________________________________________________________________________________________________________________________________________

ΑΡΧΙΚΗ ΣΕΛΙΔΑ / ΤΟΥ ΠΑΤΡΙΑΡΧΗ / ΠΑΤΡΙΑΡΧΙΚΟΣ ΝΑΟΣ / ΕΚΚΛΗΣΙΕΣ ΤΗΣ ΠΟΛΗΣ / ΚΕΙΜΕΝΑ ΠΑΝ. ΑΝΔΡΙΟΠΟΥΛΟΥ / ΠΙΝΑΚΑΣ ΕΛΕΓΧΟΥ
________________________________________________________________________________________________________________________________________


Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κείμενα Γιώργου Βλαντή. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κείμενα Γιώργου Βλαντή. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

11/25/2020

Ο «ΣΚΑΣΜΟΣ» ΤΟΥ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗ ΚΥΚΚΟΥ ΝΙΚΗΦΟΡΟΥ


Του θεολόγου Γιώργου Βλαντή
Αλγεινή εντύπωση προκάλεσε σήμερα η συμπεριφορά του Μητροπολίτη Κύκκου Νικηφόρου εναντίον έγκριτου δημοσιογράφου, ο οποίος έθετε δυσάρεστες γι᾽ αυτόν ερωτήσεις. «Σκασμός» είναι μια λέξη όχι και τόσο άγνωστη σε κάποιους ιεράρχες, αν και οι περισσότεροι προσέχουν να την εκφέρουν σε προστατευμένα περιβάλλοντα και μακριά από τις κάμερες. Γενικά, πρέπει να μας απασχολήσει περισσότερο στην Ορθοδοξία η και γλωσσικά καθρεφτιζόμενη μετάβαση από τον στοργικό «επίσκοπο» στον ολοκληρωτικό «δεσπότη». 
Ο Μητροπολίτης Κύκκου απολαμβάνει το πανορθοδόξως διόλου αυτονόητο προνόμιο του να μην του λέει κανείς «σκασμός» στην Εκκλησία του. Γενικά στις ελληνόφωνες Εκκλησίες προσφέρεται η δυνατότητα της ελευθερίας της γνώμης σε ένα βαθμό αδιανόητο για πολλές από τις υπόλοιπες Ορθόδοξες Εκκλησίες. Μέσα ενημέρωσης περιγράφουν με μελανά χρώματα έντονες διχογνωμίες, οι οποίες τελευταία εκφράστηκαν στο ζήτημα της Ουκρανίας στις Εκκλησίες της Ελλάδος και της Κύπρου, ή ακόμη και στο Οικουμενικό Πατριαρχείο (βλ. την περίπτωση του Διοκλείας Καλλίστου). Τέτοιες διαφωνίες και εντάσεις είναι αδιανόητες για αρκετές από τις Εκκλησίες που έζησαν σε κομμουνιστικό περιβάλλον και οι ιεραρχίες των οποίων αναπαράγουν πολλές φορές και σήμερα σοβιετικές νοοτροπίες και συμπεριφορές. 

11/16/2020

ΔΙΑΛΟΓΟΣ ΔΙΑΚΟΝΟΥ ΡΑΦΑΗΛ ΜΙΣΙΑΟΥΛΗ ΚΑΙ ΘΕΟΛΟΓΟΥ ΓΙΩΡΓΟΥ ΒΛΑΝΤΗ ΣΤΟ "ΦΩΣ ΦΑΝΑΡΙΟΥ"

Ο μητροπολίτης Ταμασού Ησαϊας φορώντας λευκό επανωκαλύμμαυχο
με τον Μπορισπόλ Αντώνιο της Ρωσικής παρουσίας στην Ουκρανία
κατά τα εγκαίνια Ρωσικού Ναού στην Μητρόπολη Ταμασού (2017)

Ο διάκονος της Μητροπόλεως Ταμασού Ραφαήλ Μισιαούλης απέστειλε στο "Φως Φαναρίου" απάντηση στο κείμενο του θεολόγου Γιώργου Βλαντή Ο ΤΑΜΑΣΟΥ ΗΣΑΪΑΣ ΑΝΑΓΝΩΡΙΖΕΙ ΤΟΝ ΚΙΕΒΟΥ ΕΠΙΦΑΝΙΟ (ΜΕΡΟΣ Β´)
Δημοσιεύουμε στη συνέχεια το κείμενο του διακόνου όπως ακριβώς μας το έστειλε και στη συνέχεια την σχετική απάντηση του θεολόγου Γιώργου Βλαντή. 

Οφειλόμενη απάντηση σε σχολιασμό Θεολόγου για το κείμενο μου "Δεν αναγνώρισε ο Ταμασού Ησαΐας τον Κιέβου Επιφάνιο (Β΄ Μέρος)» 
Iεροδιακόνου Ραφαήλ Μισιαούλη 
Έχει δει το φως της δημοσιότητας, η απάντηση του θεολόγου Γιώργου Βλαντή σε Εκκλησιαστικό πρακτορείο ειδήσεων "Φως Φαναρίου" απαντώντας σε δικό μου χθεσινό άρθρο με τίτλο "Δεν αναγνώρισε ο Ταμασού Ησαΐας τον Κιέβου Επιφάνιο (Β Μέρος)". Επιθυμεί μάλιστα όπως να μη με κατονομασει με το όνομά μου, αλλά αναφέρεται στο άρθρο μου και τον Εκκλησιαστικό μου βαθμό (Ιεροδιάκονος). 

11/14/2020

Ο ΤΑΜΑΣΟΥ ΗΣΑΪΑΣ ΑΝΑΓΝΩΡΙΖΕΙ ΤΟΝ ΚΙΕΒΟΥ ΕΠΙΦΑΝΙΟ (ΜΕΡΟΣ Β´)


Του θεολόγου Γιώργου Βλαντή
Σε γνωστό για τις φιλορωσικές θέσεις του «Πρακτορείο εκκλησιαστικών ειδήσεων» δημοσιεύτηκε άρθρο ιεροδιακόνου, με το οποίο ο συγγραφέας του απαντάει, χωρίς να με κατονομάζει, στις θέσεις που συνόψισα σε χθεσινό μου κείμενο για τις εκκλησιολογικές συνέπειες της μνημόνευσης του Πρώτου της Εκκλησίας της Κύπρου από τον Μητροπολίτη Ταμασού Ησαΐα. Ο ίδιος ο Μητροπολίτης δεν έκρινε σκόπιμο να αντιδράσει. Την υπεράσπισή του ανέλαβε ιεροδιάκονος. Αν το έκανε μόνος του ή σε συνεννόηση, αν όχι κατ᾽ εντολή του θιγόμενου ιεράρχη, είναι ζήτημα που δεν με ενδιαφέρει. Και μόνο ο καινοφανής και ασαφής τρόπος παράθεσης του επιπέδου των σπουδών του («με Μεταπτυχιακό στο Κανονικό Δίκαιο») υποψιάζει για την ποιότητα του άρθρου. Ο συντάκτης του κρίνει σκόπιμο να μη με κατονομάσει, τακτική που θα ακολουθήσω κι εγώ, ώστε ο αρθρογράφος να μην εκτεθεί περαιτέρω και σε προσωπικό επίπεδο. Αρκούν οι ουσιαστικές εκκρεμότητες του περιεχομένου της συμβολής του. 
Το άρθρο του ιεροδιακόνου είναι γραμμένο με προφανή σπουδή και αμηχανία, κάτι που με κάνει να αντιμετωπίζω με κατανόηση κρίσεις μειωτικές και ερωτήματα με υπονοούμενα που θέτει. Φρονώ ότι καθεαυτό το κείμενό του μαρτυρεί απλώς την εκκλησιολογική σύγχυση η οποία επικρατεί στην εν Κύπρω μειοψηφία που αρνείται να συμμορφωθεί με τις επιταγές των Ιερών Κανόνων και της εκκλησιαστικής Παράδοσης, οι οποίες, ως προς το ουκρανικό ζήτημα, έχουν συνοψιστεί σε σειρά επίσημων πατριαρχικών και συνοδικών κειμένων της Εκκλησίας της Κωνσταντινουπόλεως, αλλά και στο εκκλησιολογικώς και κανονικώς μνημειώδες απαντητικό γράμμα του Οικουμενικού Πατριάρχου σε άστοχες αιτιάσεις του Αλβανίας Αναστασίου, τον οποίο συνοδεύουν και οι δικές μου ευχές για ταχεία και πλήρη ανάρρωση. 
Οι ισχυρισμοί του ιεροδιακόνου δεν αντέχουν σε θεολογική κριτική. Περιορίζομαι στην επισήμανση των ακολούθων: 
1. Η εισαγωγή μιας μορφής διάκρισης, αν όχι διαβάθμισης μεταξύ φυσικής συμμετοχής ενός ιεράρχη σε συλλείτουργο με τον Πρώτο της Εκκλησίας του και στην εν Ευχαριστία μνημόνευσή του είναι καινοφανής και αντικείμενη όχι απλώς στην πράξη, αλλά και στη θεολογία της Ορθόδοξης Εκκλησίας. Έχοντας την τιμή της ευθύνης του συντονισμού του διαλόγου 22 Εκκλησιών στο επίπεδο της Βαυαρίας, θα μπορούσα να υποδείξω στον σεβαστό ιεροδιάκονο σε ποιες εκφάνσεις του χριστιανισμού θα μπορούσε να αναγνωρίσει μία ορισμένη συγγένεια με τις θέσεις του, και αυτή όμως λίαν περιορισμένη. Ματαίως θα ψάξει στις Ορθόδοξες Εκκλησίες. Η τέλεση της Ευχαριστίας, του υπερτάτου Μυστηρίου του Σώματος του Χριστού ως κοινωνίας ζώντων και τεθνεώτων, αλλά και πάντων των πιστών απανταχού της γης, δεν ενδείκνυται ούτε για ακτιβιστικές εκδηλώσεις, ούτε για θεατρινισμούς, ούτε επιτρέπει διαβαθμίσεις και διαχωρισμούς που επιβάλλουν φυσικές πραγματικότητες. Την εκκλησιολογική του συνείδηση και τις συνέπειές της τις δηλώνει ο προεστώς της Ευχαριστίας επίσκοπος με την πράξη της μνημόνευσης του Πρώτου της Εκκλησίας του, όχι με το πρόγραμμα των εμφανίσεών του. Αν ο ίδιος θεωρεί ότι η φυσική του παρουσία ή απουσία υποδηλώνει εκκλησιολογικές διαφοροποιήσεις, προφανώς αρνείται ότι το Μυστήριο υπερβαίνει τοπικές και λοιπές διακρίσεις, εκκοσμικεύει την Ευχαριστία και σίγουρα κινείται εκτός του πλαισίου της ορθόδοξης Παράδοσης. 
2. Την ανεπιτυχή παραπάνω διάκριση που εισάγει ο ιεροδιάκονος συνοδεύει η εξ ίσου ανεπιτυχής σύγχυση ακρίβειας και οικονομίας την οποία πραγματώνει, παραθέτοντας μάλιστα άστοχα, άσχετα και αφηρημένα αποσπάσματα εκτός των συμφραζομένων τους από πρόσφατη μελέτη συναδέλφου, αποσιωπώντας μία εκτενέστατη, βαρύνουσα και ad hoc βιβλιογραφία για τα ζητήματα της εκκλησιαστικής οικονομίας. Στην παρούσα συνάφεια αρκεί να επισημανθεί ότι ο Ταμασού Ησαΐας δεν μνημονεύει τον Πρώτο της Εκκλησίας του κατ᾽ οικονομίαν, αλλά απολύτως κατ᾽ ακρίβειαν, η δε μνημόνευση αυτή είναι κριτήριο για την εγκυρότητα της υπ᾽ αυτόν Ευχαριστίας. Σειρά ολόκληρη Ιερών Κανόνων και το πεντόσταγμα της νεότερης ορθόδοξης εκκλησιολογίας επισημαίνουν τον ιδιαίτερο ρόλο του Πρώτου ως εγγυητή της ενότητας μιας τοπικής Εκκλησίας και την εκκλησιολογική σημασία της μνημόνευσής του. Η εφαρμογή της οικονομίας προϋποθέτει μία σαφέστατη ιδέα για το περιεχόμενο της ακρίβειας, όπως γνωρίζει και ο πρωτοετής της θεολογίας. Αν μνημονεύει κατ᾽ οικονομίαν τον Προκαθήμενό του, ποιον θα έπρεπε να μνημονεύει κατ᾽ ακρίβειαν ο Ταμασού Ησαΐας; Προφανώς δεν αντιλαμβάνεται ο ιεροδιάκονος ότι η εκκλησιολογική και κανονική βαρύτητα της μνημόνευσης του Πρώτου δεν εξαρτάται από τις υποκειμενικές κρίσεις επί μέρους μελών της Ιεράς Συνόδου ως προς την κανονικότητα πράξεων του Προέδρου τους, από τη στιγμή που δεν έχει ληφθεί συνοδική απόφαση καταδίκης και αντικατάστασής του. Καμία οικονομία δεν εφαρμόζει, σε κανέναν δεν κάνει χάρη και σε κανέναν δεν τείνει χείρα φιλανθρωπίας ο Ταμασού Ησαΐας μνημονεύοντας τον Προκαθήμενό του. «Το κεφάλι του» σώζει, διότι έχει την ευφυΐα να μην κατρακυλήσει σε σχίσμα, παρά τους κατά καιρούς λεονταρισμούς και τις απρόσεκτες χρήσεις εκφράσεων εκ μέρους του. 
3. «H διακοπή της μνημόνευσης του Προκαθημένου είναι ουσιαστικά σχίσμα, οπότε, αν το πράξει αυτό ένας Συνοδικός, σημαίνει, ότι αποσχίζεται από τη Σύνοδο και είναι σχισματικός.» Ορθώς γράφει ο εκ Κύπρου (;) ιεροδιάκονος. Καθώς ισχυρίζεται μία ορισμένη επάρκεια στο Κανονικό Δίκαιο, καλό είναι να του τεθεί το ερώτημα mutatis mutandis: Σε ποιο καθεστώς βρίσκεται μία αυτοκέφαλη Εκκλησία η οποία αρνείται να μνημονεύσει όχι μόνο τον Πρώτο, αλλά και τον δεύτερο στην κοινωνία των Ορθοδόξων Εκκλησιών, δηλαδή τους Πατριάρχες Κωνσταντινουπόλεως και Αλεξανδρείας; 
Ρώσοι κληρικοί διακηρύσσουν καθημερινά, εμμονικά και μανικά ότι το Οικουμενικό Πατριαρχείο είναι σχισματικό, ότι δεν είναι καν ορθόδοξο, ότι είναι εκτός Εκκλησίας. Για να θεμελιώσουν τη θέση τους επικαλούνται την κανονική αρχή πως «ὁ ἀκοινωνήτοις κοινωνὼν ἀκοινώνητος», με αναφορά στην απόφαση της Πρωτόθρονης Εκκλησίας να άρει τα επιτίμια των σχισματικών κληρικών και λαϊκών της Ουκρανίας, απόφαση την οποία εσκεμμένα ερμηνεύουν εσφαλμένα και να χορηγήσει αυτοκεφαλία σε μια πολύπαθη Εκκλησία. 
Οι λαλίστατοι κληρικοί παραβλέπουν, και πάλι εσκεμμένα, ότι δώδεκα αυτοκέφαλες Εκκλησίες, εκτός της Ουκρανίας, είναι σε ευχαριστιακή κοινωνία με την Κωνσταντινούπολη. Κατά τη συλλογιστική τους, πρέπει να είναι και αυτές οι Εκκλησίες ακοινώνητες, δεν πρέπει να είναι καν Εκκλησίες. Το πιο ενδιαφέρον όμως είναι ότι οι κληρικοί αυτοί αποσιωπούν ότι η δική τους Εκκλησία είναι σε ευχαριστιακή κοινωνία με τις Εκκλησίες αυτές, με τις Εκκλησίες οι οποίες κοινωνούν με τη σχισματική Κωνσταντινούπολη, με τις Εκκλησίες τις ακοινώνητες. Η έσχατη συνέπεια αυτής της συλλογιστικής: Καθώς κοινωνεί (δήθεν) ακοινωνήτοις, η Εκκλησία της Ρωσίας αφόρισε τον εαυτό της. Ή όχι; Πώς βλέπει το εκκλησιολογικό και κανονικό αυτό ζήτημα ο ιεροδιάκονος που προέβαλε τον στην αρχή του σημείου 3 αναφερθέντα ισχυρισμό; Αν κάτι ισχύει για έναν συνοδικό, τι πρέπει να ισχύει για μια ολόκληρη αυτοκέφαλη Εκκλησία; 
4. Ερμηνεύοντας τη στάση του Μητροπολίτη Ταμασού ο ιεροδιάκονος επικαλείται απόφαση της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Κύπρου που ελήφθη στις 9 Σεπτεμβρίου 2020, ότι πρέπει να διατηρηθεί η «ουδετερότητα» στο ουκρανικό ζήτημα. Διαβάζοντας όμως το ανακοινωθέν της Ιεράς Συνόδου, το οποίο δημοσιεύεται μεταξύ άλλων και στην ιστοσελίδα του «Πρακτορείου εκκλησιαστικών ειδήσεων» που φιλοξενεί το ιεροδιακονικό άρθρο, δεν βρίσκει κανείς ούτε μία λέξη για το ουκρανικό. Ποιο είναι ακριβώς το κείμενο της απόφασης και γιατί αποσιωπάται στο ανακοινωθέν; 
Ακόμη όμως και αν είχε ληφθεί μία τέτοια απόφαση, ουδόλως θα ήταν δεσμευτική για τον Προκαθήμενο, διότι η ένταξη νεοσύστατης Εκκλησίας στα Δίπτυχα αποτελεί αποκλειστικό κανονικό του δικαίωμα, το οποίο δεν υπόκειται σε συνοδική κρίση. Η Σύνοδος που ήταν αρμόδια για την εκφορά κρίσης για την ουκρανική Αυτοκεφαλία ήταν αυτή που έλαβε και τη σχετική απόφαση: Η Αγία και Ιερά Σύνοδος της Εκκλησίας της Κωνσταντινουπόλεως. Ο κανονολόγος ιεροδιάκονος οφείλει να γνωρίζει πως αυτή και μόνο έχει το δικαίωμα χορήγησης αυτοκεφάλου, οι δε κρίσεις της δεν υπόκειται στην αρμοδιότητα των επί μέρους συνοδικών οργάνων των άλλων Εκκλησιών. Μη θέτοντας υπό την κρίση της Συνόδου το συγκεκριμένο ζήτημα ο Μακαριώτατος Αρχιεπίσκοπος Κύπρου δεν έκανε τίποτε άλλο παρά να ακολουθήσει τη μακραίωνη εκκλησιαστική παράδοση της Ορθοδοξίας, όπως έκαναν σοφά οι Αλεξανδρείας Θεόδωρος και Αθηνών Ιερώνυμος. Προσεκτική μελέτη των αποφάσεων της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος δείχνει ότι και η Σύνοδος αυτή ουδέποτε αμφισβήτησε το κανονικό δικαίωμα του Αρχιεπισκόπου Αθηνών να χειριστεί μόνος το θέμα της αναγνώρισης, όπερ και εγένετο. Διάβασε τα σχετικά κείμενα ο ιεροδιάκονος; 
Η ένταξη στα Δίπτυχα της Εκκλησίας της Κύπρου μιας νεοσύστατης Εκκλησίας αποτελεί αδιαπραγμάτευτο κανονικό δικαίωμα του Πρώτου της Συνόδου της, ουσιαστική έκφραση της διακονίας του ως του Πρώτου και ένα από τα προνόμια που συνδέονται άρρηκτα με τη λειτουργία του ως Προκαθημένου. Είναι ένα από τα τεκμήρια της ορθής λειτουργίας του συνοδικού πολιτεύματος, όπου ο Πρώτος δεν είναι απλώς ένας από τους πολλούς. Ο Πρώτος έχει προνόμια που δεν έχουν οι λοιποί συνοδικοί και τα οποία ακριβώς εγγυώνται την υγεία της λειτουργίας της. Ο ισοπεδωτικός συνοδισμός, ο οποίος παρατηρείται στην ιστορία και στην πράξη άλλων εκφάνσεων του χριστιανισμού, δεν έχει θέση στην Ορθοδοξία. Ορθώς, λοιπόν, έπραξε ο Αρχιεπίσκοπος Κύπρου και δεν έθεσε υπό κρίση συνοδική ένα προνόμιο που εκπορεύεται από την ιδιαίτερη λειτουργία του στη Σύνοδο. Εννοείται επίσης ότι η Σύνοδος της Εκκλησίας της Κύπρου είναι κανονικώς αναρμόδια να κρίνει τις περί αυτοκεφαλίας αποφάσεις της μόνης Εκκλησίας που δικαιούται στην Ορθοδοξία να απονέμει αυτοκέφαλα. 
Υπό την έννοια τούτη, αυτό που λογίζεται ως κανονικό δικαίωμα του Πρώτου μίας Συνόδου έναντι των υπόλοιπων μελών της είναι ταυτοχρόνως και κανονική υποχρέωσή του έναντι της όλης κοινωνίας των Ορθοδόξων Εκκλησιών και ουσιαστική συμβολή στη διακονία της ενότητας. Η πράξη της υπακοής στην απόφαση της Εκκλησίας της Κωνσταντινουπόλεως για τη χορήγηση αυτοκεφαλίας είναι η μόνη θεμιτή οδός για τη διαφύλαξη της ενδοορθόδοξης ειρήνης, διότι απορρέει από τη μακρά πρακτική που καθαγιάστηκε από αποφάσεις Οικουμενικών Συνόδων, αλλά και τη μακραίωνη εκκλησιαστική Παράδοση. Είναι θετικό πως, έστω και με περιττή καθυστέρηση, κατέστη αυτό σαφές και στην Εκκλησία της Κύπρου. Δεν είναι ούτε η «ουδετερότητα», ούτε οι «διπλωματικές πρωτοβουλίες», ούτε οι δόλιες «αδελφικές συναντήσεις» αυτές που φέρουν ειρήνη στην Εκκλησία. Αν όλοι οι Προκαθήμενοι είχαν εξ αρχής κάνει αυτό που αποτελεί εκκλησιολογική και κανονική τους υποχρέωση, το όλο πρόβλημα θα ήταν παρελθόν. Κάτι ήξεραν οι τα πάντα καλώς διαταξάμενοι Πατέρες. 
Στη συνάφεια αυτή πρέπει να τονιστεί πως ουδέποτε η Ιερά Σύνοδος της Εκκλησίας της Κύπρου αμφισβήτησε το κανονικό προνόμιο του Προκαθημένου της για το χειρισμό της υπόθεσης μιας νέας Αυτοκεφαλίας. Ο αρχιεπίσκοπος Χρυσόστομος ουδόλως αντέστη, λοιπόν, στις θέσεις της Συνόδου του, η οποία οφείλει να σέβεται και να εφαρμόζει τα όσα η Ιερά Παράδοση καθαγίασε. 
5. Ο ιεροδιάκονος δεν δείχνει να κατανοεί αυτές τις εκκλησιολογικές και κανονικές προδιαγραφές, επιμένοντας σε μία λίαν προβληματική εκδοχή συνοδισμού, αντιδιαστέλλοντας μία υποτιθέμενη απόφαση προς τα καθαγιασμένα προνόμια του Πρώτου μιας Συνόδου, τα οποία όμως υπέρκεινται μίας ευκαιριακής και νεφελώδους συνοδικής έκφρασης. Το ότι ανάγει μία τέτοια υποτιθέμενη απόφαση σε κριτήριο για την ερμηνεία των πράξεων του Μητροπολίτη Ταμασού και για τον προσδιορισμό της ακρίβειας και της οικονομίας που αυτός ο ιεράρχης εφαρμόζει, υποψιάζει για τις ξένες εκκλησιολογικές προϋποθέσεις με τις οποίες διακονεί θεολογικώς ο ιεροδιάκονος. Οι θεολογικές αδυναμίες του συνοψίζονται εύγλωττα, όσο και σοκαριστικά, στην ακόλουθη φράση: «Ο Πρώτος δεν μπορεί να αποφασίζει μόνος και κατά το δοκούν, αλλά λειτουργεί και οφείλει να εκφράζει τις αποφάσεις του Σώματος της Ιεραρχίας, η οποία Ιεραρχία είναι και η πηγή της διοικητικής εξουσίας του και όχι ο εαυτός του, ο οποίος, ως Αρχιερέας, ορίζει τα της επαρχίας του.» Καθώς ανέπτυξα προηγουμένως ορισμένες θέσεις για τα δικαιώματα του Πρώτου και τον κίνδυνο του συνοδισμού, μένω προς στιγμήν στον ισχυρισμό ότι «η Ιεραρχία είναι και η πηγή της διοικητικής εξουσίας του» Πρώτου. Και μόνο η φράση αυτή, η οποία εκλαμβάνει την Ιεραρχία ως την «πηγή της διοικητικής εξουσίας του Πρώτου» είναι αρκετή για να αντιληφθεί κανείς τις εκκλησιολογικές εκκρεμότητες του ιεροδιακόνου, ο οποίος απρόσεκτα γράφει περί της Ιεραρχίας ως πηγής και ακόμη πιο απρόσεκτα αναφέρεται στη διοικητική εξουσία, ωσάν η τελευταία να μπορούσε να αντιδιασταλεί από βαθύτατες εκκλησιολογικές πραγματικότητες και ωσάν ο ρόλος του Πρώτου να κατανοείται μόνον λειτουργιστικά. 
Προφανώς θα χρειαστεί χρόνος μέχρις ότου ο ευπρεπής διάκονος ενδιατρίψει στα στοιχειώδη της εκκλησιολογίας και αντιληφθεί ότι μέτρον Ορθοδοξίας δεν είναι ένας Μητροπολίτης (μήπως πρόκειται για τον δικό του προϊστάμενο;), αλλά υπέρτερα όργανα, για τις αποφάσεις των οποίων θα πρέπει με πολύ περισσότερη προσοχή και σεβασμό να κρίνει αυτός, ένας ιεροδιάκονος. 
Καθώς μνημονεύει τον εν κοινωνία προς τον Κιέβου Επιφάνιο ευρισκόμενο Πρώτο της Εκκλησίας του, ο Μητροπολίτης Ταμασού αναγνωρίζει τον Προκαθήμενο της Εκκλησίας της Ουκρανίας. Άνευ υποσημειώσεων. Αν η αρχιερατική του συνείδηση δεν του επιτρέπει κάτι τέτοιο, δύναται να αιτηθεί από την Ιερά Σύνοδο να τον απαλλάξει, τουλάχιστον για ένα ορισμένο χρονικό διάστημα, από τη διαποίμανση της Μητροπόλεώς του και από το ιερουργείν εν γένει. Όσο αυτό δεν συμβαίνει, η εκκλησιολογική πραγματικότητα που θα καθρεφτίζει με τη στάση του στο Άγιο Θυσιαστήριο θα είναι αυτή της κοινωνίας με τον Πρώτο του, άρα και με σύμπασα την Ορθοδοξία, άρα και με τον Κιέβου Επιφάνιο και την Αγιωτάτη Εκκλησία της Ουκρανίας.

Ο ΤΑΜΑΣΟΥ ΗΣΑΪΑΣ ΑΝΑΓΝΩΡΙΖΕΙ ΤΟΝ ΚΙΕΒΟΥ ΕΠΙΦΑΝΙΟ


Του θεολόγου Γιώργου Βλαντή
Προ ημερών ο Μητροπολίτης Ταμασού Ησαΐας δήλωσε ότι δεν σκοπεύει να συλλειτουργήσει με τον Αρχιεπίσκοπο Κύπρου, διότι κάτι τέτοιο θα σήμαινε ότι αναγνωρίζει τον Ουκρανίας Επιφάνιο, τον οποίο ο Προκαθήμενος της Εκκλησίας της Κύπρου μνημονεύει στα Δίπτυχα. 
Η φυσική παρουσία του σε συλλείτουργο με τον Κύπρου Χρυσόστομο ελάχιστη σημασία έχει. Ο Ταμασού Ησαΐας μνημονεύει τον Προκαθήμενο της Εκκλησίας του, όπως άλλωστε ρητώς υποχρεούται από τον Καταστατικό Χάρτη της Εκκλησίας του (άρθρο 12.2.β). Μη συμμόρφωση με την κανονική υποχρέωση μνημόνευσης του Πρώτου της Συνόδου θα είχε συνέπειες για την εγκυρότητα της υπό τον Ταμασού Ευχαριστίας. Μνημονεύοντας όμως τον Κύπρου, ο κύριος Ησαΐας βρίσκεται σε κοινωνία με αυτόν, άρα και με όσους είναι σε κοινωνία με τον Προκαθήμενό του. Κανονικές συνέπειες δεν παράγει η φυσική συμμετοχή σε ένα συλλείτουργο, αλλά η διατήρηση της εκκλησιαστικής κοινωνίας με έναν Προκαθήμενο. 
Είτε, λοιπόν, ο Μητροπολίτης Ταμασού είναι ήδη ακοινώνητος ως κοινωνών τω ακοινωνήτω Προκαθημένω του (που, κατά τη μοσχόφιλη επιχειρηματολογία, θα έπρεπε να λογίζεται ως ακοινώνητος διότι κοινωνεί με τον Κιέβου Επιφάνιο), ή θα πρέπει να παραδεχθεί δημόσια τις εκκλησιολογικές συνέπειες αυτού που πράττει στη Θεία Λειτουργία. Tertium non datur. Οι Πατέρες της Εκκλησίας υπήρξαν σοφοί στον τρόπο που ανάπτυξαν τις κανονικές δομές της, ώστε κανείς μόνο τους θεολογικά αδαείς να ξεγελάει δύναται.

3/11/2020

Στον Γερμανο-Κουρδικό Πολιτιστικό Σύλλογο στο Μόναχο


Ύστερα από πρόσκληση της κ. Songül Akpinar ο Πρωτοπρεσβύτερος π. Απόστολος Μαλαμούσης, Αρχιερατικός Επιτετραμμένος για τις δημόσιες σχέσεις με τη Βαυαρική Πολιτεία και ο κ. Γεώργιος Βλαντής, Διευθυντής του Συμβουλίου των Χριστιανικών Εκκλησιών της Βαυαρίας, επισκέφθηκαν την Κυριακή 8 Μαρτίου 2020 τον Γερμανο-Κουρδικό Πολιτιστικό Σύλλογο Mizgefta Ehmede Hane στο Μόναχο.
Ο ιμάμης και μέλη του συλλόγου υποδέχθηκαν τον π. Απόστολο και τον κ. Βλαντή με ιδιαίτερη εγκαρδιότητα και τη γνωστή πατροπαράδοτη κουρδική φιλοξενία και είχαν μια λίαν ενδιαφέρουσα ανταλλαγή απόψεων σχετικά με τις σχέσεις χριστιανών και μουσουλμάνων στο Μόναχο και με την ενσωμάτωση της κουρδικής κοινότητας στη βαυαρική κοινωνία.

11/18/2019

"ΕΠΙ ΤΑ ΟΡΗ ΤΑ ΑΡΑΡΑΤ": ΜΙΑ ΕΛΛΗΝΟΑΡΜΕΝΙΚΗ ΣΥΝΑΥΛΙΑ ΣΗΜΕΡΑ ΣΤΟ ΜΕΓΑΡΟ ΜΟΥΣΙΚΗΣ ΑΘΗΝΩΝ


Το Καλλιτεχνικό Σύνολο «Πολύτροπον» (υπεύθυνος: Παναγιώτης Αντ. Ανδριόπουλος), παρουσιάζει σήμερα Δευτέρα 18 Νοεμβρίου 2019, στις 8 μ.μ. στην Αίθουσα Διδασκαλίας της Μουσικής Βιβλιοθήκης του Συλλόγου Οι Φίλοι της Μουσικής στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών, μια συναυλία αρμενικής και ελληνικής μουσικής. 
Θρησκευτικοί ύμνοι από την αρμενική και την βυζαντινή μουσική παράδοση (a capella) και τραγούδια για φωνή και πιάνο στα αρμενικά και ελληνικά. 
Η συναυλία αφιερώνεται στον αρμένιο αρχιμανδρίτη Κομιτάς (1869-1935) με αφορμή τα 150 χρόνια από την γέννησή του.


Ο αρχιμανδρίτης Κομιτάς ήταν συνθέτης, τραγουδιστής, μουσικοπαιδαγωγός, εθνομουσικολόγος και θεωρείται ως ο θεμελιωτής της νεότερης κλασικής αρμενικής μουσικής. Στην συναυλία θα ακουστούν αρκετά από τα τραγούδια τα οποία ο ίδιος ο Κομιτάς, περιοδεύοντας στην πατρίδα του, συνέλεγε και κατέγραφε σε ιδιαίτερη μουσική γραφή. Είναι αυτός που μέσω της καταγραφής έσωσε την τελευταία στιγμή τη μουσική της Δυτικής Αρμενίας, πριν τον όλεθρο της γενοκτονίας. 
Από το ελληνικό ρεπερτόριο της βραδιάς ξεχωρίζει η «Κασσιανή» (1919) του μεγάλου μαέστρου και συνθέτη Δημήτρη Μητρόπουλου, με αφορμή την συμπλήρωση 100 χρόνων από τη σύνθεσή της. Πρόκειται για την ποιητική απόδοση του τροπαρίου της Κασσιανής μοναχής από τον Κωστή Παλαμά, από τη γέννηση του οποίου συμπληρώθηκαν φέτος 160 χρόνια.

11/14/2019

Η Εκκλησία της Ελλάδος και η ουκρανική αυτοκεφαλία


Συνέντευξη του Γιώργου Βλαντή, Διευθυντού του Συμβουλίου Χριστιανικών Εκκλησιών της Βαυαρίας, στην ιστοσελίδα Nachrichtendienst Östliche Kirchen

Στις 19 Οκτωβρίου ο Αρχιεπίσκοπος Αθηνών Ιερώνυμος μνημόνευσε τον Μητροπολίτη Επιφάνιο (Dumenko) κατά τη Θεία Λειτουργία στη Θεσσαλονίκη. Εγκαθιδρύθηκε με τον τρόπο αυτό εκκλησιαστική κοινωνία μεταξύ της Εκκλησίας της Ελλάδος και της νέας ορθόδοξης Εκκλησίας της Ουκρανίας;
Η ορθόδοξη Εκκλησία της Ελλάδος βρίσκεται πλέον όντως σε πλήρη κοινωνία με την αυτοκέφαλη Εκκλησία της Ουκρανίας. Η μνημόνευση του Προκαθημένου της νέας Εκκλησίας, Μητροπολίτη Επιφανίου, κατά το συλλείτουργο του Οικουμενικού Πατριάρχη με τον Αρχιεπίσκοπο Αθηνών στη Θεσσαλονίκη ήταν η πρώτη λειτουργική έκφραση της εγκαθίδρυσης της κοινωνίας αυτής. Ο Ιερώνυμος Β´ δεν έλαβε μέρος στη Λειτουργία της Θεσσαλονίκης μόνο ως επί κεφαλής της Αρχιεπισκοπής Αθηνών, αλλά ως Προκαθήμενος της Εκκλησίας της Ελλάδος και, ως εκ τούτου, ως κέντρο της ενότητάς της. Μετά την απονομή της αυτοκεφαλίας απέφευγε για πολλούς μήνες να συλλειτουργήσει με τον Πατριάρχη Βαρθολομαίο, προφανώς και για το λόγο ότι στη Λειτουργία που τελεί ο Οικουμενικός Πατριάρχης μνημονεύεται πάντοτε και ο Προκαθήμενος της Εκκλησίας της Ουκρανίας. Αμέσως όμως μετά τις συνοδικές αποφάσεις της Εκκλησίας του ο Ιερώνυμος το έκανε. Στις 21 Οκτωβρίου ο Αρχιεπίσκοπος Αθηνών απέστειλε στον Μητροπολίτη Επιφάνιο το ειρηνικό του γράμμα ως απάντηση στο αντίστοιχο του τελευταίου μετά την εκλογή του ως Προκαθημένου της Ορθόδοξης Εκκλησίας της Ουκρανίας στις 15 Δεκεμβρίου 2018. Στο ειρηνικό γράμμα ο Ιερώνυμος ανακοινώνει σαφώς την έναρξη πλήρους κοινωνίας με τη νέα Εκκλησία. Με το συλλείτουργο με τον Οικουμενικό Πατριάρχη και το ειρηνικό γράμμα ο Αρχιεπίσκοπος Αθηνών έκανε χρήση του κανονικού προνομίου του, ως Προκαθήμενος μιας αυτοκέφαλης Εκκλησίας, να εντάξει το όνομα του νέου Προκαθημένου στα Δίπτυχα της Εκκλησίας του και με τον τρόπο αυτό να εγκαθιδρύσει κοινωνία με τη νέα Εκκλησία. Το προνόμιο αυτό το επιβεβαίωσαν οι συνοδικές αποφάσεις της Διαρκούς Ιεράς Συνόδου (28 Αυγούστου 2019) και της Ιεραρχίας της Εκκλησίας της Ελλάδος (12 Οκτωβρίου 2019). Δεν πρόκειται για κάτι το καινούριο, αλλά για την παραδεδομένη πράξη των Προκαθημένων των αυτοκεφάλων Εκκλησιών ύστερα από την απονομή μίας νέας αυτοκεφαλίας από το Οικουμενικό Πατριαρχείο.

9/08/2019

ΤΟ ΚΕΡΔΟΣ ΜΙΑΣ ΚΡΙΣΗΣ - Οφέλη της ουκρανικής υπόθεσης


Του Γιώργου Βλαντή
Σήμερα, 7 Σεπτεμβρίου 2019, συμπληρώνεται χρόνος από την ιστορική απόφαση της Αγίας και Ιεράς Συνόδου του Οικουμενικού Πατριαρχείου για τον καθορισμό των αρχιεπισκόπου Παμφίλου κ. Δανιήλ και επισκόπου Edmonton κ. Ιλαρίωνα ως εξάρχων του στο Κίεβο με αποστολή να συμβάλουν στην προετοιμασία της χορήγησης αυτοκεφαλίας στην Εκκλησία της Ουκρανίας. Μία εβδομάδα αργότερα η Ιερά Σύνοδος της Εκκλησίας της Ρωσίας θα ξεκινούσε τη λήψη αποφάσεων που οδήγησαν στη διακοπή κοινωνίας με το Οικουμενικό Πατριαρχείο. Ήδη όμως στις 8 Σεπτεμβρίου του 2018, πριν τις επίσημες αποφάσεις του Πατριαρχείου Μόσχας, οι εκπρόσωποί του που συμμετείχαν στο συνέδριο ορθόδοξης πνευματικότητας της μοναστικής κοινότητας του Bose έλαβαν εντολή να μη συμμετάσχουν στη διορθόδοξη λειτουργία που ήταν προγραμματισμένο να τελεστεί. Η λειτουργική αυτή σύναξη επισκιάστηκε μάλιστα και από την αψυχολόγητη αντίδραση θερμόαιμου ιεράρχη του Πατριαρχείου Αλεξανδρείας, ο οποίος, μπροστά σε ένα έκπληκτο εκκλησίασμα, επέκρινε την Πρωτόθρονη Εκκλησία. Η συμπεριφορά του θορυβώδους κληρικού προϊδέαζε απλώς για τη στάση ιερωμένων ελληνόφωνων Εκκλησιών τους μήνες που θα ακολουθούσαν. 
Η επέτειος αυτή είναι αφορμή για μια τηλεγραφική απαρίθμηση κάποιων μόνο θετικών στοιχείων που αναδείχθηκαν μέσα στην κρίση αυτή. Η αναφορά στα κέρδη που πιστεύω ότι αποκόμισε η Ορθοδοξία από την ουκρανική υπόθεση δεν είναι εξαντλητική, ούτε συνεπάγεται χαρά για τη σημερινή κατάσταση, αντιθέτως. Πιστεύω όμως ότι η ένταση στις διορθόδοξες σχέσεις που πυροδοτήθηκε από τη χορήγηση αυτοκεφαλίας στην Εκκλησία της Ουκρανίας λειτουργεί απομυθευτικά και καθαρτικά, συμβάλλει στην ευκρίνεια του βλέμματός μας. 

9/04/2019

Η εν Ελλάδι εχθρότητα προς το Οικουμενικό Πατριαρχείο και ο κληρικός Αναστάσιος Γκοτσόπουλος


ΠΑΤΡΑ, ΓΕΡΜΑΝΙΑ ΚΑΙ ΟΥΚΡΑΝΙΑ 
Στο πλέον πρόσφατο τεύχος (35/27.08.2019) της εβδομαδιαίας έκδοσης «Οικουμενική Πληροφορία» („Ökumenische Information“), στη σελίδα 6, φιλοξενείται ημισέλιδο άρθρο με τίτλο «Ελληνική Εκκλησία πριν την αναγνώριση της Αυτοκεφαλίας της Ουκρανίας» („Griechische Kirche vor Anerkennung der Ukraine-Autokephalie“). Το δημοσίευμα είναι ανυπόγραφο, όπως είθισται με όλες τις σύντομες ειδήσεις που συγκεντρώνονται στο περιοδικό αυτό, το οποίο εκδίδει το «Καθολικό Πρακτορείο Ειδήσεων» („Katholische Nachrichten-Agentur“) σε σύνδεση με το Ινστιτούτο Johann-Adam-Möhler και το οποίο αποτελεί μία από τις κυριότερες γερμανόφωνες δημοσιογραφικές πηγές πληροφόρησης για ζητήματα οικουμενικής κίνησης και διαθρησκειακού διαλόγου. Έμπειροι δημοσιογράφοι καταγράφουν, μεταξύ άλλων, συστηματικά τις εξελίξεις στο χώρο της Ορθοδοξίας. Όπως θα ανέμενε κανείς, σχεδόν σε κάθε τεύχος δημοσιεύονται ενδιαφέρουσες πληροφορίες και οξυδερκή κριτικά σχόλια περί το ουκρανικό ζήτημα. 
Στην πρώτη παράγραφο του άρθρου καταγράφεται η μνημόνευση του Κιέβου Επιφανίου κατά τη Θεία Λειτουργία της 24ης Αυγούστου στον Ιερό Ναό Αγίου Διονυσίου Ζακύνθου, όπου συλλειτούργησαν επτά Μητροπολίτες της Εκκλησίας της Ελλάδος και δύο του Πατριαρχείου Αλεξανδρείας. 
Στη δεύτερη γίνεται αναφορά στην αναμενόμενη ενασχόληση της Διαρκούς Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος με το ουκρανικό ζήτημα τον Αύγουστο (το τεύχος είχε τυπωθεί προτού ολοκληρωθούν οι εργασίες της), αλλά και τις αντίστοιχες προοπτικές που διαγράφονται σε άλλες Αυτοκέφαλες Εκκλησίες. 
Η τρίτη θέτει το ζήτημα ορισμένων εν Ελλάδι αντιδράσεων στην ουκρανική Αυτοκεφαλία. «Ωστόσο διατηρείται περαιτέρω στην Ελλάδα επίσης και εχθρότητα ενάντια στην „ουκρανική λύση“ του Οικουμενικού Πατριάρχη» („Allerdings hält sich in Griechenland weiter auch Feindseligkeit gegen die „Ukraine-Lösung“ des Ökumenischen Patriarchen“), παρατηρεί στην εισαγωγική του πρόταση ο δημοσιογράφος, για να συνεχίσει ευθύς αμέσως: «Έτσι, στη Μητρόπολη της Πάτρας συγκρίνει ένας πρωτοπρεσβύτερος Αναστάσιος Γκοτσόπουλος τις δηλώσεις του Βαρθολομαίου Α´ κατά την επίσκεψή του στο Κίεβο πριν από 11 χρόνια με τη θεμελίωση που παραθέτει σήμερα υπέρ της ουκρανικής Αυτοκεφαλίας» (η υπογράμμιση του συντάκτη του γερμανικού άρθρου• στο πρωτότυπο: „So vergleicht in der Metropolis von Patras ein Erzpriester Anastasios Gotsopoulos die Aussagen von Bartholomaios I. bei seinem Besuch in Kiew vor elf Jahren mit der Begründung, die er heute zugunsten der ukrainischen Autokephalie anführt). Το σύντομο άρθρο κλείνει, δίχως περαιτέρω σχόλιο, με μία σύνοψη θέσεων που διατυπώνει ο κληρικός Αναστάσιος Γκοτσόπουλος και που είναι γνωστές στο ελληνόφωνο κοινό από το δημοσίευμά του «Απλές ερωτήσεις κατανόησης κειμένου». 

6/19/2019

Ο ΠΡΩΗΝ ΚΙΕΒΟΥ ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ ΜΕΤΑΞΥ ΘΕΟΛΟΓΙΑΣ ΚΑΙ ΒΙΟΛΟΓΙΑΣ


Του θεολόγου Γιώργου Βλαντή
Διευθυντή (Geschäftsführer) του Συμβουλίου των Χριστιανικών Εκκλησιών της Βαυαρίας (ACK Bayern)
Από την ανακήρυξη της ανεξαρτησίας της Ουκρανίας εκδηλώθηκε συστηματικά προσπάθεια στραγγαλισμού της επιθυμίας του εκκλησιαστικού πληρώματος της χώρας αυτής για τη χορήγηση αυτοκεφαλίας. Η δίωξη των αιτούντων μία πέρα από πατερούλια δεσμά εκκλησιαστική διοίκηση εκφράστηκε με την υποκριτική δαιμονοποίηση του πάλαι ποτέ μητροπολίτη Κιέβου Φιλάρετου. Ο ως σατανάς παρουσιάζομενος ιεράρχης υπήρξε επί δεκαετίες εκλεκτός του σοβιετικού καθεστώτος, εξ ίσου αποδεκτός όσο και οι μεταγενέστεροι πολέμιοί του. Επιλέγοντας το δρόμο της απόσχισης από τη Μόσχα δεν υπήρξε ούτε ο πρώτος, ούτε ο τελευταίος στη διάπραξη αντικανονικών ενεργειών. Το γεγονός όμως ότι μια εξαιρετικά μεγάλη μερίδα του ουκρανικού λαού τον ακολούθησε στις ακανθώδεις ατραπούς του, σημαίνει ότι, πέρα από το ατομικό του καπρίτσιο, ο άνθρωπος αυτός εξέφραζε το αίτημα ενός ευρέως φάσματος χριστιανών. Μια ορισμένη προπαγάνδα τον παρουσιάζει με τα πιο μελανά χρώματα, όμως για μεγάλο μέρος του λαού της Ουκρανίας είναι ένας εθνικός ήρωας.
Ο πρώην Κιέβου Φιλάρετος είναι ένας δύσκολος άνθρωπος, ζυμωμένος με τα πρότυπα μιας περασμένης εποχής και μαθημένος επί δεκαετίες να κυριαρχεί μονοκρατορικά. Η κατάσταση του σχίσματος τον έκανε δυσκολότερο. Κι αυτό ακριβώς δίνει αφορμή να εκτιμήσει κανείς τη σοφία του Οικουμενικού Πατριαρχείου, το οποίο εξάντλησε κάθε περιθώριο οικονομίας, ώστε να επαναφέρει τόσο αυτόν, όσο και το υπ᾽ αυτόν ποίμνιο στην κανονική Εκκλησία. Η μακρόχρονη παραμονή στο σχίσμα αλλοτριώνει. Η δεξίωση στην Εκκλησία ανοίγει τον ορίζοντα και ελευθερώνει. Εκείνοι που κατηγορούν τον Φιλάρετο ας ασκήσουν την αυτοκριτική τους για την αντιχριστιανική στάση τους που οδήγησε τον άνθρωπο αυτόν, και όχι μόνο, στα όρια της ασφυξίας. Το Οικουμενικό Πατριαρχείο έσωσε εκατομμύρια ανθρώπων από την αλλοτρίωση της απομόνωσης.
Το γεγονός ότι πλείστοι προκαθήμενοι και υπ᾽ αυτούς ιεράρχες επικαλούνται τις εκκρεμότητες ενός ενενηντάχρονου για να αρνηθούν να δεξιωθούν στις Εκκλησίες τους εκατομμύρια ανθρώπων, λες και ένας λαός πρέπει να καταδικάζεται στη στέρηση του Κυρίου εξ αιτίας των αδυναμιών ενός γηραιού κληρικού, είναι ντροπή, είναι σκάνδαλο και είναι υποκρισία, ξεγυμνώνει δε πολλούς υπερπροβεβλημένους αγαπολόγους της φαντασμαγορικής ευκολίας. Η αγάπη δεν φαίνεται στα απλά και ανώδυνα. Η αγάπη φαίνεται στη στάση απέναντι στον πόνο, στη βρωμιά, στην αμαρτία. Φαίνεται πως αγαπάς αληθινά όταν σκύβεις το χέρι σου όχι στον παρφουμαρισμένο και άρτιο, αλλά σε αυτόν που σε αηδιάζει, με τα χυμένα του αίματα, με το πύον του, με τη μπόχα του, με τα αμαρτήματά του.
Ο πρώην Κιέβου Φιλάρετος δυσκολεύεται να προσαρμοστεί στη νέα κατάσταση της εν Ουκρανία Αυτοκέφαλης Εκκλησίας. Τον τελευταίο καιρό λέει ρήματα άρρητα, τα οποία υπερπροβάλλουν οι αρνητές της ουκρανικής αυτοκεφαλίας και τα φερέφωνά τους (και εν Ελλάδι: η κρίση της Ουκρανίας δείχνει ότι έχουμε γεμίσει με προδότες, κληρικούς και λαϊκούς, θεολόγους και λοιπούς). Τα ρήματα αυτά είναι τα ρήματα ενός απεγνωσμένου ενενηντάχρονου, με σαφώς περιορισμένη επαφή με τον κόσμο. Είναι βέβαιο πως τα εγχειρήματά του θα έχουν περιορισμένη απήχηση. Το ένστικτο της αυτοσυντήρησης και η κοινή λογική θα αποτρέψουν σοβαρά σχίσματα. Η αποστασιοποίηση της Εκκλησίας της Ουκρανίας από τον πρώην Κιέβου αποδυναμώνει επί της ουσίας όσους τον επικαλούνται ως άλλοθι της δειλίας, της φιλαργυρίας ή της προδοσίας τους.
Ενδείκνυται η εξάντληση της υπομονής και της εκκλησιαστικής οικονομίας για τον γέροντα αυτόν, ο οποίος ευτύχησε, ύστερα από μεγάλη περιπέτεια, να επιστρέψει στην κανονική Εκκλησία. Θα ήταν καλό μέσα σ᾽ αυτήν να κλείσει τα μάτια του. Ίσως ακούγεται κυνικός, ο παρακάτω ισχυρισμός όμως κρύβει μία έγνοια: Ο πρώην Κιέβου Φιλάρετος βρίσκεται πλέον πολύ λιγότερο στα χέρια της θεολογίας και ουσιαστικά σε εκείνα της βιολογίας.

12/15/2018

Η ΕΝΩΤΙΚΗ ΣΥΝΟΔΟΣ ΚΑΙ Ο ΝΕΟΣ ΠΡΟΚΑΘΗΜΕΝΟΣ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΤΗΣ ΟΥΚΡΑΝΙΑΣ


Του θεολόγου Γιώργου Βλαντή


Ανήμερα του αγίου Ελευθερίου (με το νέο ημερολόγιο) η νεοσύστατη Αυτοκέφαλη Εκκλησία της Ουκρανίας εόρτασε τη θεσμική ελευθερία της με τη σύγκληση της Ενωτικής Συνόδου, την έγκριση του Καταστατικού της Χάρτη και την εκλογή του Προκαθημένου της Μητροπολίτη Κιέβου κ. Επιφανίου. Η σημαντική αυτή εξέλιξη θα στεφθεί με τη συλλειτουργία του νεοεκλεγέντος με την Αυτού Θειοτάτη Παναγιότητα, τον Οικουμενικό Πατριάρχη κ. Βαρθολομαίο. Ο Προκαθήμενος της Ορθοδοξίας θα επιδώσει στον κ. Επιφάνιο πανηγυρικά τον Τόμο της Αυτοκεφαλίας στις 6 Ιανουαρίου 2019. Με τον τρόπο αυτό δεν θα επέλθει η τελεία λύση του ουκρανικού δράματος, όμως θα στερεωθούν έτι περαιτέρω οι θεσμικές-κανονικές βάσεις για την οριστική υπέρβασή του. Μια εποχή αβεβαιότητας τελειώνει. 
Όποιος παρακολουθεί τους τελευταίους μήνες τα τεκταινόμενα στην Ουκρανία διαπιστώνει την ορθότητα της θέσης του Μακ. Αρχιεπισκόπου Αλβανίας κ. Αναστασίου, ο οποίος παραλληλίζει τη διαδικασία της χορήγησης Αυτοκεφαλίας στην πολύπαθη αυτή Εκκλησία με πορεία σε ναρκοπέδιο. Ακριβώς όμως γι᾽ αυτό παρενέβη το Οικουμενικό Πατριαρχείο. Ο συντονιστής της ορθόδοξης ενότητας δεν υπάρχει μόνο για να ποζάρει στο κέντρο της ομαδικής φωτογραφίας και να ακούει κοινοτοπίες για τους ακατάλυτους δεσμούς των Ορθοδόξων Εκκλησιών, οι οποίες διαψεύδονται εκ των πραγμάτων σε κάθε κρίση. Στην Ορθοδοξία δεν υφίσταται Πάπας με το εύρος των δικαιοδοσιών του Επισκόπου Ρώμης, υπάρχει όμως Πρώτος. Γνώρισμα, αλλά και καθήκον του Πρώτου είναι όχι απλώς να επευλογεί μια αληθινή ή φαντασιακή πανορθόδοξη αρμονία (όσοι περιορίζουν το ρόλο του σε αυτό εκφράζουν μια είτε ιδιοτελή είτε τελείως ουτοπική αντίληψη της Εκκλησίας), αλλά να προπορεύεται. Αναζητάει τη συμφωνία, αναλαμβάνει όμως και τις ευθύνες του απέναντι στην ιστορία και εναντίον εκείνων που κάνουν παράχρηση ενός πραγματικού ή υποτιθέμενου δικαιώματος βέτο για να οδηγούν επί δεκαετίες τα ορθόδοξα πράγματα στην παράλυση. Ο ποιμένας δεν καμαρώνει απλώς τα πρόβατά του. Παίρνει και αποφάσεις, ενίοτε επώδυνες, πλην όμως αναγκαίες για αυτά. Ο ποιμένας είναι ποιμένας όταν είναι σε θέση να κόβει γόρδιους δεσμούς, όπως αυτός της Ουκρανίας. Και το έκανε στην πλέον ενδεδειγμένη στιγμή, όταν η πολεμική ένταση μεταξύ Ρωσίας και Ουκρανίας έφτασε τα πράγματα στο απροχώρητο και όταν η στάση της Εκκλησίας της Μόσχας έναντι της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου κατέδειξε την ουσιαστική απροθυμία της μεγάλης σλαβικής Εκκλησίας να συμβάλει σε μία συνοδική λύση του ζητήματος αυτού. Όσοι ρωτούν «Γιατί τώρα;» και «Γιατί με αυτή τη μέθοδο;» μάλλον είναι αφελείς ή ρωτούν εκ του πονηρού. 

10/23/2018

ΤΑ ΑΡΧΑΙΑ ΠΑΤΡΙΑΡΧΕΙΑ ΚΑΙ Η ΣΗΜΕΡΙΝΗ ΟΥΚΡΑΝΙΚΗ ΚΡΙΣΗ


Γιώργος Βλαντής 
Διευθυντής του Συμβουλίου των Εκκλησιών της Βαυαρίας 
Επιστημονικός συνεργάτης της Ακαδημίας Θεολογικών Σπουδών Βόλου
Η ουκρανική κρίση έχει για την Ορθοδοξία καθαρτικό χαρακτήρα. Αποκαλύπτει πολλά από όσα επιμελώς κρύβονταν επί δεκαετίες σε διάφορες Εκκλησίες και φανερώνει πόσο κίβδηλα ήσαν πράγματα που υμνολογούνταν από ιδεαλιστές, ιδεοληπτικούς ή απλώς καλοπληρωμένους ως τάχα ακεραίως ορθόδοξα. Επίσης, δίνει μια ακόμη ευκαιρία να στρέψουμε την προσοχή μας στα πρεσβυγενή Πατριαρχεία Αλεξανδρείας, Αντιοχείας και Ιεροσολύμων, τα οποία γενικώς παραβλέπουμε, ενθυμούμενοι την παρουσία τους μόνο όποτε αναφίεται μία εκκλησιαστική κρίση. 
Το ότι όλα είναι εμπερίστατα είναι κοινό μυστικό, παρ᾽ ό, τι οι ειδικές συνθήκες ζωής του καθενός διαφέρουν. Από χριστιανική σκοπιά δικαιούται όμως κανείς να καταδικάσει ως ιταμή κάθε προσπάθεια επηρεασμού της εκκλησιαστικής τους θέσης με εκβιασμούς, γεωπολιτικά ή οικονομικά ανταλλάγματα. Δηλώσεις Ρώσων κληρικών έδειξαν ότι κάποιες τέτοιες προσπάθειες έγιναν και γίνονται. Η διαρκής επισήμανση της βαρύτητας των Σλάβων προσκυνητών για αυτά είναι ίσως η πιο κομψή έκφραση της πίεσης που τους ασκείται. 
Και όμως, μέσα στις δυσχερείς αυτές συνθήκες, τα πρεσβυγενή Πατριαρχεία δεν φαίνεται να χάνουν την εκκλησιακή τους συνείδηση. Οι δηλώσεις Προκαθημένων τους με τις οποίες στήριξαν τον Μητροπολίτη Ονούφριο ήταν αναμενόμενες, καθώς εκφέρθηκαν σε μία περίοδο όπου όντως η μόνη κανονική δομή στην Ουκρανία ήταν η υπό τον (από τις 11 Οκτωβρίου ενδιαφερόντως άφωνο) αυτόν αρχιερέα. Δεν θα μπορούσε να περιμένει κανείς από Πρωθιεράρχες ότι θα ενισχύσουν σχισματικούς προτού αυτοί αποκατασταθούν στο Σώμα της Εκκλησίας, έστω και αν θα ήταν ευκταία μία ρητή έκφραση εμπιστοσύνης στην Κωνσταντινούπολη. Τόσο στην κοινή έκκληση των Προκαθημένων Αλεξανδρείας και Πολωνίας, όσο και στην αντίστοιχη εκείνων της Αντιοχείας και της Σερβίας (σημειωτέον ότι η δεύτερη δημοσιεύεται μετά τις τελευταίες αποφάσεις των Εκκλησιών Κωνσταντινουπόλεως και Μόσχας) αποφεύγεται κάθε ακραίος χαρακτηρισμός και προκρίνονται γενικόλογες διατυπώσεις καταφανώς αντικείμενες προς τη ρητορική που καθημερινά, μανικά και εμμονικά χρησιμοποιεί ο Μητροπολίτης Βολοκολάμσκ και οι συν αυτώ. Ενώ η Ρωσία μιλάει για σχισματικό Βαρθολομαίο και για ένα Πατριαρχείο που αποκόπηκε από το Σώμα της Εκκλησίας, οι Πρωθιεράρχες αυτοί μιλούν για έναν αδελφό και ουδόλως οικειοποιούνται τις κανονικές συνεπαγωγές της ακραίας ρωσικής θέσης. Μάλιστα, αν πιστέψουμε στην κανονική εγκυρότητα της αρχής ότι ο «ακοινωνήτω κοινωνών ακοινώνητος», καλό θα ήταν να αναρωτηθούν οι Ρώσοι ιεράρχες τί σημαίνει γι᾽ αυτούς το ότι συνεχίζουν να κοινωνούν με Εκκλησίες που συνεχίζουν να αναγνωρίζουν κανονικά και μυστηριακά την Κωνσταντινούπολη. Η χθεσινή (22 Οκτωβρίου) τελετή στο ιεροσολυμιτικό Μετόχιο στη Βασιλίδα των Πόλεων και η γνωστοποίηση του Γράμματος του Πατριάρχη Ιεροσολύμων με το οποίο αιτείται Μύρου από τον Οικουμενικό Πατριάρχη, χώρια ή διόλου τυχαία προσφώνηση του Αρχιεπισκόπου Ανθηδώνος, αποτελεί σαφή πράξη όχι μόνο συναισθηματικής αλληλεγγύης, αλλά και αναγνώρισης της κανονικότητας των πράξεων της Πρωτόθρονης Εκκλησίας. Προφανώς δεν είναι δίχως σημασία και η προβολή που επιφύλαξε η Εκκλησία Αλεξανδρείας στην προ ημερών εγκάρδια συνάντηση του Προκαθημένου της με τον Πρέσβη της Ουκρανίας στην Αίγυπτο.
Είναι άλλωστε σαφές ότι ο ισοπεδωτικός αυτοκεφαλισμός που εισηγείται η Μόσχα καθρεφτίζει ουσιαστική περιφρόνηση των κανονικών προνομίων των πρεσβυγενών Πατριαρχείων και της Εκκλησίας της Κύπρου, τα οποία έχουν δοθεί από Οικουμενικές Συνόδους. Αμφισβητώντας την κανονικότητα των κινήσεων του Οικουμενικού Πατριάρχη, οι Εκκλησίες αυτές θα στρέφονταν ενάντια προς τα καλώς νοούμενα συμφέροντά τους. Το ότι, πέρα από τις εκκλησιακές έγνοιες, ακόμη και στοιχειώδης πραγματισμός φαίνεται πως θα αποτρέψει τις Εκκλησίες αυτές από ακρότητες, μόλις είναι ανάγκη να το επισημάνουμε. 
Αν πιστεύουμε ότι δεν υπάρχουν Εκκλησίες πρώτης και δεύτερης διαλογής και ότι η κοσμική δύναμη δεν πρέπει να αποτελεί τον πρωταρχικό ρυθμιστικό παράγοντα της ζωής της Εκκλησίας, είναι προφανές ότι δυνάμεθα να αντλήσουμε διδάγματα και από τον τρόπο χειρισμού της κρίσης των Εκκλησιών Αντιοχείας και Ιεροσολύμων. Δεν έχω κρύψει την αποδοκιμασία μου για τον τρόπο που το Πατριαρχείο Αντιοχείας εργαλειοποίησε την κρίση αυτή για να δικαιολογήσει την απουσία του από την Αγία και Μεγάλη Σύνοδο (αν και, ενδεχομένως, ως προς το συγκεκριμένο ζήτημα του Κατάρ να έχει δίκαιο), έλειψε όμως ο μελοδραματισμός, η ένταση και οι χυδαίες ύβρεις που διακρίνουν εκφραστές της ρωσικής στάσης απέναντι στην Κωνσταντινούπολη σήμερα. Και στις δύο περιπτώσεις έχουμε να κάνουμε με μονομερή διακοπή κοινωνίας και συναφείς μομφές, τα πρεσβυγενή όμως Πατριαρχεία Αντιοχείας και Ιεροσολύμων δεν προχώρησαν σε τέτοιας έκτασης λεκτικές βιαιότητες και αναξιοπρεπείς «διπλωματικούς» μαραθωνίους εκκλησιαστικών και πολιτικών αξιωματούχων.
Νομίζω ότι τα αρχαία Πατριαρχεία δύνανται να δείξουν πως η γλώσσα των εκβιασμών, των ύβρεων, των γεωπολιτικών και οικονομικών «ανταλλαγμάτων» δεν έχει μακροπρόθεσμα ελπίδα στην Ορθοδοξία. Είθε να συνεχίσουν να στέκονται στο ύψος των περιστάσεων, με σύνεση, αλλά και την αποφασιστικότητα που επιβάλλουν οι σημερινές συνθήκες, όντας μεν Εκκλησίες πτωχές, «πολλούς δὲ πλουτίζοντες» (Β´ Κορ. 6:10). 

1/28/2018

Ο ΕΟΡΤΑΣΜΟΣ ΤΩΝ ΤΡΙΩΝ ΙΕΡΑΡΧΩΝ ΣΤΟ ΝΤΟΡΤΜΟΥΝΤ ΤΗΣ ΓΕΡΜΑΝΙΑΣ (ΦΩΤΟ ΚΑΙ ΒΙΝΤΕΟ)


Το Σάββατο 27 Ιανουαρίου 2018 το απόγευμα, στον Ι. Ναό Αγίων Αποστόλων στο Ντόρτμουντ της Γερμανίας, πραγματοποιήθηκε ο εορτασμός της μνήμης των Τριών Ιεραρχών.
Το πρόγραμμα περιλάμβανε Δοξολογία, χοροστατούντος του Θεοφιλεστάτου Επισκόπου Αριανζού κ. Βαρθολομαίου και ομιλία του θεολόγου Γεωργίου Βλαντή, Διευθυντή του Συμβουλίου των Εκκλησιών της Βαυαρίας, ο οποίος αναφέρθηκε στο θέμα των δυσκολιών προσέγγισης της Ορθόδοξης Εκκλησίας με τον Προτεσταντικό κόσμο.
Στον εορτασμό παρέστησαν οι Πολιτειακές, Ακαδημαϊκές και Θρησκευτικές Αρχές της πόλης και της ευρύτερης περιοχής.  
Μετά το πέρας της εκδηλώσεως ακολούθησε δεξίωση, ευγενική προσφορά των Εθελοντριών Κυριών της Διακονίας της Ενορίας, της οποίας προϊσταται ο Αρχιμανδρίτης Φιλόθεος Μαρούδας. 


1/23/2018

Η Ιερά Μητρόπολις Γερμανίας στην Εβδομάδα Προσευχής για την Ενότητα των Χριστιανών (φωτό)



Κάθε χρόνο, κατά κανόνα τον Ιανουάριο, εορτάζεται στη Γερμανία, η Εβδομάδα Προσευχής για την Ενότητα των Χριστιανών. Πρόκειται για μία παράδοση που έχει την απαρχή της στον 19ο αιώνα. 
Το Συμβούλιο των Χριστιανικών Εκκλησιών της Γερμανίας (ACK) στο οποίο συμμετέχει εκ μέρους της Ιεράς Μητροπόλεως Γερμανίας, ως αντιπρόεδρος, ο Πρωτοπρεσβύτερος Κωνσταντίνος Μύρων, διοργανώνει κάθε χρόνο την κεντρική σχετική εκδήλωση σε κάποια πόλη της Γερμανίας, με συμμετοχή της ACK του επιμέρους κρατιδίου της Γερμανίας, όσο και της πόλης, όπου λαμβάνει χώρα η σχετική τελετή. Σημειώνεται ότι και σε άλλες πόλεις οι τοπικές Εκκλησίες διοργανώνουν κοινές εκδηλώσεις.
Εφέτος η κεντρική εκδήλωση της ACK Γερμανίας έλαβε χώρα στην ιστορική πόλη Άουγκσμπουργκ (Augsburg) της Βαυαρίας, με σύμπραξη της ACK Βαυαρίας και της ACK Άουγκσμπουργκ.
Στο προεδρείο της ACK Βαυαρίας, ως γνωστό, εκπροσωπεί όλες τις Ορθόδοξες Εκκλησίες της Βαυαρίας και τις αρχαίες Ανατολικές Εκκλησίες Βαυαρίας, ο Πρωτοπρεσβύτερος Απόστολος Μαλαμούσης, ενώ ως διευθυντής της ACK Βαυαρίας έχει εκλεγεί ο θεολόγος κ. Γεώργιος Βλαντής.
Τη θεματολογία της φετινής Εβδομάδας Προσευχής ετοίμασαν χριστιανοί της Καραϊβικής, οι οποίοι επί πολλά χρόνια ήταν σκλάβοι των Ευρωπαίων κατακτητών, που όμως, μαζί με τις απάνθρωπες μεθόδους σκλαβιάς, έφεραν στην Καραϊβική και την Αγία Γραφή. Από την ανάγνωση της Βίβλου και ιδιαίτερα της ιστορίας της απελευθέρωσης των Εβραίων από τους Αιγυπτίους, αλλά και από το λυτρωτικό μήνυμα του Κυρίου στα Ευαγγέλια, μπόρεσαν οι κάτοικοι της Καραϊβικής να αντλήσουν ουσιαστική παραμυθία και δύναμη για να αγωνιστούν για την ελευθερία τους.
Για το λόγο αυτό το αγιογραφικό θέμα της εκδήλωσης ήταν: "Η δεξιά σου Κύριε δεδόξασται εν ισχύι" (Έξοδος 15,6), με ειδική μάλιστα αναφορά στη σκλαβιά.


Σκοπός της εκδήλωσης ήταν η ευαισθητοποίηση όλων μας απέναντι στις σύγχρονες μεθόδους σκλαβιάς και απάνθρωπης εκμετάλλευσης λαών και προσώπων στον οικογενειακό, στον εργασιακό και στον επαγγελματικό χώρο ζωής τους. 
Στην εκδήλωση στον ιστορικό ναό της Αγίας Άννας στη πόλη Άουγκσμπουργκ έλαβαν μέρος ο πρόεδρος της ACK Γερμανίας, σεβ. επίσκοπος της πόλης Σπάγιερ, κ. Καρλ-Χαιντς Βίζεμαν, ο αντιπρόεδρος της ACK Γερμανίας πρωτοπρεσβύτερος Κωνσταντίνος Μύρων, ο σεβ. επίσκοπος Άουγκσμπουργκ κ. Κόνραντ Τζντάρζα, ο πρόεδρος της ACK Βαυαρίας αιδ. Βέρτραμ Μάγιερ, ο ευαγγελικός επίσκοπος Άουγκσμπουργ κ. Μίχαελ Γκράμποφ, ο πρωτοπρεσβύτερος Απόστολος Μαλαμούσης, μέλος του προεδρείου ACK Βαυαρίας, και άλλοι εκπρόσωποι χριστιανικών εκκλησιών.
Ο διευθυντής της ACK Βαυαρίας κ. Γεώργιος Βλαντής μίλησε για το υπό έκδοση λεύκωμα "Προσκυνηματική πορεία της Δικαιοσύνης και της Ειρήνης", όπου θα κατατίθενται εμπειρίες προσκυνηματικών εκδρομών των χριστιανών της Βαυαρίας, τονίζοντας μεταξύ άλλων τα εξής:
"Στο λεύκωμα αυτό θα καταγράφονται εμπειρίες και ανακαλύψεις ανεκτίμητων πνευματικών θησαυρών. Ως ACK Βαυαρίας ελπίζουμε ότι με την κοινή πορεία αυξάνεται η νοσταλγία της Ενότητας. Όλοι μαζί είμαστε ισχυρότεροι στον αγώνα ενάντια σε κάθε μορφή αδικίας, πολέμου και θανάτου."


Στην ομιλία του ο σεβ. επίσκοπος κ. Βίζεμαν αναφέρθηκε στη θαυματουργική επέμβαση του Θεού για την απελευθέρωση των Ισραηλιτών από τους Αιγυπτίους και τόνισε ότι η αλληλεγγύη των χριστιανών προς όλους όσους υποφέρουν από τρομοκρατία, διαφθορά, αδικία, προσφυγιά και φτώχεια, θα γίνει ουσιαστικότερη, εάν οι Εκκλησίες δείξουν μεταξύ τους, στη πράξη, περισσότερη ενότητα, αλληλοσεβασμό και αλληλοεκτίμηση.
Μετά την εκδήλωση ακολούθησε δεξίωση στην παρακείμενη αίθουσα.
Πρωτοπρεσβύτερος Απόστολος Μαλαμούσης


1/20/2018

Η ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ "ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΤΥΠΟΣ" ΓΙΑ ΤΟ ΚΕΙΜΕΝΟ ΤΟΥ Γ. ΒΛΑΝΤΗ ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΑΓΩΓΗΣ ΓΚΟΤΣΟΠΟΥΛΟΥ



Του Παναγιώτη Αντ. Ανδριόπουλου 
Η εφημερίδα «Ορθόδοξος Τύπος» (φύλλο 2195/12-1-2018) απαντά με εκτενές κείμενο στο κείμενο του θεολόγου Γιώργου Βλαντή, με τίτλο «Μασονία, Οικουμενικό Πατριαρχείο και Αγία Σύνοδος», το οποίο δημοσιεύθηκε πριν λίγο καιρό στα ιστολόγιά μας ΙΔΙΩΤΙΚΗ ΟΔΟΣ και ΦΩΣ ΦΑΝΑΡΙΟΥ. Το κείμενο του Γ. Βλαντή γράφτηκε με αφορμή την αγωγή – και όχι την μήνυση, όπως γράφει ο «Ο.Τ.» - που κατέθεσε εναντίον μας ο κληρικός της Μητροπόλεως Πατρών Αναστάσιος Γκοτσόπουλος, ζητώντας ως «αποζημίωση» 20.000 ευρώ. 
Η εφημερίδα απαντά στον Γ. Βλαντή «παρακάμπτοντες τους ανοικείους χαρακτηρισμούς διά τον σεβαστόν και αγωνιστήν κληρικόν π. Αναστάσιον, καθώς είμεθα βέβαιοι ότι δεν χρειάζεται συνήγορον». 
Τα κύρια σημεία της απάντησης του «Ο.Τ.» είναι τα εξής: 
- Ο τίτλος «Πρώτος της Ορθοδοξίας», που χρησιμοποιεί ο Γ. Βλαντής για τον Οικουμενικό Πατριάρχης είναι «ανύπαρκτος», «διότι δεν υπάρχει «πρώτος» εις την Ορθοδοξίαν». 
- Θεωρεί ότι η επιστολή του Οικουμενικού Πατριάρχου Βαρθολομαίου προς τον Αρχιεπίσκοπο Αθηνών και πάσης Ελλάδος Ιερώνυμο, δια της οποίας καταγγέλλει την δράση της «ομάδας Ζήση» στην Γεωργία («δίκην Πάπα Ρώμης», αναφέρει), αποτελεί «ανάμειξι του Πατριάρχου εις ζητήματα που αφορούν αποκλειστικώς και μόνον εις τας δικαιοδοσίας της Εκκλησίας Ελλάδος και Γεωργίας. Δεν είναι αυτό διολίσθησις προς την παπικήν εκκλησιολογίαν;» διερωτάται ο συντάκτης. 
- Η άποψη του Γ. Βλαντή ότι ο Οικουμενικός Πατριάρχης είναι διάδοχος του Αποστόλου Ανδρέου θεωρείται «καθαρώς επηρεασμένη από τον Παπισμόν». 
- Ο Γ. Βλαντής έχει «αλλοιωμένη εκκλησιολογία» όταν θεωρεί ότι με τα όσα έγραψε ο κληρικός Α.Γ. για τον Πατριάρχη Αθηναγόρα, «εγείρεται μείζον θέμα για την τοπική Εκκλησία». Για τον «Ο.Τ.» η Ι. Μητρόπολις Πατρών δεν μπορεί να είναι «εκκλησιολογικώς υφισταμένη της Αρχιεπισκοπής Κων/πόλεως» και ο Πατριάρχης δεν διαθέτει «παπικόν αλάθητον», άρα θεσμός και πρόσωπον δεν ταυτίζονται. Αφού «μήπως δεν υπήρξαν Πατριάρχαι Κων/πόλεως αιρετικοί;» 
- Για τον «Ο.Τ.» το πρίσμα της θεολογίας του Γ. Βλαντή είναι «εντελώς κληρικαλιστικόν, δηλ. διαπνέεται από τας αρχάς του παπισμού» κι ακόμα «ο κ. Βλαντής έχει υποπέσει εις την «σωματειακήν» αντίληψιν της Εκκλησίας». 
- Ο συντάκτης του «Ο.Τ.» θεωρεί πως «ο τίτλος «Μεγάλη Εκκλησία» προέρχεται από τον περίλαμπρον Ι. Ναόν της Αγίας του Θεού Σοφίας και όχι από το Φανάρι». Άρα δεν μπορεί (;) το Οικουμενικό Πατριαρχείο να χρησιμοποιεί αυτόν τον τίτλο, ο οποίος αναφέρεται ακόμα και στο Σύνταγμα της Ελλάδος; 
Φυσικά δεν καταδέχομαι να απαντήσω στα του «Ο.Τ.». 
Σημειώνω, μόνο, πως με τις παραπάνω αντιπατριαρχικές θέσεις, υπερασπίζεται τον κληρικό της Μητροπόλεως Πατρών Α. Γκοτσόπουλο, ο οποίος θεωρεί ότι δεν είναι αντιπατριαρχικός. 
Κι ακόμα, έχει σημασία ότι η συγκεκριμένη απάντηση δημοσιεύεται σε ένα φύλλο του «Ο.Τ.» το οποίο έχει πρωτοσέλιδο και κύριο θέμα τον «αποστάτη» μακαριστό Οικουμενικό Πατριάρχη Αθηναγόρα.

12/26/2017

ΜΑΣΟΝΙΑ, ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΟ ΠΑΤΡΙΑΡΧΕΙΟ ΚΑΙ ΑΓΙΑ ΣΥΝΟΔΟΣ


ΜΑΣΟΝΙΑ, ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΟ ΠΑΤΡΙΑΡΧΕΙΟ ΚΑΙ ΑΓΙΑ ΣΥΝΟΔΟΣ 
Σχόλιο στην είδηση μιας αγωγής 
Γεώργιος Βλαντής 
Διευθυντής του Συμβουλίου των Εκκλησιών της Βαυαρίας 
Επιστημονικός Συνεργάτης Ακαδημίας Θεολογικών Σπουδών Βόλου

1. Η αγωγή και η υπεράσπιση ενός οράματος. Πριν από λίγους μήνες ο π. Αναστάσιος Γκοτσόπουλος, ιερατικώς προϊστάμενος του Ι. Ν. Αγίου Νικολάου Πατρών, κατέθεσε ογκώδη (76 σελ.) αγωγή εναντίον του συναδέλφου Παναγιώτη Ανδριόπουλου, για την οποία ήδη έγραψαν ακροθιγώς έντυπα και ηλεκτρονικά μέσα (π.χ. http://panagiotisandriopoulos.blogspot.de/2017/10/blog-post_69.html). Ο Πατρινός θεολόγος καλείται από το νόμο να απαντήσει στην ουσία των εναντίον του αιτιάσεων. Αυτή καθεαυτή όμως η είδηση της αγωγής εγείρει ορισμένα ζητήματα, τα οποία θα πρέπει να καταστούν αντικείμενα σχολιασμού, όχι παρά, αλλά ακριβώς εξ αιτίας των Αγίων Ημερών που εορτάζουμε. Η καταναλωτική ατμόσφαιρα που συνδέεται με τα Χριστούγεννα υπαγορεύει έναν περισσόν γλυκερότητας. Στις πυκνώσεις όμως εκείνες του εκκλησιαστικού έτους όπου με ιδιαίτερο τρόπο καλείται το χριστεπώνυμο πλήρωμα να γευθεί την αγιότητα, υπαγορεύεται η εντατικοποίηση της έγνοιας για την κατίσχυση της δικαιοσύνης και την ορθοτόμηση της αλήθειας, τόσο στα μεγάλα, όσο και στα μικρά.
Φαντάζομαι πως για το κείμενο τούτο ποικίλοι επώνυμοι και ανώνυμοι εχθροί του οικουμενισμού (για την ορολογία που δεν φοβάμαι: http://panagiotisandriopoulos.blogspot.de/2016/12/blog-post_83.html) και κατ’ επανάληψη υβριστές μου, εντύπως και διαδικτυακώς, θα με κοσμήσουν με τους συνήθεις πληκτικούς χαρακτηρισμούς που μου επιφυλάσσουν. Σημειώνω μόνο ότι θεωρώ τιμή μου να συνδράμω τους φίλους μου, όταν μάλιστα το θεμέλιο μιας σχέσης βρίσκεται πέρα από το αμιγώς προσωπικό και εντοπίζεται στο κοινό όραμα μιας οικουμενικά ανοικτής, δηλαδή όντως παραδοσιακής Ορθοδοξίας.
2. Το οψιμότατον της αντίδρασης σε έναν υποτιθέμενο «γκαιμπελισμό». Από τη σχετική είδηση (βλ. παραπάνω) πληροφορείται κανείς ότι ο π. Αναστάσιος Γκοτσόπουλος εγκαλεί τον κ. Ανδριόπουλο πως έχει στήσει ολόκληρη«προπαγάνδα» εναντίον του. Μιλάει μάλιστα και για την εφαρμογή «γκαιμπελικής» μεθόδου κατά του προσώπου του. Η χρήση της στερεότυπης αυτής φράσης μαρτυρεί περιορισμένη γνώση των συμφραζομένων του όρου τούτου και ακόμη πιο πενιχρή επίγνωση της βαρύτητας των χρησιμοποιούμενων αναλογιών. Ζώντας στη Γερμανία έχω ένα λόγο παραπάνω να επικρίνω τον παραπειστικό μελοδραματισμό των πληθωριστικών υπερβολών, όταν αυτός, έστω ανεπιγνώστως, καθρεφτίζει περιορισμένο σεβασμό στα θύματα ενός δαιμονικού καθεστώτος.
Αν δεχτεί όμως κανείς ότι υφίσταται όντως μία έστω και πολύ σχετική αντιστοιχία, δεν μπορεί παρά να νιώσει μια αμηχανία για το οψιμότατον της αντίδρασης του πατρός: Αν οι Ναζί έπιασαν την Ευρώπη «στον ύπνο», τουλάχιστον σήμερα θα ανέμενε κανείς πιο ταχείες κινήσεις ενάντια στην προπαγάνδα υποτιθέμενων μιμητών κεντρικών μεθόδων τους. Ο π. Γκοτσόπουλος αποτελεί επί χρόνια αντικείμενο επώνυμης, θαρραλέας και αυστηρής κριτικής από τον Αχαιό θεολόγο, οπότε δικαιούται κανείς να αναρωτηθεί πόσες φορές τα προηγούμενα χρόνια επιχείρησε ο θιγόμενος κληρικός να αντιδράσει σε υποτιθέμενες συκοφαντίες και ψεύδη και να απαντήσει ευθέως στις αιτιάσεις του συντοπίτη του. Κείμενό του δημοσιευμένο στο ιστολόγιο του κ. Ανδριόπουλου (http://panagiotisandriopoulos.blogspot.de/2015/07/blog-post_43.html), την πατρότητα του οποίου δεν έχει, όσο γνωρίζω, αμφισβητήσει, καθρεφτίζει μια απαξιωτική στάση απέναντι στον Πατρινό θεολόγο («έχω πάψει από χρόνια να ασχολούμαι με την περίπτωση Παναγιωτάκη»), με εκφράσεις ήκιστα πατερικές, για τις οποίες ο συνάδελφος θεολόγος θα μπορούσε να έχει καταφύγει σε δικαστικά μέσα. Στις συγκεκριμένες διατυπώσεις του π. Αναστασίου διακρίνεται και μια ορισμένη προσπάθειά του να πείσει ότι ο επικριτής του δεν έχει θεολογικά επιχειρήματα (τυπική τακτική όσον εναντιώνονται στον οικουμενικό διάλογο, οι οποίοι γενικά παρουσιάζουν τους οικουμενικά ανοικτούς θεολόγους ως θεολογικά ενδεείς «αγαπολόγους)», ωσάν το ζήτημα, φερ᾽ ειπείν, της υπακοής σε συνοδικές αποφάσεις και της πιστότητας προς τους ποιμένες της Εκκλησίας, ή τα όσα του προσάπτονται κατά καιρούς από τον Π. Ανδριόπουλο (και, όπως θα δούμε, όχι μόνο)ως κινήσεις υπονομευτικές της ενότητας του Κυριακού Σώματος να μην έχουνεκκλησιολογικό βάρος. Τί άλλαξε από το 2015, οπότε δημοσιεύτηκε το κείμενο αυτό, ώστε από την επιδεικτική σιγή να προκύψει η πολυσέλιδη όψιμη αντίδραση του π. Γκοτσόπουλου – η οποία καθρεφτίζει μια χρόνια «μεθοδική» παρακολούθηση των δημοσιευμάτων του επικριτή του, προφανώς αντικείμενη στο προαναφερθέν «δεν ασχολούμαι»;
3. Η προσφορά του Παναγιώτη Ανδριόπουλου και οι ύβρεις. Η διδακτική, συγγραφική, διαδικτυακή και καλλιτεχνική δραστηριότητα του Παναγιώτη Ανδριόπουλου (ο οποίος δεν έχει τις ευκολίες ακαδημαϊκών, αλλά τα συγκεκριμένα μέσα που διατίθενται σε έναν καθηγητή της ιδιωτικής μέσης εκπαίδευσης) καθρεφτίζει ένα ασυνήθιστο εύρος ενδιαφερόντων, π.χ.: εκκλησιαστική ειδησεογραφία, οικουμενική θεολογία, παραδοσιακή εκκλησιαστική και νεότερη ελληνική μουσική, ποίηση και λογοτεχνία των κορυφαίων της Ελλάδας του εικοστού και εικοστού πρώτου αιώνα. Το ιστολόγιό του «Ιδιωτική Οδός» και η προσωπική του σελίδα στο Facebookκαταγράφουν μόνο εν μέρει μια δουλειά που εντυπωσιάζει με την ποσότητα και ερεθίζει με την ποιότητά της, μακριά από την τσαπατσουλιά της προχειρότητας και δίχως την ευκολία ιδεολογικών αναγνώσεων του πολιτισμού, οι οποίες συνηθίζονται από θεολόγους εν Ελλάδι, αλλά και χωρίς να μαρτυρεί απουσία επίγνωσης ορίων, αμετροέπεια. Στους χαλεπούς για την πατρίδα μας καιρούς, όπου πολλές κριτικές φωνές τις φράζει η ανάγκη, χώρια από τα στόματα που κρατάει κλειστά η ιδιοτέλεια, ο Ανδριόπουλος ανήκει στους λίγους συναδέλφους που εκφράζουν θαρραλέα τη γνώμη τους, χωρίς να διστάζουν να ανθίστανται στο εκάστοτε ρεύμα, ανεξάρτητα αν αυτό αποκαλείται συντηρητικό ή προοδευτικό.
Η προσήλωσή του στο όραμα μιας οικουμενικά ανοικτής Ορθοδοξίας και στην προβολή του Οικουμενικού Πατριαρχείου τον έχει καταστήσει συστηματικό στόχο χυδαίων ύβρεων και συκοφαντιών, τις οποίες εκτοξεύουν εναντίον του προφορικώς, εντύπως ή διαδικτυακώς, επωνύμως ή ανωνύμως, πλείστοι όσοι εχθροί της Εκκλησίας της Κωνσταντινουπόλεως και του οικουμενικού διαλόγου. Απλή διαδικτυακή αναζήτηση μαρτυρεί για τους οχετούς αθλιοτήτων που παράγονται εναντίον του από τους αυτόκλητους διαφεντευτές της καθαρότητας της χριστιανικής πίστης. Φυσικά, ο κ. Ανδριόπουλος δεν αποτελεί εν προκειμένω εξαίρεση. Η χυδαία εξύβριση, η άθλια συκοφαντία, ο διασυρμός, ακόμη και ο σωματικός προπηλακισμός των οικουμενικά ανοικτών θεολόγων από δράκες σκοταδιστών αποτελεί απτή πραγματικότητα – και συνάμα εκκλησιαστικό, ηθικό και νομικό σκάνδαλο. Ο π. Αναστάσιος Γκοτσόπουλος αισθάνεται θιγμένος από κείμενα του Παναγιώτη Ανδριόπουλου, πότε όμως καταδίκασε πρακτικές συκοφαντίαςτου οι οποίες λαμβάνουν χώρα από ανθρώπους οι οποίοι με μεγάλη ευχαρίστηση αναδημοσιεύουν κείμενά του στα ιστολόγιά τους;Πότε τις αποδοκίμασε ρητώς και εγγράφως, πότε υπέδειξε επιτακτικά στους υποστηρικτές των δικών του αντιοικουμενικών απόψεων να διακρίνουν ανάμεσα στο επίπεδο της θεολογικής διαφωνίας κι εκείνο της χυδαίας ύβρης; Μήπως ο κύριος Ανδριόπουλος και οι οικουμενικά ανοικτοί κληρικοί και θεολόγοι δεν έχουν οικογένειες και φίλους, ανθρώπους που θλίβονται και ταράσσονται όταν βλέπουν τους αγαπημένους τους να πέφτουν θύματα άθλιων επιθέσεων; Η ψυχική ευαισθησία είναι προνόμιο μόνο των αντιοικουμενιστών, οι οποίοι θίγονται με την παραμικρή εναντίον τους κριτική; Ή μήπως δεν γνωρίζει ο π. Αναστάσιος ότι στο χώρο τον αντιοικουμενικό συντελούνται επιθέσεις αχαρακτήριστου είδους και ύφους εναντίον όσων δεν αποδέχονται τις κενολογίες περί «οικουμενιστικής» παναίρεσης και τις άλλες συναφείς φαιδρότητες; Δεν έχει κάνει ποτέ του μια διαδικτυακή αναζήτηση για να διαπιστώσει το ύφος και το ήθος ιστολογίων φιλοξενούν κείμενα δικά του και ομοφρόνων του;
Απλή ματιά στο περιεχόμενο των ιστολογίων του Παναγιώτη Ανδριόπουλου φανερώνει πόσο έωλη είναι η προσπάθεια φονταμενταλιστικών κύκλων να αμφισβητηθεί η ηθική και η διανοητική ακεραιότητά του. Οι καταξιωμένοι επιστήμονες που γράφουν σε αυτά και οι καλλιτέχνες με τους οποίους συνδιοργανώνει ποιοτικές εκδηλώσεις στην Ελλάδα και στο εξωτερικό μαρτυρούν ότι το πρόσωπο που κάποιοι θέλουν να παρουσιάσουν ως παράφρον χαίρει ευρείας εκτίμησης και αποδοχής στον εκκλησιαστικό, θεολογικό και πολιτισμικό χώρο, για να μην αναφέρει κανείς τί σημαίνει και μόνο η ευθύνη ενός ιστολογίου όπως το «Φως Φαναρίου», μία από τις κυριότερες πηγές ενημέρωσης για τη ζωή της Αγίας του Χριστού Μεγάλης Εκκλησίας της Κωνσταντινουπόλεως.
4. Η σκέψη και η γραφή του π. Αναστασίου Γκοτσόπουλου. Ο π. Αναστάσιος είναι δραστήριος και πολυγράφος κληρικός. Οι δύο αυτές ιδιότητες είναι εξ ορισμού θετικές στο βαθμό που η κατεύθυνση της δράσης και η ποιότητα της γραφής είναι οι ενδεικνυόμενες. Ο π. Αναστάσιος μιλάει για τις συγγραφικές καταθέσεις του με συστολή, δείχνοντας έτοιμος να αναγνωρίσει αδυναμίες του. Η ομολογία αυτή όμως ηχεί ως παράδοξη εισαγωγή σε ένα έργο με το οποίο δεν διστάζει να ξιφουλκήσει εναντίον Εκκλησιών, Συνόδων, Πατριαρχών, αρχιερέων, ιερέων, ακαδημαϊκών θεολόγων και αναγνωρισμένων συγγραφέων και να τους επιτιμήσει με προβληματικό τόνο και ύφος για υποτιθέμενες θεολογικές, εκκλησιολογικές και κανονικές εκκρεμότητες. Η παρατήρηση αυτή δεν υπονοεί την αναγκαιότητα άκριτης υποταγής σε αυθαιρέτως οριζόμενες αυθεντίες, καθρεφτίζει όμως τη σύσταση για μια ορισμένη αυτεπίγνωση, για περισσότερη προσπάθεια κατανόησης των ιδίων μέτρων και ορίων.
Ενώ ο π. Αναστάσιος δείχνει να προσπαθεί να εργαστεί επιστημονικά, οι ελλείψεις του από μια ακαδημαϊκή σκοπιά είναι προφανείς. Σε κείμενά του που κυκλοφορούν στο διαδίκτυο εντοπίζει κανείς ποικίλα λάθη γλωσσικά, γραμματικά και ορθογραφικά, τεκμήρια μιας συγγραφικής σπουδής απάδουσας στη σοβαρότητα των ζητημάτων που πραγματεύεται. Είναι επίσης καταφανής η άγνοια της ογκώδους διεθνούς βιβλιογραφίας, τόσο της ετερόδοξης, όσο και της ορθόδοξης, όχι μόνο σε σύντομες συμβολές του, αλλά και σε εκτενέστερες πραγματείες του. Η παρατήρηση αυτήδεν συνιστά τεκμήριο ακαδημαϊκού σχολαστικισμού, αλλά ουσιαστική έγνοια για τα μεθοδολογικά στοιχειώδη μιας θεολογικής εργασίας. Το βάρος της δεν εξουδετερώνεται με την υπόδειξη των πατερικών χωρίων στα οποία παραπέμπει ο συγγραφέας της (και μόνο από τις συχνότατα μη κριτικές εκδόσεις Πατέρων και Πρακτικών Οικουμενικών Συνόδων που χρησιμοποιεί καθίσταται πρόδηλος ο κραυγαλέος ερασιτεχνισμός της προσπάθειάς του), καθώς η ερμηνεία της ιλιγγιώδους κατάθεσης της θεολογικής γραμματείας της Ανατολής προϋποθέτει πνεύμα ταπεινώσεως, αλλά και οξυμμένα μεθοδολογικά εργαλεία, ώστε να έχει κανείς τα δέοντα ερμηνευτικά κλειδιά για να προσεγγίζει τους απαιτητικούς αδάμαντες του εκκλησιαστικού μας παρελθόντος και παρόντος.
Τα κλειδιά αυτά ελλείπουν σε σημαντικό βαθμό από το έργο του π. Αναστασίου, από όπου εν γένει απουσιάζει η συστηματικοθεολογική υποδομή η οποία θα μπορούσε να τον οδηγήσει σε γόνιμες συμβολές. Διαβάζοντας κείμενά του έχει κανείς την εντύπωση πως τα πραγματευόμενα θέματα δεν γίνονται αντικείμενο μιας μη ιδεολογικής, απαιτητικής θεολογικής πραγμάτευσης, παρά τίθενται στην προκρούστεια κλίνη που συγκροτεί η σκέψη μορφών όπως οι π. Θεόδωρος Ζήσης, π. Γεώργιος Μεταλληνός, Σεβ. Μητροπολίτης Ναυπάκτου Ιερόθεος, π. Πέτρος Χιρς και καθηγητής Δημήτριος Τσελεγγίδης– και μάλιστα το τμήμα της σκέψης τους εκείνο το οποίο αντίκειται στον οικουμενικό διάλογο. Όποιος γνωρίζει τη βιογραφία και το έργο των ανωτέρω, αντιλαμβάνεται, βεβαίως, ότι η πραγματικότητα των προσώπων αυτών και του έργου τους είναι πολύ πολυπλοκότερη, ώστε να νομιμοποιείται να τους παραπέμπει κανείς άκριτα ως αυθεντίες στην ερμηνεία της ορθόδοξης Παράδοσης. Σε κάθε όμως περίπτωση: Η θεολογική σκέψη του π. Γκοτσόπουλου δεν τρέφεται επαρκώς από τις πηγές της ορθόδοξης θεολογίας των νεότερων χρόνων, μια σύνοψη των οποίων αποκτά κανείς μελετώντας το σχετικά πρόσφατο βιβλίο του π. Andrew Louth Modern Orthodox Thinkers. From the Philokalia tou the Present, Inter Varsity Press 2015. Μια γόνιμη αναστροφή με αυτά τα πνεύματα, τα οποία προσφέρουν έναν στοιχειώδη προσανατολισμό για την αναστροφή με την πατερική κληρονομιά (την οποία προφανώς γνωρίζουν καλύτερα από τον π. Αναστάσιο) απουσιάζει. Δεν αναμένει κανείς ακαδημαϊκή αρτιότητα από έναν κληρικό με ποικίλες άλλες υποχρεώσεις, όμως δεν είναι αδικαιολόγητη η επιθυμία μιας ουσιαστικότερης αυτοσυγκράτησης όταν, ακριβώς ως κληρικός, αποτολμάει να εκφέρει κρίσεις για καίρια θέματα, πρόσωπα και γεγονότα της Εκκλησίας μας, δίχως να έχει αφομοιώσει ουσιαστικά τις σημαντικότερες καταθέσεις της ορθόδοξης θεολογίας του καιρού μας. Είναι δε αυτονόητο πως η φευγαλέα αναστροφή, όταν απουσιάζει η συστηματική σπουδή, οδηγεί αναπόφευκτα στην αμηχανία, στην ανασφάλεια και στην καταγγελτική στάση για τους «νεοτερισμούς» πολλών νεότερων Ορθόδοξων θεολόγων.
Δεν είναι τυχαίο που τα κείμενα του π. Γκοτσόπουλου είναι μεν δημοφιλή σε θεολογικά ενδεείς συντηρητικούς κύκλους, ελάχιστα όμως έως καθόλου λαμβάνονται υπ᾽ όψιν στην απαιτητική ακαδημαϊκή θεολογική συζήτηση, τόσο στην Ελλάδα, όσο και, πολύ περισσότερο, στο εξωτερικό. Το γεγονός ότι ο π. Αναστάσιος δεν λαμβάνει πολλές απαντήσεις στα κείμενά του ίσως να μην οφείλεται στο ότι «αποστομώνει» τους αντιπάλους του με τα επιχειρήματά του, το ότι δε καλείται ως ομιλητής κυρίως σε εκδηλώσεις στο προστατευμένο περιβάλλον αντιοικουμενικών κύκλων και όχι πέραν αυτού μιλάει αφ᾽ εαυτού για την εμβέλεια της σκέψης του.
5. Η μασονία, το Οικουμενικό Πατριαρχείο και η οικουμενική κίνηση. Ενδεχομένως ο π. Αναστάσιος δυσφορεί επειδή του καταλογίζεται από τον Π. Ανδριόπουλο εχθρότητα προς την Εκκλησία της Κωνσταντινουπόλεως. Στα κείμενά του όμως συναντάει κανείς εκφράσεις που με δυσκολία πείθουν για τα φιλικά του αισθήματα προς αυτήν, αν αγνοηθεί, τουλάχιστον, η εύκολη απολογητική καταφυγή του τύπου «Εγώ κρίνω πρόσωπα, δεν απαξιώνω θεσμούς». Κινούμαστε στο χώρο της Ορθοδοξίας και όχι σε αυτόν του ακραίου Προτεσταντισμού, όπου η σχέση χαρίσματος και θεσμού προσεγγίζεται με όρους που να επιτρέπουν ριζικές αντιδιαστολές. Η κριτική σε πρόσωπα είναι εν ταυτώ κριτική σε συνοδικά όργανα και συγκεκριμένες ενέργειες Εκκλησιών στο εδώ και στο τώρα, η δε διδασκαλία περί «αόρατης Εκκλησίας» ουδέποτε συγκίνησε την ορθόδοξη εκκλησιολογία. Επίσης, όταν η κριτική αυτή ασκείται από έναν ποιμένα, είναι προφανές να αναμένει κανείς ιδιαίτερη ευαισθησία, καθώς το ποίμνιό του δεν έχει τη δυνατότητα να προβαίνει σε λεπτεπίλεπτες διακρίσεις, όπως ενδεχομένως εκείνος, παρά φανατίζεται εύκολα έναντι όχι μόνο προσώπων, αλλά και θεσμών. Απλή αναζήτηση στις ιστοσελίδες των αντιοικουμενιστών, όπου κανείς έρχεται άμεσα αντιμέτωπος με πραγματικό βόρβορο εναντίον του Οικουμενικού Πατριαρχείου, πιστοποιεί το έωλον απολογητικών υπεκφυγών.
Είναι γνωστό ότι για τους πολέμιους της οικουμενικής κίνησης η μορφή και το έργο του μακαριστού μεγάλου Πατριάρχη Αθηναγόρα αποτελεί σκάνδαλο. Επί ολόκληρες δεκαετίες επιχειρούν, φυσικά ματαίως, να αποδομήσουν την προσφορά του, με πρωτοστάτες τους Παλαιοημερολογίτες, αλλά και την εφημερίδα «Ορθόδοξος Τύπος». Στην όχι ζηλευτή χορεία των επικριτών του οραματιστή Προκαθημένου κατατάσσεται και ο π. Γκοτσόπουλος, ο οποίος δημοσίευσε σχετικό άρθρο στην εφημερίδα αυτή, όπου σχολιάζει επιστολή που φέρεται να απέστειλε ο τότε Πρώτος της Ορθοδοξίας σε έναν μασόνο (βλ. στο διαδίκτυο: https://www.impantokratoros.gr/59B1FCB4.el.aspx). Ο τρόπος με τον οποίο προσεγγίζει το εν λόγω κείμενο ο π. Αναστάσιος επιβεβαιώνει τα όσα προγενέστερα κατέθεσα για τη σχέση του με την επιστημοσύνη: Ελλείπει έστω και ένας στοιχειώδης έλεγχος της αξιοπιστίας του γράμματος, μια προσπάθεια ένταξής του στα συμφραζόμενα της εποχής του και στο όλο corpus της πατριαρχικής αλληλογραφίας και των υφολογικών της προϋποθέσεων (με φευγαλέες νύξεις δεν προσπερνάει την κόπο απαιτούσα μεθοδολογική εκκρεμότητα), ενώ δεσπόζει ένας τόνος μελοδραματικός και λαμβάνει χώρα ένα σκηνοθετικό παιχνίδι πρόκλησης και απόκρυψης, ώστε εν τέλει, μετά από μια αισθητικώς κακόγουστη κορύφωση της έντασης, να φανερωθεί η θλιβερή ταυτότητα του παραλήπτη της πατριαρχικής επιστολής. Με παραπειστικό τρόπο προβάλλονται αποσπάσματα από το κείμενο της επιστολής αυτής ως τάχα σκανδαλώδη, δίχως καν να συγκρίνεται το περιεχόμενό της με αντίστοιχα κείμενα του Πατριάρχη σε Ορθόδοξους και αλλόδοξους παραλήπτες, ώστε να μετρηθεί η βαρύτητά τους, χώρια που δεν εξετάζεται καν το αν είχε γνώση ο μεγάλος Πατριάρχης για το ποιόν του προσώπου στο οποίο απευθύνεται.
Είναι εντυπωσιακό πως στο κείμενο του π. Αναστασίου δεν γίνεται η παραμικρή προσπάθεια υπεράσπισης του Πατριάρχη Αθηναγόρα, μολονότι θα ανέμενε κανείς ότι ένας κληρικός της Ορθόδοξης Εκκλησίας δεν θα υιοθετούσε πάραυτα κατηγορίες εναντίον ενός ανθρώπου που σε δραματικές εποχές για την Εκκλησία κάθισε στην καθέδρα του Αγίου Ανδρέα (από έναν διάκονο του θυσιαστηρίου ναού της πόλης του Πρωτοκλήτου θα ανέμενε κανείς ως αυτονόητη τη σχετική ευαισθησία). Αν δεν απατώμαι, οι Ιεροί Κανόνες δεν δέχονται τη μαρτυρία αιρετικών και κακοδόξων στα εκκλησιαστικά δικαστήρια, εκφράζοντας μια ρεαλιστική έγνοια, ο π. Γκοτσόπουλος όμως εμμένει με σπουδή στη διάδοση κατηγοριών μασονικών περιοδικών ότι ο Πατριάρχης Αθηναγόρας ήταν μασόνος. Έστω κι αν για προφανείς λόγους δεν παίρνει θέση ευθέως απέναντι σε αυτές, συμβάλλει στηριζόμενος σε ισχυρισμούς κακοδόξων στην ενίσχυση του στίγματος εναντίον ενός κεκοιμημένου Πρωθιεράρχη, ο οποίος δεν δύναται να υπερασπιστεί τον εαυτό του. Ο π. Αναστάσιος μιλάει δραματικά για «αποκαλύψεις», στην πραγματικότητα όμως πρόκειται για ένα «ξαναζεσταμένο φαγητό», για κατηγορίες που διαρκώς εκτοξεύουν εχθροί της οικουμενικής κίνησης εναντίον του βασανισμένου Πατριάρχη για τη δήθεν μασονική του ιδιότητα. Ενός Πατριάρχη πραγματικά βασανισμένου, για όσους γνωρίζουν ιστορία στοιχειωδώς.
Στηριγμένος σε μια επιστολή που καταφανώς παρερμηνεύει, ο π. Γκοτσόπουλος μιλάει για «προσωπική πνευματική κατάσταση – τραγική και αξιοθρήνητη, ασφαλώς – του “μεγάλου” Αθηναγόρα» (από μια επιστολή κρίνει αυτός, ένας «πνευματικός», την όλη κατάσταση ενός Πατριάρχη;), ενώ φτάνει στο σημείο να ισχυριστεί ότι: «Εγώ έγραψα ότι η ιστορικά αδιαμφισβήτητη αδυναμία του Αθηναγόρα να πληροφορηθεί το τόσο καλά οργανωμένο από κράτος και παρακράτος πογκρόμ του τουρκικού όχλου εναντίον του Ελληνισμού της Πόλης και να ενημερώσει το ποίμνιό του, δεν οφείλεται, ασφαλώς, σε μειωμένη εθνική ευαισθησία και ενδιαφέρον για τον Ελληνισμό – ουδέποτε είπα ή υπονόησα κάτι τέτοιο – αλλά για μένα έχει καθαρά πνευματικά αίτια ─ δυστυχώς για κάποιους οι πνευματικοί νόμοι λειτουργούν… Αυτό και μόνο έγραψα εγώ, αγαπητοί μου…». Όταν τέτοιες εκφράσεις διατυπώνονται από έναν Παλαιοημερολογίτη για τον Οικουμενικό Πατριάρχη, εύλογο είναι να τους προσδίδεται η δέουσα μη-σημασία. Όταν όμως ένας κληρικός της Εκκλησίας των Πατρών καταφέρεται με τέτοιες εκφράσεις εναντίον ενός διαδόχου του Αποστόλου Ανδρέα, εγείρεται μείζον ζήτημα για την τοπική Εκκλησία, το οποίο πρέπει να ξεκαθαριστεί στα αρμόδια όργανά της. Θα πρότεινα, λόγω της βαρύτητας των καταγγελιών και των χαρακτηρισμών, ο υποστηρικτής τους να κληθεί να τις υποστηρίξει ενώπιον της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος, η οποία στη συνέχεια θα ενημερώσει σχετικά το Οικουμενικό Πατριαρχείο. Ελπίζω πως ο Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Πατρών κ. Χρυσόστομος θα προβεί στις σχετικές ενέργειες.
Στην πραγμάτευση του θέματος της σχέσης μασονίας και Πατριάρχη Αθηναγόρα ο π. Γκοτσόπουλος προσπάθησε να ερμηνεύσει την υποτιθέμενη σιωπή παλαιών συνεργατών και ανθρώπων που τον έζησαν επί μακρόν, όπως ο Μέγας Πρωτοπρεσβύτερος Γεώργιος Τσέτσης και οι καθηγητές Γρηγόριος Λαρεντζάκης και Αριστείδης Πανώτης, στις κατηγορίες όχι ως απαξιωτική προσπέραση συκοφαντιών, αλλά ως επιβεβαίωση των μομφών. Δεν γνωρίζω αν αντιλαμβάνεται ότι έτσι απλώς προσβάλλει σημαντικότατες μορφές της Εκκλησίας μας, ουσιαστικά ισχυριζόμενος ότι εν γνώσει τους συνεργάζονταν με έναν μασόνο – και ότι σε κάτι τέτοιο δεν χρειάζεται κανείς να αντιδράσει παρά με τη σιωπή του. Μέσα στη σπουδή του να δημιουργήσει κλίμα υπέρ της μασονικής λογικής του Αθηναγόρα ξέχασε να συνυπολογίσει το αυτονόητο. Σε αντίθεση με ποικίλα όργανα του φονταμενταλιστικού σκότους, τα οποία ξερνούν χολή προστατευόμενα από την ανωνυμία των ιστολογίων τους, ο Πατριάρχης Αθηναγόρας κινούνταν στο φως και δεν είχε τίποτε να κρύψει. Αν ήθελε να αποσιωπήσει κάτι ή αν μηχανορραφούσε, δεν θα έγραφε επιστολές για να τροφοδοτείται η χαιρεκακία των όποιωνΑβερκίων του κόσμου τούτου, οι οποίοι θα έβλεπαν την πατριαρχική υπογραφή ως επιβεβαίωση θεωριών συνωμοσίας. Αν ήταν μασόνος, θα πρόσεχε ιδιαιτέρως πού θα έθετε την υπογραφή του και θα έλεγχε πού δημοσιεύονται κείμενά του. Πολλά θα μπορούσε να προσάψει κανείς στον Πατριάρχη Αθηναγόρα, όχι όμως απροσεξία και ηλιθιότητα.
Ότι ούτε και ο π. Γκοτσόπουλος θεωρεί τον π. Αθηναγόρα ανόητο, φαίνεται και από ένα απόσπασμα του κειμένου του, το οποίο αποτελεί και το πλέον προβληματικό σημείο του άρθρου του: «Συνεπώς, το μείζον πρόβλημα δεν είναι αν ο πατριάρχης Αθηναγόρας ήταν 33ου βαθμού μασόνος, όπως κατ’ επανάληψιν έχουν γράψει τα μασονικά περιοδικά, χωρίς – δυστυχώς – να διαψευστούν αρμοδίως, αλλά το ότι ο Αθηναγόρας ακολούθησε και προώθησε στο έπακρο τη θρησκευτική πολιτική της μασονίας και της θεοσοφίας στην Ορθόδοξη Εκκλησία και, επιπλέον, οικοδόμησε την προσέγγιση της Ορθόδοξης Εκκλησίας με το Βατικανό πάνω σε καθαρά θεοσοφικές, μασονικές προϋποθέσεις και όχι στην Ορθόδοξη Πατερική παράδοση.» Ο π. Αναστάσιος επικροτεί αντίστοιχες θέσεις του μοναχού Αβερκίου, ισχυριζόμενος ότι «“η σύγχρονη Οικουμενική Κίνηση, όπως την ζούμε είναι πνευματικός καρπός του τεκτονισμού και της θεοσοφίας και αυτών τα άνομα και ανήθικα σχέδια καλείται να υλοποιήσει”. Πέραν πάσης αμφιβολίας, η σύγχρονη Οικουμενική Κίνηση, όπως την ζούμε, πορεύεται βάσει του Τυπικού του 32ου βαθμού του τεκτονισμού!».
Πρέπει να διέθετε ιδιαίτερη ευφυία ο μακαριστός Πατριάρχης, αν κατόρθωσε να επιβάλλει τέτοια πράγματα στην Ορθόδοξη Εκκλησία, θα έλεγα…
Εν προκειμένω, τίθενται τα ακόλουθα ζητήματα: i. Οι μομφές του π. Γκοτσόπουλου δεν αφορούν απλώς τη μορφή του Πατριάρχη Αθηναγόρα, αλλά σύνολη την Ορθόδοξη Εκκλησία, η οποία μετέχει στη σύγχρονη οικουμενική κίνηση από τις απαρχές της και η οποία εν προκειμένω κατηγορείται ότι δια της συμμετοχής της υλοποιεί τηνπολιτική της μασονίας και της θεοσοφίας. Τούτο σημαίνει ότι το σύνολο των Ορθοδόξων Εκκλησιών, οι οποίες μέχρι σήμερα συμμετέχουν ανεξαιρέτως στον οικουμενικό διάλογο (ακόμη και οι Εκκλησίες της Βουλγαρίας και της Γεωργίας εκπροσωπούνται και σήμερα σε διμερείς διαλόγους) είναι θύματα της πολιτικής του Πατριάρχη Αθηναγόρα, ότι τα συνοδικά τους όργανα, τα οποία επανειλημμένα και πανηγυρικά έχουν επιβεβαιώσει τη συμμετοχή στην οικουμενική κίνηση, πραγματώνουν τεκτονικούς στόχους, συνειδητά ή ανεπίγνωστα, και ότι σήμερα, χάρη στον π. Γκοτσόπουλο, δύναται να αποκατασταθεί η αλήθεια... ii. Οι μομφές αυτές αφορούν όχι αφηρημένες οντότητες, αλλά συγκεκριμένα πρόσωπα, τα οποία κατ᾽ εντολή των Εκκλησιών τους μετέχουν στην οικουμενική κίνηση. Σε αυτά ανήκω κι εγώ και, όχι μόνο μη έχοντας καμία σχέση, αλλά αποστρεφόμενος κάθε έννοια μασονίας και κλειστής οργάνωσης αισθάνομαι προσωπικά θιγμένος από αυτού του είδους τις παρατηρήσεις, οι οποίες, όπως προανέφερα, δεν προέρχονται από έναν Παλαιοημερολογίτη, αλλά από έναν κληρικό της Εκκλησίας των Πατρών, η οποία εκ των πραγμάτων καθίσταται επίσης αντικείμενο μομφής από τον π. Γκοτσόπουλο, αφού κι αυτή υπάγεται στην Αγιωτάτη Εκκλησία της Ελλάδος, η οποία συμμετέχει στην οικουμενική κίνηση. iii. Αν η Ορθόδοξη Εκκλησία είναι όργανο της μασονίας, εκ των πραγμάτων, κατά μία ορισμένη λογική, εκπίπτει της αληθείας, αφού ο «ακοινωνήτω κοινωνών, ακοινώνητος». Στην προκειμένη περίπτωση τίθεται και ένα αμείλικτο ερώτημα για το κύρος της χειροτονίας του π. Γκοτσόπουλου, ο οποίος εμφανίζεται να χειροτονείται από μία Εκκλησία η οποία υπηρετεί τον τεκτονισμό και τη θεοσοφία. Πώς δέχτηκε κάτι τέτοιο; Και τι ισχύ έχουν τα μυστήρια που τελεί; Σε κάθε περίπτωση: Η σοβαρότητα των ισχυρισμών αυτών επιβάλλει ο κληρικός Αναστάσιος Γκοτσόπουλος να κληθεί πάραυτα προς υπεράσπισή τους από τα αρμόδια επισκοπικά και συνοδικά όργανα της Εκκλησίας του και να υποστεί τις προφανείς κανονικές συνέπειες σε περίπτωση που ο λόγος του δεν κριθεί πειστικός. Είναι καιρός να σταματήσει η εύκολη εκτόξευση κατηγοριών εναντίον των προσώπων που διακονούν την οικουμενική κίνηση κατ᾽ εντολή των Εκκλησιών τους και η υπονόμευση του έργου τους, κάτι που είναι αναπόφευκτο όσο στην περιρρέουσα ατμόσφαιρα αιωρούνται τέτοιες κατηγορίες διατυπούμενες από κληρικούς της Ορθόδοξης Εκκλησίας. Οφείλω να ζητήσω συγγνώμη που δεν αντέδρασα νωρίτερα, διάβασα όμως με καθυστέρηση το περιεχόμενο των ισχυρισμών του π. Αναστασίου, καθώς δεν συνηθίζω να αφιερώνω το χρόνο μου στην ανάγνωση κειμένων του.
Το ενδιαφέρον των απόψεων αυτών σε αναφορά προς την αγωγή ενάντια στον Π. Ανδριόπουλο, είναι πως ορισμένοι διατηρούν δι᾽ εαυτούς το δικαίωμα της μομφής επί αιρέσει επί παντός αντιγνωμούντος, πιστεύοντας ότι ατιμώρητοι θα μπορούν να ισχυρίζονται τέτοια πράγματα, είναι όμως ιδιαιτέρως εύθικτοι όταν κάποιος ζητεί την καθαίρεσή τους επισημαίνοντας ουσιαστικές εκκρεμότητες της σκέψης και της δράσης τους.
6. Ο π. Αναστάσιος και η Αγία και Μεγάλη Σύνοδος: Βασικό σημείο της κριτικής του Παναγιώτη Ανδριόπουλου στον π. Γκοτσόπουλο είναι η στάση την οποία ο δεύτερος έχει υιοθετήσει απέναντι στην Αγία και Μεγάλη Σύνοδο της Ορθοδόξου Εκκλησίας, το μεγαλύτερο συνοδικό γεγονός της Ορθοδοξίας των νεοτέρων χρόνων. Από μια ενδεικτική απαρίθμηση και μόνο των τίτλων κειμένων του Πατρινού ιερωμένου για τη Σύνοδο τεκμαίρεται μια προφανώς όχι και ιδιαίτερα θετική στάση (βλ. πρόχειρα στο http://anastasiosk.blogspot.de/search/label/Γκοτσόπουλος%20π.%20Αναστάσιος). Δεν υπάρχει ιδιαίτερος λόγος σταχυολόγησης λίαν προβληματικών εκφράσεων από τα κείμενα του π. Αναστασίου. Αρκεί και μόνο η παραπομπή σε κείμενο που συνυπογράφει με τον π. Πέτρο Χιρς, μέχρι πρότινος ούτε καν Ορθόδοξο χριστιανό και τώρα καθηγητή της «Θεολογικής Σχολής Αγίας Τριάδος Jordanville Νέας Υόρκης», του εκπαιδευτικού καθιδρύματος της λεγομένης «Ρωσικής Εκκλησίας της Υπερορίου Δικαιοδοσίας», η οποία μέχρι πριν από μία δεκαετία δεν ήταν σε εκκλησιαστική κοινωνία με καμία κανονική Ορθόδοξη Εκκλησία, παρά με τον απανταχού παλαιοημερολογητισμό. Το κείμενο λέγεται «Συμβολή προβληματισμού στο ετήσιο μνημόσυνο [Σημείωση Γ.Β.: Το παίγνιο με τη δισημία της λέξης «μνημόσυνο» είναι προφανές.] της “Αγίας και Μεγάλης Συνόδου” της Κρήτης (21.6.2017)» (https://www.pentapostagma.gr/wp-content/uploads/2017/06/1-ΕΤΗΣΙΟ-ΜΝΗΜΟΣΥΝΟ-ΑΜΣΟΕ.pdf), όπου συνοψίζει τις θέσεις του. Για το πραγματικό περιεχόμενό τους δεν χρειάζεται να αμφιβάλλει κανείς. Μεταξύ άλλων χρησιμοποιεί λόγους του αγίου Ταρασίου «για τη Ληστρική Σύνοδο της Ιερείας [προσαρμοσμένους] στη σημερινή πραγματικότητα της τάχα και Πανορθοδόξου» (σ. 14), λόγους που λειτούργησαν και ως τίτλος ομιλίας που εκφώνησε στην Πάτρα για τη Σύνοδο (13.12.2016), προκαλώντας παραπειστικά συνειρμούς ανάμεσα σε μια Σύνοδο όπου εκπροσωπήθηκε η Εκκλησία που διακονεί και σε μία «ληστρική» σύνοδο.
Αναγνωρίζει, άραγε, ο π. Αναστάσιος Γκοτσόπουλος, ως κληρικός της Εκκλησίας της Ελλάδος, Εκκλησίας που έλαβε μέρος στη Σύνοδο, «την Αγία και Μεγάλη Σύνοδο της Ορθοδόξου Εκκλησίας»; Τι διδάσκει σχετικά το ποίμνιό του; Διακρίνει ανάμεσα στις προσωπικές του «επιστημονικές» απόψεις και στην ευθύνη του ως ποιμένα λογοδοτούντος στον τοπικό του επίσκοπο; Η Σύνοδος αυτή κακοδόξησε ή ορθοδόξησε; Αν συνέβη το δεύτερο, γιατί διαμαρτύρεται; Αν διέδωσε αιρέσεις, πώς αποδέχεται – με δεδομένες τις απόψεις του για την ευθύνη των ποιμένων – να παραμένει μέλος μιας Εκκλησίας που έλαβε μέρος στις εργασίες της και που με Εγκύκλιό της υποστήριξε τη συμμετοχή της και την προσφορά της Συνόδου; Γιατί μνημονεύει στις Λειτουργίες του το όνομα επισκόπου που είναι μέλος της Ιεραρχίας της Εκκλησίας αυτής; Γιατί δεν ακολουθεί το παράδειγμα των υπόδικων κληρικών Θεοδώρου Ζήση και Νικολάου Μανώλη, οι οποίοι μες στην τραγικότητά τους επέλεξαν την οδό της ακοινωνησίας;
Ο Παναγιώτης Ανδριόπουλος επεσήμανε με συστηματικό τρόπο τις σχετικές εκκρεμότητες του π. Γκοτσόπουλου, με κορύφωση τη συμμετοχή του δεύτερουσε επίσκεψη ομάδας λίαν επικριτικής της Αγίας Συνόδου στη Γεωργία (http://fanarion.blogspot.de/2016/08/blog-post_96.html). Αντί άλλων κρίσεων για το γεγονός αυτό, παραπέμπω σε απόσπασμα επιστολής της Α.Θ.Π., του Οικουμενικού Πατριάρχου κ. Βαρθολομαίου προς τον Μακαριώτατο Αρχιεπίσκοπο Αθηνών κ. Ιερώνυμο (18.11.2016, αρ. πρωτ. 1153 – το όλο κείμενο: http://aktines.blogspot.de/2016/12/blog-post_80.html)
«Περιέρχονται καθ’ ημέραν εις το καθ’ ημάς Οικουμενικόν Πατριαρχείον και εις την ημετέραν Μετριότητα προσωπικώς εκ διαφόρων πηγών πληροφορίαι ότι ο Πρωτοπρεσβύτερος κ. Θεόδωρος Ζήσης και οι συν αυτώ ομόφρονες κληρικοί και λαϊκοί, δια του διαδικτύου και των διαφόρων μέσων γενικής ενημερώσεως, περιερχόμενοι δε και διαφόρους αδελφάς Ορθοδόξους Εκκλησίας, προσκαλούσι τους αδελφούς Προκαθημένους και τους ποιμένας, αλλ’ ιδιαιτέρως τον ευσεβή Ορθόδοξον Λαόν, εις ανταρσίαν και αμφισβήτησιν των αποφάσεων της εν Κρήτη εν ευλογίαις και εν επιτυχίαις συνελθούσης Αγίας και Μεγάλης Συνόδου της Ορθοδόξου ημών Εκκλησίας, η εις τας εργασίας της οποίας συμβολή της Υμετέρας προσφιλούς Μακαριότητος και της Αντιπροσωπείας της Αγιωτάτης Εκκλησίας της Ελλάδος υπήρξεν οικοδομητική και συντελεστική της σημειωθείσης επιτυχίας.
Και ως να μη ήρκει το διαβρωτικόν συνειδήσεων και προκαλούν σκανδαλισμόν ανίερον έργον των ευαρίθμων τούτων κληρικών και λαϊκών εν τω κλίματι της Αγιωτάτης Εκκλησίας της Ελλάδος, αι πληροφορίαι αύται, μη διαψευσθείσαι μέχρι σήμερον υπό τινος, αναφέρουσιν ότι ήδη αντιπροσωπεία υπό τον μνημονευθέντα ανωτέρω κληρικόν επεσκέφθη τας Αγιωτάτας Ορθοδόξους Εκκλησίας της Βουλγαρίας και της Γεωργίας, καθώς και την εκκλησιαστικήν Επαρχίαν της Μολδαβίας, και προέβη εις αναστάτωσιν του εκείσε πληρώματος, γενομένη ατυχώς δεκτή και υπό αδελφών Προκαθημένων και Ιεραρχών των ειρημένων Εκκλησιών. Επί πλέον, η ομάς αυτή, κατά τας αυτάς πληροφορίας πάντοτε ενεφάνισεν εαυτήν κατά την παρουσίαν αυτής εν Γεωργία ως μεταφέρουσαν την συνείδησιν του πληρώματος της Εκκλησίας της Ελλάδος.
Συμμερίζεται ασφαλώς και η Υμετέρα Μακαριότης και η Ιερά Σύνοδος της Αγιωτάτης Εκκλησίας της Ελλάδος, ότι τα σκοπίμως και ανιέρως διαθρυλούμενα και διαδιδόμενα υπό των εν λόγω κληρικών και λαϊκών αποτελούσι, κατά τον Μέγαν Βασίλειον, “ψυχών δηλητήρια [...] άπερ αι [...] μήνιγγες” των ειρημένων “εκβοώσι πολυφάνταστοι ούσαι δια το πάθος” (Επιστολή 210, Τοις κατά Νεοκαισάρειαν λογιωτάτοις] R.G. 32] 777Α). Άλλωστε, “το σχίσαι Εκκλησίαν, και φιλονείκως διατεθήναι, και διχοστασίας εμποιείν και της συνόδου διηνεκώς εαυτόν αποστερείν, ασύγγνωστον και κατηγορίας άξιον, και πολλήν έχει την τιμωρίαν” (Ιερού Χρυσοστόμου, Κατά Ιουδαίων Γ', R.G., 48, 872). […]
Καλώς γιγνώσκοντες οι πάντες, ότι “ουδέν ούτω παροξύνει τον Θεόν, ως το Εκκλησίαν διαιρεθήναι” (Ιερός Χρυσόστομος, Προς Εφεσίους ΙΑ , P.G. 62, 85), ως ατυχώς συμβαίνη δια της συμπεριφοράς των ειρημένων, ουδεμίαν αμφιβολίαν έχομεν ότι η Υμετέρα Μακαριότης και η Ιερά Σύνοδος της Αγιωτάτης Εκκλησίας της Ελλάδος θέλετε ενεργήσει το δέον, κατά την κανονικήν ακρίβειαν, και προβή εις τας δεούσας προς τους ειρημένους κληρικούς και λαϊκούς εκκλησιαστικάς συστάσεις και προτροπάς, ίνα μη δίδωσιν αφορμάς εις “σκάνδαλα”, επί απειλή επιβολής, εν περιπτώσει μη ανανήψεως, των προβλεπόμενων υπό των Θείων και ιερών κανόνων κυρώσεων, προς θεραπείαν των δια της συμπεριφοράς αυτών προκαλουμένων εις το σώμα της Εκκλησίας μωλώπων.»
Οι βαριές και δίκαιες εκφράσεις του Παναγιωτάτου είναι μία σαφής και ευθεία καταδίκη των σχετικών προς τη Σύνοδο ενεργειών και του π. Γκοτσόπουλου, για τη συμμετοχή του οποίου στα αντισυνοδικά εγχειρήματα είναι ενήμερος ο Παναγιώτατος. Οι αποστροφές του Παναγιώτη Ανδριόπουλου είναι, τηρουμένων των αναλογιών, λιγότερο σκληρές από αυτές που προέρχονται από τη γραφίδα του Προκαθημένου της Ορθοδόξου Εκκλησίας. Έχει στήσει, άραγε, και ο Παναγιώτατος «προπαγάνδα» εναντίον του π. Αναστασίου; Είναι και αυτός γκαιμπελιστής; Νομίζω πως, αν ο π. Αναστάσιος είναι συνεπής προς εαυτόν, οφείλει, μετά την αγωγή στον συνάδελφο, να προχωρήσει σε αντίστοιχη δικαστική κίνηση και εναντίον του Οικουμενικού Πατριάρχη, διότι, εν τέλει, τι σημασία έχουν για την διακονία και την εν γένει φήμη ενός κληρικού οι μομφές ενός ιστολόγου μπροστά στην ξεκάθαρη αποδοκιμασία του Παναγιωτάτου; «Ο π. Αναστάσιος Γκοτσόπουλος εκτιμά στο κείμενο της αγωγής του πως σκοπός του εναγόμενου θεολόγου είναι να στρέψει τον Μητροπολίτη Πατρών εναντίον του, να τον μειώσει ιερατικά και επιστημονικά, και φυσικά να τον “φιμώσει”», διαβάζουμε στην είδηση για την αγωγή (βλ. § 1). Ο Οικουμενικός Πατριάρχης τί κάνει;
Σύμφωνα με την Αγία και Μεγάλη Σύνοδο (παρά τα θρυλούμενα από τους αντισυνοδικούς, οι αποφάσεις της έχουν δεσμευτικό χαρακτήρα για σύμπασα την Ορθοδοξία): «Η Ορθόδοξος Εκκλησία θεωρεί καταδικαστέαν πάσαν διάσπασιν της ενότητος της Εκκλησίας, υπό ατόμων ή ομάδων, επί προφάσει τηρήσεως ή δήθεν προασπίσεως της γνησίας Ορθοδοξίας. Ως μαρτυρεί η όλη ζωή της Ορθοδόξου Εκκλησίας, η διατήρησις της γνησίας ορθοδόξου πίστεως διασφαλίζεται μόνον δια του συνοδικού συστήματος, τοοποίον ανέκαθεν εν τη Εκκλησία απετέλει την ανωτάτην αυθεντίαν επί θεμάτων πίστεως και κανονικών διατάξεων (κανών 6 της Β´ Οικουμενικής Συνόδου).» (Σχέσεις της Ορθοδόξου Εκκλησίας προς τον λοιπόν χριστιανικόν κόσμον,§ 22). Εν προκειμένω, η Σύνοδος καταδεικνύει τα όρια της θεμιτής κριτικής και προφυλάσσει από την ατομικιστική αυθαιρεσία ποιμένων ή λαϊκών, οι οποίοι αυτοανακηρύσσονται σε γνώμονες της αληθείας, νομίζοντας πως μια υποτιθέμενα προνομιακή σχέση τους προς τους αγίους ή την πατερική Παράδοση τους επιτρέπει να αξιολογούν Συνόδους, Πατριάρχες, θεολόγους χωρίς να ακούνε κανέναν. Αυτά που ακόμη και ο ακραίος προτεσταντισμός έχει αναγνωρίσει ως αδιέξοδα, δεν είναι δυνατόν να παρουσιάζονται σήμερα ως η πεμπτουσία της Ορθόδοξης Παράδοσης.
7. Ο ψόγος, ο έπαινος και οι πραγματικοί εχθροί. Από τα παραπάνω καθίσταται σαφές ότι ο Παναγιώτης Ανδριόπουλος δεν αξίζει ψόγο για την κριτική του εναντίον του π. Αναστασίου Γκοτσόπουλου, αλλά πολύ περισσότερο έπαινο, καθώς η κριτική αυτή αναφέρεται σε σημεία καίρια της σκέψης και της δράσης του εν λόγω κληρικού για τα οποία καλούνται να αποφανθούν τα δέοντα εκκλησιαστικά όργανα και για τα οποία προβλέπονται συγκεκριμένες ποινές από το Κανονικό Δίκαιο της Ορθόδοξης Εκκλησίας. Δεν πρόκειται για τις ανεδαφικές, αθεμελίωτες κραυγές ενός αθεολόγητου φωνασκούντος, αλλά για την αυτονόητη διακονία ενός πιστού μέλους της Εκκλησίας, ο οποίος εφιστά την προσοχή στη σκέψη ενός κληρικού που, με τη στάση του απέναντι στο Οικουμενικό Πατριαρχείο, την οικουμενική κίνηση και την Αγία και Μεγάλη Σύνοδο προκαλεί σοβαρά ζητήματα, έχοντας ήδη εισπράξει βαρύτατη αποδοκιμασία από τον Πρώτο της Ορθοδοξίας για τις δραστηριότητές του και δίχως να έχει μέχρι στιγμής δείξει το παραμικρό ίχνος μεταμέλειας.
Ίσως – και είθε – ο π. Αναστάσιος Γκοτσόπουλος να μετανοήσει και να κατανοήσει ότι ο Παναγιώτης Ανδριόπουλος δεν είναι εχθρός του. «Ντυμένοι φίλοι» έχουν έρθει «αμέτρητες φορές» οι όντως εχθροί του, οι οποίοι ως προβατόσχημοι λύκοι θέλουν να τον οδηγήσουν στο δρόμο της ακοινωνησίας, της αποτείχισης, του απογαλακτισμού από την Ορθόδοξη Εκκλησία. Σίγουρα υπάρχουν καλύτεροι τρόποι να χρησιμοποιήσει τα προφανή του τάλαντα, από το να τα θέτει, προφανώς με έναν ου κατ᾽ επίγνωσιν ζήλο, στην υπηρεσία κύκλων που εν τοις πράγμασιν υπονομεύουν την εκκλησιαστική ενότητα, προσφέροντας μόνο χαρά στους πολέμιους του Ευαγγελίου.
Κλείνω με ευχές για τις υπόλοιπες εόρτιες ημέρες, τις οποίες το Οικουμενικό Πατριαρχείο και η Εκκλησία της Ελλάδος εορτάζουν κατά το νέο ημερολόγιο. Από παλαιοημερολογητισμό χορτάσαμε. 

Related Posts with Thumbnails