Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα λάκης με τα ψηλά ρεβέρ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα λάκης με τα ψηλά ρεβέρ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 8 Μαΐου 2014

Για τις φοιτητικές εκλογές

Κάθε χρόνο στις φοιτητικές εκλογές προκύπτουν διάφορα μικρά και μεγαλύτερα ερωτήματα. Πώς θα πείσεις για παράδειγμα τις φιλικές ψήφους σου που ταλαντεύονται και βαριούνται πολλές φορές τις εκλογές σα διαδικασία, να έρθουν τελικά να σε/μας (δηλ ΜΑΣ) ψηφίσουν; Μια σφισσα έλεγε ότι ένα ακαταμάχητο κόλπο για τις δικές της φίλες ήταν να επικαλεστεί κάτι γυναικολογικό και την ανάγκη να την εφοδιάσουν με τις απαραίτητες προμήθειες. Στα αγοράκια όμως δε θα έπιανε αυτό, αφενός για αντικειμενικούς λόγους κι αφετέρου γιατί είναι από τη φύση τους πιο ζαμαν-φου, συνεπώς χρειάζεται κάτι διαφορετικό. Το καλύτερο βέβαια είναι να τους πιάσεις και να τους έχεις μιλήσει πολιτικά από πριν, αλλά δεν είναι πάντα πολύ εύκολο να σε πάρει στα σοβαρά ο κολλητός σου. Για ένα δαπασπίτη οι φιλικές ψήφοι είναι το άλφα και το ωμέγα της δραστηριότητάς του· για ένα σύντροφο όμως μπορεί να γίνει μπελάς και είναι δίκοπο μαχαίρι.

Επόμενη ερώτηση, που έχει εξελιχτεί σε κλασική: μήπως έχει αλλάξει η κοινωνική σύνθεση των φοιτητών τα τελευταία χρόνια; Ειλικρινά δεν το γνωρίζω, αλλά δε νομίζω να έχει αλλάξει δραματικά. Αν και αυτό έχει να κάνει πολλές φορές –πέρα από τις γενικότερες αναδιαρθρώσεις που προωθούνται και συντελούνται στα πανεπιστήμια- και με τις αντιφατικές κυβερνητικές στοχεύσεις στην εκάστοτε συγκυρία –πχ σε προεκλογική περίοδο. Η βάση του 10 στις πανελλαδικές και η κάνουλα των εισακτέων μπορεί να ανοίγει ή να κλείνει σαν ακορντεόν από χρόνο σε χρόνο, καταγράφοντας ωστόσο και μια σταθερή γενική τάση.

Αυτό που σίγουρα είχε αλλάξει στα πανεπιστήμια είναι το γενικό κλίμα που επικρατούσε σε σχέση με μία και μιάμιση δεκαετία πριν. Κάτι που συνδέεται άμεσα και με τις ευθύνες του υποκειμενικού παράγοντα, αλλά αποτυπώνει και υπαρκτές αντικειμενικές διεργασίες. Δε νομίζω δηλ ότι είναι δική μας γεροπαραξενιά, εμάς των «βετεράνων», που βλέπουμε αλλιώς τα πράγματα, τώρα που μας έχει.. ξεβράσει το φοιτηταριάτο και δεν έχουμε πια τόσους γνωστούς στα αμφιθέατρα.

Δηλ σύντροφοι γινόμαστε βενεζουέλα; Εκεί δηλ όπου οι φοιτητές είναι καθαρά αντιδραστικοί στην πλειοψηφία τους και προέρχονται από τα υψηλότερα κοινωνικά στρώματα. Όχι σφοι δεν έχουμε γίνει βενεζουέλα –όχι ακόμα τουλάχιστον. Πρέπει όμως να μη γυρίζουμε οικειοθελώς την πλάτη μας στην πραγματικότητα.
Το μοντέλο που προωθείται –με επιτυχία ως ένα βαθμό- είναι του φοιτητή που τρέχει σα βέγγος, να περάσει μαθήματα, να μαζέψει διδακτικές μονάδες, να γυρέψει σεμινάρια, να πιάσει καθηγητές και να τους κάνει διάφορα θελήματα, να βρει επαφές κι εφόδια για να γίνει «ανταγωνιστικός» και δεν του μένει χρόνος να ασχοληθεί με κάτι άλλο και με «ανέμελες» συλλογικές διαδικασίες.

Μια άλλη πτυχή που μου επισημάνθηκε πρόσφατα ως αποτύπωμα της κρίσης είναι ότι η εσωτερική μετανάστευση των φοιτητών έχει περιοριστεί δραματικά πια και στα πιο απομακρυσμένα ιδρύματα (κρήτη, θράκη, κτλ) η πλειοψηφία των σπουδαστών αποτελείται από ντόπιους, δηλ από παιδιά που ξεφεύγουν δυσκολότερα από τον κλοιό του οικογενειακού περιβάλλοντος και έχουν κάνει ήδη έναν πρώτο κρίσιμο συμβιβασμό στην επιλογή τους –αφού οι δικοί τους δε μπορούσαν να τους στείλουν σε άλλη πόλη και τη σχολή της αρεσκείας τους.

Αυτό επιδρά αναπόφευκτα στη συνείδηση των φοιτητών, αλλά και στη δική μας παρέμβαση η οποία μπορεί να δίνει προτεραιότητα –και καλά κάνει- στη στρατολόγηση εργατών στους χώρους δουλειάς και να δίνει βάρος στα αποτελέσματα των τει με τα παιδιά των πιο λαϊκών οικογενειών· αλλά έχει ένα ισχυρό συγκριτικό πλεονέκτημα στο πανεπιστήμιο, που παραμένει για πολύ κόσμο ο βασικός χώρος συνειδητοποίησης, όπου έρχεται για πρώτη φορά σε ουσιαστική επαφή με κάποιες ριζοσπαστικές και επαναστατικές ιδέες. Και αυτός ακριβώς ο χαρακτήρας του πανεπιστημίου μπαίνει στο στόχαστρο των προωθούμενων αναδιαρθρώσεων.

Ποιος μπορεί να είναι λοιπόν ο δικός μας στόχος σ’ αυτές τις συνθήκες; Και τι μετράει περισσότερο: τα ποσοστά της πανσπουδαστικής ή ο απόλυτος αριθμός ψήφων (και δυνάμει κερδισμένων συνειδήσεων); Βασικά και τα δύο μετράνε, αλλά όταν πέφτει γενικά η συμμετοχή, συνήθως ανεβαίνει το πρώτο και πέφτει αντικειμενικά το δεύτερο. Ένας άμεσος εφικτός στόχος θα ήταν μέχρι πρότινος να ξεπεράσουμε επιτέλους την ημιθανή πασπ στη δεύτερη θέση –όπως έγινε ήδη από φέτος στα τει και φαίνεται να κλειδώνει σήμερα και στα αει. Προέχουν όμως πολύ πιο σημαντικά μέτωπα από τους εκλογικούς δείκτες –κι αυτό μας φέρνει στην επόμενη σειρά ερωτημάτων.

Πού πήγε η μεγάλη περιφανής νίκη για το άρθρο 16; Η τρομερή και περιβόητη γενιά του δεκέμβρη; Πού ήταν το μαχητικό φοιτητικό κίνημα όλα αυτά τα τελευταία χρόνια της κρίσης, των απεργιακών αγώνων και του κοινωνικού αναβρασμού; Ακόμα κι όταν ξεκίνησε φέτος ένας γύρος κινητοποιήσεων, οι κινητοποιήσεις που βγήκαν ήτανε σχετικά άμαζες και σε κάθε περίπτωση ένα μικρό κλάσμα των μεγάλων, φοιτητικών συλλαλητηρίων της προηγούμενης δεκαετίας. Η αλήθεια είναι πως πίσω από την κορύφωση του μαϊούνη και της επόμενης χρονιάς κρύβονταν τα πρώτα σπέρματα της παρακμής. Αλλά οι λόγοι και η ερμηνεία αυτής της πτώσης απαιτεί στενότερη παρακολούθηση και γνώση του χώρου από τη δική μου, που άρχισα να χάνω την επαφή με τα αμφιθέατρα, σχεδόν παράλληλα με την απομάκρυνση του φκ από το επίκεντρο των αγωνιστικών διεργασιών.

Ένα ακόμα ενδιαφέρον ερώτημα που προκύπτει από το δοσμένο συσχετισμό δύναμης είναι πως η ανάλυση ψήφου των εθνικών εκλογών δίνει συντριπτικά ποσοστά στο σύριζα και τη νδ να πέφτει κάτω από το μέσο όρο της, ενώ στα πανεπιστήμια τα μεγέθη κι οι όροι αντιστρέφονται διαλεκτικά, με τη δαπ να είναι κατεστημένο τις τρεις τελευταίες δεκαετίες και την αρεν του σύριζα να παραμένει αμελητέα ποσότητα –και να διασπάται μάλιστα με το σχέδιο βήτα (αλαβάνος και πρώην κοε) που κατέβηκε φέτος ως αριστερό δίκτυο. Όπως σχολίασε στην προηγούμενη ανάρτηση και ο ΡΓ, ακόμα και τους εαακίτες να προσθέσεις (που είχαν πολλές διαρροές προς σύριζα τον ιούνη του 12’) κάποια νούμερα απλώς δε βγαίνουν. Εκτός και αν υποθέσουμε ότι ο σύριζα έχει ρεύμα στη μη φοιτητιώσα νεολαία, δηλ σε σπουδαστές ιεκ, νέους εργάτες, κτλ. Να γελάνε και τα μωρά παιδιά δηλ, όπως λέει και το επίμαχο βιντεάκι της κνε.

Αυτά ως προς το γενικό κομμάτι, που γράφτηκε πριν από την ανακοίνωση των φετινών αποτελεσμάτων, για να μείνει ανεπηρέαστο στην ανάλυσή του και να μη φανεί ότι προσπαθεί να δικαιολογήσει ένα κακό ποσοστό ή αντιθέτως να σκεπάσει με ένα καλό ποσοστό κάποια υπαρκτά ζητήματα. Περνάμε τώρα πιο ειδικά και στα φετινά.

Το πρωί η κε του μπλοκ πήρε λίγο κλίμα από την πάτρα, όπου η πανσπουδαστική βγήκε πρώτη δύναμη στην πόλη (δηλ στο σύνολο των ψήφων σε αει και τει). Στο πολυκλαδικό πάνω από το παράρτημα, είδα τη φετινή μας αφίσα, που έχει πιο πλατύ και συμβατικό σύνθημα από άλλες φορές (μαζί πιο δυνατοί), την μπλε αφίσα (!) των εαακ και το ψηφοδέλτιο της δασπ, τα αρχικά από το «δεν ανήκω σε παράταξη», με ένα γραφικό πρώην δαπίτη, που φορούσε φτερωτά σπορτέξ σαν του ερμή. Από τα πανό της πανσπουδαστικής πανελλαδικά, ξεχώρισα το προλεκάλτ έμπνευσης σύνθημα your θέσεις sounds familiar, μια έξυπνη μπηχτή προς τις υπόλοιπες παρατάξεις.

Συνεχίζουμε με ένα γύρο γρήγορων ερωτήσεων.
Μήπως τώρα οι σύντροφοι της σπουδάζουσας θα ξεκουραστούν και θα απολαύσουν τους καρπούς των κόπων τους; Όχι σφοι, οι σύντροφοι δε θα ξεκουραστούν, γιατί για αυτούς ο φετινός μάης σημαίνει (όχι τριπλές, αλλά) τετραπλές εκλογές –κι οι φοιτητικές ήταν απλώς το ζέσταμα. Το φετινό θετικό αποτέλεσμα έχει μάλιστα μια αξία παραπάνω, γιατί έπεσε πάνω στην τούρλα και την πόλωση της επερχόμενης τριπλής κάλπης, που παραδοσιακά ευνοούσε τη δαπασπ –απόδειξη ότι ο σύριζα έχει ακόμα πολλά ψωμιά να φάει για να αντικαταστήσει επάξια την πασοκάρα που γνωρίσαμε σε όλα τα επίπεδα.

Μήπως η χειμερία νάρκη του φκ θα υπνώσει ποτέ τα δικά μας αντανακλαστικά και τη νοσταλγία για τα φοιτητικά; Όχι σύντροφοι, αυτό δεν πρόκειται να γίνει. Και το καταλαβαίνουμε κάθε φορά που έχει εκλογές στα πανεπιστήμια, που είναι κάτι σαν κινητή γιορτή για όσους παραμένουν στην ψυχή αιώνιοι φοιτητές.

Τιμά το spoudastes.gr του ΜΑΣ που μπλόκαρε και δε φόρτωνε από το μεγάλο όγκο επισκεπτών κι έτσι έστελνε κόσμο να ξεπέσει στην ανάγκη της ιστοσελίδας της νΚα κι άλλων λιγότερο αξιόπιστων σελίδων; Όχι. Αλλά στο σοσιαλισμό, που θα πιάσουμε το τρένο της ετε, θα λύσουμε όλα τα τεχνικά ζητήματα και δε θα υπάρχει τέτοιο πρόβλημα –ούτε και δαπίτες στις εκλογές.

Μήπως τα γαρίφαλα είναι εκτός εποχής; Όχι σφοι, το μάη ευδοκιμούν κι όπως λέει και το σύνθημα: νάτη η κάλπη, γαρίφαλα γεμάτη.
Η κάλπη γέμισε γαρίφαλα σε όλα σχεδόν τα φυσικά και τα παιδαγωγικά (ελπίζω μόνο να μην ξεστρατίσουν στην επαγγελματική τους πορεία, για να αλλάξει επιτέλους ο καταθλιπτικός συσχετισμός δύναμης στους δασκάλους), στο πανεπιστήμιο της θεσσαλίας, στην πόλη της πάτρας, στο μαθηματικό αθήνας, που είναι ο μεγαλύτερος τμηματικός σύλλογος, στην αρχιτεκτονική (που δεν είναι πολύ μεγάλη σχολή, αλλά πάντα έχει αίγλη) και σε μια σειρά σχολές, που ακόμα και μια απλή αναφορά τους θα έπαιρνε πολλή ώρα.

Και φυσικά στα ηρωικά μμε του απθ (που οι αθηναίοι τα γράφουν εμμε, γιατί είναι αθηναίοι και δε νιώθουν), όπου πέρσι η πανσπουδαστική ήταν η μόνη παράταξη που κατέβαζε ψηφοδέλτιο και πήρε περίπου 75% (ένας στους τέσσερις έριξε λευκό), ενώ φέτος που κατέβηκαν δειλά κι οι δαπίτες πήραν λιγότερες ψήφους απ’ ό,τι το λευκό πέρσι, εμείς αυξήσαμε τις δικές μας και έτσι έφτασε το ποσοστό μας κοντά στο 90%!

Τώρα ξέρω πως η σπορά έχει καρπίσει και μπορώ να φύγω ήσυχος κι ευτυχισμένος…

Πέμπτη 24 Απριλίου 2014

Εκατό χρόνια μοναξιάς

Θα ‘χεις ακούσει πιθανότατα σφε αναγνώστη να μιλάνε κάποια φορά σε αθλητικές εκπομπές για τον πρωτοπόρο του βαθμολογικού πίνακα και τη μοναξιά της κορυφής –λατρεμένο δημοσιογραφικό κλισέ. Κατ’ αναλογία στο κίνημα υπάρχει η μοναξιά του οργανωμένου πιονέρου (δηλ πρωτοπόρου). Με τις αυτόκλητες πρωτοπορίες του εξωκοινοβουλίου, που σεχταρίζουν ενωτικά και μπορεί να μη συγκινούν ευρύτερες εργατικές μάζες, αλλά στη φαντασία τους οδηγούν το κίνημα από κορυφή σε κορυφή (χωρίς τη μοναξιά της) και από μικρή νίκη στο σήμερα σε μικρή νίκη στο σήμερα –και ακόμα μικρότερες αύριο. Και με τους συντρόφους, που –αν και «σεχταρισταί»- οργανώνουν τις πιο μαζικές συγκεντρώσεις και νιώθουν μοναξιά μέσα στο πλήθος, ψάχνοντας απεγνωσμένα να βρουν κι άλλους που να ‘χουν παρόμοιο τρόπο σκέψης, για να ταιριάξουν και να επικοινωνήσουν. Κάτι σαν εμφιαλωμένα μηνύματα μεσοπέλαγα, που αναζητούν ανταπόκριση.


Κι επειδή ναι μεν δεν τελούμε ακόμα υπό εξαφάνιση, παρά τις φρούδες ελπίδες και τις άοκνες προσπάθειες του (μικρο)αστικού κόσμου, αλλά παραμένουνε σαφής μειοψηφία, θα δεις πολλές φορές τους συντρόφους να ενώνουν τις πολιτικές τους μοναξιές και να κλείνονται στις μεταξύ τους παρέες για να αναπαράγουν το είδος μας. Κι ας είναι αυτό ακριβώς που το απειλεί τελικά με εξαφάνιση, εφόσον δεν ανοιγόμαστε στο λαό και τη βασική πηγή της δύναμής μας, όπως ήταν η γη για τον ανταίο.

Οι οργανωμένες πρωτοπορίες τείνουν να τραβάνε μπροστά μόνες τους και να αποκόπτονται ενίοτε στο μικρόκοσμό τους, μακριά από τον πραγματικό κόσμο και τα προβλήματά του· σαν μπαλόνια ασυγκράτητα, που λύνονται και τραβάν μόνα τους για την έφοδο στον ουρανό, χωρίς καμία γείωση στην πραγματικότητα. Κι όταν σκάσει τελικά η φούσκα, η πτώση γίνεται οδυνηρή, τόσο πιο επώδυνη, όσο μεγαλύτερη είναι η αφαίρεση κι η ονειροπόληση.

Μόλις εμφανιστεί όμως ένας κομμουνιστής σε μαζικό χώρο, αυτοί που περιχαρακώνονται είναι οι πολιτικοί του αντίπαλοι, που βγάζουν νύχια και παίρνουν τα κατάλληλα μέτρα, για να πετύχουν να τον απομονώσουν και να εκμηδενίσουν την επιρροή του στους άλλους. Οι σύντροφοι φυσικά δεν είναι τίποτα φτωχοί και μόνοι καουμπόηδες, που θα νικήσουν τους κακούς από μόνοι τους, χωρίς μαζικότητα, με τη βοήθεια της ντόλης και του ιππικού. Αλλά μια ερυθρόδερμη φυλή στο στόχαστρο της άγριας καπιταλιστικής δύσης –όπως έγραφε κι ένας παλιός red blogger- που οφείλει να μείνει ενωμένη και συσπειρωμένη, για να επιβιώσει. Και μαζικοποιείται με σκληρή δουλειά μυρμηγκιού, πόρτα-πόρτα, φωλιά τη φωλιά και κυψέλη την κυψέλη, αλλά όταν έρθει η κρίσιμη ώρα, οι μάζες θα σπεύσουν μόνες τους να τη βρουν και να στελεχώσουν τις γραμμές της.
Κανείς μόνος του στη δύση, όπως θα ‘λεγε και το σύνθημα του πάλαι ποτέ ερυθρόδερμου κκ ηπα.

Το 68’ η νέα αριστερά μίλησε για το μονοδιάστατο άνθρωπο –που συμπεριλαμβάνει το μέσο προλετάριο- και για τη μοναξιά που απασχολεί κι αυτή εκτός από τον ιμπεριαλισμό τη συνείδησή μας. Ξεχνάν ίσως πως η βαθύτερη αιτία της αλλοτρίωσης βρίσκεται στα θεμέλια του καπιταλιστικού συστήματος κι ότι η μοναξιά προκαλείται, σε τελική ανάλυση, από την κυριαρχία των μονοπωλίων –κι ετυμολογικά δηλ να το δει κανείς.

Τι έχει μείνει σήμερα από όλα αυτά; Κάποια φτηνά διαδικτυακά υποκατάστατα ανθρώπινης συντροφιάς και συλλογικότητας, καθώς και μερικά φαιδρά σκηνικά. Πώς να μην πάρεις στην πλάκα πχ ένα νέο που τρέχει στην πλάκα και τα στενά της, φωνάζοντας το σκύλο του «μοναξιά», σε μια ταινία που θέλει να μας δείξει πόσο έχει χτυπήσει η κρίση κάτι ευαίσθητες καλλιτεχνικές ψυχές, με απλά, καθημερινά διώροφα σπιτάκια, κάτω από την ακρόπολη; Και χώνει μέσα και λίγο μίσσιο, για να φανεί πόσο ψαγμένος και προβληματισμένος είναι ο παπακαλιάτης.

Η ίδια μοναχική αριστερά (με το λεωνίδα και τους τριακόσιους, που τώρα όμως δεν προλαβαίνει να δίνει πολιτικό άσυλο σε πασόκους πρόσφυγες, για τη νέα κυβερνητικό έφοδο) που κάποτε έβαζε (δια των ιστορικών της αντιπροσώπων) το σύνθημα «σοβιέτ χωρίς μπολσεβίκους», βάζει στο στόχαστρο της κριτικής της  το σοβιετικό μονοκομματισμό και την οικοδόμηση του υπαρκτού «σε μία μόνο χώρα», θεωρώντας εν τέλει θετική εξέλιξη την πτώση του –αν ποτέ υπήρξε- και την ορφάνια των λαών από τη σοσιαλιστική μητέρα πατρίδα. Γιατί το πισωγύρισμα αυτό μας δίνει χώρο να πάρουμε φόρα για ένα νέο ξεκίνημα προς το χαμένο σοσιαλιστικό ιδανικό, που γλιστράει σαν άμμος μέσα από τα χέρια μας.
Πιο καλή η μοναξιά, από σένα που δε φτάνω, μια σε βρίσκω, μια σε χάνω

Λες και ήταν λάθος των σοβιετικών που τράβηξαν μπροστά μόνοι τους, χωρίς να ακολουθήσουν κι άλλες νικηφόρες επαναστάσεις σε ανεπτυγμένες χώρες κι έτσι έζησαν ‘πίσω από το παραπέτασμα’ το δικό τους αιώνα μοναξιάς, που δεν κράτησε ακριβώς εκατό χρόνια βέβαια, αλλά ήταν ο σύντομος εικοστός αιώνας, όπως τον ορίζει ο χόμπσμπάουμ στην «εποχή των άκρων» -καμία σχέση με την ομώνυμη θεωρία- από το 1917 ως το 91’. Και τώρα μας άφησε αυτή μόνους και βιώνουμε τις συνέπειες της αντεπανάστασης.
Μοναξιά μου όλα, μοναξιά μου τίποτα.

Κάποιοι θεωρούν κακόβουλα τους κομμουνιστές συντηρητικούς καλόγερους, κολλημένους σε βυζαντινολογίες και ‘κονίσματα, που δε θέλουν καμία πολιτική συνεργασία και προτιμούν να μείνουν μοναχοί στο μοναστήρι του κόμματος. Ξεχνάν βέβαια πως την καλογερική την προτίμησαν και την ασκούν, όσοι πήγαν σπίτι τους απογοητευμένοι και ιδιώτευσαν· όχι όσοι συνεχίζουν από το μετερίζι της οργανωμένης πάλης.

Το κόμμα δεν είναι ούτε μόνο του, ούτε μονή. Απαιτεί όμως αφοσίωση κι αφιέρωση πολύ χρόνου από τα οργανωμένα μέλη του. μια σχέση δύσκολη, μοναδική, που έχει πάντα προτεραιότητα, προκαλώντας ακόμα και ζήλια κάποιες φορές σε σφους και σφισσες μη πολιτικής φύσης, που δεν είναι εύκολο να την καταλάβουν: ποια είναι αυτή η κόβα; Και τι παραπάνω έχει αυτή από μένα;

Και αν κάποιοι δεν μπόρεσαν να κρατήσουν αυτή την απαιτητική σχέση και να αντέξουν σε αυτούς τους ρυθμούς, ή ακόμα χειρότερα λύγισαν και πέρασαν στην αντίπερα ταξική όχθη, ε τι να γίνει… το μοναστήρι να ‘ναι καλά και μοναχούς βρίσκουμε




Υγ: Στη μνήμη του συγγραφέα γκαμπριέλ γκαρσία μάρκες

Τρίτη 14 Δεκεμβρίου 2010

Νοσταλγός της κομσομόλ

Μετά τα μπουζούκια, ο κομάντο χρειαζόταν ένα άλλοθι, μια ταχεία επάνοδο κι ένα μεταβατικό πρόγραμμα εκπολιτιστικής επανάστασης με συναυλίες. Σαν αυτή του γιοκαρίνη και του λάκη με τα ψηλά ρεβέρ. Οι έξοδοι βέβαια έχουν έξοδα κι εμείς ως εξοδούχοι παθαίνουμε εμπλοκή και μας πάει αίμα. Αλλά η τιμή ήταν φιλολαϊκή, δέκα ευρώ είσοδο με ποτό, χωρίς έκπτωση όμως για αυτούς που δεν πίνουν, καλή ώρα.

Το κέντρο που πήγαμε ήταν κάπου στη δυτική είσοδο της πόλης, κοντά στο Μύλο της μεταμοντέρνας εποχής που όλα τα αλέθει, όλα τα μαχαιρώνει και βάζει μυαλά στο μίξερ. Μια περιοχή γεμάτη ελληνάδικα, κωλάδικα, κι άλλα –άδικα, όπου πηγαίνει ο κόσμος για να ξεχάσει την αδικία που τον πνίγει κάθε μέρα.

Μου ‘πανε μη μπλέξεις τα σκυλιά με τους ροκάδες
Μα έτσι και δε δούλευα, θα τρώγαμε παπάδες



Κι έτσι βγήκε [ο γιοκαρίνης] στην εκπομπή της γερμανού, που ‘χε αφιέρωμα στη δεκαετία με τις βάτες, να πει την ευλαμπία. Κι αν κάποιοι βρίσκουν τη δεκαετία αυτή κιτς, εγώ τη λέω καλτ και θεωρώ κιτς την μεταμοντέρνα ενσωμάτωσή της στο σήμερα, ένα κομμάτι κρέας και νοσταλγία, στοιβαγμένο πλάι σε άλλα εμπορεύματα. Καθένας με τα κακογούστα του.

Θα μου πεις όμως κι εγώ που έχω κόλλημα με το ρετρό, αν ζούσα τότε θα μου έβγαινε το αντιδραστικό και πολλά απ’ αυτά που μου αρέσουν τώρα θα τα απέρριπτα. Αυτό ήταν το ωραίο όμως. Ότι τότε είχε πολλά, ωραία πράγματα και σε έπαιρνε να έχεις αυστηρό κριτήριο και μερικά να τα απορρίπτεις.

Έξω απ’ το μαγαζί παρκαρισμένα αμάξια, ένα σωρό ακριβές μάρκες που δεν ξεχώριζα. Μόνο τα λάντα μπορώ να ξεχωρίσω. Που μιλάνε στην τσέπη, το ταξικό σου κριτήριο, σε όλες σου τις αισθήσεις γενικώς. Ακόμη κι εξ ακοής τα καταλαβαίνεις, όταν μουγκρίζουν γλυκά στην ανηφόρα. Ντε, βρε.
Εμπρός λοιπόν, καλό μου λάντα!

Μπορώ επίσης να ξεχωρίζω τα χρώματα και στα όρια του αυτισμού να απομνημονεύω αριθμούς πινακίδων κυκλοφορίας. Το παλιό μας λάντα το πήραμε το 89’ κι η πινακίδα του ξεκινούσε από ΝΑΥ. Κι αν το είχαμε πάρει λίγους μήνες νωρίτερα θα είχαμε πινακίδα ΝΑΡ και θα ήταν ο απόλυτος σημειολογικός σουρεαλισμός. Ενώ αν ήμασταν στην κατερίνη θα είχαμε πετύχει το ΚΝΕ. Τρία γράμματα μόνο φωτίζουν..

Τώρα το λάντα μας σαπίζει σα σοβιετία στο χρονοντούλαπο της πυλωτής μας, μαζί με κάτι παλιές εφημερίδες. Κι ο άβερελ πήρε ένα όπελ (μετράει τα) άστρα, με πινακίδα που αρχίζει από ΝΕΚ και κάνει τους συνειρμούς αναπόφευκτους σαν το θάνατο.

Μόνο στο στρατό, όπου είναι τώρα ο κάσπερ, χρειάζεται να ξέρεις τι αμάξι περνάει κάθε φορά. Είτε για να παίζεις με τα όρια του αυτισμού και να μετράς τα όπελ άστρα μέχρι να περάσει η ώρα να τελειώσει η σκοπιά. Είτε για να δεις μην τυχόν περνάει ο ταξίαρχος και δεν χαιρετήσεις την εξουσία. Χαιρετίσματα λοιπόν..

Σκληρός χειμώνας, το στρατόπεδο κοινό,
ώρες ολόκληρες κλεισμένος στο κενό
στις αγγαρείες, στις σκοπιές, στα σούρτα-φέρτα,
όμως εκείνος ονειρεύονταν κονσέρτα


Ο κομάντο, που ήρθε με την καλή του, ξυρίστηκε, κουρεύτηκε, έβαλε και κάτι πουλόβερ.
Πώς περάσαν τα χρόνια, τι είναι αυτά που φορώ..
Κι η γυναίκα του καίσαρα που δεν αρκεί να είναι, αλλά να φαίνεται κι ατημέλητη, ήρθε με σπορ ντύσιμο και σταράκια που τα πατούσε ο κομάντο, για να μοιάζουν πιο βρώμικα.
Αυτός ανέβαινε ασθμαίνοντας απ’ τις σκάλες κι αυτή κατέβαινε με το ασανσέρ. Αλλά ευτυχώς συναντήθηκαν κάπου στη μέση.

-Κοίτα στο μπαρ, μου λέει ο κομάντο. Ο γιοκαρίνης! Κι εγώ άκουσα ένας ναρίτης κι έψαχνα να βρω ποιον μου έδειχνε.
Οι αντιθέσεις τραβούσαν σα μαγνήτης το μεταλλικό μου βλέμμα. Στεκόμουνα ακίνητος σαν ατσάλινο τείχος, σοβιετικός γίγαντας με πήλινα πόδια, βιδωμένα στο πάτωμα. Κι η καλή του κομάντο με τραβούσε απ’ το χέρι να χορέψω μαζί τους.

Μα γιατί δε μ’ αφήνεις ήσυχο στη μπρεζνιεφική μου στασιμότητα; Νιώσε τον ίλιγγο της ακινησίας να χτυπά στα μηνίγγια σου κι έλα να συνυπάρξουμε ειρηνικά χωρίς να ενοχλούμε ο ένας τον άλλον.

Ο κόσμος του μαγαζιού μυστήριος. Γκαρσόνια δαπιτόφατσες, ένα ζευγάρι που έσκασε είκοσι ευρώ, έκατσε ένα λεπτό κι έφυγε –τόσο τους πήρε για να νιώσουν παράταιροι. Εξάλλου, λεφτά υπάρχουν (για ξόδεμα). Και μια σκυλομούρα που σου ανέτρεπε όλες τις θεωρίες για το επίκτητο και σε έκανε να αναρωτιέσαι: σκυλάς γεννιέσαι ή γίνεσαι; Ποια είναι η απάντηση;
Γαβ-γαβ, που θα ‘λεγε κι ο ιντεφίξ. Πανέξυπνο σκυλάκι.

Το μαγαζί αυτό πάντως είχε χτιστεί για κλαμπ, (σχεδόν) γεννήθηκε τέτοιο. Πώς να αλλάξει χαρακτήρα τώρα στα γεράματα; Να γίνει κάτι άλλο από αυτό που είναι και να αρχίσει να φιλοξενεί συναυλίες; Κι ο λάκης που τα παίρνει στο κρανίο με τα φωτορυθμικά, από τον καιρό της ντίσκο ακόμα, είχε ξενερώσει άγρια και τους πήρε ψιλό γαζί.

Βάλε μου λίγο πράσινο, να μοιάζω ζηλιάρης.
Τώρα λίγο κίτρινο να μοιάζω αρρωστιάρης.
(Ή σκέτο άρης, είπα μέσα μου).
Βάλε μου και λίγο κόκκινο, να μοιάζω καβλιάρης. (Τρία κάπα κι ένα ε, είπα μέσα μου). Και μετά μας ρωτούσε αν είναι και του είπαμε πως ναι και ότι το σωστό είναι γκαβλιάρης, με γάμα στην αρχή για να βγάζει συναίσθημα.

Και στον αέρα πάνω ντίσκο μουσική
Σταλμένη πάντα απ’ την αμερική.


Μετά όμως έμαθε ότι το μαγαζί είναι καινούριο κι ότι τους έκαναν ποδαρικό κι είπε δυο καλά λόγια γι’ αυτούς και να ξανάρθουμε (ναι, πως..). Και μετά τα πήρε με έναν που βιντεοσκοπούσε τη συναυλία και ο κομάντο ενθουσιάστηκε: άμα δεν είναι στο ίντερνετ δεν υπάρχει. Κι ο άλλος απάντησε ότι δε θα το δείξει πουθενά, απλώς την γράφει για τον εαυτό του, ενώ ο κομάντο φώναζε, ούτε για τον εαυτό του το κάνει.
Τελικά αποδείχτηκε ότι τον λάκη τον έκοφτε για τα δικαιώματα και τότε φώναξα μέσα μου: όχι, μην το κάνεις, καταστρέφεις τις αυταπάτες του κομάντο.

Ο οποίος ξετρελάθηκε και με τον γιόκα γιατί έπαιξε σιδηρόπουλο, αν ήσουν φίλος. Κι άρχισε να μου λέει για τον πρίγκηπα της ροκ, ενώ εγώ του έλεγα για το βασίλειο της ελευθερίας που δε θα χωράει κανείς βασιλιάς και πρίγκηπας. Μικρός θεούλης ο γιοκαρίνης, αλλά όπως είπε κι ο λάκης: τι να κάνουμε; Γεννήθηκε με μαλλάκια. Κανείς δεν είναι τέλειος.

Τέλειωσε η συναυλία και βγήκαμε έξω για καθαρό αέρα. Εγώ ποδαράτα, τη μεγάλη πορεία προς ανατολάς κι ο κομάντο με την καλή του για ταξί (ο πατσάς ήταν εκτός ημερήσιας διάταξης).

Στο άγνωστο ο κουρσάρος
Με καράβι την ελπίδα
Παντιέρα, ρόσα τριομφερά.


Αλλά η ζωή μας μένει άχαρη, τσίχλα δίχως ζάχαρη.
Κι άντε να βρεις σημεία επαφής με όλο αυτόν τον κόσμο και να τους κάνεις συντρόφους σου. Που όταν τους βλέπεις, μαζεύεσαι με περιφρόνηση και απλώς ζεις ανάμεσά τους.

Τρίτη 21 Σεπτεμβρίου 2010

Είναι κάτι αναπτήρες

Ξεκινάμε με γκολ από τα αποδυτήρια. Φωτό από το φεστιβάλ της αθήνας στο περίπτερο του κκρο στη διεθνούπολη, που μας έστειλε φίλη αναγνώστρια. Θρίαμβος του σοσιαλιστικού σουρεαλισμού.

Το δικό μας φεστιβάλ στη λδ του βορρά δεν είχε τρότσκι, ούτε διεθνούπολη. Τι είχε;
Πολύ εργατόκοσμο και λαϊκές φάτσες, σκαμμένες απ’ το μόχθο, χωρίς τη δροσιά της φοιτητικής ανεμελιάς. Οικογένειες με παιδιά που είχαν να ξυπνήσουν νωρίς για δουλειά το πρωί και δεν είναι για ξενύχτια, δακρυγόνα στις πορείες και καγκελάκι.

Του οποίου τη σημασία μέχρι πρόσφατα αγνοούσα κερδίζοντας έτσι την χλεύη του κομάντο και μιας συναδέλφου του. Άρχισα όμως να διαβάζω τσίρκα κι ίσως ξανανέβω στην εκτίμησή τους.
Κι ήξερα για την αντιλαϊκή αύξηση τιμών στα φάρμακα που ακρίβυνε το μαλόξ 12,5%. Γι’ αυτό κι εμείς τώρα προτιμάμε λέει ένα άλλο, αλλά δε θυμάμαι πώς μου το είπαν.

Την πρώτη μέρα αυτοί είχαν συντονιστικό εαακ με χαριτωμένες προτάσεις του στιλ, πάμε καμάρα χωρίς να το πούμε συγκέντρωση ή προσυγκέντρωση κι ο καθένας το βαφτίζει μετά όπως θέλει.
Μα αν η μισή μου καρδιά βρίσκεται γιατρέ εδώ πέρα, η άλλη μισή στο φεστ αμεσοδημοκρατίας της ακ βρίσκεται. Που γινόταν στα γρασίδια πιο δίπλα.
Οι πιο πολλοί φυλλορρόησαν κι οι εναπομείναντες αποφάσισαν κατά τις τρεις να το λήξουν χωρίς να καταλήξουν πριν καταλήξουν από φυσικά αίτια. Αυτό συνέφερε τη σοβαρή συνιστώσα που δεν είχε τους συσχετισμούς στο θέμα της έκθεσης. Θα το βρει μπροστά της όμως σε κάνα μήνα που θα έχουν για θέμα την εφεε.

Στο φεστιβάλ της ακ έπαιζαν εντός έδρας. Γρασίδια, κακό χορτάρι, μαυρίλα με παρδαλό σύριζα, τα παιδιά για ύπνο κι οι εργαζόμενοι με ποσόστωση. Δε θέλουμε εργάτες στη γιορτή μας.

Καταλαβαίνω γιατί μπορεί να φρικάρουν στο δικό μας. Βλέπουν φαμίλιες με παιδιά –στη γλώσσα τους τους λεν νοικοκυραίους- και ξενερώνουν. Ή μπορεί απλώς να βλέπουνε εικόνες από το μέλλον τους και τις απωθούν έντρομοι.
Γιατί η καλή νοικοκυρά είναι δούλα. Ή όπως λέει ένα σύνθημα στην τούμπα, έξω οι οικογένειες απ’ τα γήπεδα. Ζήτημα χρόνου να βρουν ένα αντίστοιχο και για τις πορείες.

Στα μάτια τους πρέπει να συγκροτούμε το αντεπαναστατικό υποκείμενο της εποχής. Μαζί με τους παππούδες απολιθώματα που δε μπορούν να τρέξουν κι υποχρεώνουν όλη την πορεία να πάει στο ρυθμό τους. Κι όμως αυτοί είναι οι πιο ηρωικοί απ’ όλους.

Τέλος συναυλίας. Φωνή απ’ τα μεγάφωνα.
Εδώ τελειώνει το 36ο φεστιβάλ κνε-οδηγητή. Ραντεβού… στιγμιαία παύση.
Ραντεβού στα οδοφράγματα, σπεύδει να πει ο κομάντο.
Εντάξει. Πήγαινε ξεκίνα το στήσιμο. Και μετά βάλε εσύ μια φωνή κι αν δεν είμαι εκεί, χάρη να μη με λένε. Που δε με λένε δηλ. Κι αν δε με βρεις, ραντεβού στο δρόμο του αγώνα. Και μετά στα γουναράδικα.

Πιο πριν, ομιλία πγ, από τον υποψήφιο αντιπεριφερειάρχη. Ο κομάντο τον έκοψε για μερακλή κι έφαγε σκάλωμα με την κοιλιά του. Στο καπάκι γενίκευση και πολιτικό συμπέρασμα.
-Ξέρεις ποιοι μας χωρίζουν; Αυτοί με τις μεγάλες κοιλιές. Κι απ’ τις δυο πλευρές.
-Μα κι εγώ μεγάλη κοιλιά έχω.
-Όχι ρε, η δική σου είναι νεανική και σφριγηλή.
-Ααα…


Το απόγευμα στην πορεία με βρήκε μια φωνή από τη μπελ επόκ που ήμασταν (συμ)φοιτητές και μου ψιθύριζε αναμνήσεις απ’ το καταφύγιο του παρελθόντος. Ήρθε ως το λευκό πύργο και μας άφησε να συνεχίσουμε τη βόλτα μας παραλιακά. Κι όταν έστριψε στη γωνία οι Ψίθυροι έσβησαν και το καταφύγιο χάθηκε, οριστικά και τελεσίδικα.

Στο τέλος της διαδρομής μας περίμεναν 27άρια λεωφορεία που μας πήγαν κατευθείαν στον χώρο του φεστιβάλ. Επιβάτης στην υστερία αυτού του τόπου.
Επόμενη στάση, νεξτ στοπ, φεστιβάλ κνε-οδηγητή. Παρακαλούμε για μετεπιβίβαση χρησιμοποιείστε τα εισιτήρια της οργάνωσης.

Από καλλιτέχνες είδαμε το λάκη παπαδόπουλο να κάνει τα γνωστά του με το κοινό, να λέει δικό σας και να θυμώνει τάχα που δεν τον αφήνουν να πει αυτός το τέλος.
Ρε αφού σας λέω έχω συνεννοηθεί με την αλέκα να κάνω εγώ το κλείσιμο. Αφήστε τον άνθρωπο να κάνει τη δουλειά του.
Και στο τέλος: καλή επιτυχία στην κνε στις εκλογές. Το σκέφτεται λίγο, δεν του κολλάει και προσθέτει απνευστί: και στους αγώνες της.

Οι χειμερινοί κολυμβητές μας είπαν για τις ανθρώπινες μυρωδιές που έχουν χαθεί γιατί κάνουμε μπάνιο κάθε μέρα, ενώ μόνο οι σκουπιδιάρηδες και κάτι χειρώνακτες δικαιολογούνται να κάνουν τόσο συχνά. Ο μπακιρτζής κι άλλος ένας της μπάντας κάνουν λέει μόνο τα σάββατα. Αλλά δε μας είπε αν είχαν ήδη κάνει ή το είχαν αφήσει για μετά τη συναυλία.

Το κοινό από κάτω γελούσε συμφωνώντας. Στη θεωρία. Γιατί στην πράξη είναι με τον ζαχαριάδη. Αγαπά το πολύ νερό και μισεί τους άπλυτους –στο λέω κι εγώ που το ‘χω δοκιμάσει. Και νοσταλγεί την εποχή που κοιμόμασταν με ανοιχτά παράθυρα -για να μη μας πιάσουν οι φασίστες στον ύπνο.

Σουρεάλ καταστάσεις με τους σιρίαλ και ντεζαβού με τα δεκαπεντάχρονα που τους ακούν και την κατασκήνωση του εμεπ. Αλλά εκεί ο διεθνισμός φούσκωνε τα στήθη και σκέπαζε τη σκέψη κι όλα τα άλλα.
Ο κομάντο μου ανέλυσε τη διαφορά του λαϊκού τραγουδιού που βγαίνει από τα σπλάχνα του λαού και του νέου κύματος που είναι έντεχνο και μελωδικό, αλλά χωρίς λαϊκές ρίζες. Κι αφού ένιωσα τύψεις που συντάσσομαι αισθητικά με το δεύτερο, μου λέει, πάμε να ακούσουμε μπλε, που του αρέσουν.
Κι ύστερα μας πείραξαν το έντεχνο κι οι σιρίαλ. Πίτσες μπλε.

Έλειπαν όμως οι μπαλκάν καμπαρέ γιατί λέει τους βάλαμε βέτο να μην παίξουν στο φεστιβάλ της ακ κι αυτοί αρνήθηκαν. Σε αυτούς δεν έπαιξαν οι μπλουζγουάιρ κι ο πουλικάκος που κατάπιε τη μασέλα του –ή κάτι τέτοιο. Αλλά η δική μας απουσία ήταν πολιτική και συζητήθηκε περισσότερο.

Κι από συναισθήματα; Όλο το τριήμερο είχα την αίσθηση ότι με ξεβράζει το κίνημα. Οι γνωστοί λιγόστεψαν, οι παλιοί έφυγαν, άλλαξαν πόλη, οργάνωση, έκαναν παιδιά. Λιγότερες από ποτέ κι οι πεθαμένες καλησπέρες μ’ αυτούς που ποτέ δε χαιρετούσα κι όσους εσχάτως αποφεύγω. Θυμάμαι την χρονιά της ρήξης που την είχα βγάλει στην κρυψώνα του σινεμά όπου είχα εποπτεία. Φέτος όμως που είχε και καλή εισήγηση από ένα σκηνοθέτη για το σοσιαλιστικό ρεαλισμό δεν πρόλαβα να πάω.

.

Στην χαμένη άνοιξη ο τσίρκας μιλάει για το διαχωρισμό μεταξύ χαρακτήρα και προσωπικότητας. Ο πρώτος χτίζεται στο καμίνι της βιοπάλης και της καθημερινότητας. Πολλές φορές εις βάρος της ανάπτυξης της δεύτερης. Που χωρίς το πρώτο μένει δώρο της φύσης άδωρο.

Η διαφορά τους είναι αυτή μεταξύ ενός χειρώνακτα με ένα διανοούμενο. Αυτό ακούγεται ίσως ζντανοφικό, αλλά εξαρτάται από τη διατύπωση. Μπορεί να θεωρείς τους διανοούμενους ύποπτα και χαλασμένα στοιχεία, μικροαστικά κι ασταθή. Και πάνω απ’ όλα στοιχεία, όχι ανθρώπους.

Μπορείς όμως να το πεις και σαν το λένιν για το κόμμα νέου τύπου, την πειθαρχία στο εργοστάσιο και τον χαρακτήρα που φτιάχνει. Και για τους διανοούμενους που πηγαίνουν ένα βήμα μπρος με το μυαλό τους κι άλλα δυο πίσω λόγω έλλειψης χαρακτήρα.

Τα εξηγεί ο ρούσης στο βιβλίο του για τη διανόηση. Και το εντυπωσιακό είναι ότι ο ίδιος αποτελεί ζωντανή απόδειξη για την αστάθεια που καταλογίζει στους διανοούμενους ο λένιν.
Στη διαμάχη του με το κόμμα έχει δίκιο κι άδικο μαζί. Χάνει το πρώτο με τα τρία σίγμα και τον τρόπο που αντέδρασε. Αλλά όπως λέει το ένα έβδομο, στις σχέσεις του κόμματος με τέτοια άτομα η κατάληξη αυτή είναι σαν αυτοεκπληρούμενη προφητεία.
Κι όχι με δική τους ευθύνη.

Υπόδειγμα χαρακτήρα ήταν οι παλιοί κομμουνιστές σαν τον αλύγιστο του κοτζιά. Το ωραίο είναι πως ο ήρωάς του είναι ο πλουμπίδης που ήταν όντως αλύγιστος παρά το άσθμα του και την πίκρα του και πέθανε φωνάζοντας ζήτω το κουκουέ. Αλλά ήταν συνάμα και διανοούμενος δασκαλάκος σε μια θαυμαστή διαλεκτική ενότητα όπου τα σπουδαία άτομα θυσιάζονταν για το σύνολο.

Σε ένα δεύτερο επίπεδο ο χαρακτήρας είναι η διαφορά του μέσου αριστεριστή από τον κομμουνιστή σύντροφο. Είναι πάντα προβληματικό να κάνεις μία αφαίρεση γιατί δεν χωράει όλα τα φαινόμενα της πραγματικότητας. Κι είναι πολύ δύσκολο να κατατάξεις τους δήθεν που το παίζουν ιστορία και προσωπικότητες του κινήματος, για να καλύψουν το τεράστιο κενό τους –ως χαρακτήρες κι ως προσωπικότητες.
Το πρώτο θα φανεί στο στρατό ή το αργότερο μετά στη βιοπάλη. Και το άλλο θα φανεί σε οποιονδήποτε στοιχειωδώς έμπειρο με νοοτροπία που στέκει ένα σκαλί πάνω από τον ενθουσιασμό του πρωτοετή. Το θέμα είναι πόσοι καταφέρνουν να ξεφύγουν τελικά από αυτό το επίπεδο. Ο παιδισμός και η ανωριμότητα είναι μαζικά παράγωγα του σημερινού τρόπου ζωής. Μάστιγα της κοινωνίας και της αριστεράς ειδικότερα.

Οι αριστεριστές μπορεί να είναι το καλύτερα παιδιά και να μην τους βαριέσαι ποτέ. Παραμένουν όμως αναξιόπιστοι κι ανυπόληπτοι χωρίς χαρακτήρα για μια σειρά πράγματα.
Από το θα ξυπνήσω να είμαι εκεί από νωρίς και το θα είμαι στην ώρα μου για το ραντεβού. Μέχρι τη σχέση με μόνιμα και σταθερά χαρακτηριστικά.
Πάντα με λίγες φωτεινές εξαιρέσεις να επιβεβαιώνουν τον κανόνα.

Τώρα που λέμε για προσωπικότητες και περσόνες. Μετά το φεστιβάλ πήγα σε μια ναρίτικη σύναξη στο ταξίδι, στο κέντρο (της γης). Ήρθαν δύο δικές τους και με ρώτησαν αν είμαι αυτός. Ως κε του μπλοκ διέψευσα τα πάντα. Κι ύστερα μεταξύ σοβαρού κι αστείου –θέλω να πιστεύω το δεύτερο- μου ζήτησαν αυτόγραφο.
Ο χριστός κι η παναγία!
Είπαμε ρε συ. Σταλινικός κι οπαδός της προσωπολατρίας, αλλά όχι κι έτσι.

Έχω αρχίσει να πουλάω μούρη και να το παίζω προσωπικότητα; Μα τόσο παλιοχαρακτήρας έχω γίνει; Πρέπει να αρχίσω να κάνω άλλες παρέες, πχ με τους φίλους του τζιοβάννη που νιώθουν ότι γράφω μαλακίες για πάρτη του και με βρίζουν. Ή με αυτούς που αναρωτιούνται γιατί δεν πιάνω δουλειά και μένω ανεπρόκοπος, χαραμοφάης να ασχολούμαι με μπλόγκινγκ κι εξυπναδούλες.

Στην οργάνωση πάντοτε είχαμε ισχυρούς χαρακτήρες με φιλότιμο. Από έλλειψη προσωπικότητας πάσχαμε. Και βασικά από άτομα που να τα συνδυάζουν και τα δύο διαλεκτικά. Μπορεί όλοι μας να κολυμπάμε στις αντιφάσεις που είναι η πεμπτουσία της, αλλά από διαλεκτική δε σκαμπάζουμε και πολλά.
Κι ο γράφων πρώτος και καλύτερος. Το πολύ να καταλάβει τις αντιφάσεις και τα αίτια, αλλά ελάχιστα κάνει για να τις αντιμετωπίσει. Ειδικά τις δικές του.

Η πραγματική αγάπη είναι να αγαπάς τον άλλον με τις αντιφάσεις του. Το θέμα είναι να καταλάβουμε τον άλλο. Αλλά το μαρξιστικό είναι να τον αλλάξουμε. Κι ο δικός μας τρόπος είναι το δεύτερο χωρίς το πρώτο. Για αυτό και χωρίς πολλές πιθανότητες επιτυχίας.
Πώς θα αλλάξεις κάτι που δεν γνωρίζεις και δεν αγαπάς;

Για μένα ήταν αποκάλυψη να βλέπω προσωπικότητες σαν τον τρόμπα, τον -κατά κομάντο ευαγγέλιο- μεγαλύτερο συνδικαλιστή που έχει περάσει από το απθ, να αναγνωρίζει ότι παλιότερα ήταν σνομπ με τους πρωτοετείς και παλιοχαρακτήρας. Κι είναι εξίσου αποκαλυπτικό ότι τώρα που δηλώνει ξεκρέμαστος κουκουές και μπορεί να συνδυάσει αρμονικά τα καλύτερα στοιχεία κι από τους δυο χώρους, τα πράγματα του υπαγορεύουν την ιδιώτευση σε ρόλο λεμονόκουπας.

Και να ήσουν στυμμένη πάει κι έρχεται. Άμα έχεις ακόμα πράγματα να δώσεις τι γίνεται; Κρατάς το ζουμί μέσα σου, υποφέρεις σα γελάδα που δεν την αρμέγουν, τραβάς τα βυζιά σου να κατεβάσουν γάλα και σε πνίγει η ξινίλα από το ζουμί που έχεις μέσα σου και τις κακίες σου που οι άλλοι τις περνάνε για κριτική. Μπορεί κι αντίστροφα.

Κι έτσι στόχος γίνεται μια τίμια ιδιώτευση, αντάξια του τίμιου οπορτουνισμού σου. Κρατάς μικρές αντιστάσεις, τελευταίες ζώνης άμυνας, σε αντιπαράθεση πχ με τον άλλο που βρήκε ένα ζουζουλίνι και πήγε να κλειστεί στα προάστια. Και να φανταστείς αυτός μπορεί να είναι ακόμα οργανωμένος. Η ιδιώτευση μες σε οργάνωση είναι η πιο δύσκολη να εντοπιστεί και μία από τις πλέον δύσκολα αντιμετωπίσιμες.

Και τι να κάνεις στην τελική; Να πας στον άλλο να του πεις, ζουλήξτε με γιατί είμαι χαριτωμένος κι έχω πολλά να δώσω;
-Α, πάγαινε από δω ρε λεμονόκουπα, θα σου πει.
Η αυτοεκπληρούμενη προφητεία που λέγαμε...

Πεταμένα λεφτά.

Τετάρτη 8 Σεπτεμβρίου 2010

Για το Φεστιβάλ

-Και για το φεστιβάλ; Τι έχεις να μας πεις για το φεστιβάλ;
Ένα κουβάρι αναμνήσεις και συναισθήματα. Δως του κλώτσο να αρχινίσει.

Εκεί ένιωσα τι θα πει σταχανοφισμός όταν είχα βγάλει φουσκάλα στο πόδι, αλλά πήγα να βοηθήσω να ξεστήσουμε. Αλλά και τι πάει να πει ανθρωπιά, όταν ο υπεύθυνος με απάλλαξε και μου είπε, πήγαινε σπίτι σου.

Ένιωσα απανθρωπιά με τη νιφάδα που καθόταν δύο τραπέζια πιο πέρα και δε μιλούσαμε. Εγώ την κάρφωνα με κλεφτές ματιές κι αυτή με αδιαφορία. Κι απανθρωπιά νέου τύπου με τους οικονομικούς μας υπεύθυνους να έχουν στο βλέμμα τους το σήμα του χρήματος και να κοιτάν κάθε λίγο τι θέση έχει ο τομέας στην άμιλλα.

Κατάλαβα τι θα πει γραφειοκρατία όταν τους είδα να σπαν το κεφάλι τους πώς θα κόψουμε περισσότερα εισιτήρια. Σκέφτηκαν τις καφετέριες στη μελενίκου, αλλά οι ίδιοι δεν πήγαιναν ποτέ εξόρμηση. Με τον καιρό ωρίμασαν και τώρα έγιναν στελέχη περιωπής.
Κι είδα τι είναι να υπερβαίνεις τη γραφειοκρατία με τους συντρόφους που κόβουν εισιτήρια, γίνονται ένα με τις μάζες, βρίσκουν πατέντες και δημιουργικό πνεύμα για να ξεπεράσουν αναποδιές και προβλήματα.

Τότε η τιμή ήταν στο ένα χιλιάρικο και τα εισιτήρια έφευγαν σα ζεστά ψωμάκια. Τώρα έχει γίνει 100% αύξηση μες σε δέκα χρόνια και προσπαθώ να σκεφτώ αν έχει γίνει το ίδιο και με τους μισθούς. Μάλλον όχι, αλλά τι ψάχνεις να βρεις τώρα.

Ψύλλους στα άχυρα ψάχνουν να βρουν κι όσοι βλέπουν κρυφά κι ανάστροφα μηνύματα στο ότι το φεστιβάλ της αθήνας έγινε τριήμερο, από τέσσερις μέρες που διαρκούσε μέχρι τώρα. Κάποια πράγματα είναι εμφανή και κολαούζο δε θέλουν. Όπως την χρονιά που το φεστιβάλ από κνε-οδηγητή έγινε κνε-κκε. Αλλά τώρα το πιο σημαντικό είναι που άλλαξε γειτονιά και πήγε στις δυτικές συνοικίες. Όπως κι εδώ σε εμάς που άφησε το πανεπιστήμιο και πήγε στη σταυρούπολη, όπου θα μας κλείσουν όλους μια μέρα.

Έχω νιώσει επίσης τι σημαίνει να έχεις άτομο υπ’ ευθύνη σου, με το θείο μου που είναι μια χαρά παιδί, αλλά έχει νοητική αναπηρία και το μυαλό δεκάχρονου κι έπρεπε να προσέχω να μην κάνει τράκα τσιγάρα απ’ τους άλλους.
Έζησα για πολλά χρόνια το νόμο του μέρφι με τα πρωτοβρόχια και τα πρωτοκρύα που πέφτουν πάντα πάνω στις μέρες του φεστιβάλ. Και φέτος που άρχισαν λίγο νωρίτερα έχω αρχίσει να ανησυχώ.

Είδα συντρόφους που έκαναν τα πάντα για να μπουν περιφρούρηση στα μωρά στη φωτιά και να χτυπηθούν στην πρώτη σειρά μαζί με το πλήθος. Και στο ενδιάμεσο να φωνάξουν κομματικά συνθήματα που ξενέρωναν τους μισούς κι είναι το απόλυτο αντι-αφροδισιακό για τους πωρωμένους.
Θυμάμαι σε ένα αποκριάτικο πάρτι στη λέσχη που ο κόσμος δεν έφευγε με τίποτα ο σύντροφος ντι τζέι έβαλε τον ύμνο της σοβιετίας και μπήκαν όλοι στο παρασύνθημα. Σαν το τζιγκλάκι της κρατικής τηλεόρασης που θα μας λέει καληνύχτα όταν θα νικήσουμε και θα ‘χουμε σοσιαλισμό.

Από τραγουδιστές ξεχωρίζω το λάκη με τα ψηλά ρεβέρ, που είναι σόουμαν βαρέων βαρών και με το ζόρι στέκεται πια όρθιος πολλή ώρα πάνω στη σκηνή. Παρόλα αυτά το παλεύει. Κι είναι κι ο βασίλης που διαρκώς επαναλαμβάνεται κι είναι κάθε χρόνο και χειρότερος. Έβαλε πολλή κόκα κόλα στο κρασί του κι είναι σαν αναψυκτικό που ξεθυμαίνει. Αλλά το παρελθόν του μενει αξεπέραστο. Κι είναι απ’ τους βασικούς τρόπους να καταλάβω πόσο κνίτης είμαι.

Ένιωσα αμηχανία με τον άβερελ να κάνει το βαρύ πεπόνι, αλλά τελικά να αγοράζει εισιτήριο και να πιάνει κουβέντα με παλιούς γνωστούς του. Και το ίδιο ακριβώς συναίσθημα όταν μια τότε ναρίτισσα –και νυν ξεκρέμαστη κουκουέ- που είχε πάρει από μένα εισιτήριο ήθελε να μου πουλήσει απ’ τα δικά της για τις αναιρέσεις. Κι εγώ έπρεπε να της πω ότι δε μου άρεσε το πρόγραμμά τους και δεν ήθελα να τους ενισχύσω οικονομικά.

Φέτος με το σκληρό διαλεκτικό πήγα πρώτη φορά εκεί κι έμεινα με την ίδια περίπου εντύπωση, αλλά διαλεκτικά επικαιροποιημένη, γιατί είχα κι αρκετούς γνωστούς που τους συμπαθούσα. Αλλά αυτά θα μας απασχολήσουν μάλλον στο επόμενο κείμενο.

Είδα εκ πείρας πόσο μάταιο είναι να προσπαθείς να κάνεις κάτι χρήσιμο κι ενδιαφέρον στα περίπτερα που είναι δίπλα στις συναυλίες. Όσοι και να ‘ρθουν δεν πρόκειται να ακούσουν τίποτα.
Την πρώτη χρονιά το είχα πάρει με ζήλο κι είχα γράψει ένα κείμενο για τα ριάλιτι και το μπιγκ μπράδερ που ήταν το φρούτο της εποχής, μαζί με μια ατάκα του λέανδρου απ’ την χωματερή: μακάρι να ήταν απλώς μια μαλακία.
Κάπου μετά τα είκοσι μαθαίνεις και συμβιβάζεσαι. Κι απλώς εύχεσαι το περίπτερό σου να είναι δίπλα στη σκηνή με τους καλλιτέχνες που θέλεις να ακούσεις.

Θυμάμαι τις προετοιμασίες του χώρου μαζί με τους γιατρούς που ήταν σταχανοβίτες χωρίς σύνορα, αν και κάποιες φορές μαζί με τη νόρμα έχαναν και το μέτρο. Είχαν την πιο ζόρικη εξεταστική απ’ όλους, αλλά έρχονταν το ίδιο συχνά με μένα που ζούσα φοιτητική ζωή στα μμε και δεν χρωστούσα κανένα μάθημα.
Εκεί ανακάλυψα τον καταναγκασμό και τη δουλειά με μουσική υπόκρουση σκυλάδικου από τη ντροπή της μαύρης φυλής –που κατά τα άλλα ήταν τζιμάνι παιδί. Κι αναστοχαζόμουν φιλοσοφικά αν η υποκουλτούρα γεννιέται από την χειρωνακτική δουλειά ή από την ιατρική.

Κι υπάρχουν κι οι άσχημες στιγμές.
Τα νεύρα με τους συντρόφους που αρχίζουν να ξεστήνουν την τελευταία μέρα πριν καν τελειώσει το πρόγραμμα. Η κούραση του θανατά την τελευταία φορά που το φεστιβάλ είχε πέσει μαζί με την έκθεση. Τότε είχαμε πει πως το πάθημα έγινε μάθημα, αλλά φέτος είπαμε να το ξανακάνουμε, για να θυμούνται οι παλιοί και να μαθαίνουν οι νεότεροι.

Κι η απογοήτευση κάθε φορά που ακυρώνεται το φεστιβάλ λόγω εκλογών. Πολύς κόσμος πιστεύει ότι η καλύτερη προεκλογική δουλειά είναι το φεστιβάλ κι ίσως να έχουν δίκιο. Αλλά όταν δεν τραβάς εσύ το λούκι όλα φαίνονται εύκολα.
Υπάρχει και μια ιστορία με τον υποψήφιο περιφερειάρχη, αλλά αυτή μετά τις εκλογές.

Στο τέλος όμως μένει πάντα μια γλυκιά γεύση στον ουρανίσκο της μνήμης. Κι η συλλογική περηφάνια ότι είσαι κομμάτι μιας πολιτείας. Το φεστιβάλ είναι τόπος συνάντησης για ένα σωρό κόσμο. Τόσο πολύ που συνήθως δε βρίσκεσαι και πολύ εύκολα με τον κόσμο που θες.

Η μεγάλη γιορτή της κομμουνιστικής ορθοδοξίας που εκτός απ’ τους πιστούς συγκεντρώνει πολλούς αιρετικούς, ή απλό κόσμο που δεν πολυπιστεύει και πηγαίνει σπάνια για προσευχή και κατάνυξη. Κάπως σαν τις εκκλησίες στην ανάσταση. Κάποιοι μένουν μόνο στη συναυλία και δεν περιμένουν να πάρουν το δεύτε λάβετε φως από τη διαφωτιστική ομιλία του μέλους του πγ. Γι’ αυτό κι εμείς τη βάζουμε πιο νωρίς.

Κι όταν έρθει στο τέλος η ώρα να τα ξεστήσουμε νιώθεις σαν το παιδί που του μαζεύουν τα χριστουγεννιάτικα στολίδια. Κι αν τα αφήναμε έτσι όλο τον χρόνο;

Υστερόγραφα:
-όλα τα λεφτά η αλέκα στο φεστιβάλ της πάτρας, όπου είπε μεταξύ άλλων για την εργατική, λαϊκή εξουσία. Περιμένοντας ανταπόκριση από το σχιζοφρενή οικοδόμο, παραπέμπουμε στο ρεπορτάζ του χτεσινού ρίζου.
http://www2.rizospastis.gr/page.do?publDate=7/9/2010&id=12503&pageNo=8&direction=1 Κάπου στη μέση κάτω από τις φωτογραφίες, στο κομμάτι με τίτλο αντίσταση και ρήξη για το σοσιαλισμό.

Με το κουκουέ υπάρχει λύση. Αλλά κάποιοι έχουν ένα πρόβλημα για κάθε μας λύση. Και κάνουν λογοπαίγνια με την τελευταία λέξη. Με το κουκουέ υπάρχει στύση, πλύση κι ό,τι ο καθένας λαχταρίσει. Πάνω απ’ όλα με το κουκουέ υπάρχει έμπνευση, για όλους.

-Κυριακή, λουίς και σκόλα, να ‘ταν στη ζωή μας όλα.
Απίθανος παίκτης.

Τρίτη 6 Ιουλίου 2010

Νύχτωσε και στο γεντί

Έτσι ήταν ο προ λογοκρισίας στίχος του πανέμορφου ρεμπέτικου τραγουδιού του Απόστολου Καλδάρα. Τραγούδι γραμμένο σε μια εποχή που η αστική τάξη της χώρας, ο διεθνής ιμπεριαλισμός, κρατικοί και παρακρατικοί μηχανισμοί εντείνουν τον εμφύλιο πόλεμό τους εναντίον της εργατικής τάξης, του λαού. Εμπνευσμένο από έναν τόπο-κολαστήριο, τις φυλακές του Επταπυργίου, όπου φυλακίστηκαν, βασανίστηκαν και εκτελέστηκαν χιλιάδες αγωνιστές της λευτεριάς. Ο ίδιος ο συνθέτης (εν προκειμένω και στιχουργός) διηγείται την ιστορία του τραγουδιού:

«Iσως κάποιοι πουν πως ξεχωρίζω το “Νύχτωσε χωρίς φεγγάρι”. Oχι. Αυτό το αγαπώ γιατί είναι ζωντανό. Δε μου έδωσε κάποιος το στίχο να βάλω τη μελωδία εγώ. Το έζησα τότε με τις συλλήψεις του 1945 μετά τους Γερμανούς, όταν ξέσπασε ο Εμφύλιος. Ημουν στη Θεσσαλονίκη φοιτητής. Εργαζόμουν για να εξοικονομήσω τα προς το ζην, σ’ ένα κέντρο, μ’ ένα φίλο, του οποίου το σπίτι ήταν στην Ακρόπολη κάτω από το Γεντί Κουλέ. Πηγαίναμε συχνά στο σπίτι αυτό. Τότε μαζεύανε όλους τους αριστερούς στο Γεντί Κουλέ. Ενα σούρουπο φεύγοντας από το σπίτι αυτό, και βλέποντας τη σιλουέτα του Γεντί Κουλέ, αυτό μου μίλησε, μου έδωσε την ιδέα.

Γι’ αυτό και πριν είπα: Νύχτωσε και στο Γεντί / το σκοτάδι είναι βαθύ / κι όμως ένα παλικάρι / δεν μπορεί να κοιμηθεί. / Άραγε τι περιμένει / όλη νύχτα ως το πρωί / στο στενό το παραθύρι που φωτίζει το κελί; (όχι “με κερί” αυτά μας τα ‘κανε η λογοκρισία αργότερα). Πόρτα ανοίγει πόρτα κλείνει / μα διπλό είναι το κλειδί / τι έχει κάνει και το ρίξαν / το παιδί στη φυλακή;
Θέλω να πω ότι αυτό το τραγούδι το αγαπώ πολύ, γιατί είναι ζωντανό για μένα».


Ζωντανεύουν οι μνήμες όταν αναφερόμαστε σε τόσο σημαντικά γεγονότα, σε τόσο ξεχωριστούς ανθρώπους, σε εποχές αξεπέραστου ηρωισμού. Αλλά και ο χώρος έχει κάτι το μοναδικό. Μπορεί να φαντάζει κοινή η ιστορία του, αλλά έχει τη δική της ιδιαιτερότητα. Μοιράζεται γεγονότα που επαναλήφθηκαν αμέτρητες φορές και με πανομοιότυπο τρόπο σε όλα τα φρούρια της αντίδρασης του τόπου, ωστόσο διατηρεί και μια ξεχωριστή “φυσιογνωμία”. Και το κυριότερο μάς φέρνει στο νου τις αναμνήσεις ενός παιδιού που μεγάλωσε κοντά στις φυλακές. Χρόνια πολλά μετά την εποχή των άγριων διώξεων, σε συνθήκες “ομαλότητας” και “κοινωνικής ειρήνης”...

Το παιδί αυτό θυμάται το Γεντί Κουλέ κατ ́ αρχήν σαν σωφρονιστικό κατάστημα για ποινικούς κρατουμένους. Έχουν χαραχθεί λίγο θολά στη μνήμη του κάποιες απόπειρες αποδράσεων, λίγα πιστολίδια στον αέρα κι έπειτα το οριστικό κλείσιμο των φυλακών και η μεταφορά των κρατουμένων. Όλα αυτά κάπου στα τέλη της δεκαετίας του ΄80. Τέτοιες ήταν οι άμεσες εμπειρίες του από το χώρο. Σύντομα, όμως, τούτες οι παιδικές θύμησες καλύφθηκαν από διηγήσεις και διαβάσματα για το χρονικό του Επταπυργίου, για την “πραγματική ιστορία” του. Και ήταν τόσο δυνατές αυτές οι αφηγήσεις που πολύ σύντομα σφηνώθηκαν στο μυαλό του μικρού παιδιού, που ένιωθε περισσότερο σαν να είχε ζήσει στο Γεντί Κουλέ εκείνης της περιόδου παρά σε κείνο με το οποίο είχε έρθει σε επαφή με τα ίδια του του τα μάτια και τα αυτιά. Διηγήσεις και διαβάσματα που συγκλόνισαν τον “κόσμο του παιδιού”, έτσι που να μην μπορούμε να πούμε με σιγουριά τι πορεία θα είχε ακολουθήσει στα κατοπινά του χρόνια δίχως την επαφή με ένα τόσο σημαντικό διαπαιδαγωγητικό υλικό.

Είναι ορισμένα γεγονότα που μπορεί να παίξουν ιδιαίτερα καθοριστικό ρόλο στις πεποιθήσεις και στην ευρύτερη κοσμοθεώρηση του ανθρώπου. Ασφαλώς από μόνο του ένα γεγονός δεν αρκεί. Ο άνθρωπος διαμορφώνεται ως προσωπικότητα στη βάση πολλαπλών επιδράσεων με κοινωνικό- πολιτισμικό περιεχόμενο. Αλλά σε αυτό το έδαφος, είναι πολύ πιθανό ένα συγκεκριμένο γεγονός να χτυπήσει στο αδύναμο σημείο του χαρακτήρα ενός ατόμου, να αγγίξει μια ευαίσθητη χορδή του και να επηρεάσει καθοριστικά τον προσανατολισμό της προσωπικότητάς του, να αναδιατάξει άρδην τις ιεραρχήσεις και τους στόχους της ζωής του. Σαν τον παππού του παιδιού, ο οποίος είχε μεγαλώσει σε βασιλική οικογένεια, αλλά η δολοφονία του αδερφού του αναποδογύρισε τον εσωτερικό του κόσμο. Τον θείο Χατζή τον είχαν σκοτώσει με μια κοτρώνα που έριξαν στο κεφάλι του από ένα μπαλκόνι το Μάη του ́36, στα γεγονότα που είχαν συγκλονίσει την πόλη της Θεσσαλονίκης. “Από τότε πήραν στροφή τα μυαλά μου”, έλεγε ο παππούς του παιδιού, “κι έγινα κομμουνιστής”.

Από τη γιαγιά του είχε μάθει πως “στο παλιό το σπίτι” η πίσω αυλή επικοινωνούσε με τον προαύλιο χώρο των φυλακών. Ορισμένα συρματοπλέγματα ήταν η κοκκινή γραμμή, αν και δεν ήταν ικανά να αποτρέψουν τις άμεσες και συχνές επαφές με τους φυλακισμένους. Ο παππούς και η γιαγιά του παιδιού έδιναν τσιγάρα και φαγητό στους κρατουμένους, ό,τι στερούταν κάποιος φυλακισμένος. Μόνο την ελευθερία του δεν μπορούσαν να του δώσουν... Εκείνη ήταν ζητούμενο για όλους!
“Και γιατί βοηθούσαμε άτομα που ήταν στη φυλακή;”, ήταν η εύλογη απορία του μικρού παιδιού. Πώς να εξηγήσεις σ ́ ένα παιδάκι ότι αυτοί που βρίσκονταν πίσω απ ́ το συρματόπλεγμα ήταν καλοί άνθρωποι, αγωνιστές που θυσίαζαν το προσωπικό τους βόλεμα για το κοινό καλό, που έδιναν και τη ζωή τους ακόμα για την πρόοδο της ανθρωπότητας; Τι να του πεις για να καταλάβει ότι οι άνθρωποι αυτοί δεν ήταν εγκληματίες και ότι η παράνομη δράση τους ήταν ηθικά δικαιολογημένη και κοινωνικά αναγκαία;
Η γιαγιά του μικρού είχε βρει τη λύση: “Αφού ήταν κομμουνιστές!”. Έτσι απλά και ξάστερα τον έβαλε στο ψητό. Σαν να του έλεγε ότι στη δημοκρατία μας υπάρχουν κάποιες ιδέες οι οποίες, όταν κατακτήσουν τους ανθρώπους και γίνει δυνατή η εφαρμογή τους, χαρακτηρίζονται εγκληματικές, παράνομες και οι φορείς τους πρέπει αναλόγως να τιμωρηθούν. Αλλά ήταν και μια προσωπική προειδοποίηση: Σου το ξεκαθάρισα από νωρίς. Άπαξ και μπλέξεις με τους κομμουνιστές θα κακοπεράσεις! Η απόφαση δικιά σου...

Έκτοτε, το παιδί της διήγησής μας περνούσε κάτω από τα κελιά και έκανε να ζωντανεύουν μπροστά του οι σκηνές που κυριαρχούσαν στις περιγραφές των γηραιότερων. Άνθρωποι βασανισμένοι, άπλυτοι, φαντάσματα του εαυτού τους, με γένια μακριά και μαλλιά κατσαρωμένα. Αλλά και με μια καθαρότητα στο βλέμμα, σημάδι της ακλόνητης πίστης τους ότι η μάχη που χάθηκε ήταν προσωρινή. Νέα πεδία ανοίγονταν μπροστά κι η τελική νίκη θα ήταν δική τους!

Αλλά υπήρχε και η άλλη πλευρά, οι χωροφύλακες, οι βασανιστές, οι χαφιέδες. Το παιδί της ιστορίας μας δεν τους είχε δει ποτέ, αλλά έμαθε για την ύπαρξή τους από ένα βιβλίο που είχε πέσει στα χέρια του. Το βιβλίο ανέφερε και ονόματα. Έτσι, για την απόδοσή τους στη δικαιοσύνη του μέλλοντος... Αλλά ένα από τα ονόματα τού ήταν γνώριμο. “Μα είναι γείτονάς μας! Είναι αλήθεια; Ο γέρος που μένει παραδίπλα και σέρνει το πόδι του βασάνιζε τους συντρόφους μας;”, μονολογούσε και αναρωτιόταν ο μικρός. Η παιδική του αθωότητα κλονίστηκε. Τελικά οι άνθρωποι δεν είναι πάντοτε αυτό που δείχνουν. Του το επιβεβαίωσαν κι οι μεγαλύτεροι. Οι οποίοι, μάλιστα, θεώρησαν το γεγονός ότι κατέληξε κουτσός σαν σημάδι της “θείας δίκης”, σαν τιμωρία για τα χτυπήματα, τις κλοτσιές που έδινε στους αγωνιστές κατά τη διάρκεια των βασανιστηρίων. Αλλά ο μικρός μας βρήκε έναν καλύτερο τρόπο για να τον τιμωρήσει. Μαζί με έναν φίλο του, ένα καλοκαιρινό βραδάκι, σταμάτησαν μπροστά στο (συνταξιούχο τότε) βασανιστή και επίτηδες τον ρώτησαν: “Κυρ-Νίκο, τι δουλειά έκανες παλιά;”. Ο παλιός χωροφύλακας ένιωσε αμέσως ντροπή, δίστασε να απαντήσει και τελικά τους είπε ότι ήταν “δημόσιος υπάλληλος”... Υπάρχει μεγαλύτερη τιμωρία για έναν γέροντα από την ντροπή που νιώθει για τα πεπραγμένα της προηγούμενης άχαρης και θλιβερής ζωής του;

Με σύντροφο το παιδάκι της ιστορίας μας ανακαλύψαμε κρυφές πλευρές των φυλακών του Επταπυργίου. Μετά μάθαμε κι άλλα πολλά. Για άπειρες εκτελέσεις, για θαμμένους “στο πίσω μέρος των φυλακών”, για φρικιαστικά βασανιστήρια, την Κούλα Ελευθεριάδου, τον Νικηφορίδη... Τι περίεργα που νιώθεις όταν διαβάζεις ότι ο Νίκος Νικηφορίδης, 23 χρονών παλικάρι, εκτελείται κατηγορούμενος για “την συλλογήν υπογραφών διά την ειρήνην”! Πόσο παράλογος φαντάζει ένας τέτοιος κόσμος στα μάτια ενός μικρού παιδιού! Αλλά οι ιστορίες είναι πολλές, για ανώνυμους και επώνυμους. Για όλους εκείνους που με το αίμα τους χάραξαν το δρόμο που πρέπει να διαβούμε προς το “βασίλειο της λευτεριάς”. Ο τόπος σφύζει από ηρωικές πράξεις και ανδραγαθήματα ανθρώπων μεγάλου διαμετρήματος, υπερανθρώπων της κοινωνικής απελευθέρωσης.

Και μέσα σ ́ ένα τέτοιο κλίμα, μάθαμε και για έναν παιδικό ηρωισμό. Στα πρώτα βήματα της εφηβείας του, πρώτη ή δευτέρα γυμνασίου, ο μικρός της αφήγησής μας έκανε κι αυτός το μικρό του κατόρθωμα. Το πρωί εκείνης της μέρας είχε χτυπήσει σοβαρά με το ποδήλατό του. Η ακτινογραφία στο γόνατο δεν έδειξε καθαρά αν πρόκειται για κάταγμα. Ο γιατρός αποφάσισε να μην του βάλουν γύψο, αλλά συνέστησε “αυστηρή ακινησία”. Αλλά το βράδυ θα γινόταν ένα πολύ σημαντικό γεγονός. Το κόμμα διοργάνωνε εκδήλωση μνήμης και τιμής στους πεσόντες ήρωες του Γεντί Κουλέ. Θα ήταν και ο Χαρίλαος. Ο μικρός μας δεν μπορούσε να λείψει. Του ήταν αδύνατο να βρίσκεται καθηλωμένος τη στιγμή που η εκδήλωση θα αφορούσε ανθρώπους που ξεπέρασαν κατά πολύ τους εαυτούς τους. Ξεπέρασαν τη σωματική τους διάπλαση, τις αντοχές τους, τις ιδεολογικές προκαταλήψεις, τις νουθεσίες του κοινωνικού περιγύρου, την πίεση για ψωμί, επιβίωση. Κι εκείνος δεν θα μπορούσε να ξεπεράσει ένα απλό χτύπημα στο γόνατο; Μόνος στο σπίτι, αφού όλη του η οικογένεια είχε πάει να τιμήσει τους αγωνιστές, πήρε τη μεγάλη απόφαση! Έβαλε στοίχημα με τον εαυτό του και όντως την κέρδισε τη μάχη. Έκανε με καμάρι τον ηρωισμό του...

Αλλά η μέρα εκείνη σημαδεύτηκε κι από ένα άλλο σημαντικό συμβάν. Ο Χαρίλαος είχε μια φευγαλέα συνάντηση και με τη γιαγιά του νεαρού μας “ήρωα”. Αντάλλαξαν ένα συντροφικό χαιρετισμό, τη φίλησε σταυρωτά και της χάρισε ένα κατακόκκινο γαρίφαλο, που του είχαν προσφέρει άλλοι σύντροφοι. Ο νέος, υπερήφανος που είχε δει από μακριά το κάτασπρο κεφάλι του καπετάν-Γιώτη να ξεχωρίζει πάνω απ ́ όλους τους άλλους, ήταν πλέον χαρούμενος και για τη συνάντηση που μόλις περιγράψαμε. Η δε γιαγιά του περηφανευόταν ως το θάνατό της για το φιλί που εισέπραξε. Ενώ το λουλούδι βρήκε τη θέση του στο εικονοστάσι του σπιτιού. Για να γίνει σύμβολο της ενότητας των νεκρών με τους ζωντανούς, αυτής της λεπτής διαλεκτικής θανάτου και ζωής, κόλασης και παραδείσου, που με τρόπο τόσο γλαφυρό και τραγικό υπενθυμίζει σε κάθε μας βήμα το “καθαρτήρι” του Γεντί Κουλέ.

(Με αφορμή την προφεστιβαλική εκδήλωση της ΚΝΕ στο Γεντί Κουλέ)

Κυριάκος Ι.


Όσοι είστε γραμμένοι στη λίστα του ομίλου θα είδατε εκεί το κείμενο και μάλιστα με σωστό τονισμό (στο μπλοκ βγήκε έτσι κι η κε δε μπορούσε παρά να πάει με τα νερά του).
Υστερόγραφο με εντυπώσεις από την εκδήλωση όμως μόνο εδώ θα δείτε.

Τρία πράγματα ξεχώρισαν από την εκδήλωση.
-Η αποστροφή του πρωτούλη για το νίκο ζαχαριάδη και το φλωράκη.
Ο κόσμος ενισχύει το κόμμα απ' το υστέρημά του. Όλοι ξέρουν τι περιουσία έχουν τα στελέχη του κόμματος. Ο ζαχαριάδης έχει μόνο δυο μέτρα γης στο πρώτο νεκροταφείο αθηνών κι ο φλωράκης άλλα δύο στο παλιοζογλώπι.
Οι αστοί ηγέτες τι περιουσία άφησαν πίσω τους...;

-Ο λάκης με τα ψηλά ρεβέρ που είναι μεγάλη μορφή του κινήματος.
Άφηνε το τραγούδι στις μάζες. Δικό σας. Από κάτω τραγουδούσαν δυο-τρεις κι αυτός επικροτούσε. Έτσι μπράβο, ψόφια!

Είπε εχθρό της επανάστασης ένα παιδάκι που ανέβηκε στη σκηνή κι ευχήθηκε στην κνε να πιάσει διψήφιο ποσοστό φέτος στις εκλογές(;) αν και το εύχεται πολλά χρόνια φέτος.

-Και το άκρως συμβολικό κλείσιμο: σα βγω από αυτή τη φυλακή...