________________________________________________________________________________________________________________________________________

ΑΡΧΙΚΗ ΣΕΛΙΔΑ / ΤΟΥ ΠΑΤΡΙΑΡΧΗ / ΠΑΤΡΙΑΡΧΙΚΟΣ ΝΑΟΣ / ΕΚΚΛΗΣΙΕΣ ΤΗΣ ΠΟΛΗΣ / ΚΕΙΜΕΝΑ ΠΑΝ. ΑΝΔΡΙΟΠΟΥΛΟΥ / ΠΙΝΑΚΑΣ ΕΛΕΓΧΟΥ
________________________________________________________________________________________________________________________________________


Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Επίσκεψη του Οικουμενικού Πατριάρχου στην Εσθονία (2013). Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Επίσκεψη του Οικουμενικού Πατριάρχου στην Εσθονία (2013). Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

10/14/2013

ΓΕΡΟΝΤΟΣ ΧΑΛΚΗΔΟΝΟΣ ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ: SETUMAA ΕΣΘΟΝΙΑΣ


SETUMAA 
ὑπὸ Γέροντος Χαλκηδόνος Ἀθανασίου 
Εὐλογίᾳ τῆς Α.Θ.Π. εἶχον τὴν δυνατότητα, ὡς μέλος τῆς συνοδείας Της, νὰ ἐπισκεφθῶ τὰς Ἐκκλησίας Ἐσθονίας καὶ Φιλλανδίας καὶ νὰ θαυμάσω τοὺς ἀγώνας καὶ τὰς ἀγωνίας τοῦ ἀδελφοῦ ἁγίου Ἐσθονίας Στεφάνου καὶ τὸ τίμιον καὶ σημαντικὸν ἔργον του. 
Εὑρισκόμενος λοιπὸν εἰς τὴν Ἐσθονίαν, ὅπου ἀφθονοῦν οἱ σκάλες! στὰ παλιὰ γραφικὰ ξύλινα κτήρια, τὰ ψάρια ἰδίως τὰ παστά, τὰ λαρδιὰ καὶ ρέει πλούσια τὸ νέκταρ τοῦ Διονύσου, εἶχα τὴν εὐκαιρία νὰ ἀφουκρασθῶ συχνὰ τὸν Δεσπότη, σχετικὰ μὲ μιὰ ἰδιότυπη μειονοτικὴ περιοχὴ τῆς νοτιοανατολικῆς Ἐσθονίας, τὴ Setumaa (Setomaa).
Αὐτὴ εἶναι ἕνας χῶρος, μὲ ἀτόφιους ντόπιους, περὶ τοὺς 5.000, τῶν ὁποίων οἱ πρόγονοι ὑπῆρξαν οἱ πρῶτοι Ὀρθόδοξοι πρὶν ἀπὸ 500 χρόνια, χάρις στὸ ἱεραποστολικὸ ἔργο τοῦ γυιοῦ τοῦ Ἁγ. Βλαδιμήρου Juri ἢ τῶν Βαράγγων. Ὅμως τὸ ἥμισυ τῆς πατρίδος των, τὸ Petseri κατέλαβον οἱ Ρώς μαζὶ μὲ τὴν Μονὴ τῆς Κοιμήσεως, ποὖχε τὴ θέση τῆς Ἁγίας Σοφίας γιὰ τὸ λαό.


Οἱ Seto ἔχουν ἰδιαίτερη γλῶσσα ποὺ μοιάζει κυρίως μὲ τὴ φιλλανδική, ἐνδιαφέροντα πολιτισμό, μοναδικὲς λαϊκὲς ἐνδυμασίες, βαθειὰ θρησκευτικότητα μὲ τὰ πολλὰ ἐκκλησάκια τοῦ χωριοῦ, ποὺ διέτασσε νὰ χτίζουν ὁ Στάλιν, γιατὶ εἶχαν ἀδειάσει οἱ πόλεις, τὶς γωνιὲς τῶν εἰκόνων στὰ σπίτια τους (Ikonenecke), τὶς παραδόσεις τους, τὰ νεκρικά τους ἔθιμα καὶ τὴ μουσική τους (Leelo), ἡ ὁποία, ὅπως στὴν Ἐσθονία, ἔχει μία ἰδιαίτερη σημασία στὴ ζωή τοῦ λαοῦ, ἀφοῦ καὶ κατὰ τὴν ἡμέρα ἐπανακτήσεως τῆς ἀνεξαρτησίας τους (1991), "νίκησαν μὲ τὸ τραγούδι", τραγουδοῦσαν καὶ χόρευαν (Kargus) χιλιάδες ἄνθρωποι στὴ μεγάλη πλατεία τῆς Ταλλίνης. 
Ἡ λαϊκή τους ἐνδυμασία, τὴν ὁποίαν χρησιμοποιοῦν στὶς κοσμικὲς καὶ θρησκευτικὲς τελετές, ἀλλὰ καὶ τὸ ὁμοίωμά της ὅταν δουλεύουν στοὺς ἀγρούς, εἶναι πολύχρωμη μὲ κυριαρχία τοῦ κόκκινου (ἴσως συμβόλου τοῦ μαρτυρίου) καὶ τοῦ μαύρου Ἔτσι οἱ γυναῖκες φοροῦν μπλοῦζες γελεκοειδεῖς μαῦρες μὲ ὑφαντὲς λευκὲς χειρίδες, οἱ ὁποῖες ἔχουν μαῦρες καὶ κόκκινες ταινίες στὰ ἄκρα τους, καὶ φοῦστες μαῦρες μὲ πολύχρωμες καὶ κάθετες παράλληλες λεπτὲς ταινίες. Οἱ παντρεμένες φοροῦν καὶ πολύχρωμες ποδιὲς ρόζ, κόκκινες, γκρίζες, μὲ λουλούδια κ.ἄ. Οἱ λεύτερες ὅμως ὄχι, ἐνῶ οἱ χῆρες ἐμφανίζονται μὲ μουντὲς ποδιές. Πάντως οἱ παντρεμένες ὅταν κατεβαίνουν στὴν πόλη, κρύβουν τὴν μπροστέλλα ἐνίοτε κάτω ἀπὸ τὴ φοῦστα! Στὸ κεφάλι τους ἔχουν καλύπτρες φεσοειδεῖς, μαντῆλες ἀσημόχρωμες ἢ ἄλλες καὶ πολύχρωμες κορδέλλες ἀπὸ πίσω ἢ καὶ τὰ δύο μαζί. 
Ἀπ’ τὸ λαιμό τους κρέμονται στολίδια, ὅπως κολιέδες μὲ ἀσημένια νομίσματα, πετράδια καὶ μεγαλύτερες στρογγυλὲς ἀσπίδες (Suur). 
Οἱ ἄνδρες ἐνδύονται πουκάμισα λευκά, βράκες χρωματιστὲς μὲ μαῦρες καὶ γκρίζες λεπτὲς ταινίες καὶ ἔχουν, ὅπως καὶ ἄλλα ἐνδύματα, γεωμετρικὰ σχήματα, σταυροὺς κ.ἄ. Στὴ μέση τους βάζουν στενὲς πολύχρωμες μάλλινες ζῶνες μὲ φοῦντες, ποὺ δίνουν μία ἰδιαίτερη γκάμα πάνω στὸ μαῦρο, μαῦρα καπέλλα, χοντρὲς μάλλινες διακοσμημένες κάλτσες καὶ δερμάτινες μπότες, σύμβολο κατ’ ἐξοχὴν ἀνδρικό. 


Οἱ Seto ἔχουν κι’ ἕνα βασιλιά, τὸν ὁποῖο ἐκλέγουν κάθε χρόνο ἀπὸ τὸ λαὸ μὲ ἰδιάζουσα διαδικασία. Ἀνεβαίνουν σ’ ἔνα ψηλὸ χῶρο, ἐμφανίζονται οἱ ὑποψήφιοι, καὶ ὅποιος ἐκλέγει κάποιον πηγαίνει ἀπὸ πίσω του. Ἐκεῖνος δὲ ποὺ σχηματίζει τὴ μακρύτερη "οὐρὰ" γίνεται βασιλιάς (Sotska). Φορεῖ λευκὸ μάλλινο πανωφόρι μὲ κόκκινες ταινίες στὶς παρυφές, κρατεῖ στεφάνι καὶ κλειδὶ σὰν σκῆπτρο μὲ σταυρό. 
Ἡ χορωδιακὴ μουσικὴ τῶν Seto εἶναι συχνὰ ἀντιφωνική, τυπικὰ λαϊκή, ἀνδροπρεπῆς, μ’ ἕνα πρωτόγονο δυναμισμὸ στοὺς ἄνδρες, καὶ "ἀνατολίζουσά" πως στὶς γυναῖκες, καίτοι ἡ ἐπαναληπτική τους δομὴ συχνὰ προκαλεῖ κάματον. Τὸ κείμενό τους ἐνίοτε εἶναι αὐτοσχέδιο, ὅπως στοὺς λαϊκοὺς βάρδους, μαντιναδόρους καὶ ἄλλους (Ozan), οἱ δὲ χοροί τους μικτοὶ ἢ ὄχι, διακρίνονται γιὰ τὴν ἔντονη ζωτικότητα. Ἔτσι οἱ κάτοικοι τῆς Setumaa εἶναι χαρούμενοι, ἁπλοῖ, φιλόξενοι καὶ εἰρηνικοί, καὶ ζοῦν σήμερα στὰ χωριά τους, μὲ τὰ κουκλίστικα μωρά τους, ἤρεμοι καὶ εὐτυχισμένοι, ἀφοῦ ξεπέρασαν τὰ ἀνείπωτα μαρτύρια τοῦ παρελθόντος, ἀπὸ τοὺς δῆθεν "ὁμοδόξους" καὶ μή, πάντως χριστιανοὺς τῆς Δύσεως καὶ τῆς Ἀνατολῆς! 
____________________ 
1- Ὁ γράφων εὐχαριστεῖ τὸν ἅγιον Ἐσθονίας καὶ τὸν π. Βησσαρίωνα γιὰ τὰ στοιχεῖα ποὺ τοὔδωσαν. 2- – Setumaa, Wikipedia. –, Seto (Sprache), Wikipedia. –, Seto-Kultur in Setumaa, www.visitestonia.com. –, Setukesen, Wikipedia. Métropolite Stephanos (Ταλλίνης) – J.F. Jolivalt, La véritable histoire des Orthodoxes d‘ Estonie, Παρίσι 2012.

9/11/2013

Η ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΗΜΕΡΑ ΤΗΣ ΕΠΙΣΗΜΗΣ ΕΠΙΣΚΕΨΗΣ ΤΟΥ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΟΥ ΠΑΤΡΙΑΡΧΟΥ ΣΤΗΝ ΕΣΘΟΝΙΑ


ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΟΝ ΠΑΤΡΙΑΡΧΕΙΟΝ 
Ἐκκλησιαστικαί Εἰδήσεις 
Σήμερον τήν πρωΐαν, Τρίτην, 10ην Σεπτεμβρίου, ἡ Α.Θ. Παναγιότης ὁ Πατριάρχης καί ἡ τιμία Συνοδεία Αὐτοῦ, πρό τῆς ἀναχωρήσεώς των ἐκ τῆς πρωτευούσης Kuressaare τῆς νήσου Saaremaa, περιηγήθησαν τό Μεσαιωνικόν Μουσεῖον τῆς περιοχῆς, ὑπαντηθέντες ὑπό τοῦ Διευθυντοῦ αὐτοῦ Ἐντιμ. κ. Raul Salumäe. 
Ἐν συνεχείᾳ, ὁ Πατριάρχης μετέβη εἰς τήν πλησιόχωρον Ἱεράν Σκήτην τοῦ Τιμίου Προδρόμου ἔνθα ἐγένετο δεκτός ὑπό τῆς Ἡγουμένης αὐτῆς Μοναχῆς Θεοδέκτης καί τῆς συνοδείας αὐτῆς. Ἐν τῷ ἐκεῖσε Ἱ. ἐνοριακῷ Ναῷ τοῦ Ἁγίου Ἀνδρέου τοῦ Πρωτοκλήτου, ὁ Παναγιώτατος ἐτέλεσε σύντομον δέησιν καί ἐπιδαψίλευσε τήν Πατριαρχικήν εὐλογίαν Του εἰς τούς προσελθόντας πιστούς τῆς εὐρυτέρας περιοχῆς.


Καθ’ ὁδόν πρός τήν περιοχήν Kaali, ὁ Πατριάρχης, ξεναγηθείς ὑπό τοῦ Ἐλλογιμ. κ. Anto Raukas, Ἀντεπιστέλλοντος Μέλους τῆς Ἀκαδημίας Ἐπιστημῶν τῆς Ἐσθονίας, ἔσχε τήν εὐκαιρίαν ἵνα ἐπισκεφθῇ τό Μουσεῖον Γεωλογίας, ὡς καί τόν παραπλεύρως προκληθέντα κρατῆρα ἐκ τῆς πτώσεως μετεωριτῶν, περιοχήν ἡ ὁποία ἀποτελεῖ μοναδικόν, ἐξ ἐπόψεως ἐπιστημονικῆς καί τουριστικῆς, πόλον ἕλξεως ἐπισκεπτῶν ἐκ πάσης τῆς ὑφηλίου. 
Πρό τῆς ἀναχωρήσεως ἐκ τῆς νήσου Saaremaa, ὁ Πατριάρχης ἐπεσκέφθη τόν ἐν Läänemaa ἐκ βομβαρδισμοῦ ἐρειπωμένον Ἱ. Ναόν τῆς Γεννήσεως τοῦ Χριστοῦ, δεηθείς ὑπέρ ἀναπαύσεως τῶν ψυχῶν τοῦ ἐν τῷ αὐλογύρῳ αὐτοῦ ἐνταφιασμένου ἱερέως Κωνσταντίνου καί πάντων τῶν ἐν τῇ περιοχῇ ἀναπαυομένων Ὀρθοδόξων.


Εἶτα, ὁ Πατριάρχης μετά τῆς Τιμίας Συνοδείας Του διεπεραιώθησαν ἐκ τῆς προειρημένης νήσου εἰς τήν ἠπειρωτικήν γῆν τῆς Ἐσθονίας, καί μετέβησαν εἰς τόν ἐν Haapsalu Ἱ. Ναόν τῆς Ἁγίας Μαρίας τῆς Μαγδαληνῆς, ἐγκαινιασθέντα πρό τινων ἐτῶν ὑπό τοῦ Σεβ. Μητροπολίτου Ἑλσιγκίου κ. Ἀμβροσίου λόγῳ τῆς συμβολῆς τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας τῆς Φιλλανδίας πρός ἀναστήλωσιν καί ἀνακαίνισιν αὐτοῦ. Τόν Παναγιώτατον, εἰς τήν εἰσοδον τοῦ Ἱ. Ναοῦ, ὑπεδέχθησαν ὁ Δήμαρχος Ἑντιμ. κ. Urmas Sukles μετά τῶν Ἀντιδημάρχων αὐτοῦ καί δημοτῶν, ὁ Λουθηρανός Πάστωρ τῆς περιοχῆς καί πολυάριθμοι πιστοί, οὕς ὁ Προκαθήμενος τῆς Ὀρθοδοξίας, μετά σύντομον δέησιν, ηὐλόγησε πατρικῶς ἀπευθύνας λόγους παρακλήσεως καί οἰκοδομῆς. 
Τήν μεσημβρίαν ὁ Πατριάρχης παρεκάθησεν εἰς τό πρός τιμήν Αὐτοῦ παρατεθέν, ὑπό τοῦ Δημάρχου Haapsalu, γεῦμα.


Ἐν συνεχείᾳ, ὁ Πατριάρχης ἐπεσκέφθη τό Κέντρον νευρολογικῆς ἀποκαταστάσεως τῆς περιοχῆς καί συνωμίλησε μέ τούς ἀσθενείς, εὐχηθείς εἰς αὐτούς ταχεῖαν ἀνάρρωσιν καί τήν ἐξ ὕψους δύναμιν καί παρηγορίαν. Ὁ ὑψηλός ἐπισκέπτης, ἀφοῦ ἐγένετο δεκτός ὑπό τοῦ Ἐντιμ. κ. Priit Eelmäe, Προέδρου τοῦ Διοικητικοῦ Συμβουλίου τοῦ Κέντρου, περιηγήθη τούς χώρους θεραπείας τῶν ἀσθενῶν, παρηκολούθησε προγράμματα ἀποκαταστάσεως αὐτῶν καί ἐνημερώθη διά τάς προσφερομένας ὑπηρεσίας ἐν αὐτῷ. 
Τό ἑσπέρας καί μετά τήν ἐπιστροφήν εἰς Ταλλίνην, ὁ Πατριάρχης ηὐλόγησε τό ἀποχαιρετιστήριον δεῖπνον, τό ὁποῖον παρετέθη ἐν τῷ ἑστιατορίῳ ΤV-tower πρός τιμήν Του ὑπό τοῦ Σεβ. Μητροπολίτου Ταλλίνης, ἐκφράσαντος τήν εὐγνωμοσύνην του εἰς τόν Προκαθήμενον τῆς Ἐκκλησίας διά τήν τιμητικήν καί ἐνισχυτικήν παρουσίαν Του, δι’ ἧς ἐλάμπρυνε τάς ἑορταστικάς ἐκδηλώσεις ἐπί τῇ ἐνενηκονταετῇ ἐπετείῳ ἀπό τῆς ἐκχωρήσεως τῆς αὐτονομίας ὑπό τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου πρός τήν Ὀρθόδοξον Ἐκκλησίαν τῆς Ἐσθονίας, καί ἐπιδόσαντος Αὐτῷ τό ἀναμνηστικόν μετάλλιον τῆς ἐπετείου τῆς αὐτονομίας. Ὁ Πατριάρχης, ἀντιφωνήσας, ἐξέφρασε τήν εὐαρέσκειαν καί τά συγχαρητήρια τῆς Μητρός Ἐκκλησίας πρός τόν Μητροπολίτην Στέφανον, τούς λοιπούς ἱεράρχας, τόν ἱ. κλῆρον καί τό πλήρωμα τῆς τοπικῆς Ἐκκλησίας διά τήν ἄψογον διοργάνωσιν τῶν πανηγυρικῶν ἐκδηλώσεων καί τήν ἐπιτυχῆ ἔκβασιν καί τῆς παρούσης Πατριαρχικῆς ἐπισκέψεως ἐν Ἐσθονίᾳ, εὐχηθείς ὅπως ἡ τοπική Ἐκκλησία αὐξάνῃ καί κραταιῶται ἐν Κυρίῳ πρός ἐγκαύχησιν τῆς Μητρός Ἐκκλησίας τῆς Κωνσταντινουπόλεως. 
Οὕτως ἐπερατώθη ἡ τρίτη ἐπίσκεψις τοῦ Προκαθημένου τῆς Ὀρθοδοξίας εἰς Ἐσθονίαν μεταξύ 4ης καί 10ης Σεπτεμβρίου 2013, στεφθεῖσα ὑπό πλήρους ἐπιτυχίας.

9/10/2013

Ο ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΟΣ ΠΑΤΡΙΑΡΧΗΣ ΣΤΟ ΜΟΥΣΙΚΟ ΣΧΟΛΕΙΟ ΤΗΣ ΚΟΙΝΟΤΗΤΑΣ KIHNU ΣΤΗΝ ΕΣΘΟΝΙΑ

φωτογραφίες: Erik Peinar
Ὁμιλία 
τῆς Α. Θ. Παναγιότητος 
τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου 
κ. κ. Βαρθολομαίου 
κατά τήν Συνάντησιν Αὐτοῦ 
μετά τῶν Μαθητῶν Σχολείου Kihnu 
(9 Σεπτεμβρίου 2013) 
Ἱερώτατε Μητροπολῖτα Ταλλίνης καί πάσης Ἐσθονίας κύριε Στέφανε, 
Ἱερώτατοι καί Θεοφιλέστατοι ἅγιοι ἀδελφοί, 
Ἀγαπητέ κύριε Διευθυντά τοῦ σχολείου τούτου, 
Ἀγαπητά μας παιδιά, 
Μέ πολλήν χαράν εὑρισκόμεθα σήμερον στό σχολεῖον σας, ἐπισκεπτόμενοι τήν πατρίδα σας, τήν Ἐσθονίαν, ἐρχόμενοι ἀπό τήν Κωνσταντινούπολιν, τήν πόλιν πού ἔδωκε τά φῶτα τῆς χριστιανικῆς πίστεως στίς χῶρες αὐτές τοῦ βορρᾶ, πρίν ἀπό χίλια καί πλέον χρόνια. 
Χαιρόμεθα πού ὁ Θεός ἔδωκε τήν εὐλογία νά σᾶς γνωρίσωμεν καί νά σᾶς ἀπευθύνωμεν μερικούς λόγους, μερικές συμβουλές, κατά τήν ἐπιθυμίαν καί τήν παράκλησιν τοῦ Ἱερωτάτου Μητροπολίτου σας, ὁ ὁποῖος τόσο σᾶς ἀγαπάει καί σᾶς σκέπτεται. 
Εὐχαριστοῦμεν πολύ γιά τήν ὑποδοχήν καί τήν ἀγάπην σας, ἡ ὁποία ἀντανακλᾶ στό Οἰκουμενικόν μας Πατριαρχεῖον, τό ὁποῖον ἐκπροσωποῦμεν. 
Τό Σχολεῖον στό ὁποῖον εὑρίσκεσθε σᾶς δίδει τήν δυνατότητα νά καλλιεργήσετε καλλίτερον τό μουσικόν τάλαντον, τό ὁποῖον σᾶς ἔδωκεν ὁ Θεός, καί νά τό αὐξήσετε, νά τό ἀξιοποιήσετε. Αὐτό σᾶς εὐχόμεθα ὁλοψύχως καί μέ πατρικήν ἀγάπην. 
Ὅμως δέν πρέπει νά ξεχνᾶτε ποτέ, ὅ,τι καί ἄν κάνετε στήν ζωήν σας, ὅσον καί ἐάν ἐπιτύχετε, Αὐτόν πού εἶναι ἡ πηγή κάθε καλοῦ, τόν Θεόν. 


Στήν ζωήν σας, παιδιά μου, θά ἔχετε νά ἀντιμετωπίσετε πολλά διλήμματα. Θά ἔλθουν πολλές φορές πού θά κληθῆτε νά ἐπιλέξετε ἀνάμεσα στό καλόν καί στό κακόν, στήν ἀρετήν καί στήν ἁμαρτίαν. Γι αὐτό πρέπει ἀπό τώρα νά ἑτοιμάζεσθε γιά αὐτές τίς στιγμές, ζώντας κοντά στήν Ἐκκλησίαν μας καί μέ ἀγῶνα νά ἐφαρμόζετε τίς ἐντολές τοῦ Θεοῦ καί τοῦ Εὐαγγελίου, μελετῶντας τό Εὐαγγέλιον καί τά ἄλλα πνευματικά βιβλία, τά ὁποῖα μᾶς προσφέρει ἡ Ἐκκλησία. 
Μήν ξεχνᾶτε ὅτι ἡ εὐτυχία δέν εὑρίσκεται στήν ἄνεσιν καί στήν εὐκολίαν, στόν πλοῦτον καί στήν πολυτέλειαν. Ὁ κόπος, οἱ δυσκολίες, ὁ ἀγώνας, συχνά ὁ πόνος, εἶναι τά μέσα τά ὁποῖα μᾶς ἔδωκεν ὁ Θεός γιά νά Τόν πλησιάσουμε περισσότερον καί νά Τόν καταλάβουμε. Γιά αὐτό πρέπει νά ἐπιλέγετε τό δύσκολον, ὄχι τό εὔκολον. Ὅ,τι εἶναι κουραστικόν καί κοπιαστικόν, αὐτό εἶναι πού θά σᾶς ἁγιάσει καί θά σᾶς καταξιώσει ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ. 
Στόν ἀγῶνα αὐτόν δέν θά εἶσθε μόνοι. Θά εἶναι μαζί σας οἱ ἅγιοι καί οἱ μάρτυρες τῆς Ἐκκλησίας μας καί ἰδιαιτέρως ἐκεῖνοι τῆς Ἐσθονίας. 
Σήμερον, παιδιά μου, δέν εἶναι εὔκολο νά εἶναι κανείς χριστιανός, νά ζῇ χριστιανικά. Αὐτός πού ζῇ χριστιανικά μπορεῖ νά ἀντιμετωπίζῃ τήν εἰρωνίαν τοῦ κόσμου καί τόν χλευασμόν. Ὁ ἄνθρωπος ὁ ὁποῖος πράττει τό κακόν καί τήν ἁμαρτίαν δέν μπορεῖ νά ἀντέξει ὅτι ὑπάρχουν ἄνθρωποι πού ζοῦν διαφορετικά ἀπό αὐτόν καί ζοῦν ὅπως θέλει ὁ Θεός, καί ἐπειδή αἰσθάνεται νά ἐλέγχουν τήν ζωή του, ἀκόμη καί ἄν αὐτοί δέν τοῦ λέγουν τίποτε, προσπαθεῖ νά τούς κάνῃ ὅπως εἶναι ὁ ἴδιος, γιά νά μήν ἐλέγχεται. 


Ἀλλά ἐσεῖς ἀγωνισθῆτε νά εἶσθε ὅπως σᾶς θέλει ὁ Θεός καί ὄχι οἱ ἄνθρωποι, τίμιοι, ἁγνοί, ἀγαθοί, νά δείχνετε ἀγάπη πρός ὅλους, νά ἀγαπᾶτε καί νά ὑπακούετε τούς γονεῖς σας, νά ὑπακούετε καί νά σέβεσθε τούς δασκάλους σας πού κοπιάζουν γιά σᾶς, καί ὁ Θεός θά σᾶς εὐλογήση στήν ζωήν σας καί θά σᾶς βοηθάει σέ κάθε δυσκολίαν. 
Ὁ σκοπός τῆς ζωῆς μας εἶναι νά φθάσωμε στόν Θεόν. Καί ποιός εἶναι ὁ Θεός; Τόν ὁρισμόν μᾶς τόν δίνει ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Θεολόγος, λέγοντας: «ὁ Θεός ἀγάπη ἐστίν». Γιά αὐτόν τόν λόγον ἡ διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας μας ἀποσκοπεῖ στό νά μᾶς βοηθήση νά φθάσωμεν στήν ἀπόλυτον ἀγάπην, πού εἶναι ὁ Θεός. Καί ἀγάπη δέν μπορεῖ νά ὑπάρξῃ ὅπου ὑπάρχει ἔστω καί ἴχνος ἐγωϊσμοῦ ἤ ἴχνος ἰδιοτέλειας. Ὁ ἐγωϊστής ἄνθρωπος δέν μπορεῖ νά ἀγαπᾶ, γιατί νά ἀγαπᾶς τόν ἄλλον σημαίνει πάνω ἀπό ὅλα καί πρῶτα ἀπό ὅλα νά θέτῃς τόν ἄλλον, νά ὑπερβαίνῃς τόν ἑαυτόν σου, νά ζῇς γιά τόν ἄλλον ἄνθρωπον. Στό πρόσωπον τοῦ ἄλλου πρέπει νά βλέπουμε τόν ἴδιον τόν Θεόν. «Εἶδες τόν ἀδελφόν σου; Εἶδες Κύριον τόν Θεόν σου», λέγουν οἱ πατέρες τῆς Ἐκκλησίας. Κάτι πού κάνουμε στόν ἄλλον εἶναι σάν νά τό κάνουμε στόν ἴδιον τόν Χριστόν. Ἡ ἀγάπη θά παραμείνει στούς αἰῶνες.
Ὅλη ἡ προσπάθεια τῆς ζωῆς μας πρέπει νά εἶναι νά ἀγαπήσωμεν τόν Χριστόν. Ἐάν τόν ἀγαπήσωμεν, τότε ὅλα θά εἶναι γιά μᾶς εὔκολα. Γιατί τίποτε στόν κόσμο δέν ὑπάρχει πιό πολύτιμον ἀπό τόν Χριστόν. Μέ τίποτε ἄλλο δέν εἶναι δυνατόν νά Τόν ἀνταλλάξουμε. Καί τίποτε πολυτιμότερον δέν ἔχουμε στόν κόσμον ἀπό τήν ψυχήν μας. 


Κάποτε, στά χρόνια τῶν μεγάλων διωγμῶν τῶν χριστιανῶν, ἕνας δικαστής λέγει σέ ἕνα νέον δεκαεπτά ἐτῶν: 
Ἐάν πατήσῃς τόν Σταυρό τοῦ Χριστοῦ, θά σοῦ δώσω μία ἀσημένιαν ράβδον. Δέν εἶναι ἀρκετό, ἀπαντᾶ ὁ νέος. Τότε ὁ δικαστής λέει: θά σοῦ δώσω μίαν χρυσῆν ράβδον. 
Καί αὐτή δέν φτάνει, λέγει ὁ χριστιανός. 
Τί θέλεις παραπάνω; Ρωτᾷ ὁ δικαστής. 
Καί ὁ νέος ἀπαντᾷ: 
Κύριε Δικαστά, ἐάν θέλῃς νά πατήσω τόν σταυρόν πρέπει νά μοῦ δώσης τά μέσα γιά νά ἀγοράσω μίαν ἄλλην ψυχήν, ἐπειδή θά χάσω τήν ψυχή μου, πού εἶναι ὅ,τι πολυτιμότερο ὑπάρχει στόν κόσμον. 
Καί μέ αὐτόν τόν τρόπον προχώρησε πρός τό μαρτύριον. 
Ὁ ἅγιος Ταρσίζιος ἦταν ἕνα παιδί, ὅπως ἐσεῖς, ὅταν ἐμαρτύρησεν. Οἱ χριστιανοί τοῦ εἶχαν δώσει νά μεταφέρῃ τά Τίμια Δῶρα, τό Σῶμα καί τό Αἷμα τοῦ Χριστοῦ, στούς χριστιανούς πού βρίσκονταν στίς φυλακές. Στόν δρόμο τοῦ ἐπιτέθηκαν παιδιά τῶν εἰδωλολατρῶν γιά νά τοῦ πάρουν τά Τίμια Δῶρα, ἀλλά αὐτός προτίμησε νά πεθάνη, σφίγγοντας στήν ἀγκαλιά του τά Τίμια Δῶρα, παρά νά ἀφήση νά τοῦ τά πάρουν καί νά τά βεβηλώσουν οἱ ἐχθροί τοῦ Χριστοῦ. Γνώριζε ὅτι αὐτό πού βάσταζε ἦταν ὁ Χριστός καί γιά τόν Χριστό ἔδωσε τήν ζωήν του. 


Ἔτσι λοιπόν καί ἐσεῖς ἀκολουθεῖστε μέ ὅλη σας τήν ψυχήν τόν Χριστό στήν ζωή σας. Μείνετε κοντά Του καί Αὐτός θά σᾶς κάνει παιδιά Του, ὅπως μᾶς ὑποσχέθηκε. 
Σᾶς εὐχόμεθα καλήν πρόοδον στά μαθήματά σας καί κάθε εὐλογίαν ἀπό τόν Θεό.

Ο ΠΑΤΡΙΑΡΧΗΣ ΣΕ ΣΥΝΑΥΛΙΑ ΠΡΟΣ ΤΙΜΗΝ ΤΟΥ ΜΕ ΜΟΥΣΙΚΑ ΣΥΝΟΛΑ ΤΗΣ ΕΣΘΟΝΙΑΣ

φωτογραφίες: Erik Peinar

Χαιρετισμός 
τῆς Α. Θ. Παναγιότητος 
τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου 
κ. κ. Βαρθολομαίου 
κατά τήν Συναυλίαν Ἐκκλησιαστικῆς καί Παραδοσιακῆς Μουσικῆς 
μέ Μουσικά Σύνολα ἐκ Vändra, Pärnu καί Setumaa 
(8 Σεπτεμβρίου 2013) 
Ἱερώτατε Μητροπολῖτα Ταλλίνης καί πάσης Ἐσθονίας κύριε Στέφανε, 
Ἱερώτατοι καί Θεοφιλέστατοι ἅγιοι ἀδελφοί, 
Ἐντιμότατοι ἐκπρόσωποι τῶν Ἀρχῶν, 
Φιλόμουσον ἀκροατήριον, 
«Γόνοι κάλλιστοι τῆς Ἐσθονίας, ἱερόαθλοι Χριστοῦ γενναῖοι, ἱερεῖς σύν διακόνοις καί ἄλλοις τε, ἐν φυλακαῖς καί βασάνοις τό ὄνομα, ἀνδροπρεπῶς τοῦ Σωτῆρος κηρύξαντες, στέφος ἄφθαρτον, καί δόξαν λαμπράν εἰλήφατε, ὡς νέοι ἀθληταί περιφανέστατοι». 
Μέ τήν προσευχήν ταύτην καί τό ἀπολυτίκιον τοῦτο, ὁ Πατριάρχης σας ὁμοῦ μέ «τῶν ἐσθονῶν τά ὀρθόδοξα πληρώματα» ἀποτίομεν, κατά τήν ἑσπέραν ταύτην, φόρον τιμῆς καί ἀγαθῆς μνήμης καί εὐγνωμοσύνης εἰς τούς κατά τήν τελευταίαν ἐνενηκονταετίαν μαρτυρήσαντας ὑπέρ τῆς ἀμωμήτου Ὀρθοδόξου πίστεώς μας καί καλῶς ὑπό τοῦ Χριστοῦ στεφανωθέντας γνωστούς καί ἀγνώστους πατέρας καί ἀδελφούς καί ἀδελφάς μας Ἐσθονούς, διαβεβαιοῦντες ἑαυτούς καί ἀλλήλους ὅτι οὐκ εἰς κενόν ἔδραμον, ἐνῷ ἄλλοι οἱ ἐν τῇ ἀφελείᾳ καί ματαιότητι αὐτῶν ὑπερυψωθέντες καί ἐπαιρομένοι «παρῆλθον, καί ἰδού οὐκ ἦσαν, καί ἐζητήσαμεν αὐτούς, καί οὐχ εὑρέθη ὁ τόπος αὐτῶν» (πρβλ. Ψαλμ. λς´, 36). 
Εὐχαριστίαν πολλήν καί δοξολογίαν ἀναπέμπομεν καί αὖθις πρός τόν ἐν Τριάδι Θεόν ἡμῶν, ὅτι ηὐδόκησεν ἐν τῇ ἀφάτῳ Αὐτοῦ εὐσπλαγχνίᾳ νά εὑρισκώμεθα καί πάλιν εἰς τήν περιφανῆ καί ἁγιοδόξαστον ἐν μαρτυρίοις γῆν τῆς εὐκλεοῦς χώρας τῆς Ἐσθονίας τοῦ Βορρᾶ, μαρτυροῦντες ἐν τῇ πράξει τόν διηνεκῆ κανονικόν καί ἐκκλησιαστικόν σύνδεσμον τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου μετά τῆς ἐν αὐτῇ ἀνθοφορούσης Ὀρθοδόξου Αὐτονόμου Ἐκκλησίας, τῆς τελούσης ὑπό τήν δικαιοδοσίαν αὐτοῦ. 
Ἤλθομεν πρός ἐσᾶς, ἀδελφοί καί τέκνα, ἐκ τῆς Κωνσταντινουπόλεως οὐ καθ᾿ ὑπεροχήν τινα, ἀλλά διά νά μεταφέρωμεν τό διαχρονικόν πνεῦμα τῆς Μητρός σας Ἐκκλησίας, ἐντός τοῦ ὁποίου κινεῖσθε καί ζῆτε καί μαρτυρεῖτε τήν Ὀρθόδοξον πίστιν σας, ἀπό τότε ὅτε ἔδωκεν εἰς ὑμᾶς ἐκκλησιαστικοκανονικῶς ἡ Ἐκκλησία Κωνσταντινουπόλεως τό αὐτόνομον ἐκκλησιαστικόν καθεστώς σας. 
Ἤλθομεν εἰς τήν Ἐσθονίαν διά νά τιμήσωμεν μαζί σας τήν ἐνενηκοστήν ταύτην ἐπέτειον ἀπό τῆς ἀπονομῆς τῆς αὐτονομίας εἰς τήν ἐνταῦθα Ὀρθόδοξον Ὁλκάδα ὑπό τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου, τιμῶντες συγχρόνως καί εὐλογοῦντες τόν ἡρωϊκόν καί μαρτυρικόν καί ἠγαπημένον εἰς ἡμᾶς Ἐσθονικόν λαόν, ὁ ὁποῖος ἔμαθεν ἐνωρίς νά ἀγαπᾷ, νά θυσιάζηται καί νά προσφέρῃ, ἕνα λαόν ἐκ τοῦ ὁποίου πολλοί κατακτηταί «ἔτρωγον», διά νά ἀναφερθῶμεν εἰς τούς λόγους ἑνός ἐθνικοῦ ἥρωος τῆς Ἑλλάδος, τοῦ Μακρυγιάννη, ἀλλά πάντοτε ἔμενεν «ἡ μαγιά», ἡ ἐκλεκτή «ζύμη», ἡ ὁποία «ὅλον τό φύραμα ζυμοῖ». 


Χαίρομεν, λοιπόν, χαράν μεγάλην καί δεδοξασμένην, διότι διαπιστοῦμεν ἐκ τοῦ σύνεγγυς τήν Χάριν τοῦ Θεοῦ, τήν δοθεῖσαν εἰς τήν εὐκληματοῦσαν ταύτην Ἄμπελον τῆς ἐν Ἐσθονίᾳ Ὀρθοδόξου Αὐτονόμου Ἐκκλησίας. Χαίρομεν, διότι πέραν τῶν ἄλλων ἑορτίων καί συγκινητικῶν ἐκδηλώσεων, ἀπολαμβάνομεν τήν φιλόμουσον καλλιτεχνικήν ἐκδήλωσιν ταύτην, τήν ὀργανωθεῖσαν ὑπό καλλιφώνων συγκροτημάτων καί χορῳδιῶν, παρουσιασασῶν εἰς ὅλους μας ᾄσματα καί ὕμνους ἐκκλησιαστικῆς, πατριωτικῆς, ἐθνικῆς καί παραδοσιακῆς μουσικῆς τῆς εὐλογημένης Ἐσθονίας, ἀλλά καί ᾄσματα τῆς λαϊκῆς μούσης, τῆς τόσον ἐκφραστικῆς τῶν βιωμάτων χαρᾶς καί λύπης κάθε λαοῦ. Γεγόναμεν «ἐρασταί» τοῦ «κάλλους» ὄχι μόνον τῆς Ἐσθονίας καί τῶν ἀνθρώπων της, ἀλλά καί τῆς φωνῆς της, ἡ ὁποία διά «κραυγῆς» ἐγείρει εἰς τούς γνωρίζοντας καί μή αἰσθήματα καί βιώματα ἀνεξίτηλα, διότι, ὡς γνωστόν, καί τά ᾄσματα καί οἱ ὕμνοι καί τό τραγούδι καί τά μοιρολόγια προέρχονται ἐκ «καρδίας». Ὅ,τι προέρχεται δέ ἀπό τήν καρδίαν, ἀγαθόν ἤ μή, ἀποτελεῖ β ί ω μ α. Τό βίωμα δέ ὄχι μόνον μ ε τ α δ ί δ ε τ α ι ἀπό γενεᾶς εἰς γενεάν, ἀλλά μ ε τ α λ α μ π α δ ε ύ ε τ α ι ὡς τό φῶς τῆς λαμπάδος εἰς τούς ἀκροατάς καί προβληματίζει. 
Εἶναι ἀληθές, ὅτι ἡ Μήτηρ Ἐκκλησία τῆς Κωνσταντινουπόλεως ὄργανον λατρείας τοῦ Θεοῦ εἶχε καί ἔχει τήν βυζαντινήν μουσικήν, ἡ ὁποία εἶναι αὐστηρῶς ἐκκλησιαστικόν μ έ λ ο ς, ἱερατικοῦ καί λειτουργικοῦ χαρακτῆρος, ἀπηλλαγμένον μή ἱεροῦ στοιχείου. Τό μουσικόν ἦθος αὐτό ἐγεννήθη εἰς τά σπλάγχνα τῆς ὀρθοδόξου λατρείας, ἀνεπτύχθη καί ἠνδρώθη ἐντός αὐτῆς, θά ἦτο δέ δυνατόν νά λεχθῇ, ὅτι τό ἀκραιφνές τοῦτο μουσικόν ἔ θ ο ς καί ἦ θ ο ς καθιερώθη ὡς στοιχεῖον ἐκ τῶν ὧν οὐκ ἄνευ ἐντός τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας τῆς Κωνσταντινουπόλεως καί ἐκεῖθεν διεδόθη εἰς ἅπασαν τήν Ὀρθόδοξον οἰκουμένην. 
Παραλλήλως, ἡ Ἐκκλησία Κωνσταντινουπόλεως ἐν τῷ γνησίῳ οἰκουμενικῷ φρονήματι αὐτῆς, σεβομένη τήν ἰδιαιτέραν ἐθνικήν, πολιτισμικήν καί γλωσσικήν ταυτότητα ἑκάστου λαοῦ, οὐδέποτε ἀπέκλεισεν εἰς τούς λαούς, οἱ ὁποῖοι ἐλάμβανον ἐξ αὐτῆς τήν χριστιανικήν πίστιν, νά διαμορφώσουν καί νά ἀναμίξουν στοιχεῖα τῆς ἐκκλησιαστικῆς λατρευτικῆς ὑμνολογίας μέ στοιχεῖα τῆς ἐθνικῆς μουσικῆς, παραμενούσης πάντοτε τῆς βάσεως καί τοῦ μέλους. Ἀλλά καί οἱ λαοί, οἱ ὁποῖοι ἔλαβον τό φῶς τῆς χριστιανικῆς πίστεως ἐξ αὐτῆς, μαζί μέ τό λατρευτικόν τυπικόν, παρέλαβον συγχρόνως καί τήν ὑμνολογικήν παράδοσιν τῆς Ἐκκλησίας ἡ ὁποία τούς ἐνεκέντρισεν εἰς τήν καλλιέλαιον τοῦ Χριστοῦ. 
Ἡ Ἐκκλησία τῆς Ἐσθονίας ὀρθῶς πράττει καλλιεργοῦσα τόσον τήν ἀκραιφνῶς ἐκκλησιαστικήν ὑμνολογικήν παράδοσιν αὐτῆς ὅσον καί τήν ἐθνικήν, μέ σκοπόν τήν πνευματικήν καλλιέργειαν τοῦ λαοῦ καί τῆς νεότητος καί τήν καλλιτέραν προσέγγισιν αὐτῆς, μή χωροῦσα πέρα τῶν ὁρίων ἅ ἔθεντο οἱ θεόπνευνστοι πατέρες εἰς ὅλους τούς τομεῖς τῆς ἐκκλησιασικῆς ζωῆς καί δραστηριότητος. Ἀδελφοί καί τέκνα, 
«Ἡμῶν γάρ τό πολίτευμα ἐν οὐρανοῖς ὑπάρχει» (Φιλιπ. γ´, 20). Τό πολίτευμα τῆς μουσικῆς, τῆς κάθε εἴδους μουσικῆς, ἐκκλησιαστικῆς, ἐθνικῆς, πατριωτικῆς, θρησκευτικῆς, διασκεδαστικῆς, δέον καί αὐτό νά ἀποβλέπῃ εἰς τόν οὐρανόν, εἰς τόν Κύριον, παρά τοῦ Ὁποίου «πᾶσα δόσις ἀγαθή καί πᾶν δώρημα τέλειον», δηλαδή καί τῆς φωνῆς καί τῆς τέχνης καί τῆς ἐκδηλώσεως τῆς τέχνης. Καί τό Ὀρθόδοξον πολίτευμα μέ ὅλας τάς ἐκφάνσεις τῆς πνευματικῆς, λατρευτικῆς καί ἐκκλησιαστικῆς ζωῆς ἀποτελεῖ τό «καινοποιοῦν φύραμα», τό δυνάμενον νά ζυμώσῃ καί νά ἀναπλάσῃ καί τόν «μικρόκοσμον» τῆς Ἐσθονίας καί τόν «μακρόκοσμον» τοῦ κόσμου ὁλοκλήρου. 


Ἐλθόντες, λοιπόν, ἐνταῦθα καί ἀπολαύσαντες τήν πανδαισίαν ταύτην εὐφραινόμενοι καί ἀγαλλόμενοι, εὐχαριστοῦμεν καί συγχαίρομεν καί ὁμολογοῦμεν ὅτι πάντες οἱ πιστοί, παρά τάς τοπικάς ἀποστάσεις αἱ ὁποῖαι σωματικῶς μᾶς χωρίζουν ἀπ᾿ ἀλλήλων, συναπαρτίζομεν νοερῶς ἕν ἑνιαῖον καί ἀδιάσπαστον σύνολον, ἕνα οἶκον πνευματικόν, μίαν ἀδιαίρετον κοινότητα, ὅπως ἀπόψε, εὐφρανθέντες ἀπό κοινοῦ μέ παραδοσιακά ᾄσματα καί μέ χορούς καί μέ ἐκκλησιαστικούς καί θρησκευτικούς ὕμνους.
Εὑρισκόμεθα εἰς τήν Ἐσθονίαν. Καί συγχρόνως εἰς τόν κόσμον ὁλόκληρον. Τά αἰσθήματά μας αὐτά καυχήσεως καί συγκινήσεως καί εὐχαριστίας ἐκφράζομεν πατρικῶς, διότι εἰς τό ἱστορικόν γεγονός τῆς αὐτονομίας τῆς Ἐκκλησίας σας ἐδῶ προσεθέσατε καί μίαν ἑτέραν διάστασιν, ἐκείνην ἡ ὁποία ὑπερνικᾷ τά πάθη καί διά τοῦ κάλλους καί τοῦ μέλους ὁδηγεῖ εἰς ἑνότητα... 
Καί εὐχόμεθα ἡ ζωή ἐν τῇ ὀρθοδόξῳ Ἐκκλησίᾳ τῆς Ἐσθονίας νά εἶναι ἡ ζύμη, ἡ ὁποία θά φέρῃ εἰρήνην ἐν Πνεύματι Ἁγίῳ εἰς τήν εὐρυτέραν κοινωνίαν τῆς Ἐσθονίας, θά ἐπιδρᾷ πάντοτε θετικῶς εἰς τήν ἐξέλιξίν της καί θά φέρῃ καλούς καρπούς καί εἰς πάντας τούς τομεῖς τοῦ πολιτισμοῦ καί τῶν καλῶν λεγομένων τεχνῶν, συνεχιζομένης τῆς μακρᾶς παραδόσεως αὐτῆς. 
Εὐχαριστοῦμεν ἰδιαιτέρως καί εὐλογοῦμεν ἀπό τῆς Πατριαρχικῆς μας καρδίας τούς ἀγαπητούς χοράρχας καί τά μέλη τῶν χορῳδιῶν ἐκ Vändra, Pärnu καί Setumaa διά τήν ὡραίαν ταύτην μουσικήν ἐκδήλωσιν, τήν ὁποίαν λίαν ἐπιμελῶς καί ἐγκόπως προητοίμασαν καί ἐπιτυχῶς μᾶς ἐπαρουσίασαν.
Σᾶς συγχαίρομεν, σᾶς εὐλογοῦμεν πατρικῶς καί εὐχόμεθα νά συνεχίσητε μέ τόν ἴδιον ζῆλον τήν ἐπίδοσίν σας εἰς τήν καλλιέργειαν τῆς ἐκκλησιαστικῆς καί παραδοσιακῆς μουσικῆς τῆς Ἐσθονίας.
Εὐχαριστοῦμεν θερμῶς, Ἱερώτατε ἀδελφέ ἅγιε Ταλλίν καί πάσης Ἐσθονίας κύριε Στέφανε, διότι ἐν τῇ ἀγάπῃ καί φιλαδελφίᾳ σας εἴχετε τήν μέριμναν καί τῆς μουσικῆς ταύτης ἐκδηλώσεως. 
Ἡ Χάρις τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, καί ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ καί Πατρός, καί ἡ κοινωνία τοῦ Ἁγίου Πνεύματος μετά πάντων ὑμῶν, ἀδελφοί καί πατέρες καί τέκνα ἐν Κυρίῳ. Ὁ Θεός σώζοι τήν Ἐσθονίαν.

H EKTH ΗΜΕΡΑ (9 Σεπτεμβρίου 2013) ΤΗΣ ΕΠΙΣΚΕΨΗΣ ΤΟΥ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΟΥ ΠΑΤΡΙΑΡΧΟΥ ΣΤΗΝ ΕΣΘΟΝΙΑ


ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΟΝ ΠΑΤΡΙΑΡΧΕΙΟΝ 
Ἐκκλησιαστικαί Εἰδήσεις 
Σήμερον τήν πρωΐαν, Δευτέραν, 9ην Σεπτεμβρίου, ἡ Α.Θ. Παναγιότης ὁ Πατριάρχης καί ἡ τιμία Συνοδεία Αὐτοῦ ἀνεχώρησαν ἀτμοπλοϊκῶς ἀπό τήν ἕδραν τῆς Ἐπισκοπῆς Pärnu διά τάς νήσους τοῦ Ἐσθονικοῦ Ἀρχιπελάγους Kihnu καί Saaremaa, αἱ ὁποῖαι ἐκκλησιαστικῶς ὑπάγονται, ὡσαύτως, εἰς τήν ἰδίαν Ἐπισκοπήν. 
Καθ’ ὅδόν πρός τόν λιμένα καί πρό τῆς ἀναχωρήσεως ἐκ τῆς Περιφερείας Pärnu ὁ Πατριάρχης ἐπεσκέφθη τόν ἐν Pootsi-Kǒpu Ἱ. Ναόν τῆς Ἁγίας Τριάδος, εἰς τόν ὁποῖον ἱεράτευσεν, ὡς γνωστόν, ὁ πατήρ τοῦ Μάρτυρος Μητροπολίτου Ἁγίου Πλάτωνος, καί ηὐλόγησε τούς πιστούς οἱ ὁποῖοι ἔσπευσαν ἵνα λάβουν τήν εὐχήν τοῦ Προκαθημένου τῆς Ὀρθοδοξίας. 
Εὐθύς ἀμέσως μετά τήν διαπεραίωσιν εἰς Kihnu, ὁ Πατριάρχης, συνοδευόμενος καθ’ ὅλην τήν ἡμέραν ὑπό τοῦ πρώην Προέδρου τῆς Δημοκρατίας Ἐξοχ. κ. Arnold Rüütel μετά τῆς Εὐγεν. συζύγου του, μετέβη εἰς τόν ἐν τῇ νήσῳ ταύτῃ Ἱ. Ναόν τοῦ Ἁγίου Νικολάου, ὅπου, ἀφοῦ παρηκολούθησε τήν ὑπό τοῦ Σεβ. Μητροπολίτου Ταλλίνης τελεσθεῖσαν Βάπτισιν τῆς γηγενοῦς νεάνιδος Μαργαρίτας, ἀπηύθυνε τοῖς συγκεντρωθεῖσι πιστοῖς παραινέσεις καί ἐπεδαψίλευσεν αὐτοῖς τήν Πατριαρχικήν Του εὐλογίαν.

φωτογραφίες από την Βάπτιση της μικρής Μαργαρίτας

Ἐν συνεχείᾳ, ὁ Προκαθήμενος τῆς Ἐκκλησίας ἐξεναγήθη εἰς τό παρακείμενον Μουσεῖον παραδοσιακῆς τέχνης τῆς περιοχῆς καί, ἀκολούθως, μετέβη εἰς τό Μουσικόν Σχολεῖον τῆς νήσου, τελέσας τήν ἀκολουθίαν τῶν ἐγκαινίων καί ὁμιλήσας, ἀπαντητικῶς εἰς σχετικήν προσφώνησιν τοῦ κ. Διευθυντοῦ, πρός τούς διδασκάλους καί τούς διδασκομένους ἐν αὐτῷ, παρηκολούθησε δέ καί μουσικοχορευτικόν πρόγραμμα τῶν μαθητῶν. 
Τήν μεσημβρίαν ὁ Πατριάρχης παρεκάθησεν εἰς τό πρός τιμήν Αὐτοῦ παρατεθέν, ὑπό τοῦ Τοπικοῦ Συμβουλίου, γεῦμα, εἰς τό ὁποῖον παρεκάθησαν οἱ Ἱεράρχαι, ὁ Kυβερνήτης τοῦ Kihnu Ἐντιμ. Κ. Ingvar Saare καί ὁ Πρόεδρος τοῦ Τοπικοῦ Συμβουλίου κ. Paal Pǒlluste. 
Ἅμα τῷ πέρατι τοῦ γεύματος, ὁ Πατριάρχης μετέβη εἰς τό Κοιμητήριον τῆς νήσου καί ἐτέλεσε τρισάγιον ὑπέρ ἀναπαύσεως τῶν ψυχῶν πάντων τῶν ἐν αὐτῷ ἀναπαυομένων Ὀρθοδόξων καί τῶν ἐν θαλάσσῃ ἀπολεσθέντων ναυτικῶν. Εἶτα, ὁ Πατριάρχης παρεχώρησε συνέντευξιν εἰς τούς ἐκπροσώπους τῶν Μέσων Μαζικῆς Ἐνημερώσεως, ἀναφερθείς εἰς τάς ἄχρι τοῦδε ἐντυπώσεις Του ἐκ τῆς ἐπισκέψεώς Του εἰς τήν εὐγενῆ χώραν τῆς Ἐσθονίας καί ἰδιαιτέρως εἰς τήν νῆσον Kihnu. 
Τό ἀπόγευμα τῆς ἰδίας, ὁ Πατριάρχης, ἀφοῦ διεπεραιώθη εἰς τήν νῆσον Saaremaa, μετέβη εἰς τόν Ἱ. Ναόν τοῦ Ἁγίου Νικολάου τῆς πρωτευούσης Kuressaare καί ἐχοροστάτησεν εἰς τήν ἀκολουθίαν τοῦ Ἑσπερινοῦ μετ’ ἀρτοκλασίας, ἀπευθύνας ποιμαντικούς λόγους πρός τό πολυπληθές ποίμνιον τῆς περιοχῆς, συμπροσευχηθέντος καί τοῦ ἐν τῷ μεταξύ ἀφιχθέντος ἐκ Φιλλανδίας εἰς Ἐσθονίαν Σεβ. Μητροπολίτου Ἑλσιγκίου κ. Ἀμβροσίου. Ἔψαλον αἱ μοναχαί τῆς πλησιοχώρου Σκήτης τοῦ Τιμίου Προδρόμου. 
Τό ἑσπέρας ὁ Πατριάρχης παρεκάθησεν εἰς ἐπίσημον δεῖπνον, τό ὁποῖον παρέθεσε πρός τιμήν τοῦ ὑψηλοῦ ἐπισκέπτου ὁ Περιφερειάρχης τῆς νήσου Ἐντιμ. κ. Kaido Kaasik. Ὁ Πατριάρχης, ἀντιφωνήσας εἰς τήν προσφώνησιν τοῦ κ. Περιφερειάρχου, ἐξεθείασε τήν συνεισφοράν τῶν Ὀρθοδόξων πιστῶν τῆς νήσου εἰς τήν εὐημερίαν καί τήν πρόοδον ἐν αὐτῇ, ἐνῷ ἀντηλλάγησαν ἀναμνηστικά δῶρα.

9/09/2013

Ο ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΟΣ ΠΑΤΡΙΑΡΧΗΣ ΚΑΤΑ ΤΗΝ Θ. ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ ΣΤΟΝ ΚΑΘΕΔΡΙΚΟ ΝΑΟ PARNU ΤΗΣ ΕΣΘΟΝΙΑΣ (ΦΩΤΟ)


φωτογραφίες: Erik Peinar
Ὁμιλία 
τῆς Α. Θ. Παναγιότητος 
τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου 
κ. κ. Βαρθολομαίου 
μετά τό Πέρας τῆς Θείας Λειτουργίας 
εἰς τόν Καθεδρικόν Ναόν Pärnu 
(8 Σεπτεμβρίου 2013) 
Ἱερώτατε Μητροπολῖτα Ταλλίνης καί πάσης Ἐσθονίας κύριε Στέφανε, Προκαθήμενε τῆς Ἁγιωτάτης Ὀρθοδόξου Αὐτονόμου Ἐκκλησίας ταύτης, 
Ἱερώτατοι καί Θεοφιλέστατοι ἀδελφοί Ἱεράρχαι, 
Ἐντιμότατοι ἐκπρόσωποι τῶν Ἀρχῶν, 
Τέκνα ἐν Κυρίῳ ἀγαπητά, 
«Σήμερον καρπογονεῖν ἡ χάρις ἀπάρχεται» (Στεφάνου Ἁγιοπολίτου στιχηρόν ἑσπερινοῦ ἑορτῆς).
Χαράν ἐμήνυσεν ἀληθῶς πάσῃ τῇ οἰκουμένῃ, κατά τόν ἱερόν ὑμνογράφον, ἡ σημερινή μεγάλη ἑορτή τῆς Γεννήσεως τῆς Ὑπεραγίας Δεσποίνης ἡμῶν Θεοτόκου καί ἀειπαρθένου Μαρίας. 
Χαράν, ὅμως, μηνύει ἰδιαιτέρως εἰς τήν ἡμετέραν Μετριότητα ἐλθοῦσαν ἐκ τῆς βασιλίδος τῶν Πόλεων καί ἐπαναξιουμένην ὅπως ἴδῃ καί αὖθις τά ἀγαπητά πρόσωπα τῶν ἐν τῇ εὐλογημένῃ Χώρᾳ τῆς Ἐσθονίας παροικούντων Ὀρθοδόξων, κληρικῶν τε καί λαϊκῶν, οἱ ὁποῖοι ἀγωνίζεσθε ἐν ὁμονοίᾳ καί εἰρήνῃ φιλοτίμως τόν καλόν ἀγῶνα τῆς ἅπαξ παραδοθείσης πίστεως ἡμῶν καί ἐργάζεσθε ἕκαστος τόν προσωπικόν αὐτοῦ ἁγιασμόν, μένοντες πιστοί εἰς τήν σῴζουσαν διδασκαλίαν τῆς Μητρός Ἐκκλησίας τῆς Κωνσταντινουπόλεως, ἡ ὁποία χαίρει διαπιστοῦσα τήν ἀνοδικήν πορείαν τῆς μικρᾶς μέν ἀριθμητικῶς, ὡς ζύμης δέ ζυμούσης ὅλον τό φύραμα τῆς ἐνταῦθα κοινωνίας Ὀρθοδόξου Αὐτονόμου Ἐκκλησίας τῆς Ἐσθονίας. 
Αἱ ἑορταί τῆς Ἁγίας Ἐκκλησίας, ἀδελφοί καί τέκνα ἐν Κυρίῳ, δέν καθιερώθησαν ἁπλῶς καί ὡς ἔτυχεν, ἀλλά μετά πολλῆς τῆς ποιμαντικῆς σοφίας καί διακρίσεως ὑπό τῶν κατά καιρούς ἁγίων ποιμένων καί διδασκάλων, ὥστε, ἀποτελοῦσαι σταθμούς πνευματικοῦ ἀνεφοδιασμοῦ, νά συντελοῦν εἰς τήν προσωπικήν καί συνολικήν βίωσιν τῶν ἀγαθῶν, τά ὁποῖα ἀπορρέουν ἐκ τῆς Θείας Οἰκονομίας τοῦ Δομήτορος τῆς Ἐκκλησίας Κυρίου καί Σωτῆρος ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ. 
Τοιουτοτρόπως, τόσον αἱ Δεσποτοθεομητορικαί ἑορταί, ὅσον καί αἱ καθ᾿ ἡμέραν ἐπαναλαμβανόμεναι ἐτησίως μνῆμαι τῶν Ἁγίων μας, μᾶς θωρακίζουν δι᾿ αἰσθημάτων εὐγνωμοσύνης καί δοξολογίας πρός τόν Ἀρχηγόν τῆς πίστεώς μας, τόν δι᾿ ἡμᾶς σαρκωθέντα, σταυρωθέντα, ἀναστάντα, ἀναληφθέντα καί πάντα τά συνακόλουθα γεγονότα τῆς ἐπιγείου παρουσίας Αὐτοῦ βιώσαντα Κύριόν μας, ἀλλά καί πρός πάντα τά ἅγια πρόσωπα, τά ὁποῖα, καταστήσαντα τρόπον ζωῆς τήν εὐαγγελικήν διδασκαλίαν, ἔφθασαν εἰς τό σημεῖον τῆς κατά τό ἀνθρώπινον δυνατῆς θεώσεως, βασισθέντα εἰς τό κατ᾿ εἰκόνα καὶ ἐπιτυχόντα τό καθ’ ὁμοίωσιν. 
Πρώτη δέ μεταξύ τοῦ χοροῦ τῶν Ἁγίων Πάντων εὑρίσκεται ἡ Ὑπεραγία Θεοτόκος, ἡ ἀειπάρθενος Μήτηρ τοῦ Λόγου τοῦ Θεοῦ, ἡ κυρίως Θεοτόκος, ἡ ὁποία κατά τήν διδασκαλίαν τῶν Ἁγίων Πατέρων φέρει «τά τῆς Τριάδος δευτερεῖα καί θεός κατά χάριν μετά τόν κατά φύσιν Θεόν ὁμολογεῖται». Διά τόν λόγον αὐτόν οἱ σοφοί διδάσκαλοι τῆς Ἐκκλησίας, ὡς ὁ μέγας Γρηγόριος ὁ Θεολόγος, διδάσκουν λέγοντες: «Εἴ τις οὐ Θεοτόκον τήν ἁγίαν Μαρίαν ὑπολαμβάνει, χωρίς ἐστι τῆς θεότητος. Εἴ τις ὡς διά σωλῆνος τῆς Παρθένου διαδραμεῖν, ἀλλά μή ἐν αὐτῇ διαπεπλάσθαι λέγοι θεϊκῶς ἅμα καί ἀνθρωπικῶς (θεϊκῶς μέν, ὅτι χωρίς ἀνδρός ἀνθρωπικῶς δέ, ὅτι νόμῳ κυήσεως), ὁμοίως ἄθεος» (Γρηγόριος Θεολόγος, Ἐπιστολή θεολογική, P.G.101, 16). Ὁ δ᾿ ἕτερος μέγας χρυσορρήμων Ἱεράρχης Ἰωάννης διακηρύττει: «Ἡ οὖν μακαρία Μαρία ἡ Θεοτόκος ὑπέρ πᾶσαν φύσιν ἀνθρωπίνην τήν σωφροσύνην ἐφύλαξε, καί διά τοῦτο τόν Κύριον ἐν γαστρί συνέλαβεν. Εἰ δέ ἦν που τίς ἄλλη παρθένος ὑπέρ ταύτην τήν Παρθένον τῇ σωφροσύνῃ κεκοσμημένη, πάντως ἄν αὐτήν παραγαγών ὁ Κύριος εἰς αὐτήν ἐνῴκει» (Ὁμιλία εἰς τὴν Ὑπαπαντήν, P.G. 64,14). 
Ἀναιρῶν δέ συνοπτικῶς τήν διδασκαλίαν τοῦ Νεστορίου Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός ἐκφράζει τήν ἀπ᾿ αἰώνων πίστιν τῆς Ἐκκλησίας περί τοῦ προσώπου καί τοῦ ρόλου εἰς τήν παγκόσμιον σωτηρίαν τῆς Ἁγνῆς Κόρης τῆς Ναζαρέτ λέγων: «Θεοτόκον τήν ἁγίαν Παρθένον κηρύττομεν ὡς Θεόν κυρίως καί ἀληθῶς ἐξ αὐτῆς σαρκωθέντα γεννήσασαν. Χριστοτόκον δέ αὐτήν ἴσμεν μέν—Χριστόν γάρ ἐγέννησε—, ἀλλ᾽ ἐπειδή ἐπ᾽ ἀναιρέσει τῆς "Θεοτόκος" φωνῆς ὁ θεώλης Νεστόριος ταύτῃ κατεχρήσατο, οὐ Χριστοτόκον, ἀλλ᾽ ἐκ τοῦ κρείττονος ταύτην Θεοτόκον κατονομάζομεν. Χριστοτόκοι γάρ καὶ ἄλλαι προφητῶν καί βασιλέων μητέρες, μόνη δέ Θεοτόκος ἡ ἁγία Παρθένος Μαρία» (Κατά Νεστορίου, P.G. 43, 59). 
Xαρά, λοιπόν, ἀνέτειλε πάσῃ τῇ οἰκουμένῃ διά τῆς Γεννήσεως τῆς Παναγίας καί διά τοῦτο ἡ σημερινή ἑορτή κατέχει τόσην μεγάλην καί σημαντικήν θέσιν εἰς τήν λειτουργικήν παράδοσίν μας καί πανηγυρικῶς τιμᾶται εἰς τάς ἀνά τήν οἰκουμένην Ὀρθοδόξους Ἐκκλησίας. 
Ἡ Γέννησις τῆς Θεοτόκου ἔλυσε τό πολυχρόνιον ὄνειδος τῆς ἀτεκνίας τῶν γονέων της ἁγίων θεοπατόρων Ἰωακείμ καί Ἄννης, οἱ ὁποῖοι μετά ἀπό πολλήν προσευχήν καί αἴτησιν ἐπίμονον ἠξιώθησαν νά γεννήσουν εἰς προκεχωρημένον γῆρας θαυμαστῶς τήν Κεχαριτωμένην Μαρίαν. Ἀπετέλει δέ ὄνειδος διά τούς Ἰσραηλίτας ἡ ἀτεκνία, καθόσον ἀπέκλειεν αὐτούς ἐκ τοῦ γεγονότος νά καταστοῦν προπάτορες τοῦ ἀναμενομένου Μεσσίου. Μετά δέ τήν ἔλευσιν τοῦ Κυρίου εἰς τόν κόσμον, ὡς παρατηρεῖ ὁ Ἅγιος Γρηγόριος Παλαμᾶς, ἡμεῖς οἱ κατά πνεῦμα Ἰσραηλῖται δέν θεωροῦμεν τήν ἀκούσιον ἔλλειψιν τέκνων κατάραν, καθότι δυνάμεθα νά γεννήσωμεν πνευματικῶς ἐν ἡμῖν τόν Θεάνθρωπον Ἰησοῦν καί νά καταστῶμεν μικροί θεοτόκοι. 
Τοῦτο μαρτυρεῖ καί ὁ ἅγιος Μάξιμος ὁ Ὁμολογητής διδάσκων «ὁ τοῦ Θεοῦ Λόγος ἐφ᾿ ἅπαξ κατά σάρκα γεννηθείς, ἀεί γεννᾶται θέλων κατά πνεῦμα διά φιλανθρωπίαν τοῖς θέλουσι. Καί γίνεται βρέφος, ἑαυτὸν διαπλάττων ἐν ἐκείνοις ταῖς ἀρεταῖς. Καί τοσοῦτον φαινόμενος, ὅσον χωρεῖν ἐπίσταται τόν δεχόμενον» (Κεφάλαια θεολογικά, P.G. 90, 1181Α). 
Πατέρες καί ἀδελφοί, 
Τό Οἰκουμενικόν Πατριαρχεῖον, τό ὁποῖον ἐκπροσωποῦμεν σήμερον, πάντοτε ἀπεβλεψεν εἰς τό εὐδιοίκητον τῶν ἑκασταχοῦ τοπικῶν Ἐκκλησιῶν καί κατέστησε κατά τόπους Ἐπισκόπους καί εἰς ἑνότητα πάντας περί τό ἀναίμακτον Θυσιαστήριον, τό ὑπό τοῦ Ἐπισκόπου ἱερουργούμενον, ἐκάλεσε: «Πάρθους καί Μήδους καί Ἐλαμίτας, καί τούς κατοικοῦντας τήν Μεσοποταμίαν, Ἰουδαίαν καί Καππαδοκίαν, Πόντον καί τήν Ἀσίαν, Φρυγίαν τε καί Παμφυλίαν, Αἴγυπτον καί τά μέρη τῆς Λιβύης τῆς κατά Κυρήνην καί τούς προσηλύτους, Κρῆτας καί Ἄραβας» (Πράξ. β΄, 9-11). Μήποτε οὐκ ἐκάλεσε ρώσσους καί γάλλους καί ἕλληνας, ἐπειδή τούτους δέν ἀναφέρει τό ἱερόν βιβλίον τῶν Πράξεων τῶν Ἀποστόλων; 
Ὁ δυνατός καί συγκαταβαίνων Θεός ἐποίησε πάντας τούς ἀνθρώπους ἀκόπως ἀκούειν εἷς ἕκαστος ἐν τῇ ἑαυτοῦ γλώσσῃ καί τῇ ἰδίᾳ διαλέκτῳ τά μεγαλεῖα τοῦ Θεοῦ. Ὁ Κύριος ἡμῶν ἦλθεν ἐπισυναγαγεῖν τά διεσκορπισμένα πρόβατα αὐτοῦ καί εἰσαγαγεῖν διά τῆς Χάριτός Του εἰς νομάς πλουσίας. 
Ἐν Ἐσθονίᾳ, πρό ἐνενήκοντα ἀκριβῶς ἐτῶν, «ἡ χάρις καρπογονεῖν ἀπήρξατο». Τότε, αἰτήσει κλήρου καί λαοῦ, τό Οἰκουμενικόν Πατριαρχεῖον, ἐν τῇ εὐθύνῃ καί ἁρμοδιότητι αὐτοῦ, παρεχώρησεν εἰς τήν καί τότε ἐμπερίστατον Ὀρθόδοξον Ἐκκλησίαν, εἰς «τό μικρόν ποίμνιον», τήν αὐτόνομον καί αὐτοδιοίκητον ὕπαρξιν καί ζωήν, καί ἐνετείλατο εἰς τόν τότε προκαθήμενον αὐτῆς Mητροπολίτην Ἀλέξανδρον τήν διαρκῆ πορείαν τοῦ «μαθητεύειν» πάντας τούς ὀρθοδόξους πιστούς, διδάσκων «τηρεῖν» πάντα ὅσα ἐνετείλατο ὁ Κύριος (πρβλ. Ματθ. κη΄ 20). Καί ἐκεῖνος «πιστός ἄχρι θανάτου» εἰς τήν κλῆσιν «ἐξῆλθεν ἀπό τοῦ φρέατος τοῦ ὅρκου καί ἐπορεύθη εἰς Χαράν» μέχρις ὅτου «ἀπήντησε τόπῳ καί ἐκοιμήθη ἐκεῖ» (Γεν. κη΄, 10), καταστάς μάρτυς τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ. 
Ἔκτοτε ἡ τοπική Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία, ἔχουσα ὡς ἀρχήν τό τοῦ Παροιμιαστοῦ «ἀρχή σοφίας φόβος Κυρίου» (Παροιμ. θ΄, 15), ἐστρατεύθη τήν καλήν στρατείαν, ηὐξήθη, ἐκαρποφόρησε «καρπόν ἑκατονταπλασίονα», ἐπορεύθη ἐν σοφίᾳ καί φόβῳ Θεοῦ, ἐδοκίμασε τήν χ α ρ ά ν τήν ἀνεκλάλητον τῆς ἀνθηφορίας καί εὐημερίας, μέχρις ὅτου ἐπεβλήθη εἰς αὐτήν τό ἔτος 1940 ὁ «καιρός τῆς στειρώσεως», ὁ πειρασμός καί ἡ ἀγωνία τοῦ Σταυροῦ, ἡ ἐπιθανάτιος ἀγωνία τοῦ λαοῦ της καί τά δάκρυα καί ὁ στεναγμός. Καί ἐταπεινώθη καί κατεδιώχθη ὡς ὁ Κύριός της καί Κύριος ἡμῶν καί ἔφυγεν ὁ λαός αὐτῆς εἰς ἄλλην Αἴγυπτον, τήν γειτονικήν Σουηδίαν, καί ἐχλευάσθη καί οὐκ εἶχε ποῦ τήν κεφαλήν κλῖναι καί ἐπροστατεύθη ἐν ἐξορίᾳ ὑπό τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου, τῆς Μητρός της Ἐκκλησίας, εἰς τήν ὁποίαν εὗρε καταφυγήν εἰς τούς δυσκόλους ἐκείνους καιρούς. 
Κατά τήν ἀψευδῆ ὅμως ρῆσιν τοῦ Κυρίου «οὐδέν συγκεκαλυμμένον ἐστί ὅ οὐκ ἀποκαλυφθήσεται, καί κρυπτόν ὅ οὐ γνωσθήσεται» (Λουκ. ιβ΄, 2). Ὁ σπόρος ὁ ὁποῖος θάπτεται εἰς τήν γῆν, ἀναζητεῖ ἔξοδον διά νά ἔλθῃ εἰς τήν ἐπιφάνειαν, εἰς τό φῶς. 
Τοιουτοτρόπως καί ἡ αὐτόνομος Ἐκκλησία τῆς Ἐσθονίας ἐνομίσθη ὅτι «ἐτάφη» διά τῆς ἀναγκαστικῆς ἀποχωρήσεως τοῦ κανονικοῦ αὐτῆς ποιμένος ἀειμνήστου Μητροπολίτου Ἀλεξάνδρου καί τῆς ἐγκαταστάσεως αὐτοῦ εἰς τήν γῆν τῆς ἐξορίας, ὅπως, κατ᾿ ἀναλογίαν, ὁ Ἀδάμ καί ἡ Εὔα ἐξορισθέντες διά τήν ἁμαρτίαν αὐτῶν ἐκ τοῦ παραδείσου τῆς τρυφῆς εἰς τόν πόνον τῆς προσκαίρου ζωῆς. Ἤρκεσεν ὅμως ἡ π ρ ο σ ε υ χ ή καί ἡ δ έ η σ ι ς καί ὁ σ τ ε ν α γ μ ό ς καί τό ὄ ν ε ι δ ο ς ἀκόμη τῆς στειρώσεως καί ἀτεκνώσεως τοῦ Ἰωακείμ καί τῆς Ἄννης (πρβλ. οἶκον ἑορτῆς) διά νά γεννηθῇ ἡ χ α ρ ά, ὁ «ζωηφόρος βλαστός», ἡ Θεοτόκος, «ἡ ἀπαρχή τῆς ἡμῶν σωτηρίας», «διά νά ἐλευθερωθοῦν –καί νά ἐλευθερωθῶμεν ἅπαξ διά παντός οἱ πάντες- ἐκ τῆς φθορᾶς τοῦ θανάτου». 
Μέχρι τῆς ἀπελευθερώσεως τῆς Ἐσθονίας καί τῆς ἀποκτήσεως τῆς ἀνεξαρτησίας γενεαί ὁλόκληροι ἐμαρτύρησαν ἐν προσευχῇ καί δεήσεσιν «οὐ τήν ἐξ ἀνθρώπων ἀναμένοντες βοήθειαν, ἀλλά περιμένοντες μόνον τό ἔλεος» τοῦ Θεοῦ (πρβλ. εὐχήν κεφαλοκλισίας), ἐστερήθησαν τῶν πάντων καί αὐτοῦ τούτου τοῦ ἀγαθοῦ τῆς ἐλευθερίας, τῆς εἰρήνης, τῆς δημοκρατίας, τῆς δυνατότητος ἀσκήσεως τῶν θρησκευτικῶν των καθηκόντων. Μεταξύ αὐτῶν καί οἱ πολλοί Ὀρθόδοξοι πιστοί. Καί προσεκαρτέρουν οἱ πιστοί ὀρθόδοξοι ἐν «φόβῳ καί σκιᾷ θανάτου» ἄλλοι «εἰς προσευχήν ἐν τῷ ὄρει» ὡς ὁ ἅγιος Ἰωακείμ, ἄλλοι «ἐν παραδείσῳ ὄνειδος» ἔφερον, ὡς ἡ Ἁγία Ἄννα. 
Καί ἦλθε κατά τό ἔτος 1996 ἡ ε ὐ λ ο γ ί α τῆς ἀνασυστάσεως τοῦ αὐτονόμου τῆς Ἐκκλησίας μας αὐτῆς τῆς Ἐσθονίας, διά Πατριαρχικοῦ καί Συνοδικοῦ Τόμου τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου, καί ἐξελέγη ὁ πρῶτος τῆς Ἐκκλησίας ταύτης, ἡ ὑμετέρα Ἱερότης ἀδελφέ Μητροπολῖτα κύριε Στέφανε, καί ἀνέθωρε καί πάλιν ἡ ἐλπίς καί σύν τῷ χρόνῳ ἀνέτειλε καί ἐπεκράτησεν ἡ χ α ρ ά διά τῆς τροφοῦ τῆς ἡμετέρας ζωῆς, τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου, τήν ὁποίαν ὕμνησαν, ὑμνοῦν καί θά ὑμνοῦν αἱ γενεαί τῶν Ὀρθοδόξων. 
Ἡ ἡμετέρα Μετριότης καί ἡ Μήτηρ Ἐκκλησία τῆς Κωνσταντινουπόλεως ἀποδίδομεν τήν ἀναγέννησιν τῆς Ὀρθοδοξίας εἰς τήν Χώραν ταύτην «εἰς τήν καθαρότητα τῶν εὐχῶν» τῶν πιστῶν τέκνων της καί «εἰς τήν πρός Θεόν παρρησίαν» τῶν ἁγίων ποιμένων καί μαρτύρων της κατά τά διαρρεύσαντα 90 ἔτη. 
Αὐτήν τήν χαράν τῆς προόδου καί τῆς ἀκμῆς τῆς τοπικῆς Ἐκκλησίας ἑορτάζομεν σήμερον ἡμεῖς οἱ ἀπό τῆς Κωνσταντινουπόλεως ἐλθόντες μαζί σας, ἀδελφοί Ὀρθόδοξοι Ἐσθονοί. Καί χαίρομεν μαζί σας. Καί καυχώμεθα καί ὑπερηφανευόμεθα διά σᾶς. Καί μαζί σας ὁμολογοῦμεν μίαν ἀλήθειαν, ὅτι κάθε ψυχή ἡ ὁποία παραβαίνει τόν νόμον τοῦ Θεοῦ, ἀργά ἤ γρήγορα, καταθέτει στοιχεῖα εἰς βάρος της. Δυνατόν νά ἀρνῆται τήν θείαν δίκην. Αἱ ἀγωνίαι ὅμως καί οἱ φόβοι της φανερώνουν ὅτι ὑπάρχει ἤδη ὁ κριτής, ἡ σ υ ν ε ί δ η σ ι ς, ἡ ὁποία δικάζει καί καταδικάζει, ἀκόμη καί ὅταν οἱ ἄνθρωποι ἐπιδοκιμάζουν, καθότι τό «κακόν βασιλεύει μέν, ἀλλ᾿ οὐκ αἰωνίζει», ἐνῷ τό ἀγαθόν καί τόν χρηστόν μένει μονίμως ἁγνόν καί κεχαριτωμένον καί θεῖον, ὅπως ἡ Θεοτόκος Μαρία, ἡ ἑστιάτωρ τῆς ἡμετέρας καί ὑμετέρας σημερινῆς, τέκνα ἀγαπητά, χαρᾶς καί εὐφροσύνης τῆς ἱστορικῆς ἐπετείου τῆς ἐνενηκονταετίας τῆς ζωῆς τῆς Ὀρθοδόξου αὐτονόμου Ἐκκλησίας σας. 
Πατέρες καί ἀδελφοί, 
Εὐλογοῦντες τόν εὐλογήσαντα ἡμᾶς Κύριον διά τήν τέλεσιν τῆς ἀναιμάκτου Θυσίας εἰς τόν περίλαμπρον καί ἱστορικόν τοῦτον Ναόν, ἐτελέσαμεν τήν εἰς πρεσβύτερον χειροτονίαν τοῦ εὐλαβεστάτου π. Χριστοφόρου, εἰς τόν ὁποῖον εὐχόμεθα πλουσίαν τήν εὐλογίαν τοῦ Κυρίου εἴς τε τήν ἱερατικήν καί εἰς τήν προσωπικήν του ζωήν. Φανερώσαντες δέ τοιουτοτρόπως τήν ἐνυπάρχουσαν πνευματικήν κοινωνίαν μεταξύ ἡμῶν ὡς μελῶν τοῦ μυστικοῦ Σώματος τοῦ Χριστοῦ, τῆς Ὀρθοδόξου δηλαδή Ἐκκλησίας, χαίρομεν μεγάλως, διαπιστοῦντες, ὅτι ἡ πρό 90 ἐτῶν ὑπό τῆς καθ᾿ ἡμᾶς Ἁγιωτάτης Μητρός Μεγάλης τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίας χορηγηθεῖσα Αὐτονομία πρός τήν ἐνταῦθα τοπικήν καί τοσοῦτον ταλαιπωρηθεῖσαν ὑπό τῶν ἱστορικῶν δυστροπιῶν Ἐκκλησίαν τῆς Ἐσθονίας, οὐκ εἰς κενόν ἔπεσεν, ἀλλ᾿ ὁσημέραι, καί τῇ σοφῇ καί στοργικῇ ποιμαντικῇ ἐπιστασίᾳ τῆς τε ὑμετέρας φίλης Ἱερότητος, ἅγιε Ταλλίνης καί πάσης Ἐσθονίας κύριε Στέφανε, καί τῶν σύν ὑμῖν Θεοφιλεστάτων ἀρχιερέων καί ἀδελφῶν, καθίσταται ἀφορμή καί βάσις διά συνεχεῖς πνευματικάς ἐπιτεύξεις τῇ Χάριτι τοῦ Παναγίου Πνεύματος, τοῦ ὅλον συγκροτοῦντος τόν θεσμόν τῆς Ἐκκλησίας.

Ἀλλά συγχρόνως ἀποδεικνύει τήν πνευματικήν εὐαισθησίαν τοῦ καθ’ ἡμᾶς μαρτυρικοῦ καί ἀεί ἐσταυρωμένου Οἰκουμενικοῦ Θρόνου ὡς πρός τό θέμα τῆς αὐτονόμου διοικήσεως τῶν ἀδελφῶν Ὀρθοδόξων τοπικῶν Ἐκκλησιῶν ἐν πνεύματι μέν εὐαγγελικῆς ἐλευθερίας, ἐν τῇ ὁποίᾳ Χριστός ἡμᾶς ἠλευθέρωσεν, ἀλλά καί σεβασμοῦ πρός τά μέλη τά συγκροτοῦντα τάς τοπικάς Ἐκκλησίας, ὑπό τό ἀνύστακτον ἐνδιαφέρον τῆς τηρήσεως τῆς ἑνότητος ἐν τῇ Ὀρθοδόξῳ πίστει καί τῷ ἐκ ταύτης ἀπορρέοντι Δόγματι, ὥστε μακράν πάσης ἐπηρείας ἐθνοφυλετισμοῦ καί μικροπρεπῶν ἀνταγωνισμῶν, ὡς φρόνιμοι οἰκονόμοι τῆς ποικίλης Χάριτος Θεοῦ ἐργαζόμενοι ἕκαστος φθάσωμεν, διά πρεσβειῶν τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου καί πάντων τῶν Ἁγίων, εἰς μέτρον ἡλικίας τοῦ πληρώματος τοῦ Χριστοῦ, καί γενώμεθα κληρονόμοι τῆς ποθητῆς Βασιλείας τῶν οὐρανῶν, προσκυνοῦντες Πατέρα, Υἱόν καί Ἅγιον Πνεῦμα, Θεόν, Ὧι ἡ δόξα, ἡ τιμή καί ἡ προσκύνησις εἰς τούς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν.

Ο ΠΑΤΡΙΑΡΧΗΣ ΠΡΟΣ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΡΧΕΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥΣ ΕΣΘΟΝΟΥΣ (ΦΩΤΟ)


φωτογραφίες: Gennadi Baranov
Ὁμιλία 
τῆς Α.Θ.Παναγιότητος, 
τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου 
κ.κ. Βαρθολομαίου, 
μετά τό πέρας τοῦ Μ. Ἑσπερινοῦ 
εἰς τόν Καθεδρικόν Ναόν τοῦ Ἁγίου Συμεών 
(7 Σεπτεμβρίου 2013) 
Ἱερώτατε Μητροπολῖτα Ταλλίν καί πάσης Ἐσθονίας κύριε Στέφανε, 
Ἱερώτατοι καί Θεοφιλέστατοι ἅγιοι ἀδελφοί, 
Τέκνα ἐν Κυρίῳ ἀγαπητά, 
Ἐκφράζομεν τήν ἰδιαιτέραν χαράν καί συγκίνησιν τῆς ἡμετέρας Μετριότητος ὑπό τήν ἰδιότητα τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου καί πνευματικοῦ πατρός τῶν Ὀρθοδόξων χριστιανῶν, διότι ὁ Κύριος μᾶς δίδει σήμερον τήν εὐλογίαν καί συγκίνησιν τῆς προσωπικῆς ταύτης ἐπικοινωνίας μαζί σας, μέ τάς ἐκλεκτάς οἰκογενείας σας, αἱ ὁποῖαι ἀποτελοῦν τό παρόν καί τό μέλλον τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας μας εἰς τήν Ἐσθονίαν. 
Εὑρισκόμενοι διά τρίτην φοράν εἰς τήν ὡραίαν χώραν σας, τήν Ἐσθονίαν, διαπιστοῦμεν τήν καταβαλλομένην προσπάθειαν διά νά ἔχητε χάριν καί ἔλεος καί νά βιώνητε πάντοτε τήν χαράν τοῦ Χριστοῦ κατά τήν σύγχρονον ἐποχήν, ἰδιαιτέρως μετά τήν πτῶσιν τοῦ ἀθεϊστικοῦ καθεστῶτος, τό ὁποῖον προσεπάθησε νά ἀμβλύνῃ τόν θεσμόν τῆς οἰκογενείας, τάς ἀρχάς καί τάς ἀξίας της καί τήν δυναμικήν της εἰς τήν ζωήν τῶν ἀνθρώπων καί τῶν κοινωνιῶν, καί μάλιστα τῶν χριστιανικῶν.
Κατανοοῦμεν ἐκ βιωματικῶν ἐμπειριῶν, ὅτι ἡ ἀνθρωπίνη π ρ ο σ π ά θ ε ι α εἰς κάθε τομέα δέν εἶναι εὔκολος καί δέν ἀρκεῖ μόνη διά νά ἀποδώσῃ καρπούς. Ἰδιαιτέρως μάλιστα εἰς τήν σύγχρονον ἐποχήν τῆς ἐπικρατήσεως μιᾶς ὑλιστικῆς ἀντιμετωπίσεως τῆς ζωῆς καί τῆς προσπαθείας ἑρμηνείας «πάντων τῶν γεγονότων» διά τῆς ἀνθρωπίνης λογικῆς. 
Ἡ Ἐκκλησία, ἀγαπητοί μας γονεῖς καί παιδιά, καί κατ’ ἐπέκτασιν ἡ οἰκογένεια, ἡ ὁποία συνιστᾶται νομίμως καί κατά τό πρόσταγμα τοῦ Θεοῦ ἐξ ἀνδρός καί γυναικός, καί τά ἀποκτώμενα τέκνα, δέν εἶναι ἵδρυμα ἤ σωματεῖον ἤ ἁπλοῦς ὀργανισμός, ἀλλά ἕ ν σ ῶ μ α, ὅπως θαυμασίως διαζωγραφίζεται ὑπό τοῦ Ἀποστόλου Παύλου. Καί εἶναι ὁ παραλληλισμός αὐτός εὔστοχος καί ἀληθινός. Ἐ κ κ λ η σ ί α καί γ ά μ ο ς. Νυμφίος καί Νύμφη. Σῶμα καί μέλη ἐκ μέρους. 
Ἡ κοινωνία αὐτή, ἐν μυστηρίοις σημαινομένη καί ἐν ὑπακοῇ πίστεως, τόσον εἰς τήν Ἐκκλησίαν ὅσον καί εἰς τήν οἰκογένειαν, ἱερουργουμένη καί μυσταγωγουμένη διά τοῦ μυστηρίου τοῦ γάμου, ὁ ὁποῖος, κατά τούς Πατέρας, εἶναι τό μυστήριον τῆς συνδημιουργίας, καί ὁ ἐν ἀγάπῃ ὀντολογικός σύνδεσμος μέ τήν κεφαλήν τοῦ σώματος, ἐξασφαλίζει ὑγείαν καί ζωήν, δηλαδή σ ω τ η ρ ί α ν καί ἁ γ ι α σ μ ό ν. 
Ὅπως εἰς τήν Ὀρθόδοξον Ἐκκλησίαν μας, οὐδέν μέλος συγχωρεῖται νά συμπεριφέρηται ἰδιομόρφως καί αὐτογνωμόνως καί νά λυμαίνηται τήν εὔρυθμον λειτουργίαν καί εἰλικρινῆ κοινωνίαν ἀγάπης καί ἑνότητος πίστεως τῶν ὑπολοίπων μελῶν, ἤ νά περιφρονῇ καί νά ἀγνοῇ αὐτά, διότι τότε δημιουργοῦνται καρκινώματα ἀταξίας, ταραχῆς, διχοστασίας, σχίσματος, αἱρέσεων, τοιουτοτρόπως καί εἰς τήν ἐν μικρογραφίᾳ ἐ κ κ λ η σ ί α ν, τήν οἰκογένειαν, ἀπαιτεῖται σύμπνοια, ἀγάπη, ἑνότης, διά νά οἰκοδομηθῇ τό ο ἰ κ ο δ ό μ η μ α, εἰς τό ὁποῖον ὁ πατήρ καί ἡ μήτηρ καί τά τέκνα ἔχουν θέσιν ἀλληλοπεριχωρήσεως χαρισμάτων, εὐθυνῶν καί δικαιωμάτων, εἶναι «μέλη ἐκ μέρους». 
Ὁ Θεός εὐλογεῖ κάθε προσπάθειαν ἐκπληρώσεως τοῦ θελήματος Αὐτοῦ, κάθε ἀγῶνα ζωῆς, κατά τά ἐμπιστευθέντα εἰς τόν καθένα καί εἰς τήν καθεμίαν τάλαντα. Ἀρκεῖ νά συνειδητοποιήσωμεν ἐγκαίρως τό δοθέν τάλαντον καί τό χάρισμα καί ἑπομένως τάς ὑποχρεώσεις καί τόν προσωπικόν ἑκάστου ρόλον, τόν ὁποῖον ὁ Θεός ἀναμένει νά διαδραματίσωμεν εἰς τό ἐκκλησιαστικόν καί εἰς τό οἰκογενειακόν σῶμα ὡς Ὀρθόδοξοι χριστιανοί, ἐνεργοῦντες τά τῆς θεανθρωπίνης φύσεως, «ἀθλοῦντες νομίμως ἵνα τῷ στρατολογήσαντι ἀρέσωμεν», δηλαδή ἐντός τῶν πλαισίων τῶν ὑπό Θεοῦ ταχθέντων ὅρων καί ὁρίων, ὅτι «ἄρσεν καί θῆλυ ἔπλασε» τόν ἄνθρωπον ὁ Θεός, ὥστε νά μή ὁμοιάσωμεν πρός αὐτούς οἱ ὁποῖοι «τά σώματα αὐτῶν ἐν αὐτοῖς, οἵτινες μετήλλαξαν τήν ἀλήθειαν τοῦ Θεοῦ ἐν τῷ ψεύδει, καί ἐσεβάσθησαν καί ἐλάτρευσαν τῇ κτίσει παρά τόν κτίσαντα, ὅς ἐστιν εὐλογητός εἰς τούς αἰῶνας» (Ρωμ. 1, 24-26). 
Εἰς τόν Κύριον ἡμῶν Ἰησοῦν Χριστόν, τόν εὐλογήσαντα τήν οἰκογένειαν διά τοῦ μυστηρίου τοῦ ἐν Κανᾷ τῆς Γαλιλαίας γάμου ἐκείνου καί μεταβαλόντα τό ὕδωρ εἰς οἶνον, δηλαδή εἰς χαράν καί εὐωχίαν, καί εἰς τό Σῶμα Αὐτοῦ, τήν Ὀρθόδοξον Ἐκκλησίαν, εἶναι ἄγνωστοι καί κατακριτέαι συζυγίαι μετ’ἀτόμων τοῦ ἰδίου φύλου, καταδικάζονται δέ αἱ σύγχρονοι ἐφευρέσεις τῶν λεγομένων «συμφώνων συμβιώσεως», τά ὁποῖα εἶναι ἀπόρροια ἁμαρτίας καί οὐχί κατά νόμον χαρᾶς, ἐνεργειῶν κατά τάς ὁποίας αἱ θήλειαι «μετήλλαξαν τήν φυσικήν χρῆσιν εἰς τήν παρά φύσιν, ὁμοίως δέ καί οἱ ἄρσενες ἀφέντες τήν φυσικήν χρῆσιν τῆς θηλείας ἐξεκαύθησαν ἐν τῇ ὀρέξει αὐτῶν εἰς ἀλλήλους, ἄρσενες ἐν ἄρσεσι τήν ἀσχημοσύνην κατεργαζόμενοι καί τήν ἀντιμισθίαν ἥν ἔδει τῆς πλάνης αὐτῶν ἐν ἑαυτοῖς ἀπολαμβάνοντες» (Ρωμ. 1, 26-28). Μή οὕτω δέ γενέσθω ἐν ὑμῖν, τοῖς Ὀρθοδόξοις ἐσθονοῖς, ἀδελφοί καί τέκνα. 
Ἡ καθημερινότης ἐντός τοῦ κόσμου περιλαμβάνει ἀναμφιβόλως τήν ἐργασίαν καί τήν συνεχῆ μέριμναν διά τά οἰκονομικά καί τά μικρά πράγματα, τήν φροντίδα διά τήν οἰκογένειαν καί ἰδίως διά τά παιδιά καί τό ἄγχος νά γίνουν πολλά ἐντός ὀλίγου χρόνου. Ἡ ἐπίγειος ζωή χαρακτηρίζεται ἀπό ἀνησυχίαν καί ἀβεβαιότητα διά τό μέλλον, ἀπό προβλήματα εἰς τόν ἐργασιακόν χῶρον, οἰκονομικά, οἰκογενειακά, τά ὁποῖα περισφίγγουν τάς καρδίας καί δημιουργοῦν περιβάλλον πνιγηρόν καί ἀσφυκτικόν, μέ ἀποτέλεσμα νά ἀναζητῶνται «διαφυγαί», «ἀποδράσεις» εἰς ἄλλα πράγματα ἤ τόπους, καί ὄχι εἰς τόν Χριστόν, τόν κύριον τοῦ σώματός μας. 
Ἡ καθημερινότης τῶν πιστῶν ὅμως ὀφείλει νά ἔχῃ μίαν ἄλλην ὀπτικήν θεώρησιν, ἑτέραν ἀντιμετώπισιν ἐκείνης τοῦ ὑπολοίπου κόσμου. Ἀντιμετώπισιν, ἡ ὁποία προσδίδει νόημα καί μεταμορφώνει τήν ζωήν εἰς μαρτυρίαν τῆς παρουσίας τοῦ Χριστοῦ. 
Εἶναι καλόν ἡ προσευχή νά γίνῃ ἡ ἀρχή καί τό τέλος τῆς ἡμέρας, ἀλλά καί ἡ εὔκαιρος καταφυγή ἐντός τῆς χρονικῆς περιόδου τῆς ἡμέρας. Ἡ πίεσις βεβαίως τοῦ χρόνου καί αἱ ἀναπόφευκτοι ἐντάσεις καί αἱ ἀνθρώπιναι μέριμναι ἐμποδίζουν τήν προσευχήν καί τήν συνομιλίαν μετά τοῦ Θεοῦ. 
Ὁ προφήτης Δαυΐδ, μολονότι εἶχε τά σκῆπτρα καί τήν εὐθύνην ἑνός ὁλοκλήρου λαοῦ, «ἑπτάκις τῆς ἡμέρας» ἐδοξολόγει τόν Κύριον, ὁ Ὁποῖος μᾶς προτρέπει νά γρηγορῶμεν καί νά προσευχώμεθα διά νά μή εἰσέλθωμεν εἰς πειρασμόν καί διασπασθῇ ἡ ἑνότης τοῦ Σώματός Του, τοῦ ὁποίου τό σημαντικώτερον κύτταρον εἶναι ἡ οἰκογένεια, ἡ ὁποία ἐν τῇ μικρογραφίᾳ της διατηρεῖ τήν «μνήμην τοῦ Θεοῦ», εἰς τόν ὁποῖον ἀνήκει καί προσφέρεται ἡ ἀπαρχή καί ἡ κατακλείς τῆς ἡμέρας. Ἄν θέλωμεν χρόνον θά τόν εὕρωμεν. Ἀρκεῖ νά μή «εἰσερχώμεθα εἰς πειρασμόν» καί νά μᾶς ἐλευθερώνῃ ὁ Κύριος «ἐκ τοῦ πονηροῦ», τοῦ πολλάκις ἐνεργοῦντος διά τῶν συνανθρώπων μας ἐναντίον μας.
Βεβαίως προβλήματα πάντοτε ὑπάρχουν ἐφ᾿ ὅσον διαβιοῦμεν ἐντός τῆς εὐρυτέρας ἀνθρωπίνης κοινωνίας. Δέν πρέπει νά λησμονῆται ὅμως ὅτι τά οἱαδήποτε προβλήματα μιᾶς οἰκογενείας, τοῦ ἀνδρός καί τῆς γυναικός καί τῶν παιδίων, οὐδέποτε ἐπιτρέπεται νά κλονίζουν τόν ἱερόν δεσμόν, τόν ὁποῖον ηὐλόγησεν ὁ Θεός διά τοῦ μυστηρίου τοῦ γάμου, τοῦ μυστηρίου τῆς συνδημιουργίας καί τῆς διαιωνίσεως τοῦ ἀνθρωπίνου γένους. Ἄν ἀναλογισθῶμεν ὅτι ὁ Δημιουργός Θεός μᾶς καθιστᾷ, τούς ἐρχομένους εἰς γάμου κοινωνίαν καί νομίμως ἀθλοῦντας καί στεφανουμένους (πρβλ. Ἐπιστολήν πρός Ἐφεσίους), συνδημιουργούς Του, κατανοοῦμεν τήν σημασίαν καί τήν ἀξίαν τοῦ θεσμοῦ τῆς οἰκογενείας καί τήν ἱερότητά της. 
Ἐντός τοῦ στίβου τούτου τῆς δημιουργίας καί τῆς συνδημιουργίας ὀφείλει νά ζῇ καί νά κινῆται κάθε Ὀρθόδοξος οἰκογένεια, κάθε γάμος καί ὁ σύζυγος καί ἡ συμβία καί τά τέκνα νά βαστάζουν ἀλλήλων τά βάρη, ἀναπληροῦντες τοιουτοτρόπως τόν νόμον τοῦ Χριστοῦ διά τῆς ὑπομονῆς, τοῦ ἁγιασμοῦ καί τῆς ἀρετῆς, ἡ ὁποία μετά βεβαιότητος καταλήγει εἰς τήν ἐπίγειον εὐφροσύνην καί ἐν συνεχείᾳ εἰς τήν αἰωνίαν χαράν καί σωτηρίαν. 
Ἡ φύσις τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας μας εἶναι ἀγωνιστική. Παρομοίως καί ἡ φύσις τῆς οἰκογενείας εἶναι ἕνας συνεχής ἀγών, ὁ ὁποῖος πραγματοποιεῖται ἐντός τῆς καρδίας τοῦ ἀνθρώπου. Ὁ ἄνθρωπος καλεῖται συνεχῶς νά ἐπιλέξῃ τό καλόν ἤ τό κακόν. Ὅ,τι ἀγαθόν σημαίνει στροφήν τοῦ ἀνθρώπου πρός τόν οὐρανόν. Ὅ,τι κακόν ἀποτελεῖ συνήθως βιαίαν ὁρμήν τῆς σαρκός καί τοῦ φρονήματος αὐτῆς πρός τήν ἄβυσσον καί τήν κόλασιν τῆς ὕλης. 
Ζῶντες ἐν ἐκκλησίᾳ καί ἐν οἰκογενείᾳ οἱ ὀρθόδοξοι χριστιανοί, κατά τό πρότυπον τῶν προσώπων τῆς Ἁγίας Τριάδος, ἔχομεν ὡς ὅπλα κατά τῶν ἐπιβουλῶν τοῦ «κακοῦ» τήν ἄσκησιν: δηλαδή τήν ἐγκράτειαν, τήν προσευχήν καί τήν νῆψιν, τήν ἐγρήγορσιν. Δέν ὑπάρχει δυνατότης εἰς τόν ἄνθρωπον καθάρσεως ἐκ τῶν παθῶν καί ἀνυψώσεως πρός τό ὕψιστον ἀγαθόν, τόν Θεόν, χωρίς τά ἐφόδια αὐτά. Ἡ Ἐκκλησία μας εἶναι Ἐκκλησία μαρτύρων καί ἡρώων. Ὁ Χριστός πρῶτος μᾶς ἐδίδαξε τό πολύμοχθον καί ἀνηφορικόν τῆς ζωῆς μας ἐν Αὐτῷ. Ἄς ἀγωνισθῶμεν ὅμως μέ ὅλας τάς δυνάμεις μας διά νά συγκαταλεχθῶμεν μεταξύ αὐτῶν τῶν ἐκλεκτῶν Του. «Ὥρα ἡμᾶς ἤδη ἐξ ὕπνου ἐγερθῆναι· νῦν γὰρ ἐγγύτερον ἡμῶν ἡ σωτηρία ἢ ὅτε ἐπιστεύσαμεν ... Ἐνδυσώμεθα τὰ ὅπλα τοῦ φωτός.» (Ρωμ. 13, 11-12). 
Ἀδελφοί πατέρες καί ἀδελφαί σύζυγοι καί εὐλογημένα ἔκγονα αὐτῶν, φωτόμορφα τέκνα τῶν Ὀρθοδόξων οἰκογενειῶν τῆς Ἐσθονίας, 
Σᾶς ἀγαπῶμεν. Σᾶς καμαρώνομεν. Σᾶς εὐλογοῦμεν. Αὐτό ἤλθομεν ἐκ τῆς μακρυνῆς Κωνσταντινουπόλεως τῆς Ἀνατολῆς εἰς τήν χώραν σας τοῦ Βορρᾶ, τήν ὡραίαν καί ἀειθαλῆ Ἐσθονίαν, νά σᾶς εἴπωμεν. Καί νά σᾶς παρακαλέσωμεν, ὡς Ὀρθοδόξους οἰκογενείας: Εἰς τάς πρός ἀλλήλους σχέσεις σας ἐντός τῆς οἰκογενείας σας ἕκαστος καί ἑκάστη καί εἰς τάς πρός τά λοιπά μέλη τῆς Ἐκκλησίας, ὁ Κύριος καί ἡ Ἐκκλησία μας, ὁ Πατριάρχης σας, ἀναμένομεν νά περιπατῆτε ἐν κοινωνίᾳ ἀγάπης καί ἐν ἀλληλοσεβασμῷ, μέ πλήρη συναίσθησιν ἀλληλεγγύης, εἰς τρόπον ὥστε ἡ χαρά τοῦ ἑνός νά εἶναι καί ἰδική σας, ἡ ἀγωνία, ἡ θλῖψις, ἡ ἀνάγκη, ὁ πόνος τῶν ἄλλων νά εἶναι καί ἰδικά σας. Ὄχι τυπικῶς καί κατά συγκατάβασιν, ἀλλ᾿ ἐν ἀγάπῃ ἀληθινῇ καί ἀνυποκρίτῳ.
Ἀδελφοί καί ἀδελφαί καί τέκνα, 
Ὁ Κύριός μας εἰς τόν Μυστικόν Δεῖπνον, ἀπευθυνόμενος πρός τόν ἄναρχον Πατέρα τῆς μεγάλης κοινωνίας τῆς ἀνθρωπότητος, τόν Θεόν, ἐβεβαίωσε καί προσηυχήθη: «Ἐγώ δέδωκα αὐτοῖς τόν λόγον σου, καί ὁ κόσμος ἐμίσησεν αὐτούς, ὅτι οὐκ εἰσίν ἐκ τοῦ κόσμου, καθώς ἐγώ οὐκ εἰμί ἐκ τοῦ κόσμου. Οὐκ ἐρωτῶ ἵνα ἄρῃς αὐτούς ἐκ τοῦ κόσμου, ἀλλ᾿ ἵνα τηρήσῃς αὐτούς ἐκ τοῦ πονηροῦ» (Ἰωάν. 17,14-15). 
Ἡ Ὀρθόδοξος χριστιανική ἰδιότης μας ὡς μελῶν τῆς μικρᾶς φυσικῆς μας οἰκογενείας καί ὡς μελῶν συγχρόνως τῆς Μιᾶς Οἰκογενείας τοῦ αἰωνίου Θεοῦ, μᾶς ἐπιβάλλει νά εἴμεθα νομοταγεῖς εἰς ὁ,τιδήποτε δέν ἔρχεται εἰς σύγκρουσιν πρός τό Θέλημα τοῦ Θεοῦ. Ἑπομένως, ἡ στάσις σας ἀπέναντι εἰς τάς ὑποθέσεις τοῦ βίου, δέν εἶναι ἡ ἀποχή ἐκ τῶν τοῦ κόσμου, ἀλλά ἡ ἀποφυγή ἐκ τοῦ πονηροῦ, διότι «...ὁ καιρός συνεσταλμένος τό λοιπόν ἐστιν, ἵνα καί οἱ ἔχοντες γυναῖκας ὡς μή ἔχοντες ὦσι, καί οἱ κλαίοντες ὡς μή κλαίοντες, καί οἱ χαίροντες ὡς μή χαίροντες, καί οἱ ἀγοράζοντες ὡς μή κατέχοντες, καί οἱ χρώμενοι τῷ κόσμῳ τούτῳ ὡς μή καταχρώμενοι∙ παράγει γάρ τό σχῆμα τοῦ κόσμου τούτου» (Α΄Κορ. 7,29-31). 
Δέν πρέπει νά λησμονῆτε τά μέλη τῆς Ὀρθοδόξου οἰκογενείας, ὅτι ὁ Χριστός εἶναι «ὁ ἀμνός τοῦ Θεοῦ ὁ αἴρων τήν ἁμαρτίαν τοῦ κόσμου», κατά τήν μαρτυρίαν τοῦ ἀποκεφαλισθέντος ὑπό τοῦ ἀνόμου Ἡρώδου δικαίου Ἰωάννου τοῦ Βαπτιστοῦ (Ἰωάν. 1,29-30), καί παρεδόθη «ὑπέρ τῆς τοῦ κόσμου ζωῆς» (Ἰωάν. 6,52) ἵνα «ζωήν ἔχωμεν καί περισσόν ἔχωμεν» (πρβλ. Ἰωάν. 10,10-11). Οἱ θεῖοι οὗτοι λόγοι δημιουργοῦν ἀναλόγους ὑποχρεώσεις καί εἰς ὑμᾶς τούς γονεῖς καί εἰς τά παιδία, διότι ἔχετε κληθῆ νά εἶσθε τό «φῶς τοῦ κόσμου». Σταθῆτε, λοιπόν, μέ ὑψηλόν αἴσθημα εὐθύνης καί ὀρθόδοξον φρόνημα ἔναντι τοῦ κόσμου. Μή ἐκκοσμικεύεσθε καί μή ταυτίζεσθε μέ τόν κόσμον καί τήν ἁμαρτίαν του, μή γίνεσθε καί σεῖς «κόσμος», ἀλλά κάμετε «εὐχαριστιακήν χρῆσιν τοῦ κόσμου». 
Σᾶς εὐχαριστοῦμεν διά τήν προσοχήν σας καί ἐκφράζομεν τόν ἔπαινον καί τήν εὐαρέσκειάν μας πρός πάντας, οἱ ὁποῖοι εἴτε ἐμφανῶς, εἴτε ἐκ τοῦ ἀφανοῦς, καθ᾿οἱονδήποτε τρόπον συμβάλλετε εἰς τήν προαγωγήν τοῦ ἔργου τῆς Ἐκκλησίας μας ἐδῶ ὑπό τήν ἐμπνευσμένην καθοδήγησιν τοῦ Ἱερωτάτου ποιμενάρχου σας Μητροπολίτου Ταλλίνης καί πάσης Ἐσθονίας κυρίου Στεφάνου, τόν ὁποῖον ἀγαπῶμεν, ἐκτιμῶμεν καί συγχαίρομεν διά τό ἔργον τοῦτο καί διότι παρουσιάζει τόσον ἐκλεκτάς καί Ὀρθοδόξους χριστιανικάς οἰκογενείας ὡς τάς ἰδικάς σας. Εἴθε ὁ Κύριος νά σᾶς εὐλογῇ ὅπως ηὐλόγησε τάς χεῖρας τοῦ δεχθέντος εἰς τάς ἀγκάλας αὐτοῦ τήν Θεότητα μακάριον Συμεών τόν Θεοδόχον, τόν προστάτην τῆς ἱστορικῆς αὐτῆς Ἐνορίας, ὥστε μετ᾿ αὐτοῦ καί ἡμεῖς ὁ καυχώμενος διά τήν Ὀρθόδοξον Χριστιανικήν Ἐσθονικήν οἰκογένειαν Πατριάρχης νά ἀναφωνῶμεν ἀπόψε ἀναλογικῶς «νῦν ἀπολύεις τόν δοῦλόν Σου, Δέσποτα, ὅτι εἶδον τό σωτήριόν Σου», τάς εὐλογημένας συζυγίας καί οἰκογενείας σας. 
«Ἡ Χάρις τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ Χριστοῦ μεθ᾿ ὑμῶν. Ἡ ἀγάπη μου μετά πάντων ὑμῶν ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ» (Α΄Κορ. 16, 23-24). Ἀμήν.

Η ΟΜΙΛΙΑ ΤΟΥ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΟΥ ΠΑΤΡΙΑΡΧΟΥ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΗ ΠΡΟΣΕΥΧΗ ΣΤΟΝ ΛΟΥΘΗΡΑΝΙΚΟ ΚΑΘΕΔΡΙΚΟ ΤΟΥ ΤΑΛΛΙΝ (ΦΩΤΟ)


φωτογραφίες: Gennadi Baranov
Ὁμιλία 
τῆς Α.Θ.Παναγιότητος, 
τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου 
κ.κ. Βαρθολομαίου, 
μετά τό πέρας τῆς Οἰκουμενικῆς Προσευχῆς 
εἰς τόν Λουθηρανικόν Καθεδρικόν Ναόν 
(7 Σεπτεμβρίου 2013). 
Ἱερώτατε Μητροπολῖτα Ταλλίν καί πάσης Ἐσθονίας κύριε Στέφανε, 
Σεβασμιώτατε Ἀρχιεπίσκοπε τῶν ἐν τῇ Χώρᾳ ταύτῃ Λουθηρανῶν Χριστιανῶν κύριε Andres Põder, Ἀγαπητοί ἐκπρόσωποι τῶν διαφόρων Ἐκκλησιῶν καί Ὁμολογιῶν ἐν Ἐσθονίᾳ, 
Ἐντιμότατοι ἐκπρόσωποι τῶν Ἀρχῶν, 
Λαέ τοῦ Κυρίου εὐλογημένε, 
Χάρις εἴη ὑμῖν πᾶσι καί εὐλογία ἀπό Θεοῦ καί Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ. 
Ἡ ἐπίσκεψις τῆς ἡμετέρας Μετριότητος ὡς Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου εἰς τήν Ἐσθονίαν, μέ ἀφορμήν τήν συμπλήρωσιν τῶν ἐνενήκοντα ἐτῶν - σταθμοῦ ἀπό τῆς χορηγηθείσης αὐτονομίας εἰς τήν Ὀρθόδοξον Ἐκκλησίαν αὐτῆς, συμπιπτούσης πρός τόν αἰῶνα περίπου ἀνεξαρτήτου ζωῆς τῆς Δημοκρατίας τῆς Ἐσθονίας, μᾶς δίδει τήν χαράν τῆς ἐπικοινωνίας μαζί σας. Τῆς ἐπικοινωνίας, ἀλλά καί τῆς μαρτυρίας τοῦ Χριστοῦ, παρά τό ὅτι μέ τήν παρεμβολήν τοῦ «πονηροῦ» οἱ Χριστιανοί εὑρίσκονται σήμερον διῃρημένοι εἰς πολλάς ἐπί μέρους Ἐκκλησίας καί ὁμάδας, κηρυττούσας ὅμως τόν Κύριον τοῦ ἐλέους, τῶν οἰκτιρμῶν, τῆς δόξης. 
Ἀπό τήν ἱεράν καί ἱστορικήν ἕδραν ἡμῶν τῆς Κωνσταντινουπόλεως κομίζομεν πρός ὅλους σας τόν ἀδελφικόν χαιρετισμόν καί τάς εὐχάς τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου, τῆς Μητρός Ἐκκλησίας πολλῶν Ἐκκλησιῶν, λαῶν καί ἐθνῶν. Ἀσφαλῶς ἅπασαι αἱ ἐν Ἐσθονίᾳ Ἐκκλησίαι γνωρίζουν, τιμοῦν καί ἀγαποῦν τήν Ἐκκλησίαν Κωνσταντινουπόλεως, ἡ ὁποία εἰς χρόνους δυσχερεῖς περιέθαλψε καί τό ἐνταῦθα ὀρθόδοξον ποίμνιον, τό ἀνέδειξε καί τό κατηξίωσεν εἰς τήν συνείδησιν τοῦ ἐνδόξου Ἐσθονικοῦ λαοῦ καί Ἔθνους τοῦ ὁποίου ἀναπόσπαστον τμῆμα ἀποτελεῖ, «μαρτυροῦν τῇ ἀληθείᾳ».
Τό Οἰκουμενικόν Πατριαρχεῖον, κατά τήν διάρκειαν τῆς μακρᾶς καί πολυδιαστάτου ἱστορίας αὐτοῦ, διηκόνησεν ἀποκλειστικῶς καί μόνον τόν Χριστόν καί τόν ἄνθρωπον. Ἀπό τῆς κοινοπολιτείας τοῦ Βυζαντίου καί κατά τήν διαδρομήν τῶν αἰώνων καί μέχρι σήμερον ἐλειτούργησεν ἐν ἁρμονίᾳ μέ σαφῆ διάκρισιν ρόλων καί ἁρμοδιοτήτων Ἐκκλησίας καί Πολιτείας. 
Κατά τήν ἐποχήν τῆς Ὀθωμανικῆς Αὐτοκρατορίας, ἐξ ἄλλου, τό Οἰκουμενικόν Πατριαρχεῖον ἐκάλυψε τό κενόν τῆς ἀπουσίας κρατικῆς ὑποστάσεως, ἐκπροσωπούσης τούς χριστιανικούς λαούς, καί ἐπεφορτίσθη διά τούς χριστιανούς ρόλους καί εὐθύνας. Οἱ Ὀρθόδοξοι Χριστιανοί ἔζων ἡνωμένοι πέριξ ἑνός κ έ ν τ ρ ο υ, αἰσθανόμενοι ὅτι ἀνήκουν εἰς ἕν Γ έ ν ο ς, τό γένος τῶν ὀρθοδόξων χριστιανῶν. 
Τό Οἰκουμενικόν Πατριαρχεῖον, λοιπόν, διετήρησε πάντοτε τήν πολυεθνικότητα. Ἐντός τῶν κόλπων του εὗρον θέσιν, συνέζησαν καί ἐμεγαλούργησαν ἐν συμπορείᾳ ἕλληνες, ρῶσσοι, σέρβοι, οὐκρανοί, ρουμᾶνοι, βούλγαροι, φιλλανδοί, ἐσθονοί. Ἀργότερον, ὁ Οἰκουμε-νικός Θρόνος, σεβόμενος τήν ἰδιαιτερότητα ἑκάστου λαοῦ, ἐμερίμνησε νά ἀναπτυχθῇ ἕκαστος καλλίτερον ἐντός καθεστώτων αὐτοκεφαλίας καί αὐτονομίας, ὑπό ἕν κέντρον, τήν μίαν καί ἑνιαίαν καί ἀδιαίρετον Ὀρθοδοξίαν. 
Εἰς τήν Ὀρθόδοξον Ἐκκλησίαν ἀνήκει πλῆθος πιστῶν διαφόρων ἐθνικοτήτων, εἰς μίαν εἰλικρινῆ ἀδελφωσύνην ἐν Χριστῷ, καί «πολυφωνίαν», τήν γλωσσικήν καί πολιτισμικήν ἐννοοῦμεν, μέ τάς ὁποίας πλουτίζεται ἡ παράδοσις καί ἡ κληρονομία. Ἐντός τοῦ πλαισίου τούτου τῆς γνησίας οἰκουμενικότητος ἐπορεύθη ἐπί ἐνενήκοντα ἔτη καί ἡ Ὀρθόδοξος Αὐτόνομος Ἐκκλησία τῆς Ἐσθονίας, μεριμνήσασα διά τήν διατήρησιν τῆς ἰδιαιτέρας ταυτότητος καί ἰδιοπροσωπίας αὐτῆς, συνεργασθεῖσα ἀπ᾿ ἀρχῆς καί συνεργαζομένη μέχρι σήμερον ἀγαστῶς μετά τῆς πλειονοψηφούσης ἐν τῇ Χώρᾳ Λουθηρανικῆς Ἐκκλησίας καί μετά πασῶν τῶν ἐν αὐτῇ Χριστιανικῶν Ἐκκλησιῶν καί Ὁμολογιῶν, ἀλλά καί μετά παντός ἀνθρώπου καλῆς διαθέσεως καί πίστεως, ὥστε νά οἰκοδομῆται πάντοτε καί νά προωθῆται ἡ ἑ ν ό τ η ς τοῦ Ἐσθονικοῦ Λαοῦ. 
Ἀδελφοί καί τέκνα ἐν τῷ κοινῷ Κυρίῳ Ἰησοῦ Χριστῷ, 
Εἰς τούς Ἱερούς Ναούς τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας οἱ κληρικοί καθ᾿ ὅλας τάς ἀκολουθίας τοῦ νυχθημέρου δεόμεθα «ὑπέρ τῆς εἰρήνης τοῦ σύμπαντος κόσμου, εὐσταθείας τῶν ἁγίων τοῦ Θεοῦ Ἐκκλησιῶν καί τῆς τῶν πάντων ἑνώσεως». Ὑπέρ τῆς εἰρήνης, τῆς εὐσταθείας καί τῆς ἑνότητος: καί τάς θείας αὐτάς ἀξίας διακηρύσσομεν καί δι᾿ αὐτάς προσευχόμεθα, ἀλλά καί ἐργαζόμεθα. 
Κάθε ἄνθρωπος ἀληθῶς εὑρισκόμενος εἰς χώρους εἰς τούς ὁποίους ἀναπέμπεται π ρ ο σ ε υ χ ή πρός τόν Θεόν, δ ι α λ έ γ ε τ α ι μετ᾿ Αὐτοῦ καί αἰσθάνεται μίαν ἰδιαιτέραν θρησκευτικήν ἀνάτασιν καί ἀνάπαυσιν ψυχῆς. Λαμβανομένου δέ ὑπ᾿ ὄψιν, ὅτι ὁ μονόλογος ἀποτελεῖ τήν συνήθη καί τραγικήν πραγματικότητα διά πολλούς, ἰδιαιτέρως τῶν συγχρόνων ἀνθρώπων, ἀλλ᾿ ἐνίοτε ἀτυχῶς δι᾿ Ἐκκλησίας καί μεμονωμένας κοινωνίας, ἡ διά τῆς προσευχῆς διαλογική σχέσις καταδεικνύει τήν ὁδόν ἐξόδου ἀπό τήν ἀτμόσφαιραν τοῦ μονολόγου καί εἰσόδου ἤ ἐπανόδου εἰς τήν ὀ ν τ ο λ ο γ ι κ ή ν ὑπόστασιν τοῦ ἀνθρώπου, ὁ ὁποῖος, ὡς πρόσωπον, ἔχει ὑπαρξιακήν ἀνάγκην διαλογικῆς κοινωνίας. Μόνον δι᾿ αὐτῆς πληροῦται χαρᾶς καί θείας ἀγαλλιάσεως. 
Εἰς τόπους λατρείας ὁ ἄνθρωπος εἴτε διά τῆς σ ι ω π ῆ ς ἤ τῆς σ ι γ ῆ ς, εἴτε διά τοῦ λ ό γ ο υ, ἀπευθύνεται πρός τόν ἐν Τριάδι προσκυνούμενον Ἅγιον Θεόν, ἀναφέρων τά συναισθήματα καί τά προβλήματα, τά ὁποῖα τόν ἀπασχολοῦν καί εἰρηνεύει ἐν ἑαυτῷ. Ὑπάρχει, ἄλλωστε, ἔλλογος σιωπή, ἡ ὁποία λυτρώνει, καί λόγος κενός, ὁ ὁποῖος κουράζει καί ταλαιπωρεῖ. Ἡ προσευχή ὑπάγεται εἰς τήν πρώτην κατηγορίαν, τήν τῆς ἐλλόγου σιωπῆς καί τῆς μυστικῆς κραυγῆς. 
«Λειτουργία», ἐκ τῶν συστατικῶν «λεῖτος» καί «ἔργον», σημαίνει καί εἶναι «ἔργον λαοῦ». Ὁ λαός τοῦ Θεοῦ συνέρχεται ἐπί τό αὐτό, διά νά ὑμνήσῃ καί νά δοξολογήσῃ τόν Θεάνθρωπον Λυτρωτήν Ἰησοῦν Χριστόν, ἐν Πνεύματι Ἁγίῳ, εἰς δόξαν Θεοῦ Πατρός. Ἡ «λειτουργία», λοιπόν, εἶναι μία ἱερά πρᾶξις προσευχῆς πρός τόν Θεόν καί ἑνώσεως μετ᾿ Αὐτοῦ, εἶναι «ἕνωσις καί συνουσία ἀνθρώπου καί Θεοῦ», κατά τόν Ἅγιον Ἰωάννην τόν Σιναΐτην (πρβλ. Κλίμακα, Λόγος ΚΗ´, περί προσευχῆς).
Συγχρόνως ὅμως ἡ προσευχή εἶναι πρᾶξις κοινωνίας μεταξύ τῶν συμμετεχόντων εἰς τήν λατρείαν. Οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας διά τῆς εἰκόνος τοῦ «τροχοῦ» διδάσκουν ὅτι πᾶσαι αἱ ἀκτῖνες ὁδηγοῦνται πρός τό κ έ ν τ ρ ο ν τοῦ τροχοῦ καί ὅσον πλησιάζουν πρός τοῦτο συγκλίνουν καί μεταξύ των. Τό ἴδιον συμβαίνει καί μέ τούς πιστούς. Ὅσον πλησιάζει ὁ καθείς ἐξ ἡμῶν πρός τόν Θεάνθρωπον Χριστόν καί ἑνώνεται μετ᾿ Αὐτοῦ, τοσοῦτον καί ἑνοῦται μετά τῶν συνανθρώπων καί μάλιστα τῶν ὁμοπίστων. 
Ἡ «Θεοκοινωνία» ἀναπτύσσει καί τήν «ἀνθρωποκοινωνίαν», ἐφ᾿ ὅσον ὅλαι αἱ ἐνέργειαί μας γίνονται ἐν Χριστῷ. 
Ἡ π α ρ ο υ σ ί α ὅμως τῆς ἡμετέρας Μετριότητος προσωπικῶς ἐν Ἐσθονίᾳ, καί κατά τήν παροῦσαν πανηγυρικήν ἀκολουθίαν, παρά τήν χαράν διά τήν διαπροσωπικήν κοινωνίαν, περικλείει καί ἐπιτείνει τήν λύπην. Καί ἡ λύπη αὐτή πηγάζει ἐκ τῆς ἀδυναμίας εὐχαριστι-ακῆς κοινωνίας, ὡς ἐμπρέπει εἰς χριστιανούς. Ἡ λύπη αὐτή, ἡμῶν προσωπικῶς καί ὅλων σας ἀσφαλῶς, ἀποτελεῖ τό «μ α ρ τ ύ ρ ι ο ν» τοῦ συγχρόνου Χριστιανισμοῦ. Ἱστορικαί συνθῆκαι, πολιτιστικαί ἐκφάνσεις, ἐπιλογαί εἰς τό δογματικόν μέρος τῆς πίστεως καί ἄλλαι καταστάσεις συνετέλεσαν καί συνεχίζουν νά συντελοῦν, ὥστε νά μή ἔχωμεν τήν χαράν νά κοινωνῶμεν οἱ χριστιανοί, νά ἐσθίωμεν ἐκ τοῦ αὐτοῦ Ἄρτου καί νά πίνωμεν ἐκ τοῦ αὐτοῦ Ποτηρίου τό Αἷμα τοῦ Κυρίου. 
Λυπούμεθα ὑπερβαλλόντως. Νοσταλγοῦμεν τήν ἡμέραν ἐκείνην, κατά τήν ὁποίαν θά ἐκλείψουν αἱ πάσης φύσεως διαφοραί, δογματικαί, ἐθνικιστικαί, προσωπικαί, ἰδιοτελεῖς, καί θά δυνάμεθα νά παρευρισκώμεθα οἱ χριστιανοί εἰς τήν ἰδίαν συμπαντικήν «Λειτουργίαν» τῆς κοινωνίας τοῦ Σώματος καί τοῦ Αἵματος τοῦ Χριστοῦ, τῆς ἀληθείας, τῆς εἰρήνης, τῆς ἀγάπης, τῆς δυνάμεως. 
Προσευχόμεθα καί σήμερον καί πάντοτε καί εἰλικρινῶς αἰτούμεθα τήν «μεγάλην καί ἐπιφανῆ» ἐκείνην ἡμέραν, κατά τήν ὁποίαν θά ἔχωμεν ἑνότητα πίστεως καί κοινωνίαν τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.
Πέραν ὅμως τῆς προσευχῆς, ἐπαναλαμβάνομεν, διαλεγόμεθα ἐν ἀγάπῃ καί ἐν ἀληθείᾳ. Προσβλέπομεν εἰς τόν δ ι ά λ ο γ ο ν τῶν καρδιῶν καί τῆς νοήσεως. 
Ἀδελφοί Ἐσθονοί Χριστιανοί, 
Ὁ Χριστός εἰς τήν γνωστήν Ἀρχιερατικήν προσευχήν Του ὡμίλησε διά τήν ἑνότητα τῶν Ἀποστόλων καί προσηυχήθη εἰς τόν ἄναρχον Πατέρα νά εὐδοκήσῃ «ἵνα ὦσιν ἕν καθώς ἡμεῖς ἕν ἐσμεν» (Ἰωάν. Ιζ´ 22), ὁ ἴδιος καί οἱ Ἀπόστολοί Του. Ὅταν μελετήσῃ κάποιος τόν Κυριακόν τοῦτον λόγον, διαπιστώνει ὅτι τό «ἵνα ὦσιν ἕν» συνδέεται ἀναποσπάστως μέ τήν συνέχειαν τῆς προσευχῆς: «Θέλω ἵνα ὅπου εἰμί ἐγώ κἀκεῖνοι ὦσι μετ’ ἐμοῦ». Διατί; «Ἵνα θεωρῶσι τήν δόξαν τήν ἐμήν ἥν δέδωκάς μοι» (Ἰωάν. 17,24). Δηλαδή τό «εἶναι ἕν» συνδέεται μέ τό «εἶναι μετ᾿ ἐμοῦ» (τοῦ Κυρίου) καί τό «θεωρεῖν τήν δόξαν τήν ἐμήν» (τοῦ Θεοῦ). 
Ἀντιλαμβανόμεθα, λοιπόν, ὅτι ἡ ἑ ν ό τ η ς αὕτη πραγματοποιεῖται μέ τήν ἐξέλιξιν τοῦ ἀνθρώπου εἰς τό ὕψος τῆς θεοπτίας καί τῆς ζωῆς μετά τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ. Καί αὐτός εἶναι ὁ δ ι ά λ ο γ ο ς τῶν καρδιῶν, τῆς ἀγάπης. 
Ἑπομένως, πέραν τοῦ διαλόγου τῆς νοήσεως, ἤ, ἄλλαις λεξέσι, τοῦ θεολογικοῦ διαλόγου, ὁ ὁποῖος εἶναι ἀπαραίτητος εἰς τάς ἡμέρας μας, προκειμένου νά ἀμβλυνθοῦν τά διαιροῦντα τούς χριστιανούς καί τούς ἀνθρώπους σημεῖα καί νά ἀναζητηθοῦν καί ἐν τέλει ἐξευρεθοῦν τρόποι ἑνότητος μεταξύ των, πρέπει νά καλλιεργῶνται ἡ πνευματική ζωή καί ἡ μέθοδος ἐκείνη, ἡ ὁποία ὁδηγεῖ πρός τόν Θεόν καί πρός ἀλλήλους. Ἄλλωστε, ὁ δ ι ά λ ο γ ο ς, διά νά ἀποδώσῃ καρπούς, πρέπει νά εἶναι διάλογος ὅλων. Χρειάζεται νά τόν συνοδεύῃ ἡ προσευχή ὅλων. Καί τόν διάλογον τόν ἐνδυναμώνουν πράξεις θετικαί συνυπευθυνότητος καί συναλληλίας καί συνεργασίας τῶν ἁπανταχοῦ τῆς γῆς μελῶν τῶν Ἐκκλησιῶν τοῦ Χριστοῦ. 
Ἐπί πλέον: Δέν μετέχομεν, ἀγαπητοί φίλοι, μαγικῶς καί μηχανικῶς εἰς τήν Χάριν τοῦ Θεοῦ, ἀλλά μόνον μυστηριακῶς καί ἀσκητικῶς. Ἡ μετοχή εἰς τά μυστήρια συνδέεται ἀναποσπάστως μετά τῆς ἀσκητικῆς ζωῆς, τῆς εὐαγγελικῆς, δηλαδή τῆς προσπαθείας νά ἐφαρμόσωμεν τάς ἐντολάς τοῦ Θεοῦ εἰς τήν καθ᾿ ἡμέραν ζωήν μας, ἀσκούμενοι εἰς τήν κατά τό Θέλημα Αὐτοῦ βιοτήν. Δηλαδή τόν Κυριακόν μακαρισμόν: «Μακάριοι οἱ ἀκούοντες τόν λόγον τοῦ Θεοῦ καί φυλάσσοντες αὐτόν» (Λουκ. ια´, 28). 
Οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας, οἱ Ἅγιοι, οἱ Μάρτυρες καί οἱ Ὅσιοι, ἔζησαν τόν εὐαγγελικόν τρόπον ζωῆς, δηλαδή τήν «οὐσίαν» τοῦ δόγματος, ἡ ὁποία ἀποβλέπει εἰς τήν «θεραπείαν» τοῦ ἀνθρώπου ἀπό τά πάθη τοῦ σώματος καί τῆς ψυχῆς. Μέ τόν τρόπον αὐτόν ὁ ἄνθρωπος λαμβάνει ἀ π ά ν τ η σ ι ν εἰς τά ἀπασχολοῦντα αὐτόν ὑπαρξιακά προβλήματα, δηλαδή τό τί εἶναι ζωή καί θάνατος, τί εἶναι ἐλευθερία καί ἀγάπη, τί ὑπάρχει μετά τόν θάνατον καί πῶς δύναται κανείς νά ἀποκτήσῃ κοινωνίαν μετά τοῦ ζῶντος Θεοῦ. 
Ἡ ζωή τῆς ἀειπαρθένου Μαρίας, τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων, τῶν μαρτύρων καί τῶν Ἁγίων ἀνδρῶν καί γυναικῶν, τοῦ «σμήνους» τῶν ἐσθονῶν ἁγίων καί Ὁμολογητῶν, νεωτέρων καί συγχρόνων, καθώς καί ἡ διδασκαλία τῶν Ἁγίων Πατέρων, ἀποτελεῖ τό «εἰκονογραφημένον» Εὐαγγέλιον, τό ὁποῖον ἀναγιγνώσκεται ἀπό τούς πιστούς καί ὁδηγεῖ εἰς τήν πορείαν πρός τόν Χριστόν. 
Μελετῶντες τήν ἱστορίαν τῆς Χριστιανικῆς Ἐσθονίας ἀνευρίσκομεν «τρόπον ζωῆς», τόν ὁποῖον εἴπερ ποτέ καί ἄλλοτε ἔχει ἀνάγκην ὁ σύγχρονος ἀνήσυχος καί προβληματισμένος ἄνθρωπος, ἡ εὐλογημένη αὐτή Χώρα καί ὁ λαός της κατά τήν κρίσιμον αὐτήν ἱστορικήν πορείαν, κρίσεως ἀξιῶν καί τῆς ἰδίας τῆς ζωῆς ἀκόμη. Ἡ ἡμετέρα Μετριότης πιστεύει, προσεύχεται καί ἐργάζεται καί ἐκπλήσσεται κατά τήν τρίτην αὐτῆς ἐπίσκεψιν ἐνταῦθα ὑπό τήν ἰδιότητα τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου διαπιστοῦσα μίαν δυναμικήν πορείαν πρός τήν ἑνότητα τῆς ἐν Χριστῷ ἐλπίδος.
Ὀφείλομεν οἱ πάντες νά ἀναζητήσωμεν καί καλλιεργήσωμεν τήν ἐσωτερικήν αὐτήν τάσιν καί προσπάθειαν καί νά ἀγωνιζώμεθα νά θεραπεύωμεν τούς λογισμούς, οἱ ὁποῖοι καταδυναστεύουν τήν ὕπαρξίν μας, νά θεραπεύωμεν τά πάθη καί νά ἐπιλύωμεν τά ὑπαρξιακά προβλήματα. 
Πιστεύομεν ὅτι ἡ προσευχή δύναται νά μεταμορφώσῃ τάς συνθήκας τῆς συγχρόνου κοινωνίας. Ἡ Εὐχαριστία, ἡ Μαρτυρία καί ἡ Διακονία συγκροτοῦν τήν διαχρονικήν πορείαν καί ἀποστολήν τῆς Ἐκκλησίας καί τῆς ἀνθρωπότητος. Ἔχουν δέ πηγήν τήν Θείαν Λειτουργίαν. Διά τῆς τοιουτοτρόπως βιουμένης καί νοουμένης λειτουργικῆς διακονίας αὐτῆς ἡ Ἐκκλησία συμβάλλει εἰς τήν θεραπείαν τῶν ἀνθρωπίνων τραυμάτων καί τῶν ποικίλων κοινωνικῶν ἀναγκῶν, ταυτοχρόνως δέ ὑποδεικνύει καί τόν ἀσφαλῆ τρόπον δημιουργίας μιᾶς κοινωνίας, ἀξίας τοῦ ἀνθρώπου. Κοινωνίας δικαιοσύνης, εἰρήνης, πρᾳότητος, ἀλληλεγγύης, ἀγάπης, ἑνότητος... 
Τήν ὁδόν ταύτην, ὁδόν ἐν τῇ πραγματικότητι τοῦ Σταυροῦ, ἀκολουθεῖ καί σήμερον τό Οἰκουμενικόν Πατριαρχεῖον καί ἡ ἑορτάζουσα ἱστορικήν ἐπέτειον προσφιλής θυγάτηρ αὐτοῦ Ἁγιωτάτη Ὀρθόδοξος αὐτόνομος Ἐσθονική Ἐκκλησία. Αὐτήν πορεύονται ἡνωμέναι καί ἀπό κοινοῦ. Ἄλλωστε, Χριστιανισμός ἄνευ σταυροῦ δέν ὑπάρχει. Δέν εἶναι δυνατόν νά ὑπάρξῃ. Καί βλέπομεν εἰς τό περιβάλλον μας, εἰς τάς χώρας τῆς Μέσης Ἀνατολῆς ἰδιαιτέρως, καί εἰς τόν κόσμον ὁλόκληρον, οἱ χριστιανοί νά διώκωνται μόνον καί μόνον λόγῳ τῆς ταυτότητός των ὡς ὀπαδῶν τοῦ Χριστοῦ. Καί ὅταν ἀκόμη δέν ὑπάρχουν διωγμοί καί μαρτύρια, ὅπως εἰς τούς πρώτους χριστιανικούς αἰῶνας, οἱ χριστιανοί ἐπινοοῦν μόνοι των τρόπους διά νά δεικνύουν τήν ἀγάπην των πρός τόν Χριστόν καί παραδίδονται ἑκουσίως εἰς τούς κόπους καί τόν πόνον χάριν Ἐκείνου. 
Αὐτή ἡ πραγματικότης ἐκφράζεται μέ τήν ἄ σ κ η σ ι ν δι᾿ ἑνότητα. Ἄνευ τῆς ἀσκήσεως εἶναι ἀδύνατον ὁ ἄνθρωπος νά κοινωνήσῃ μετά τοῦ ἡνωμένου εἰς Μίαν Θεότητα καί Κυριότητα Πατρός καί Υἱοῦ καί Ἁγίου Πνεύματος. Ἄλλως ἡ πίστις τοῦ ἀνθρώπου παραμένει ἁπλοῦς τ ύ π ο ς καί ὄχι ὑ π ο γ ρ α μ μ ό ς. 
Εἴθε, ἀδελφοί καί φίλοι Χριστιανοί Ἐσθονοί, νά ἀξιώσῃ ὅλους μας ὁ Κύριος νά εἴμεθα πιστοί διάκονοι αὐτῆς τῆς λειτουργικῆς διακονίας, κήρυκες τοῦ θείου ἐλέους καί εὐαγγελισταί τῆς ἐν Χριστῷ ἐλπίδος καί σωτηρίας, ἵνα ὁ κόσμος πιστεύσῃ καί σωθῇ. Ἀμήν.
Related Posts with Thumbnails