Κάποια πράγματα μοιάζουν χιλιοειπωμένα, αλλά δεν χάνουν το ενδιαφέρον τους. Αρκεί να τα αναλύουμε ουσιαστικά, χωρίς να τα επαναλαμβάνουμε μονότονα, μέχρι να γίνουν κλισέ. Κι ένα από αυτά είναι ο αναντικατάστατος ρόλος της πρωτοπορίας και του κόμματος.
Δώστε μου μια οργάνωση επαναστατών και θα κινήσω τη ρωσία, έλεγε ο λένιν σύμφωνα με ένα πρόσφατο αφιέρωμα του ριζοσπάστη. Μια φράση που θυμίζει τα λόγια του αρχιμήδη για τον μοχλό. Ο μοχλός βέβαια δεν είναι παρά ένα μέσο που διαμεσολαβεί για την επίτευξη του σκοπού, χωρίς να γίνεται το ίδιο αυτοσκοπός. Αν και σε μια διαλεκτική σχέση ο ένας πόλος μπορεί να μετατραπεί στο αντίθετό του. Το κόμμα μπορεί να γίνει από μέσο αυτοσκοπός. Κι ο σοσιαλισμός το μέσο που να αιτιολογεί κάθε κίνηση ή επιλογή της οργανωμένης πρωτοπορίας. Όπως έγινε εν μέρει στη σοβιετία.
Κάποιοι άλλοι πήραν τον τελικό σκοπό (που λέγεται και τέλος στα αρχαία ελληνικά), τον συνέδεσαν με το μέσο του κόμματος κι έφτασαν (δια)λεκτικά στο τέλος του κόμματος και της πολιτικής πρωτοπορίας, ως επαναστατικό υποκείμενο. Αν μείνεις χωρίς μοχλό όμως, κουνάς απλώς παλινδρομικά τη χούφτα σου, και περιμένεις τη γη να κινηθεί μεταφυσικά από μόνη της, χωρίς μοχλό, ακολουθώντας τις επαναστατικές ονειρώξεις σου και τον ιδεολογικό σου αυνανισμό. Ακολουθείς δηλ την πεπατημένη της άρνησης που δεν νοείται διαλεκτικά ως υπέρβαση και καταλήγει να είναι στείρα και αντιδραστική. Μια άρνηση της βιωμένης γραφειοκρατικής στρέβλωσης, που πετάει το μωρό μαζί με τα νερά, όπως ένα λυγισμένο κλαδί, που το στραβώνουμε από την ανάποδη, προσπαθώντας να το ισιώσουμε.
Έχουμε συνεπώς, αφενός κάτι μονολιθικό, που δε μπορεί να είναι πάντα αρκούντως διαλεκτικό, και αν έπαυε να είναι μονολιθικό, θα διαβρωνόταν εκ των έσω και θα κατέληγε δια της μετάλλαξης, μεταμοντέρνο ψηφιδωτό. Κι αφετέρου μικρές πετρούλες που απαρνούνται κάθε έννοια οργάνωσης, βάζουν εισαγωγικά στο πρώτο κάπα του κουκουέ (που δε το θεωρούν κομμουνιστικό), αλλά όπως είχε πει παλιότερα ο αποφθεγματικός σπαρίλας, σε αυτούς θα έπρεπε να μπαίνει σε εισαγωγικά το δεύτερο ‘κάπα’, διότι είναι εντελώς αμφίβολο αν αποτελούν κόμμα. Υπάρχουν βέβαια και μετωπικά σχήματα που επιχειρούν να ενώσουν δια-λεκτικά τα ασυμμάζευτα, εσωτερικεύουν στις γραμμές τους την πάλη και ενότητα των αντιθέτων, και παύουν να υφίστανται ως κάτι ενιαίο.
Έτσι παραμένει απολύτως υπαρκτή κι ουσιαστική εκείνη η «μικροδιαφορά», η οργανωτική και φαινομενικά δευτερεύουσα αντίθεση μεταξύ του λένιν και των τότε συντρόφων του, που οδήγησε στη διάσπαση του 1903 σε μπολσεβίκους και μενσεβίκους. Η χαλαρή οργανωτική σχέση με όποιον είναι απεργός, φίλος, ή γενικά μες στα κινήματα, καθιστά νομοτελειακά έναν χώρο ουρά του κινήματος, χωρίς αυτοτελή παρέμβαση, αφού δεν έχει καν αυτοτελή ύπαρξη επί της ουσίας, και ακυρώνει αυτομάτως το ρόλο του ως πρωτοπορία.
Κάποιοι βιάστηκαν να ταυτίσουν την χρεοκοπία των μεταλλαγμένων, αναθεωρητικών κκ της δυτικής ευρώπης με την χρεοκοπία του κόμματος νέου τύπου κι ένιωσαν την ανάγκη να μιλήσουν για «κάτι διαφορετικό», που να αντιστοιχεί στην εποχή μας. Αν ο λενινισμός ήταν ο μαρξισμός της εποχής του ιμπεριαλισμού, «η δική μας εποχή είναι διαφορετική κι απαιτεί άλλου τύπου μαρξισμό και κατά συνέπεια νέου τύπου οργάνωση». Με άλλα λόγια, να διατηρήσουμε το πνεύμα αλλάζοντας το γράμμα.
Όλα αυτά μπορεί να θυμίζουν κάπως στους ποδοσφαιρόφιλους την ιστορία με το άρθρο 44 και τον νέο-νέο πανιώνιο, όπου προσθέτουμε κάθε φορά ένα «νέο», για να παραγράψουμε τα χρέη και τα αμαρτήματα του παρελθόντος. Επί της ουσίας όμως, η σύγχρονη φάση κοινωνικής εξέλιξης εξακολουθεί να είναι ο ιμπεριαλισμός, δηλ ο καπιταλισμός στο μονοπωλιακό του στάδιο. Παραμένουν τα κύρια χαρακτηριστικά όπως τα περιέγραψε ο βλαδίμηρος, ενώ υπάρχουν άλλα που εξελίσσονται κι επικαιροποιούνται. Από αυτή την άποψη δεν έχει «παλιώσει» η λενινιστική ανάλυση για το κόμμα νέου τύπου.
Κάποιες άλλες ερμηνείες έχουν στο επίκεντρό τους τη δομή ενός κόμματος και θεωρούν ότι αλλάζοντάς την, πχ επί το δημοκρατικότερον, θα μπορέσουν να λύσουν τα προβλήματα λειτουργίας του. Αντίληψη που μπορούμε να τη βρούμε και σε κλίμακα κοινωνίας κι οδηγεί σε τελική ανάλυση στην αγκαλιά της αμεσοδημοκρατίας.
Η δομή όμως υπάγεται στον σκοπό τον οποίο υπηρετεί. Συνδέεται διαλεκτικά με τη λειτουργία, αλλά έχει θέση μορφής, όχι περιεχομένου. Γι’ αυτό και δεν πρέπει να φετιχοποιείται, από τη μία ή την άλλη πλευρά. Μπορεί πχ ένα μεταλλαγμένο κκ να διατηρεί εξωτερικά μερικά χαρακτηριστικά του κόμματος νέου τύπου (πχ υποταγή της μειοψηφίας στην πλειοψηφία) αλλά να μην επικυρώνει με τη δράση του αυτόν τον τίτλο. Μόνο στη διαλεκτική τους σύνδεση με τον τρόπο λειτουργίας, αποκτούν πραγματική σημασία τα επιμέρους δομικά χαρακτηριστικά.
Αυτό δε σημαίνει ότι το κομμουνιστικό κόμμα δεν πρέπει να επιλέξει την πλέον κατάλληλη δομή που να υπηρετεί τον σκοπό του. Εφόσον έχουν περιγραφεί και κατακτηθεί οι βασικές αρχές λειτουργίας που θα το διέπουν, μπορούμε να πειραματιστούμε με το καλούπι ή και με το διαλεκτικό δίπολο δημοκρατίας-συγκεντρωτισμού, όπως έκαναν στον καιρό τους και οι μπολσεβίκοι, παίρνοντας υπόψη τους τις εκάστοτε αντικειμενικές συνθήκες.
Κλείνω το κείμενο, επισημαίνοντας μια βασική αντίφαση που χαρακτηριζει ένα οποιοδήποτε κομμουνιστικό κόμμα. Ενώ η δομή του αντανακλά διάφορες σύγχρονες κοινωνικές τάσεις και τον καταμερισμό εργασίας μεταξύ διευθυντικής κι εκτελεστικής εργασίας, το ίδιο (οφείλει να) είναι μια μικρογραφία της κοινωνίας του μέλλοντος και να ενσαρκώνει κομμουνιστικές αρχές λειτουργίας. Συντροφικότητα, αυταπάρνηση, ουσιαστική συμμετοχή της βάσης στις αποφάσεις, συλλογικότητα, ίσα δικαιώματα με αυξημένες ευθύνες για τα πιο συνειδητοποιημένα στελέχη, ηθικά κίνητρα, υπερκάλυψη πλάνων.
Όλα αυτά λειτουργούν διαπαιδαγωγητικά προετοιμάζοντας κάθε σύντροφο ακριβώς για την κοινωνία του μέλλοντος, με την οποία και είναι δεμένα. Αλλιώς ισχύει ο συνήθης αφορισμός. Αν δε μπορείς να εξασφαλίσεις την εσωκομματική δημοκρατία, για παράδειγμα, πώς θα μπορέσεις να το κάνεις αργότερα στην κλίμακα μιας ολόκληρης κοινωνίας..;
Δώστε μου μια οργάνωση επαναστατών και θα κινήσω τη ρωσία, έλεγε ο λένιν σύμφωνα με ένα πρόσφατο αφιέρωμα του ριζοσπάστη. Μια φράση που θυμίζει τα λόγια του αρχιμήδη για τον μοχλό. Ο μοχλός βέβαια δεν είναι παρά ένα μέσο που διαμεσολαβεί για την επίτευξη του σκοπού, χωρίς να γίνεται το ίδιο αυτοσκοπός. Αν και σε μια διαλεκτική σχέση ο ένας πόλος μπορεί να μετατραπεί στο αντίθετό του. Το κόμμα μπορεί να γίνει από μέσο αυτοσκοπός. Κι ο σοσιαλισμός το μέσο που να αιτιολογεί κάθε κίνηση ή επιλογή της οργανωμένης πρωτοπορίας. Όπως έγινε εν μέρει στη σοβιετία.
Κάποιοι άλλοι πήραν τον τελικό σκοπό (που λέγεται και τέλος στα αρχαία ελληνικά), τον συνέδεσαν με το μέσο του κόμματος κι έφτασαν (δια)λεκτικά στο τέλος του κόμματος και της πολιτικής πρωτοπορίας, ως επαναστατικό υποκείμενο. Αν μείνεις χωρίς μοχλό όμως, κουνάς απλώς παλινδρομικά τη χούφτα σου, και περιμένεις τη γη να κινηθεί μεταφυσικά από μόνη της, χωρίς μοχλό, ακολουθώντας τις επαναστατικές ονειρώξεις σου και τον ιδεολογικό σου αυνανισμό. Ακολουθείς δηλ την πεπατημένη της άρνησης που δεν νοείται διαλεκτικά ως υπέρβαση και καταλήγει να είναι στείρα και αντιδραστική. Μια άρνηση της βιωμένης γραφειοκρατικής στρέβλωσης, που πετάει το μωρό μαζί με τα νερά, όπως ένα λυγισμένο κλαδί, που το στραβώνουμε από την ανάποδη, προσπαθώντας να το ισιώσουμε.
Έχουμε συνεπώς, αφενός κάτι μονολιθικό, που δε μπορεί να είναι πάντα αρκούντως διαλεκτικό, και αν έπαυε να είναι μονολιθικό, θα διαβρωνόταν εκ των έσω και θα κατέληγε δια της μετάλλαξης, μεταμοντέρνο ψηφιδωτό. Κι αφετέρου μικρές πετρούλες που απαρνούνται κάθε έννοια οργάνωσης, βάζουν εισαγωγικά στο πρώτο κάπα του κουκουέ (που δε το θεωρούν κομμουνιστικό), αλλά όπως είχε πει παλιότερα ο αποφθεγματικός σπαρίλας, σε αυτούς θα έπρεπε να μπαίνει σε εισαγωγικά το δεύτερο ‘κάπα’, διότι είναι εντελώς αμφίβολο αν αποτελούν κόμμα. Υπάρχουν βέβαια και μετωπικά σχήματα που επιχειρούν να ενώσουν δια-λεκτικά τα ασυμμάζευτα, εσωτερικεύουν στις γραμμές τους την πάλη και ενότητα των αντιθέτων, και παύουν να υφίστανται ως κάτι ενιαίο.
Έτσι παραμένει απολύτως υπαρκτή κι ουσιαστική εκείνη η «μικροδιαφορά», η οργανωτική και φαινομενικά δευτερεύουσα αντίθεση μεταξύ του λένιν και των τότε συντρόφων του, που οδήγησε στη διάσπαση του 1903 σε μπολσεβίκους και μενσεβίκους. Η χαλαρή οργανωτική σχέση με όποιον είναι απεργός, φίλος, ή γενικά μες στα κινήματα, καθιστά νομοτελειακά έναν χώρο ουρά του κινήματος, χωρίς αυτοτελή παρέμβαση, αφού δεν έχει καν αυτοτελή ύπαρξη επί της ουσίας, και ακυρώνει αυτομάτως το ρόλο του ως πρωτοπορία.
Κάποιοι βιάστηκαν να ταυτίσουν την χρεοκοπία των μεταλλαγμένων, αναθεωρητικών κκ της δυτικής ευρώπης με την χρεοκοπία του κόμματος νέου τύπου κι ένιωσαν την ανάγκη να μιλήσουν για «κάτι διαφορετικό», που να αντιστοιχεί στην εποχή μας. Αν ο λενινισμός ήταν ο μαρξισμός της εποχής του ιμπεριαλισμού, «η δική μας εποχή είναι διαφορετική κι απαιτεί άλλου τύπου μαρξισμό και κατά συνέπεια νέου τύπου οργάνωση». Με άλλα λόγια, να διατηρήσουμε το πνεύμα αλλάζοντας το γράμμα.
Όλα αυτά μπορεί να θυμίζουν κάπως στους ποδοσφαιρόφιλους την ιστορία με το άρθρο 44 και τον νέο-νέο πανιώνιο, όπου προσθέτουμε κάθε φορά ένα «νέο», για να παραγράψουμε τα χρέη και τα αμαρτήματα του παρελθόντος. Επί της ουσίας όμως, η σύγχρονη φάση κοινωνικής εξέλιξης εξακολουθεί να είναι ο ιμπεριαλισμός, δηλ ο καπιταλισμός στο μονοπωλιακό του στάδιο. Παραμένουν τα κύρια χαρακτηριστικά όπως τα περιέγραψε ο βλαδίμηρος, ενώ υπάρχουν άλλα που εξελίσσονται κι επικαιροποιούνται. Από αυτή την άποψη δεν έχει «παλιώσει» η λενινιστική ανάλυση για το κόμμα νέου τύπου.
Κάποιες άλλες ερμηνείες έχουν στο επίκεντρό τους τη δομή ενός κόμματος και θεωρούν ότι αλλάζοντάς την, πχ επί το δημοκρατικότερον, θα μπορέσουν να λύσουν τα προβλήματα λειτουργίας του. Αντίληψη που μπορούμε να τη βρούμε και σε κλίμακα κοινωνίας κι οδηγεί σε τελική ανάλυση στην αγκαλιά της αμεσοδημοκρατίας.
Η δομή όμως υπάγεται στον σκοπό τον οποίο υπηρετεί. Συνδέεται διαλεκτικά με τη λειτουργία, αλλά έχει θέση μορφής, όχι περιεχομένου. Γι’ αυτό και δεν πρέπει να φετιχοποιείται, από τη μία ή την άλλη πλευρά. Μπορεί πχ ένα μεταλλαγμένο κκ να διατηρεί εξωτερικά μερικά χαρακτηριστικά του κόμματος νέου τύπου (πχ υποταγή της μειοψηφίας στην πλειοψηφία) αλλά να μην επικυρώνει με τη δράση του αυτόν τον τίτλο. Μόνο στη διαλεκτική τους σύνδεση με τον τρόπο λειτουργίας, αποκτούν πραγματική σημασία τα επιμέρους δομικά χαρακτηριστικά.
Αυτό δε σημαίνει ότι το κομμουνιστικό κόμμα δεν πρέπει να επιλέξει την πλέον κατάλληλη δομή που να υπηρετεί τον σκοπό του. Εφόσον έχουν περιγραφεί και κατακτηθεί οι βασικές αρχές λειτουργίας που θα το διέπουν, μπορούμε να πειραματιστούμε με το καλούπι ή και με το διαλεκτικό δίπολο δημοκρατίας-συγκεντρωτισμού, όπως έκαναν στον καιρό τους και οι μπολσεβίκοι, παίρνοντας υπόψη τους τις εκάστοτε αντικειμενικές συνθήκες.
Κλείνω το κείμενο, επισημαίνοντας μια βασική αντίφαση που χαρακτηριζει ένα οποιοδήποτε κομμουνιστικό κόμμα. Ενώ η δομή του αντανακλά διάφορες σύγχρονες κοινωνικές τάσεις και τον καταμερισμό εργασίας μεταξύ διευθυντικής κι εκτελεστικής εργασίας, το ίδιο (οφείλει να) είναι μια μικρογραφία της κοινωνίας του μέλλοντος και να ενσαρκώνει κομμουνιστικές αρχές λειτουργίας. Συντροφικότητα, αυταπάρνηση, ουσιαστική συμμετοχή της βάσης στις αποφάσεις, συλλογικότητα, ίσα δικαιώματα με αυξημένες ευθύνες για τα πιο συνειδητοποιημένα στελέχη, ηθικά κίνητρα, υπερκάλυψη πλάνων.
Όλα αυτά λειτουργούν διαπαιδαγωγητικά προετοιμάζοντας κάθε σύντροφο ακριβώς για την κοινωνία του μέλλοντος, με την οποία και είναι δεμένα. Αλλιώς ισχύει ο συνήθης αφορισμός. Αν δε μπορείς να εξασφαλίσεις την εσωκομματική δημοκρατία, για παράδειγμα, πώς θα μπορέσεις να το κάνεις αργότερα στην κλίμακα μιας ολόκληρης κοινωνίας..;