Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ελληνικός σοσιαλισμός. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ελληνικός σοσιαλισμός. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 2 Μαρτίου 2017

Οι συνθήκες ωρίμασαν

Μεταπολεμικά, στη σκέψη κάποιων κομμουνιστών, μπορούσε να διακρίνει κανείς μια βεβαιότητα πως δεν υπάρχει στην Ελλάδα το έδαφος κι οι συνθήκες για την ανάπτυξη κι εδραίωση ενός ισχυρού σοσιαλδημοκρατικού κόμματος, όπως στις ανεπτυγμένες χώρες της δυτικής Ευρώπης. Μορφώματα τύπου ΣΚΕΛΔ (Σβώλος, Τσιριμώκος κλπ) έμειναν περιθωριακά κι απέκτησαν οντότητα μόνο μες στο ΕΑΜ. Ενώ η Ένωση Κέντρου ήταν βασικά ένα συμπλήρωμα της Δεξιάς, όσο κι αν η ΕΔΑ έτεινε να γίνει ουρά της, ψάχνοντας εναγώνια δημοκρατικές δυνάμεις, για να τις βαφτίσει με το ζόρι σύμμαχες.

Αλλά το ΠαΣοΚ ως κεντροαριστερά εκκολαπτόταν ήδη στις τάξεις της Ε.Κ. του 60' και ήρθε στη Μεταπολίτευση να τα σαρώσει όλα, μαζί με τις δικές μας... χαμηλές προσδοκίες για τις δυνατότητες ανάπτυξης εγχώριας σοσιαλδημοκρατίας.

Μεταπολιτευτικά, όπως και μετά τις ανατροπές και το τέλος της μεταπολίτευσης, πολλοί εξέφραζαν τη βεβαιότητα πως δεν υπάρχει στην Ελλάδα το έδαφος κι οι συνθήκες για την ανάπτυξη σημαντικού φασιστικού μορφώματος, όπως σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες. Η ΕΠΕΝ απορροφήθηκε γρήγορα από τη ΝΔ, που αφαιρούσε διαχρονικά το ζωτικό χώρο από κάθε αντίστοιχη δύναμη που επιχειρούσε να εμφανιστεί και να ευδοκιμήσει στα δεξιά της -πχ η ΔΗΑΝΑ του Στεφανόπουλου. Οι μνήμες από την επταετία της δικτατορίας ήταν ακόμα νωπές, κι ο πολιτικός απόηχος του Πολυτεχνείου πολύ ισχυρός, για να αφήσουν το φασισμό να σηκώσει κεφάλι.

Αλλά το αυγό του φιδιού εκκολαπτόταν, πατώντας πάνω στην ανεμελιά μας. Οι ευνοϊκές συνθήκες κι η φασιστική νοοτροπία υπήρχαν ήδη από τη δεκαετία του 90' στην ελληνική κοινωνία -όπως εξάλλου κι ο μετέπειτα φορέας υποδοχής τους, η χρυσή αυγή. Ήταν απλώς ζήτημα χρόνου και συγκυριών (έξαρση του μεταναστευτικού, οικονομική κρίση κτλ) να γιγαντωθούν και να εκδηλωθούν, αποκτώντας οντότητα κι επίσημη έκφραση.
Κι αυτό μολονότι δεν υπάρχει στις μέρες μας ισχυρό κομμουνιστικό κίνημα, που να εξηγεί τη στροφή του συστήματος σε τέτοιες λύσεις. Ο φασισμός δεν αναπτύσσεται μόνο ως προληπτικό μέσο αντιμετώπισης των κομμουνιστών, αλλά και στο κενό της απουσίας τους, της ήττας τους.

Κατά μία έννοια, προκύπτει ως συμπέρασμα ότι είμαστε καταδικασμένοι να πάθουμε ό,τι ακριβώς φοβόμαστε ή μάλλον αυτό που δε βλέπουμε να έρχεται κι εφησυχάζουμε, χωρίς να πάρουμε μέτρα για να το αντιμετωπίσουμε εγκαίρως.

Από ταξική σκοπιά, κλειδί για την ερμηνεία της εμφάνισης κι εδραίωσης της σοσιαλδημοκρατίας και του φασισμού είναι η μικροαστική τάξη: στη μία περίπτωση η ενσωμάτωση λαϊκών στρωμάτων κι η εκτεταμένη εργατική αριστοκρατία που αναπτύσσει μικροαστική συνείδηση. Στην άλλη, ξεπεσμένα μικροαστικά στρώματα, που συντρίβονται από την κρίση. Δεν είναι τυχαίο ίσως πως αρκετοί έκαναν αυτήν ακριβώς τη διαδρομή, από το "πατριωτικό, λαϊκό ΠαΣοκ" (και όχι από τη μήτρα-αγκαλιά της δεξιάς παράταξης) στο εκλογικό σώμα της χρυσής αυγής.

Η Ελλάδα είναι μια χώρα που είχε παραδοσιακά εκτεταμένα μικροαστικά στρώματα, που συνεχώς προλεταριοποιούνται κι όλο ανθίστανται κι υφίστανται -ή τέλος πάντων διατηρούν την προηγούμενη συνείδησή τους. Αυτό προφανώς δεν οδηγεί αυτόματα στην ενίσχυση της σοσιαλδημοκρατίας ή του φασισμού. Δείχνει όμως πως ήταν αβάσιμη η πολιτική σιγουριά πως δεν υπάρχει καν το έδαφος για την ανάπτυξή τους.

Έχει επίσης ενδιαφέρον ότι ως ένα βαθμό η σοσιαλδημοκρατία εκκολάφτηκε στις δικές μας γραμμές, υπήρχε ήδη -εν μέρει- μέσα μας, στους κόλπους της ΕΔΑ, στο τμήμα του κόμματος που ακολούθησε το ΚΚΕ εσ. και αργότερα το Συνασπισμό (και βρίσκεται σήμερα στο Σύριζα, τη ΛαΕ και τη ΔημΑρ). Οι πρώην σύντροφοι που επιζητούσαν μια ομαλότητα-νομιμότητα, μακριά από τις αιχμηρές γωνίες της παρανομίας, της επαναστατικής πάλης, της αλλαγής που δεν έρχεται με κοινοβουλευτικό τρόπο.

Ο φασισμός στον αντίποδα, δεν προήλθε βεβαίως από τους κόλπους του κομμουνιστικού κινήματος ή από τον εκφυλισμό του. Έχουν ενδιαφέρον, πάντως, κάποιες επιμέρους περιπτώσεις, όπως του Μπ. Μουσολίνι (που ήταν στο σοσιαλιστικό κόμμα) κι εγχώριων επίδοξων μιμητών του, τύπου Καζάκη, που φλέρταρε και με το αριστεροχώρι. Ή ακόμα η καθολική συστράτευση σε εθνικούς στόχους -πλην Λακεδαιμονίων- η ειρηνική συνύπαρξη και τα ταξιδάκια στο Καστελόριζο, κοκ.

Σήμερα, ακούμε πολλές φορές την εκτίμηση -που διατυπώνεται θριαμβευτικά, ως πανηγυρικό συμπέρασμα- πως στην Ελλάδα δεν υπάρχει το έδαφος κι οι συνθήκες για την επικράτηση και την εδραίωση μιας σοσιαλιστικής επανάστασης. Είτε γιατί υπάρχει ισχυρή μικροαστική τάξη στη χώρα μας, είτε για άλλους ιστορικούς-οικονομικούς λόγους, είτε βασικά γιατί κάποιοι εκφράζουν απλώς τους μύχιους πόθους τους και τους θεωρητικοποιούν.

Δεν είναι λοιπόν καιρός να τους δείξουμε στην πράξη πως κάνουν λάθος; Και να τους κάνουμε ένα χουνέρι, πραγματοποιώντας αυτό που θεωρούν αδύνατο και βασικά το χειρότερο φόβο τους;

Τρίτη 5 Αυγούστου 2014

Στη δική μας χώρα

Ένας φίλος αναγνώστης του μπλοκ λέει πως αν το δούμε ψυχρά και ρεαλιστικά, την επομένη από την επικράτηση της επανάστασης στην ελλάδα, ο ευρωστρατός, τα νατοϊκά στρατεύματα ή κάποιο άλλο τμήμα από τη δύναμη κρούσης των ιμπεριαλιστών, θα βρίσκεται πιθανότατα στο ύψος της λαμίας, για να επιβάλει την παλιά τάξη πραγμάτων και να προλάβει το κακό στη ρίζα του, πριν τυχόν γίνει μετάσταση του επαναστατικού ιού και σε άλλους αδύναμους κρίκους της ιμπεριαλιστικής αλυσίδας. Αυτό συνδέεται έμμεσα και με ένα γενικότερο προβληματισμό για τις περιορισμένες δυνατότητες (νίκης, ελιγμών, ελευθερίας κινήσεων) του επαναστατικού κινήματος απέναντι στους υπερσύγχρονους, εξελιγμένους κατασταλτικούς μηχανισμούς της αστικής εξουσίας, που συντονίζονται πλέον και σε διακρατικό επίπεδο.

Στα πλαίσια των οξυμένων ενδοϊμπεριαλιστικών ανταγωνισμών, λαμβάνουν χώρα ωμές πολεμικές επεμβάσεις, ακόμα και για μικρότερες αφορμές, προκειμένου να ευθυγραμμιστεί πλήρως μια περιφερειακή δύναμη με τα μεγάλα ιμπεριαλιστικά κέντρα. Δεν είναι λοιπόν απαραίτητο να υπάρχει επαναστατικός κίνδυνος-απειλή, για να δικαιολογήσει μια στρατιωτική κινητοποίηση κι άλλα μέτρα αποκλεισμού εναντίον μιας χώρας. Από αυτό κάποιοι συνάγουν τον επαναστατικό χαρακτήρα κάποιων δευτερευόντων τακτικών ρηγμάτων-μεταρρυθμίσεων και διαφοροποιήσεων από το κυρίαρχο σκηνικό. Στην πραγματικότητα ισχύει η ακριβώς αντίστροφη ανάγνωση. Ότι δηλ ακόμα κι αυτά τα μικρά βήματα προϋποθέτουν το επαναστατικό άλμα και τη ριζική αλλαγή συσχετισμών σε επίπεδο εξουσίας. Με άλλα λόγια, η μονιμοποίηση κι η επέκταση κάθε ρήγματος δεν απαιτούν απλά μια διαφορετική γενική κατεύθυνση, αλλά και μια άλλου τύπου εξουσία που θα τις υπερασπίσει με όλα τα μέσα που έχει στη διάθεσή της (πολιτικά, οικονομικά, στρατιωτικά) και όσο πιο ισχυρή είναι, τόσο πιο αποτελεσματικά θα το κάνει. Χρειάζεται κι ένας διαφορετικός βαθμός συνειδητοποίησης του λαϊκού παράγοντα, που δε θα τρέφει αυταπάτες και θα γνωρίζει πως κάθε δική του θυσία πρέπει να υπηρετεί μια διαφορετική προοπτική, τη δική του υπόθεση, κι όχι αλλότριους σκοπούς με ξένες σημαίες –ή «εθνικές», που δεν είναι λιγότερο ξένες στους σκοπούς της εργατικής τάξης.

Παραμένει ωστόσο το ερώτημα: πώς θα αντέξει η νεογέννητη λαϊκή-εργατική εξουσία-ηρακλής τα ιμπεριαλιστικά φίδια που θα ζώσουν την κούνια του, για να την καταπνίξουν εν τη γενέσει της {ας μην ξεχνάμε εξάλλου την ιμπεριαλιστική επέμβαση 14 χωρών της δυτικής ευρώπης στο πλευρό της αντεπανάστασης στους πρώτες μήνες ύπαρξης της σοβιετικής ρωσίας, και μάλιστα αμέσως μετά το σφαγείο του α’ παγκοσμίου πολέμου και την εξάντληση που προκάλεσε από κάθε άποψη}; Και είναι ικανή μια χώρα σαν την ελλάδα να οικοδομήσει μόνη της σοσιαλισμό, σε συνθήκες ιμπεριαλιστικής περικύκλωσης; Είναι συγκριτικά πιο έτοιμη σε σχέση με την ημιοφεουδαρχική ρωσία του 17’ ή υστερεί από άλλες απόψεις; Μήπως το βάθεμα της σύνδεσης και της αλληλεξάρτησης των επιμέρους εθνικών οικονομιών –που αποτυπώνεται και στο συγχρονισμένο χαρακτήρα εκδήλωσης της κρίσης- δυσχεραίνει σήμερα την αυτάρκεια και την αυτοτελή ανάπτυξη ή τη σοσιαλιστική οικοδόμηση, όχι μόνο για μια χώρα μέσου επιπέδου ανάπτυξης σαν την ελλάδα αλλά και για μια μεγάλη ιμπεριαλιστική δύναμη; Κι αν δεχτούμε αυτό το σημείο, μήπως στρώνουμε το έδαφος στη ρεφορμιστική λογική που επιδιώκει αλλαγή συσχετισμών εντός της ευρωπαϊκής ένωσης και μόνο σε επίπεδο ιμπεριαλιστικών ολοκληρώσεων;

Στην πραγματικότητα εδώ εξετάζουμε δύο διαφορετικά ζητήματα. Το ένα έχει να κάνει, όχι με την αυτοτελή εξέταση των παραγωγικών δυνατοτήτων μιας χώρας, για να δούμε αν οι υλικές συνθήκες είναι ώριμες για την οικοδόμηση σοσιαλισμού, αλλά με την ικανότητά της να επιπλεύσει και να επιβιώσει αρχικά σε ένα καπιταλιστικό αρχιπέλαγος, που απειλεί να την πνίξει. Αυτές οι δύο παράμετροι συνδέονται μεταξύ τους, αλλά όχι μονοσήμαντα. Είναι σαφές πχ ότι μια χώρα σαν τη βενεζουέλα, με πλούσια πετρελαϊκά αποθέματα και σχετική ενεργειακή αυτοτέλεια, έχει μεγαλύτερα περιθώρια ελιγμών από την κούβα, για παράδειγμα. Η οποία όμως, παρά την ένδειά της και το εμπάργκο που της έχει επιβληθεί (το οποίο την έχει αναγκάσει σε αναδίπλωση και υποχωρήσεις το τελευταίο διάστημα) είναι πολιτικά πολύ πιο μπροστά από το «σοσιαλισμό του 21ου αιώνα. Που αν είχε προκύψει, με τη σειρά του, κατά τη διάρκεια του σύντομου εικοστού αιώνα, σε διαφορετικό διεθνές περιβάλλον, μπορεί να είχε κάνει πολύ περισσότερα βήματα απ’ ό,τι έκανε τώρα, πέφτοντας πάνω στον απόηχο της παγκόσμιας αντεπανάστασης.

Η θεώρηση του κόμματος, όπως αποτυπώθηκε και σε παλιότερη προγραμματική επεξεργασία, υπολογίζει στο διεθνή αντίκτυπο μιας επαναστατικής διαδικασίας στην χώρα μας και το σπάσιμο της απομόνωσής της με τη μίμηση του ελληνικού παραδείγματος κι από άλλους λαούς. Η ιστορική πείρα των μπολσεβίκων ωστόσο, που υπολόγιζαν κι αυτοί στον παράγοντα-«ντόμινο» και σε διεθνή στηρίγματα της ρώσικης επανάστασης, μας δείχνει πως δεν πρέπει να παίρνουμε ως δεδομένο αυτό το ενδεχόμενο και να βασίζουμε πάνω σε αυτό το σχεδιασμό μας. Αυτό που θα κληθεί οπωσδήποτε πάντως να αναπτύξει μια πιθανή εργατική-λαϊκή εξουσία στα πρώτα της βήματα είναι οι διμερείς, αμοιβαία επωφελείς εμπορικές σχέσεις με άλλες, μη σοσιαλιστικές χώρες κι η ικανότητα για επιδέξια αξιοποίηση των ενδοϊμπεριαλιστικών αντιθέσεων –που δεν πρέπει ωστόσο ούτε στιγμή να συγχέεται με τα τακτικά παιχνίδια και την επιλογή καπιταλιστή συμμάχου από μια πιθανή, αστική κυβέρνηση με αριστερό μανδύα, πρόσημο, πυρήνα, κτλ.

Το δεύτερο ζήτημα έχει να κάνει αμιγώς με την υλική προετοιμασία, το επίπεδο ανάπτυξης και τις παραγωγικές δυνατότητες της χώρας. Ήδη από τα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια, οι κομμουνιστές άνοιξαν μέτωπο, με επιστημονικές μελέτες και τις οικονομικές αναλύσεις τους,  ενάντια στο αντιδραστικό ιδεολόγημα της ψωροκώσταινας ελλάδας, που είναι καταδικασμένη τάχα να έχει δευτερεύοντα ρόλο και τον τουρισμό ως μοχλό ανάπτυξης και «βαριά βιομηχανία» της –για να γίνουμε τα γκαρσόνια της ευρώπης, όπως έλεγε σε παλιές, λαμπρές «αντι-ιμπεριαλιστικές» στιγμές του ο ανδρέας παπανδρέου. Οι μελέτες αυτές επικαιροποιούνται ως τις μέρες μας, αναδεικνύοντας τις πλούσιες αναπτυξιακές δυνατότητες που έχει η ελλάδα, αλλά και το είδος της ανάπτυξης («για ποιον;» «προς όφελος ποιας τάξης;») που χρειάζεται για να τις αξιοποιήσει.

Σε αυτές μπορεί να βρει κανείς κάποια σημεία που προκαλούν αυθόρμητα χαμόγελα, σε εμάς τους αδαείς με τα «βαριά οικονομικά», όπως πχ τα πλούσια κοιτάσματα χουντίτη, που θα αξιοποιήσει η μελλοντική λ-ε εξουσία. Αλλά και πιο σοβαρά, επίμαχα ζητήματα που παίρνουν τη σκυτάλη από τους προβληματισμούς και την παλιότερη διένεξη για τους κινδύνους και τη σκοπιμότητα χρήσης της πυρηνικής ενέργειας, και όπου προβάλλονται παρόμοιες ενστάσεις και διαφωνίες πχ για την εκτροπή του αχελώου ή για την (ακόμα και ήπιου βαθμού) αξιοποίηση διαφόρων λατομείων, ορυχείων, κτλ, στην κοινωνία του μέλλοντος.

Τα παραπάνω δένουν και με την εκτίμηση για τη θέση της χώρας στο διεθνές ιμπεριαλιστικό σύστημα και τη γενικότερη θεώρηση του τελευταίου. Αν τονίσουμε το στοιχείο της (ακόμα βαθύτερης σε σχέση με το 17’) οργανικής σύνδεσης-αλληλεξάρτησης των εθνικών οικονομιών, χάνουμε από την οπτική μας την παράμετρο της ανισομετρίας της καπιταλιστικής ανάπτυξης, από την οποία προκύπτει η λενινιστική ανάλυση για το (μη ταυτόχρονο) σπάσιμο της ιμπεριαλιστικής αλυσίδας στους αδύναμους κρίκους της. Κι αν αντιστρόφως υπερτιμήσουμε το παράγοντα της ανισομετρίας και την υποδεέστερη θέση μιας χώρας μέσου επιπέδου ανάπτυξης, σαν την ελλάδα (που σε κάποιες πολιτικές αναλύσεις παρουσιάζεται ως αποικία χρέους, κτλ), προκύπτει εύλογα το ερώτημα πώς τεκμηριώνεται η ωριμότητα κι η υλική δυνατότητα για το πέρασμα στο σοσιαλισμό, σε μια τόσο «υπανάπτυκτη» οικονομία.
Το πιο εντυπωσιακό ωστόσο είναι πως τα δύο αυτά (φαινομενικά) αντιθετικά σχήματα, στις ακραίες τελικές τους συνέπειες, φαίνεται να συγκλίνουν και συμπίπτουν στο εξής σημείο: τη διαμεσολάβηση της σοσιαλιστικής επανάστασης από κάποιου είδους μεταβατικό πρόγραμμα.

Σε κάθε περίπτωση, οι δυσκολίες, οι καμπές κι οι στροφές στην πορεία επικράτησης της επανάστασης και της οικοδόμησης των βάσεων της σοσιαλιστικής κοινωνίας, είναι εν πολλοίς ένα αχαρτογράφητο πεδίο –πέρα από τις γενικές νομοτέλειες και τις κατευθύνσεις που μας δίνουν- και δε θα μπορούσε να είναι διαφορετικά στην παρούσα φάση. Όσο ωριμάζει όμως κι ο υποκειμενικός παράγοντας –πέρα από τις αντικειμενικές συνθήκες-, δηλ το επαναστατικό υποκείμενο κι η πολιτική του πρωτοπορία, τόσο πιο έτοιμος κι ικανός θα (και επιβάλλεται να) είναι, για να προβλέψει έγκαιρα, να εκτιμήσει σωστά και να αντιμετωπίσει τέτοια ζητήματα, με πλούσιες ολοκληρωμένες επεξεργασίες κι αναλύσεις.

Σάββατο 2 Αυγούστου 2014

Η κόρη μου η σοσιαλίστρια

Για κάποιους αυτό είναι ένα δείγμα του παλιού, καλού κινηματογράφου, για άλλους μία από τις πιο ελαφριές και άστοχες στιγμές του και για κάποιους άλλους απλά μια ταινία με καλτ στοιχεία και μια ευκαιρία να γελάσουν. Όπου καλτ (έχει καταλήξει να) σημαίνει κάτι μεταξύ γραφικού κι αστείου, που ωστόσο το σεβόμαστε ή δεν το θεωρούμε μονοσήμαντα γελοίο και κατά βάθος μπορεί να μας αρέσει κιόλας –αν και ντρεπόμαστε να το πούμε ανοιχτά, γι’ αυτό και το βαφτίζουμε καλτ, χωρίς να είναι τέτοιο απαραίτητα.

Οι περισσότεροι την έχουμε μάθει απέξω από μικροί από τις πολλές επαναλήψεις, αλλά δε μας έχει απασχολήσει έκτοτε, για να τη δούμε με άλλο μάτι, ενήλικο. Μπορεί λοιπόν να είναι καλή ταινία για την ηλικία που την είδαμε και για μικρά παιδιά γενικώς, ή για την εποχή που γυρίστηκε, έναν χρόνο πριν από το απριλιανό πραξικόπημα, και τους πολιτικούς περιορισμούς της. Ίσως να μην μπορούσε να μας πει περισσότερα ή να μας έλεγε απλά πως ο σακελλάριος ήταν αυτό ακριβώς που έπαιζε και στην ταινία, όπου υποδυόταν τον εκπρόσωπο της ομοσπονδίας, δηλ ένα είδος πρώιμου σοσιαλιστή, σοσιαλδημοκράτη, καλού πασόκου ανθρώπου –αλλά από τους καλούς γιατί από τους άλλους γέμισε ο τόπος, όπως λέει σε ένα σημείο του έργου ο παπαμιχαήλ- που θέλει τη σύγκλιση και τη συνεργασία των τάξεων.

Δεν είναι τυχαίο μάλλον ότι οι πρώτες σκηνές με τους τίτλους αρχής είναι στιγμιότυπα από την καθιερωμένη ετήσια πορεία ειρήνης στο μαραθώνα, όπου γίνεται η γνωριμία και ο πρώτος καβγάς των πρωταγωνιστών, μόλις τρία χρόνια από την πρώτη πορεία ειρήνης του γρηγόρη λαμπράκη και τη δολοφονία του μερικές μέρες μετά από το αστικό παρα-κράτος. κι όταν βλέπει κανείς σκηνές με κάποια πλακάτ και συνθήματα του τύπου «ειρήνη-αγάπη-φιλία», αναρωτιέται αν πρέπει να τα αποδώσει στο ελαφρύ πνεύμα της ταινίας, την προσπάθειά της να περάσει τη λογοκρισία της εποχής ή τη νομοταγή αυτολογοκρισία της εδα για να προκαλέσει τις αρχές. Το τελευταίο ενδεχόμενο δε μου φαίνεται πολύ πιθανό βέβαια, ας μην ξεχνάμε όμως πως δεν είχαν περάσει και πολλά χρόνια από τη σύλληψη, καταδίκη κι εκτέλεση του νικηφορίδη, επειδή μάζευε υπογραφές κάτω από μια διεθνή έκκληση για ειρήνη.

Στο έργο διακρίνουμε αρκετούς στερεοτυπικούς χαρακτήρες.
Τον βιομήχανο δέλβη της υφασματέξ (κωνσταντάρας) που αν και πάμπλουτος, κυνηγά ακόμα και τα ρέστα από το εισιτήριο, γιατί «έτσι γίνεται το χρήμα» και «οι πλούσιοι το υπολογίζουν περισσότερο από εμάς τους φτωχούς». Μαζεύει ακόμα κι ένα σπάγκο που βρίσκει στην αυλή του εργοστασίου –καθότι σπαγκοραμμένος- κι αρνείται να πληρώσει στους εργάτες την υπερωρία που έκαναν εξαιτίας μιας διακοπής ρεύματος. Αλλά γίνεται προοδευτικός και υπέρμαχος της εξίσωσης των δύο φύλων, όταν το επιτάσσει το κέρδος και η τσιγκουνιά του, για να μη δώσει προίκα –που δε συμφωνεί (;) και με τα σύγχρονα καπιταλιστική ήθη, στα οποία έχει συνηθίσει.

Η κόρη του έχει μεγαλώσει σαν αγοροκόριτσο, με το όνομα σωτήρης –γιατί πάντα ήθελε ένα αγόρι ο μπαμπάς της- αγγίζοντας τις παρυφές του αναρχικού προβληματισμού για την κατασκευή των δύο φύλων. Γαλουχείται στις σπουδές της στο εξωτερικό με ριζοσπαστικές ιδέες, διαδηλώνει για την ειρήνη και στο τέλος γίνεται σχεδόν αποστάτης της τάξης της, σαν καρικατούρα του ένγκελς με την αστική καταγωγή και το βιομήχανο πατέρα.

Ο άγγλος φίλος της είναι μια άλλη καρικατούρα, ξένου τουρίστα, με πέδιλα και ένα ανεκδιήγητο ψεύτικο μούσι, που διψά για σουβλάκι και συρτάκι. Βλέπουμε ακόμα τον φοβητσιάρη απεργοσπάστη που φίλησε κατουρημένες ποδιές για να βρει αυτή τη δουλειά, μετά από ένα χρόνο ανεργία, και έχει τρία στόματα να θρέψει, γι’ αυτό τρέμει και τον ίσκιο του. Τον χαφιέ-τσιράκι της εργοδοσίας, που είναι όμως διεφθαρμένος και κλέβει το «καλό αφεντικό» πίσω από την πλάτη του.

Και τον τίμιο προλετάριο παπαμιχαήλ, που πηγαίνει παράλληλα σε τεχνική σχολή για να πάρει το δίπλωμα, κι έχει κάποια οπισθοδρομικά κατάλοιπα (για την κατσίκα με τα παντελόνια και τον άγγλο γιε-γιε που θέλει κλάδεμα) αλλά παίρνει γενικά σωστές θέσεις, με οξυμένο ταξικό ένστικτο απέναντι στην εργοδοσία, πριν υποκύψει στα θέλγητρά της. Οργανώνει τους συναδέλφους του, τους δείχνει ότι η διέξοδος βρίσκεται στον αγώνα κι όχι στη δουλοπρέπεια κι είναι αρχικά καχύποπτος απέναντι στις γαλιφιές και τις νέες μεθόδους της σοσιαλίστριας κόρης, γιατί η στάση της είναι θέμα κοινωνικής θέσης και όχι καλού ή κακού χαρακτήρα και εξάλλου δεν μπορεί να παραιτηθεί από κόρη του πλούσιου πατέρα της.

Αυτές οι καινούριες μέθοδες, που –αν δεν κάνω λάθος- πρέπει να εφαρμόστηκαν πρώτη φορά στα πλαίσια του φορντισμού (με μείωση του ωραρίου, για να λιγοστέψουν οι κοπάνες των εργατών και να αυξηθεί η παραγωγικότητά τους) είναι η ειδοποιός διαφορά μεταξύ της παλιάς παραδοσιακής αστικής τάξης και της πιο σύγχρονης κι «ανοιχτόμυαλης», που μεταχειρίζεται διαφορετικές τεχνικές. Ο κωνσταντάρας εκπροσωπεί την πρώτη σχολή που ενδιαφέρεται για το τι κάνουν οι εργαζόμενοι στον ελεύθερο χρόνο τους και λέει πως όποιος θέλει ειρήνη (δεν πηγαίνει σε πορείες, αλλά) κάθεται στα αυγά του, δίνοντας τον ορισμό της κοινωνικής ειρήνης και της μέσης, φιλήσυχης μικροαστικής συνείδησης. Όταν μάλιστα συναντά δυσκολίες να προχωρήσει σε μαζικές απολύσεις, εξαιτίας και των αποζημιώσεων που πρέπει να καταβάλει, αναρωτιέται τι σόι δημοκρατία είναι αυτή όπου δεν μπορείς να κάνεις κουμάντο στην επιχείρησή σου!!
Η δημοκρατία αυτή είναι φυσικά η αστική και σήμερα έχει εξελιχθεί σε τέτοιο βαθμό που σχεδόν κανείς περιορισμός δε θα τον δυσκόλευε να διώξει αυτούς που θέλει, με ελάχιστες αποζημιώσεις και πλήρη νομική κάλυψη.

Η νέα σχολή της σοσιαλίστριας εργοδότριας ποντάρει στην αύξηση της παραγωγικότητας μέσω της οικοδόμησης καλών σχέσεων με το εργατικό δυναμικό, με δικά της κεράσματα στην ταβέρνα απέναντι, εκδρομές με τα φορτηγά της εταιρείας, κέφι, χορό, τραγούδι, μεγάλα διαλείμματα και μια σειρά μέτρα που προφητεύουν διορατικά το περιβόητο «καλαμαράκι-day» -κάτι που δείχνει πόσο μπροστά ήταν ο σακελλάριος από την εποχή του. Όσο για το τραγούδι της αφεντικίνας «κυριακή, γιορτή και σχόλη να ήταν η βδομάδα όλη..» θυμίζει πολύ εκείνο το σύνθημα στους τοίχους που λέει: πίσω δευτέρες, εμπρός σύντροφοι.
Ο κωνσταντάρας, (που τις κυριακές μένει στο εργοστάσιο, γιατί η αποξένωση δεν χτυπά μόνο τους εργάτες, αλλά και το αντίπαλο ταξικό στρατόπεδο) απορεί κι εξίσταται τι έστειλε την κόρη του να μάθει στις σπουδές της, αλλά αδυνατεί να δει τα μεσομακροπρόθεσμα οφέλη της εταιρείας από τις καινοτόμες πρακτικές της.

Το ίδιο χαρούμενο κλίμα επικρατεί και στο μαραθώνα, όπου οι παρέες κάθονται να ξαποστάσουν κάνα μισάωρο (την πορεία θα την προλάβουν αργότερα) για να πιουν μπίρες και να χορέψουν συρτάκι (χωρίς να τους πτοεί το ξεποδάριασμα μετά ως την αθήνα). Κι όταν έρχονται στα χέρια, η αστυνομία επεμβαίνει διακριτικά για να επιβάλει την τάξη και την ηρεμία και όχι για να βρει αφορμή να διαλύσει την παρακείμενη πορεία, όπως θα πίστευαν οι καχύποπτοι κομμουνιστές, που βλέπουν παντού φαντάσματα και προβοκάτορες.

Το έργο τελειώνει με την εργατική εξέγερση-απεργία για την ανάκληση της απόλυσης του παπαμιχαήλ, που πατρονάρεται βέβαια από τα πάνω κι αριστερά, δηλ τη σοσιαλίστρια εργοδότρια.  Έχει όμως πέτρες, σύγκρουση με την άμεσο δράση και μια μικρή νίκη στο σήμερα, για το πιο απαιτητικό αριστερίστικο κοινό, όπως και συμβιβαστική λύση με πάντρεμα (στην κυριολεξία) των δύο άκρων της ταξικής πάλης, προς τέρψη των πασιφιστών-ρεφορμιστών. Και η μόνη αναφορά που παραπέμπει έμμεσα στον ταξικό πόλο είναι η ατάκα του κωνσταντάρα «εγώ δεν έκανα παιδί, τους τρεις σωματοφύλακες έκανα», που θυμίζει συνειρμικά το δικό μας σύνθημα για την κρίση: «κανείς μόνος του. Όλοι για έναν κι ένας για όλους».


Κι ενώ αυτά συμβαίνουν μόνο στο σινεμά και τις γλυκανάλατες κωμωδίες, κάποιοι σύγχρονοι σοσιαλισταί αντιγράφουν το σενάριο του σακελλάριου κι υπόσχονται να παντρέψουν τους εργάτες με το (υγιές επιχειρηματικά) κεφάλαιο και να ζήσουμε όλοι μαζί ζωή χαρισάμενη σε μια άλλη ευρώπη. Και πρέπει να τους προτιμήσουμε για την κουμπαριά, γιατί με τον άλλο υποψήφιο η απεργία θα είχε βγει παράνομη και καταχρηστική πριν καν ξεκινήσει, η κυριακάτικη αργία θα καταργηθεί και ο απεργοσπάστης-τρία στόματα να θρέψω θα είχε πιάσει στασίδι στο σκάι να μας λέει ολημερίς τον πόνο του για το αναφαίρετο δικαίωμα στη μισθωτή σκλαβιά.

Κι αν δεν το καταλαβαίνεις αυτό, σφε αναγνώστη, είσαι σεχταριστής, δογματικός κι όχι ενωτικός σοσιαλιστής. Από τους καλούς, γιατί από τους άλλους έχει βρωμίσει ο τόπος…

Τετάρτη 13 Αυγούστου 2008

Παπατζής υιός

Από το βιβλίο του Μπότσαρη που μνημονεύσαμε σε προηγούμενο σημείωμα αλιεύουμε μια ενδιαφέρουσα δήλωση -ομολογία για το ρόλο του παπανδρέου- από το γεράκι του πενταγώνου -λατρεμένο κλισέ- Αλεξάντερ Χαίηγκ που διετέλεσε και υπουργός εξωτερικών του Ρήγκαν.

"Το συναρπαστικό σενάριο της σημερινής ελληνικής κυβέρνησης του ΠΑΣΟΚ, που σαν πολιτικό κίνημα σχηματοποιήθηκε έντεχνα από τον ικανότατο ανδρέα παπανδρέου, είναι μια σοβαρή υπόθεση που ξεκίνησε από τα ειδικά γραφεία προγραμματισμού και μελέτης του Στέιτ Ντιπάρτμεντ. Σε εκείνες τις χώρες που συνεργαζόμαστε και τις θεωρούμε γεωγραφικά και στρατηγικά κρίσιμες και μας ενδιαφέρει η ύπαρξη και λειτουργία βάσεών μας χωρίς προσκόμματα και προβλήματα, προετοιμάζουμε και βοηθάμε στη δημιουργία των κυβερνήσεων. Η προοπτική προώθησης μιας σοσιαλιστικής κυβερνήσεως στην ελλάδα, ήταν ζήτημα που απασχόλησε την κυβέρνηση νίξον και ειδικότερα τον υπουργό εξωτερικών χένρι κίσιγκερ, όταν η χώρα μας με τη φανερή υποστήριξη στις δικτατορίες, πλήρωνε τεράστιο τίμημα ήθους και γοήτρου από το ρόλο της σαν προστάτιδος και ηγέτιδος δύναμης των δημοκρατικών και ελεύθερων λαών όλου του κόσμου.
Όταν το πνεύμα λοιπόν και η νοοτροπία του στέιτ ντιπάρτμεντ μεταβλήθηκαν από τη νέα αντίληψη του δόκτορα κίσιγκερ, ορθώς χρειαζότανε να υποστηριχθούν και άλλες πολιτικές φόρμουλες, ακόμη και σοσιαλιστικές με απεριόριστες δυνατότητες συνεργασίας. Αφού αξιολογήθηκε αυτός ο ρόλος, ο ανδρέας παπανδρέου, χωρίς να διαφωνήσει κανένας ήταν δυναμικός, πειστικός και ευκίνητος ηγέτης που διεκδικούσε να διαδραματίσει το ρόλο του στην ελλάδα. Θα έπρεπε βεβαίως να περιμένει μέχρι να έρθει η σειρά του. Το ΠΑΣΟΚ είχε γίνει μια υπόθεση σωστή και δική μας και η αναρρίχησή του στην κυβέρνηση ήταν αποτέλεσμα που περιμέναμε, αφού το είχαμε προγραμματίσει".

Κι ακόμη:
"Ο ελληνικός σοσιαλισμός είναι θεωρητικά μια υπόθεση που τονίζει τα προβλήματα του λαού, διαφέρει βαθιά από τον παραδοσιακό σοσιαλισμό, τα σταθερά σημεία συμφερόντων των κοινωνικών τάξεων δεν μεταβάλλονται, η οικονομία διατηρεί την παρδοσιακή συντηρητική μορφή και ό,τι ουσιαστικό συμβαίνει είναι ο αναγκαίος εξωραϊσμός και συγχρονισμός του συστήματος. Γιατί θα έπρεπε να υπονομεύσει κανείς αυτό το μοντέλο, ακόμη κι αν αυτό συνέβαινε και μέσα στην αμερική; Έχει ο ελληνικός σοσιαλισμός του παπανδρέου μια ειδοποιό διαφορά που εμείς την έχουμε αντιληφθεί και την εγκρίνουμε. Δίχως αυτήν την παραχώρηση τα πράγματα θα μπορούσαν να ήταν δύσκολα σήμερα στην ελλάδα. που είναι μια χώρα μεσογειακή, ευαίσθητη και ιδιόμορφη στις πολιτικές συνήθειες και την ιστορική της διαδρομή".

Θα μπορούσε κανείς να προσθέσει πολλά ακόμη, όπως αυτά που έλεγε η μάργκαρετ στους αμερικανούς "μην κοιτάτε τι λέει, αλλά τι κάνει", την αναστήλωση του αγάλματος του τρούμαν -που το είχαν ανατινάξει αναρχικοί- το 87, κίνηση με έξοχο συμβολισμό εν όψει των διαπραγματεύσεων για τη συμφωνία για τις βάσεις και πάει λέγοντας. Ας μείνουμε σε αυτά επί του παρόντος.

Μόνο δύο στοιχεία για τους διαδόχους του ανδρέα στο πασοκ για κλείσιμο.
Ο σημίτης ήταν λέει αυτός που είχε βγάλει την ομοιοκαταληξία στο στιχάκι "Εοκ και νατο το ίδιο συνδικάτο". Τρέλααα...
Κι ο γιωργάκης που ήταν αμερικανός υπήκοος, βαφτίστηκε τζέφρι και δεν καταλαβαίνω γιατί δεν χρησιμοποιείται από κανέναν αυτό σήμερα. Πάντως από τότε φαινόταν ότι "το παιδί δεν κάνει.."