Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα υπαρκτός σοσιαλισμός. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα υπαρκτός σοσιαλισμός. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 16 Αυγούστου 2017

Citius, altius, fortius

Ο Ροσμέρ λέει κάπου στο βιβλίο του (για τη Μόσχα του Λένιν και βασικά για την παρουσία του στα πρώτα βήματα της Κομιντέρν και της Προφιντέρν) ότι δεν μπορείς να κάνεις ουσιαστική κριτική σε μια επανάσταση αν δεν την συμπαθείς και δεν είσαι θετικά διακείμενος προς αυτήν. Κι έχει δίκιο σε μεγάλο βαθμό. Με την ίδια έννοια -θα έλεγα- που η Αλέκα είχε πει πως ο διάλογος έχει νόημα μεταξύ ατόμων που συμφωνούν μεταξύ τους, τουλάχιστον στα βασικά.

Αντίστοιχα, πιστεύω πως η κριτική στον αθλητισμό και τα κακώς κείμενα του χώρου έχει πραγματική αξία μόνο όταν προέρχεται από άτομα που τον αγαπούν πραγματικά και πληγώνονται όταν βλέπουν την παιδική τους αγάπη να φθείρεται και να ξοδεύεται σε παράγοντες, "προεδράρες", στοιχήματα, στησίματα, διαιτησίες, αναβολικά, τη σκοπιμότητα του αποτελέσματος με κάθε πιθανό -θεμιτό ή αθέμιτο- μέσο, που γίνεται αυτοσκοπός και νοθεύει το παιχνίδι και την παιδική αθωότητα που το περιβάλλει ή μάλλον βρίσκεται στον πυρήνα. Γιατί το παιχνίδι έχει την ίδια ετυμολογική ρίζα με το παιδί, κι η αγάπη για αυτό είναι πάντα μια μορφή ανεμελιάς κι ώριμου παλιμπαιδισμού.

Αν όμως η κριτική προέρχεται από ορκισμένους επικριτές, θα βγάζει απλώς την ξινίλα κάποιων διανοούμενων, που δεν αγάπησαν ποτέ το παιχνίδι -ούτε καν ως παιδιά πιθανότατα- και την άθληση και το εκδικούνται αναδρομικά. Κι αυτό δεν είναι προβληματικό μόνο για την προσωπικότητά τους, που δεν είναι σφαιρικά συγκροτημένη κι ολοκληρωμένη (νους υγιής εν σώματι υγιεί) αλλά και για τη μονομέρεια της σκέψης τους, που φλερτάρει ανοιχτά με την εμπάθεια.

Στον αντίποδα, υπάρχουν κάποιοι που πιστεύουν πως είναι -κατά Γκράμσι- οργανικοί διανοούμενοι της εργατικής τάξης και του λαού, επειδή παθιάζονται με το κατεξοχήν λαϊκό άθλημα, το ποδόσφαιρο. Το θεοποιούν και το βλέπουν ως θρησκεία χωρίς απίστους, στους οποίους κηρύσσουν πόλεμο. Θεωρούν πως το ποδόσφαιρο τους έμαθε ό,τι γνωρίζουν περί ηθικής, αγνοώντας (;) πως είναι καθρέφτης, που αντανακλά κοινωνικές τάσεις, και μπορεί κατά περίπτωση, ανάλογα και με τις συνθήκες, να καλλιεργήσει και να διδάξει τον ατομισμό, την πλεονεξία και την πάση θυσία νίκη, ως απόλυτη αξία. Αλλά την πατάνε γιατί η συμπεριφορά τους στο γήπεδο είναι πιστός καθρέφτης του χαρακτήρα μας, βγάζοντας στην επιφάνεια τα καλύτερα και τα χειρότερα στοιχεία μας. Αλλά όταν κάποιος δε δίνει πάσα ούτε από το δεξί στο αριστερό, εκθέτει ανεπανόρθωτα τον εαυτό του και το υπερτροφικό του εγώ -σαν ένας Κριστιάνο Ρονάλντο της αριστεράς.

(Παρεμπιπτόντως, ο Μέσι στο Μπερναμπέου έδειξε απλά τη φανέλα -τη δική του και της ομάδας του. Ενώ ο Κριστιάνο έψαχνε απλώς αφορμή να επιδείξει τους κοιλιακούς του και να αποδείξει πως η -απο-μίμηση είναι στοιχείο του ειλικρινούς θαυμασμού του προς κάτι ανώτερο).

Δεν ξέρω όμως τι φίλαθλος μπορεί να θεωρείται κανείς, αν δεν τον συγκινεί ο κλασικός αθλητισμός. Είναι -τηρουμένων των αναλογιών- σα να δηλώνει κομμουνιστής, αλλά να μην του λένε τίποτα οι κλασικοί του μαρξισμού και το έργο τους. Κάτι που δεν απαλλάσσει φυσικά τον κλασικό αθλητισμό από τις αντιφάσεις του.

Από μια άποψη, ο στίβος είναι η οργανωμένη μετεξέλιξη της αυθόρμητης συνήθειας-ανάγκης των παιδιών να παραβγούν μεταξύ τους, που από μόνη της δεν σημαίνει απαραίτητα ανταγωνισμό, αλλά μια μορφή άμιλλας. Ποιος τρέχει πιο γρήγορα, πηδάει πιο μακριά ή πιο ψηλά. Και είναι δύσκολο -για μένα τουλάχιστον- να μείνει κανείς ασυγκίνητος, βλέποντας τους αθλητές να φτάνουν τα όριά τους και να προσπαθούν να τα υπερβούν, σε μια μάχη ενάντια στον εαυτό τους πρωτίστως.

Από την άλλη, αυτά τα χωρίζει μια πολύ λεπτή διαχωριστική γραμμή από το τρίπτυχο "citius, altius, fortius", που είναι η βάση του σύγχρονου επαγγελματικού αθλητισμού κι η αθλητική εκδοχή του κυνηγιού της ολοένα μεγαλύτερης παραγωγικότητας. Αν η καπιταλιστική αγορά είναι μια ζούγκλα, όπου επικρατεί ο νόμος του ισχυρού και όλα επιτρέπονται, στο στίβο τα ρεκόρ, οι επιδόσεις και τα μετάλλια δε συνδέονται μόνο με αγκωνιές και υπόγεια σπρωξίματα, αλλά και με την υπόγεια ώθηση που μπορούν να δώσουν στους αθλητές τα αναβολικά κι άλλες μικρές απάτες, πάντα στα πλαίσια του ευ αγωνίζεσθαι, που είναι κάτι σαν τα ευχολόγια για τους κανόνες της "εύρωστης, αυτορυθμιζόμενης αγοράς". Ενώ η κούρσα του ντόπινγκ με το αντιντόπινγκ κοντρόλ, όπου το πρώτο βρίσκεται πάντοτε ένα βήμα μπροστά, θυμίζει κάπως το παράδοξο του Αχιλλέα, που όλο τρέχει και δε φτάνει ποτέ τη χελώνα (με τη διαφορά πως εδώ δεν υπάρχει τίποτα παράδοξο, αλλά μια σειρά λογικές αιτίες) ή τους φορολογικούς ελέγχους, που πιάνουν μόνο τα μικρότερα ψάρια.

Μπορεί κανείς να βλέπει ανέμελος αγώνες στίβου (και όχι μόνο), να ενθουσιάζεται ειλικρινά με τις προσπάθειες των αθλητών, όταν ξέρει ότι όλα αυτά βασίζονται σε ένα ψέμα που έχει κοντά ποδάρια; Ή μήπως έχει βάση το ξέσπασμα του Γιουσέιν Μπολτ, όταν μια δημοσιογράφος υπαινίχθηκε πως οι χαμηλότεροι χρόνοι στη φετινή κούρσα της μιας ανάσας οφείλονται στους αυστηρότερους ελέγχους; Σημαντική λεπτομέρεια: από τους τριάντα ταχύτερους χρόνους στην ιστορία του αγωνίσματος, οι 21 ανήκουν σε αθλητές που κάπως-κάπου-κάποτε έχουν εμπλακεί σε υπόθεση ντοπαρίσματος. Οι άλλοι εννιά ανήκουν σε έναν και μόνο καθαρό (;) αθλητή, που ονομάζεται Γιουσέιν Μπολτ.

Δεν είναι αυταπάτη όμως να πιστεύει κανείς πως μπορεί να υπάρχει κάτι αγνό και καθαρό σε κορυφαίο επίπεδο, που μένει αμόλυντο από τη γενική σήψη και τον καπιταλιστικό περίγυρο; Ούτε καν ο σοσιαλισμός δεν είχε μείνει ανεπηρέαστος από τον ανταγωνισμό με το καπιταλιστικό μπλοκ, υιοθετώντας στην περίπτωση της ΓΛΔ την... επιστημονική υποστήριξη των επιδόσεων των αθλητών της με φάρμακα και αναβολικές ουσίες. Αλλά αν αυτό είναι το αθλητικό αντίστοιχο της υιοθέτησης καπιταλιστικών συνταγών στη σοσιαλιστική οικονομία (αφού η βάση καθορίζει το εποικοδόμημα), δεν μπορεί ωστόσο να κρύψει τη βάση του πραγματικά μαζικού και λαϊκού αθλητισμού, στην οποία πάτησαν αυτές οι επιτυχίες και η ανάδειξη κορυφαίων, μοναδικών ταλέντων.

Ξαναγυρνάμε στο σημείο από όπου ξεκινήσαμε. Δικαίωμα κριτικής (ή πολεμικής) έχουν όλοι, αλλά η κριτική αυτών που αγαπάνε το χώρο έχει ειδικό βάρος. Η δική μας προσέγγιση δεν μπορεί να είναι μια αφ' υψηλού κριτική κι απόρριψη, αλλά να αγκαλιάζει τους φιλάθλους, ό,τι υγιές υπάρχει σε αυτό το χώρο, και να το συσπειρώσει. Να πιάσει την οργή του για αυτά που γίνονται, το όραμά του για το πώς θα μπορούσαν να γίνουν, τις ευαισθησίες του, την όρεξή του να δράσει, και να το κάνει κομμάτι (ρυάκι που λέγαμε παλιά) της συμμαχίας που θέλουμε να φτιάξουμε. Προφανώς αυτό δεν είναι τόσο εύκολο να το κάνεις, πόσο μάλλον όταν υπάρχει μια ντεμέκ προοδευτική τάση που εξυμνεί κι εξαίρει την οπαδική κουλτούρα (συνδέσμους ultras, κτλ), χωρίς διάθεση να πιάσει το θετικό τους πυρήνα για να επιδράσει και να ανεβάσει το επίπεδο της παρέμβασής τους. Αλλά η δική μας απουσία από αυτόν το χώρο (όπου συχνά εκκολάπτεται και το αυγό του φιδιού, πατώντας στο κενό που αφήνουμε εμείς) είναι δείγμα αδυναμίας, ότι δεν είμαστε (ακόμα) όσο δυνατοί θέλουμε, και δε χρειάζεται να την βαφτίζουμε συνειδητή επιλογή.

Τετάρτη 15 Μαρτίου 2017

Η σκέψη του Τσε κι η Κούβα σήμερα

Τις προάλλες είχα αντιγράψει ένα απόσπασμα από έναν παλιό λόγο του Φιντέλ, σημειώνοντας πως δεν είχε άμεσες προεκτάσεις στη σημερινή συγκυρία.
Σήμερα η κε του μπλοκ αντιγράφει κι αναδημοσιεύει από την ίδια συλλογή ομιλιών και συνεντεύξεων (ο Φιντέλ Κάστρο μιλάει για τον Τσε, εκδόσεις Μαλλιάρη) ένα άλλο απόσπασμα που έχει όμως άμεσες προεκτάσεις στη σημερινή συγκυρία.

Είναι από μια συνέντευξη του Φιντέλ στο Νικαραγουανό Τόμας Μπόρχε, το (κάθε άλλο παρά) σωτήριο έτος 1992, αμέσως μετά την επικράτηση της αντεπανάστασης στην Ευρώπη και διεθνώς, όπου ο Κάστρο επιχειρεί να εξηγήσει γιατί είναι επίκαιρη η σκέψη του Τσε Γκεβάρα και με ποιον τρόπο συνδέεται με τις εξελίξεις στο σοσιαλιστικό στρατόπεδο, βοηθώντας μας να τις ερμηνεύσουμε.
Τα σχόλιά του είναι πολύ εύστοχα κι αξίζει να διαβαστούν από τη σκοπιά της σημερινής συγκυρίας, και της κρίσιμης καμπής στην οποία βρίσκεται η επανάσταση στην Κούβα.


Ανέκαθεν εμείς οι Κουβανοί δίναμε ιδιαίτερη σημασία στον τρόπο σκέψης του Τσε. Εγώ ο ίδιος, μάλιστα, δεν έπαψα ποτέ να έχω έντονη στο μυαλό μου τη σκέψη του, από τότε που αρχίσαμε τη διαδικασία της αποκατάστασης, πολύ πριν εμφανιστούν όλα αυτά τα προβλήματα στους κόλπους του σοσιαλιστικού στρατοπέδου και πολύ πριν εμφανιστεί στον ορίζοντα η περεστρόικα. Θυμάμαι ότι σε μία επέτειο του θανάτου του Τσε -νομίζω πως ήταν η 20ή επέτειος- αναφέρθηκα εκτενώς στον Τσε και σε όλα αυτά τα θέματα.

Ο θαυμασμός και το αίσθημα συντροφικότητάς μου για τον Τσε έχουν αυξηθεί, βλέποντας όλα αυτά που συνέβησαν στο σοσιαλιστικό στρατόπεδο, καθώς ήταν κατηγορηματικά αντίθετος με τη χρήση καπιταλιστικών μεθόδων στην οικοδόμηση του σοσιαλισμού. Ένας από τους συντρόφους μας, ένας οικονομολόγος, συγκέντρωσε όλες τις ιδέες που είχε παρουσιάσει ο Τσε γύρω από το θέμα αυτό, στα γραπτά και τις ομιλίες του, τις συνέλεξε και τις ταξινόμησε. Η αξία τους είναι τεράστια, και πρέπει να γίνουν αντικείμενο μελέτης, γιατί πιστεύω ότι η χρήση αυτών των καπιταλιστικών μεθόδων και αντιλήψεων επέφερε την αποξένωση στους κόλπους των σοσιαλιστικών χωρών.

Με ρωτήσατε για πιο λόγο απέτυχε ο σοσιαλισμός στις χώρες αυτές.
Πιστεύω ότι ο Τσε ήταν προικισμένος με μία προφητική ματιά όταν, ήδη από τα πρώτα χρόνια της δεκαετία τους 1960, διέβλεψε όλα τα μειονεκτήματα και τις επιπτώσεις της μεθόδου οικοδόμησης του σοσιαλισμού που εφαρμοζόταν στην Ανατολική Ευρώπη.

Είχε πει ότι δεν υπήρχε λόγος να καταφύγουμε σε αυτές τις μεθόδους και σε αυτή την καπιταλιστική φιλοσοφία. Σε κάποια χρονική στιγμή, αρχίσαμε να χρησιμοποιούμε τον οικονομικό σχεδιασμό και τις μεθόδους διαχείρισης που είχαμε αντιγράψει από τη σοσιαλιστική εμπειρία της Ευρώπης. Οι αντιλήψεις αυτές είχαν αρχίσει να επικρατούν, εξαιτίας του τεράστιου γοήτρου που είχε η Σοβιετική Ένωση και άλλες σοσιαλιστικές χώρες στην Κούβα και εξαιτίας των ιδεολογικών σφαλμάτων που κάναμε τα πρώτα χρόνια της επανάστασης. Όλα αυτά καλλιέργησαν μια κουλτούρα ευνοϊκή για την εμφάνιση και εφαρμογή στην Κούβα των μεθόδων οικοδόμησης του σοσιαλισμού που εφαρμοζόταν στη Σοβιετική Ένωση και σε άλλες σοσιαλιστικές χώρες.

Ανέκαθεν ξεχώριζα τη Σοβιετική Ένωση από τις υπόλοιπες χώρες, επειδή εκεί, η οικοδόμηση του σοσιαλισμού δε γινόταν αποκλειστικά με βάση τις μεθόδους αυτές. Αναφέρομαι λοιπόν κυρίως στις μικρότερες χώρες του σοσιαλιστικού στρατοπέδου, γιατί τα αναπτυξιακά προγράμματα στη Σοβιετική Ένωση ήταν πολύ δυναμικά και επειδή οι βασικές αποφάσεις που κατέστησαν δυνατή τη μεγάλη οικονομική ανάπτυξη της Σοβιετικής Ένωσης δε σχετίζονταν με την ικανότητα δημιουργίας εσόδων, με την καπιταλιστική έννοια, ή με κάποια άλλη παρεμφερή αντίληψη.

Αυτή ήταν η φιλοσοφία που εφαρμόστηκε στη χώρα μας. Ύστερα από 10 ή 11 χρόνια, και ενώ βρισκόμασταν σε αναμονή των αποτελεσμάτων της, συνέβησαν τόσο πολλές παραμορφώσεις και τόσο πολλές αποκλίσεις, ώστε έπρεπε να σταματήσω, να σκεφτώ και να έχω διαρκώς στο νου μου τον Τσε, τα προαισθήματά του και την απόρριψη εκ μέρους του αυτών των μεθόδων οικοδόμησης του σοσιαλισμού. Έχω την αίσθηση ότι όλα όσα συνέβησαν στο σοσιαλιστικό στρατόπεδο καθιστούν πιο επίκαιρη από ποτέ την οικονομική σκέψη του Τσε, σχετικά με την οικοδόμηση του σοσιαλισμού.

Με την έναρξη της διαδικασίας αποκατάστασης ενθάρρυνα την έκδοση αυτών των βιβλίων σχετικά με τον Τσε και την εξάπλωση της οικονομικής σκέψης του, όχι όμως για να χρησιμεύσουν ως εγχειρίδια, ή ως κάτι το αλάθητο, καθώς δεν πρέπει ποτέ να αντιμετωπίζεται μία σχολή πολιτικής σκέψης, ή η σκέψη οποιουδήποτε θεωρητικού ή πολιτικού ως κάτι το άκαμπτο, ως κάτι το δογματικό.

Υπήρξα εχθρός των δογμάτων σε όλη μου τη ζωή. Έχουμε το χρέος να αποτρέψουμε τη δογματοποίηση της σκέψης όλων των επιφανών πολιτικών και των πιο εξαιρετικών επαναστατών, καθώς κάθε σκέψη ανταποκρίνεται σε μία δεδομένη στιγμή, σε δεδομένες περιστάσεις στο δεδομένο σύνολο των διαθέσιμων πληροφοριών και στη δεδομένη εμπειρία. Κατά συνέπεια, η φόρμουλα που ο Λένιν θεωρούσε ως κατάλληλη για την αντιμετώπιση μιας ορισμένης κατάστασης, ίσως να μην είναι εφαρμόσιμη σε άλλες διαφορετικές περιστάσεις ή σε άλλους καιρούς.

Οι ιδέες του Μαρξ, του Ένγκελς, του Λένιν και του Τσε δεν αποτελούν δόγματα, αποτελούν λαμπρά δείγματα ταλέντου και πολιτικού, κοινωνικού και επαναστατικού οραματισμού σε μία δεδομένη χρονική περίοδο. Πάντα θα βρίσκουν εφαρμογή, αρκεί να μην αντιμετωπίζονται ως αμετάβλητα δόγματα. Αν κάναμε κάτι τέτοιο, τότε θα ήταν σαν να αφαιρούσαμε το επιστημονικό, πολιτικό και επαναστατικό τους πλαίσιο και να τα μετατρέψουμε σε θρησκευτικά δόγματα.

Όταν είδαμε ότι η Σοβιετική Ένωση και το υπόλοιπο σοσιαλιστικό στρατόπεδο έπαιρναν ένα διαφορετικό δρόμο, που τους οδηγούσε όλο και πιο μακριά από τη σκέψη του Τσε, όταν άρχισαν να προσανατολίζονται προς μία εκτενέστερη χρήση του συστήματος και των μηχανισμών του καπιταλισμού, κατέβαλα προσπάθειες για την ευρεία εξάπλωση των ιδεών του Τσε. Ενώ, δηλαδή, επιχειρούσαν να βελτιώσουν το σοσιαλισμό, χρησιμοποιούσαν όλο και μεγαλύτερες ποσότητες του δηλητηρίου που σκότωνε το σοσιαλισμό. Αυτή είναι και μία από τις αιτίες για όσα συνέβησαν στο σοσιαλιστικό στρατόπεδο.

* * *

Εύλογα αναρωτιέται κανείς αν οι Κουβανοί στρέφονται σήμερα συνειδητά σε αυτό το μεγαλύτερο, αν πιστεύουν πως το χρησιμοποιούν σε ελεγχόμενες ποσότητες, ως αναγκαίο κακό, ή αν πιστεύουν πως έχουν εφεύρει κάποιο αντίδοτο.

Παραθέτω συμπληρωματικά κι ένα μικρότερο απόσπασμα από την ομιλία του Φιντέλ στην 20ή επέτειο από την εκτέλεση του Τσε στη Βολιβία, όπου κατ' ουσίαν αναφέρεται στα υλικά και ηθικά κίνητρα, τη διαμόρφωση συνειδήσεων και την αξία τους για τη σοσιαλιστική οικοδόμηση.

Μην έχετε την εντύπωση ότι ο Τσε ήταν αφελής, ένας ιδεαλιστής ή κάποιος που δεν είχε επαφή με την πραγματικότητα. Ο Τσε καταλάβαινε και λάμβανε υπόψη του την πραγματικότητα. Αλλά ο Τσε πίστευε στους ανθρώπους . Και αν δεν έχουμε πίστη στους ανθρώπους, αν πιστεύουμε ότι είναι αδιόρθωτα μικρά ζώα, ικανά να προοδεύουν μόνο αν τα ταΐζει κάποιος με χορτάρι ή μόνο αν τα δελεάζει κάποιος με ένα καρότο ή αν τα χτυπάει κάποιος με ένα μαστίγιο- όποιος το πιστεύει αυτό, όποιος είναι πεισμένος για αυτό, δεν πρόκειται να γίνει ποτέ επαναστάτης. Όποιος το πιστεύει αυτό, όποιος είναι πεισμένος για αυτό, δεν πρόκειται να γίνει ποτέ σοσιαλιστής. Όποιος το πιστεύει αυτό, όποιος είναι πεισμένος για αυτό, δεν πρόκειται να γίνει ποτέ κομμουνιστής.

Τετάρτη 1 Απριλίου 2015

Περί ειρηνικής συνύπαρξης

Αναδημοσίευση από το περιοδικό Ατέχνως


Ο Λένιν εισήγαγε στην πολιτική ορολογία την έννοια της ειρηνικής συνύπαρξης, ως ειδικής μορφής ταξικής πάλης των δύο αντικρουόμενων συστημάτων, σοσιαλισμού και καπιταλισμού, σε παγκόσμια κλίμακα. Το βασικό σκεπτικό ήταν πως η σοβιετική Ρωσία, που είχε ρημαχτεί απ’ τις πολύχρονες πολεμικές συγκρούσεις, και το νεαρό σοσιαλιστικό κράτος χρειάζονταν μια «ανακωχή» και μια ειρηνική περίοδο, για να επουλώσουν τις πληγές τους, να αναπτυχθούν απρόσκοπτα και να πατήσουν σε γερές βάσεις, χωρίς να εγκαταλείπουν το στρατηγικό στόχο της παγκόσμιας επικράτησης του σοσιαλισμού.

Το φαινομενικά παράδοξο είναι ότι η ανάλυση του Λένιν ξεχάστηκε ως ένα βαθμό από τους σοβιετικούς, που ταύτισαν μεταπολεμικά την τακτική της ειρηνικής συνύπαρξης με τη δυνατότητα ειρηνικού, κοινοβουλευτικού περάσματος στο σοσιαλισμό (και ας βοούσε περί του αντιθέτου η πραγματικότητα, πχ στη Χιλή του Αγιέντε) και με τη διαπλοκή του ταξικού στοιχείου με τις οικουμενικές αξίες. Ενώ ακολουθήθηκε πιστά από το αντίπαλο στρατόπεδο, που διδάχτηκε στο δεύτερο παγκόσμιο πως δεν είναι εύκολο να νικήσει σε μια κατά μέτωπο επίθεση με τα όπλα τους σοβιετικούς και προέταξε άλλες μεθόδους, χωρίς προφανώς να εγκαταλείψει το πεδίο των πολεμικών συγκρούσεων, που είναι σύμφυτο φαινόμενο με τον ιμπεριαλισμό. Αντιστρέφοντας μια γνωστή φράση του φον Κλαούζεβιτς, θα λέγαμε πως η ιμπεριαλιστική πολιτική και ειρήνη ήταν συνέχεια του ιμπεριαλιστικού πολέμου με άλλα μέσα (ή ακόμα και με τα ίδια, αλλά συγκαλυμμένα και σε δεύτερο πλάνο).

Η αντικειμενική συνύπαρξη των δύο συστημάτων επέφερε αναπόφευκτα μια μεταξύ τους αλληλεπίδραση, την οποία όμως δεν ερμηνεύουν όλοι με τον ίδιο τρόπο.
Οι κατακτήσεις της σοσιαλιστικής κοινωνίας και τα δικαιώματα που απολάμβαναν οι σοβιετικοί πολίτες φώτιζαν, με τη διεθνή τους ακτινοβολία, το δρόμο και τους αγώνες κι άλλων λαών, υποχρεώνοντας τις αστικές κυβερνήσεις πολλών καπιταλιστικών χωρών να κάνουν ευρύτατες παραχωρήσεις, που τις ονομάζουμε κωδικοποιημένα «κοινωνικό κράτος». Και οι οποίες δεν οφείλονται απλά στην ύπαρξη ενός αντίπαλου δέους γενικά και αόριστα. Οι ενδοϊμπεριαλιστικοί ανταγωνισμοί των ΗΠΑ και της ΕΕ με τη σημερινή Ρωσία και τον ανερχόμενο κινέζικο καπιταλισμό, κάθε άλλο παρά δίνουν ώθηση στις κατακτήσεις και το βιοτικό επίπεδο των λαών –ας μην ξεχνάμε τι σημαίνει ο όρος «κινεζοποίηση» για τα μεροκάματα και τους… «ανταγωνιστικούς μισθούς» των 300 και 400 ευρώ. Δεν είναι τυχαίο άλλωστε πως το ξήλωμα του πουλόβερ για το κοινωνικό κράτος άρχισε πριν από τρεις δεκαετίες, συμπίπτοντας χρονικά με την τελική εκδήλωση της αντεπανάστασης στις χώρες του υπαρκτού σοσιαλισμού, για να φτάσει στην κορύφωσή του με το ξέσπασμα της παγκόσμιας καπιταλιστικής κρίσης. Ας θυμηθούμε επίσης το παράδειγμα του ασφαλιστικού στην χώρα μας και τους πρώτους αντεργατικούς νόμους που θεσπίστηκαν τη διετία 90-92’.

Το ζήτημα είναι πως κάποιοι νοσταλγούν αυτή τη μεταπολεμική κατάσταση ισορροπίας και τα δικαιώματα που εξασφάλιζε στους εργαζόμενους, κάνοντας λόγο για μεταβατικούς στόχους ανάκτησής τους, αλλά αγνοούν τους παράγοντες και το διεθνή συσχετισμό που καθόριζε αυτή την ισορροπία, ή –ακόμα χειρότερα- απορρίπτουν συλλήβδην την προσφορά της ΕΣΣΔ και την πείρα του σοσιαλισμού που γνωρίσαμε, ως αρνητική.

Ένα ακόμα σχετικό παράδειγμα, είναι η υιοθέτηση υπολογιστικών μεθόδων προγραμματισμού από τις καπιταλιστικές επιχειρήσεις, που οδήγησε κάποιους αναλυτές στην επεξεργασία της θεωρίας της σύγκλισης των δύο συστημάτων και της τελικής τους εξομοίωσης. Μια θεωρία που υποτιμούσε σκόπιμα την ειδοποιό διαφορά στους σκοπούς και τα μέσα των δύο παραγωγικών μοντέλων, καθώς κι ότι ο σχεδιασμός μεγάλης κλίμακας στις καπιταλιστικές επιχειρήσεις και η συγκέντρωση των μονοπωλίων, δε σημαίνει τίποτα άλλο από την περαιτέρω όξυνση του μεταξύ τους ανταγωνισμού σε δυσθεώρητα ύψη.

Από την άλλη πλευρά, ούτε ο σοσιαλιστικός σχηματισμός παρέμεινε ανεπηρέαστος από αυτή την παράλληλη συνύπαρξη με το καπιταλιστικό μπλοκ. Αναγκάστηκε πχ να σπαταλήσει πολλούς πόρους για στρατιωτικές δαπάνες (ακριβώς γιατί η συνύπαρξη τελικά δεν ήταν, εκ των πραγμάτων, και τόσο ειρηνική), που τους στερήθηκε από άλλα πεδία ζωτικής σημασίας για την ανάπτυξή του. Υποχρεώθηκε επίσης σε κάποιες περιπτώσεις να τηρήσει αμυντική στάση και να «κλειστεί στο καβούκι του» -όπως πχ με την κατασκευή του τείχους του Βερολίνου- για να υπερασπιστεί τα κεκτημένα και να σταματήσει την αφαίμαξη των πόρων του από την καπιταλιστική δύση.

Αυτού του είδους ο ανταγωνισμός δε λειτουργούσε ευεργετικά με όρους άμιλλας, αλλά επιβαρυντικά για την οικοδόμηση του σοσιαλισμού, που χρειάστηκε να μεταχειριστεί σε αρκετές περιπτώσεις μέσα και μεθόδους από το οπλοστάσιο του αντιπάλου του. Κι αυτό συνέβη για τον ίδιο ακριβώς λόγο που ο «ελεύθερος ανταγωνισμός» δημόσιου κι ιδιωτικού τομέα σε μια καπιταλιστική οικονομία δεν οδηγεί στη βελτίωση και των δύο, αλλά στην υιοθέτηση ιδιωτικο-οικονομικών κριτηρίων της αγοράς και από τους οργανισμούς του δημοσίου, προκειμένου να φανούν «ανταγωνιστικοί».

Ερχόμαστε λοιπόν στο δια ταύτα. Οι λαοί του πλανήτη έχουν ζήσει τη συνύπαρξη που αναλύσαμε (κι έχει περάσει στην ορολογία του δυτικού κόσμου ως ψυχρός πόλεμος) αλλά και τη «γλύκα» της τελευταίας 25ετίας, μετά το «τέλος της ιστορίας» και τη σχεδόν καθολική επικράτηση των αστικών δυνάμεων, που τη συνοψίζει εύγλωττα αυτή η αφίσα με το Λένιν να ρωτά στα ρωσικά: «λοιπόν, πώς τα περνάτε στον καπιταλισμό»; Με άλλα λόγια έχουμε πάρει γεύση από καπιταλισμό απέναντι σε σοσιαλισμό, με τις απαραίτητες φιλολαϊκές προσαρμογές, κι από καπιταλισμό σκέτο, χωρίς ζάχαρη για τα υποζύγια και τους κυρ-Μέντιους, που τραβάνε το κάρο, χωρίς δηλαδή «ανθρώπινο πρόσωπο» και λοιπά προσωπεία. Τίθεται λοιπόν εύλογα ένα ερώτημα (συμπληρωματικό προς αυτό που θέτει η αφίσα με το Βλαδίμηρο).

Δεν έχουμε άραγε περιέργεια να δοκιμάσουμε και την τρίτη επιλογή που μας μένει;

Δευτέρα 10 Νοεμβρίου 2014

Ο σοσιαλισμός που ονειρευόμαστε

-Δηλ το τείχος του βερολίνου, σε αυτήν την πόλη που στα δυο είχε σχιστεί, χωρίζοντας φίλους, συγγενείς, ακόμα και σπίτια που συνέπιπταν με τη συνοριακή γραμμή, εκφράζει την κοινωνία που ονειρεύεστε; είναι μια συνηθισμένη ερώτηση, που καλούνται συχνά να απαντήσουν πολλοί σφοι.

Ξεπερνώντας καταρχάς την επιτηδευμένη μελοδραματική νότα, που συνήθως υπηρετεί συγκεκριμένες σκοπιμότητες, οφείλουμε να σημειώσουμε πως το τείχος δεν έκανε κάτι άλλο παρά να κατοχυρώνει και να διασφαλίζει τα σύνορα της λδγ, ακολουθώντας τη συνοριακή γραμμή μεταξύ ανατολικού και δυτικού βερολίνου, που περνούσε μέσα από οικοδομικά τετράγωνα, σπίτια, αυλές, κτλ. Συνεπώς δεν προκαλούσε αυτό την ανωμαλία, που προέκυπτε βασικά από την ύπαρξη ενός προκεχωρημένου φυλακίου στην καρδιά της ddr. Όπως εύστοχα σημειώνει το χτεσινό αφιέρωμα του ριζοσπάστη: αλήθεια τι θα έκαναν οι αστοί, που αυτές τις μέρες πανηγυρίζουν, αν πχ τα δύο τρίτα της νέας υόρκης ή του λονδίνου ανήκαν στη σοβιετική ένωση, με τις στρατιωτικές φανερές και μυστικές της υπηρεσίες κι αν μάλιστα τα σοβιετικά τανκς κατευθύνονταν στους δρόμους ης νέας υόρκης ή του λονδίνου; Δεν είναι εύκολο να τηρήσει κανείς τις αναλογίες, αλλά μια πρώτη, πρόχειρη απάντηση μας τη δίνουν οι αντιδράσεις των ιμπεριαλιστικών δυνάμεων στην περίπτωση της επανάστασης στην κούβα και τα χρόνια που ακολούθησαν την επικράτησή της.

Για να πάψει να υφίσταται λοιπόν αυτή η «ανωμαλία», δύο δρόμοι υπήρχαν. Η μία θα ήταν να ενταχθεί ολόκληρη η πόλη του βερολίνου, μαζί με το δυτικό της κομμάτι, στην επικράτεια της λδγ. Η άλλη λύση, που ζούμε σήμερα, ήταν η εξάλειψη της κρατικής υπόστασης της ddr, όπου ναι μεν γκρεμίστηκε το τείχος, για να ορθωθούν όμως άλλα (ταξικά και αόρατα) στη θέση του.

Η απάντησή μας λοιπόν είναι αρνητική. Η κοινωνία που ονειρευόμαστε για το μέλλον δε θα έχει τείχη, σύνορα, φύλακες και φυλακές, ούτε καν κράτη. Η μελλοντική γερμανία των ονείρων μας θα μοιάζει ίσως αρκετά με το φανταστικό σοσιαλισμό που έφτιαξε για τη μητέρα του ο πρωταγωνιστής του goodbye Lenin –κάτι σαν την πρόταση δηλ του δημιουργού της ταινίας για το πώς θα ήθελε να είναι στην πράξη η λδγ.

Το χτίσιμο του τείχους ήταν εξ ορισμού μια αμυντική ενέργεια, όπως τα τείχη των πόλεων που προστατεύουν τους (ελεύθερους) πολιορκημένους και το τείχος των αμυνόμενων στο ποδόσφαιρο, που δεν αποτρέπει πάντα την παραβίαση των (βωμών κι) εστιών, και ενίοτε ανοίγει εκ των έσω, ένα λεπτό πριν τη συμπλήρωση του ενενηντάλεπτου (στο 89’) και τη λήξη της ιστορίας, ενώ ο γκόρμπι έδενε στη σέντρα τα κορδόνια του. Σε κάθε περίπτωση, το τείχος αναχαιτίζει την επιθετικότητα του αντιπάλου, στον οποίο ανήκει η αρχική πρωτοβουλία και δράση. Και δεν αρκεί από μόνο του να δώσει τη νίκη ή να αποτρέψει την ήττα, όπως δεν μπορεί να το κάνει άλλωστε κανένα αμυντικό μέτρο.

Το αντιφασιστικό τείχος του βερολίνου ήταν μια έκφραση της δικτατορίας του προλεταριάτου· δηλ της οργανωμένης σε κρατική εξουσία δύναμης της εργατικής τάξης που υπεράσπιζε τα κεκτημένα της και της αδυναμίας της να το κάνει χωρίς διοικητικά μέτρα, αφήνοντας δηλ τα πράγματα να εξελιχθούν ελεύθερα κι αυθόρμητα, ιδίως στις ειδικές συνθήκες συνύπαρξης των δύο γερμανιών. Οι δυσκολίες της οικοδόμησης, εν μέσω καπιταλιστικής περικύκλωσης, δεν αναφέρονται απλά σε γεωγραφικές έννοιες, γιατί τότε οι όροι θα είχαν αντιστραφεί και το δυτικό βερολίνο, που βρισκόταν στην καρδιά της λδγ, θα αφομοιωνόταν αργά ή γρήγορα από τη σοσιαλιστική πίεση.

Ο υπαρκτός δεν ήταν ένα είδος «σοσιαλισμού του θερμοκηπίου», που αναπτυσσόταν μόνο σε περιβάλλον ασφαλείας, πίσω από το σιδηρούν παραπέτασμα, και δε θα άντεχε σε συνθήκες φσικού ανταγωνισμού. Η καλλιέργεια ωστόσο έχει όντως πολλά κοινά με την οικοδόμηση, καθώς αποτελεί συνειδητή παρέμβαση στη «φυσική ροή» των πραγμάτων και όχι μια τυχαία κι αυθόρμητη διαδικασία. Για να αφήσουμε όλα τα λουλούδια να ανθίσουν, πρέπει πρώτα να ξεριζώσουμε όλα τα ζιζάνια και τα καπιταλιστικά παράσιτα, που υπονομεύουν τη σοδιά μας. Αλλιώς καταλήγουμε να έχουμε «λουλούδια για μύρισμα» με κομμουνιστικό μανδύα, που γρήγορα τον αποβάλλουν, γιατί τους στενεύει. Κι η μόνη εναλλακτική είναι η καπιταλιστική ζούγκλα, όπου επικρατεί ο νόμος του ισχυρού, γιατί –λέει- κανείς μας δεν είναι θεός, για να αποφασίζει τι είναι καλό (ώστε να το καλλιεργούμε) και τι όχι, για να το ξεριζώνουμε.

Η λδγ μπορεί να μην άγγιζε το τέλειο πρότυπο της ιδανικής κοινωνίας που οραματιζόμαστε, ενσωμάτωνε όμως πολλά στοιχεία της. Αν η εσσδ κατάφερε σε μερικές δεκαετίες να εξελιχθεί από μια καθυστερημένη ημιφεουδαρχική οικονομία σε παγκόσμια υπερδύναμη, ξεπερνώντας μάλιστα τις ηπα σε αρκετούς τομείς, η λδγ κατάφερε κάτι αντίστοιχο στην κλίμακα των σοσιαλιστικών χωρών, αφήνοντας πίσω της τους σοβιετικούς σε πολλές περιπτώσεις.
Το παράδειγμα του αθλητισμού συμπυκνώνει όλο τον αντιφατικό χαρακτήρα των κατακτήσεων και των δυσκολιών αυτής της διαδικασίας. Η λδγ έφτασε να κατακτά πχ στους ολυμπιακούς της σεούλ το 88’, τους τελευταίους στους οποίους συμμετείχε, την τρίτη θέση, πίσω από σοβιετία και ηπα, στον πίνακα των μεταλλίων. Μία επίδοση που βασίστηκε εν μέρει στον ανταγωνισμό με την οδγ κι έφερε ως ένα βαθμό τη σφραγίδα του καπιταλιστικού ανταγωνισμού και αστικών κατάλοιπων, όπως της χρήσης αναβολικών από κάποιους αθλητές της –που δεν είναι μεν αστικός μύθος, αλλά λαμβάνει (αστικο)μυθικές διαστάσεις στα πλαίσια της σπέκουλας των αστικών μέσων. Τίποτα από όλα αυτά όμως δεν μπορεί να αμφισβητήσει και να μειώσει τις αξιόλογες υποδομές πραγματικά μαζικού, λαϊκού αθλητισμού, στις οποίες βασίζονταν κι οι διακρίσεις της σε κορυφαίο επίπεδο.

Ας επιστρέψουμε όμως στο τείχος. Για το μέσο αμύητο παρατηρητή, η ανέγερσή του χάνει σε επίπεδο εντυπώσεων, φαίνεται να παραπέμπει σε μια «κλειστή κοινωνία» που οχυρώνεται απέναντι στην «ανοιχτή κοινωνία» (του πόπερ) και τη δύναμή της (αν και οι δυτικοί είναι που επέλεξαν ουσιαστικά την ντε φάκτο διχοτόμηση)· είναι ένα όριο που λειτουργεί μυθοπλαστικά κι εξιδανικευτικά για το «απαγορευμένο» που βρίσκεται απέναντι.

Αρκετοί λδ-γερμανοί συμμετείχαν με χαρά αρχικά στο γκρέμισμα του τείχους, για να σπάσουν αυτό το όριο και να δουν τι κρύβεται πίσω του και όχι απαραίτητα για να εγκαταλείψουν την ddr. Θα μπορούσαν ίσως να κάνουν μια βόλτα, σιγοτραγουδώντας τους στίχους «να σε σκεφτώ και να σε νοσταλγήσω και αν υπάρχει λόγος, να γυρίσω». Και θα υπήρχε πιθανότατα. Θα επέστρεφαν μάλιστα σοφότεροι, έχοντας απομυθοποιήσει αυτό που κρυβόταν όχι μόνο πίσω από το τείχος, αλλά και την καπιταλιστική βιτρίνα εν γένει.

Στην πραγματικότητα βέβαια, οι λαοί αυτών των χωρών ήταν πολυταξιδμένοι, με όλα σχεδόν τα έξοδα των ταξιδιών και της αναψυχής τους πληρωμένα από το σοσιαλιστικό κράτος· ενώ σήμερα, και ειδικά σε συνθήκες οξείας καπιταλιστικής κρίσης, είναι ζήτημα πόσο εύκολες και προσιτές είναι για κάποιους με μέσο εισόδημα οι μετακινήσεις, ακόμα και εντός της ίδιας πόλης, εφόσον γίνονται σε καθημερινή βάση. Σε πολλούς όμως αρκεί πως έχουν θεωρητικά κι αφηρημένα τη δυνατότητα να ταξιδέψουν ως την άκρη του κόσμου –άλλο αν δε θα υπάρχουν ποτέ οι προϋποθέσεις για να την υλοποιήσουν συγκεκριμένα ή αν δε θα βρούνε λεφτά, για να επιστρέψουν από εκεί.


Η ίδια ακριβώς αφηρημένη δυνατότητα κοινωνικής ανέλιξης που έρχεται βασικά ως εξαίρεση στον κανόνα, είναι ένα από τα βασικά συστατικά της κρυφής γοητείας του καπιταλισμού στα μικροαστικά στρώματα και της συστημικής αντοχής του. Αυτή η γυαλιστερή εικόνα ωστόσο έχει στραπατσαριστεί επικίνδυνα τα τελευταία χρόνια και χρειάζεται επειγόντως (επ)ανόρθωση. Γι’ αυτό και η λάμψη και τα ταρατατζούμ από τους εορτασμούς της φετινής επετείου της πτώσης του τείχους ήταν εντονότερα από ποτέ, επιχειρώντας να σκεπάσουν αυτήν την πραγματική εικόνα.

Παρασκευή 3 Οκτωβρίου 2008

Σοβιετική Ένωση και 80'ς

Η δεκαετία του 80 είναι σαν την Σοβιετική Ένωση. Βαθιά παρεξηγημένη.
Αμφότερες, λένε πολλοί, δεν ταιριάζουν στην αισθητική τους. Είναι ανάλογα με την ταξική σκοπιά (των αστών και των τρέντι εν προκειμένω) που βλέπει κανείς τα πράγματα.

Για κάποιους το ντύσιμο και το στιλ των 80'ς είναι το ίδιο φριχτά κι αποτρόπαια με την κολεκτιβοποίηση και τις δίκες της μόσχας. Τα βάζουν όλα μαζί κάνοντας λόγο για σταλινικά και στιλιστικά εγκλήματα.

Εμείς όμως τις υπερασπιζόμαστε και τις αγαπάμε [την εσσδ και τη δεκαετία του 80], όπως ακριβώς ήταν. "Χωρίς ναι μεν αλλά". Υπαρκτός σοσιαλισμός και υπαρκτή δεκαετία.
Κι ας λυσσάει η αστική προπαγάνδα να μας πείσει με πλύση εγκεφάλου ότι δεν υπήρξαν ποτέ (βλέπε τα κλασικά εισαγωγικά στο υπαρκτός, ή στο σοσιαλισμός, καθώς και άρθρα του τύπου: 80'ς, η εποχή που δεν υπήρξε ποτέ).

Δυστυχώς σήμερα αρκετοί νέοι δεν τιμάν τη δεκαετία και την ένωση στην οποία γεννήθηκαν. Κι όμως όταν ρωτάνε τον κόσμο πότε περνούσε καλύτερα, η συντριπτική πλειοψηφία απαντά στα 80'ς και επί σοβιετικής ένωσης.
Είναι τα δύο πράγματα για τα οποία υπάρχει η μεγαλύτερη νοσταλγία σήμερα, μαζική και συνειδητή σαν λαϊκό κίνημα.
Δεν θα αφήσουμε ποτέ τη μνήμη τους να σβήσει. Κι ας είναι αυτό ακριβώς που θέλουν να ξεχάσουν οι αστοτρέντηδες και κάποιοι εξαπατημένοι προλετάριοι.

Κάποιοι ακόμα και σήμερα βλέπουν φαντάσματα παντού και φοβούνται την επιστροφή τους. Τα βλέπουν στη μουσική, στα κολάν, στην ανερχόμενη ρωσία και το "νέο ψυχρό πόλεμο".
Αδυνατούν να καταλάβουν ότι οι κακόγουστες απομιμήσεις δεν συνιστούν καμιά απολύτως επιστροφή στο παρελθόν. Και η σημερινή ρωσία πχ είναι ακριβώς αυτό. Μια κακόγουστη διασκευή της πάλαι ποτέ κραταιάς ΕΣΣΔ, με μπίτ και αλλοιωμένη μελωδία. Κι όπου κράτησε αναλλοίωτη τη μουσική έχει αλλάξει τα λόγια (όπως στον εθνικό ύμνο).

Η δεκαετία του 80 ήταν η τελευταία στην οποία υπήρξε σοσιαλισμός. Κι αν κάποιοι δεν τον σηκώνουν τον όρο, ας πούμε ότι ήταν η τελευταία στην οποία υπήρξε ανατολικό μπλοκ και σύμφωνο της βαρσοβίας.
Αλλά και αντιστρόφως, το ανατολικό μπλοκ ήταν το τελευταίο μέρος του πλανήτη στο οποίο υπήρξε η δεκαετία του 80. Εκεί είναι παλαιοημερολογίτες και γιόρτασαν 13 μέρες αργότερα την πρωτοχρονιά του 90.

Η σοβιετική ένωση και η δεκαετία του 80 τέλειωσαν περίπου μαζί. Μετά από αυτές ο κόσμος δεν ήταν ποτέ πια ο ίδιος.
Για πολλούς από εμάς ο χρόνος σταμάτησε εκεί. Δεν υπάρχει εξέλιξη έκτοτε, παρά μόνο πισωγύρισμα. Ό,τι ακολούθησε είναι ακατανόητο και αχώνευτο. Αχώνευτο και με τις δύο έννοιες. Ούτε να το πιστέψουμε καλά-καλά μπορούμε, ούτε πολύ περισσότερο να το συμπαθήσουμε.

Στα τέλη του 79 οι ΑΒΒΑ (το ανάποδο βήτα δε μου βγαίνει με τίποτα στο πληκτρολόγιο) έβγαζαν το τραγούδι Happy New Year. Σε έναν στίχο τους λένε ότι αυτό είναι το τέλος μιας δεκαετίας και ποιος ξέρει πώς θα είναι τα πράγματα στο τέλος της επόμενης.
Δεν φαντάζεσαι πώς θα είναι...

Η δεκαετία που ξεκίνησε με τους ολυμπιακούς της μόσχας και το σύνθημα "στις 18 σοσιαλισμό" τελείωσε με τιεν αν μεν, βερολίνο και την εκτέλεση του ζεύγους τσαουσέσκου τα χριστούγεννα του 89. Και στο εσωτερικό από το μέτωπο των δυνάμεων της αλλαγής κλείσαμε με κοσκωτά, συνασπισμό, τζανετάκη και ζολώτα.
Ενδιάμεσα το 1984 μπορεί να μην επαλήθευσε τη ζοφερή πρόβλεψη για την κοινωνία που περιέγραφε το ομώνυμο βιβλίο (όχι τότε τουλάχιστον). Αλλά η καταστροφή που ακολούθησε το 89 ξεπερνούσε και τη φαντασία του όργουελ.

Μπορεί για πολλούς τα 80'ς να ήταν η "κατάρρευση" των ιδανικών, η διάψευση κάθε ελπίδας. Τουλάχιστον όμως τα 80'ς ήταν μια δεκαετία -η τελευταία- που ενέπνεε ακόμα ελπίδα. Έστω και για να τη διαψεύσει τελικά.
Ύστερα από τα 80'ς και την εσσδ δεν υπήρχε ελπίδα για το άμεσο μέλλον. Ύστερα; Ύστερα; Μα δεν υπάρχει ύστερα! Το λέει κι η μαρινέλα.

Αν η έννοια του χωροχρόνου μας δείχνει ότι ο χώρος κι ο χρόνος είναι αλληλένδετα, τότε η σοβιετική ένωση είναι συνυφασμένη με τη δεκαετία του 80.
Και σήμερα, σχεδόν 20 χρόνια μετά, ένα φάντασμα εξακολουθεί να πλανάται πάνω από τους αστο-τρέντηδες και τη γελοία αισθητική τους. Το φάντασμα της σοβιετίας και των 80'ς...

Vencerémos...

Πέμπτη 24 Ιουλίου 2008

Εισαγωγικά

Πολλές φορές κάποια απλά πράγματα μπορούν να μας δείξουν πολύ περισσότερα απ' όσα φανταζόμαστε.
Παίρνουμε μια απλη φράση:
Κατάρρευση του υπαρκτού σοσιαλισμού.
Κι έχουμε στη διάθεσή μας ως σημείο στίξης τα εισαγωγικά, τα οποία μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε κατά το δοκούν.
Μια τέτοια μικρή λεπτομέρεια μπορεί να μας φανερώσει πάρα πολλά για την πολιτική ένταξη του καθενός.

Πχ αν κάποιος δεν χρησιμοποιήσει καθόλου εισαγωγικά, κατά πάσα πιθανότητα πρόκειται για αστό περιωπής, που πιστεύει ότι στη Σοβιετική ένωση υπήρχε σοσιαλισμός κι αυτός κατέρρευσε, απέτυχε παταγωδώς και δεν χρειάζεται να τον νεκραναστήσουμε και να τον επαναφέρουμε από το χρονοντούλαπο της ιστορίας.
Αν πάλι κάποιος χρησιμοποιήσει εισαγωγικά και τα βάλει στον υπαρκτό σοσιαλισμό, τότε πιστεύει ότι στη σοβιετική ένωση δεν υπήρξε κανενός είδους σοσιαλισμός, άποψη ευρέως διαδεδομένη στις τάξεις χαρούμενων αριστερών κι όχι μόνο. Βέβαια μπαίνει αυτομάτως το ερώτημα, πώς κατέρρευσε κάτι που ούτε καν υπήρξε, αλλά αυτά είναι ψιλά γράμματα.
Αν τέλος βάλουμε τα εισαγωγικά στην κατάρρευση, τότε "είμαστε ξανά με τον Λένιν" που έλεγε κι η Ρόζα Λούξεμπουργκ. Στηλιτεύουμε την άποψη περί κατάρρευσης που συσκοτίζει την ουσία, υπερασπιζόμαστε τον σοσιαλισμό που γνωρίσαμε (περιμένοντας εναγωνίως νέες γνωριμίες στο ακουστικό μας) κι εξασφαλίζουμε συμφωνία με την κομμουνιστική ορθοδοξία.

Κι εγώ με τους ορθόδοξους είμαι (=ορθή σκέψη), κι όχι με τους άλλους που επικράτησαν καθολικά με τη νέα τάξη πραγμάτων.
Αλλά σέβομαι απεριόριστα -παρά τη διαφωνία μου- και τα παληκάρια που προχωράν και στο επόμενο βήμα και βάζουν δυο φορές εισαγωγικά κάνοντας χρήση του σχετικού δικαιώματος. Γιατί σκαμπάζουν πέντε πράγματα και δεν χάφτουν το απλοϊκό παραμύθι περί κατάρρευσης. Αλλά ταυτόχρονα προβληματίζονται τι διαόλο πράγμα ήταν αυτό που υπήρξε εκεί πάνω.
Και το να ψάχνεσαι είναι πολύ σπουδαίο πράγμα. Και πάνω απ' όλα προϋπόθεση για να βρεις.