________________________________________________________________________________________________________________________________________

ΑΡΧΙΚΗ ΣΕΛΙΔΑ / ΤΟΥ ΠΑΤΡΙΑΡΧΗ / ΠΑΤΡΙΑΡΧΙΚΟΣ ΝΑΟΣ / ΕΚΚΛΗΣΙΕΣ ΤΗΣ ΠΟΛΗΣ / ΚΕΙΜΕΝΑ ΠΑΝ. ΑΝΔΡΙΟΠΟΥΛΟΥ / ΠΙΝΑΚΑΣ ΕΛΕΓΧΟΥ
________________________________________________________________________________________________________________________________________


Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αρχιμ. Παντελεήμων Μανουσάκης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αρχιμ. Παντελεήμων Μανουσάκης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

6/16/2021

ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΟΥ ΓΕΡΟΝΤΟΣ ΠΕΡΓΑΜΟΥ ΙΩΑΝΝΟΥ: REMEMBERING THE FUTURE


Του Πέτρου Βασιλειάδη
Ομ. Καθηγητού Θεολογίας του Α.Π.Θ. 
Οφειλόμενη αναφορά στον επικεφαλής της Ακαδημαϊκής Επιστημονικής Επιτροπής του Μεταπτυχιακού Προγράμματος "Ορθόδοξη Οικουμενική Θεολογία" (το πρώτο έτος λειτουργίας του οποίου ολοκληρώθηκε με επιτυχία), Μητροπολίτη Περγάμου Ιωάννη (Ζηζιούλα), και με την ευκαιρία της κυκλοφορίας τις επόμενες μέρες του νέου βιβλίου του Remembering the Future, παραθέτω στα ελληνικά σχόλιο του αγαπητού συναδέλφου, καθηγητού π. Παντελεήμονα Μανουσάκη, ο οποίος και συντόνισε την ανοιχτή διάλεξή του, που οργάνωσε το CEMES. 

     

Με βάση μία από τις ιδέες του νέου βιβλίου του Μητροπολίτη Περγάμου Ιωάννη Ζηζιούλα Remembering the Future, και την κατανόησή του για την κόλαση ως έναν «αιώνιο εκνευρισμό» του αμαρτωλού εξαιτίας μιας επιθυμίας η οποία είναι καταδικασμένη να παραμείνει ανεκπλήρωτη και από τους δύο (και, κατά κάποιον τρόπο, και για τους δύο), και από το πλάσμα και αλλά και (για άλλους λόγους) από τον δημιουργό: 

3/24/2021

Metropolitan of Pergamon John (Zizioulas): ONTOLOGY OF LOVE


Ο Σεβ. Μητροπολίτης Γέρων Περγάμου κ. Ιωάννης (Ζηζιούλας), μέλος της Ακαδημαϊκής Επιτροπής του μεταπτυχιακού προγράμματος του Κέντρου "Ορθόδοξη Οικουμενική Θεολογία" στο Διεθνές Πανεπιστήμιο, σε μια Πατερική ανάγνωση του έργου του Καθολικού φιλοσόφου και θεολόγου Dietrich von Hildebrand "H Φύση της Αγάπης", στα πλαίσια των δημόσιων ανοιχτών διαλέξεων του προγράμματος. 
Εκτενής σχολιασμός από τον καθηγητή Φιλοσοφίας Αρχιμανδρίτη Παντελεήμονα Μανουσάκη. 
Την επιμέλεια των διαλέξεων έχει ο καθηγητής Πέτρος Βασιλειάδης. 
Παραθέτουμε το σχετικό βίντεο. 
Open Public Lecture of the Inter-Orthodox and Inter-Jurisdictional Master Program in "Orthodox Ecumenical Theology" of the International Hellenic University (IHU) by Metr. of Pergamon John Zizioulas, member of the Academic Scientific Committee of the Program. Responder and moderator of the discussion that will follow is Rev. Prof. John Panteleimon Manoussakis.

 

6/21/2020

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΜΕ ΤΟΝ ΚΑΘΗΓΗΤΗ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑΣ ΑΡΧΙΜ. ΠΑΝΤΕΛΕΗΜΟΝΑ ΜΑΝΟΥΣΑΚΗ (ΒΙΝΤΕΟ)


Αναρτούμε μια παλαιότερη, πολύ ενδιαφέρουσα συνέντευξη που μας παραχώρησε ο πανοσιολογιώτατος Αρχιμανδρίτης Παντελεήμων Μανουσάκης, Καθηγητής Φιλοσοφίας στο Καθολικό Κολλέγιο του Τιμίου Σταυρού στη Βοστώνη.
Τα θέματα που θίγονται, με βάση και το επιστημονικό έργο του π. Π. Μανουσάκη, πολλά και σημαντικά: Σχέση Φιλοσοφίας και Θεολογίας, οι σπουδές Φιλοσοφίας στην Αμερική σήμερα, η ενότητα των χριστιανών, το ζήτημα του "Πρωτείου" στην Ορθόδοξη Εκκλησία, οι Διορθόδοξες σχέσεις, ο γάμος με βάση τις νέες κοινωνικές συνθήκες κ.α.
Παρουσίαση: Παναγιώτης Αντ. Ανδριόπουλος
Σκηνοθεσία: Γιώργος Αρβανίτης

9/08/2016

ΣΥΝΕΧΙΣΤΗΚΑΝ ΧΘΕΣ ΟΙ ΕΡΓΑΣΙΕΣ ΤΟΥ ΣΥΝΕΔΡΙΟΥ ΣΤΟ BOSE ΤΗΣ ΙΤΑΛΙΑΣ


Bose, του Π. Ανδριόπουλου
Συνεχίστηκαν σήμερα το απόγευμα οι εργασίες του 24ου Διεθνούς Συνεδρίου Ορθοδόξου Πνευματικότητος, που πραγματοποιείται στο Μοναστήρι του Bose στην Ιταλία. Στην απογευματινή συνεδρία προήδρευσε ο Σέρβος Επίσκοπος Ανδρέας. 
Το πρόγραμμα περιλάμβανε: 
Ανάγνωση μηνυμάτων: 
- Του Πατριάρχη Σερβίας Ειρηναίου, από τον Επίσκοπο της Σερβικής Εκκλησίας στην Αυστρία και την Ιταλία, Ανδρέα.
-Του Αρχιεπισκόπου Αλβανίας Αναστασίου από τον Επίσκοπο Βύλιδος Άστειο. 
- Εισήγηση του καθηγητή Φιλοσοφίας στην Βοστώνη Αρχιμ. Παντελεήμονος Μανουσάκη, με θέμα: «Martyrdom and Communion». Απουσιάζοντος του π. Π. Μανουσάκη, την εισήγησή του διάβασε στα αγγλικά ο ομότιμος καθηγητής της Θεολογικής Σχολής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, Πέτρος Βασιλειάδης. Παραθέτουμε στη συνέχεια ολόκληρη την εισήγηση του π. Π. Μανουσάκη. 

- Εισήγηση της καθηγήτριας στην Θεολογική Σχολή του Α.Π.Θ. Αικατερίνης Τσαλαμπούνη, με θέμα: «Μακάριοι εστέ όταν ονειδίσωσιν υμάς και διώξωσι ένεκεν εμού» (Ματθ. 5,11) – Ο Χριστός ομιλεί περί διωγμών. 
Στο πρώτο μέρος της εισήγησης παρουσιάστηκαν τα λόγια του Ιησού για τον διωγμό και το μαρτύριο, ιδιαίτερα στη συνοπτική παράδοση. Η εξήγηση σε αυτό το μέρος εστιάστηκε στον εντοπισμό και στην ανάδειξη της αρχαίας χριστιανικής παράδοσης για το μαρτύριο, η οποία είχε τις απαρχές και την βάση της στα κυριακά λόγια. Επιπλέον, αυτή η παράδοση συνδέεται με την κοινωνική κατάσταση και θέση των κοινοτήτων του αρχέγονου Χριστιανισμού που διατήρησαν αυτήν την παράδοση. Οι θεολογικές προεκτάσεις καθώς και η σχέση των κυριακών αυτών λογίων με την εσχατολογική πραγματικότητα της Βασιλείας του Θεού εξετάζεται στο δεύτερο μέρος της εισήγησης. Στη συνέχεια, παρουσιάστηκε, η πρόσληψη της παράδοσης αυτών των λογίων στο πλαίσιο της συζήτησης στον αρχέγονο Χριστιανισμό για το μαρτύριο. Τέλος, με βάση την προηγούμενη συζήτηση, η εισηγήτρια διατύπωσε κάποιες σκέψεις για τη θεολογική σημασία αυτής της παράδοσης για τους χριστιανούς του 21ου αιώνα.
- Εισήγηση του καθηγητή Georgiy Zakharov, με θέμα: «Είμαστε όλοι ένα Χριστώ». Μαρτύριο και ενότης της Εκκλησίας στον άγιο Αμβρόσιο και τους Λατίνους Πατέρες του 4ου αιώνα. 
 Ακολούθησε ουσιαστική συζήτηση μεταξύ των συνέδρων.



6/27/2014

ΗΜΕΡΙΔΑ ΠΡΟΣ ΤΙΜΗΝ ΤΟΥ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΟΥ ΠΕΡΓΑΜΟΥ ΙΩΑΝΝΟΥ ΣΤΟ ΚΕΪΜΠΡΙΤΖ (ΦΩΤΟ)


Ημερίδα προς τιμήν του Μητροπολίτου Περγάμου κ. Ιωάννου πραγματοποιήθηκε το Σάββατο 14 Ιουνίου, στο Κέϊμπριτζ της Αγγλίας. 
Η ημερίδα ήταν αφιερωμένη στην ζωή και το έργο του μεγάλου σύγχρονου θεολόγου, διακεκριμένου ιεράρχου του Οικουμενικού Πατριαρχείου, το έργο του οποίου έχει κερδίσει την παγκόσμια αναγνώριση. 
Ειδικότερα, αντικείμενο των ομιλιών αποτέλεσε η εσχατολογία—η οποία συνιστά κεντρικό άξονα του πρόσφατου έργου του Μητροπολίτου Περγάμου και κυρίως του νέου βιβλίου του Η Ανάμνησις του Μέλλοντος (Remembering the Future). 
Μετά την τέλεση της πρωϊνής Θείας Λειτουργίας, τις εργασίες της ημερίδας άνοιξε η παρουσίαση του καθηγητού του Πανεπιστημίου Duquesne (Πιτσβούργου) π. Bogdan Bucur. Στην συνέχεια ομίλησαν ο Μητροπολίτης Διοκλείας κ. Κάλλιστος (Ware), καθώς και ο πρώην Αρχιεπίσκοπος Καντερβουρίας Λόρδος Rowan Williams. Τον τιμώμενο ομιλητή, Μητροπολίτη Περγάμου, παρουσίασε ο καθηγητής, αρχιμ. Παντελεήμων Μανουσάκης. 


Εντύπωση προκάλεσε η συγκροτημένη ομιλία του Αρχιεπισκόπου Williams, ο οποίος μίλησε με θερμά λόγια για την οικουμενική εμβέλεια και σημασία της θεολογίας του Μητροπολίτου Περγάμου, υπογράμμισε δε πως τόσο η μελέτη της Αγίας Γραφής όσο και η μοναστική πολιτεία δεν μπορούν να ειδωθούν ορθά παρά μόνον ως γεγονότα Ευχαριστιακά και σε αυστηρή συνάρτηση με την τέλεση της Ευχαριστίας, ανοίγοντας έτσι την ζωή του Χριστιανού στην προοπτική των εσχάτων. 
Την ημερίδα έκλεισε η παρουσίαση του ίδιου του Μητροπολίτου Περγάμου κ. Ιωάννη, στην οποία συνόψισε τις επιπτώσεις του εσχατολογικού οράματος της Εκκλησίας, και δη της Ευχαριστίας, σε διαφόρους τομείς της συστηματικής θεολογίας, όπως, για παράδειγμα, στην διδασκαλία περί κτίσεως και πτώσεως, στην Χριστολογία και στην Πνευματολογία, καθώς και στην εκκλησιολογία. Ακολούθησε διεξοδική συζήτηση επί των θεμάτων.


4/28/2014

Ο ΑΡΧΙΜ. ΠΑΝΤΕΛΕΗΜΩΝ ΜΑΝΟΥΣΑΚΗΣ ΠΑΡΟΥΣΙΑΖΕΙ ΤΗΝ ΜΕΛΕΤΗ ΤΟΥ Μ. ΑΡΧΙΔΙΑΚΟΝΟΥ ΜΑΞΙΜΟΥ ΓΙΑ ΤΟ ΠΡΩΤΕΙΟ


Maximos Vgenopoulos, Primacy in the Church from Vatican I to Vatican II: An Orthodox Perspective. Foreword by His All-Holiness Ecumenical Patriarch Bartholomew. (DeKalb: Northern Illinois University Press), 2013. ISBN: 978-0-87580-473-6. 
Μία σημαντική μελέτη δημοσιεύτηκε στις αρχές του τρέχοντος έτους από τις Πανεπιστημιακές εκδόσεις Northern Illinois University Press. Ο τόμος, που φέρει τον τίτλο Το Πρωτείο στην Εκκλησία από την Πρώτη στην Δεύτερη Βατικάνεια Σύνοδο: Μία Ορθόδοξη Προσέγγιση (τίτλος του αγγλικού πρωτοτύπου: Primacy in the Church from Vatican I to Vatican II: An Orthodox Perspective), επιχειρεί μια ιστορική ανασκόπηση της έννοιας του πρωτείου μέσα από τα κείμενα των δύο τελευταίων Συνόδων της Καθολικής Εκκλησίας και αποπειράται μια θεολογική αποτίμηση των αντιδράσεων και της κριτικής που διατυπώθηκε εξ επόψεως Ορθοδόξου θεολογίας. 
Η συμβολή του εν λόγω έργου είναι σημαντικότατη κατά την γνώμη του γράφοντος κυρίως για δύο λόγους: 
• Πρώτον, αποτελεί την πρώτη και μοναδική εξ όσων γνωρίζουμε εργασία1  που προήλθε από την πένα Ορθοδόξου θεολόγου και μάλιστα κληρικού της Πατριαρχικής αυλής—αφού συγγραφέας της τυγχάνει ο Πανοσιολογιώτατος Μέγας Αρχιδιάκονος του Οικουμενικού Θρόνου κ. Μάξιμος Βγενόπουλος—που ενασχολείται με τις δύο αυτές Συνόδους που καθόρισαν την ζωή και την θεολογία της Καθολικής Εκκλησίας κατά τους δύο τελευταίους αιώνες. Η μέθοδος του πατρός Μαξίμου στην παρουσίαση και εκτίμηση των δύο αυτών Συνόδων είναι νηφάλιος και επιστημονική, όπως ακριβώς θα ανέμενε κανείς από έναν σοβαρό και απροκατάληπτο μελετητή. 
• Και δεύτερον, διότι η επισκόπηση των διαφόρων και διαφορετικών θέσεων που διατυπώθηκαν από εκφραστές της Ορθοδόξου θεολογίας δίδει στον συγγραφέα την ευκαιρία να αναπτύξει μια συγκροτημένη αυτοκριτική—επίσης μοναδική στο είδος της—των όσων ενστάσεων έχει προτάξει κατά καιρούς η Ορθόδοξη θεολογική γραμματεία ενάντια στην έννοια του πρωτείου και μάλιστα εναντίον του πρώτου της ανά την οικουμένην Εκκλησίας. 
Η δημοσίευση του παρόντος έργου δεν θα μπορούσε να είχε λάβει χώρα σε καταλληλότερη στιγμή απ᾽αυτήν που διανύει η Ορθόδοξη Εκκλησία την παρούσα στιγμή: από την μία, διαλεγόμενη ακριβώς επί του ακανθώδους προβλήματος του πρωτείου μετά της Καθολικής Εκκλησίας στον επίσημο μεικτό θεολογικό διάλογο στον οποίον συμμετέχουν, συνοδική αποφάσει, όλες οι κατά τόπους Ορθόδοξες Εκκλησίες, ειδικά μετά την πρόοδο που σημειώθηκε με το κείμενο της Ραβέννας, από την άλλη, έχοντας να αντιμετωπίσει την συζήτηση που ήδη διεξάγεται εντός του κόλπου της ύστερα από την πρόσφατη αμφισβήτηση του πρωτείου από διάφορα Ορθόδοξα κέντρα. Η ενδο-Ορθόδοξη συζήτηση περί πρωτείου (η οποία λαμβάνει ενίοτε και τις διαστάσεις θεολογικής έριδος) άπτεται και της Πανορθοδόξου Συνόδου η οποία πρόκειται να συγκληθεί, ως ανακοινώθηκε, κατά την Πεντηκοστή του 2016. 
Επ᾽αυτού, θα ήταν σκόπιμο να αρχίσουμε την παρουσίαση του έργου του πατρός Μαξίμου από το τέλος του και συγκεκριμένα από την άποψη του Νικολάου Αφανάσιεφ (Afanassief) ο οποίος, ενώ αρνείται το πρωτείο του Οικουμενικού Θρόνου, γράφει: 
Αν υποτεθεί ότι οι αρχηγοί των αυτοκεφάλων εκκλησιών συμφωνούν στο να επιτρέψουν σε έναν πατριάρχη να συγκαλέσει μία οικουμενική σύνοδο, τότε η πράξις τους θα σήμαινε πως αναγνωρίζουν αυτόν τον πατριάρχη ως πρώτον της Ορθοδόξου Εκκλησίας (σελ. 135). Και συνεχίζει: Ένα πράγμα είναι ξεκάθαρο: αν οι αυτοκέφαλες εκκλησίες είχαν αναγνωρίσει το δικαίωμα του Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως να συγκαλεί [Οικουμενική ή Πανορθόδοξο Σύνοδο] τότε θα είχαν ταυτοχρόνως αναγνωρίσει και το πρωτείο του στην Ορθόδοξη Εκκλησία (ibid). 
Θεωρώ τις δύο αυτές υποθέσεις του Αφανάσιεφ εν πολλοίς μιά προφητεία η οποία πρόκειται να εκπληρωθεί στην μέλλουσα να συγκληθεί υπό αυτού του Οικουμενικού Πατριάρχου Πανορθόδοξο Σύνοδο του 2016 (αν και έχει ήδη επαληθευτεί κατά το απώτερο παρελθόν στις πλείστες όσες πανορθόδοξες συνόδους συγκάλεσαν και προήδρευσαν Οικουμενικοί Πατριάρχες). Στον χρόνο που μεσολαβεί μέχρι την Σύνοδο του 2016, η μελέτη του πατρός Μαξίμου θα παίξει καθοριστικό ρόλο καθώς είναι μέχρι στιγμής η μόνη πλήρης διαπραγμάτευση του πρωτείου. Το έργο απαρτίζεται από τέσσερα κεφάλαια, μία ενημερωτική εισαγωγή, και καταληκτήρια γενικά συμπεράσματα. 
Το έργο προλογίζει ο Οικουμενικός Πατριάρχης κ.κ. Βαρθολομαίος. 
Μ. Αρχιδιάκονος Μάξιμος
Το πρώτο κεφάλαιο προσφέρει στον αναγνώστη μια ενδελεχή παρουσίαση των εργασιών της Πρώτης Βατικάνειας Συνόδου (καθώς και των ζυμώσεων που οδήγησαν σε αυτήν) με έμφαση στην διατύπωση του Πέτρειου πρωτείου. Η ανάλυση των βασικών Συνοδικών κειμένων, όπως του Pastor Aeternus, καθώς και των παπικών εγκυκλίων Praeclara Gratulationis και Satis Cognitum, δηλώνουν την επιμελή εντρύφηση του συγγραφέως με τα κείμενα τα ίδια, καθώς και με την εν γένει θεολογική γραμματεία της Καθολικής εκκλησίας του 19ου αιώνος. Η παρουσίαση της θεολογίας του πρωτείου της Πρώτης Βατικάνειας Συνόδου θέτει τις προϋποθέσεις της κριτικής που ακολουθεί στο δεύτερο κεφάλαιο του έργου (The Aftermath of Vatican I). Αναφορικά με το πρωτείο του Πέτρου και των διαδόχων του ο συγγραφέας εξετάζει τις αντιδράσεις που διετυπώθησαν τόσο επισήμως μέσω εγκυκλίων γραμμάτων του Οικουμενικού Πατριαρχείου, όσο και υπό συγκεκριμένων Ορθοδόξων θεολόγων, όπως ο π. Γρηγόριος Ζιγαβηνός, ο Ιωάννης Μεσολωράς, ο Αναστάσιος Κυριακός, ο Σπυρίδων Παπαγεωργίου και κυρίως, ο Ιωάννης Καρμίρης. 
Το δεύτερο αυτό κεφάλαιο ίσως αποτελέσει υπόμνηση όλων μας του ατελέσφορου αδιέξοδου στο οποίο οδηγείται η θεολογία, αλλά και ο στοχασμός εν γένει, όταν υποδαυλίζεται μονάχα από τον ανταγωνισμό και την πολεμική. Άξιοι θεολόγοι, ως οι προαναφερθέντες, εξηναγκάσθησαν να υποστηρίξουν ακραίες εκκλησιολογικές απόψεις παρασυρόμενοι απο τον αρνητισμό προς ό,τι θεώρησαν άλλο ή ανοίκειο προς αυτούς. Ο Μεσολωράς, για παράδειγμα, συμφωνεί με την προτεσταντική θέση πως η Εκκλησία δεν έχει άλλην κεφαλή πλην του Χριστού και ὀτι η ενότης της Ορθοδόξου Εκκλησίας δεν διασφαλίζεται παρά μέσω της κοινής πίστης και της κοινής λατρείας (σελ. 50). Ο Κυριακός, απο την άλλη, αναγκάζεται να αποδεχθεί μόνο μία “πνευματική και εσωτερική” ενότητα (σελ. 52) δίχως ορατό εκκλησιολογικό αντίκρυσμα. Ο δε Καρμίρης, κατά τα πρὀτυπα των μεταρρυθμισμένων (Konziliarismus), αποδέχεται ως κεφαλή της Εκκλησίας την Οικουμενική Σύνοδο, αγνοώντας ότι η Οικουμενική Σύνοδος ούτε είναι θεσμός (σελ. 63), ούτε, όμως, πρόσωπο ώστε να μπορεί να διαδραματίσει τον ρόλο του πρώτου (σελ. 128). Την συγκροτημένη κριτική του συγγραφέα τόσο στο τέλος του παρόντος κεφαλαίου (σελ. 65-71), όσο και στην διεξοδικότερη ανάλυση του τετάρτου κεφαλαίου δέχεται η άποψη εκείνη που θέλει το πρωτείο του Ρώμης (και συνακόλουθα του Νέας Ρώμης) να είναι μόνο πρωτείο τιμής και όχι εξουσίας. Μιά τέτοια άποψη έχει κάπως ανεξέταστα επικρατήσει σήμερα ανάμεσα στους ορθοδόξους δίχως να αναλογιζόμαστε πως δεν ερείδεται στην πραγματικότητα της εκκλησιολογικής παραδόσεώς μας. Τέλος ενδιαφέρον παρουσιάζει η ερμηνεία την οποία δίνει ο Γρηγόριος Ζιγαβηνός στο Μθ. 16:18 (την οποία επίσης επαναλαμβάνουν πολλοί αστόχαστα) διακρίνοντας μεταξύ της ομολογίας και του προσώπου του Πέτρου, ωσάν να ήταν ποτέ δυνατόν να υπάρξει ομολογία πίστεως απρόσωπος και άρα ανυπόστατος—δίχως, δηλαδή, η πίστις, επί της οποίας οικοδομεί ο Κύριος την Εκκλησία του να υποστασιοποιείται στον πιστεύοντα (σελ. 44). 
Το τρίτο και τέταρτο κεφάλαιο της μονογραφίας του πατρός Μαξίμου διαλαμβάνουν την θεολογία του πρωτείου όπως εκείνη διατυπώθηκε μέσω της Δευτέρας Βατικάνειας Συνόδου. Και πάλι με μεγάλη προσοχή ο συγγραφέας αναλύει τις εργασίες της Συνόδου και μάλιστα υπό το φώς της επανακαλυφθείσης υπό της σχολής του ressourcement / Nouvelle Théologie (Henri de Lubac, Yves Congar, Karl Rahner, Joseph Ratzinger, κ.α.) ευχαριστιακής θεολογίας. Το βασικό κείμενο υπό εξέταση είναι φυσικά το Lumen Gentium—ο συγγραφέας ακολουθεί τα διάφορα σχεδιάσματά του που οδήγησαν στην τελική μορφή του, αλλά και η ερμηνεία των βασικών αρχών του εν λόγω κειμένου όπως αποδώθηκαν από διαπρεπείς θεολόγους της Δευτέρας Βατικάνειας Συνόδου, ως ο Pottmeyer και ο Buckley, ενώ δεν αποφεύγει να εντρυφήσει και στο έργο του σημαντικού λειτουργιολόγου π. Bernard Botte, ο οποίος αποκατέστησε την ευχαριστιακή θεολογία στην θέση που κατείχε την πρώιμη περίοδο της κοινής εκκλησιαστικής παραδόσεως όπως αυτή εκφράζεται στα έργα του αγ. Ιγνατίου Αντιοχείας και αγ. Αυγουστίνου Ιππώνος. Η συμβολή της Δευτέρας Βατικάνειας Συνόδου ήταν η συμπερίληψη του Πέτρειου πρωτείου ως διακονίας εξασκουμένης εντός και σε συνάρτηση μετά του Κολλεγίου των Επισκόπων, όπου έκαστος των επισκόπων, ως εκπρόσωπος της τοπικής εκκλησίας, βρίσκεται σε κοινωνία μετ᾽αλλήλων και με τον πρώτον του επισκοπικού Κολλεγίου, τον Ρώμης, φανερώνοντας έτσι μέσω αυτής της διαλεκτικής σχέσης του ενός και των πολλών αυτό που ο αναγεννησιακός φιλόσοφος και πρωτοπόρος του θεολογικού διαλόγου μεταξύ Ανατολής και Δύσεως, Νικόλαος Κουζανός, ονόμασε explicatio Petri. Προσέφερε τοιουτοτρόπως η Δεύτερα Βατικάνεια Σύνοδος μία σημαντική αναθεώρηση στην ερμηνεία του Παπικού πρωτείου όπως το είχε ορίσει η Πρώτη Βατικάνεια Σύνοδος. 

Αρχιμανδρίτης Παντελεήμων Μανουσάκης

Το έργο του πατρός Μαξίμου βρίσκει την θεωρητική κλιμάκωσή του στο τέταρτο και τελευταίο κεφάλαιο στο οποίο το περί πρωτείου ερώτημα τίθεται σε όλη την οξύτητά του (ως εκκλησιολογικό πρόβλημα), σε όλη την πολυπλοκότητά του (ως διάσταση συνάμα της τριαδολογίας και της χριστολογίας), αλλά και σε όλη την πρωτότυπη δημιουργικότητα που χαρακτηρίζει την θεολογία του Μητροπολίτη Περγάμου Ιωάννη (Ζηζιούλα) στην οποία στηρίζεται ο πατήρ Μάξιμος προκειμένου να δώσει τις απαντήσεις του και να εξάγει τα συμπεράσματά του, όπως καταγράφονται με σαφήνεια στο τελευταίο μέρος του βιβλίου του. 
Έχοντας προσφέρει στον αναγνώστη του μια πλήρη εικόνα των διαφορετικών αντιδράσεων που κατά καιρούς αντιπρότεινε η Ορθόδοξη πλευρά στην διαμόρφωση του Πέτρειου πρωτείου μέσα από τις δύο Βατικάνειες Συνόδους, δίδεται στον συγγραφέα του παρόντος έργου το προνόμιο ενός συνοπτικού και αναστοχαστικού βλέμματος της ιστορίας διά του οποίου συλλαμβάνει την γένεση δύο διακριτών ομάδων, η κάθε μία εκ των οποίων αξίωσε για τον εαυτό της την ορθοτόμηση του λόγου της Ορθοδόξου αληθείας: στην πρώτη ομάδα συγκαταλέγονται οι προαναφερθέντες θεολόγοι (Ζιγαβηνός, Μεσολωράς, Κυριακός, Παπαγεωργίου και Καρμίρης) ενώ στην δεύτερη περιλαμβάνονται θεολόγοι όπως ο π. Ιωάννης Μέγιεντορφ [Meyendorff], ο π. Αλεξάντερ Σμέμαν, ο Αφανάσιεφ και κυρίως ο Μητροπολίτης Περγάμου Ιωάννης (Ζηζιούλας). Και οι δύο ομάδες εκφέρουν λόγο κριτικό έναντι εκείνων των σημείων της θεολογίας των δύο Βατικάνειων Συνόδων τα οποία απέστησαν της κοινής εκκλησιολογικής παραδόσεως της Εκκλησίας. Η διαφορά τους έγκειται στο ότι η δεύτερη ομάδα κατόρθωσε να διαμορφώσει έναν λόγο όχι μόνον κριτικής, αλλά και Ορθοδόξου αυτοκριτικής—στον βαθμό που έθεσε υπό εξέταση τις θεολογικές προϋποθέσεις της κριτικής της πρώτης ομάδας. Επιπλέον, η δεύτερη ομάδα, και ειδικώτερα η θεολογία του Μητροπολίτου Περγάμου, αναζήτησε να σταθεί σε δύο κριτήρια: αυτά της συνοχής και της αυθεντικότητας. 
Το κριτήριο της αυθεντικότητος διασφάλισε η επιστροφή «ἐπὶ τὰς πηγάς» της θεολογίας, όπως η Ευχαριστία και η πατερική γραμματεία των πρώτων αιώνων (χαρακτηριστική αυτής της τάσεως είναι η διδακτορική διατριβή του Μητροπολίτου Περγάμου, Ἡ ἑνότης τῆς Ἐκκλησίας ἐν τῇ Θείᾳ Εὐχαριστίᾳ καί τῷ Ἐπισκόπῳ κατά τούς τρεῖς πρώτους αἰώνας), ενώ το κριτήριο της συνοχής επιδίωξε να επανατοποθετήσει τα επί μέρους προβλήματα της θεολογίας, όπως αυτό του πρωτείου, εντός ενός συνεκτικού συνόλου, όπου ζητήματα της εκκλησιολογίας εξετάζονται υπό το φώς των όρων που διέπουν άλλους κλάδους της θεολογίας ως η Χριστολογία, η Πνευματολογία, και η Τριαδολογία. Είναι μάλιστα χαρακτηριστική της σκέψεως του αγ. Περγάμου η σθεναρή του άρνηση να διαχωρίσει και να απομονώσει επιμέρους ζητήματα της θεολογίας. Έτσι, το ζήτημα του πρωτείου, το οποίο ακόμα και για θεολόγους που αναγνώρισαν την αναγκαιότητά του όπως ο Σμέμαν και ο Μέγιεντορφ, για τον Περγάμου δεν είναι μονάχα ζήτημα εκκλησιαστικής ευταξίας (του ευ είναι της Εκκλησιαστικής ζωής), αλλά άπτεται αυτού του ίδιου του είναι της Εκκλησίας και βρίσκεται σε άμεση συνάρτηση τόσο με τις Χριστολογικές αρχές της Εκκλησίας όσο και με την αποκάλυψη του εν Τριάδι αγίου Θεού. 
Οι τριαδολογικές καταβολές του επισκοπικού πρωτείου σε όλους τους τρείς βαθμούς της εκκλησιολογικής διάρθρωσης (τοπικό, επαρχιακό, οικουμενικό) προκάλεσαν προσφάτως αντιδράσεις εξ αφορμής της απαντήσεως του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Προύσης κ. Ελπιδοφόρου Primus sine paribus στην περί πρωτείου Συνοδική απόφαση του Πατριαρχείου Μόσχας. Η παρούσα μελέτη, όμως, του πατρός Μαξίμου έρχεται να δικαιώσει τόσο το άνευ ίσων πρωτείο του ανά την οικουμένη πρώτου (πρβλ., σελ. 42, 67, 69, 91, 123, 130, 132, 135 και κυρίως 136), όσο και την αναγωγή του πρωτείου στον Θεό Πατέρα. Διαβάζουμε, παραδείγματος χάριν, στην σελίδα 129 πως: 
The overall context in which the relation between the primate and the synod should be placed is a trinitarian one, i.e., the commnional life of the Holy Trinity. The very existence of the ministry of the primate is also a reflection of the life of the Holy Trinity, for, as we have just seen, Zizioulas says that the person through whom the communion of the Holy Trinity becomes unity is the Father2
Εν τέλει, κατόπιν της δημοσίευσης μιας τόσο εμπεριστατωμένης μελέτης θα είναι πολύ δύσκολο τόσο για τους μορμυρίζοντες (murmurantes) όσο και για τους φωνασκούντες κατά του πρωτείου να επιχειρηματολογήσουν με πειθώ αναμετρούμενοι με την σημαντική επιστημονική εργασία που μας προσφέρει στον τόμο αυτόν ο Μέγας Αρχιδιάκονος του Οικουμενικού Θρόνου κ. Μάξιμος.
Ελπίζουμε η συμβολή του έργου τούτου να μην κριθεί από τα όσα γράφτηκαν εδώ, καθώς ο περιορισμένος χώρος της παρούσας βιβλιοπαρουσίασης δεν μας επιτρέπει να αναπτύξουμε τα επιχειρήματα του συγγραφέα με την προσοχή που τους αξίζει. Εδώ προσπαθήσαμε μόνο να περιγράψουμε μια εικόνα του έργου αυτού, να δώσουμε μια πρώτη αποτίμηση της ακαδημαϊκής συμβολής του, να πληροφορήσουμε το ελληνικό κοινό για τον καρπόν αυτόν της εργώδους προσπαθείας του πατρός Μαξίμου. Ο αναγνώστης, ασχέτως των ιδικών του πεποιθήσεων, έχει πολλά να επωφεληθεί απο την μελέτη του παρόντος έργου. 
Αρχιμ. Παντελεήμων Μανουσάκης, Ph.D. 
Αναπληρωτής Καθηγητής Φιλοσοφίας 
College of the Holy Cross
___________________________________________ 
1. Πλησιέστερο στο έργο του πατρός Μαξίμου είναι το βιβλίο του Adam A.J. DeVille, Orthodoxy and the Roman Papacy (University of Notre Dame Press, 2011), με την διαφορά ότι εκείνου η προσοχή εστιάζεται σχεδόν αποκλειστικά στο εγκύκλιο γράμμα Ut Unum Sint. 
2. Η ίδια θέση καταφάσκεται σε πλήθος άλλων χωρίων (πρβλ., σελ. 71, 91, 97, 120, 122, 123, 128). Σημαίνουσα είναι επίσης η απάντηση που δίνει ο πατήρ Μάξιμος στην υποσημείωση 126, σελ. 194 στο σύγχρονο θεολόγο Miroslav Volf ο οποίος αρνείται την διαλεκτική του ενός και των πολλών (κοινωνίας και ετερότητας) υπό το φως της Αγίας Τριάδος καθώς και τις εκκλησιολογικές συνέπειές της.

3/31/2014

ΕΝΑ ΚΕΙΜΕΝΟ ΤΟΥ ΑΡΧΙΜ. ΠΑΝΤΕΛΕΗΜΟΝΟΣ ΜΑΝΟΥΣΑΚΗ ΓΙΑ ΤΟ ΠΡΩΤΕΙΟ ΚΑΙ ΤΗΝ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΟΤΗΤΑ


Η Απολεσθείσα Ενότητα: 
Πρωτείο και Οικουμενικότητα1
Αρχιμ. Παντελεήμονος Μανουσάκη, 
Καθηγητού Φιλοσοφίας 
Όταν πριν δύο χρόνια ο τότε διευθυντής του περιοδικού Νέα Ευθύνη, Δημήτρης Αγγελής, μου ζήτησε να γράψω ένα μικρό κείμενο με θέμα Προκλήσεις για την Ορθόδοξη Εκκλησία στον 21ο Αιώνα (ένα τεύχος που φιλοξένησε κείμενα του Οικ. Πατριάρχου, του Αρχιεπισκόπου Αθηνών, και άλλων κληρικών και στοχαστών) θεώρησα πως η μεγαλύτερη πρόκληση που θα αντιμετώπιζε η Ορθοδοξία στα επόμενα χρόνια θα ήταν το πρωτεύον, όπως το ονόμασα, πρόβλημα του πρώτου2. Η εκτίμησή μου απεδείχθη προφητική. 
Η μεγαλύτερη εσωτερική πρόκληση της Ορθοδόξου Εκκλησίας κατά την γνώμη μου είναι η ενότητά της. Άλλες έξωθεν προκλήσεις, απαιτήσεις των καιρών είτε γεωπολιτικές είτε θεωρητικές, δεν θα μπορέσουν να αντιμετωπισθούν εφ᾽ όσον η Ορθόδοξος Εκκλησία αυτο-αποδυναμώνεται παραμένοντας ένα είδος θρησκευτικής Ομοσπονδίας υποθετικά ισοτίμων Εκκλησιών οι οποίες ομονοούν όχι για να ομολογήσουν αλλά φοβούμενες αλλήλους. Δυστυχώς, εμείς οι Ορθόδοξοι, στην προσπάθειά μας να παρουσιάσουμε μια αδυναμία σε προτέρημά μας, πιστέψαμε πως, σε αντίθεση με την συγκεντρωτική και πυραμιδοειδή δομή της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας, απολαμβάνουμε δήθεν μια πιό δημοκρατική (οριζοντίως δομημένη) εκκλησιολογία των κατά τόπους εθνικών Εκκλησιών. Αποφεύγουμε έτσι να ομολογήσουμε πως πίσω από αυτό το πρόσχημα κρύβεται η διάσπαση που επέφερε η άλογη ανακήρυξη αυτοκέφαλων Εκκλησιών με μοναδικό κριτήριο, αυτό της εθνικότητος και, συνακολούθως, αυτό της γλώσσας. Το ότι πρόκειται πραγματικά περί διάσπασης φάνηκε όταν η Ορθοδοξία ταξίδεψε μαζί με τους μεταναστεύοντες λαούς στην Δυτική Ευρώπη, στην Αμερική και στην Αυστραλία. Εκεί, διαφορετικές εθνικές εκδοχές της Ορθοδοξίας “συν-υπάρχουν” στην ίδια πόλη, διασπώντας την ευχαριστιακή ενότητα της κοινής ομολογίας των πιστών, υπό διαφορετικούς επισκόπους, χάριν του γλωσσικού ιδιώματός τους και της εθνικής καταγωγής τους. Πρόσφατο παράδειγμα ο ιεράρχης του Πατριαρχείου Αντιοχείας Σιλουανός, ο οποίος εξελέγη υπό τον τίτλον του Μπουένος Άϊρες, καίτοι εκεί ήδη εδρεύει κανονικός επίσκοπος, ο Μητροπολίτης Μπουένος Άϊρες Ταράσιος3. Όταν ο πρώτος παρευρέθη ως εκπρόσωπος του Πατριαρχείου Αντιοχείας στην πρόσφατη Σύναξη των Προκαθημένων (Μάρτιος 2014), και απαίτησε να αναγνωριστεί ως «ο Μπουένος Άϊρες», οι αξιώσεις του εξηνάγκασαν τον προεδρεύοντα της Συνάξεως Οικουμενικό Πατριάρχη να δώσει ad hoc μάθημα βασικών αρχών εκκλησιολογίας4
Στην διασπορά, αλλά όμως και στους διαλόγους, τους οποίους διεξάγουν από κοινού οι Ορθόδοξες Εκκλησίες με άλλες Χριστιανικές ομολογίες και άλλες Θρησκείες, φάνηκε πως τα προσχήματα της ενότητάς μας δεν επαρκούσαν για να δικαιολογήσουν την προφανή εκκλησιολογική ένδειά μας. Η κοινή λειτουργική πράξη (lex orandi), η κοινή δογματική ομολογία (lex credendi), η κοινή παράδοση των δύο αυτών πηγών, αλλά ακόμα και οι Διορθόδοξες σύνοδοι δεν επαρκούν για να φέρουν το επιθυμητό, δηλαδή, την ουσιαστική ενότητα της Εκκλησίας. Και αυτό γιατί πραγματική ενότητα μπορεί να διασφαλίσει μόνο ο επίσκοπος εκάστης εκκλησιολογικής δομής, δηλαδή, ο πρώτος. 
Όπως σε μία πόλη δεν θα θεωρούσαμε ποτέ αρκετή ούτε ικανή για να διασφαλίσει την ενότητα των μελών της Εκκλησίας την κοινή προσευχή τους ή την κοινή πίστη τους, παρά μόνον την επί το αυτό συμμετοχή τους στην ευχαριστιακή σύναξη της οποίας προΐσταται ο μόνος έχων το προνόμιο της προσφοράς της, δηλαδή, ο επίσκοπος, ή, αντ᾽ αυτού, ο υπό του επισκόπου και εξ ονόματος του επισκόπου ορισθείς πρεσβύτερος, έτσι και στο επαρχιακό (Μητροπολιτικό) επίπεδο, εγγυητής της ενότητας των τοπικών εκκλησιών είναι ο πρώτος των επισκόπων, ο Μητροπολίτης (κατά την αρχαία τάξι), ή ο Αρχιεπίσκοπος. Μέχρις εδώ, θεωρώ πως συμφωνούμε όλοι και αυτήν την εκκλησιολογική αρχή ομολογεί εν τοις πράγμασι η δομή των Ορθοδόξων Εκκλησιών. Είναι στο επόμενο, και πιό σημαντικό, επίπεδο όπου φαίνεται το ότι είμαστε ανακόλουθοι και ασυνεπείς προς τις ίδιες μας εκκλησιολογικές αρχές. Διότι, ενώ θεωρούμε τον Πρώτο συνεκτικό στοιχείο της ενότητος της Εκκλησίας (τοπικής ή επαρχιακής) και συνάμα εγγυητή της ενότητός της, ενότητος την οποία φανερώνει και υποστασιοποιεί ο Πρώτος εν τω προσώπω του (και εδώ πρέπει να τονισθεί πως ο Πρώτος δεν μπορεί να είναι ένα απρόσωπο, διαπροσωπικό σύνολο ή μια αφηρημένη έννοια5), εντούτοις μόλις μεταφερθούμε στο οικουμενικό επίπεδο, δηλαδή στο επίπεδο της Ορθοδόξου ανά την Οικουμένη Εκκλησίας είμαστε διατεθειμένοι να σκαρφιστούμε οποιαδήποτε άλλη εξυπνάδα η θεολογική μας κατάρτιση μας επιτρέπει αντί να φανούμε συνεπείς και να ομολογήσουμε την ανάγκη ύπαρξης και εκεί, ιδιαιτέρως εκεί, ενός Πρώτου, όχι απλώς ως συντονιστού των διορθοδόξων σχέσεων (όπως δεν είναι ο επίσκοπος συντονιστής των διαπροσωπικών σχέσεων της τοπικής εκκλησίας), όχι απλώς Πρώτου μεταξύ ίσων, (ούτε Πρώτος μεταξύ ίσων είναι ο επίσκοπος της τοπικής εκκλησίας), αλλά ενός Πρώτου εννοουμένου ακριβώς όπως εννοούμε τον Πρώτο της τοπικής και της επαρχιακής κοινότητος, δηλαδή, κατά την επιτυχημένη έκφραση του Σεβ. Μητροπολίτου Προύσης, ως Πρώτου άνευ ίσων6
Η έκφραση «πρώτος άνευ ίσων» ξένισε τους περισσότερους αναγνώστες του βαρυσήμαντου αυτού κειμένου, αν και δεν εκφράζει παρά το αυτονόητο. Το κείμενο του αγ. Προύσης δεν χρήζει, βεβαίως, της ιδικής μας πενιχράς υποστήριξης. Πλην όμως, ο πρώτος, εφ’ εαυτής της εννοιολογικής σημασίας της λέξεως, αποκλείει την ισότητα μεταξύ άλλων. Δεν είναι «ο πρώτος» μονάδα άνευ αξίας ώστε να κατέχει ίση θέση εγγεγραμμένος εντός μιάς σειράς πραγμάτων, αλλά είναι επίθετο τακτικό, δηλωτικό, δηλαδή, τάξεως και ενδεικτικό θέσεως. Αν ο πρώτος είναι ίσος με τον δεύτερον, τότε δεν είναι πρώτος αλλά δεύτερος (και μάλιστα ένας δεύτερος δεύτερος), από την άλλη, αν δεν υπάρχει πρώτος δεν υπάρχει συνακόλουθα ούτε δεύτερος. Η ισότητα καταργεί ολόκληρη την τάξη. Άρα εξυπακούεται ότι κανείς πρώτος δεν είναι «μεταξύ ίσων,» αλλά ως πρώτος είναι πάντοτε και εξ ορισμού άνευ ίσων. Βραβεύεται ο πρωτεύσας αθλητής ως πρώτος και όχι ως ίσος με τους συναθλητές του (αν όλοι, όσοι αγωνίζονται σε ένα άθλημα, ήσαν ίσοι μεταξύ τους γιατί τότε δεν βραβεύονται όλοι και δεν λαμβάνουν πάντες το χρυσούν μετάλλιο;) Είναι άραγε τόσο δύσκολο να κατανοήσουμε ότι και μεταξύ των ιεραρχών απαιτείται ιεράρχηση; 
Ὡς πρὸς τὴν ἱερωσύνην των, βεβαίως, ὅλοι οἱ ἐπίσκοποι εἶναι ἴσοι, ἀλλὰ δὲν εἶναι καὶ οὔτε δύνανται νὰ εἶναι ἴσοι ὡς ἐπίσκοποι συγκεκριμένων πόλεων. Οἱ ἱεροὶ κανόνες (ὡς ὁ 3ος τῆς Β´ Οἰκουμενικῆς Συνόδου, ὁ 28ος τῆς Δ’ καὶ ὁ 36ος τῆς Πενθέκτης) ἱεραρχοῦν τὰς πόλεις δίδοντες εἰς ἄλλας τὴν Μητροπολιτικὴν ἀξίαν καὶ εἰς ἄλλας τὴν Πατριαρχικήν. Μεταξὺ δὲ τῶν τελευταίων ἱεραρχοῦν καὶ πάλιν, δίδοντες εἰς ἄλλην τὰ πρωτεῖα, εἰς ἄλλην τὰ δευτερεῖα κ.ο.κ.. Δὲν εἶναι ὅλαι αἱ κατὰ τόπους Ἐκκλησίαι ἴσαι κατὰ τὴν τάξιν καὶ κατὰ τὴν ἀξίαν. Εἰς τὸν βαθμὸν καθ’ ὃν ἐπίσκοπός τις δὲν εἶναι ποτὲ ἀπολελυμένως ἐπίσκοπος ἀλλὰ προεστὼς τοπικῆς Ἐκκλησίας, δηλαδὴ πάντοτε ἐπίσκοπος συγκεκριμένης πόλεως (τοῦθ’ ὅπερ ἀναπόσπαστον χαρακτηριστικὸν καὶ ὅρος τῆς ἐπισκοπικῆς χειροτονίας), τότε καὶ οἱ ἐπίσκοποι ἱεραρχοῦνται ἀναλόγως (ἤγουν, εἶναι διάφορος ἡ Μητροπολιτικὴ ἀξία τῆς Πατριαρχικῆς, καὶ πάλιν ἄλλη ἡ ἀξία τῶν πρεσβυγενῶν Πατριαρχείων, τῶν κατοχυρωμένων ὑπὸ τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων, καὶ ἄλλη τῶν νεωτέρων Πατριαρχεῖων). Εἰς μίαν τοιαύτην ἱεράρχησιν, εἶναι ἀδιανόητος ἡ μὴ ὕπαρξις πρώτου7
Μια τέτοια τάξη («τάξιν θεολογίας» κατά τον αγ. Γρηγόριο τον Θεολόγο) αντικατοπτρίζεται και στους αποστολικούς καταλόγους που μας διασώζουν τα Ιερά Ευαγγέλια: «Τῶν δὲ δώδεκα ἀποστόλων τὰ ὀνόματά εἰσι ταῦτα· πρῶτος Σίμων ὁ λεγόμενος Πέτρος καὶ Ἀνδρέας ὁ ἀδελφὸς αὐτοῦ» (Μθ. 10:2). Για τον λόγον αυτόν ως πρώτος της καθ’ όλου εκκλησίας αναγνωρίσθη ο Επίσκοπος Ρώμης. Μετά δε την διακοπή της κοινωνίας με την Ρώμη, το υπούργημα του πρωτείου ασκήθηκε απο την επόμενη αποστολική έδρα στην σειρά της Πενταρχίας, δηλαδή από το Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως και Νέας Ρώμης. Όντως, η αρχαία ονομασία της Κωνσταντινουπόλεως ως Νέας Ρώμης λειτούργησε σχεδόν προφητικώς, αφού έμελλε να γίνει εκείνη η «Ρώμη» των Εκκλησιών της Ανατολής, επέπρωτο δηλαδή να εκπληρώσει τον ρόλο όχι μόνον της πρωτεύουσας της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας αλλά και της πρωτεύουσας εκκλησίας. Τούτο διαφάνηκε εναργέστερα από τα προνόμια τα οποία οι ιεροί κανόνες της Δευτέρας και Τετάρτης Οικουμενικής Συνόδου απέδωσαν στον Κωνσταντινουπόλεως και τα οποία μόνον ως αντίστοιχα με αυτά του Ρώμης θα μπορούσαν να συγκριθούν. 
Το γίγνεσθαι της Ιστορίας άλλαξε το γεωπολιτικό χάρτη του Ορθόδοξου κόσμου. Η ανάδειξη της Ρωσίας σε πολιτική δύναμη (πρώτα υπό την Τσαρική αυτοκρατορία και έπειτα ως Σοβιετική υπερδύναμη) δημιούργησε την προσδοκία ενός νέου κέντρου της Ορθοδοξίας με έδρα την Μόσχα. Ωστόσο, το Πατριαρχείο της Μόσχας ουδέποτε είχε ούτε διεθνικό ούτε διεθνή χαρακτήρα. Αντίθετα, ήτο πάντοτε δεμένο με την ιστορία και την μοίρα του Ρωσσικού λαού και επομένως δεν θα μπορούσε να διαδραματίσει τον ρόλου ενός «οικουμενικού» πατριαρχείου. Επιπλέον, η ένδυσις του Μητροπολίτου Μόσχας διά της πατριαρχικής τιμής και αξίας υπό του Οικουμενικού Πατριάρχου Ιερεμίου Β’ εγένετο υπό την ρήτρα πως ούτος, δηλαδή, ο Μόσχας, «ὡς κεφαλήν καὶ ἀρχήν ἔχῃ τὸν Ἀποστολικόν Θρόνον τῆς τοῦ Κωνσταντίνου πόλεως ὡς καὶ οἱ ἄλλοι Πατριάρχαι»8. Σαφώς εδώ διαφαίνεται η ύπαρξις πρώτου ανάμεσα και σε αυτά τα πρεσβυγενή πατριαρχεία, πολλώ δε μάλλον εις τα υπ’αυτού του Οικουμενικού Θρόνου προσφάτως ανυψωθέντα «πατριαρχεία.» Παρομοίως δε απευθύνεται ο Οικουμενικός Πατριάρχης Γαβριήλ ο Γ’ προς τον Αλεξανδρείας Γεράσιμον ελέγχοντας τις υπό του τελευταίου εισαχθείσες λειτουργικές καινοτομίες και υπενθυμίζοντάς του ότι «παρὰ τοῦ Οἰκουμενικοῦ Θρόνου τὸ ποιητέον, ὅστις πρὸς τοῖς ἄλλοις προνόμιον κέκτηται διευθετεῖν καῖ ῥυθμίζειν τὸ ἀπανταχού χριστιανικόν πλήρωμα εἰς τὰ ὀρθὰ τῆς Ἐκκλησίας δόγματά τε καὶ διατάγματα καὶ τὰς ἐξ ἀρχῆς παραδόσεις καὶ ἐπιβλέπειν δριμύτερον ἐπὶ τοὺς παρεκτρεπομένους τῶν ἐκκλησιαστικῶν διατάξεων τε καί παραδόσεων.»9
Ο Οικουμενικός Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως, ως τίτλος, θεσμός, και εκκλησιαστική διακονία δεν μπορεί παρά να συνιστά για τον εκκοσμικευμένο άνθρωπο το εξής παράδοξο: αν «Οικουμενικός» τότε πώς «Κωνσταντινουπόλεως» και αν «Κωνσταντινουπόλεως» τότε πώς «Οικουμενικός»; Το παράδοξο, λοιπόν, φαίνεται να συνίσταται στην σύζευξη δύο, αλληλοαποκλειόμενων όπως θα προέτρεχε κανείς να διακηρύξει, προσδιορισμών: της οικουμενικότητας και της εντοπιότητας. Δίχως, όμως, την συγκεκριμενοποίηση της οικουμενικότητας (προσδιοριζόμενης στις γεωγραφικές και ιστορικές συντεταγμένες της πρωτεύουσας πόλεως της Χριστιανικής Οικουμένης) δεν θα μπορούσε κανείς να ελπίσει στην ταυτόχρονη υπέρβαση του συγκεκριμένου, και άρα στην διάσωση του διεθνικού και διαπολιτισμικού στοιχείου. Μια οικουμενικότητα που θα έμενε απροσδιόριστη δεν θα αποτελούσε παρά ου-τοπία. Από την άλλη, εντοπιότητα ανυπέρβατη και κλειστή δεν θα συνιστούσε παρά ασφυκτικό τοπικισμό. Θα μπορούσαμε, συνεπώς, να πούμε πως η διακονία του Οικουμενικού Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως ενσαρκώνει τη φιλοσοφική εκείνη αρχή που δεν αναγνωρίζει κάποια υπερβατικότητα (transcendence) δίχως τη συνακόλουθη ενθαδικότητα (immanence), και, τούμπαλιν, συνδέει άρρηκτα το ενθάδε με την εκστατική δυνατότητα της υπέρβασης. Έτσι, επομένως, ούτε Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως μπορεί ποτέ να υπάρξει που δε θα είναι Οικουμενικό, αλλά ούτε Οικουμενικό Πατριαρχείο θα μπορούσε να λέγεται αν δεν υποστασιοποιείτο συνάμα ως Κωνσταντινουπόλεως. 
Η ιστορική αποστολή του Οικουμενικού Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως είναι ακριβώς αυτός ο ρόλος: της διάσωσης, δηλαδή, και της διακήρυξης αυτού του παραδόξου, όπου διαβλέπει στο συγκεκριμένο το παγκόσμιο, στο άτομο το πλήρωμα, στον ένα την αξία των πολλών, ή μάλλον, κατά τον Kierkegaard, του άπειρου. Εδώ συναντάμε την αλήθεια της Ευαγγελικής αριθμητικής η οποία αντιστέκεται και προσβάλλει την λογική του κόσμου, της αριθμητικής, δηλαδή, που αναδεικνύει το ένα απωλεσθέν πρόβατο ίσο και ισάξιο, αν όχι και υπέρτερο, με τα άλλα εννενήντα εννέα (Ματθ. 18:12, Λουκ. 15:4). Για την Εκκλησία, όπως και για την αλήθεια, το πλήθος των αριθμών δεν δημιουργεί ισχύ, ούτε κατοχυρώνει δικαιώματα.10
Επειδή, λοιπόν, για διαφόρους λόγους, η Ορθόδοξος Εκκλησία δεν έχει ακόμα αποδεχτεί την διακονία ενός Πρώτου στο τρίτο και υψηλότερο επίπεδο της εκκλησιολογικής δομής της είναι καταδικασμένη να παραμείνει μια εκκλησία τοπική και επαρχιακή (αφού μέχρι εκεί φτάνουν οι δομές της). Πλήν όμως, οι σημερινές προκλήσεις δεν είναι προκλήσεις μόνον ή κυρίως προκλήσεις της ενορίας ή μιάς συγκεκριμένης επαρχιακής εκκλησίας, αλλά προβλήματα που αφορούν την Εκκλησία ως σύνολο, προβλήματα που άπτονται της ομολογίας της Ορθοδόξου Εκκλησίας εν γένει. Σε αυτά τα προβλήματα η Ορθόδοξος Εκκλησία δεν μπορεί να πάρει θέση και δεν μπορεί να αρθρώσει λόγο, και δεν μπορεί να το κάνει αυτό διότι δεν έχει αντιμετωπίσει την εγγενή δομική αδυναμία της ελλείψεως ενός Πρώτου που θα διασφάλιζε την ενότητά της στο παγκόσμιο επίπεδο. 
Αν ποτέ στο οικουμενικό επίπεδο της δομής της Εκκλησίας γινόταν ανεκτή οποιαδήποτε απρόσωπη αρχή ή διαπροσωπικό όργανο ως υποκατάστατο του προσώπου του Πρώτου τότε, για λόγους συνέπειας, θα έπρεπε να επιτρέψουμε και στο τοπικό επίπεδο, αυτό των κατά τόπους επισκοπών, την ίδια ανεκτικότητα και άρα να απαλλαγούμε από τον βαθμό του επισκόπου, αφελώς ίσως πιστεύοντας, μάλλον δε και κακοδοξούντας, πως ένα συλλογικό όργανο—ίσως αυτό των πρεσβυτέρων, ίσων φυσικά μεταξύ τους—θα εξασφάλιζε σωτηριώδη ενότητα και άρα την ταυτότητα της Εκκλησίας. Καθίσταται, συνεπώς, αδιαμφισβήτητη αλήθεια πως η έννοια του Πρώτου, και μάλιστα ενός Πρώτου ενσαρκωμένου σε συγκεκριμένο πρόσωπο, είναι έννοια αναφαίρετη στην παράδοση και τη θεολογία της Εκκλησίας. 
Αρνείται και η Τουρκία την οικουμενικότητα του Πατριάρχου αλλά η άρνησή της είναι έμμεση ανακήρυξη, διότι αν η οικουμενικότητα του Πατριάρχου ήταν απλό γράμμα, ψιλός τίτλος θα το αναγνώριζε διότι δεν θα κόστιζε, τώρα όμως που κοστίζει (έχοντας συνέπειες που κανείς αντιλαμβάνεται) δυσκολεύεται να την αναγνωρίσει. Ούτε όμως η Ελλάδα, η οποία τύποις αναγνωρίζει την Οικουμενικότητα του Πατριάρχου, δεν αισθάνεται άνετα με ό,τι ο τίτλος συνεπάγεται. Και από πότε; Από την ανακήρυξη του έθνους-κράτους. Διότι είναι ίδιον των ανθρωπίνων καταστάσεων, είναι, δηλαδή, ανθρώπινο τα σχήματα του κόσμου τούτου να φοβούνται ότι τους θυμίζει πως παρέρχονται (Α Κορ. 7:31). Η οικουμενικότητα σημαίνει κάτι το υπερεθνικό και αυτό είναι κάτι που μας υπερβαίνει και στον βαθμό που μας ξεπερνά κάτι που μας απειλεί. Ο υπερεθνικός χαρακτήρας της οικουμενικότητας δεν είναι σημείο της ιστορίας, όπου η ανάγκη της επιβίωσης μας οδηγεί στην συσπείρωση γύρω από τέτοιους πυρήνες ταυτότητας όπως η εντοπιότητα και το έθνος. Η οικουμενικότητα, όπως και το πρωτείο (και να που οι δύο τούτες έννοιες συνδέονται) είναι σημεία των εσχάτων και όχι των καιρών. Το να μπορέσει να τα αποδεχθεί κανείς απαιτείται το θάρρος της αυθυπέρβασης. 
Θεωρείται ο περι πρωτείου λόγος ως αγών εγωϊστικός. Τουναντίον. Η άρνησις του πρωτείου είναι εγωϊστική, διότι αρνούμαι να αναγνωρίσω τον άλλον ως πρώτον εξ αιτίας της παράλογης επιθυμίας μου να είμαστε όλοι πρώτοι, να είμαι και εγώ πρώτος (ιδού η αλήθεια του primus inter pares). Και αφού δεν μπορώ και εγώ να είμαι πρώτος τότε δεν επιτρέπω ούτε στον άλλον το πρωτείο. Δεν του το αναγνωρίζω, όχι γιατί με κόπτει ο εγωϊσμός του άλλου—μην τυχόν και γίνει εκείνος εγωϊστής—όσο με νοιάζει μην πληγωθεί ο δικός μου εγωϊσμός. Αυτή είναι η πραγματική αιτία στην διαμάχη περί του πρώτου.
_____________________________________
1 Ευχαριστώ τους συναδέλφους μου αρχιμ. Δωρόθεον Κιούσην και αρχιμ. Αθηναγόραν Σουπουρτζήν για την συμβολή τους στην ανάπτυξη των ιστορικών και κανονικών παραμέτρων την έννοιας του πρωτείου, όπως εκτίθενται συνοπτικά στο παρόν άρθρο. Τα όποια λάθη είναι φυσικά δική μου ευθύνη. 
2 Παντελεήμων Μανουσάκης, “Το Πρωτεύον Πρόβλημα του Πρώτου” Νέα Ευθύνη, τ. 15 (Ιανουάριος 2013), σελ. 65-67. 
3 Τούτο δεν είναι παράξενο αν σκεφτεί κανείς ότι κατά την Θεία Λειτουργία που ετελέσθη στο Αντιοχειανό Καθεδρικό Ναό στο Brooklyn της Νέας Υόρκης (Αγ. Νικόλαος) την Κυριακή, 21 Οκτωβρίου 2012, ο Πατριάρχης Ιγνάτιος φημίστηκε ως “the most reverend and most holy Father, Patriarch of Antioch, the Great City of God. Syria, Cilicia, Arabia, Mesopotamia and all the East. Europe, the Americas, Australia, New Zealand, the Philippines and all the West. Father of Fathers, Shepherd of Shepherds, master of masters, and Thirteenth of the Holy Apostles…” Η εισπήδηση στις κανονικές δικαιοδοσίες του Οικουμενικού Πατριαρχείου αλλά και ο σφετερισμός της παραδοσιακής φήμης του Πατριάρχου Αλεξανδρείας υποδηλώνουν πάγια πολιτική και πρακτική του Πατριαρχείου Αντιοχείας (το οποίο διεμαρτυρήθη εντόνως για το ανακύψαν θέμα του Κατάρ έναντι του Πατριαρχείου Ιεροσολύμων). 
4 www.amen.gr/article17146
5 Έχω αναλύσει αλλού το επιχείρημα αυτό, βλ. το άρθρο μου “Primacy and Ecclesiology: The State of the Question” in Orthodox Constructions of the West, επιμέλεια Αριστοτέλης Παπανικολάου και Γεώργιος Δημακόπουλος (New York: Fordham University Press, 2013), σελ. 229-239. 
6 Ελπιδοφόρου Λαμπρυνιάδου, Μητροπολίτου Προύσης, Primus sine Paribus: Απάντησις εις το περί πρωτείου κείμενον του Πατριαρχείου Μόσχας, www.patriarchate.org/documents/primus-sine-paribus-elpidophoros-lambriniadis 
7 Ibid. 
8 Συνοδικός Τόμος (Χρυσόβουλλον) του 1590, Πατριαρχικά Έγγραφα, τομ. Γ, επιμέλεια αρχιμ. Καλλινίκου Δελικανή (Κωνσταντινούπολις, Πατριαρχικόν Τυπογραφείον, 1905), σελ. 25. 
9 Συνοδικό Γράμμα του 1702, Πατριαρχικά Έγγραφα, op. cit., τομ. Β, σελ. 15. 
10 Βλ. σχετικώς το άρθρο μου (στα αγγλικά) “The Primacy of Constantinople” στο www.amen.gr/article16063 (29 Νοεμβρίου 2013).
Related Posts with Thumbnails