Δημοσιεύουμε εδώ αποσπάσματα από το σημαντικό βιβλίο του καθηγητή στο Τμήμα Θεολογίας του Α.Π.Θ. Στυλιανού Χ. Τσομπανίδη, με θέμα: "Η ΕΚΚΛΗΣΙΟΛΟΓΙΚΗ ΠΡΟΚΛΗΣΗ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΑΓΙΑ ΚΑΙ ΜΕΓΑΛΗ ΣΥΝΟΔΟ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ".
Απέχουμε πολύ, και καλώς, από την εποχή που πολλοί ορθόδοξοι θεολόγοι, λαϊκοί και κληρικοί, είχαν την αντίληψη ότι
συμμετείχαν στην Οικουμενική Κίνηση για να δώσουν μονόδρομη μαρτυρία, με απαιτήσεις υπεροχής και με στόχο τη σωτηρία των άλλων, όπως άλλωστε έκαναν και οι άλλοι ως προς
τους Ορθόδοξους. Αυτό το σημείο χρειάζεται μεγάλη προσοχή
κατά τη διάρκεια της μετασυνοδικής πορείας από την πλευρά
της Ορθόδοξης Εκκλησίας, γιατί μια πιθανή επιστροφή αυτού
του πνεύματος θα την γύριζε πολύ πίσω σε μια νοοτροπία διδακτισμού και θα οδηγούσε σε μία στάση γνωστή ως «υπεροψία
της αληθείας». Εξάπαντος χρειάζεται να γίνει κατανοητό ότι
εκείνο που σώζει δεν είναι η επάρκεια, αλλά η μετάνοια.
Αυτή η αντίληψη στηρίζεται στη βασική εκκλησιολογική θέση ότι η Εκκλησία του Χριστού στη φάση της επί γης στράτευσης έχει την αλήθεια «εν οστρακίνοις σκεύεσιν» (Β΄ Κορ.4,7), δεν κατέχει την αλήθεια, αλλά μετέχει σε αυτή, δηλαδή στην άκτιστη δόξα της Βασιλείας του Θεού. Έτσι δεν νοείται οποιαδήποτε ταύτιση μεταξύ Βασιλείας του Θεού και Εκκλησίας. Υπό το πνεύμα αυτό και από οικουμενική άποψη είναι ιδιαίτερα αξιοπρόσεκτο το πρώτο κεφάλαιο της «Εγκυκλίου» με τίτλο «Η Εκκλησία: Σώμα Χριστού, εικών της Αγίας Τριάδος» που καταπιάνεται με την Εκκλησιολογία και σκιαγραφεί σε γενικές γραμμές πώς αυτοκατανοείται σήμερα η Ορθόδοξη Εκκλησία. Στη δεύτερη παράγραφο του πρώτου κεφαλαίου υπάρχει μια αξιοσημείωτη διατύπωση: «Ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία, πιστή εἰς τήν ὁμόφωνον ταύτην ἀποστολικήν παράδοσιν καί μυστηριακήν ἐμπειρίαν, ἀποτελεῖ τήν αὐθεντικήν συνέχειαν τῆς μιᾶς, ἁγίας, καθολικῆς καί ἀποστολικῆς Ἐκκλησίας, ὡς αὕτη ὁμολογεῖται εἰς το Σύμβολον τῆς πίστεως καί βεβαιοῦται διά τῆς διδασκαλίας τῶν Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας». Η έκφραση «αυθεντική συνέχεια» υπερβαίνει την αποκλειστική, ομολογιακή αυτοσυνειδησία της Ορθόδοξης Εκκλησίας.
Αυτή η αντίληψη στηρίζεται στη βασική εκκλησιολογική θέση ότι η Εκκλησία του Χριστού στη φάση της επί γης στράτευσης έχει την αλήθεια «εν οστρακίνοις σκεύεσιν» (Β΄ Κορ.4,7), δεν κατέχει την αλήθεια, αλλά μετέχει σε αυτή, δηλαδή στην άκτιστη δόξα της Βασιλείας του Θεού. Έτσι δεν νοείται οποιαδήποτε ταύτιση μεταξύ Βασιλείας του Θεού και Εκκλησίας. Υπό το πνεύμα αυτό και από οικουμενική άποψη είναι ιδιαίτερα αξιοπρόσεκτο το πρώτο κεφάλαιο της «Εγκυκλίου» με τίτλο «Η Εκκλησία: Σώμα Χριστού, εικών της Αγίας Τριάδος» που καταπιάνεται με την Εκκλησιολογία και σκιαγραφεί σε γενικές γραμμές πώς αυτοκατανοείται σήμερα η Ορθόδοξη Εκκλησία. Στη δεύτερη παράγραφο του πρώτου κεφαλαίου υπάρχει μια αξιοσημείωτη διατύπωση: «Ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία, πιστή εἰς τήν ὁμόφωνον ταύτην ἀποστολικήν παράδοσιν καί μυστηριακήν ἐμπειρίαν, ἀποτελεῖ τήν αὐθεντικήν συνέχειαν τῆς μιᾶς, ἁγίας, καθολικῆς καί ἀποστολικῆς Ἐκκλησίας, ὡς αὕτη ὁμολογεῖται εἰς το Σύμβολον τῆς πίστεως καί βεβαιοῦται διά τῆς διδασκαλίας τῶν Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας». Η έκφραση «αυθεντική συνέχεια» υπερβαίνει την αποκλειστική, ομολογιακή αυτοσυνειδησία της Ορθόδοξης Εκκλησίας.







