Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα μεταπολίτευση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα μεταπολίτευση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 13 Νοεμβρίου 2024

Η χούντα του κεφαλαίου δεν τελείωσε το ’73 - Ούτε το ’74

Μια εκδήλωση με την Αλέκα έχει πάντα ενδιαφέρον, είτε συμφωνεί κανείς είτε διαφωνεί με τις επεξεργασίες του ΚΚΕ. Μισό λεπτό, όμως, ντεζαβ(ο)ύ. Θυμάμαι να γράφω τα ίδια τις προάλλες για τον Ελισαίο -για όλους τα ίδια λες, Απολίθωμα. Αυτό που αλλάζει όμως είναι η τεκμηρίωση.


Η Αλέκα δείχνει την αξία της όταν μιλάει εκτός κειμένου, ενίοτε και εκτός θέματος ή έτσι νομίζουν όσοι δεν την ξέρουν και δεν προσέχουν πολύ. Εκεί που φαίνεται να το απλώνει, να ξεχειλώνει, να χάνεται ο ειρμός, εκεί που πάει να σβήσει, κάνει μια ντρίπλα μαγική (σαν την Αργεντινή του Μέσσι), προσφέροντας θέαμα και ουσία, δηλαδή ατάκες και περιεχόμενο. Κι η αναφορά στην ντρίπλα δεν είναι υποτιμητική, για πολιτικάντικα τεχνάσματα. Απλώς μια μικρή ωδή στη λατρεία της Αλέκας για το ποδόσφαιρο.

Η Παπαρήγα η καλή είναι πολύ καλή με τα παιδιά, νταντεύει πρόθυμα όσα βρέφη βρεθούν στον διάβα της, σαν τη γιαγιά που τους λέει ιστορίες για να την ακούν με ανοιχτό στόμα. Κι η εν λόγω περίσταση είχε σαφείς ομοιότητες, με τη διαφορά πως οι ιστορίες ήταν από την κρύπτη του κινήματος, μιλούσαν για την Ιστορία με γιώτα κεφαλαίο, σε ενήλικα παιδιά, που είναι όμως πολιτικά νήπια, στα πρώτα βήματα της διαδρομής τους και βλέπουν δικαίως την Αλέκα με δέος.

Κι εσύ, Απολίθωμα, τι έκανες για να στηρίξεις τη (νέα) ηγεσία της Αλέκας; Κράτησα πρόχειρες σημειώσεις εν είδει ανταπόκρισης από όσα είπε στην εκδήλωση στη Νομική για τα 50 χρόνια από τη Μεταπολίτευση -ήθελα να πω την επαναφορά της αστικής κοινοβουλευτικής δημοκρατίας. Κι αν είχε καταγραφεί σε βίντεο, θα το μελετούσα για να μην έχω το άγχος πως μεταφέρω κάτι στο περίπου και το στρεβλώνω ακούσια, λόγω έλλειψης ακριβολογίας ή των συμφραζόμενων. (Αλλά μόλις με ενημερώνουν από το κοντρόλ ότι έχει βγει ολόκληρο το κείμενο της εισηγητικής ομιλίας της στο portal, οπότε όσοι θέλουν ας ανατρέξουν εκεί, χωρίς άγχος).

Ας δούμε λοιπόν κάποια βασικά σημεία.

Η μετάβαση στην αστική δημοκρατία ήταν προϊόν συναινετικού συμβιβασμού μεταξύ της χούντας και πολιτικών στελεχών της αστικής σκηνής, με επικεφαλής τον Καραμανλή τον πρεσβύτερο -αναγκαία η διευκρίνιση σε τέτοιες ηλικίες. Ωστόσο, η χούντα ήταν ήδη απονομιμοποιημένη στη συνείδηση του λαού. Κι αν είχε πέσει από τη δική του πάλη, οι εξελίξεις θα ήταν διαφορετικές.

Η δικτατορία βρήκε τελείως απροετοίμαστο το λαϊκό κίνημα και κυρίως την οργανωμένη πρωτοπορία του. Ο βασικός λόγος που επιβλήθηκε ήταν η βαθιά κρίση του αστικού πολιτικού συστήματος και η ανάγκη εκσυγχρονισμού του, που απέφερε την κατάργηση του θρόνου και δύο νέα κόμματα με διαφορετικά χαρακτηριστικά, σε μια νέα φάση καπιταλιστικής ανάπτυξης -κεϊνσιανές κρατικοποιήσεις και μια σειρά μεταρρυθμίσεις, που θεωρήθηκε λανθασμένα ότι είχαν προοδευτικό, φιλολαϊκό πρόσημο.

Η χρήση του όρου «μεταπολίτευση» είναι αποπροσανατολιστική. Στην επέτειο των 50 χρόνων, τα αστικά κόμματα υμνούν το «κράτος δικαίου», το «κράτος πρόνοιας», την αστική δημοκρατία και στηλιτεύουν την «παραβίασή» της -τότε από τους Συνταγματάρχες ή σήμερα από την κυβέρνηση της ΝΔ. Αλλά το κράτος έχει πάντα ταξικό περιεχόμενο και η δικτατορία του κεφαλαίου έχει συνέχεια με διάφορες μορφές -δημοκρατικές ή δικτατορικές.

Η χούντα ακολούθησε την ίδια πολιτική σε δυο κρίσιμους τομείς -τις διεθνείς σχέσεις και την οικονομία, δρώντας με συνέπεια υπέρ των μονοπωλίων. Σύντομα οι αντιδράσεις του αστικού πολιτικού κόσμου καταλάγιασαν, καθώς η κυρίαρχη τάξη είδε τα συμφέροντά της να διασφαλίζονται. Ας σημειωθεί, επίσης, ότι μέτρα καταστολής όπως οι εξορίες - εκτοπίσεις και οι φάκελοι κοινωνικών φρονημάτων, προϋπήρχαν της χούντας.

Αυτό δε σημαίνει πως εξισώνουμε τη χούντα με την αστική κοινοβουλευτική δημοκρατία, όπου το κίνημα έχει σχετικά περισσότερη ελευθερία να δράσει. Δε θεωρούμε όμως την τελευταία ως απαύγασμα δημοκρατίας. Σημειωτέον ότι η Χρυσή Αυγή αναδείχθηκε (και) μέσω εκλογικών διαδικασιών, ότι η δικτατορία του Μεταξά επικυρώθηκε από το αστικό κοινοβούλιο -με πλήρη συναίνεση των δύο μεγάλων συνασπισμών- και ότι ο Χίτλερ ανήρθε στην εξουσία με εκλογές. Επιπλέον, η ναζιστική διακυβέρνηση είχε -για τους δικούς της πολεμικούς σκοπούς- αρκετά στοιχεία κεϊνσιανισμού, ενισχύοντας το συμπέρασμα πως η δικτατορία του κεφαλαίου είναι ανεξάρτητη από την απόχρωση της εκάστοτε κυβέρνησης -δεξιάς, «αριστερής» κτλ.

Η αστική τάξη προτιμά την αστική δημοκρατία, που της παρέχει ευρεία πολιτική νομιμοποίηση, χωρίς να απεμπολεί τα εργαλεία της κρατικής καταστολής.

Το ΠΑΣΟΚ και ο ΣΥΡΙΖΑ είναι κόμματα που μπορούσαν να κάνουν καλύτερα τη δουλειά των αστών, ξεγελώντας κάποια λαϊκά στρώματα ότι είναι τάχα προοδευτικά. Σήμερα παρουσιάζονται δυσκολίες στη δικομματική εναλλαγή και τη συγκρότηση του σοσιαλδημοκρατικού πόλου, ενώ ο ΣΥΡΙΖΑ έχει γίνει έξι κομμάτια. Δεν τον διέλυσε όμως ο Κασσελάκης -αλίμονο αν ένα μόνο άτομο μπορεί να διαλύσει ένα κόμμα. Ο ΣΥΡΙΖΑ εκφυλίστηκε γιατί ανέλαβε την ευθύνη να διασώσει το σύστημα, σε μια δύσκολη καμπή. Όσοι λένε σήμερα ότι δεν υπάρχει αντιπολίτευση, το κάνουν συνήθως εκ του πονηρού. Η μόνη πραγματική αντιπολίτευση είναι στους δρόμους και είναι η άνοδος της ταξικής πάλης.

Τα αστικά κόμματα καταθέτουν σειρά «ρεαλιστικών, κοστολογημένων» προτάσεων. Δηλαδή αντιλαϊκών. Με αυξήσεις που δεν ξεπερνούν το ένα ευρώ/μέρα -δεν έχουν πρόβλημα να δώσουν μερικά ψίχουλα, εφόσον το λαϊκό εισόδημα είναι κάτω κι από τα επίπεδα του ’09. Παράλληλα, συνεχίζεται η επέλαση των μονοπωλίων της ιδιωτικής εκπαίδευσης -που γιγαντώνεται διαρκώς τις τελευταίες δεκαετίες. Δεν υφίσταται όμως, ούτε μπορεί να νοηθεί κάποιου είδους «ειρηνική συνύπαρξη» της δημόσιας Παιδείας, με την ιδιωτική.

Τα αστικά κόμματα τσακώνονται κυρίως για τα λεφτά του Ταμείου Ανάκαμψης -σε ποια τσέπη και ποιον όμιλο θα καταλήξουν. Δε λένε ούτε λέξη όμως για το σφαγείο του πολέμου, τις υπέρογκες δαπάνες, τη μετατροπή σχεδόν όλων των λιμανιών σε πολεμικά ορμητήρια. Η σημερινή κατάσταση θυμίζει έντονα τον Μεσοπόλεμο, όταν την παγκόσμια κρίση τη διαδέχτηκε ο παγκόσμιος πόλεμος -ως διέξοδος για τις αστικές τάξεις. Σήμερα τα σύννεφα πυκνώνουν επικίνδυνα, όχι γιατί τάχα δεν υπάρχουν κεφάλαια για επενδύσεις, αλλά γιατί αυτά λιμνάζουν αναξιοποίητα και δημιουργούν το έδαφος για μια νέα συγχρονισμένη οικονομική κρίση.

Στον δεύτερο γύρο τέθηκαν ενδιαφέροντα ερωτήματα, πχ για την ντε φάκτο νομιμοποίηση του ΚΚΕ -και πώς επιτεύχθηκε-, για το (εσωχουντικό) πραξικόπημα του Ιωαννίδη, για το Κυπριακό και την αστικοποίηση του ΑΚΕΛ, για το πόσο δημοκρατικά διαμορφώνεται η κοινή γνώμη σε μια αστική δημοκρατία, με την τυπική ισότητα των πολιτών και κάθε γνώμης.

Απαντώντας, μεταξύ άλλων η Αλέκα είπε:

-για την εμπειρία της επί χούντας ως λογίστρια σε ένα μαγαζί της Ερμού και για μια απεργία των εμποροϋπαλλήλων για το ωράριο, που δείχνει πως το κίνημα θα είχε πολύ μεγαλύτερα περιθώρια αντίδρασης -αν ήταν κατάλληλα προετοιμασμένο και προσανατολισμένο- το ’67, πριν δηλαδή σταθεροποιηθεί το καθεστώς της δικτατορίας.

-για το ΚΚΕ που ποτέ δε συμβιβάστηκε, ποτέ δε δείλιασε να δώσει μια μάχη, ακόμα και όταν η στρατηγική του είχε κάποια προβληματικά στοιχεία (περί εθνικής αστικής τάξης κτλ).

-για τα συνθήματα που ακούστηκαν στην πόλη της Βαλένθια -el pueblo salva al pueblo- αντιγράφοντας ίσως τα αντίστοιχα δικά μας.

-για την ιμπεριαλιστική πυραμίδα -ας την πούμε έτσι-, την άνοδο περιφερειακών δυνάμεων όπως η Νιγηρία και την παρουσία της Ρωσίας, που είναι μια σημαντική ιμπεριαλιστική δύναμη. Αν δεν κάνω λάθος, είναι η πρώτη φορά που αναφέρεται ανοιχτά ως τέτοια κι όχι πχ ως μέλος του υπό διαμόρφωση πόλου των BRICs ή στο πλαίσιο του σφοδρού καπιταλιστικού ανταγωνισμού της με τον ευρωνατοϊκό ιμπεριαλισμό.

-για το ΚΚΕ που έπαψε να υποστηρίζει τη θέση του ΑΚΕΛ για διζωνική, δικοινοτική Ομοσπονδία, εκτιμώντας πως οδηγεί αντικειμενικά σε μια μορφή συνομοσπονδίας, συνεπώς σε δυο διαφορετικά κράτη χωρίς υπόσταση και κατ’ επέκταση σε μια πιθανή απορρόφησή τους -με διπλή ένωση.

-για αυτό που είδε ο κόσμος στον ΣΥΡΙΖΑ και δεν το είδε στο ΚΚΕ την περίοδο 2012-15: μια κυβερνητική πρόταση, που ευτυχώς δεν την στηρίξαμε, γιατί θα ήμασταν για κρέμασμα -και θα είχαμε περάσει μόνοι μας τη θηλιά. Το πρόγραμμα του ΚΚΕ δε μιλούσε για συμμετοχή σε μια αστική κυβέρνηση. Δεν αρκεί όμως να έχεις μια θέση, αν δεν την συζητάς με τον κόσμο, και πρέπει όλοι να μελετήσουν τη σοβαρή αυτοκριτική που έκανε σχετικά η κετουκε στο 19ο Συνέδριο.

-Για την πείρα της Αλέκας από την τριβή της με τον κόσμο και πολλούς εργάτες στα εργοστάσια, που παράγουν όλο τον πλούτο αλλά αμφιβάλλουν για τη δύναμη της τάξης τους: Μπορούμε εμείς να γίνουμε εξουσία και να διευθύνουμε την κοινωνία; Άντε ρε...

-για την κρίσιμη απουσία μιας κομμουνιστικής νεολαίας επί 25 χρόνια, από όταν η ΟΚΝΕ απορροφήθηκε από την ΕΠΟΝ. Κι αυτό έχει ιδιαίτερη αξία όταν το σημειώνει μια σφισσα της γενιάς των Λαμπράκηδων, που έζησε από πρώτο χέρι την εμπειρία, τις αντιφάσεις και τους περιορισμούς εκείνης της μορφής, και την ανάγκη να γίνει η ΚΝΕ από το μηδέν, μες στα σκοτάδια της χούντας και της κρίσης του Κόμματος.

-Για τη γραφομηχανή που χρησιμοποιεί -εκτός και αν το ’πε χαριτολογώντας- και τα γράμματα που δεν μπορεί να βγάλει πια. Στο κλείσιμο έκανε και μια υπενθύμιση -όχι απλώς ευχή- πως θα ξαναβρεθούμε, στο Πολυτεχνείο και την απεργία.

Η κε του μπλοκ από την πλευρά της είχε διάφορες σκέψεις, συνειρμούς και προβληματισμούς, αλλά προτίμησε να τους κρατήσει για μια άλλη περίσταση, με περισσότερους συνομήλικους παρόντες. Αυτή έγινε κυρίως για τα παιδιά της ΚΝΕ από τη ΝΟΠΕ, που είχαν προτεραιότητα.

Ρίχνω απλώς μερικά ερωτήματα προς μελλοντική διερεύνηση;

Μπορούσε να γίνει με άλλον τρόπο ο αστικός εκσυγχρονισμός της πολιτικής σκηνής;
Μπορεί να δούμε και στην εποχή μας κάποιο πραξικόπημα για τον ίδιο λόγο;
Γιατί δεν ήταν αρκετή για τον απαιτούμενο εκσυγχρονισμό η στήριξη μιας κυβέρνησης της ΕΚ, που είχε ισχυρό λαϊκό έρεισμα και είχε επιμέρους βασικές διαφωνίες με το Παλάτι;
Υπήρχε επαναστατική κατάσταση το ’74; Έπρεπε/μπορούσε να τεθεί ζήτημα εξουσίας;

Και ως κατακλείδα, κάτι σχετικά με τις δύσκολες ισορροπίες ανάμεσα σε διάφορα εύκολα δίπολα.

Η «ανωμαλία» της επταετίας ήταν το κλειδί για την ομαλή αναπαραγωγή της αστικής κυριαρχίας. Αλλά η χούντα δε θα μπορούσε να σταθεί ούτε μέρα χωρίς τη στήριξη του αμερικάνικου ιμπεριαλισμού. Είναι απολύτως σωστό και αναγκαίο να αναδεικνύονται οι εσωτερικές αιτίες που οδήγησαν στο πραξικόπημα, χωρίς όμως να βγαίνει λάδι ο ιμπεριαλισμός των ΗΠΑ -ένα άθλημα στο οποίο διαπρέπουν πχ οι ανακοινώσεις του ΣΥΡΙΖΑ, από όταν έγινε υπεύθυνη κυβερνητική δύναμη, μέχρι σήμερα που πιθανότατα παύει να έχει αυτόν τον ρόλο.

Ένα άλλο δίπολο: οι παλιοί αγωνιστές επιμένουν πως δεν πρέπει να ευτελίζουμε ως όρο τη χούντα, με την κατάχρησή του για ασήμαντες αφορμές. Και θεωρούν συχνά πως όσοι φωνάζουν το σύνθημα «η χούντα δεν τελείωσε το ’73» δεν έζησαν τι ακριβώς ήταν για να εκτιμήσουν τι κατακτήσαμε με τη Μεταπολίτευση και τι σημαίνει να μην έχεις παντού τον χαφιέ που μας ακολουθεί.

Κι ίσως έχουν δίκιο. Αλλά όσοι φωνάζουν αυτό το σύνθημα, ξέρουν καλά πως αυτό που ζουν δεν είναι η δημοκρατία που τους διαφημίζουν -μέχρι και ο χλιαρός, ρηχός Πορτοκάλογλου έγραφε: χούντα δε γνωρίσαμε, ούτε δημοκρατία. Και ίσως όλος αυτός ο κόσμος -που φωνάζει το σύνθημα- να προσεγγίζει διαισθητικά τη θέση του ΚΚΕ για το αστικό κράτος και τη δικτατορία του κεφαλαίου, που έχει συνέχεια.

Στο Πολυτεχνείο θα ήταν πιθανότατα τυχοδιωκτισμός να τεθεί ζήτημα εξουσίας. Οι φοιτητές θεωρούσαν προβοκάτορες όσους έγραφαν απογειωμένα συνθήματα -πχ κάτω το Κράτος και το Κεφάλαιο. Στον αντίποδα, ήταν θεμιτό και απαραίτητο να υπάρξει ρήξη με τη γραμμή συναίνεσης (του Ρήγα και άλλων) στην απόπειρα «φιλελευθεροποίησης» της χούντας, που στόχευε στη μακροχρόνια εδραίωσή της, με δημοκρατικό μανδύα.

Κατά συνέπεια, η σωστή γραμμή δεν είναι το μίζερο κυνήγι του «εφικτού», ούτε όμως το πιο τολμηρό - προχωρημένο σύνθημα, που «κερδίζει» όλα τα άλλα. Η σωστή γραμμή περνάει μέσα από την ανάλυση της κατάστασης και από στόχους που συσπειρώνουν τον λαό, για να ανεβάσουν τις διαθέσεις του, το κριτήριό του και την αγωνιστική του πείρα. Κι αυτό μπορεί να ακούγεται εύκολο στα λόγια, αλλά είναι από τα πιο δύσκολα καθήκοντα στην πράξη.

Ίσως όλα αυτά απαιτούν ειδική ανάλυση, αλλά και περισσότερο χώρο, οπότε καλύτερα να μείνουν για μια άλλη μελλοντική ανάρτηση.

Παρασκευή 20 Σεπτεμβρίου 2024

Πότε θα κάμει Φεστιβάλ...

Σκόρπιες, μεταμοντέρνες, κατά βάση (προ)φεστιβαλικές σημειώσεις


Λοιπόν, το Φεστιβάλ είναι κάπως σαν το Μουντιάλ, αλλά χωρίς χορηγούς και ηττημένους, όπου παίζει μπάλα η τάξη μας και δείχνει πόσα ξέρει να κάνει
(θαυμάσια, θαυμάσια, πάντα με την μπάλα, θαυμάσια, που θα έλεγε στα ντουζένια του και ένας δεξιός). Αναρωτιέσαι ποιο ήταν το καλύτερο της ιστορίας, αν θα έπρεπε να γίνεται πιο συχνά, να έχει μεγαλύτερη διάρκεια, περισσότερες συμμετοχές. Ονειρεύεσαι να ανέβεις μια μέρα στη σκηνή του, αλλά έτσι κι αλλιώς είσαι ένα μικρό εξάρτημα της μηχανής του κι αυτό κομμάτι της ζωής σου, αυτό με τις πιο γλυκές αναμνήσεις -χωρίς χορηγούς και τη Λάκτα.

Στο Φεστιβάλ φοράνε όλοι τα καλά τους, δηλαδή το καλό τους πρόσωπο -που δεν είναι όμως προσωπείο. Οι σφοι χαμογελάνε, λάμπουν από έξαψη γιατί ήρθε πάλι εκείνη η εποχή του χρόνου, ο κόσμος δεν γκρινιάζει στις ουρές (είναι ακόμα πρώτες μέρες, γι’ αυτό), μέχρι και οι χαμουτζήδες σφοι μιλάνε σωστά.

Και να, Αθηνέζε αδερφέ μου, που μάθαμε να κουβεντιάζουμε ήσυχα και απλά.
Έτσι να λέμε πια τα σύκα σύκα και τη σκάφη σκάφη.
Και τα σουβλάκια, σουβλάκια. Καταλαβαινόμαστε πλέον. Δε χρειάζονται περσότερα.

Τι ωραίο που ’ναι το 50άρι στο σήμα του Φεστιβάλ με τον Ρίτσο -τη Σωτηρία και άλλους! Αν και ένα κολάζ με φωτογραφίες ίσως να ήταν ακόμα πιο εντυπωσιακό -λέμε τώρα. Έξω από την οργανωτική επιτροπή πολλά τραγούδια λέμε -δικό σας. Βασικά η αφίσα έπρεπε να έχει σε μια γωνιά και τον Μαλάμη, με ένα κοντόξυλο. Δε λέω, συγκινητικά τα κείμενα επανασύνδεσης, αλλά σαν την περιφρούρηση δεν έχει. Που είναι πρωτίστως πολιτική έννοια, βεβαίως-βεβαίως. Βάρα μας/τους Μαλάμη...
Έχουμε μια ανοιχτή αγκαλιά για όλους.

Για κάποιους περαστικούς που δεν ακούμπησαν το Φεστιβάλ είναι μόνο οι συναυλίες. Για τα κανάλια, που δεν ακουμπάν τέτοια επικίνδυνα θέματα, το Φεστιβάλ είναι δέκα δεύτερα στιγμιότυπα από την ομιλία του ΓΓ. Ενώ για κάποιους πολύ αντισυστημικούς ρεπόρτερ, που δεν κόβουν καν κουπόνι ενίσχυσης, μπορεί να είναι ένα μπλουζάκι για τις Σκουριές, που τους φαίνεται παράταιρο με τα φεστιβαλικά συμφραζόμενα. Κι όταν μεγαλώσει ο εν λόγω αντισυστημικός θα γράψει τη «λέσχη των αθεράπευτα κομπλεξικών», για να κλείσει η τριλογία του Γκενασιά -ο οποίος τουλάχιστον έχει ταλέντο.

Αστερίξ, να του(ς) δείξω πόσο σταλινικός ευγενικός μπορώ να γίνω;
Όχι, Οβελίξ, συγκρατήσου. Η περιφρούρηση εξάλλου είναι πρωτίστως πολ...
-Ναι, ναι, τα έχουμε ξανακούσει. Νια-νια, νια-νια, νια-νια.
Άλλωστε αυτοί είχαν πέσει μικροί στη χύτρα με την αλλεργία στο ΚΚΕ. Χαμένες περιπτώσεις, σαν την άνοιξη του Τσίρκα.

Το Φεστιβάλ δεν είναι (μόνο) οι ομιλίες, δεν είναι (μόνο) οι συναυλίες. Είναι η διαλεκτική τους ενότητα, κάτι παραπάνω από το τυπικό τους άθροισμα, κάτι παραπάνω από ένα Φεστιβάλ -mes que un κόμμα. Είναι ο κόσμος που το αγκαλιάζει και το γιγαντώνει -για να αγκαλιάσει όλον τον κόσμο. Το άπειρο πλήθος, η ποσότητα που γίνεται ποιότητα, οι μάζες που κινούνται -αν και όχι πολύ εύκολα μες στον συνωστισμό- γράφοντας ιστορία, μπρος στα μάτια μας.

Πραγματικά τυφλός είναι όποιος δε θέλει να δει και βλέπει όσα θέλει -για το φεστιβάλ και το κόμμα- με τα μάτια της ψυχής του, διορθώνοντας την πραγματικότητα με τις επιθυμίες του. Κι αν τα κανάλια των εφοπλιστών κάνουν πως δε μας βλέπουν, δεν πάσχουν από μυωπία, ούτε κάνουν τη στρουθοκάμηλο που απωθεί τον φόβο και ξεγελά τον εαυτό της πως δεν υπάρχει. Είναι η ομερτά της σιωπής που επικρατεί για λόγους ταξικούς. Και μόνο.

Κι αν έρθουν ποτέ οι Χατζηφραγκέτα στο Τρίτση, θα δικαιωθεί και ο Τσολιάς, που έλεγε μεταξύ σοβαρού και αστείου για τους πολιτικά άστεγους φασαίους που χτυπάν το κουδούνι του Περισσού, πλακώνονυν κατά κύματα και δε θα ξέρει το κόμμα πώς να τους διαχειριστεί ή να τους διώξει.

Λες να έρθουν όντως -οι ΧΦ, όχι οι φασαίοι; Για φαντάσου... Imagine ρε, που θα έλεγε κι ο Λένιν, εε... δηλαδή ο Λένον, ωχ με συγχωρείτε, ήταν τυχαίο.
-Μα τι ωραία σαρδάμ που κάνετε, κύριε γενικέ; Γι’ αυτό είστε ο δημοφιλέστερος...

Το Φεστιβάλ είναι η νιότη του κόσμου. Αν ψάχνεις το ελιξήριο και αιώνιους έφηβους, δε χρειάζεται να δεις τον Βασίλη αλλά το κοινό του που χτυπιέται από κάτω, τον παλμό των ασπρομάλληδων νέων (πλην Σοφιανού), τον ενθουσιασμό των βετεράνων από το Σπίτι του Αγωνιστή. Να πας λίγο δίπλα τους, να σε ευλογήσουν με την αύρα τους, να νιώσεις ότι πήγες εκεί να καθίσεις με τη νεολαία, με την Ιστορία, με την επανάσταση! Το μυστικό της αιωνιότητας, το νέο που παλεύει να γεννηθεί και να τα αλλάξει όλα από τη ρίζα τους. Αχ, να ’ταν η νιότη (του κόσμου) δυο φορές...

Ίσως κάποιοι νιώθουν πολύ μεγάλοι πια για να ενθουσιαστούν (με το Φεστιβάλ και γενικώς), για να ερωτευτούν, για να αλλάξουν τον κόσμο επαναστατώντας -όλα αυτά είναι περίπου ταυτόσημα. Το 1917 ο Λένιν ήταν 47 χρονών, τον φώναζαν ήδη γέρο και ο ίδιος έλεγε πως την επανάσταση θα την ζήσουν οι επόμενες γενιές. Αλλά δεν κάθισε -με τη νεολαία- να κλαίει τη μοίρα του στο περιθώριο της ιστορίας, ούτε έβαλε μαλλιά, σαν τον Βασίλη (τον Μπογιό και άλλους), παρά μόνο μια περούκα για να κρυφτεί στη Φινλανδία από τους διώκτες του, μέχρι να δώσει το σύνθημα για την έφοδο στον ουρανό και τα χειμερινά ανάκτορα.

Μπορείς άραγε να φυτέψεις νέες φωνητικές χορδές, εκτός από μαλλιά; Και ποιος συνδυασμός μας δίνει τον τέλειο τραγουδιστή, τον καλύτερο στα χρονικά του Φεστιβάλ (κάπως σαν το αντίστοιχο κυνήγι στον «δράκουλα των Εξαρχείων», του Τζίμη και του Τζούμα, που κι αυτός βασικά με το Φεστιβάλ καταπιανόταν. Κράζεις, θαυμάζεις...)


Η φωνή του Βασίλη με την εγκράτεια και τη ζωή -χωρίς καταχρήσεις- του Νταράλα. Η Μποφίλιου, αλλά 40 χρόνια πριν, και με άλλο ρεπερτόριο. Ο Καζαντζίδης -κι ας μην ήρθε ποτέ αυτοπροσώπως- με τον μαγικό ζωμό της αθανασίας, για τους θαυμαστές του. Και ο Μητροπάνος για τους δικούς του -που η νοσταλγία τους γεμίζει σκηνές με την Πέγκυ Ζήνα, για χάρη του. Σ’ αρέσει στα κρυφά και ο Μουζουράκης -αρκεί να μην ανεβαίνει κόκαλο στη σκηνή. Ο Ξυλούρης και ο Μεράντζας, που τραγουδά στο Φεστιβάλ από όταν είχε μούσια και πυκνό μαλλί. 


Κι αν βάλουμε στη συζήτηση κάποιον ράπερ, καλύτερα να μείνει εκεί και να πούμε κάτι άλλο -πχ για τον Μουζουράκη, που μπήκε λαθρεπιβάτης σε αυτή τη συζήτηση. Ή για τον καιρό. Λες να βρέξει;
Φυσικά θα βρέξει, Φεστιβάλ έχουμε...

Πότε θα κά- βρε πότε θα κάμει Φεστιβάλ.
Βρε πότε θα Σεπτεμβρίσει... (...) και την έμορφη Αλέκα.
Να κάμω νότες, να κάμω νότες δίχως γιο (και «γιο» και πάλι «γιο», μπρο).

Ακολουθεί εσωτερικός μονόλογος -διάλογος, αν λάβεις υπόψη τον εσωτερικό αντίλογο. Αλλά βασικά δε χρειάζεται να λάβεις τίποτα υπόψη. (Μη δίνετε σημασία, κάτι δικά μου -και ο αντίλογός τους).

-Το χιπ-χοπ έχει σαφώς λαϊκά, αν όχι ταξικά χαρακτηριστικά. Είναι η καρδιά ενός άκαρδου κόσμου, τρόπος έκφρασης για τους αποκλεισμένους που δεν έχουν άλλο τρόπο να ακουστούν και τα λεφτά για σπουδές σε ένα ωδείο.

-Αυτό δε λέει κάτι από μόνο του. Πολλές μουτζούρες στην τέχνη -και την ιστορία- είχαν αντίστοιχο ταξικό υπόβαθρο, χωρίς αυτό να τους δίνει άλλοθι. Δεν είναι η μουσική των καταπιεσμένων -πολύ περισσότερο ενάντια στην καταπίεση.
-Και τι ήθελες δηλαδή; Οργανωμένη καχυποψία για το είδος, όπως κάποτε για το ρεμπέτικο;
-Όχι απαραίτητα. Θα ήθελα όμως διαπάλη, διάλογο και κριτικές προσεγγίσεις, πχ για τον άκρατο μιμητισμό της εγχώριας σκηνής, χωρίς να υπάρχει -κατά κανόνα- ένα δημιουργικό πάντρεμα με κάποια δικά μας στοιχεία.
-Μα ό,τι ακούς και έχεις αποδεχτεί (ποπ, ροκ και δε συμμαζεύεται) είναι εξίσου δυτικότροπα και εισαγόμενα, σαν τον Λαλάκη. Να τα αποκηρύξουμε και αυτά και να ξεμπερδεύουμε;
-Και τι θα ήταν σήμερα η λαϊκή (ποπ) κουλτούρα, χωρίς «αμερικανιές»; Χωρίς ντραγκζ, χασίσια και όλα αυτά για τα οποία -δεν- αγωνιστήκαμε;

Τοίχος, αδιέξοδο, τέλος εσωτερικής διαπάλης. Οι χτεσινές εισηγήσεις στη συζήτηση για τη λαϊκή κουλτούρα, έβαλαν καλύτερα κάποια πράγματα.

Τι λέγαμε όμως; Α, ναι. Η σχέση του Φεστιβάλ με την Ιστορία. Που την αποτυπώνει σαν καθρέφτης, ακόμα και στις χειρότερες στιγμές, όπως τη διετία 1989-91, που στην κεντρική έκθεση του Φεστιβάλ μπαίνει συμβολικά σε έναν σκοτεινό θάλαμο, σαν στενωπό -στενεύουν τα περάσματα, οι φίλοι μου φαντάσματα, που πλανώνται επίμονα πάνω από τον γηραιό κόσμο που σαπίζει.

Πότε ήταν όμως το καλύτερο Φεστιβάλ; Το (πιο) μεγάλο, ωραίο και συγκλονιστικό; Ήταν όσα δεν προλάβαμε ή αυτά που δεν έχουμε ζήσει ακόμα; Αυτά που ζήσαμε ή αυτά που ζούμε τώρα;

Η αίγλη και τα ιερά τέρατα (των πρώτων χρόνων) της Μεταπολίτευσης; Η ανατριχίλα από τις συναυλίες, από την ανακοίνωση στα μεγάφωνα για τον θάνατο του Λοΐζου, που πάγωσε μια κόκκινη Πολιτεία; Ήταν τότε που στήναμε εννιαήμερο Φεστιβάλ -για τη σημειολογία του πράγματος- στο Γαλάτσι; Όταν φέρναμε τη Σόσα Μερσέντες και κάναμε -στον απόηχο του τιρινίνι- μια από τις μεγαλύτερες συναυλίες ρέγκε;

Ήταν στα Ιλίσια Πεδία, όταν φέρναμε την μπάντα Μπασότι να τραγουδά μες στη βροχή;
(Τελικά είναι πιο εύκολο να στηθεί ένα Φεστιβάλ στο μπόι των ονείρων μας, παρά στο μπόι των ωραιοποιημένων αναμνήσεων. Μην πας μακριά -ηλικιακά-, σκέψου απλώς όσους συνεχίζουν να θεωρούν την Πανεπιστημιούπολη ιδανικό μέρος για Φεστιβάλ. Και πού θα χωρούσε τόσος κόσμος; Έλα μωρέ τώρα. Εδώ υπάρχει ένα Φεστιβάλ μεγάλο και εσύ κολλάς σε κάτι πράγματα μικρά -σαν τον χώρο που έχουμε να σταθούμε).

Ή μήπως όσα ζούμε τώρα και θα λέμε μια μέρα πως ήμασταν κι εμείς εκεί; Τώρα που φέρνουμε τον συνδικαλιστή της Άμαζον και τους Ντεντ Πρεζ;
(Θα είμαι ειλικρινής. Εγώ και ο μισός μου κύκλος, από τη γενιά μου, τους αγνοούσε εντελώς. Θα γίνω ακόμα πιο ειλικρινής. Η ιστορία και το συγκρότημα μπορούν να αντέξουν το χτύπημα της μοίρας και να συνεχίσουν χωρίς να κοιτάν τη δική μας άγνοια και τη μελαγχολία που τους προκαλεί).
Μόνο αν περάσουν λίγα χρόνια, θα εκτιμήσουμε την πραγματική τους διάσταση.

Κι όμως, το Φεστιβάλ είναι ήδη σημείο αναφοράς, με διεθνή εμβέλεια. Ο Σμολς μας βλέπει ως τεράστιους, πρότυπο για μίμηση, οι αποστολές των άλλων νεολαιών θέλουν να γίνουν σαν την ΚΝΕ όταν μεγαλώσουν. Ο κόκκινος πλανήτης μπορεί να μην είναι πια το 1/6 και το 1/3 του κόσμου, μπορεί να θυμίζει τον Μικρόκοσμο του Μικρούτσικου, αλλά έχει το Φεστιβάλ ως την κορυφαία στιγμή στο παγκόσμιο εορτολόγιό του, φανερό καμάρι με κρυφή ζήλια σε μικρές δόσεις, όπως έβλεπαν κάποτε οι δικοί μας τη γιορτή της Ουμανιτέ στη Γαλλία, τον καιρό που ασφυκτιούσαμε στην παρανομία.

Και ήταν όλοι τους εκεί (η Καιτούλα και ο Σταμάτης) -με ηχηρές εξαιρέσεις, που είχαν ωστόσο νόημα και αιτία. Ακόμα και οι άλλοι απόντες, που έλειψαν για ό,τι πρέπει και για αυτό είναι μέσα σε όλα. Και δε θα μπορούσε να λείπει ασφαλώς ο επίσημος απρόσκλητος, που ήταν πάντα εκεί, σε όλες τις μεγάλες στιγμές, σε όλα όσα δεν έπρεπε να είναι.

Καλοκαίρι με ανομβρία και ρεκόρ λειψυδρίας; Ναι.
Που έχει καύσωνα διαρκείας και ξεραίνονται ακόμα κι οι ελιές; Ναι.
Σε ένα λεκανοπέδιο, που δεν έχει ποτέ αρκετό νερό για τους κατοίκους του.
Ωραία.
Και τι καιρό θα κάνει τις μέρες του Φεστιβάλ; Θα βρέχει.
Κάντε λιτανείες και χορούς της βροχής εσείς...

Κι όμως, όλα αυτά δεν είναι μεταφυσική. Τα εξηγεί πολύ καλά μια παλιά παιδική έκδοση της Σύγχρονης Εποχής, για το ταξίδι της σταγόνας, της βροχής -ή κάπως έτσι. Συσσωρεύονται δάκρυα και συγκινήσεις. Οι ήρωες παρελαύνουν νοερά μπροστά μας, όπως στην τοποθέτηση του Ντε Νίρο στο 13ο Συνέδριο. Αυξάνεται εκθετικά η υγρασία στα μάτια, στην ψυχή, στις αναμνήσεις και στην ατμόσφαιρα. Ο ουρανός βαραίνει από συγκίνηση, από τα πλήθη που εφορμούν να τον καταλάβουν. Το νερό επιστρέφει σαν ευλογία και σαν θυμίαμα, για την έφοδο. Μια λάθος νότα, μια άκαιρη τσιρίδα στις πρόβες, μια παραφωνία είναι ικανές να επισπεύσουν το κακό.

Αλλά δεν πειράζει, λίγη λάσπη μετά τη βροχούλα θα την αντέξουμε. Εδώ έχουμε αντέξει τις χειρότερες εκδοχές της -και βροχής και άλλου είδους λάσπης. Κι αν συνεχίσει ο καιρός το ίδιο βιολί, θα ’ναι πάλι Φεστιβάλ παντός καιρού και το Σάββατο θα δούμε λασπομαχίες για μια καρέκλα -και γύρω σύντροφοι με ποπ-κορν.

Ούτε σε καταιγίδες, ούτε και με βροχές... Πολεμάμε και τραγουδάμε.

Μήπως όμως τραγουδάμε πολύ και πολεμάμε λιγότερο; Μήπως έχει συγκροτηθεί μια κάστα πανηγυρτζήδων (σιγά μην είναι και στρώμα), που ακολουθεί το κόμμα όπως οι γκρούπις το αγαπημένο τους συγκρότημα και κάθεται εδώ -με τη νεολαία και την επανάσταση; Που καταναλώνει στιγμές, με το... «ΚΚΕ travel» για τις εκδρομές, με ένα κόμμα εγγύηση για τον Πολιτισμό, για συναυλίες και Φεστιβάλ, με μαχητικά στελέχη που τους δίνουν ατάκες και υλικό για τα social, για να πουλάν μούρη με δανεική μαγκιά συντρόφων -πώς τους πετσόκοψε και πώς τα είπε έτσι...

Και τι να κάνουμε ρε εσύ; Να τους δίνουμε όπλα στην είσοδο να πολεμήσουν;
Να πάρω το, να πάρω το ντουφέκι μου. Και την έμορφη-η-η Αλέκα...

Αντιλαμβάνομαι τον προβληματισμό, αλλά γιατί να χάσουμε από την οπτική μας τη μεγάλη εικόνα; Την Κόκκινη Πολιτεία, που δεν έχει ούτε έναν χορηγό, δε χρειάζεται εργολάβους, ούτε ιδιώτες, είναι φτιαγμένη από την αρχή ως το τέλος με μεράκι και ανιδιοτελή προσφορά. Και πάνω από όλα δείχνει τι μπορεί να πετύχει η τάξη μας, όταν οργανωθεί και έχει πρόγραμμα. Εικόνα απ’ τα προσεχώς κι από το πώς θα μοιάζει η κοινωνία του μέλλοντος.

Και στο επόμενο πάνελ που θα ρωτήσουν κάποιον δικό μας, τάχα για να τον στριμώξουν: μα πού βρήκαν εφαρμογή αυτά που λέτε; Πού τα είδατε να γίνονται πράξη και να πετυχαίνουν;
Πρέπει βασικά να τους πει.
Στο Φεστιβάλ της ΚΝΕ. Αυτός είναι ο κόσμος που θα φτιάξουμε.
Και ο δικός σας, που σαπίζει, δεν αντέχει καμία σύγκριση μαζί του.

Υστερόγραφο

Δηλαδή μόνο πρόλογος; Για το Φεστιβάλ, αυτό καθαυτό δε θα πεις τίποτα;
Όχι, γιατί ξεφύγαμε πολύ σε έκταση. Αλλά ας πούμε αυτό, σαν πρόγευση-προδημοσίευση.
Τι σχέση έχει το «Μαρακαΐμπο» και η ιταλική ντίσκο με το νησί της επανάστασης;
Τι σχέση είχε η Ραφαέλα Καρρά με τον Φιντέλ; Και πώς συνδέονται όλα αυτά με το Φεστιβάλ;


Η απάντηση στο επόμενο επεισόδιο, όταν και όποτε γραφτεί...

Κυριακή 21 Ιουλίου 2024

Μεταπολίτευση - Τα καλύτερά μας χρόνια

Ίσως είναι κάπως άτοπο να νοσταλγείς τα χρόνια που δεν έζησες -τουλάχιστον όχι ως ενήλικας ή με ενεργή μνήμη- αλλά όλα λύνονται όταν μιλάς με όρους συλλογικού υποκειμένου και διαλεκτικής, η οποία είναι η απάντηση σε κάθε απορία, αντίφαση και σε όποιο φαινόμενο δεν καταλαβαίνουμε ή δεν μπορούμε να εξηγήσουμε -που είναι περίπου το ίδιο. Είναι διαλεκτικό...


Η μεταπολίτευση είναι ορόσημο για ιστορικούς, δημοσιολόγους και το κίνημα, ιδρυτική πράξη για την Γ’ Ελληνική Δημοκρατία, την «καλύτερη που είχαμε ποτέ» -μα εκατομμύρια φορές χειρότερη από τη «χειρότερη», την πιο αδύναμη και ανολοκλήρωτη Λαϊκή Δημοκρατία που θα έχουμε στο μέλλον. Σημείο αναφοράς για όσους την νοσταλγούν ασυνείδητα, επιδιώκοντας την επιστροφή σε μια φαντασιακή «κανονικότητα», που να της μοιάζει -το οποίο τηρουμένων των αναλογιών είναι εξίσου εφικτό με το να μπουν σε μια χρονομηχανή και να ταξιδέψουν πίσω στον χρόνο. Αλλά και για όσους την δαιμονοποιούν ως την πηγή όλων των δεινών της οικονομίας -χαμηλή παραγωγικότητα και ανταγωνιστικότητα, μνημόνια κτλ- που ισοδυναμεί με τη θεωρία της πεταλούδας: όταν ένας εργάτης/κλάδος παίρνει αύξηση, η χώρα βουλιάζει λίγες δεκαετίες αργότερα κι ας βρίσκονται διάφοροι εθελοντές να θυσιάσουν τον μισθό τους -σύμφωνα με τα λεγόμενα αρκετών πρωθυπουργών μας. Αντιθέτως, η οικονομία μας είναι οχυρωμένη απέναντι στο ράλι με τις αυξήσεις τιμών ή στα μεγάλα φαγοπότια -πχ του ’04- που δεν έχουν αντίστοιχη συνέχεια, αφήνοντας τα συσσωρευμένα κεφάλαια να λιμνάζουν.

Είναι δύσκολο να αποφύγει κανείς κάποιες επαναλήψεις, μιλώντας για την 50ή επέτειο της Μεταπολίτευσης. Αν ήταν κόμμα θα ήταν το ΠΑΣΟΚ. Αν ήταν εφημερίδα, η Ελευθεροτυπία και κανάλι, το Μέγκα. Η περίπου ταυτόχρονη κρίση αυτής της τριάδας στα χρόνια των μνημονίων σηματοδοτεί το οριστικό κλείσιμο ενός κύκλου που ούτως ή άλλως δεν είχε συνέχεια αλλά αιωρούνταν σαν άταφος νεκρός στον δημόσιο λόγο, ελλείψει άλλου σχήματος-αφηγήματος.

Ο όρος Μεταπολίτευση είναι μάλλον αγνώστου πατρός/μητέρας αλλά πιθανόν η πρώτη δημόσια καταγραφή του ήταν σε άρθρο του Φαράκου στον Ριζοσπάστη -αν δε με απατά η μνήμη. Στην αρχική του έννοια αναφερόταν αποκλειστικά στη χρονική στιγμή της μετάβασης στο δημοκρατικό, κοινοβουλευτικό πολίτευμα και είναι εντυπωσιακό πώς σταδιακά αλλάζει η χρήση του για να καλύψει μια ολόκληρη περίοδο. Που δεν είναι όμως ενιαία και χρήζει περαιτέρω περιοδολόγησης.

-η ηρωική περίοδος των πρώτων χρόνων, με την έντονη πολιτικοποίηση, τους μεγάλους απεργιακούς αγώνες, με τα «αυτόνομα σωματεία» για το φαντασιακό του εξωκοινοβουλίου -και της ΠΑΣΚΕ-, τα ταγάρια και τα αμπέχονα, τις ιστορικές συναυλίες και τη μαζικότατη επιρροή του πολιτικού τραγουδιού.
-η εποχή της ψευδεπίγραφης «Αλλαγής», ο οδοστρωτήρας του ΠΑΣΟΚ, ο μαζικός εκμαυλισμός συνειδήσεων, οι κατακτήσεις που επέτρεψαν σε πολύ κόσμο να ανασάνει (επιτέλους) ελεύθερα αλλά και να χάσει τα ταξικά γυαλιά του, ετοιμάζοντας τις ήττες του προσεχούς διαστήματος.
-η επικράτηση της αντεπανάστασης και της αποστράτευσης -«μετά την καταστροφή» και το τέλος της ιστορίας. Κι ο αδύναμος -πλην υπαρκτός ακόμα- αντίκτυπος κάποιων κατακτήσεων της περασμένης περιόδου, χωρίς αντίστοιχα ισχυρό κίνημα για να τις υπερασπιστεί και να τις διασφαλίσει.

Θεωρητικά αυτός ο αντίκτυπος επέζησε στην υποτιθέμενη -και χιλιοτραγουδισμένη στον αστικό τύπο- «ιδεολογική ηγεμονία» της Αριστεράς -και των μηνυμάτων του Πολυτεχνείου. Ενδεικτικό, ωστόσο, για το περιορισμένο εύρος της και τα πλήγματα που είχε δεχτεί ήδη το ’91, είναι μια σειρά εκπομπών της Μαρίας Ρεζάν στην ΕΡΤ, εν είδει ανασκόπησης για κάθε χρονιά μετά την Μεταπολίτευση, με διάφορους καλεσμένους διάφορων χώρων. Όπου όχι μόνο αισθάνεται άνετα η ίδια να παρουσιάσει ως θέσφατα τις δικές της συντηρητικές απόψεις -σε κυβερνητικό μέσο εργαζόταν άλλωστε- αλλά τις εξέθετα και επιθετικά από τη θέση του «καταπιεσμένου δεξιού» που νιώθει νικητής και υποχρεώνει σε πολιτική αναδίπλωση, αμυντικό ύφος και απολογητική στάση τους συνομιλητές της -ακόμα και από τον χώρο του ΠΑΣΟΚ.

Αυτές τις μέρες -και λόγω της ημέρας- οι εκπομπές αυτές προβάλλονται σε επανάληψη από την ΕΤ2 -όπως και η τηλεοπτική μεταφορά της «Αρχαίας Σκουριάς» και μια σειρά άλλες παραγωγές, που δείχνουν την τρομερή πολιτική δυναμική της εποχής της μεταπολίτευσης (δεν το λέω ως εγκώμιο για την οπτική της Δούκα ή την ποιότητα παραγωγής της σειράς αλλά για το πολιτικό κλίμα της εποχής). Καλεσμένος για το ’81 ήταν ο «αριστερός» Σαββόπουλος, σε μια από τις πρώτες εκδηλώσεις της στροφής του και μια εθελοντική επίδειξη οσφυοκαμψίας σε διάφορα ζητήματα. Κι αύριο -αν δεν κάνω λάθος- προβάλλεται η εκπομπή για το ’89, όπου αν μας αγαπά ο θεός των αναμνήσεων θα ήταν καλεσμένος ο Χαρίλαος ή έστω ο Μίμης -για να συναγωνιστεί τον Διονύση σε πρώην αριστεροσύνη. Αλλά δε ζούμε σε ένα δίκαιο κόσμο -και η μεταπολιτευτική ψευδαίσθηση πως τον φτιάχνουμε είχε ήδη τελειώσει.

Εφόσον μιλάμε πάντως για τηλεοπτικές παραγωγές και δη της ΕΡΤ, ίσως η καλύτερη σχετική αναφορά για τη θεματική μας να μην είναι καν πολιτική, αλλά μια πρόσφατη κωμική σειρά, που την προδίδει βασικά ο τίτλος της ανάρτησης. Είναι μια ισπανική ιδέα, καθώς δεν είναι καθόλου τυχαίοι οι παράλληλοι ιστορικοί βίοι των δύο χωρών και οι συγκριτικές μελέτες για την ταυτόχρονη Μεταπολίτευση που έζησαν -με τους Ισπανούς όμως να μην επιβάλλουν καν τη δική μας λειψή «αποχουντοποίηση», έχοντας πχ μέχρι πολύ πρόσφατα τον Φράνκο σε μαυσωλείο! Η σειρά μπορεί να μην ξεφεύγει από τις πάγιες αδυναμίες ελληνικών παραγωγών -κάποιες σεναριακές ευκολίες, μια σκηνοθετική προχειρότητα ή κάποια κοιλιά στη ροή των επεισοδίων- αλλά έχει πολλά θετικά σημεία και πάνω από όλα τη γενική σκοπιά της, που είναι παραπάνω από έντιμη και έχει κάτι να πει -πολύ περισσότερα πχ από ό,τι άλλοι, ντεμέκ σοβαροί και πολιτικοί καλλιτέχνες. Μας δείχνει μεταξύ άλλων πώς τα μικροαστικά, καταναλωτικά, νοικοκυραίικα ταπεινά ένστικτα παλεύουν και συμβιώνουν -ενότητα και πάλη των αντιθέτων- με τη φτωχική καταγωγή-αφετηρία, τον αγώνα για βιοπάλη -που γίνεται συχνά αγώνας στον δρόμο- και μια γενική λαϊκή περί δικαίου αίσθηση, κατά κανόνα ενάντια στην εξουσία.

Κι αν για κάποιους αυτά είναι τα καλύτερά τους χρόνια, απλώς και μόνο γιατί συνέπεσαν με την παιδική και την εφηβική τους ηλικία, είναι συνάμα κάτι παραπάνω για όλους μας, υπερβαίνοντας βιώματα, αναμνήσεις και υποκειμενικές προτιμήσεις.
Είναι η εποχή που τα πάντα ήταν μαζικά: το κίνημα και οι οργανώσεις του, οι πορείες και οι απεργίες, η βραδινή έξοδος και το γήπεδο -ακόμα και η ιδιώτευση, στο τέλος (της ιστορίας). Μια εποχή συσσωρευμένης ενέργειας, που βρήκε διέξοδο σαν λάβα στον δρόμο, βγήκε στο προσκήνιο, οραματιζόταν, δημιουργούσε, έδινε τον τόνο
. Για να ηττηθεί τελικά κατά κράτος. Ενσωματώθηκε, απογοητεύτηκε, ιδιώτευσε (πήγε κι έπεσε στον γκρεμό, καλός άνθρωπος ήτανε). Έζησε το δικό της «χαμένο φθινόπωρο» -αν υποτεθεί πως η αντίστοιχη άνοιξη ήταν πριν την επταετία της χούντας. Την κατάπιε η πλαστική ευμάρεια, το χαβαλέ, η μαζική απαξίωση των ιδανικών.

Δεν έχασε με το μαστίγιο, αλλά με το καρότο, για πρώτη φορά στα ελληνικά χρονικά, σχεδόν αμαχητί και οικειοθελώς, χωρίς να αφήσει στέρεα παρακαταθήκη. Είχε γερές δομές, ταλαντούχους παίκτες, σπουδαίες φάσεις και αυτοματισμούς, αλλά έχανε σταδιακά σε δυναμική, άρχισε να χάνει το παιχνίδι όταν όλα έμοιαζαν ευνοϊκά για να το χτυπήσει στα ίσια. Κι είχε ηττηθεί ήδη πολύ πριν επικυρωθεί η τελική ήττα με το σοκ (;) του ’89.

Γιατί όμως;
Αυτό είναι το βασικό ερώτημα, που δεν έχει μελετηθεί και απαντηθεί επαρκώς, κατά τη γνώμη μου. Η λαίλαπα του ΠΑΣΟΚ και η στρατηγική ανεπάρκεια της πρωτοπορίας είναι σαφώς οργανικοί όροι της απάντησης που ψάχνουμε αλλά όχι ικανοί να την δώσουν ολοκληρωμένα από μόνοι τους.


Η κε του μπλοκ χρεώνεται την θέση πως αν η Μεταπολίτευση ήταν κόμμα, θα ήταν το ΠΑΣΟΚ. Αλλά δεν είναι τόσο απλό -όπως φαίνεται ακόμα και στο σύνθετο πολιτικό μωσαϊκό της παραπάνω ιστορικής φωτογραφίας. Ούτε ήταν εξ αρχής χαμένη υπόθεση και μικροαστικές αυταπάτες που έσκασαν σαν φούσκες. Δε μιλάμε εξάλλου για το σημερινό ΠΑΣΟΚ, ούτε για ένα τυπικό σοσιαλδημοκρατικό κόμμα, αλλά για ένα μόρφωμα που δανειζόταν δικά μας συνθήματα, πουλούσε (φτηνό κι ανέξοδο πλην) αντιιμπεριαλισμό, έκανε «αριστερή κριτική» στη σοσιαλδημοκρατία πριν ενταχθεί στην Διεθνή της και έκανε λόγο για «απλή αλλαγή φρουράς» το ’74, πριν την ενσαρκώσει το ίδιο, κάνοντας την «Αλλαγή» τυπική, αστική εναλλαγή.

Ναι, η στρατηγική του ΚΚΕ ήταν επηρεασμένη από το σοβιετικό κέντρο. Αιφνιδιάστηκε από τη δυναμική εμφάνιση - εδραίωση ενός σοσιαλδημοκρατικού μορφώματος (ενώ διακήρυσσε για χρόνια πως δεν υπήρχε έδαφος για κάτι τέτοιο). Μιλούσε για «άθροισμα δημοκρατικών δυνάμεων» και ένα σχήμα σταδίων (σε μια ενιαία επαναστατική διαδικασία), ενώ η λογική της εξάρτησης υπέδειχνε στο εξωτερικό τη ρίζα των δεινών.
Αλλά ήταν ένα κόμμα που δεν είχε αυταπάτες για τις προγραμματικές προθέσεις-δηλώσεις του ΠΑΣΟΚ και είχε υποψιασμένα μέλη, ψημένους, σκληρούς αγωνιστές, με πείρα από τους Άγγλους και τον «παπατζή», από τις βρωμιές και τον Αυριανισμό, ή από τα όρια των «καλών Πασόκων» στη ΓΣΕΕ.

Με άλλα λόγια, το κλειδί της λύσης είναι κάτι πιο βαθύ που μας λερώνει -χωρίς να δικαιώνει τους αυριανιστές περί βρώμικου ’89. Κάτι που χρειάζεται μελέτη και ανάλυση -και αργεί ακόμα το Δοκίμιο για την αντίστοιχη περίοδο, αλλά κάθε άλλο παρά περιττό θα ήταν να βγουν απομνημονεύματα και μονογραφίες συντρόφων για να δώσουν κάποιες ψηφίδες της δικής μας σκοπιάς. Και που δεν πρέπει να μείνει στα εύκολα σχήματα -που δεν εξοπλίζουν ουσιαστικά κανέναν, παρά μόνο για καφενειακούς και διαδικτυακούς καβγάδες.

-Δεν ξεχνιούνται, θα δεις, τα καλύτερα χρόνια...

Η νοσταλγία δεν είναι μια μορφή ριζοσπαστικής συνείδησης. Ούτε καν στην εκδοχή της Ostalgie, που είναι άκρως δηλωτική για τις πραγματικές σκέψεις αυτών των λαών και το είδος της... καπιταλιστικής «μεταπολίτευσης» που βίωσαν στις χώρες τους -πολύ πιο βαθιάς και τραγικής, με την παλινόρθωση του κόσμου του ιδιωτικού κέρδους και της εκμετάλλευσης, ενός άλλου κοινωνικού συστήματος κι όχι απλά ενός διαφορετικού πολιτεύματος.

Η (δική μου και όχι μόνο) αγάπη για τη Μεταπολίτευση έχει νόημα μόνο αν σκύψουμε πάνω από την πείρα που μας πρόσφερε, για να δούμε τι έφταιξε και τι πρέπει να γίνει αλλιώς την επόμενη φορά. Και αυτή η πείρα κερδήθηκε πολύ-πολύ ακριβά, για να την πετάξουμε αβασάνιστα στο καλάθι, όπου τις εμμονές μας περισυλλέγουνε τα σκουπιδιάρικα...

Υγ: Ιδανικό φινάλε για την ανάρτηση θα ήταν ένα υστερόγραφο με ενδεικτικές (βιβλιο)προτάσεις για τη Μεταπολίτευση, που κυκλοφόρησαν και εν όψει της 50ής επετείου. Αλλά ίσως είναι καλύτερο να γίνει ξεχωριστή αναφορά σε ειδική ανάρτηση.

Σάββατο 30 Ιουλίου 2016

Καλοκαιρινό ποτ-πουρί

Μικρές ψηφίδες από το παζλ της επικαιρότητας

ΠΟΚΕΜΟΝ: Χούντα δε γνωρίσαμε, ούτε δημοκρατία...

Αυτός ο στίχος μου ερχόταν συνειρμικά τις τελευταίες μέρες, με την επέτειο της μεταπολίτευσης και τη μόδα με τα πόκεμον, που δεν πρόλαβα (από την ανάποδη) να τα γνωρίσω στη γενιά μου. Μου φαίνονταν ούτως ή άλλως άθλια, αλλά είχα μεγαλώσει αρκετά, για να αφορούν τα παιδιά της ηλικίας μου και να ξέρω τι ακριβώς είναι. Ο Sniper που ξέρει (χωρίς να του αρέσουν) λέει πώς πήγαν κόντρα στον κανόνα της επιτυχίας, πρώτα κινούμενο σχέδιο - μετά video game, και έγιναν γνωστά πρώτα ως παιχνίδι, προτού εξελιχθούν σε κινούμενο σχέδιο. Κάτι σαν τη δική μας ελληνική ιδιαιτερότητα, που εκφράστηκε κυρίως επί μεταπολίτευσης. Και αφού δηλ τα Πόκεμον επιστρέφουν στη μόδα, γιατί να μη γίνει του συρμού και η Νέα Μεταπολίτευση του Σύριζα; Παραμύθια για τα μικρά παιδιά είναι και τα δυο...

Συγχώρα με που δεν καταλαβαίνω τι λένε τα κομπιούτερς κι οι αριθμοί

Όταν λοιπόν κάνει τον κύκλο της κι επιστρέφει στα πράγματα μια μόδα που δεν την πρόλαβες (από την ανάποδη) καν ως παιδί, καταλαβαίνεις πως αρχίζουμε να γερνάμε επικίνδυνα. Και δυσκολεύεσαι να παρακολουθήσεις την ορολογία της νεολαίας, τις εννοιολογικές-ιδεολογικές μετατοπίσεις, και το γενικό νόημα. Τι είναι anime, τι είναι manga, τι λένε τα κομπιούτερς κι οι αριθμοί. Γιατί παθιάζεται ο κόσμος με τα παραμύθια για τον εκλογικό νόμο, το σύνταγμα, τη Νέα Μεταπολίτευση κι ως πότε θα την πατά με χάντρες και καθρεφτάκια του εποικοδομήματος για ιθαγενείς;

Μήπως εσύ καταλαβαίνεις Ρόζα; Ή χάνεις κι εσύ τον μπούσουλα, που σε έκαναν θεωρητικό ίδρυμα στις Βρυξέλες και συνιστώσα της κυβερνώσας αριστεράς (Ρόζα), μαζί με την αλήστου μνήμης ΚΟΕ, που έβαζε το σύνθημα για τη "Μεταπολίτευση του Λαού"; Κι άσε να μην πιάσουμε τη συζήτηση για περασμένα μεγαλεία, όταν υπήρχε η χώρα των σοβιέτ και σπουδαία παιδικά προγράμματα σαν την Φρ-ουτοπία που κυνηγάμε, γιατί θα μελαγχολήσουμε χειρότερα.

Κι αν εμείς τελικά γεράσαμε και δεν καταλαβαίνουμε, πώς ακριβώς ορίζεται το φρέσκο; Τι καινούριο υπάρχει στα γλυκερά φληναφήματα για έναν ανθρώπινο καπιταλισμό και την παμπάλαια σκουριά της σοσιαλδημοκρατίας; Τι νέο κι ελπιδοφόρο υπάρχει στον μαζικό παλιμπαιδισμό να κυνηγάς Πόκεμον στη μέση του δρόμου και πολιτικές χίμαιρες για νόστιμες ομελέτες χωρίς να σπάσουμε αυγά;



ΜΕΤΑΠΟΛΙΤΕΥΣΗ: Οι φαιδρές, χαλαρές πόζες των δελφίνων της αστικής εξουσίας στο προεδρικό Μέγαρο, γύρω από το χαλαρό Πάκη, που δεν είχε χρυσαυγίτες γύρω του και ήταν χαλαρός -όχι όπως τότε, με τον τραμπουκισμό του Κασιδιάρη στην Κανέλλη, όπου ήταν σφιγμένος, συγκρατημένος και δεν μπορούσε ούτε αντανακλαστικά να κινηθεί και να αντιδράσει- είναι η εικόνα παρακμής της... χαλαρής, αστικής δημοκρατίας, που δείχνει όμως τα δόντια της, όταν χρειάζεται.

Κι αν τα όρια (ακόμα και) του πιο δημοκρατικού εκλογικού νόμου σταματάνε έξω από την είσοδο ενός εργοστασίου, οι υποκριτικές δημοκρατικές ευαισθησίες της χαλαρής αστικής δημοκρατίας, της ΔΦΑ και της ΕΕ βρίσκουν τοίχο στο προσφυγικό ζήτημα και τη διαχείρισή του, πχ με την επέμβαση των δυνάμεων καταστολής στις καταλήψεις που στέγαζαν μετανάστες. Όπου ο Σύριζα καταγγέλλει και διαφοροποιείται ως κόμμα, αλλά εγκρίνει και τεκμηριώνει ως κυβέρνηση. Και τα επιχειρήματα του Τόσκα για την οργανωμένη, συλλογική αντιμετώπιση του ζητήματος παίρνουν δικαίως μια θέση στο Τρολο-Πάνθεο.

Κάθε (νέα) Μεταπολίτευση έχει το (νέο) ΠαΣοΚ που της αξίζει. Το παλιό χαρακτήριζε "απλή αλλαγή φρουράς" τη μεταπολίτευση. Το καινούριο ομνύει σε μια Νέα Μεταπολίτευση, νέα αλλαγή φρουράς, αλλά ποντάρει πως θα βγαίνει πάντα στον αφρό, όσο έχει ποταμίσια αντιπολίτευση, που το εγκαλεί, γιατί σκορπίζει πόρους στη δωρεάν μετακίνηση των ανέργων -κι όχι στην ανάπτυξη. Είναι απλώς μια διαφορά φάσης, όχι ποιότητας.

ΤΖΙΑ ΓΙΟΒΑΝΗ: Ο θάνατος της Τζίας Γιοβάνη, που διατηρούσε τη στήλη με τις κινηματογραφικές κριτικές στο Ριζοσπάστη, μετά από σκληρή και πολύχρονη μάχη με τον καρκίνο (που κατάφερε να τον νικήσει την πρώτη φορά), μας δίνει αφορμή να θυμηθούμε την πολύ εύστοχη κριτική της για τον Κυνόδοντα, που έγινε -άθελά της και με διαφορά από το δεύτερο- το πιο γνωστό της κείμενο, μόλις μπήκε στο στόχαστρο του βαθέως ίντερνετ, που πίστεψε πως βρήκε λαβράκι για αξιοποίηση.

Έχει ενδιαφέρον να δούμε ποιος θα είναι κι ο αντικαταστάτης της σε μια στήλη με ειδικό βάρος, που έχει φιλοξενήσει σημαντικές υπογραφές, από του Ραφαηλίδη μέχρι του Αντωνάκου...

ΦΕΣΤΙΒΑΛ: τις προηγούμενες μέρες βγήκε το αρχικό σχέδιο προγράμματος (σαν βαρυσήμαντο ντοκουμέντο ακούγεται) για το κεντρικό φεστιβάλ στην Αθήνα. Το οποίο έχει φέτος ως σύνθημα ένα στίχο του Χικμέτ (να προχωράς καθώς προβαίνει μπρος η ιστορία) με το τετράπτυχο: αγώνας-γνώση-τόλμη και αντοχή, που θυμίζει ένα παλιό παρανόμι του Βουρνούκιου από τους Υπεραστικούς (οι πιο παλιοί σφοι αναγνώστες θα το θυμούνται). Και νομίζω πως δε θα αργήσει η ώρα που το σύνθημα θα είναι ο στίχος του Αλκαίου από τη Ρόζα. Όχι για τα κομπιούτερς και τους αριθμούς, που εκφράζει τη γνήσια, μπρεζνιεφική αμηχανία μπρος στο τρένο της ΕΤΕ, που έρχεται καταπάνω μας. Ο άλλος που λέει: πώς η ανάγκη γίνεται ιστορία... Κι ελπίζω μέχρι τότε να πείσω κι ένα σφο να κάνει ερμηνευτική ανάλυση των στίχων και των βαθύτερων νοημάτων του ποιητή.

Κατά τα άλλα και σε μια πρώτη ανάγνωση, δύο είναι τα καινούρια ονόματα που ξεχωρίζουν. Ο Στάθης Δρογώσης, που επισφραγίζει με εμφατικό, συμβολικό τρόπο τη ρήξη του με τις αυταπάτες για το Σύριζα και την κυβερνώσα αριστερά. Και από τα πιο εμπορικά (που είναι σαν αναγκαίο κακό, αλλά είναι πάντα καλοδεχούμενα, εφόσον κάνουν μια δύσκολη, αντιεμπορική επιλογή, και έρχονται στο Φεστιβάλ) τους Ονιράμα στη νεανική σκηνή. Που ελπίζω να τους περιλάβει στο πρόγραμμά του ο Ζαραλίκος, που βγαίνει ακριβώς πριν από αυτούς...

Πέμπτη 7 Ιουλίου 2016

Επιχειρησιακά vs κλαδικά σωματεία

Αυτές τις μέρες, διαβάζω ένα βιβλίο του Περικλή Κυριακόπουλου για το εργατικό πρόβλημα και το εργατικό κίνημα των αρχών της Μεταπολίτευσης, γραμμένο από αναρχική σκοπιά, που είναι τελείως απλοϊκή και αστεία από θεωρητική άποψη, αλλά έχει κάποια ενδιαφέροντα ιστορικά και στατιστικά στοιχεία.

Ένα βασικό ζήτημα που απασχολούσε το εργατικό κίνημα εκείνων των χρόνων, ήταν το δίλημμα που αναφέρεται και στον τίτλο της ανάρτησης: επιχειρησιακά ή κλαδικά σωματεία (πού έπρεπε να δοθεί δηλ βάρος και προτεραιότητα); Υπέρ των πρώτων τασσόταν ο αριστερισμός της εποχής κι η αναρχία, ενώ επικοινωνούσαν με τάσεις και θέσεις του ΠαΣοΚ περί ακηδεμόνευτου και ακομμάτιστου συνδικαλισμού, για να απορροφηθούν εν τέλει εύκολα από το κύμα της Αλλαγής. Στον αντίποδα, η δική μας πάγια θέση ήταν (και είναι και σήμερα) υπέρ των κλαδικών σωματείων, θεωρώντας πως τα επιχειρησιακά είναι εύκολος στόχος για την εργοδοσία και μπορεί να αλωθούν από μέσα.

Ο βασικός αντίλογος (ή ένα από τα βασικά του επιχειρήματα) είναι πως σε ένα εργοστάσιο, όπου συνυπάρχουν πολλές ειδικότητες (δηλ πολλοί κλάδοι) λειτουργεί καλύτερα ένα εργοστασιακό, επιχειρησιακό σωματείο, που να καλύπτει όλους τους εργαζόμενους και να κηρύσσει πιο ευέλικτα απεργία, παρά κι ενάντια στους περιορισμούς του Καραμανλικού, αντιαπεργιακού νόμου 3330 (εφόσον μιλάμε για την εποχή εκείνη). Ο οποίος προέβλεπε μεταξύ άλλων και το λοκ-άουτ (την ανταπεργία της εργοδοσίας, με το εκβιαστικό κλείσιμο της επιχείρησης). Κάθε σύγκριση με τη... "σοσιαλμανία" της σημερινής αριστερής κυβέρνησης, που έχει στα σκαριά την επαναφορά αυτής της δυνατότητας, και ετοιμάζεται να φέρει νέο συνδικαλιστικό νόμο, διαλύοντας παράλληλα όσα εργασιακά δικαιώματα έχουν μείνει όρθια, είναι θεμιτή και επιβαλλόμενη.

Η κε του μπλοκ δεν είναι σε θέση (και δεν έχει την πρόθεση) να παρουσιάσει λεπτομερώς τη διακύμανση-εξέλιξη της αντιπαράθεσης και την έκφρασή της στην πράξη. Για παράδειγμα, δεν έχω υπόψη μου κάποια αυτοκριτική προσέγγιση από την άλλη πλευρά, που να ερμηνεύει την καθίζηση των "αυτόνομων, εργοστασιακών σωματείων" και τους παράγοντες που καθόρισαν την πορεία τους. Από την άλλη, σε καθαρά θεωρητικό (και όχι σε πρακτικό) επίπεδο, θα μπορούσε να διαπιστώσει κανείς μερικές συγκλίσεις, ως προς την αναγκαιότητα να συνδυάζεται η δουλειά στη βάση με τον πανεργατικό συντονισμό σε ανώτερο (δευτεροβάθμιο, κτλ) επίπεδο. Θεωρητικά λοιπόν (ή και στην πράξη) κάποια από τα εργοστασιακά σωματεία επιχείρησαν να συντονιστούν και να συγκροτήσουν μια ομοσπονδία (ο συγγραφέας αποδίδει, χωρίς να πρωτοτυπεί, την αποτυχία της προσπάθειας, στη στάση της ΕΣΑΚ).
Είναι αυτονόητο επίσης, πως ένα κλαδικό σωματείο πρέπει να έχει γερές βάσεις σε κάθε εργοστάσιο και χώρο δουλειάς, για να είναι δραστήριο, ενεργό και όχι μια απλή, τυπική σφραγίδα. Οπότε, γιατί υπάρχει αυτή η αντιπαράθεση, εφόσον υπάρχει ως βάση αυτή η κοινή παραδοχή;

Αντί να ανατρέξουμε σε ιστορικά παραδείγματα, θεωρώ πιο χρήσιμο να δούμε μια σύγχρονη περίπτωση, που είναι και λιγότερο ιδεολογικά φορτισμένη, με την έννοια πως δεν υπάρχει ευθεία αντιπαράθεση διαφορετικών πολιτικών λογικών, απλώς τα γεγονότα κι η ερμηνεία τους.
Το επιχειρησιακό σωματείο στο Μαρινόπουλο είχε ταξική, αγωνιστική κατεύθυνση και γενικά θετικό απολογισμό μέχρι (χοντρικά) το ξέσπασμα της κρίσης. Σταδιακά τα πράγματα άρχισαν να αλλάζουν και μαζί τους κι ο ρόλος που έπαιζε η διοίκηση του σωματείου. Η οποία δε συνέβαλε στην αγωνιστική εγρήγορση των εργαζομένων, στην απόκρουση του σχεδίου για την προώθηση ατομικών συμβάσεων, ενώ το κερασάκι στην τούρτα ήταν η πρόσφατη συμφωνία με την εργοδοσία, που υποτίθεται πως εξασφαλίζει τους εργαζόμενους του Μαρινόπουλου και τους μισθούς τους, στη βάση μιας αόριστης καλής θέλησης και μιας ακόμα πιο αόριστης προφορικής δέσμευσης, χωρίς καμία αξία. Ακόμα και αυτή την ύστατη ώρα δηλ, παίζει το παιχνίδι του Μαρινόπουλου, που θέλει να απαλλαγεί από τα 'περιττά βαρίδια' και να κρατήσει κάποια μεγάλα καταστήματα-φιλέτα, κι εφησυχάζει τους εργαζόμενους του ομίλου με υποσχέσεις και νανουρίσματα, αντί να τους ενημερώνει και να τους προετοιμάζει για αυτό που έρχεται.

Την ίδια στιγμή, εμπόδισε την απρόσκοπτη διεξαγωγή των αρχαιρεσιών (που έγιναν επιλεκτικά, όπου τον βόλευαν) και κατήγγειλε το παράρτημα της Θεσσαλονίκης, που κράτησε συνεπή ταξική στάση και προχώρησε πρόσφατα (την πιο κρίσιμη ώρα) στη δημιουργία ξεχωριστού σωματείου στη Βόρεια Ελλάδα. Το εργοδοτικό σωματείο έχει μάλιστα προνομιακή μεταχείριση από όλες τις διευθύνσεις των υποκαταστημάτων, που βάση εντολής (και ως παγκόσμια ίσως πρωτοτυπία για εργοδότη) φροντίζουν να αναρτούν τις ανακοινώσεις του στο σχετικό πίνακα, κατεβάζοντας αυτές του ταξικού σωματείου.

Ο πρόεδρος του επιχειρησιακού σωματείου (Χόρτης) ήταν επιρροή του κόμματος για αρκετά χρόνια, που οργανώθηκε στις γραμμές του και φυσικά διαγράφτηκε μετά από τη μετάλλαξή του και τις μάταιες προσπάθειες των συντρόφων να συζητήσουν μαζί του και να τον μεταπείσουν. Η μόνιμη παρουσία του στα γραφεία της διοίκησης, ο συγχρωτισμός του με τα στελέχη της, η καλλιέργεια μιας τάσης"προσωποκεντρικής αντίληψης" για το σωματείο, έπαιξαν προφανώς καθοριστικό ρόλο σ' αυτή την εξέλιξη. Και όπως μαθεύτηκε πρόσφατα, ο Χόρτης προσέγγισε τη ΛαΕ και το ΜΕΤΑ!

Αυτό μου θύμισε, παρεμπιπτόντως, ένα ανέκδοτο περιστατικό που μου μεταφέρθηκε για τη συνέλευση του ταξικού σωματείου στη Θεσσαλονικη, που θέλησε να την παρακολουθήσει και ένα μέλος της διοίκησης της ΕΔΟΘ (ΑΔΕΔΥ). Όταν ρωτήθηκε, καλοπροαίρετα και πληροφοριακά, από μέλος του ΔΣ του σωματείου, σε ποια παράταξη ανήκει, αρχικά τα μάσησε κι αναμάσησε τα γνωστά κλισέ περί ανεξάρτητων δυνάμεων, κτλ, για να παραδεχτεί τελικά πως πρόσκειται στο ΜΕΤΑ... Αλλά όχι στο συμβιβασμένο και κυβερνητικό ΜΕΤΑ, αλλά την καλή εκδοχή-μερίδα του. Σα να λέμε στον καλό Σύριζα. Δηλ στη ΛαΕ. Που συνεργάζεται με το Χόρτη και τους εργοδοτικούς. Τόσο καλά...

Αύριο το ταξικό σωματείο της Β. Ελλάδας προχωρά σε απεργιακή κινητοποίηση. Στο σωματείο με έδρα την Αθήνα, υπάρχουν μειοψηφικές δυνάμεις που δίνουν, παρά τα σοβαρά προσκόμματα, τον αγώνα, καθώς και η πολύτιμη αρωγή του κλαδικού σωματείου των εμποροϋπαλλήλων. Όσο για το ζήτημα που μας απασχόλησε στην αρχή του κειμένου, η εμπειρία του Μαρινόπουλου προσφέρει χρήσιμα συμπεράσματα και διδάγματα.

Τετάρτη 23 Μαρτίου 2016

Περί κανονικότητας

Υπάρχει ένα καλό κι ένα κακό νέο.

Η κανονικότητα της μεταπολεμικής περιόδου ή των χρόνων της μεταπολίτευσης για την περίπτωση της Ελλάδας, που απέρρεε από τον παγκόσμιο συσχετισμό και την ύπαρξη της Σοβιετικής Ένωσης ως αντίπαλου δέους, ή έστω από τον απόηχο της ήττας της και την πρόσκαιρη ευφορία στο δυτικό κόσμο, στα happy 90's, και συμπυκνωνόταν σε μερικά βασικά χαρακτηριστικά που όλοι γνωρίζουμε (κοινωνικό κράτος, σχετικά υψηλοί μισθοί, κτλ) έχει χαθεί οριστικά. Η κρίση δεν είναι μια στιγμή που περνάει και χάνεται, κάτι παροδικό που θα περάσει, αλλά φάση που επικυρώνει και εδραιώνει αυτήν την "ανισορροπία", καθιερώνει καινούρια δεδομένα και καταστρέφει "δημιουργικά" (για τους κρατούντες) τη βάση του προηγούμενου "κοινωνικού συμβολαίου".

Αν αυτό ισχύει για την οικονομία, μπορούμε να το επεκτείνουμε ως συμπέρασμα και για πτυχές του πολιτικού εποικοδομήματος και της καθημερινής μας πραγματικότητας. Το σημειώνω με αφορμή το χτεσινό χτύπημα στο Βέλγιο, που έρχεται να προστεθεί στις πρόσφατες, αντίστοιχες επιθέσεις στην Ευρώπη, και γίνεται κομμάτι της νέας καθημερινότητάς μας μαζί με τον πόλεμο, τα κλειστά σύνορα, το μαζικό προσφυγικό κύμα. Είναι το τίμημα της νέας τάξης πραγμάτων για τους λαούς, για τα δικαιώματα και τις κατακτήσεις τους, ακόμα και για την ασφάλειά τους, που ανάγεται -υποτίθεται- σε αυταξία, για να προαχθεί σε βάρος των ατομικών ελευθεριών. Αλλά κινδυνεύει θανάσιμα, όσο εξακολουθεί να συνδέεται με την ελευθερία του κεφαλαίου να αναπτύσσεται, να εκμεταλλεύεται την εργατική δύναμη, να μακελεύει λαούς για τα κέρδη του. Και βασικά δεν υφίσταται σε έναν κόσμο διαρκούς 'κινητικότητας' χωρίς καμία σταθερά, ένα καθεστώς γενικευμένης ανασφάλειας, με βασικό συστατικό του σαξές στόρι του, τη μαύρη, ανασφάλιστη εργασία. Η καινούρια συνθήκη δεν είναι μια κατάστασης εξαίρεσης, αλλά κανόνας. Δεν είναι μια προσωρινή μπόρα, που θα τη διαδεχτεί ο ήλιος σε ένα γαλανό ουρανό, όσο εξακολουθούμε να θερμαίνουμε την καπιταλιστική μηχανή του κέρδους, που σωρεύει τα σύννεφα του πολέμου πάνω από το κεφάλι μας.

Η πραγματικότητα διαμορφώνει το φάσμα στο οποίο ελίσσεται το αστικό πολιτικό σύστημα, ακόμα και το "αριστερό άκρο" του, όπως στην περίπτωση της ΔΦΑ. Υπό "κανονικές (μεταπολιτευτικές) συνθήκες", η 'αριστερή κυβέρνηση' θα επιχειρούσε να εφαρμόσει ένα πρόγραμμα μετριοπαθούς κεϊνσιανισμού, όπως το είχε χαρακτηρίσει ο Λαπαβίτσας, πχ ένα πρόγραμμα Θεσσαλονίκης ή έστω ένα παράλληλο πρόγραμμα, για να καταδείξουν τη 'διαφορετικότητά' τους. Αλλά αυτά κινούνται σε μια παράλληλη, εικονική πραγματικότητα.

Στις σημερινές συνθήκες, η ΔΦΑ είναι υποχρεωμένη να πνίγει την υποτιθέμενη διαφορετικότητά της στον πάτο του Αιγαίου και να βάζει τον εκπρόσωπό της να ξεφτιλίζεται, λέγοντας ότι οι Πακιστανοί πρόσφυγες δεν ήταν δεμένοι κατά τη διάρκεια του ταξιδιού, ούτε με κανονικές χειροπέδες, αλλά με πλαστικές. Πάλι καλά δηλαδή που δεν είπε ότι ήταν kinky αξεσουάρ, με γουνάκια.

Ο πόλεμος, η φτώχεια, το ξερίζωμα των προσφύγων από τον τόπο τους, το ISIS έχουν έρθει για να μείνουν. Δεν είναι μια ουρανόπεμπτη κατάρα, για να δοκιμαστεί η πίστη μας, αλλά θανάσιμη απειλή, που δοκιμάζει τη δύναμή μας, την ικανότητά μας να προσαρμοζόμαστε και να αντιδρούμε αποτελεσματικά στις νέες συνθήκες.

Αυτό διαμορφώνει αντίστοιχα και τη δική μας δράση, τα δικά μας πρακτικά καθήκοντα, που απαιτούν ευελιξία, νέες, ευφάνταστες μορφές, έξω από τα καθιερωμένα, έξω από τη ρουτίνα και τα γνωστά κουτάκια (μια εξόρμηση, μια αφισοκόλληση, μια πορεία, κτλ), που αν ήταν μια φορά ανεπαρκή κι αναποτελεσματικά (από μόνα τους)) στην προηγούμενη συνθήκη ισορροπίας, είναι εντελώς αναντίστοιχα με τη σημερινή συγκυρία. Κι αυτό δεν είναι ένα φαινόμενο της εποχής, που θα εκλείψει, για να επιστρέψουμε κάποτε στη συνηθισμένη μας καθημερινότητα, που μας περιμένει για επιβράβευση στο τέλος του τούνελ. Αποχαιρέτα την την Αλεξάνδρεια που χάνεις...

Πού είναι λοιπόν τα καλά νέα; Μα σε αυτό ακριβώς. Αν κάποιος θέλει να έχει μια κανονική ζωή, να έχει μια δουλειά, έναν ικανοποιητικό μισθό, ένα σπίτι, τις προϋποθέσεις να μπορεί να κάνει παιδιά, οικογένεια, να έχει σύνταξη στα γεράματα, παιδεία και υγειονομική περίθαλψη, να απολαμβάνει κάποιες ανέσεις, αυτά τα όνειρα θα μείνουν θερινής νυκτός στο σημερινό πλαίσιο της καπιταλιστικής βαρβαρότητας. Κι όποιος θέλει να τα κατακτήσει, πρέπει να παλέψει για την ανατροπή της.

Είναι δύσκολο; Οπωσδήποτε. Σαν μαραθώνιος σε ανήφορο. Αλλά είναι μονόδρομος, για να μη μας πάρει ο κατήφορος. Τρίτος, ίσιος δρόμος δεν υπάρχει.

Παρασκευή 24 Ιουλίου 2015

Μεταπολίτευση και τα λοιπά

Κάθε χρόνο τέτοια εποχή, είναι της μόδας τα βαθυστόχαστα άρθρα για το κλείσιμο ενός ιστορικού κύκλου, το τέλος της μεταπολίτευσης ή το άνοιγμα της νεοπολίτευσης, όπως λέει ο λαζόπουλος (και εύχεται ο θοδωρής από το cogito ergo sum να μην επικρατήσει ως άθλιος νεολογισμός). Είναι κάπως σαν άγραφος κανόνας της μεταπολίτευσης ή των μνημόσυνών της να αναφερόμαστε μελαγχολικά εδώ και ένα τέταρτο του αιώνα στο τέλος της. Κι αν μέχρι τώρα, μιλούσαμε απλά για το τέλος μιας εποχής, σήμερα μπορούμε να πούμε πως όλο το πολιτικό σκηνικό χοροπηδά χαιρέκακα πάνω στο μνήμα της. Κι έχει μια ιδιαίτερη σημειολογική αξία ότι το τέλος της έχει ως χρονικό ορόσημο (όπως ακριβώς και το ξεκίνημά της) ένα υποτιθέμενο(;) πραξικόπημα  και πολλά μικρά, κοινοβουλευτικά πραξικοπήματα, με πράξεις νομοθετικού περιεχομένου και κατεπείγουσες φαστ-τρακ διαδικασίες.

Θα μου πεις βέβαια πως εδώ είχαμε και λαϊκή ετυμηγορία με το δημοψήφισμα. Θα σου πω κι εγώ ότι ακόμα κι η χούντα είχε κάνει δημοψήφισμα, οπότε αυτό δεν αποδεικνύει κάτι από μόνο του. Θα μου απαντήσεις ότι δεν είναι το ίδιο και να μην τσουβαλιάζω. Θα σου πω «ναι», αλλά οι τωρινοί έγραψαν στα παλιά τους τα παπούτσια τη λαϊκή ετυμηγορία, όπως ούτε η χούντα ίσως δε θα τολμούσε να κάνει. Θα μου πεις πως τότε δεν μπορούσες να πιάσεις δουλειά στο δημόσιο τομέα λόγω των φρονημάτων σου. Θα σου πω πως τώρα δεν μπορείς ούτε και στον ιδιωτικό, και όσο για το άλλο... καλομελέτα κι έρχεται, με την αποπολιτικοποίηση του δημοσίου και ό,τι σημαίνει αυτό για το συνδικαλισμό.

Και δεν προσπαθώ να υπονοήσω τίποτα παραπάνω από το ότι οι διαφορές ανάμεσα στην αστική δημοκρατία και την ανοιχτή δικτατορία λιγοστεύουν επικίνδυνα. Και αν κάποιοι συνάγουν από αυτό ότι πρέπει να περιορίσουν ή να εστιάσουν τον πολιτικό τους ορίζοντα στην υπεράσπιση της (αστικής) δημοκρατίας, δεν κάνουν τίποτα παραπάνω από το να παίζουν το παιχνίδι της «πρώτη φορά αριστεράς» και των δεκάρικων λόγων του τσίπρα για τη δημοκρατία (γενικά και αόριστα) και τις αξίες της ενωμένης ευρώπης.

Αυτό που βλέπουμε λοιπόν είναι μια εκφυλισμένη εκδοχή της μεταπολίτευσης, η επανάληψη της ιστορίας σαν φάρσα. Ο σύριζα δεν είναι παρά ένα κακέκτυπο-φάρσα της τρίτης σεπτέμβρη και της ριζοσπαστικής εκδοχής της μεταπολιτευτικής σοσιαλδημοκρατίας. Και ο τρίτος δρόμος (χωρίς ρήξη και επανάσταση) κατέληξε, στη σύγχρονη επικαιροποιημένη εκδοχή του, στο τρίτο μνημόνιο.

Ανακεφαλαιώνοντας λοιπόν για αυτή την περίοδο, που δυσφημείται κατά κόρον μαζί με τις λαϊκές κατακτήσεις εκείνων των χρόνων, θα επαναλάβω μια ιδέα που έχει διατυπωθεί και σε παλιότερα κείμενα. Τι ήταν και πού οφειλόταν η μεταπολίτευση, η οποία στοιχειώνει τους στόχους και την πολιτική σκέψη πολλών χώρων με πολιτική αναφορά, που αποβλέπουν, κατ’ ουσίαν, σε μια επιστροφή στο πρόσφατο παρελθόν, στον χαμένο παράδεισο της εδεμ; Ήταν η προσωρινή εκεχειρία, η προσωρινή ισορροπία δυνάμεων μεταξύ του σοσιαλιστικού και του καπιταλιστικού κόσμου, η ευεργετική αντίδραση του αντίπαλου, σοβιετικού δέους (που δεν έχει καμία απολύτως σχέση με το σημερινό ρωσικό) στην ισχύ και τις δυνατότητες του εργατικού κινήματος σε κάθε χώρα της δύσης. Δεν είναι τυχαίο πως το πουλόβερ των λαϊκών κατακτήσεων άρχισε να ξηλώνεται στην ελλάδα με τους πρώτους αντιασφαλιστικούς νόμους, τη διετία 90-92’. Ούτε πως οι πολιτικές ομάδες που αναπολούν τη μεταπολίτευση (βάζοντας ακόμα και σύνθημα για «εργατική μεταπολίτευση»!), διακατέχονται από λυσσαλέο αντισοβιετισμό, και αδυνατούν ή δε θέλουν να αναγνωρίσουν την παγκόσμια συμβολή αυτού του εγχειρήματος στους αγώνες και τα δικαιώματα της εργατικής τάξης.

Θυμάμαι χαρακτηριστικά την ανάρτηση ενός αναγνώστη του μπλοκ, που έλεγε (παρεμπιπτόντως προς το βασικό της θέμα) πως ο μεταπολιτευτικός κύκλος έκλεισε το 89’ κι ότι αυτό που βιώναμε με τα μνημόνια ήταν το τέλος της περιόδου που ακολούθησε, της «μετα-μεταπολίτευσης». Ποια ήταν όμως η ειδοποιός διαφορά; Ποιος ήταν ο ρόλος που έπαιξε η τελική εκδήλωση της αντεπανάστασης στις χώρες του σοσιαλισμού που γνωρίσαμε; Αυτά τα ερωτήματα διέφευγαν από την ανάλυσή του, αφήνοντας έωλη και την ερμηνεία του, χωρίς το κλειδί που θα ξεκλείδωνε την απόδειξή της.

Εν κατακλείδι, ο μεταπολιτευτικός συμβιβασμός ήταν (και δεν μπορούσε παρά να είναι) προσωρινός. Το τέλος του σημερινού μαρτυρίου για τους λαούς, που είχε προδιαγραφεί ήδη από την εποχή της αντεπανάστασης, τις συνέπειες της οποίας βιώνουμε μόλις τώρα σε όλη τους τη διάσταση, δεν είναι η στείρα αναπόληση του παρελθόντος (το οποίο έχει πάντως μια σειρά διδάγματα να μας προσφέρει) αλλά η επαναστατική ρήξη με το παλιό που πλασάρεται ως καινούριο και γαντζώνεται από την πραγματικότητα, από τη δική μας ανοχή, για να συνεχίσει να διαιωνίζεται και να φορτώνεται στις πλάτες μας, απομακρύνοντας την προοπτική της σοσιαλιστικής κοινωνίας του μέλλοντος.


Παρασκευή 26 Σεπτεμβρίου 2014

Σαράντα χρόνια σύντροφος

Η σχέση των κομμουνιστών –και όσων δηλώνουν τέτοιοι, χωρίς να είναι απαραίτητα- με την εφημερίδα (τους) είναι ιδιαίτερη· σχεδόν ερωτική. Δεν είναι τυχαίο πως στις πιο δύσκολες συνθήκες, όταν το κόμμα έκανε τα πρώτα βήματά του ή όταν έβγαινε στην παρανομία και έπρεπε να τα ξανακάνει από την αρχή, το πρώτο πρακτικό καθήκον που έβαζαν οι σύντροφοι, μόλις μαζευόταν έστω μια μικρή ομάδα, ήταν να εκδώσουν κάποιο φύλλο, για να ανοιχτούν στον κόσμο, να δείξουνε την ύπαρξή τους, να οργανώσουν τη ροή πληροφοριών σε ένα ενιαίο κέντρο, να βοηθήσουν τα μέλη να ενημερώνονται σφαιρικά για όλα όσα γίνονται στην κεντρική πολιτική σκηνή, σε κάθε πτυχή της καθημερινής ζωής, οπουδήποτε δηλ δρα και παρεμβαίνει το κόμμα.


Εξ ου λοιπόν τα δεκάδες τοπικά εαμίτικα φύλλα κατά τη διάρκεια της κατοχής, τακτικές ή περιστασιακές εκδοτικές προσπάθειες, ερασιτεχνικές και ενίοτε χειρόγραφες, που αποτύπωναν τη ζωτική ανάγκη των αγωνιστών να καταγράφουν τα νέα τους, να υπάρχει ένας «ζωντανός οργανισμός» με συνέχεια, πέρα από τη δική τους αμφίβολη βιολογική συνέχεια, που διακυβευόταν κάθε μέρα στο πεδίο της μάχης. Εξ ου κι οι δεκάδες ηρωικές στιγμές αυτοθυσίας συντρόφων χρεωμένων στα κρυφά τυπογραφεία της οργάνωσης για την παράνομη έκδοση του ριζοσπάστη, που έκλεισε χτες τα σαράντα χρόνια κυκλοφορίας από την επανέκδοσή του και το πρώτο νόμιμο φύλλο της μεταπολίτευσης.

Εξ ου και η επιμονή του βλδίμηρου για τη σημασία ενός κομματικού οργάνου και ο αναντικατάστατος (επιμορφωτικός κι όχι μόνο) ρόλος της ίσκρα στην ενότητα του νεοσύστατου κόμματος (σδεκρ) και τη διαμόρφωση του μπολσεβίκικου ρεύματος. Μόνο που το παράδειγμά του βρήκε μια σειρά κακέκτυπα, που πίστευαν πως το μιμούνται πιστά. Το αριστερό ρεύμα του λαφαζάνη έστησε τη διαδικτυακή ίσκρα, αν και φέρνει μάλλον στον ύστερο πλεχάνοφ και τους συντρόφους του, που αποτελούσαν τη συντακτική επιτροπή της αυθεντικής ίσκρα, μετά από την αποχώρηση του λένιν. Το «πριν», ως μηνιαίο περιοδικό επί ενιαίου συνασπισμού, ήταν ο προάγγελος της συγκρότησης του νέου αριστερού ρεύματος. Ο χώρος της σακε μετεξελίχθηκε σε εφημερίδα («κόντρα»), οπότε μπορεί κανείς να οργανώθηκε ως μέλος σε πολιτική συλλογικότητα, για να βρεθεί μέλος μιας συντακτικής επιτροπής. Παρόμοια πορεία πρέπει να είχε και ο χώρος της κόκκινης ορχήστρας. Γενικά, αν υπήρχε παλιότερα το διαδίκτυο, πολλές διασπαστικές τάσεις θα ξεθύμαιναν εκεί και δε θα έμπαιναν στον κόπο να βαφτίσουν πολιτική κίνηση/κόμμα/οργάνωση την ομάδα/παρέα τους. Στο σύριζα κατάργησαν τις συνιστώσες, αλλά καθεμιά κράτησε την εφημερίδα της (αυγή, εποχή, κτλ) ως χώρο έκφρασης. Ενώ η ανταρσύα, που δεν έχει συνιστώσες (αλλά οργανώσεις), δεν αποτολμά να στήσει μια ενιαία εφημερίδα, γιατί αυτό θα σήμαινε πιθανόν το τέλος της, είτε πολιτικά, με την όξυνση διαφωνιών που θα προέκυπταν, είτε οικονομικά, αν για κάθε θέμα θα πρέπει να αναφέρεται η άποψη όλων των οργανώσεων ξεχωριστά, και βγαίνει κοντά στις εκατό σελίδες το κάθε φύλλο.

Τα 40χρονα του νόμιμου ρίζου συνέπεσαν σχεδόν χρονικά με την κορύφωση των εκδηλώσεων του 40ου φεστιβάλ, όπου κυκλοφόρησε κι η ειδική επετειακή έκδοση του ριζοσπάστη, μια προσεγμένη κι αξιόλογη δουλειά, που θα μπορούσε να ενταχθεί ίσως σε ένα ευρύτερο αφιέρωμα, με το βιντεάκι που θα προβληθεί στην αυριανή εκδήλωση, στην έδρα της κετουκε γι’ αυτήν την επέτειο. Ένα αφιέρωμα, όπου θα είχε θέση κατά τη γνώμη μου, ως προλεγόμενα, ένα σημείο από τον «παράνομο» του κοτζιά για την προδικτατορική αυγή και το διευθυντή της, που του άρεσε να περιγράφει το ειρηνικό πέρασμα με κάτι ακατανόητες χειρονομίες και σχήματα στον αέρα –από τα οποία ούτε το κόμμα ήταν πλήρως απαλλαγμένο, μετά απ’ τη διάσπαση του 68’. Και μετά, εικόνες από τις πρώτες μέρες της μεταπολίτευσης, όπου το κόμμα δρομολογούσε την ντε φάκτο νομιμοποίησή του (και με την επανέκδοση του ρίζου μεταξύ άλλων). Αναφορά στο σατιρικό ρίζο της δευτέρας· και στην πρώτη, που ήταν ο πρώτος κρίκος στην αλυσίδα της εξέλιξης της ελευθεροτυπίας και των σημερινών απογόνων της, ως στιλ εφημερίδας. Στα ειδικά αφιερώματα για το τσέρνομπιλ και την εοκ· τις επεισοδιακές συνεδριάσεις της κοβ ριζοσπάστη, που διέρρεαν στον αστικό τύπο, όταν μαζί με τη φυσιογνωμία του κόμματος αμφισβητούνταν παράλληλα ο ρόλος της εφημερίδας ως κομματικό όργανο. Στις πλημμύρες του 95’ στον περισσό, που δεν ανέστειλαν ούτε για μια μέρα την κυκλοφορία-λειτουργία της εφημερίδας. Το πρωτοσέλιδο του 91’ για την κόκκινη σημαία, αμέσως μετά την υποστολή της απ’ το κρεμλίνο. Και τον πρωτοσέλιδο τίτλο «γρηγορείτε έλληνες» στους βομβαρδισμούς της γιουγκοσλαβίας. Την ανηφόρα της ανασυγκρότησης (του κκε και του ριζοσπάστη), με τη διεύθυνση του μακαρίτη τσίγκα και του τωρινού γγ, του κουτσούμπα. Και μια ομάδα επίλεκτων με τις καλύτερες γραφίδες-πενάκια που έχουν φιλοξενήσει οι στήλες της εφημερίδας αυτά τα χρόνια: καραντηνός, χουρμουζιάδης, ραφαηλίδης –αν δεν κάνω λάθος, για ένα φεγγάρι-, παπαϊωάννου, ο παλιός στάθης, για να μην πιάσουμε και τα χρόνια πριν από τη δικτατορία (βάρναλης, ζαχαριάδης, διδώ σωτηρίου, καραγιώργης, γληνός και πόσοι άλλοι), ως τους νεότερους και αυτούς που θα αναδειχθούν από την καινούρια φουρνιά, μες στα επόμενα χρόνια.

Ο ριζοσπάστης βγήκε τραυματισμένος από την κρίση και την ανάγκη για περικοπές στις σελίδες του και το έμψυχο δυναμικό του. Ενώ παράλληλα ανοίγει μια συζήτηση για το μέλλον των εφημερίδων συνολικά και τον Τύπο που αργοπεθαίνει στην εποχή του διαδικτύου, χωρίς προοπτικές ανόδου της κυκλοφορίας του –ιδίως όταν κάθε φύλλο ανεβαίνει από το πρωί διαδικτυακά και μπορεί να το διαβάσει δωρεάν κάθε χρήστης, χωρίς να το αγοράσει από το περίπτερο. όπως συμβαίνει δηλ με το ριζοσπάστη. Και δεν ξέρω πολλές εφημερίδες, πλην λακεδαιμονίων, που να το κάνουν αυτό.

Οι εφημερίδες μπορεί να είναι καταδικασμένες να πεθάνουν, όπως άλλωστε κάθε τι εφήμερο –το λέει και το όνομά τους. Ο ριζοσπάστης όμως είναι ‘καταδικασμένος’ να συνεχίσει να υπάρχει, ακριβώς γιατί ειναι διαχρονικό κι αναντικατάστατο εργαλείο, η εφημερίδα που ξεφεύγει από αυτόν τον εφήμερο χαρακτήρα και μπορείς να ανατρέξεις στο αρχείο της για κάθε θέμα για να βρεις παλιά ή καινούρια άρθρα, ζωντανά, επίκαιρα κι ενδιαφέροντα –ακόμα κι αν λείπει η πιο ζουμερή περίοδος πριν από το 95’. Και θα συνεχίσει να έχει λόγο ύπαρξης, όσο εξακολουθεί να γράφει (για) αυτά, που δεν πρόκειται να βρεις πουθενά αλλού, πχ το εργατικό ρεπορτάζ από τους χώρους δουλειάς (κι όχι απ’ τους διαύλους του υπουργείου εργασίας).

Θα υπάρχει, όσο υπάρχουμε (καζαντζίδης) κι όσο υπάρχουν σύντροφοι.. που βλέπουν σαν ιεροτελεστία το διάβασμά του, τον μυρίζουν καθώς τον ξεφυλλίζουν –αν και για κάποιο διάστημα είχε το καλύτερο, οικολογικό φύλλο, χωρίς έντονες μυρωδιές- πριν τον διπλώσουν ευλαβικά στα τέσσερα, για να χωρέσει κλασικά στην κωλότσεπη του παντελονιού. Και όσο θα υπάρχουν παππούδες σύντροφοι που αναζητούν κάθε πρωί τον καθημερινό τους σύντροφο, τον περιμένουν στην πόρτα σε κάθε εξόρμηση, βάζουν τους άλλους να τους τον διαβάζουν, όταν αδυνατίζει η όρασή τους, και δακρύζουν από χαρά και συγκίνηση, όταν θα τους τον φέρουν μετά από καιρό, πχ στο εξωτερικό.


Εξαρτημένα αντανακλαστικά και θρησκοληψίες, μπορεί να σκεφτεί κάποιος. Θα ήταν τέτοια όμως, αν έβλεπαν απλά τον τίτλο και ένα σφυροδρέπανο, χωρίς να τους νοιάζει το περιεχόμενο, χωρίς να έχουν άποψη για όσα γράφει, όπως οι εγκλωβισμένοι αναγνώστες-ψηφοφόροι, που δεν μπορούν να αλλάξουν συνήθειες/κόμμα/εφημερίδα. Αλλά ο ρίζος δεν είναι συνήθεια, ούτε έχει συνηθισμένους αναγνώστες. Δεν είναι καψούρα, αλλά μια συντροφική σχέση που δοκιμάζεται κι επιβεβαιώνεται κάθε μέρα. Γιατί η σχέση των κομμουνιστών με την εφημερίδα τους είναι ιδιαίτερη· σχεδόν ερωτική..

Πέμπτη 28 Αυγούστου 2014

Εισαγωγή στο 40ό Φεστιβάλ

Το φεστιβάλ κνε-οδηγητή είναι ο μόνος θεσμός ίσως που είναι συνυφασμένος με τη μεταπολίτευση, αλλά όχι με την παρακμή της. Κράτησε ακόμα και στα πιο δύσκολα χρόνια της οργάνωσης –κατά το τέλος του πρώτου μεταπολιτευτικού κύκλου- που κινδύνευσε να διαλυθεί κι έκτοτε τραβάει ξανά την ανηφόρα, με σημαίες, ταμπούρλα και κάθε φορά πιο πλούσιο πρόγραμμα γεμάτο καινούριες δραστηριότητες. Και πρέπει να κουβαλά κανείς πολλά καντάρια εμπάθειας, για να παίρνει με κακό μάτι πχ τον εμπλουτισμό του φεστιβάλ προγράμματος με την επίδειξη πολεμικών τεχνών –κι ειδικά της πάλης, που ήθελαν να την κόψουν από το ολυμπιακό πρόγραμμα γιατί δεν πουλάει. Εκτός κι αν τους έχουν μείνει τα αρνητικά εξαρτημένα αντανακλαστικά από τον εμπλουτισμό του προγράμματος στο 18ο συνέδριο με την απόφαση για το σοσιαλισμό, οπότε εξηγούνται όλα.



Το φεστιβάλ είναι η καλύτερη ευκαιρία να γνωρίσεις τους κομμουνιστές και την πιο ελκυστική τους όψη. Δεν εννοώ συγκεκριμένα άτομα, ως μονάδες, που πιθανότατα θα ‘χουν χρέωση, υπερωρίες με κάτι έκτακτο και γενικώς τρέχουν και δε φτάνουν, αλλά την οργάνωση ως σύνολο. Και όσο για τους σφους που τρέχουν πάνω-κάτω, καλύτερα έτσι από μια άποψη, γιατί όσο κι αν θέλει κανείς να λουφάρει λίγο –στα πλαίσια του θεμιτού- και να τα ταιριάξει έτσι που να πετύχει τους αγαπημένους τους καλλιτέχνες και να μην τους χάσει, είναι επιστημονικά αποδεδειγμένο πως το φεστιβάλ το απολαμβάνεις καλύτερα όταν έχεις δουλέψει για να το στήσεις και νιώθεις κι εσύ ένα μικρό κομμάτι του.

Οπότε νομοτελειακά θα στενοχωρηθείς να το δεις να διαλύεται. Αλλά το χειρότερο είναι η επιλογή της μέρας. Όσο κι αν συνειδητοποιείς την αναγκαιότητα (που είναι ορισμός της ελευθερίας από άποψη φιλοσοφική) να τελειώνει το φεστιβάλ το σάββατο, για να γίνει ο μεγαλύτερος όγκος του μαζέματος την κυριακή που την έχουν ελεύθερη οι σφοι μάστορες, τεχνικοί, κτλ, δεν αποφεύγεις ένα (τόσο δα) μικρό ξενέρωμα. Άσε που από την πολλή βιασύνη, αρχίζουμε καμιά φορά να μαζεύουμε πράγματα και να διαλύουμε περίπτερα από σάββατο βράδυ, πριν καν τελειώσουν οι συναυλίες και φύγει απ’ τον χώρο ο κόσμος.

Κι ύστερα διαβάζεις στο αφιέρωμα του 902 για την χρυσή δεκαετία με τις βάτες και το φεστιβάλ του 88’ –με την καλτ συζήτηση που είδαμε πρόσφατα- που κράτησε λέει εννιά ολόκληρες μέρες (!), ενώ την προηγούμενη χρονιά, η πρώτη συναυλία του 13ου φεστιβάλ είχε γίνει μπροστά στην αμερικάνικη πρεσβεία, κι από εκεί ο κόσμος πήγε με πορεία κατευθείαν στον χώρο του φεστιβάλ. Και εκεί κάπου καταλαβαίνεις πως τα καλύτερα δεν τα πρόλαβες –τουλάχιστον όχι σε ηλικία που να τα θυμάσαι και τόσο καλά.

Το ωραίο λοιπόν στο στήσιμο του φεστιβάλ είναι ότι κάθε σφος ανακαλύπτει το γίγα σφο που κρύβει μέσα του, μαζί με ένα σωρό γνώσεις κι ικανότητες που δεν ήξερε πως είχε (και όντως δεν τις κατείχε, πριν δοκιμάσει. Αλλά δεν υπάρχει κάστρο άπαρτο για τους μπολσεβίκους). Μαθαίνει να ψήνει, να γητεύει τις φλόγες και τα ωμά σουβλάκια που δεν πειθαρχούν, να νικάει την υψοφοβία του, να πετάει από σκαλωσιά σε σκαλωσιά, να πιάνουν τα χέρια του, να περπατά ενώ έχει φουσκάλες –και να τρέχει ενίοτε- να κάνει τον άτλα της μυθολογίας και να κουβαλά στις πλάτες του ένα φορτηγό ολόκληρο με το περιεχόμενό του, να ανοίγεται μαζικά, να τρώει μερικές χυλόπιτες χωρίς να χάνει το χαμόγελο και την επαναστατική αισιοδοξία του, να κάνει κάτι αντίστοιχο με το θαύμα της κανά με τις λιγοστές καρέκλες και τα έτοιμα σουβλάκια, που ποτέ δεν είναι αρκετά για να ικανοποιήσουν τον κόσμο, κτλ.

Προσωπικά, το πιο ιδιαίτερο που θυμάμαι είναι ότι έπρεπε μια φορά να πριονίσω κάτι επιφάνειες κόντρα πλακέ σε σχήμα σφυροδρέπανου, εν όψει της έκθεσης, που μία στις δύο χρονιές συμπίπτει με το φεστιβάλ, για να ανακαλύπτεις τα όρια της ανθρώπινης αντοχής. Από τις πιο δύσκολες ασκήσεις ακριβείας-χειροτεχνίας που έχω κάνει, αλλά στην πορεία κοιτούσα το αποτέλεσμα με καμάρι, κι ας ήταν λειψά μερικά σφυροδρέπανα, χωρίς τη λαβή του δρεπανιού, γιατί είχα πάρει φόρα και τις είχα κόψει κι αυτές κατά λάθος.

Και μιας κι ήρθε στη συζήτηση ο φετινός διαγωνισμός αφίσας για το φεστιβάλ, θα μπορούσε να έχει και τίτλο: ποιο είναι το πιο όμορφο σφυροδρέπανο που έχεις δει ποτέ –εκτός από εκείνη την χρονιά στην έκθεση, που τους έλειπε η λαβή προφανώς; Ίσως αυτό, που δεν το ‘χω δει, αλλά περιγράφει ο μπίστης στο βιβλίο του, το πρώτο σφυροδρέπανο της μεταπολίτευσης, μεγάλο και περήφανο κάπου στο κέντρο της αθήνας, που έκανε πολλούς συντρόφους να κλαίνε συγκινημένοι σα μικρά παιδιά μετά από τόσα χρόνια παρανομίας. Κι εκεί διηγείται κι άλλα ωραία, πχ για την επιστροφή του θεοδωράκη –μετά από ένα διάστημα, που το πολιτικό εκκρεμές του κινούταν προς την άλλη πλευρά- σε ένα από τα πρώτα φεστιβάλ και για την αμηχανία-αγωνία που υπήρχε για την κατάληξη του συναπαντήματος αυτού, που κατέληξε τελικά σε μια συμφιλιωτική αποθέωση.
Λες να είχε μια θέση και στο αφιέρωμα για τα 40χρονα του φεστιβάλ; Θα μπορούσε ίσως, αλλά δεν είναι σε θέση να δίνει πια συναυλίες σε αυτή την ηλικία.

Εν πάση περιπτώσει το φεστιβάλ είναι μια ξεχωριστή υπόθεση, που δύσκολα μπορείς να περιγράψεις σε κάποιον που δεν το έχει ζήσει. Κάθε μέρα ήταν σαν κυριακή, δηλ σαν κομμουνισμός –λέει κάπου, σε κάποιες αναμνήσεις του, ο αλτουσέρ, και το αναπαράγει συχνά ο ρούσης στα βιβλία του. Και αν στην επανάσταση συμπυκνώνεται ο πολιτικός χρόνος και κάθε μέρα μετράει σα μήνας, στα φεστιβάλ νιώθεις καμιά φορά να μετράει σα δεκαετία –που λέει ο λόγος- και σου φαίνεται αιώνας ολόκληρος ο ένας χρόνος, παρά κάτι, μέχρι να ξαναφτάσει ο σεπτέμβρης για το επόμενο.

Γιατί το φεστιβάλ είναι πάνω απ’ όλα οι ιστορίες που σου αφήνει και τις διηγείσαι μετά για χρόνια, ιδίως τις πιο περίεργες. Ο δύστροπος πελάτης που πέτυχες στην καντίνα, κάποιος μεθυσμένος που αντιμετώπισες σα μέλος της περιφρούρησης, οι διαχρονικοί τζαμπατζήδες που ήταν πρόθυμοι να κάνουν τους κασκαντέρ, προκειμένου να σκαρφαλώσουν και να μπουν έτσι, οι σινεφίλ που χώνονται σε μια γωνιά όλο το βράδυ και χάνουν όλα τα υπόλοιπα χαμένοι στην τέχνη τους, μικρά παιδάκια που πετάνε πέτρες στο πανί του καραγκιόζη, για να δουν τι έχει πίσω του, παλιοί σφοι που έρχονται κουμπωμένοι κι επιφυλακτικοί, αλλά βρίσκουν ένα σωρό παρέες και φεύγουν τραγουδώντας, κοκ.

Κι όμως υπάρχει και κόσμος, που δεν του αρέσει –από τους δικούς μας εννοώ. Θες γιατί μένουν σε μικρή πόλη και δεν τους κάνουν αίσθηση οι εκδηλώσεις εκεί, ή γιατί είναι πάντα τα ίδια και τα ίδια, γιατί θα μπορούσαμε να έχουμε αυτό κι εκείνο, και να μη φέρουμε τον τάδε και το δείνα, θες γιατί τους πιάνει λίγο και το αντιδραστικό τους. Αλλά εντάξει, φεστιβάλ χωρίς λίγη γκρίνια για ορισμένες ‘αμφιλεγόμενες’ καλλιτεχνικές επιλογές πχ, τι φεστιβάλ θα ήταν...

Αντί επιλόγου, κάποιες συμβουλές για τους καινούριους. Αν σε σταματήσουν στην είσοδο οι κάρτες γνωριμίας, πάρ’ το ως κομπλιμέντο πως μικροδείχνεις. Αν σε σταματήσουν οι σφοι με το κουτί της οικονομικής ενίσχυσης, πάρ’ το ως κομπλιμέντο πως πλουσιοδείχνεις. Αν και το πιο πιθανό είναι να σε έχουν περάσει για αρκετά μεγάλο, σοβαρό, οικογενειάρχη άνθρωπο, που έχει δουλειά και μπορεί να συνεισφέρει. Το οποίο βέβαια είναι κάπως αυθαίρετο ως συμπέρασμα, ακόμα και οικογενειάρχης να είσαι, αλλά λειτουργεί η δύναμη της συνήθειας κι ο αυθόρμητος φυσιογνωμισμός.


Αν πας με μαύρα παπούτσια, όταν φύγεις θα είναι άσπρα και σκονισμένα. Αν πας χωρίς ομπρέλα, θα βρέξει. Αν θυμηθείς να φέρεις μία, την επόμενη μέρα, μπορεί να βγάλει και ήλιο το βράδυ, κι εσύ θα την κουβαλάς τζάμπα. Αν πας, στο φεστιβάλ της αθήνας, με αμάξι, υπολόγισε μία ώρα επιπλέον για την κίνηση και το παρκάρισμα –που μετά τις εννιά-δέκα γίνεται κυνήγι θησαυρού. Αλλά η χειρότερη αυταπάτη που μπορεί να έχει κανείς, είναι εάν πιστεύει πως αρκεί μια μέρα για να το γυρίσει όλο, να το εξερευνήσει και να το χορτάσει. Ενώ στην πραγματικότητα θέλει περίπου τριάντα, για να τα δει όλα. Γιατί στο φεστιβάλ, κάθε μέρα μετράει σα μήνας...

Παρασκευή 25 Ιουλίου 2014

Σα δύο εικοσάρες

Η δημοκρατία, λέει ένα εύστοχο ευφυολόγημα, είναι το πολιτικό σύστημα όπου ένας λύκος και ένα πρόβατο αποφασίζουν από κοινού τι θα φάνε για βραδινό. Για να γίνει ακόμα πιο κατανοητό όμως, εγώ θα πρόσθετα πως δημοκρατία είναι ένας λύκος κι ένα κοπάδι πρόβατα που συναποφασίζουν τι θα δειπνήσουν. Κι ενώ ο αριθμητικός συσχετισμός δεν αλλάζει ουσιαστικά τίποτα στη σχέση των πρόβατων με το λύκο και την καταλυτική ισχύ του τελευταίου, στη δημοκρατία μας τα αμνοερίφια διδασκόμαστε και βαυκαλιζόμαστε πως είμαστε η πλειοψηφία κι ότι μπορούμε να καθορίσουμε εμείς τις τύχες μας. Μπορούμε πχ να συναινέσουμε στην αξιολόγησή μας και να τραβήξουμε κλήρο για να δούμε ποιος (ποιος-ποιος) θα φαγωθεί, για να την πατήσουμε σαν τα ψάρια από το κόμικ του αρκά που περίμεναν από τον καρχαρία-φονιά, τον αντίστοιχο λύκο της θάλασσας, να τηρήσει τη συμφωνία και να φάει μόνο τους μισούς, για να γλιτώσουν τάχα οι υπόλοιποι.


Δημοκρατία επίσης είναι τα μαντρόσκυλα του συστήματος που φυλάνε τα πρόβατα μη τυχόν ξεμυτίσουμε από το μαντρί της λυκοσυμμαχίας με τα μοναδικά οφέλη, και δε μας συναντήσει ο λύκος στο προγραμματισμένο ραντεβού-δείπνο ηλιθίων. Είναι οι διάφοροι δημοσιολόγοι που μιλάνε για σύγκλιση και συνεργασία των τάξεων, παρουσιάζοντας την αστική σαν τον καλό λύκο του αρκά (και πάλι) που ερωτεύεται μια προβατίνα και απαρνείται για χάρη της τη σαρκοφάγα φύση του. Να θεωρούμε ευεργέτες-επενδυτές τους αετονύχηδες που μας αρμέγουν και μας κουρεύουν το μαλλί και το χρέος. Και να μας τρομοκρατούν πως είναι απαραίτητο να συμπεριφερθούμε υπεύθυνα και να μη στριμωχνόμαστε σε στρούγκες, κοπάδια και λοιπές συλλογικότητες, γιατί δεν είμαστε εξάλλου τίποτα πρόβατα, να μας λένε οι άλλοι τι να κάνουμε.

Η δημοκρατία δηλ με δυο λόγια, ως το αποτέλεσμα της διαπραγμάτευσης και της συμφωνίας που λέγαμε παραπάνω, είναι βασικά μια μερίδα αρνίσια παϊδάκια. Κι η ελληνική δημοκρατία, που χτες έκλεισε με δόξα και τιμές τα σαραντάχρονά της, είναι κάτι σαν τα καλύτερα παϊδάκια που φάγαμε ποτέ. Τα οποία προσωπικά τα γεύτηκα στη δημοκρατική κρήτη, στο έβγα της ζούρβας, λίγο πάνω από τον ιστορικό θέρισο, που έχει μεταξύ άλλων την ταβέρνα ‘αντάρτης’ και το μουσείο της εθνικής αντίστασης, με τις κομματικές ταυτότητες του βελουχιώτη και του βαφειάδη, και με σειρές ολάκερες φωτογραφιών από αγωνιστές που θυσιάστηκαν, που σου θυμίζει λίγο συνειρμικά τη στήλη του ρίζου με τα μνημόσυνα.

Η μεταπολίτευση του 74’ και της επόμενης δεκαετίας χοντρικά ήταν ένα μικρό διάλειμμα, μια σύντομη εκεχειρία ανάμεσα στα πέτρινα χρόνια που προηγήθηκαν και αυτά που ζούμε σήμερα –για να κάνουμε μια σύνδεση και με μια πρόσφατη ανάρτηση. Αλλά και η περίοδος της σταδιακής διάβρωσης των βράχων και των αξιών στις οποίες βασίστηκε το αγωνιστικό πνεύμα της εποχής.

Πριν από οτιδήποτε άλλο όμως η ιστορία της μεταπολίτευσης είναι η ιστορική διαδρομή και πορεία του πασόκ: του καλύτερου εργαλείου που είχαν ποτέ οι αστοί στα χέρια τους για να αναχαιτίσουν το κόμμα και να ενσωματώσουν τις λαϊκές αγωνιστικές διαθέσεις. Του σοσιαλδημοκρατικού, κεντροαριστερού μορφώματος που της έλειπε μέχρι τότε –και το φέρουν βαρέως μέχρι σήμερα οι αστοί ιστοριογράφοι που δεν εμφανίστηκε νωρίτερα· κι η απουσία αυτή έκανε ακόμα και τους δικούς μας να εκτιμήσουν λανθασμένα πως στην ελλάδα δεν υπήρχε το αντικειμενικό έδαφος για να πιάσει η σοσιαλδημοκρατία –η οποία πάντως εκκολαπτόταν ήδη εν μέρει στις γραμμές της εδα. Η ιστορία του κόμματος που σάρωσε κι απορρόφησε τα πάντα, ταυτίστηκε ως όλον πασόκ με το βαθύ κράτος, επηρεάζοντας όλους τους πολιτικούς του αντιπάλους –ακόμα και το κόμμα υιοθέτησε το σύνθημα της πραγματικής αλλαγής με κατεύθυνση το σοσιαλισμό. Κι οι διάφορες φάσεις της μετεξέλιξής του συμπίπτουν με τους διαδοχικούς κύκλους της μεταπολίτευσης (δηλ των λαϊκών κατακτήσεων και του ριζοσπαστισμού που παρέμεναν άταφο πτώμα μέχρι πρότινος.

Από τα πρώτα άγουρα χρόνια με τις μουντές κι αβέβαιες ελευθερίες της και τον αυτόνομο συνδικαλισμό που προλείανε το έδαφος για την άλωση του εργατικού κινήματος από την πάσκε· στον καλπασμό των πράσινων αλόγων προς την εξουσία και το ραντεβού με την ιστορία· το πλασάρισμα του «έλληνα αγιέντε», που ερχόταν ως σαλβαδόρ (σωτήρας) και τον απειλούσαν τάχα τα ξένα κέντρα με στρατιωτικά πραξικοπήματα· και είχε εκτιμήσει ως μια απλή αλλαγή φρουράς τη μεταπολίτευση –άσχετα που κάποιοι τη βρίσκουν ακραία και σεχταριστική εκτίμηση, όταν έρχεται ως επίσημη και επεξεργασμένη κομματική θέση κι όχι για λόγους εντυπωσιασμού, όπως το έκανε δηλ ο ανδρέας. Που αξιοποιούσε επιδέξια τα αντιδεξιά σύνδρομα και το φιλοσοβιετικό χαρτί για να κρατά όμηρους τους κομμουνιστές και την εαμική βάση.

Κι από το ανορθόδοξο σπάσιμο αυτής της ομηρίας το 89’, με τη συγκλονιστική διεθνή συγκυρία και τις κοσμογονικές (ή μάλλον κοσμοκτόνες) αλλαγές· στη σταδιακή εκσυγχρονιστική μετάλλαξη ή μάλλον προσαρμογή στα καινούρια δεδομένα· που επισφραγίστηκε με την εκλογή του σημίτη, ενός τεχνοκράτη, χρυσής μετριότητας και κάκιστου ρήτορα (σε αντίθεση με τον χαρισματικό δημαγωγό προκάτοχό του)· που έπρεπε ωστόσο να πλασαριστεί ως μεγάλος ηγέτης και ο τρικούπης του εικοστού αιώνα, που ήρθε εκατό χρόνια μετά το θάνατό του να συνεχίσει το μεταρρυθμιστικό του έργο· αλλά δεν έμεινε αρκετά στην κυβέρνηση ως πρωθυπουργός για να πει και το «δυστυχώς επτωχεύσαμεν» της ισχυρής ελλάδας και της μεγάλης ευρωπαϊκής ιδέας, στη θέση του ξεχασμένου «εοκ και νάτο το ίδιο συνδικάτο»· και να βάλει την ταφόπλακα στο άταφο πτώμα της μεταπολίτευσης και του πασόκ –βάρος που έπεσε στους διαδόχους του.

Στα 40χρονα της μεταπολίτευσης είμαστε έτοιμοι να θάψουμε το πασόκ και να κάνουμε τα σαράντα του. Αλλά η μνήμη του μένει ζωντανή να κατατρύχει σα φάντασμα την αστική πολιτική σκηνή και τη συνείδηση του «μέσου έλληνα», που συνεχίζει να είναι πασόκ, με άλλες μορφές κι ονόματα. Γιατί όλα τριγύρω αλλάζουνε κι όλα τα ίδια μένουν. Κι η ψευδής συνείδηση αυτονομείται από τις συνθήκες που την καθόρισαν και τη δημιούργησαν και επιβιώνει με τη δύναμη της συνήθειας στις μάζες που έχουν το βλέμμα τους στραμμένο στο παρελθόν που έχασαν. Αναπολούν το ευχάριστο διάλειμμα της μεταπολίτευσης, αν κι έχουν διδαχτεί από οθόνης να το κακολογούν και να το θεωρούν υπεύθυνο για τη σημερινή κατάσταση, χωρίς να σκεφτούν ποιοι παράγοντες έδωσαν αυτό το αποτέλεσμα έστω ως προσωρινή ανάπαυλα.

Περίπου ό,τι κάνουν δηλ διάφοροι πολιτικοί χώροι που ευαγγελίζονται φιλολαϊκές μεταβατικές μεταρρυθμίσεις και στην πιο επαναστατική εκδοχή τους βάζουν το σύνθημα της δυαδικής εξουσίας, με την έννοια μιας «βουλής των κάτω», «της αμεσοδημοκρατίας των πλατειών», κτλ· χωρίς να μπουν στον κόπο να σκεφτούν ότι η δυαδική εξουσία δεν προκύπτει ως διακηρυγμένος στόχος, αλλά ως προσωρινός συμβιβασμός κι εύθραυστη ισορροπία, ως αδυναμία της δικής μας πλευράς να φτάσει μέχρι τέλους ή του ταξικού εχθρού να τσακίσει τη δική μας προσπάθεια και να επιβληθεί. Και πως η μοναδική στόχευση πρέπει να είναι η ενίσχυση του δικού μας πόλου ώστε να νικήσει στον ταξικό πόλεμο κι όχι η εκεχειρία ή ένας συμβιβασμός που μπορεί να προκύψει ως πιθανό ενδεχόμενο και μια στιγμή του πολέμου στην πορεία του.


Αν υπάρχει κάτι για να κρατήσουμε από τη μεταπολίτευση είναι τα κεκτημένα δικαιώματα και το αγωνιστικό της πνεύμα, που χρειάστηκε να τιθασευτεί και να καναλιζαριστεί σε ακίνδυνους διαύλους, για να το υποτάξουν. Όχι τις αυταπάτες της περιόδου, που οδήγησαν σε αυτή την υποταγή, και το πασόκ που τις καλλιέργησε και τις εξέφρασε. Ούτε μια σύγχρονη άφθαρτη εκδοχή του που θα έρθει με νέα πρόσωπα να κάνει λίφτινγκ στη σαραντάρα αστική δημοκρατία και να την εξωραΐσει. Και δεν είναι θέμα ηλικίας, αλλά της ταξικής της ουσίας, που απογυμνώνεται κάθε μέρα και περισσότερο, για να κρυφτεί πίσω από φύλλα συκής σοσιαλδημοκρατικής κοπής.