Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα μεταβατικό. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα μεταβατικό. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 17 Μαρτίου 2025

Μα αυτά τα λένε οι οπορτουνισταί...

Πρόσωπο με πρόσωπο έλα να τα πούμε, δηλαδή να τα πεις, έστω στο απρόσωπο γυαλί της τιβί, με τη διαμεσολάβηση του παρουσιαστή που θέλει να σε διακόψει, γιατί ήσουν σαφής και να σηκώσει άλλο παιδάκι στον πίνακα, σα να λύνουμε ασκήσεις, λες και αν είχες το χάρισμα και τη διακριτική γοητεία της δημιουργικής ασάφειας, θα σε άφηνε να μιλάς ελεύθερα με ξέπλεκες κοτσίδες, όπως τότε που έμενες με τον υπεραστικό Κακοφωνίξ. Αλλά ο παρουσιαστής είναι παλιός ρουφ στο κουρμπέτι, ρωτάει αν πρέπει να φύγουν οι Ιταλοί, -για να ’ρθουν πχ οι Γερμανοί;- του απαντάς. Λες για τις υποδομές του ΟΣΕ που είναι κρατικές και σε μαύρο χάλι και πετιέται ο Μπάμπης, σαν σύντροφος έτοιμος από καιρό, σαν προβοκάτορας: δηλαδή ο Χατζηνίκος είναι πιο κομμουνιστής από εσάς, κ. Σοφιανέ;

Επανακρατικοποίηση, ΔΕΚΟ, δημόσιοι οργανισμοί, βασικοί παραγωγικοί κλάδοι. Μα αυτά τα λένε οι οπορτουνιστές. Όλος ο κόσμος τα λέει, κ. Σοφιανέ. Λες να έγιναν δηλαδή όλοι κομμουνιστές; Να ήταν κρυφοί σύντροφοι που βγήκαν από την ντουλάπα τους; Κι αν εμείς λέγαμε ό,τι και οι άλλοι, δε θα ήταν σημάδι πως ίσως δεν τα λέμε τόσο καλά;


Κοιτάξτε, εμείς παλεύουμε ενάντια στις ιδιωτικοποιήσεις, για έναν ενιαίο δημόσιο φορέα στις συγκοινωνίες και όχι μόνο, αλλά δε θεωρούμε λύση το κρατικό μονοπώλιο σε αυτό το σύστημα.
-Ούτε κρατικά, ούτε ιδιωτικά; Μήπως είστε αναρχικός; Αυτόνομος; Αντιεξουσιαστής;
-Προφανώς και όχι.
Οργή, θυμός, το κράτος ο εχθρός!
Δεν είναι αυτό που νομίζετε.

Και όντως δεν είναι.

Λοιπόν, η σύντομη εκδοχή είναι η εξής. Όλο και περισσότεροι συνειδητοποιούν πως αυτό το κράτος είναι δολοφόνος, που βάζει τα κέρδη πάνω από τη ζωή. Πώς θα του εμπιστευτούμε τις δικές μας, να μας φτιάξει έναν δημόσιο και ασφαλή σιδηρόδρομο; Ή μήπως θέλουμε έναν δολοφόνο με κοινωνικό-εργατικό έλεγχο;

Ανάλυση της σύντομης εκδοχής.

Ο βασικός μας στόχος δεν είναι απλώς ένας κρατικός ΟΣΕ, αλλά η υπεράσπιση του δημόσιου χαρακτήρα του. Να είναι ασφαλής, φτηνός, σχεδιασμένος για τις ανάγκες μας και όχι εμπόρευμα, με σκοπό το κέρδος. Και αυτό αφορά κάτι πολύ ευρύτερο από το τυπικό ιδιοκτησιακό του καθεστώς.

Στον αντίποδα, η βασική στρατηγική της αστικής τάξης δεν περνά μόνο μέσα από τις ιδιωτικοποιήσεις. Είναι η «απελευθέρωση» -στην προσφιλή τους, οργουελική, διπλή γλώσσα-, η εμπορευματοποίηση, οι εργολαβίες, οι συμπράξεις ιδιωτών με το κράτος (ΣΔΙΤ), ο κατατεμαχισμός των οργανισμών, το ξεπούλημα των φιλέτων, ο μαρασμός και η απαξίωση των υπόλοιπων κομματιών.

Αυτή τη στιγμή, ο παλιός ενιαίος ΟΣΕ δεν είναι αποκλειστικά ιδιωτικός. Το κομμάτι των υποδομών και της συντήρησης παραμένει στο κράτος, με τα γνωστά δολοφονικά αποτελέσματα. Χωρίς πόρους, προσωπικό, με απαρχαιωμένο δίκτυο και όρους ασφαλείας του περασμένου αιώνα. Ακόμα κι αν απαλλοτριώναμε την Hellenic Train χωρίς αποζημίωση, η υπηρεσία θα επέστρεφε σε ένα κράτος-εγκληματία, που λειτουργεί με ιδιωτικο-οικονομικά κριτήρια και με τη λογική κόστους-οφέλους, για τη μεγιστοποίηση των κερδών.

Οι ιδιωτικοποιήσεις είναι μόνο ένας από τους άξονες αυτής της στρατηγικής. Η ακύρωσή τους είναι κρίσιμο πεδίο, αλλά από μόνη της δε δίνει συνολική λύση στο πρόβλημα.

Μήπως τότε τα παραπέμπετε όλα στον σοσιαλισμό; Μήπως αρνείστε τα μικρά βήματα που μπορούν να βελτιώσουν εδώ και τώρα -και όχι σε ένα σοσιαλιστικό επέκεινα- τη ζωή του εργαζόμενου λαού, του οποίου τα συμφέροντα θεωρητικά υπερασπίζεστε;

Αυτό είναι ψέμα -συνειδητό και βρώμικο κατά κανόνα. Οι κομμουνιστές δίνουν όλες τις δυνάμεις τους για μικρές κατακτήσεις που ανακουφίζουν τον λαό και δείχνουν τον δρόμο της διεκδίκησης, τονίζοντας βέβαια τον επισφαλή, προσωρινό χαρακτήρα τους στο κυρίαρχο πλαίσιο, όσο δεν αλλάζει ο συσχετισμός και το γενικό πλαίσιο.
Βρίσκονται πίσω από κάθε μικρό ή μεγαλύτερο αγώνα -για αυξήσεις μισθών, συλλογικές συμβάσεις, ακυρώσεις πλειστηριασμών και απολύσεων κτλ. Οργανώνουν απεργίες και τις συλλογικές αντιστάσεις της τάξης μας, όσο κανείς άλλος πολιτικός χώρος-και αυτό ουδείς μπορεί να το αμφισβητήσει σοβαρά.

Η βασική διαπάλη δεν αφορά το ζήτημα αν οι δυνάμεις του ΚΚΕ παλεύουν και καταφέρνουν μικρές βελτιώσεις στο σήμερα, αλλά γιατί δεν υιοθετούν ενδιάμεσους στόχους και συνθήματα, όπως η πτώση της κυβέρνησης, η (επανα)κρατικοποίηση του ΟΣΕ και άλλων βασικών παραγωγικών κλάδων. Ότι δηλαδή δεν υιοθετεί μεταβατικά αιτήματα, πολιτικούς στόχους, για να ξεφύγει από τις οικονομικές διεκδικήσεις και τα στενά όρια του οικονομισμού ή για να ανεβάσει το επίπεδο της μέσης πολιτικής συνείδησης ή για να συσπειρώσει ευρύτερες μάζες γύρω από αυτούς τους τακτικούς στόχους ή για να υλοποιήσει τα πρώτα βήματα ενός τέτοιου προγράμματος που θα προσεγγίσει τον στρατηγικό στόχο του σοσιαλισμού.

Αν η συζήτηση αυτή σας θυμίζει κάτι, είναι γιατί έχει προϊστορία, τουλάχιστον από την εποχή των μνημονίων, των συνθημάτων περί ρήξης ευρωζώνη και ΕΕ, διαγραφής του χρέους κτλ. Κι αν υπενθυμίζω εδώ κάποιες βασικές πτυχές της, ελπίζω να μην πέσω στην παγίδα της αβάσταχτης επανάληψης των αυτονόητων -για τους παλιούς τακτικούς αναγνώστες, τουλάχιστον.

Το σκεπτικό δεν είναι πάντα/ακριβώς ενιαίο στα σημεία της παραπάνω κριτικής και για τα πολιτικά ρεύματα που εκφράζει. Μια πρώτη βασική διαφοροποίηση είναι μεταξύ όσων μιλάνε για στόχους ζύμωσης και συγκέντρωσης δυνάμεων που θα συγκλίνουν στην πάλη για τον στρατηγικό στόχο και σε όσους θεωρούν την υλοποίησή τους εφικτή (εδώ και τώρα) και αναγκαία για να μας φέρει πιο κοντά στον σοσιαλιστικό μετασχηματισμό, βλέποντας ίσως την «παραγωγική ανασυγκρότηση» με «κρατική ιδιοκτησία» και «κοινωνικό-εργατικό έλεγχο» ως ένα πρόπλασμα της αυριανής σοσιαλιστικής οικονομίας, ένα σκαλοπατάκι που προετοιμάζει μια τέτοια μετάβαση, βοηθώντας τις συνθήκες να ωριμάσουν.

Τέτοιοι ή αντίστοιχοι στόχοι πάλης διατυπώνονται από μια σειρά δυνάμεων, συχνά με αντικρουόμενες αντιλήψεις και σχέδια περί μετώπων, ενδιάμεσων σταδίων, μεταβατικού προγράμματος (ένας όρος με τροτσκιστικές ρίζες) και ιδεολογικών αφετηριών, και αντιθέσεις που ξεπερνούν μάλλον εύκολα, συγκλίνοντας επί του πρακτέου στη σημερινή συγκυρία. Κι αυτό ερμηνεύει και κάποιες φαινομενικά ετερόκλιτες συμμαχίες κατά καιρούς.

Μια δεύτερη διαφοροποίηση και αντινομία αυτής της λογικής αφορά το ζήτημα για το (πολιτικό-ταξικό) υποκείμενο που καλείται να υλοποιήσει τους επιμέρους στόχους ή το σύνολο του προγράμματος. Ουσιαστικά επεκτείνει το ερώτημα «να πέσει η κυβέρνηση για να έρθεις ποιος-τι», που μπαίνει σήμερα στο δημόσιο λόγο. Κάποιες δυνάμεις απαντούν «μια προοδευτική κυβέρνηση», άλλες με το σύνθημα μιας κυβέρνησης στην παλιά λογική του ΑΑΔΜ και άλλες λένε πως την υλοποίηση θα την επιβάλει το κίνημα, με μαζικό λαϊκό εκβιασμό σε μια αδύναμη κυβέρνηση -που ουσιαστικά φτάνει από άλλο δρόμο, στο ίδιο συμπέρασμα.

Το σύνθημα των «αδύναμων κυβερνήσεων» βασίζεται στη λογική πως πρέπει πάντα να υπάρχουν ανίσχυρες κυβερνήσεις που να μην μπορούν να προχωρήσουν τον σχεδιασμό τους -κάτι σωστό γενικά, που αν ειπωθεί όμως από το ΚΚΕ, τότε «διακατέχεται από εκλογικές αυταπάτες» ή «δε θέλει να κυβερνήσει» -τα πάντα και τα αντίθετά τους, συγχρόνως. Αλλά ο βασικός πολιτικός στόχος μας δεν μπορεί να είναι μια ανισορροπία διαρκείας, μια ενδιάμεση κατάσταση -που κάποιοι τη βαφτίζουν «προεπαναστατική» στο μυαλό τους, για να τα έχουν καλά με την ιδεολογία τους. Τηρουμένων των αθλητικών αναλογιών, είναι σα να κατεβαίνεις σε έναν νοκ-άουτ αγώνα με στόχο να μη χάσεις. Ή σα να κατεβαίνεις στο μπάσκετ με στόχο την παράταση! Κι αν το τελευταίο λεπτό ενός αγώνα μπάσκετ είναι ό,τι πιο κοντινό στον συμπυκνωμένο ιστορικό χρόνο, αυτός κυλάει εναντίον μας, μετρώντας χαμένες ευκαιρίες που δε θα ξανάρθουν.

Προκύπτει επίσης το εξής εύλογο ερώτημα: αν το κίνημα έχει τόση δύναμη να επιβάλει τους κρίκους ενός προγράμματος ή -πολύ περισσότερο- τον σχηματισμό μιας κυβέρνησης με πανίσχυρο λαϊκό έρεισμα, που δεν κάμπτεται από εκβιασμούς-, γιατί δεν πάμε μέχρι τέλους ή απλώς στο επόμενο βήμα και το αφήνουμε μετέωρο;
Αν μη τι άλλο, ένας άλλος τύπος εξουσίας, ως πολιτική έκφραση μιας επαναστατημένης τάξης -κι όχι μιας πρόσκαιρης εκλογικής πλειοψηφίας- έχει πολύ περισσότερα εργαλεία για να αντιμετωπίσει τα άμεσα καθήκοντα και τα προβλήματα που θα προκύψουν από ό,τι μια κυβέρνηση που -όσο καλοπροαίρετη και αν είναι- δεν παύει να παίζει σε εχθρικό έδαφος-γήπεδο.

Ας δούμε συνοπτικά μερικά ακόμα προβληματικά σημεία αυτής της λογικής.

-Η επαναστατική μετάβαση είναι μια πλούσια διαδικασία δυναμικής σύγκρουσης, που οδηγεί σε ένα κρίσιμο, αποφασιστικό άλμα και δεν μπορεί να υποκατασταθεί από οδικούς χάρτες και σκαλοπατάκια ή να χωριστεί σε επιμέρους βήματα, που καταλήγουν στο κενό. Με άλλα λόγια, mind the gap. Προσοχή στο κενό μεταξύ αστικής και σοσιαλιστικής εξουσίας/οικονομίας.

-Η αντίληψη της κρατικής ιδιοκτησίας σε μια καπιταλιστική χώρα ως εν γένει θετικού μέτρου, που προετοιμάζει τους όρους μιας σοσιαλιστικής επανάστασης, κρύβει διάφορες συγχύσεις και προβληματικές επεξεργασίες.

Αγνοεί πχ το ιστορικό των κρατικοποιήσεων σε μια σειρά καπιταλιστικές οικονομίες, το ταξικό τους περιεχόμενο, τους λόγους που τις υπαγόρευσαν -κρίση, συγκεκριμένη φάση καπιταλιστικής ανάπτυξης, χτίσιμο υποδομών κ.ά. Στην τελική της συνέπεια, η αντίληψη αυτή καταλήγει πχ να πάρει τοις μετρητοίς τον όρο «σοσιαλμανία» για τη διακυβέρνηση Καραμανλή, να επικροτήσει τις κρατικοποιήσεις των προβληματικών επί ΠΑΣΟΚ -για να παραδοθούν καθαρές από χρέη στην αγορά- ή να θεωρεί σοσιαλισμό τα κεϊνσιανά μέτρα του Ρούσβελτ την περίοδο του New Deal.

-Η αυτονόμηση και στρατηγική προβολή του αιτήματος της (επανα)κρατικοποίησης συσκοτίζει το ερώτημα «τι δημόσιο τομέα θέλουμε». Ότι δηλ δεν υπερασπιζόμαστε τον σημερινό μίζερο, απαξιωμένο, υποστελεχωμένο δημόσιο τομέα, υπό τον ασφυκτικό έλεγχο της κυβέρνησης, με τις γνωστές παθογένειες (βύσματα, διαφθορά, εργατοπατέρες κτλ), και προπαντός το κερδοσκοπικό κριτήριο της λειτουργίας του με όρους ιδιωτικής επιχείρησης, εις βάρος των δικών μας αναγκών.

Αυτή η τακτική τείνει να προβάλλει ως στόχο μια -ούτως ή άλλως ανέφικτη- επιστροφή στο πρόσφατο -και εξιδανικευμένο σε μεγάλο βαθμό- παρελθόν και αντιστρέφει την πραγματικότητα. Ενισχύει τη ρετσινιά-στερεότυπο περί «κρατισμού» -αγαπημένη καραμέλα διάφορων φιλελέ θιασωτών μιας κατεξοχήν κρατικοδίαιτης ιδιωτικής οικονομίας- και δίνει μια αίσθηση συντηρητικής αναπόλησης του παρελθόντος, μιας ρετροσπεκτίβας, αντί για μια προοπτική διεξόδου από τη σκοπιά των σύγχρονων αναγκών και των δυνατοτήτων του μέλλοντος.

-Η εποχή μας απαιτεί συνολικές λύσεις και μια ολοκληρωμένη πολιτική πρόταση: πώς μπορεί να λειτουργήσει μια κοινωνία μακριά από τη δολοφονική λογική του κέρδους. Γιατί λοιπόν να αρνούμαστε τη δυνατότητα να προβάλλουμε αυτή την πρόταση, μια συνολική πρόταση εξουσίας, μια εναλλακτική για το πώς θα μπορούσε να είναι τα πράγματα, ακριβώς τη στιγμή που αυτή είναι πιο επίκαιρη από ποτέ;

Όσοι νοσταλγούν τον καιρό που κάποιοι επιμέρους στόχοι είχαν μια σχετική αυτονομία και φαίνονταν εφικτοί (πχ η αποδέσμευση από την ΕΟΚ) τείνουν να ξεχνάν πως τότε υπήρχε μια ριζικά διαφορετική συνθήκη και ένα άλλο διεθνές πλαίσιο, με τη σφραγίδα της σοσιαλιστικής κοινότητας, που έδινε εχέγγυα στήριξης σε οποιαδήποτε χώρα επέλεγε έναν διαφορετικό δρόμο -ή έστω τα πρώτα βήματα μιας άλλης πορείας. Αυτή η συνθήκη σήμερα έχει εκλείψει -όσο και αν κάποιοι επιμένουν να βλέπουν τις χώρες των BRICs ως αντίπαλο «σοσιαλιστικό» δέος. Και δεν είναι τυχαίο ότι η επίθεση στις κατακτήσεις του «χρυσού εικοστού αιώνα» στον δυτικό κόσμο κορυφώθηκε την εποχή της εκδήλωσης της αντεπανάστασης και της ανατροπής του σοσιαλισμού.

Το αξιοπερίεργο (;) είναι ότι αρκετές από τις δυνάμεις που θεωρούν την κρατική ιδιοκτησία ως περίπου προπαρασκευαστικό όρο του σοσιαλισμού, είχαν εκ διαμέτρου αντίθετα κριτήρια και σταθμά για την κρατική ιδιοκτησία στις σοσιαλιστικές χώρες. Έκαναν λόγο για «κρατικό καπιταλισμό», «εκμεταλλευτικές κοινωνίες», ασκούσαν κριτική με το σύνθημα της «κοινωνικοποίησης» ή της «αυτοδιαχείρισης». Για αυτές δεν υπάρχει τίποτα πιο ελπιδοφόρο από την κρατική ιδιοκτησία -αυτή αρκεί να αφορά το σημερινό καπιταλιστικό σύστημα και να μην επεκτείνεται στον σοσιαλισμό...

-Ακόμα και αν υποθέσουμε ότι μια αντίστοιχη κατάσταση σχετικής ισορροπίας είναι εφικτή σήμερα, αυτό προϋποθέτει μια μεγάλη αποφασιστική ενίσχυση του εργατικού, κομμουνιστικού κινήματος διεθνώς, να γίνει ξανά απειλητικό για τη διεθνή άρχουσα τάξη, ώστε να έχει τη δύναμη να αποσπά και επιμέρους κατακτήσεις. Να μπορεί να τα διεκδικεί όλα, ώστε να κερδίζει στην πορεία τα λίγα, ως προσωρινό επωφελή συμβιβασμό. Τους όρους σου μπορείς να τους επιβάλλεις, όταν μιλάς από τη θέση του ισχυρού, με κάποια καλά χαρτιά. Κι αυτό είναι στοιχειώδης γνώση ακόμα και για χαρτοπαίκτες -κι ας αγνοούν τη θεωρία των παιγνίων...

-Τελευταία παράμετρος.

Οι δυνάμεις του ποικιλώνυμου οπορτουνισμού τείνουν να προβάλλουν ένα μεταβατικό πρόγραμμα-τυφλοσούρτη, που παραμένει αμετάβλητο στον χρόνο, έτοιμο για χρήση ανά πάσα στιγμή, δηλαδή χωρίς συγκεκριμένη ανάλυση της συγκυρίας, για να δουν πχ ποια αιτήματα δεν μπορεί να ενσωματώσει η κυρίαρχη τάξη σε μια δεδομένη συγκυρία. Αν είναι πχ μη διαχειρίσιμος στόχος μια έξοδος από την ΕΕ ή η κρατικοποίηση του σιδηρόδρομου και τι μας λέει σχετικά το παράδειγμα της Βρετανίας...

Συμπερασματικά, ο Σοφιανός θα είχε κάθε δικαίωμα να απαντήσει στον Μπάμπη πως κάτι μπερδεύει -ή διαστρεβλώνει- από τα νιάτα του. Και ότι αυτά τα λένε οι οπορτουνιστές. Τι λένε οι κομμουνιστές, είναι το ζήτημα, αλλά μπορούμε να το πιάσουμε στην επόμενη ανάρτηση...

Τετάρτη 20 Σεπτεμβρίου 2017

Η Αλέκα, ο Β' Παγκόσμιος Πόλεμος και το Φεστιβάλ

Στο Φεστιβάλ της Θεσσαλονίκης, η Αλέκα είχε τον περισσότερο κόσμο μετά την Μποφίλιου, αλλά ήταν λίγο ντεφορμέ εισηγητικά και σε μένα τουλάχιστον, δημιούργησε μάλλον περισσότερες απορίες από αυτές που έλυσε. Κάτι που έχει να κάνει σε μεγάλο βαθμό και με τη φύση του προφορικού λόγου ή των σημειώσεων που διαβάζονται σε μια ομιλία, και θα αναπτύσσονταν πολύ καλύτερα γραπτά, σε ένα άρθρο.

Μια φράση για τον "αποχαρακτηρισμό" του Β' Παγκοσμίου Πολέμου -που οι σοβιετικοί και το ΚΚ τον θεωρούσαν αντιφασιστικό και έπαψαν να τον αναφέρουν ως ιμπεριαλιστικό- μου φάνηκε κάπως αδόκιμη, αλλά είχε ενδιαφέρον και την συγκράτησα, για μερικές προεκτάσεις.

Αν καταλαβαίνω καλά -που δεν είναι και σίγουρο- το πρόβλημα δεν είναι ο διπλός χαρακτηρισμός, αλλά η προβληματική γενίκευση του ενός όρου, σε βάρος του άλλου, που έπαψε να αναφέρεται και σταδιακά εξαλείφθηκε. Με άλλα λόγια, ο Β' Παγκόσμιος Πόλεμος ήταν ιμπεριαλιστικός και άδικος από την πλευρά των καπιταλιστικών χωρών, αλλά αντι-ιμπεριαλιστικός κι αντιφασιστικός για τη Σοβιετική Ένωση και τους λαούς. Το προβληματικό στοιχείο δεν είναι να υπενθυμίζουμε το δεύτερο, αλλά να το απολυτοποιούμε, συγκαλύπτοντας και υποτιμώντας τον ιμπεριαλιστικό χαρακτήρα του πολέμου για τους "συμμάχους" που βρέθηκαν συγκυριακά στον αντιναζιστικό συνασπισμό.

Αυτό σημαίνει, κατά τη γνώμη μου, πως είναι εξίσου λάθος να στραβώνουμε το κλαδί από την ανάποδη, θεωρώντας πως ο Β' Π.Π. ήταν αποκλειστικά και μόνο ιμπεριαλιστικός. Γιατί τι άλλο παρά αντι-ιμπεριαλιστικός ήταν ο πόλεμος για τη Σοβιετική Ένωση και τους λαούς; Ιδίως όταν σημειώνει εύστοχα η Αλέκα πως ο εθνικο-απελευθερωτικός πόλεμος έχει άλλη έννοια και περιεχόμενο για εμάς κι άλλη για την άρχουσα τάξη -που δεν έχει εθνικο-απελευθερωτικούς σκοπούς.

Μπορούμε άραγε να παραλείψουμε αυτή την πτυχή, όταν στο δυτικό μέτωπο έλαβε χώρα ένας "παράξενος -ή αστείος- πόλεμος", που δεν ήταν παρά ένα δευτερεύον επεισόδιο, συγκριτικά με τις πολεμικές επιχειρήσεις στην Ανατολή, τη λυσσαλέα επίθεση των ναζί και τη σφοδρή αντίσταση των Σοβιετικών; Η ενδοϊμπεριαλιστική διαμάχη έμεινε κυρίως σε κατάσταση αναμονής των εξελίξεων, ταξίδεψε στη Βόρειο Αφρική για τα πετρέλεαιά της κι απέκτησε πραγματικά πολεμικές διαστάσεις, μόνο όταν οι Σοβιετικοί έδειχναν ικανοί να κερδίσουν μόνοι τους τον πόλεμο.

Α ναι, υπάρχει κι η Δουνκέρκη, όπου οι ναζί επέτρεψαν στους Άγγλους να ανασυνταχθούν και να γλιτώσουν μια ολοκληρωτική καταστροφή των δυνάμεών τους. Αυτές τις μέρες παίζεται η ομώνυμη ταινία στον κινηματογράφο (ίσως γράψει προσεχώς κάτι σχετικά το Λαϊκό Στρώμα στην Κατιούσα), που στη χολιγουντιανή του εκδοχή, έχει συμβάλει στην ιστορική παραχάραξη και την εντυπωσιακή μεταστροφή της κοινής γνώμης, που διαμορφώνεται κατεξοχήν με τέτοια έργα και θεωρεί πως αυτό που άλλαξε τα δεδομένα του πολέμου κι έγειρε αποφασιστικά την πλάστιγγα κατά των ναζί ήταν η είσοδος των ΗΠΑ στον πόλεμο, κι όχι τα 20 εκατομμύρια νεκρών που έδωσε η ΕΣΣΔ.


Αν αποδεικνύουν κάτι τα παραπάνω, είναι πως ο Β' Π.Π. έγινε κυρίως κατά της Σοβιετικής Ένωσης κι αυτό βάζει τη σφραγίδα του στο χαρακτήρα του πολέμου, αλλά όχι φυσικά για να βγάλει λάδι τους εταίρους της αντιφασιστικής συμμαχίας και τις ιμπεριαλιστικές βλέψεις τους, που εκδηλώθηκαν την επαύριο κιόλας του πολέμου.

Κατά τη γνώμη μου, η αντιφασιστική συμμαχία ήταν ένα είδος Λαϊκού Μετώπου. Που σημαίνει με τη σειρά του, ευμενής ουδετερότητα ενός μέρους των αντιπάλων, χωρίς καμία αυταπάτη πως δε θα κληθεί η δική μας πλευρά -οι κομμουνιστές- να τραβήξει κουπί και πως δε θα τους βρούμε απέναντί μας, αντίπαλους, στο μέλλον.

Με  αυτό το (δικό μου) σκεπτικό, τα Λαϊκά Μέτωπα ήταν μια αντιφατική επιλογή, που πέτυχε γενικά τον τακτικό της στόχο, να σπάσει δηλαδή τη διεθνή απομόνωση της Σοβιετικής Ένωσης και να της διασφαλίσει καλύτερες θέσεις εν όψει του πολέμου που διέβλεπε πως ερχόταν. Αν κρίνουμε όμως τα Λαϊκά Μέτωπα ως στρατηγική επιλογή για την επανάσταση και το σοσιαλισμό, το αποτέλεσμα ήταν μια οικτρή αποτυχία.

Και πάλι, το πρόβλημα κατά τη γνώμη μου είναι η απολυτοποίηση της μιας ή της άλλης πλευράς. Τα Λαϊκά Μέτωπα ήταν μια πρωτότυπη επεξεργασία, που πατούσε στη συγκυρία και την ανάλυση της συγκεκριμένης κατάστασης, πετυχαίνοντας ορισμένα αποτελέσματα. Δεν αποτελούσαν στρατηγική για την επαναστατική κατάκτηση της εξουσίας και κακώς θεωρήθηκαν μεταπολεμικά, ως τέτοια. Το πρόβλημα δεν ήταν ακριβώς τα ΛΜ αυτά καθαυτά ως συγκεκριμένη επιλογή στην εποχή τους, αλλά η προβληματική γενίκευση που έκανε μεταπολεμικά το διεθνές ΚΚ, έξω από το ιστορικό πλαίσιο που τα υπαγόρευσε.

Είναι χαρακτηριστικός ο εορτασμός στη Σοβιετική Ένωση του Μπρέζνιεφ των 30 χρόνων από το 7ο Συνέδριο της Κομιντέρν, με την εισήγηση του Ντιμιτρόφ για το φασισμό και τα ΛΜ. Αν δεν κάνω λάθος, σε αυτό πλαίσιο εντασσόταν η μελέτη-διατριβή του Σάρλη, μετέπειτα ιδεολογικού υπεύθυνου της κετουκε, που οδήγησε στο βιβλίο του για την "πολιτική του ΚΚΕ κατά του μοναρχοφασισμού", και κινούνταν στο αντισταλινικό, αντιζαχαριαδικό πνεύμα της εποχής, αντιπαρέθετοντας τη σωτήρια ενωτική πολιτική της Κομιντέρν, στο ζαχαριαδικό σεχταρισμό, που αναγκάστηκε να υποχωρήσει υπό την πίεση του ενιαίου διεθνούς κέντρου.

Αργότερα, ο Σάρλης έγραψε τα "προβλήματα τακτικής και στρατηγικής", που εγείρουν πολλά κι ενδιαφέροντα ζητήματα. Τον τίτλο αυτό αντέγραψε -συνειδητά και με αμετροέπεια κατά τη γνώμη μου- ο Βασίλης Λιόσης, στο βιβλίο του που κυκλοφορεί οσονούπω από τις εκδόσεις ΚΨΜ, θέλοντας προφανώς να δείξει πως υπερασπίζεται εκείνο το (παλιό, αυθεντικό) ΚΚΕ. Κλείνει η παρένθεση.

-Σε κάποια φάση, η Αλέκα αναφέρθηκε στα μεταβατικά αιτήματα των μπολσεβίκων, προκαλώντας εύλογα τη μία και μοναδική (λόγω χρονικής πίεσης) ερώτηση ενός συντρόφου από το κοινό. Για να το πω κάπως απλοϊκά και χοντροκομμένα, υπάρχουν δύο βασικές αντιλήψεις για τους μπολσεβίκους και τα μεταβατικά αιτήματα που πρόβαλλαν. Μία που λέει πως αυτά έρχονταν όταν δεν ήταν ώριμες οι (υποκειμενικές) συνθήκες για επαναστατικούς στόχους, οπότε έμπαιναν για να γεφυρώσουν αυτό το χάσμα μεταξύ της συγκυρίας και των απαιτήσεων του καιρού μας, ανάμεσα στο μέσο επίπεδο της λαϊκής συνειδητοποίησης και το αντικειμενικά ώριμο ζήτημα της σοσιαλιστικής επανάστασης. Και η δεύτερη που λέει πως τα μεταβατικά αιτήματα των μπολσεβίκων έρχονται ακριβώς όταν εμφανίζεται επαναστατική κατάσταση, σε άμεση σύνδεση και όχι πριν από αυτήν, που θα ήταν ενσωματώσιμα -πχ όπως ο εργατικός έλεγχος, που δεν μπορεί να μπει ανεξάρτητα από το ζήτημα της εξουσίας και της τάξης που θα την κατέχει.

Έχω λοιπόν την εντύπωση πως εμείς λέμε γενικά το δεύτερο, αλλά η Αλέκα απάντησε στη λογική του πρώτου. Αλλά στον προφορικό λόγο, πολλά πράγματα χάνονται, παρανοούνται ή κατανοούνται λειψά και διαστρεβλώνονται. Για αυτό είναι καλύτερο να τα δούμε γραπτά, για να κριθούν επαρκώς.

Ξεκινώντας πάντως με το Sniper από το σωστό συμπέρασμα πως με την εξέγερση δεν παίζει κανείς και πως όταν αρχίζει, πρέπει να είμαστε έτοιμοι να την οδηγήσουμε μέχρι τέλους, το μεταφράσαμε εκλαϊκευτικά ως εξής: όταν είναι να πλακωθούμε, τότε πλακωνόμαστε, αλλιώς δεν...
Μπαίνει όμως το ζήτημα αν χρειάζονται μεταβατικές καρπαζιές, καβγαδάκια για την εγρήγορση του κινήματος, trash-talking και προκλήσεις Μεϊγουέδερ-Μακ Γκρέγκορ, λαϊκά αντίφα γυμναστήρια για μάι-τάι και πολεμικές τέχνες, που αρνούνται όμως να παλέψουν με φασίστες, γιατί πρέπει να σέβεσαι τον αντίπαλο κι αυτοί δεν έχουν ούτε ίχνος σεβασμού για χρυσαυγίτες (είδες το Αλ-Τζαζίρα;).
Πρέπει να προκαλούμε τον αντίπαλο ή να αποφεύγουμε να σπαταλάμε ενέργεια και να κρατάμε δυνάμεις για το καίριο, αποφασιστικό χτύπημα (του γερανού) όπως ο Ντάνιελ-σαν στο Καράτε Κιντ; Και μέχρι τότε, wax-in, wax-out, wax-in...

Τρίτο, σημαντικό πλην σύντομο σημείο είναι η ενθάρρυνση της Αλέκας προς το κοινό να μη διστάζει να ρωτήσει, γιατί όποιος δεν το κάνει ή νομίζει πως τα ξέρει όλα ή δεν ξέρει απολύτως τίποτα. Και ήταν πολύ διδακτικό να βλέπεις την ίδια, τρεις μέρες μετά, στην εκδήλωση των καλλιτεχνών, που δεν ένιωθε ότι κατέχει καλά τα πιο ειδικά θέματα και ζητούσε συνεχώς να την συμπληρώνουν και να την διορθώνουν, για να μην πει κάτι ζαβό...
Αλλά αυτό είναι το θέμα μιας επόμενης ανάρτησης...

Υστερόγραφο

Η κε του μπλοκ σιχαίνεται από θέση αρχής τα αυτοαναφορικά σημειώματα, οπότε τα χώνω απλώς σε ένα υστερόγραφο.
Αν ήταν να κλείσει το μπλοκ, θα υπήρχε ενημέρωση, συνεπώς δε χρειάζονται επιμνημόσυνες δεήσεις για το συχωρεμένο. Έχω πει εγκαίρως πως μετά το Μάιο κάποια δεδομένα θα άλλαζαν, τα πράγματα θα γίνονταν στριμόκωλα και θα αραίωνε η καθημερινή ροή των αναρτήσεων. Και ναι, παίζει κάποιο ρόλο σε αυτό η Κατιούσα, αλλά όχι καθοριστικό. Θα προσπαθήσω να ανανεώνω πιο συχνά το μπλοκ και με κείμενα που έχουν ανέβει πρώτα στην Κατιούσα -η οποία πάντως δίνει επιλογή για σχολιασμό για όποιον θέλει να πει κάτι- αλλά μέχρι τα Χριστούγεννα, δε βλέπω να αλλάζει κάτι δραματικά.

Κατά τα άλλα να διαβάσετε το τρίτο μέρος του Αριστερισμού, που δέησε επιτέλους να γράψει το ΛΣ, που περνά δημιουργικά το χρόνο του στο Φεστιβάλ, φτιάχνοντας λογοπαίγνια για τον Πετρολούκατς Χαλκιά. Το ζητήσατε, το περιμένατε, τον απειλήσατε για να το γράψει, οπότε είναι κρίνα να αφήσετε τώρα την προσμονή τόσων χρόνων να το κάνει να περάσει απαρατήρητο σε σχέση με τις προσδοκίες που είχαν γιγαντωθεί. Κι αν φτωχικό το βρήκες το τρίτο μέρος, δε σε γέλασε. Άσε που θα υπάρξει κι άλλο, σαν επίλογος στην τριλογία και Νταρτανιάν στους τρεις σωματοφύλακες.

Σάββατο 31 Ιανουαρίου 2015

Το μεταβατικό πρόγραμμα και ο Τρότσκι

Σήμερα η κε του μπλοκ παίρνει το ρεπό της και αντιγράφει από το τρέχον τεύχος της κομεπ και το άρθρο του χρήστου μπαλωμένου για τον κυβερνητισμό στον εργατικό αγώνα και τη νέα σπορά, το υποκεφάλαιο με τον τίτλο της ανάρτησης. Είναι κάπως μεγάλο σε έκταση, αλλά αξίζει, πιστεύω, να το διαβάσετε μέχρι τέλους, καθώς δίνει απαντήσεις σε κρίσιμα ερωτήματα, που συναντάμε συχνά μπροστά μας.
Καλή ανάγνωση και κάθε καλόπιστη παρατήρηση στα σχόλια, ευπρόσδεκτη.


Το παραπάνω «σχήμα» του μεταβατικού προγράμματος αποτελεί τροποποιημένη αναβίωση του ιστορικού διαχωρισμού του προγράμματος της Σοσιαλδημοκρατίας πριν τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο σ’ ένα μίνιμουν πρόγραμμα, το οποίο περιοριζόταν σε μεταρρυθμίσεις εντός του καπιταλισμού, και σε ένα μάξιμουμ πρόγραμμα, το οποίο περιελάμβανε τα μέτρα που θα υλοποιούνταν στο σοσιαλισμό. Η υλοποίηση του μίνιμουμ προγράμματος προβαλλόταν ως απαραίτητη προϋπόθεση «για να ανοίξει ο δρόμος» για την υλοποίηση του μάξιμουμ προγράμματος, δηλαδή για το σοσιαλισμό.

Ο «ΕΑ» και η «ΝΣ» κινούνται στην παραπάνω λογική. Γράφει, για παράδειγμα, η «ΝΣ»: «Στην πορεία ανάπτυξης της πάλη του επαναστατικού κινήματος για το πέρασμα στο σοσιαλισμό, το Κομμουνιστικό Κόμμα έχει ανάγκη από την ύπαρξη ενός μίνιμουμ Προγράμματος, που θα οδηγεί στην εκδίωξη της αστικής τάξης από την εξουσία, αλλά, ταυτόχρονα, και στο άνοιγμα του δρόμου για το πέρασμα στο σοσιαλισμό, αλλά και της οικοδόμησης του σοσιαλισμού […] Σ’ αυτό το γενικό Πρόγραμμα θα είναι ενταγμένο το μίνιμουμ Πρόγραμμα, ως προοίμιο του γενικού».

Και οι δύο ιστοσελίδες επικαλούνται κάποιες επεξεργασίες του Λένιν για να στηρίξουν το μίνιμουμ και μάξιμουμ πρόγραμμα. Γράφει ο «ΕΑ»: «Ο Λένιν υποστήριζε πάγια ότι στο δρόμο προς την επαναστατική κατάκτηση της εξουσίας υπάρχει ανάγκη διατύπωσης μιας δέσμης μεταβατικών μέτρων, ενός προγράμματος μίνιμουμ, που θα είναι βέβαια διαλεκτικά δεμένο με το στρατηγικό στόχο της επανάστασης. Πρόκειται για μία γέφυρα που βοηθά να περάσει κανείς στην αντίπερα όχθη του ποταμού».

Η «ΝΣ» σημειώνει με τη σειρά της: «Στο άρθρο του ο Β. Ι. Λένιν «Για την αναθεώρηση του Προγράμματος του Κόμματος» υπερασπίζεται την ανάγκη ύπαρξης του μίνιμουμ προγράμματος, όταν το άρθρο αυτό γράφεται στις 6 του Οχτώβρη 1917 για το Συνέδριο του Κόμματος που έχει προγραμματιστεί να γίνει στις 17 Οχτώβρη του 1917 […] Σ’ αυτό το πρόγραμμα που υπερασπίζεται ο Β. Ι. Λένιν υπάρχουν και όλα εκείνα τα μεταβατικά μέτρα, τα οποία επιτρέπουν το όσο το δυνατόν πιο ανώδυνο πέρασμα στο σοσιαλισμό, γεγονός που φαίνεται καθαρά από τη συμπλήρωση που κάνει ο ίδιος στο προηγούμενο Πρόγραμμα του 1903».

Οι παραπάνω επικλήσεις του Λένιν για την αιτιολόγηση των σημερινών «μεταβατικών» στρατηγικών επεξεργασιών δεν αποτελούν κοινό στοιχείο μόνο του «ΕΑ» και της «ΝΣ», αλλά και όλων των οπορτουνιστικών μορφωμάτων (κόμματα, ομάδες, τάσεις, ιστοσελίδες) που επικαλούνται το μεταβατικό πρόγραμμα –από τον Τόλιο του ΣΥΡΙΖΑ μέχρι την πιο μικρή οπορτουνιστική ομάδα. Τα κείμενα που επικαλούνται γράφτηκαν το διάστημα από τον Απρίλη μέχρι το Σεπτέμβρη του 1917. Πιο συγκεκριμένα επικαλούνται κυρίως το άρθρο «Η καταστροφή που μας απειλεί και πώς πρέπει να την αντιμετωπίσουμε» (γραμμένο στις 10-14 Σεπτέμβρη 1917), το κείμενο με τίτλο «Σχετικά με την αναθεώρηση του Προγράμματος του Κόμματος» (6-8 Οκτώβρη 1917), καθώς και λίγα ακόμα κείμενα της περιόδου Απρίλη-Οκτώβρη 1917 τα οποία σχετίζονται με τη συμβολή του Λένιν στη συζήτηση για την αναθεώρηση του Προγράμματος του Κόμματος των Μπολσεβίκων.

Οι τροτσκιστικοί πολιτικοί σχηματισμοί αιτιολογούν και αυτοί τα πολύχρωμα Μεταβατικά τους Προγράμματα επικαλούμενοι τα ίδια κείμενα του Λένιν και προσθέτοντας στις πηγές της συγκεκριμένης επεξεργασίας και την απόφαση του ιδρυτικού συνεδρίου της λεγόμενης «Τέταρτης Διεθνούς» του Τρότσκι το 1938.

Στο πλαίσιο του συγκεκριμένου άρθρου δεν είναι φυσικά δυνατό να παρουσιαστεί ολόκληρη η αντιπαράθεση της εποχής. Η ολοκληρωμένη προσέγγιση της εξέλιξης της στρατηγικής επεξεργασίας του Διεθνούς Κομμουνιστικού Κινήματος είναι ξεχωριστό αντικείμενο μελέτης και απαιτεί συλλογική επεξεργασία.

Αυτό που μπορεί ωστόσο να γίνει είναι να παρουσιαστούν κάποια βασικά στοιχεία που αφορούν τη σχέση των στρατηγικών επεξεργασιών της περιόδου την οποία επικαλούνται οι δύο ιστοσελίδες και των σημερινών «μεταβατικών» τους επεξεργασιών.

Ας δούμε όμως κάποιες ενδεικτικές αναφορές του Λένιν από τα παραπάνω άρθρα. Το Σεπτέμβρη του 1917, σε συνθήκες ερήμωσης και διεύρυνσης της εξαθλίωσης ως συνέπεια του ιμπεριαλιστικού πολέμου, αλλά και ένοπλης παρέμβασης των εργατών και των στρατιωτών στις εξελίξεις μέσω των Σοβιέτ, ο Λένιν εκτιμά ότι: «… το βασικό και κύριο μέτρο πάλης, το μέτρο αποτροπής της καταστροφής και της πείνας […] είναι: ο έλεγχος, η επίβλεψη, η καταγραφή, η ρύθμιση από το κράτος, ο καθορισμός μιας σωστής κατανομής των εργατικών δυνάμεων στην παραγωγή και τη διανομή των προϊόντων, η φειδώ στις λαϊκές δυνάμεις, η αποφυγή κάθε σπατάλης δυνάμεων, η οικονομία αυτών των δυνάμεων».

Έτσι προτείνει μια σειρά μέτρων προς αυτή την κατεύθυνση, όπως εθνικοποίηση και συνένωση των τραπεζών, εθνικοποίηση των μεγαλύτερων μονοπωλιακών ενώσεων, κατάργηση του εμπορικού απορρήτου, υποχρεωτική οργάνωση σε ενώσεις των βιομηχάνων, των εμπόρων και των επιχειρηματικών γενικά, αναγκαστική συνένωση του πληθυσμού σε καταναλωτικούς συνεταιρισμούς.

Όσον αφορά τη σχέση μεταξύ του μεταβατικού προγράμματος και του μίνιμουμ και μάξιμουμ προγράμματος, υπάρχουν και διατυπώσεις όπως οι εξής: «Μ’ αυτήν την έννοια δώσαμε το πρόγραμμα των μεταβατικών μέτρων προς το σοσιαλισμό […] Πρέπει να πραγματοποιήσουμε πρώτα τα μεταβατικά μέτρα προς το σοσιαλισμό, να οδηγήσουμε την επανάστασή μας ως τη νίκη της παγκόσμιας σοσιαλιστικής επανάστασης και ύστερα πια, «γυρίζοντας από τον πόλεμο», μπορούμε και πρέπει να πετάξουμε το πρόγραμμα-μίνιμουμ σαν αχρείαστο πια».

Πριν παρουσιάσουμε το περιβάλλον στο οποίο γράφτηκαν οι παραπάνω διατυπώσεις, πρέπει να πούμε ότι υπάρχουν βασικές θέσεις του Λένιν, τις οποίες «ξεχνάνε» οι συγκεκριμένες οπορτουνιστικές ομάδες και όλα τα άλλα μορφώματα που υιοθετούν το σχήμα που συνεπάγεται το μεταβατικό πρόγραμμα. Καταρχάς υπάρχουν οι θέσεις του Λένιν στο καθαυτό έργο του για την ανάγκη επαναστατικού τσακίσματος του αστικού κράτους, στο «Κράτος και Επανάσταση», οι οποίες σαφώς περνάνε σε δεύτερη μοίρα στην αρθρογραφία των ομάδων αυτών. Υπάρχουν όμως και πιο συγκεκριμένες διατυπώσεις για τα παραπάνω. Για παράδειγμα, μέσω των Θέσεων του 2ου Συνεδρίου της ΚΔ (καλοκαίρι 1920), που έλαβε χώρα σε συνθήκες στερέωσης της αστικής εξουσίας σε μια σειρά χώρες μετά από το πρώτο μεγάλο επαναστατικό κύμα της περιόδου 1918-1919, ο Λένιν (ο οποίος τις έγραψε) προσπαθεί να αποκωδικοποιήσει τα προβλήματα που δημιούργησε στα επαναστατικά κόμματα η εφαρμογή των μίνιμουμ και μάξιμουμ προγραμμάτων. Πιο συγκεκριμένα εκεί αναφέρεται: «Χάρη στην αδιάκοπη αύξηση των παραγωγικών δυνάμεων και στην επέκταση του επιπέδου της καπιταλιστικής εκμετάλλευσης, ο καπιταλισμός στερεώθηκε πάρα πολύ· το ίδιο έγινε και για τα κοινοβουλευτικά κράτη. Απ’ αυτό προέρχονται η προσαρμογή της κοινοβουλευτικής τακτική των σοσιαλιστικών κομμάτων προς τη νομοθετική δράση των αστικών Κοινοβουλίων, η διαρκώς αυξανόμενη σημασία του αγώνα για την εισαγωγή μεταρρυθμίσεων μέσα στο περιθώριο του καπιταλισμού, η επικράτηση του λεγόμενου «μίνιμουμ» προγράμματος των σοσιαλιστικών κομμάτων και η χρησιμοποίηση ενός «μάξιμουμ» προγράμματος που απέβλεπε σε έναν απομακρυσμένο «τελικό σκοπό». Πάνω σε αυτή τη βάση αναπτύχθηκαν έπειτα τα συμπτώματα του κοινοβουλευτικού ανταγωνισμού, τη διαφθοράς, της φανερής ή κρυφής προδοσίας των πιο στοιχειωδών συμφερόντων της εργατικής τάξης».

Επίσης, όσον αφορά τον εργατικό έλεγχο, ο Λένιν σημειώνει τον Οκτώβρη του 1917, λίγες μέρες πριν την επανάσταση: «Όταν εμείς λέμε «εργατικός έλεγχος», βάζοντας αυτό το σύνθημα πάντα δίπλα στη δικτατορία του προλεταριάτου, πάντα ύστερα από αυτήν, τότε μ’ αυτό διευκρινίζουμε για τι λογής κράτος γίνεται λόγος. Το κράτος είναι το όργανο κυριαρχίας μιας τάξης».

Τι ισχύει άραγε; Ποια είναι η πραγματική εκτίμηση του Λένιν για το μίνιμουμ και το μάξιμουμ πρόγραμμα;

Είναι φανερό ότι από τα ξεκομμένα «τσιτάτα» δεν μπορούν να απαντηθούν τα παραπάνω ερωτήματα. Και δεν μπορούν να απαντηθούν, γιατί τα αποσπάσματα δεν αναδεικνύουν από μόνα τους τις συνθήκες στις οποίες διατυπώθηκαν, την αντιπαράθεση στην οποία ενεπλάκησαν, τα ερωτήματα που έθετε κάθε φορά η ζωή στους επαναστάτες.

Οι σημερινοί οπορτουνιστές δεν «μπαίνουν στον κόπο» να μελετήσουν τη σκέψη του επαναστατικού κινήματος και των ηγετών του σε συνάρτηση με τα παραπάνω. Αντίθετα, προσπαθούν να προσδώσουν λενινιστικό «επίχρισμα» στις δικές τους επεξεργασίες επιλέγοντας τα «τσιτάτα» που τους ταιριάζουν, αποκόβοντάς τα τόσο από τις συνθήκες στις οποίες διατυπώθηκαν όσο και από την αντιπαράθεση στο πλαίσιο της οποίας αξιοποιήθηκαν, αποκρύπτοντας άλλα «τσιτάτα» τα οποία δεν τους κάνουν. Τις ίδιες λαθροχειρίες διαπράττουν από κοινού με στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ και στο ζήτημα της Ιστορίας τόσο του ΚΚΕ όσο και του Διεθνούς Κομμουνιστικού Κινήματος.

Πριν συνεχίσουμε, υπενθυμίζουμε τι απαντούσε ο ίδιος ο Λένιν σε αντίστοιχες πρακτικές της εποχής του: «Όλο το πνεύμα του μαρξισμού, όλο το σύστημά του απαιτεί να εξετάζουμε την κάθε θέση μόνο α) ιστορικά, β) μόνο σε σύνδεση με άλλες θέσεις, γ) μόνο σε σύνδεση με τη συγκεκριμένη πείρα της Ιστορίας.

Από τη νίκη της αστικής επανάστασης του Φλεβάρη και το σχηματισμό της πρώτης αστικής Προσωρινής Κυβέρνησης μέχρι το ξέσπασμα της Οκτωβριανής Σοσιαλιστικής Επανάστασης στη Ρωσία υπήρχε αυτό που χαρακτήριζε ο Λένιν ως δυαδική εξουσία, μια πρόσκαιρη ισορροπία δυνάμεων ανάμεσα στην κυβέρνηση της αστικής τάξης και τα Σοβιέτ (συμβούλια αντιπροσώπων) των εργατών, αγροτών και στρατιωτών, στα οποία υπάγονταν ένοπλες εργοστασιακές φρουρές, αλλά και ολόκληρα στρατιωτικά τμήματα.

Ο Λένιν χαρακτήριζε ως εξής την κατάσταση που είχε διαμορφωθεί: «Η πιο αξιοσημείωτη ιδιομορφία της επανάστασής μας βρίσκεται στο ότι δημιούργησε μια δυαδική εξουσία […] Πλάι στην Προσωρινή Κυβέρνηση, αδύνατη ακόμα, εμβρυακή, μα που ωστόσο υπάρχει αναμφισβήτητα στην πραγματικότητα και αναπτύσσεται: Τα Σοβιέτ των εργατών και των στρατιωτών βουλευτών […] Ποιος είναι ο πολιτικός χαρακτήρας αυτής της κυβέρνησης; Είναι μια επαναστατική δικτατορία, δηλαδή εξουσία που στηρίζεται στην επαναστατική κατάληψη, στην άμεση πρωτοβουλία των λαϊκών μαζών από τα κάτω, και όχι στο νόμο που έχει εκδώσει μια συγκεντρωτική κρατική εξουσία».

Πέρα από την αδυναμία του αστικού κράτους να επιβάλει πλήρως την ταξική του θέληση, η κατάσταση περιπλεκόταν για τους μπολσεβίκους από το γεγονός ότι στα ένοπλα σοβιέτ δεν κυριαρχούσαν οι ίδιοι, αλλά οι οπορτουνιστικές δυνάμεις των μενσεβίκων και των λεγόμενων εσέρων (σοσιαλιαστές-επαναστάτες. Ταυτόχρονα βέβαια η πείνα και η καταστροφή απαιτούσαν συγκεκριμένες κινήσεις από τους ένοπλους εργάτες για την αντιμετώπισή τους. Και όλα αυτά σε συνθήκες όπου οι πλατιές μάζες των εργαζομένων θεωρούσαν την αστική κυβέρνηση ως επαναστατική και η ίδια αυτοχαρακτηριζόταν ως τέτοια.

Έτσι, συνοπτικά μπορούμε να πούμε ότι η ζωή έθετε στο Λένιν και τους μπολσεβίκους το εξής ερώτημα: Τι να προτείνουν στα ένοπλα Σοβιέτ να κάνουν σε συνθήκες που τα Σοβιέτ είχαν αντικειμενικά μέρος της εξουσίας, αλλά την ίδια στιγμή κυριαρχούσαν σε αυτά τα μικροαστικά στοιχεία και οι μενσεβίκοι; Τι έπρεπε να προτείνουν σε αυτές τις συνθήκες στα ένοπλα Σοβιέτ ώστε και να οργανώσουν την πάλη της επιβίωσης και μέσα από αυτήν την πάλη να καταλάβουν ότι η κυβέρνηση δεν είναι στο πλευρό τους, αλλά απέναντί τους, να καταλάβουν μέσα από την πάλη ότι τα όπλα που είχαν στα χέρια τους έπρεπε να τα στρέψουν απέναντι στην αστική κυβέρνηση;

Σε τέτοιες συνθήκες «ρίχτηκαν» τα συνθήματα του εργατικού ελέγχου (πριν τη νίκη της εργατικής εξουσίας), της κρατικοποίησης και υποχρεωτικής συνένωσης των τραπεζών, της καταγραφής και της ρύθμισης από το κράτος της παραγωγής και της κατανάλωσης κλπ. Σε αυτές τις συνθήκες έκανε ο Λένιν λόγο για έλεγχο, επίβλεψη, καταγραφή, ρύθμιση από το κράτος, για καθορισμό μιας σωστής κατανομής των εργατικών δυνάμεων στην παραγωγή και τη διανομή των προϊόντων, για αποφυγή κάθε σπατάλης δυνάμεων.

Σε αυτές τις συνθήκες διατυπώθηκαν και αιτήματα όπως το εξής: «Οι καπιταλιστές πρέπει να πληρώνουν τους μισθωτούς εργάτες, το υπηρετικό προσωπικό κτλ. για τις μέρες που αφιερώνουν σε κοινωνική υπηρεσία στην πολιτοφυλακή». Αλήθεια, γιατί οι σημερινοί οπορτουνιστές δεν προσθέτουν και αυτό το λενινιστικό αίτημα στη λίστα των μεταβατικών αιτημάτων τους;

Σε αυτές τις συνθήκες κυριαρχίας του οπορτουνισμού στα Σοβιέτ των ένοπλων εργατών εμφανίστηκαν διατυπώσεις σαν τις εξής: «Όχι «εφαρμογή του σοσιαλισμού σαν άμεσο καθήκον μας, αλλά πέρασμα αμέσως μόνο στον έλεγχο της κοινωνικής παραγωγής και της διανομής των προϊόντων από μέρους των Σοβιέτ και των εργατών βουλευτών», καθώς και αναφορές που χαρακτήριζαν τον έλεγχο των τραπεζών, τον υποχρεωτικό συνδικαλισμό των καπιταλιστών και άλλα αντίστοιχα ως «βήματα προς το σοσιαλισμό».

Φυσικά, όπως έχουμε ήδη αναφέρει, υπήρξαν ακόμα και την ίδια περίοδο διατυπώσεις οι οποίες αναφέρουν ότι τέτοια μέτρα έχουν σημασία μόνο όταν λαμβάνονται στο πλαίσιο της δικτατορίας του προλεταριάτου. Οι διατυπώσεις άλλωστε πάντα αντανακλούν, εκτός από τις συνθήκες, και το πού θέλει να δώσει ο συγγραφέας τους βάρος, ποια στοιχεία της επιχειρηματολογία του αντιπάλου ιεραρχεί ότι πρέπει να καταπολεμήσει σε κάθε φάση.

Με λίγα λόγια, αυτές οι συγκεκριμένες διατυπώσεις του Λένιν δεν απαντάνε στο τι πρέπει να απαιτήσει το εργατικό κίνημα σε μη επαναστατικές συνθήκες, σε συνθήκες μακρόχρονης νόμιμης πάλης και ακλόνητης πολιτικής κυριαρχίας της αστικής τάξης και του κράτους της, αλλά στο τι πρέπει να επιβάλουν με τα όπλα τους οι ένοπλοι εργάτες οι οποίοι παλεύουν για την επιβίωση, αλλά δεν έχουν αποφασίσει ακόμα να διεκδικήσουν τη δική τους εξουσία.

Αυτό που γίνεται από τους οπορτουνιστές στην ουσία είναι η μηχανιστική μεταφορά στις σημερινές συνθήκες και η γενίκευση ως πάγιο χαρακτηριστικό της πολιτικής του ΚΚ μιας «λογικής» η οποία αποτελούσε εξειδίκευση σε τελείως διαφορετικές, ιδιαίτερες συνθήκες. Όσον αφορά τη μακροχρόνια ισορροπία δυνάμεων, τη μακροχρόνια κατάσταση «δυαδικής εξουσίας» που προϋποθέτουν και υπονοούν τα Μεταβατικά Προγράμματα, ο Λένιν την απέρριπτε κατηγορηματικά:

«Δε χωράει ούτε η παραμικρή αμφιβολία ότι μια τέτοια «σύμπλεξη» (σ.σ.: της εξουσίας της Προσωρινής Κυβέρνησης και της εξουσίας των Σοβιέτ) δεν μπορεί να κρατήσει πολύ καιρό. Δύο εξουσίας σ’ ένα κράτος δεν μπορεί να υπάρχουν. Η μία από αυτές πρέπει να εκμηδενιστεί».

Από τα παραπάνω αναδεικνύεται ότι ο λογικός πυρήνας του Μεταβατικού Προγράμματος δεν έχει καμία σχέση με τις αντίστοιχες επεξεργασίες του Λένιν. Αντίθετα, αποτελεί σχεδόν αντιγραφή της λογικής του Μεταβατικού Προγράμματος του ιδρυτικού συνεδρίου της λεγόμενης «Τέταρτης Διεθνούς» του Τρότσκι. Εκεί μπαίνει η λογική των προτεινόμενων μεταβατικών μέτρων… σε μη επαναστατικές συνθήκες. Ο Τρότσκι είναι ο μόνος ο οποίος διατύπωσε σε ενιαίο πρόγραμμα τα λεγόμενα μεταβατικά αιτήματα, προβάλλοντας αυτό το πρόγραμμα σε μη επαναστατικές συνθήκες ως όχημα ριζοσπαστικοποίησης της εργατικής ταξικής συνείδησης. Ας δούμε τι έγραφε στην Απόφαση του ιδρυτικού συνεδρίου της λεγόμενης Τέταρτης Διεθνούς: «Πρέπει να βοηθήσουμε τις μάζες, μέσα στο προτσές των καθημερινών αγώνων τους, να βρουν τη γέφυρα που ενώνει τις σημερινές διεκδικήσεις τους με το πρόγραμμα της σοσιαλιστικής επανάστασης. Η γέφυρα αυτή πρέπει να αποτελείται από ένα σύστημα ΜΕΤΑΒΑΤΙΚΩΝ ΔΙΕΚΔΙΚΗΣΕΩΝ, που θα ξεκινούν από τις σημερινές συνθήκες κι από τη σημερινή συνείδηση των πλατιών στρωμάτων της εργατικής τάξη και θα οδηγούν αμετάκλητα σ’ ένα μονάχα και το ίδιο πάντα συμπέρασμα: Την κατάχτηση της εξουσίας από το προλεταριάτο […] Ανάμεσα στο μίνιμουμ και το μάξιμουμ πρόγραμμα (σ.σ.: της παλιάς σοσιαλδημοκρατίας) δεν υπήρχε καμία γέφυρα. Η σοσιαλδημοκρατία δεν είχε την ανάγκη μιας τέτοιας γέφυρας, αφού, για το σοσιαλισμό, μιλούσε μονάχα τις γιορτές […] Το παλιό «μίνιμουμ πρόγραμμα» έχει σταθερά ξεπεραστεί από το ΜΕΤΑΒΑΤΙΚΟ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ που αποσκοπεί στη συστηματική κινητοποίηση των μαζών για την προλεταριακή επανάσταση».

Οι παραπάνω διατυπώσεις υπάρχουν σχεδόν αυτολεξεί σε πολλά κείμενα του «ΕΑ» και της «ΝΣ», της ΑΝΤΑΡΣΥΑ και όλων των υπόλοιπων –τροτσκιστικών και μη- οπαδών των μεταβατικών προγραμμάτων.

 Όσο περισσότερο αναιρούνταν η διάκριση ανάμεσα στις επαναστατικές και τις μη επαναστατικές συνθήκες τόσο περισσότερο προβαλλόταν το αστικό κράτος σε μια μόνιμη κατάσταση αστάθειας και κλονισμού, τόσο περισσότερο φούντωναν τα διάφορα νοητικά σχήματα που κωδικοποιούνταν στα διάφορα Μεταβατικά Προγράμματα. Αυτήν τη δυνατότητα μόνιμης αστάθειας εκφράζουν και οι αναφορές του Τρότσκι στον όρο «προεπαναστατική κατάσταση».

(*Χαρακτηριστικό είναι το εξής απόσπασμα από την ίδια Απόφαση: «Από την στιγμή που η (σ.σ: εργοστασική) επιτροπή κάνει την εμφάνισή της, εγκαθιδρύεται στην πραγματικότητα μια ΔΙΑΡΧΙΑ μέσα στο εργοστάσιο. Από την ίδια της την ουσία, αυτή η διαρχία είναι κατιτί το μεταβατικό, γιατί περικλείει μέσα της δύο ασυμφιλίωτα καθεστώτα: το καπιταλιστικό καθεστώς και το προλεταριακό καθεστώς. Η τεράστια σπουδαιότητα των εργοστασιακών επιτροπών βρίσκεται ακριβώς στο γεγονός ότι αυτές ανοίγουν, αν όχι μια άμεσα επαναστατική περίοδο, τουλάχιστον μια προεπαναστατική περίοδο ανάμεσα στο αστικό και στο προλεταριακό καθεστώς».

Τα σχήματα αυτά αναιρούσαν τα διαφορετικά καθήκοντα που απέρρεαν για τα ΚΚ σε συνθήκες σταθερότητας ή κλονισμού της αστικής εξουσίας.


Από τα παραπάνω είναι καθαρό ότι η λογική του Μεταβατικού Προγράμματος ως συνεκτικού πλαισίου πάλης, ως συνολικής πολιτικής πρόταση σε μη επαναστατικές συνθήκες, δεν απορρέει σε καμία περίπτωση από τις επεξεργασίες του Λένιν, αλλά αποτελεί το λογικό πυρήνα του τροτσκιστικού προγράμματος του 1938.

Δευτέρα 23 Ιουνίου 2014

Θεωρητική ανατομία του αριστερισμού

Εν αρχή ην το άτομο. Κι αμέσως μετά άρχισε να διασπάται και να πολλαπλασιάζεται σαν αμοιβάδα. Έτσι περίπου έγινε και με τον χώρο του εξωκοινοβουλίου, με τη διαφορά ότι η κοινή, αρχική μήτρα όλων των οργανώσεων ήταν το κόμμα κι οι κατά καιρούς διάφορες ιστορικές διασπάσεις του. Για να αποκρυπτογραφήσει κανείς λοιπόν το γενετικό υλικό αυτού του χώρου, πρέπει να μελετήσει αυτές τις διασπάσεις και τον χαρακτήρα τους. Κι αν από αυτές προκύπτουν κοινές πολιτικές ρίζες, πρόγονοι κι αναφορές με το κόμμα, υπάρχει και το αντεπιχείρημα πως το dna του ανθρώπου και του χιμπατζή είναι ίδια κατά 99%, αλλά είναι το υπόλοιπο 1% που κάνει τη διαφορά. Και αυτό εξηγεί την επιμονή κάθε οργάνωσης σε θέσεις πολιτικής καθαρότητας απέναντι στα άλλα ανθρωποειδή και τις μαϊμούδες απομιμήσεις της κομμουνιστικής φυσιογνωμίας (όπως την αντιλαμβάνεται ο καθένας τουλάχιστον).

Ο πρώτος βασικός διαχωρισμός στις γραμμές του κομμουνιστικού κινήματος, που καθορίζει και τη φυσιογνωμία του σύγχρονου εξωκοινοβουλευτικού χώρου, έρχεται με την εμφάνιση του τροτσκισμού στο μεσοπόλεμο. Η πρωτότυπη ιδιαιτερότητα αυτού του ρεύματος είναι ότι δέχεται να προσδιορίζεται από το όνομα και τις ιδέες του αρχηγού του, σε αντίθεση με το «αντίπαλο δέος» των (κατ’ αυτούς) σταλινικών, που είτε θεωρούν αντιεπιστημονικό τον όρο, είτε προσδιορίζονται με άλλο τρόπο, πχ μαρξιστές-λενινιστές και με έμφαση στην παύλα που τα συνδέει· και η οποία συνεχιζόταν κάποτε και με άλλες παυλίτσες (-σταλινικοί-ζαχαριαδικοί), αλλά αυτό προσδιόριζε στο σύνολό τους τους κομμουνιστές κι όχι κάποιο ιδιαίτερο ρεύμα.

Κι η βασική ιδιαιτερότητα του ελληνικού τροτσκισμού είναι πως δεν προέκυψε από κάποιες μαζικές «σταλινικές εκκαθαρίσεις» στο κόμμα, αλλά μάλλον από άτομα και ομάδες που συνάντησαν στην πορεία τον τροτσκισμό, δίνοντας θεωρητικό υπόβαθρο στις διαφωνίες και την αποχώρησή τους. Παρομοίως και ο μ-λ χώρος δεν προέκυψε από κάποια μαζική διάσπαση του κόμματος, αλλά ως παρακλάδι κάποιων διαγραμμένων ζαχαριαδικών της τασκένδης (χωρίς όμως τη σύμφωνη γνώμη του ίδιου του ζαχαριάδη).

Όσοι θεωρούν ξεπερασμένη κι αναχρονιστική τη διαπάλη και τη θεωρητική διαπάλη που ξεδιπλώθηκε πάνω σε ζητήματα επαναστατικής τακτικής και στρατηγικής στον καπιταλιστικό κόσμο και σοσιαλιστικής οικοδόμησης, είναι καταδικασμένοι να σκοντάψουν στους ίδιους ακριβώς κόμβους : μέτωπα, συμμαχίες, χαρακτήρας της επανάστασης, κτλ. Και αυτό ακριβώς συμβαίνει εν μέρει και σήμερα, όπου μπορεί να μην μπαίνουν μπροστά μας καθήκοντα και θεωρητικά προβλήματα για την οικοδόμηση του σοσιαλισμού σε μία ή περισσότερες χώρες, αλλά οι πολιτικές αναλύσεις του χώρου δανείζονται αρκετά στοιχεία από αυτά τα ρεύματα και τη μεταξύ τους διαμάχη. Γράφω για ρεύματα κι όχι για τους «ιδρυτές» τους ή τις ηγετικές φυσιογνωμίες στις οποίες αναφέρονται, γιατί είναι ζήτημα αν οι διάφοροι «επίγονοι» εκφράζουν πιστά κι ενιαία το πνεύμα τους και κατά πόσο μπορούν να συγκριθούν μαζί τους, λειτουργώντας σε τελείως διαφορετικό ιστορικό πλαίσιο.

Σε κάθε περίπτωση, ο πολιτικός λόγος της ποικιλώνυμης αριστεράς (ριζοσπαστικής, επαναστατικής ή του γλυκού νερού) έχει σήμερα σαφείς επιρροές από το μεταβατικό πρόγραμμα της τέταρτης διεθνούς και των τροτσκιστών, διατυπώνει στόχους γύρω από το νόμισμα και το χρέος, δανείζεται αυτούσια αιτήματα από το αρχικό πρόγραμμα του 36’, όπως την κρατικοποίηση των τραπεζών, και διαμορφώνει ένα μεταβατικό πρόγραμμα εξόδου από την κρίση, με θεωρητικό στόχο να γεφυρώσει το ζοφερό παρόν, όπου δεν υπάρχει επαναστατική κατάσταση με τη μελλοντική προοπτική ενός ριζικού επαναστατικού μετασχηματισμού. Στη.. μεταβατικότητα αυτή μάλιστα διακρίνονται διάφορες διαβαθμίσεις και ταχύτητες με τους μεταβατικούς στόχους ενός τμήματος της ανταρσύα πχ να θεωρούνται από άλλα μαξιμαλιστικοί ή σεχταριστικοί, γιατί στενεύουν το πλαίσιο της μετωπικής συμφωνίας· σε διάκριση με το μεταβατικό ρεφορμισμό του σύριζα, που ζητάει ένα εύλογο μεταβατικό διάστημα, προκειμένου να προωθήσει πιο ενεργά αυτή τη μετάβαση (σε ένα αδιόρατο κι ασαφές μεταμνημονιακό τοπίο). Της μετάβασης το κιγκλίδωμα..

Τα παραπάνω θυμίζουν κάπως και το σχήμα της διαρκούς επανάστασης (που έλκει την καταγωγή του από τους κλασικούς, αλλά επανανοηματοδοτήθηκε από τον τρότσκι) που ξεκινούσε ως αστική αλλά εξελισσόταν συνεχώς και βάθαινε στην πορεία τον χαρακτήρα της. Σήμερα βέβαια μπορεί να μην μπαίνει ως καθήκον μπροστά μας ο αστικοδημοκρατικός εκσυγχρονισμός της ελληνικής κοινωνίας, μέσω μιας αστικής αρχικά (στη μορφή και το περιεχόμενο) επανάστασης που θα μετεξελιχθεί στη συνέχεια, αλλά το σχήμα αναπροσαρμόζεται και κινείται από μια μη επαναστατική μορφή και κατάσταση (πχ αντικαπιταλιστική ανατροπή) σε μια επαναστατική κίνηση-εκδήλωση, μέσω συνεχών τομών και ρήξεων, σε ένα ιδιότυπο στιλ «διαρκούς μη επανάστασης με επαναστατικά χαρακτηριστικά».

Η τροτσκιστική ηγεμονία στο πρακτικό κομμάτι συμπληρώνεται διαλεκτικά (;) από τη θεωρητική ανάλυση για τη θέση της χώρας στο διεθνές ιμπεριαλιστικό σύστημα, που προσεγγίζει τον πολιτικό λόγο του μ-λ ρεύματος για τον υποτελή κι εξαρτημένο ελληνικό καπιταλισμό –λογική που διατρέχει κι ένα κομμάτι του αριστερού κυβερνητισμού του σύριζα. Μπορεί οι διατυπώσεις στις προγραμματικές επεξεργασίες και τα επίσημα ντοκουμέντα να μην αλλάζουν ουσιαστικά, παράλληλα όμως η εκτίμηση για την υποβάθμιση της διεθνούς θέσης του ελληνικού καπιταλισμού συνοδεύεται με θέσεις περί κατοχής, υποτελών κυβερνήσεων, χούντας του δντ και της τρόικας, νέα μορφή εκδήλωσης του εθνικού ζητήματος, διάκριση «μητρόπολης-περιφέρειας» στην εε, κτλ.

Η κάθε θεωρητική ανάλυση βέβαια υπαγορεύει συγκεκριμένα πρακτικά καθήκοντα (με αντι-ιμπεριαλιστικό ή αντικαπιταλιστικό πρόσημο). Το πιο σημαντικό λοιπόν σε αυτή την εκρηκτική μίξη είναι το σπάσιμο αυτής της λογικής αλληλουχίας και το επιλεκτικό πάντρεμα των πιο ετερόκλητων στοιχείων από το θεωρητικό μπουφέ των διαφόρων πολιτικών ρευμάτων, που μόνο στη διαλεκτική τους υπέρβαση δεν οδηγεί. Χαρακτηριστική αυτής της ιδεολογικής σύγχυσης είναι και η πολεμική που ασκείται ενάντια στο κκε, πότε για επιστροφή στο σταλινισμό –sic- και την τρίτη περίοδο του σοσιαλφασισμού και πότε για τροτσκιστική παρέκκλιση, επειδή βλέπει κριτικά την ιστορική πείρα των λαϊκών μετώπων.


Μένει βέβαια να δούμε αν οι πολιτικές διαφορές αυτών των ρευμάτων, μπορούν να θεωρηθούν όντως ξεπερασμένες ή αν έχουν να προσφέρουν κάτι στη σημερινή συγκυρία, έξω από το ιστορικό πλαίσιο στο οποίο εκδηλώθηκαν, καθώς και να απαντήσουμε στο «προβοκατόρικο» ερώτημα αν υπάρχουν στρατηγικές ομοιότητες μεταξύ του μεταβατικού προγράμματος και της τακτικής των λαϊκών μετώπων, με το λαοκρατικό στάδιο που φαίνεται να εισχώρησε σε ορισμένες περιπτώσεις κατά την εφαρμογή της. Όπως επίσης να δούμε την επίδραση που άσκησε περισσότερο στο εποικοδόμημα και την κουλτούρα του εξωκοινοβουλίου ο μάης του 68’, η νέα αριστερά και η διάσπαση του ευρωκομμουνιστικού ρεύματος. Όλα αυτά όμως θα ήταν αντικείμενα προσεχών αναρτήσεων.