηκε πολὺ βαρύ. Τὸ ἄνοιξε· ὤ! τὸ θαῦμα, χίλια δυὸ καλά.
- Χριστέ μου! Χριστέ μου! εἶπε πάλι. Καὶ ἄρχισε να φωνάζῃ μὲ χαρὰ τά παιδάκια της:
- Θοδωράκη, Φανή! Ξυπνῆστε! Σηκωθῆτε γρήγορα! Καὶ τὰ ἔπιανε πότε ἀπὸ τὰ πόδια, πότε ἀπὸ τὰ χέρια νὰ ξυπνήσουν.
Τὰ δύο παιδιὰ ἐξύπνησαν τέλος ἀπὸ τόν βαθὺ πρωϊνὸ ὓπνο καὶ καθισμένα στὸ κρεβάτι ἔτριβαν τὰ ματάκια των. Τρομαγμένα ἀπὸ τὸ πρωϊνὸ ἀγουροξύπνημα ἐρώτησαν μὲ ἀπορία;
- Γιατί, μαννούλα, μᾶς ἐξύπνησες τόσο πρωΐ;
- Ἐλᾶτε, ἐλᾶτε γρήγορα νὰ ἰδῆτε· τοὺς ἀπάντησε καί τοὺς ἔδειξε τὸ κιβώτιο.
Τί νὰ ἰδοῦν! Ἐπἀνω ἦταν δύο ζευγαράκια ὑποδήματα ἀκριβῶς στὸ πόδι των· ἕνα κουστούμι γιὰ ἀγόρι,ἕνα φορεματάκι ζεστὸ γιὰ κοριτσάκι, ἕνα φόρεμα μάλλινο σὲ πήχεις γυναικεῖο, δύο τόπια πολύχρωμα, μία κούκλα καὶ ἓνας σιδηρόδρομος, σιδηρόδρομος σωστὸς μὲ μηχανή, σκευοφόρο καί βαγόνια. Τὰ παιδιὰ δὲν ἐχόρταιναν νὰ τὰ βλέπουν καὶ τά δάκτυλα των ἄρχισαν νὰ τὰ ψάχνουν.
Ἀπὸ κάτω ἦταν καὶ δεύτερος θησαυρός. Κουτιά, κουτιὰ χάρτινα καὶ τενεκεδένια. Ἄλλα εἶχαν κρέας, ἄλλα ψάρια, ἄλλα συμπυκνωμένο γάλα, ἄλλα νωπὸ βούτυρο, ἄλλα φυστίκια, γαλετάκια, ζάχαρι, σοκολάτα, τσάϊ, καραμέλλες, ἀφρᾶτα μπισκότα· ὡς καὶ βῶλοι ἦσαν μέσα, νὰ παίζουν παιδιά.
Τὰ ὀρφανὰ τὰ ἔχασαν· ποιός τάχα νὰ ἔστειλε τὰ πολύτιμα πράγματα! Καὶ ἔκπληκτα ἐρώτησαν:
- Ποιός τὰ ἔφερε αὐτά, μητέρα;
- Ὁ καλὸς Χριστός! Τὸν εἷδα μὲ τὰ μάτια μου!
Ὁ Θοδωράκης ἀνυπόμονος ἐπῆρε τὸ κουστούμι καὶ ἄρχισε νὰ τὸ ἐρευνᾷ. Σὲ μία τσέπη ηὗρε ἕνα φάκελο.
- Μαννούλα, κοίταξε ἐδῶ, ἕνα γράμμα· εἶπε καὶ τὸ ἔδωσε στὴ μητέρα του.
Τὸ ἄνοιξαν· εἶχε μέσα ἕνα χαρτονόμισμα τῶν 10 δολλαρίων καὶ ἕνα σημείωμα ἑλληνικὰ γραμμένο.
‹‹ Μία οἰκογένεια ἀπὸ τὸν Καναδᾶ στέλνει τὸ μικρὸ αὐτὸ δῶρο σὲ μία ῾Ελληνίδα μητέρα καὶ στὰ παιδάκια της ››.
Τὴν ὥρα ἐκείνη - εἶχε βγῆ πιὰ ὁ ἥλιος - ἄνοιξε ἡ θύρα τοῦ σπιτιοῦ καὶ ἐμπῆκε μέσα ἡ κυρία Χαρίκλεια, ἀδελφή τοῦ Ἔρυθροῦ Σταυροῦ καὶ γνωστὴ κυρία τοῦ Φιλοπτώχου Ταμείου τῆς ἐνορίας. Ἔγύριζε ἀπὸ τὴ λειτουργία καὶ ἐπέρασε νὰ εἰπῇ στὴν κυρα - Ἄννα γιὰ τὸ δέμα, ποὺ εἶχε ἀφήσει περνῶντας. Τὸ ἔστελνε ὁ Ἐρυθρὸς Σταυρός, ποὺ στὸ ὄνομα τοῦ Χριστοῦ φροντίζει γιὰ τοὺς δυστυχισμένους ὅλου τοῦ κόσμου. Ἀλλὰ δὲν εἶπε τίποτε, γιὰ νὰ μὴν ταράξῃ τὴ προσευχή των.
Γονατισμένοι, μητέρα καὶ ὀρφανά, ἐμπρὸς στὰ εἰκονίσματα εὐχαριστοῦσαν τὸ θεῖο παιδάκι, ποὺ ἐγεννήθηκε τήν ἡμέρα ἐκείνη, γιὰ νὰ φέρῃ στὸν κόσμο τὴν παρηγορία, τὴν ἀγάπη, τὴν καλωσύνη. Τὸν παρακαλοῦσαν ἀκόμη νὰ προστατεύῃ τὴν ἄγνωστη καὶ μακρινὴ ἐκείνη οἰκογένεια μὲ τὴ γενναία χριστιανικὴ καρδιά.
Θερμὰ δάκρυα, ποὺ ἔλαμπαν σὰν διαμάντια, κατέβαιναν ἀπὸ τὰ μάτια των!
-Νικόλαος Α. Κοντόπουλος
Αναγνωστικό Ε' Δημοτικού 1957

Πέμπτη 25 Δεκεμβρίου 2025

Τι όμορφα εκείνα τα Χριστούγεννα!

 Μπορεί να είναι ασπρόμαυρη εικόνα

«Όλοι τον ήξεραν τον μπάρμπα Κοσμά στη μικρή τους πόλη. Το πικρό του δράμα το μοιράζονταν όλοι σιωπηλά. Η θλιβερή ζωή του, ήταν μέρος της καθημερινής τους έγνοιας. Ήξεραν όλοι το μοναχικό γεράκο που τον εγκατέλειψε ο γιος του. Τον ήξεραν και τον συμπαθούσαν.
Ο προκομμένος του ήταν φευγάτος από χρόνια. Είχε δηλώσει ότι δεν θέλει καμμιά επικοινωνία. Ήθελε να ‘ναι ελεύθερος. Ο γέρος πικράθηκε βαθιά. Του μήνυσε πως το σπίτι του θα ‘ταν πάντα ανοιχτό.
Δεν έλεγε σε κανένα τον πόνο του. Μα όλοι τον γνώριζαν. Κάθε μέρα κατέβαινε στο σταθμό. Την ώρα της άφιξης αυτός ήταν πάντα εκεί. Το σφύριγμα του τραίνου ανατάραζε μέσα του τρελλά την ελπίδα. Κάθε μέρα τα τραίνα έρχονταν και έφευγαν σφυρίζοντας δυνατά στον αέρα. Κι αυτός περίμενε …;
Και πιο πολύ τις μέρες τις καλές που όλοι χαίρονται, σαν σήμερα. Για μία φορά ακόμα θα κάμει μόνος του Χριστούγεννα. Η νύχτα προχώρησε. Τα βήματά του κατηφόρισαν ανεξήγητα ως το σταθμό. Κάθισε σ’ ένα παγκάκι. Ώσπου ακούστηκαν κάποια βήματα δίπλα του. Ο παπάς κατέβαινε για τη νυχτερινή γιορτινή Λειτουργία. Τον είδε και απορημένος πλησίασε.
– Μπάρμπα – Κοσμά, τέτοια ώρα τι κάνεις εδώ;
Δεν αποκρίθηκε.
– Έλα στη Λειτουργία απόψε, συνέχισε ο παπάς. Έτσι, να γλυκαθεί λιγάκι η ψυχή σου, μέρα που είναι.
– Τράβα το δρόμο σου, παπά. Άσε με στο χάλι μου, είπε ανόρεχτα.
Ο παπάς επέμεινε. Μα ο γέρος έχασε την υπομονή του.
– Φύγε, παπά. Τα ‘παμε και τα ξανάπαμε αυτά. Ο Θεός σου δεν υπάρχει για μένα. Μη με κεντρίζεις περισσότερο, μέρα που είναι. Τράβα στη δουλειά σου, το καλό που σου θέλω.
– Καλά λοιπόν, φεύγω. Μα η πόρτα θα ‘ναι ανοιχτή, όποτε κι αν θελήσεις.
Ο παπάς έφυγε και ο γέρος έγειρε αποκαμωμένος στο παγκάκι.
Ολόμαυρη η παγωμένη νύχτα γύρω του.
– Γιέ μου! βόγκηξε δυνατά και σωριάστηκε σαν το κουβάρι.
Ο άνεμος μούγκρισε δυνατά και ξανάφερε στ’ αυτιά του ολόϊδια τη φωνή του.
– Γιέ μου!
Την πήγε μακριά και την ξανάφερε. Και βάλθηκε να κάνει το ίδιο ξανά και ξανά, λες και τον ευχαριστούσε να μαστιγώνει αλύπητα τ’ αυτιά και την καρδιά του γέρου. Μα όχι! Κάποιος φαίνεται να του μιλάει πραγματικά. Ακούει ξεκάθαρα μεσ’ στου ανέμου τη βοή όχι τη δική του, μα κάποια άλλη, παράξενη φωνή.
– Γιέ μου!
– Ποιός είναι; αναρωτήθηκε. Μήπως ονειρευόταν;
Ποιός θα μπορούσε να τον φωνάζει γιο του; Έστρεψε τα κουρασμένα του βλέφαρα δώθε – κείθε. Μέσ’ στη θολούρα του μυαλού του και της νύχτας αγνάντεψε μία ανάερη μορφή, που έσβηνε και φαινόταν σαν τις νιφάδες του χιονιού, που χόρευαν στον αέρα. Η απόκοσμη φωνή δεν έπαυε να αντηχεί σαν χάδι απαλό στ’ αυτιά του. Μα τα θαμπά του μάτια δεν μπορούσαν ν’ αντικρύσουν καθαρά τη μορφή που όλο ερχόταν κι έφευγε από μπροστά του.
Του φάνηκε αρχικά σα να ‘ταν το πρόσωπο του συχωρεμένου του πατέρα. Μετά του φάνταζε σαν τη μορφή του παπά, που του μίλησε νωρίτερα. Μα τέλος όλα ξεκαθάρισαν. Μπροστά του έλαμψε ολοκάθαρα του ίδιου του Χριστού το πρόσωπο, γλυκύτατο και ολοφώτεινο.
– Πέθανα φαίνεται, σκέφτηκε. Βρίσκομαι σ’ άλλο κόσμο πια!
– Ολόκληρη ζωή σε περιμένω, γιέ μου. Γιατί δεν έρχεσαι κοντά μου; ακούστηκε ζεστή η θεϊκή φωνή.
Ο γέρος τα χρειάστηκε.
– Κοντά σου εγώ; Μα πως να’ ρθω; Διάλεξα την ελευθερία μου από σένα. Πως να ξαναγυρίσω τώρα; Και πως μαζί σου να λογαριαστώ;
– Εσύ γι’ αυτό ποθείς να ‘ρθεί κοντά σου το παιδί σου; Για να σου δώσει λογαριασμό;
– Και βέβαια όχι! Ας ήτανε μονάχα να γυρίσει.
– Αυτό συμβαίνει και σε μένα. Μπορείς να με περιφρονείς, να μ’ αγνοήσεις. Μα το δικαίωμα να σ’ αγαπώ μπορείς να μου το πάρεις; Σε καρτερώ, θαρρείς, για να βγάλω το άχτι μου; Κοντά μου σε καλώ, γιατί σε λαχταράω, γιέ μου. Μόνο γι’ αυτό. Ο πόνος μου είναι βαθύς, όσο σε ξένα, μακρινά από μένα, μονοπάτια περπατάς. Πικρό το δάκρυ μου πίσω απ’ το κάθε βήμα σου σταλάζει. Ολόκληρη ζωή κλαίω για σένα. Εσύ τουλάχιστον μπορείς να καταλάβεις τι σημαίνει αυτό. Ο,τι περνάς εσύ από το γιο σου, περνώ από σένα και εγώ. Και σκέψου ακόμα, πως εσύ πονάς για ένα σου παιδί μονάχα, μα εγώ για αναρίθμητα.
Σα να ‘πεσαν λέπια από τα μάτια του, σα να σκορπίστηκε ομίχλη απ’ το μυαλό του, ξαφνικά κατάλαβε. Συνειδητοποίησε το δράμα του Θεού. Τον ασίγαστο πόνο Του για τα παιδιά Του. Την απροσμέτρητη λαχτάρα Του να τα μαζέψει όλα γύρω Του, στο πατρικό τους σπίτι. Για πρώτη φορά ένοιωσε πατέρα του Αυτόν, που ως τότε έβλεπε σαν ανελέητο αφεντικό. Η εμπειρία τον συντάραξε.
– Σε νοιώθω, Θε μου, πράγματι, μουρμούρισε. Πατέρας είμαι κι εγώ, φαντάζομαι τον πόνο σου. Μα δεν σε γνώριζα πριν. Πρώτη φορά σε ανταμώνω και μένω εκστατικός.
Η θεϊκή μορφή αχτινοβολούσε κύματα ζεστασιάς κι αγάπης που τύλιγαν το γέρικο κορμί σε μία ολόθερμη αγκαλιά. Η καρδιά του ζεστάθηκε. Δεν ένοιωθε καθόλου παγωνιά.
– Έλα στο σπίτι μου και εκεί δεν θα σου λείψει τίποτα, είπε κι άρχισε η θεϊκή μορφή να χάνεται.
Μα σύγκαιρα ο αέρας γέμισε από το γλυκό ήχο της καμπάνας που σήμαινε Χριστούγεννα. Ο γέρος ανασάλεψε ξυπνώντας απ’ το μαγευτικό του όνειρο. Μα ήταν αλήθεια όνειρο; Κι όμως δεν ένοιωθε το κρύο πια. Και η καρδιά του πέταγε σαν του μικρού παιδιού.
Σηκώθηκε γρήγορα. Τα πόδια του ανάλαφρα τον έφεραν στην εκκλησιά. Ήταν μισογεμάτη κιόλας. Χρόνια είχε να δρασκελίσει το κατώφλι της. Έπιασε μία γωνιά. Το βλέμμα του πλανήθηκε ένα γύρο. Στάθηκε στις μεγάλες εικόνες του Χριστού και της Παναγίας στο τέμπλο. Τους ένοιωσε δικούς του. Η καρδιά του αναγάλιασε. Σαν τότε που έτρεχε παιδί στην αγκαλιά της μάνας, του πατέρα του. Στη ζεστασιά του πατρικού σπιτιού του.
Μα εκεί στο πλάϊ του, παραμπροστά, στη δεξιά κολόνα ακουμπισμένος, ένας γεροδεμένος άντρας, ώρα τώρα, τον παρατηρούσε επίμονα. Κάποια στιγμή ήρθε και στάθηκε κοντά του. Τον άγγιξε απαλά. Ο μπάρμπα – Κοσμάς γύρισε παραξενεμένος. Κοιτάχτηκαν λίγες στιγμές ακίνητοι. Και ξαφνικά…;
– Πατέρα!
– Γιέ μου!
Αγκαλιάστηκαν σφιχτά. Σηκώθηκε σούσουρο τριγύρω, ο παπάς πρόβαλε απορημένος το κεφάλι απ’ την Ωραία Πύλη, η ψαλμωδία σχεδόν σταμάτησε.
– Σ’ έψαχνα, πατέρα, στο σπίτι. Που ήσουνα; ρωτούσε χαμηλόφωνα ο γιος.
Μα η φωνή του ευτυχισμένου γεράκου είχε πνιγεί μεσ’ στους λυγμούς του. Τα μάτια του, θολά απ’ τα δάκρυα, αναζήτησαν τη θεϊκή μορφή στην εικόνα του τέμπλου.
– Θε μου, δεν πρόλαβα να ‘ρθώ στο σπίτι σου, κι όλα τα βρήκα.
Τι όμορφα εκείνα τα Χριστούγεννα!».
π. Δημήτριος Μπόκος