Του Παναγιώτη Αντ. Ανδριόπουλου
Ο Σεβ. Μητροπολίτης Νιγηρίας κ. Αλέξανδρος σε πρόσφατη συνέντευξή του στην εφημερίδα
«Καθημερινή» και στον Σταύρο Τζίμα μίλησε με την παρρησία που τον διακρίνει για την σχέση της Εκκλησίας με την πανδημία του κορωνοϊού.
Ας δούμε τι είπε ο Νιγηρίας κ. Αλέξανδρος:
«Λυπήθηκα για όλους που δεν θέλησαν να γνωστοποιήσουν ότι βρέθηκαν θετικοί. Κάποιοι βρέθηκαν σε δύσκολη θέση ή και πέθαναν κιόλας. Αυτό είναι απαράδεκτο».
Όσο για τη γενικότερη συζήτηση περί του δήθεν απρόσβλητου από τον ιό στο εσωτερικό των ναών και κατά το μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας, τόνισε:
«Πρέπει να απαντήσει η “άλλη πλευρά”, εκείνη που βλέπει διωγμούς, κατακόμβες, που θέλει να βουτήξουμε το λάβαρο της Αγίας Λαύρας και να βγούμε στους δρόμους, σε μια πάρα πολύ απλή και αγαθή ερώτηση: μέσα στην εκκλησία η κτιστότητα (σ.σ.: ο γήινος, ο ανθρώπινος χαρακτήρας) καταργείται; Αναιρείται; Έχω την αίσθηση πως όχι. Γιατί αν αναιρείται, τότε δεν θα έπρεπε κανένας από εμάς να πεθαίνει. Θα έπρεπε εκατομμύρια άνθρωποι από συστάσεως της Θείας Ευχαριστίας να είχαν παραμείνει ζωντανοί. Και όμως μπαίνουμε, λειτουργούμε, μεταλαμβάνουμε, ξέρουμε ότι μεταλαμβάνουμε σώμα και αίμα Χριστού, όχι κάτι συμβολικό, αλλά ουσιαστικό.
Αλλά ξέρουμε και κάτι άλλο, το οποίο, ωστόσο, στο πλαίσιο του θρησκευτικού αναλφαβητισμού που επικρατεί, διαφεύγει από τους περισσότερους: ότι το φάρμακο της αθανασίας και όλα αυτά που γνωρίζουμε έχουν εσχατολογική έννοια. Μήπως έχουμε καθήκον να εξηγήσουμε περισσότερα πράγματα, λόγω θρησκευτικού αναλφαβητισμού, στους απλούς ανθρώπους; Στους ιερωμένους, μηδέ και επισκόπων εξαιρουμένων; Μήπως η θεολογική τους κατάρτιση είναι ελλιπής; Μήπως πρέπει να ξανακαθίσουμε στα θρανία πρώτα και καλύτερα οι επίσκοποι;
Εγώ δεν είχα κανένα απολύτως πρόβλημα να προχωρήσω κάποια πράγματα τα οποία ίσως στην Ελλάδα να μην τα αποδέχονταν. Με αφήνει αδιάφορο, διότι εκείνο που με κάλυψε ήταν όχι μόνον η ανθρώπινη συνείδησή μου, αλλά και η ίδια η θέση του Οικουμενικού Πατριάρχη να γίνουν απολύτως σεβαστοί οι κατά τόπους νόμοι και τα πάντα όσα πρέπει για να προστατευθεί η δημόσια υγεία. Αυτό τα λέει όλα και αφήνει στη διακριτική ευχέρεια των κατά τόπους επισκόπων να φροντίσουμε για το πώς θα διαχειριστούμε τις ακολουθίες».