Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ολυμπιακοί αγώνες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ολυμπιακοί αγώνες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 17 Αυγούστου 2024

Εδώ είναι Βαλκάνια, σου το 'πα - Νους υγιής, σε σώμα καμπυλωτό

Βελιγράδι, καλοκαίρι 2024. Σε κάθε γωνιά μια pekara σου σπάει τη μύτη, σα να ’σουν φασίστας που προκαλεί. Τα πλήθη συνωστίζονται (στην προκυμαία), αναμένουν τη μεγάλη στιγμή, σκαρφαλώνουν αλαφιασμένα σε κολόνες, πεζούλια, αγάλματα, σε πεκάρες, σε κάθε ραχούλα, κάθε ρεματιά, περιμένοντας να ακούσουν το όνομά Του.
-Και τώρα μαζί μας, ο εν ταμπλό αδεφός Νίκολααααα Γιόκιτς!
Ουρανομήκεις επιδοκιμασίες, θυελλώδικα χειροκροτήματα. (Γκουντ)ουραααααα...

Σαν σκηνή από το 19ο Συνέδριο. (Του ΚΚΣΕ, ντάξει;). Ή από τη ζωή του Μπράιαν, του κατά φαντασίαν Μεσσία, που τον βάφτισε «προφήτη» στον τίτλο η ελληνική μετάφραση.
Romanus eunt domus...

Ο Νίκολα θα μπορούσε να ξεπροβάλει στο παράθυρο, σαν ποδοβολητό Σελήνης -ή σαν τον Φραγκιόγλου που έκανε το ποδοβολητό Σελήνης, πριν πάει τουαλέτα και προτού γίνει Χλαπάτσας-, γυμνός και ανέμελος ή έστω με ακάλυπτη κοιλιά, σε κοινή θέα. Κι αντί να τρομάξει από το σμήνος των πιστών -ή το σμήνος από την κοιλιά του επαγγελματία αθλητή- που συρρέουν όπως οι μύγες στο φαγητό, για να πάρουν ψίχουλα από τη λάμψη του, να το σκεφτεί μια στιγμή αμήχανος και τελικά να δεχτεί τον τίτλο του:

-Δε γαμιέται. Είμαι ο Μεσσίας.
-He is, he is the Messiah...

Κι όταν ήταν μικρός, οι τρεις μάγοι με τα δώρα (Τζόρτζεβιτς, Ντίβατς, Ντανίλοβιτς) του έφεραν κεμπάπια, πλεσκάβιτσα και μια πορτοκαλί μπάλα με σπυράκια. Για να μάθει τα βασικά του μπάσκετ και της σέρβικης φυλής, που είναι σχεδόν ταυτόσημα, σαν ομοούσιος τριάδα.

Εν τω μεταξύ, δεν προλαβαίνεις να δεις ένα ωραίο στιγμιότυπο, όπως του Γουέμπι με τον Ιάπωνα ή του Γουέμπι με τον Κάρι κι αμέσως βγαίνουν καμιά δεκαριά πανομοιότυπα τουί γεμάτα έμπνευση: «ελαιογραφία σε καμβά», και ξαναδώστου «λάδι σε καμβά». Εντάξει, παιδιά, ψόφησε λίγο το αστείο. Κι αν θέλετε -που έλεγε η Αλέκα-, πραγματικό έργο τέχνης είναι οι αγώνες του λαού. Και η φωτό του Γιόκιτς να πίνει μπίρα.
Αν θες να γίνεις σαν τον Γκραντ Χιλ, προπονήσου σκληρά.
Αν θες να γίνεις Νίκολα Γιόκιτς, χαλάρωσε και πιες μια μπίρα.

Το βλέμμα του Μπόγκι είναι η λεπτομέρεια που απογειώνει τον πίνακα. Βασικά ο Μπογκντάνοβιτς θα μπορούσε να είναι ο μικρός Νικόλας ενήλικος, αν μεγάλωνε από το πενάκι του Σανπέ. Αλλά το πιο εκπληκτικό (επιβλητικό, μυστηριακό και πιο μεγάλο) είναι ο άλλος «μικρός Νικόλας», πώς ήταν δηλαδή μικρός ο Γιόκιτς. Και ότι βασικά έμοιαζε μάλλον με τον Αλσέστ, που δεν έχανε σουτγεύμα.

Σε μια άλλη σκοτεινή εποχή, ο (ντεφορμέ) βασιλιάς Βασίλιε, ο πρίγκιπας Μπόγκι και ο φίλος τους Joker, με στολή γελωτοποιού και ταλέντο που κάνει τον Ρίβερ Φοίνιξ (και τον Ντουράντ του Φοίνιξ) να νιώθει λίγος κι ατάλαντος, θα ήταν μια παρέα άσβερκων Σέρβων μισθοφόρων, λίγο άξεστων, κυριλλικά αναλφάβητων, που θα γίνονταν λιάρδα, μεθώντας στη μάχη, πίνοντας τόνους κρασί και ανέρωτο αίμα από τα κρανία των αντίπαλων στρατηγών αντί για κύπελλα.

Στον σύγχρονο (εργασιακό) μεσαίωνα, θα ήταν πάλι άσβερκοι -ο Νίκολα τουλάχιστον- αλλά με υπογάστριο και υπεργάστριο, όχι τίποτα ιμπεριαλιστικά γουρούνια. Θα ήταν πάλι επαγγελματίες μισθοφόροι, με χρυσά συμβόλαια στο ΝΒΑ. Και θα έπιναν το νέκταρ της επιτυχίας από το σκαλπ του Λεμπρόν, αν οι διαιτητές δεν προστάτευαν τον ντεμέκ GOAT. Για γέλια και για κλάματα. Τραγωδία -δηλαδή ωδή στον τράγο, μόνο που αυτός δεν είναι ο Λεμπρόν, αλλά ένας καμπυλόγραμμος Βαλκάνιος. Και διαφέρει από όλους τους άλλους γιατί δεν παίζει σαν μισθοφόρος.

Οι πιο πολλοί αστέρες είναι κολλημένοι με το άθλημα, θα έπαιζαν μπάσκετ έτσι κι αλλιώς, γιατί είναι αυτό που ξέρουν να κάνουν καλύτερα από οτιδήποτε άλλο. Υπάρχει όμως μια λεπτή διαχωριστική γραμμή: άλλο να ζεις για το μπάσκετ και άλλο να ζεις από αυτό. Ο Γιόκιτς είναι ο μόνος μισθοφόρος που δεν αλλάζει συνήθειες και θα ήταν πάντα στο ίδιο επίπεδο, καταβάλλοντας -έτσι ή αλλιώς- την ίδια ακριβώς -μίνιμουμ- προσπάθεια και ούτε μια παραπανίσια σταγόνα ιδρώτα που θα ξεχείλιζε το ποτήρι, στερώντας του τη χαρά του παιχνιδιού. Που είναι να κάνεις αυτό που αγαπάς, χωρίς να είσαι επαγγελματίας -η πορνεία σκοτώνει τον έρωτα.

Στην κοινωνία του μέλλοντος, θα θυμούνται τον Γιόκιτς σαν προφήτη -δε γαμιέται, είμαι προφήτης- και εικόνα από τα προσεχώς. Ένας ασύγκριτος παικταράς, που έπαιζε εκπληκτικό μπάσκετ, επειδή δεν τον ένοιαζε (μόνο/τόσο) το μπάσκετ. Το πρωί ήταν καλαθοσφαιριστής, το μεσημέρι ψαράς, το απόγευμα ποιητής-φιλόσοφος και στο τέλος της ημέρας όλα τα παραπάνω και τίποτα από όλα αυτά.
Ή περίπου έτσι. Τη μέρα έπαιζε μπάσκετ, ενδιάμεσα σκεφτόταν τα άλογα και τις ιπποδρομίες κι η μέρα έκλεινε με μπίρες, βαλκανικό γλέντι και αγριογούρουνα γύρω από τη φωτιά. Ή σαν ένα άλλο σύγχρονο γαλατικό χωριό, που ζει στον κλοιό του εμπάργκο, με τα ίδια χρώματα στη σημαία και ένα αστέρι, όπως η παλιά καλή (;) Γιουγκοσλαβία.

Που ίσως να μην ήταν ποτέ αδέσμευτη, όπως δήλωνε το «κίνημα» που ηγήθηκε, αλλά αν ψάχνουμε έναν καλό ορισμό της ανεξαρτησίας, θα μπορούσαμε να παραφράσουμε λίγο έναν ήδη γνωστό, του δικηγόρου με τη γενειάδα.
Ανεξαρτησία είναι να έχεις το κεφάλι σου στο στόμα του λύκου και να του λες προκλητικά «άντε γαμήσου».
Ή ακόμα καλύτερα: να πιστεύει ότι σου έχει φάει το κεφάλι και εσύ να τραγουδάς και να γλεντάς, σα να έχεις κερδίσει. Όπως οι τρελο-μπρατ στο πούλμαν της αποστολής τους.

Curry is on fire...
Σα να λέμε: Always look on the bright side of death!
Εδώ είναι Βαλκάνια, σου το 'πα. Παίξε, γέλασε και μη σιωπάς ποτέ...

Κάποιοι πιστεύουν ότι ο Γιόκιτς είναι τεράστιος παίκτης, μολονότι έχει τεράστια κοιλιά, δεν είναι αθλητικός ή πολύ γρήγορος και παίζει ως αδιάφορος. Φαντάσου λέει να είχε και φυσική κατάσταση! Δεν έχουν καταλάβει τίποτα από αθλητισμό. Ο Γιόκιτς είναι τεράστιος παίκτης, ακριβώς λόγω της μεγάλης κοιλιάς του και του τρόπου που παίζει. Είναι ο ομφαλός του μπασκετικού πλανήτη -ου μην και ο αφαλός του-, η γη της επαγγελίας, η υπόσχεση ενός άλλου καλύτερου κόσμου, χωρίς γραμμές (συνόρων και μυών) να χαράσσουν το σώμα του πλανήτη και την κοιλιά μας.

Γι’ αυτό το μπάσκετ είναι ο βασιλιάς των σπορ. Γιατί παίζεται πρωτίστως με το μυαλό και δευτερευόντως με τα μούσκουλα. Γιατί είναι άκρως δημοκρατικό (ούτε καν πεφωτισμένη δεσποτεία) όπου πρέπει να τα κάνεις όλα καλά (άμυνα, επίθεση, ατομικές και ομαδικές προσπάθειες) και μπορούν να παίξουν όλοι. Ψηλοί-κοντοί, φτερά στον άνεμο και μπουλουκάκια (σε σέρβικα μπουλούκια που σκορπούν τρόμο και θάνατο από το τρίποντο) ή απλώς εύσωμοι, με μυικό πάχος, αλλά ούτε ένα γραμμάριο λίπους στο παιχνίδι τους.

Ο Γιόκιτς είναι μια περίπτωση Αϊνστάιν. Όχι μόνο γιατί είναι μπασκετική ιδιοφυία. Αλλά γιατί δίνει ελπίδα σε όλα τα παιδιά ότι μπορούν να παίξουν μπάσκετ στο πιο υψηλό επίπεδο, όπως και να ’ναι ο κόσμος, όσα κι αν έχει στραβά το κορμί τους. Όπως ήταν και το δικό του, πριν βάλει σε μπόι τα κιλά του -ντάξει, όχι όλα. Κι όπως ο Αλβέρτος είχε κάποτε μέτρια βαθμολογία στην τάξη του -και παραλίγο να τον βγάλουν άχρηστο και να χαντακώσουν το ταλέντο του.

Κι αν ο Αϊνστάιν έλεγε κάποτε ότι ο σοσιαλισμός και ο κεντρικός σχεδιασμός είναι το μέλλον και η διέξοδος της ανθρωπότητας από τα προβλήματά της, ο Γιόκιτς και οι όρτοντοξ μπρατ μάς θύμισαν με τον δικό τους τρόπο κάτι άλλο: ανίκητος δεν είναι ο ιμπεριαλισμός. Ακόμα και όταν νικάει με το στανιό...

Ο Γιόκιτς είναι νους υγιής σε ένα σώμα ανθρώπινο, καμπυλόγραμμο, όχι χτιστό και φουσκωμένο. Είναι τετραπέρατος και κατακτά τα πέρατα της γης. Είναι εγκεφαλικός σαν γυναικείος οργασμός, χυμώδης και απολαυστικός, σαν τις καμπύλες του Παρθενώνα, τις γραμμές του που αρνούνται τη γράμμωση και την ευθυγράμμιση, ξεγελώντας γλυκά το ανθρώπινο μάτι και τον αντίπαλο. Έχει κάτι από την μπιροκοιλιά του χτίστη στο γιαπί, από την ομορφιά της τάξης μας, από τη γοητεία των Βαλκανίων, από τον γείτονα που ρεμβάζει στο μπαλκόνι με το σώβρακο, που κατεβάζει τα σκουπίδια με το φανελάκι Μινέρβα, κρατώντας στο χέρι μια φέτα καρπούζι με τυρί (πες μου τώρα ότι κάτω από τα Τέμπη νογάνε κασέρι. Και τι εννοούν με τη «φέτα» καρπούζι άραγε; Γιόκιτς, αγάπη μου, έλα πάρε με από εδώ. Έτσι κι αλλιώς κι εμείς Σλάβοι ήμασταν μέχρι πρόσφατα...).

Ο τύπος είναι ένα κινούμενο meme -με την καλύτερη των εννοιών. Φαίνεται σαν ανέκδοτο, αλλά έχει ανατροπή και κάνει τους άλλους να γελοιοποιούνται. Σαν εκείνες τις κρύες τις αμερικανιές με το hold my beer -ή απλώς χλιαρές, αν είναι βρετανικές- αλλά στην κυριολεξία. Κράτα λίγο την μπίρα μου να φέρω ένα μετάλλιο.

Μέχρι πρότινος, το μεγαλύτερο αντιαδιαλεκτικό ερώτημα της μπασκετικής ιστορίας ήταν τι θα γινόταν αν η χρυσή γενιά της ενιαίας Γιουγκοσλαβίας -που έπεσε πάνω στις ανατροπές και τη διάλυση- είχε προλάβει να αντιμετωπίσει τους επαγγελματίες του ΝΒΑ. Αν όχι το ’92, ενάντια στην πρώτη -και μοναδική- «ομάδα όνειρο», τότε ίσως το ’94 με το Μουντομπάσκετ που ήταν προγραμματισμένο να γίνει στο Βελιγράδι, πριν καταλήξει -λόγω του εμπάργκο- στον Καναδά του Νας. Πολλοί μεταφέρουν το ίδιο ερώτημα στο σήμερα, φτιάχνοντας μια βαλκανική ομάδα-όνειρο με τις φυλές της παλιάς Γιουγκοσλαβίας.

Πλέον όμως το βασικό ερώτημα είναι άλλο: αν οι ΗΠΑ έπρεπε να φέρουν ό,τι καλύτερο έχουν και 3 παίκτες από το πάνω ράφι του hall of fame για να νικήσουν οριακά τη Σερβία, τι θα κάνουν χωρίς αυτούς στις επόμενες διοργανώσεις;
Και αν τελικά χρειάστηκαν έναν «νατουραλιζέ» σαν τον Εμπίντ -που τον γιούχαραν οι Γάλλοι για την «προδομένη υπόσχεσή του» και τώρα λέει πως θέλει να επιστρέψει με τη φανέλα του Καμερούν!- τι θα γινόταν αν ασκούσαν το ίδιο δικαίωμα και οι Σέρβοι; Όχι με κάποιον Αμερικάνο, αλλά με δικό τους αίμα, πχ τον Λούκα Ντόνσιτς, που είναι κατά το ήμισυ Σέρβος. Κι όποιος αμφιβάλλει, δεν έχει παρά να δει το σώμα του «ζυμαρούλη», πώς προκαλεί τους αντιπάλους του, το μπασκετικό του IQ και τις κραυγαλέες ομοιότητες με τον Νίκολα Γιόκιτς.
Βρήκε ο Σέρβος τη γενιά του...

Λέγε, μπρατ! Θα γίνεις Σέρβος;

Imagine all the Γιούγκους living life in peace...

Β’ Μέρος

-Είναι τεράστιος αθλητής ο Λεμπρόν; Αθλητής σίγουρα ναι. Καλαθοσφαιριστής όχι απαραίτητα -το «τεράστιος» τουλάχιστον.
Είναι μεγάλη προσωπικότητα, που βγήκε μπροστά με το θάρρος της γνώμης του, για το Black Lives Matter; Ναι, όπως και για την εκλογή της Χίλαρι επίσης. Μα πάνω απ’ όλα είναι μια περσόνα με υπερτροφικό εγώ. Θεωρεί τον εαυτό του μεγαλύτερο από το άθλημα και ότι όλοι χειροκροτούν -παντού και πάντα-μόνο αυτόν.
Είναι GOAT; Δεν ήταν καν ο MVP της ομάδας του. Και αν δεν ήταν ο Κάρι (και ο Ντουράντ), θα είχε πάει αυτός από νωρίς για νάνι...

-Μερικά ακόμα αναπάντητα ρητορικά ερωτήματα.
Πότε έγινε τόσο μαλάκας ο Κάρι και πανηγυρίζει σαν σπαστικό; Πότε έγιναν τόσο αμερικανάκια τα γαλλάκια που φώναζαν Λεμπγόν (ούτε καν USA), αντί να στηρίξουν αυθόρμητα τους Σέρβους ως θεωρητικό αουτσάιντερ (άγραφος νόμος) ή έστω τις ρεαλιστικές πιθανότητες της Γαλλίας για το χρυσό σε έναν πιο βατό τελικό; Πότε είχαν τέτοια ασυλία οι ΗΠΑ; Α, ναι. Πάντα. Είτε μιλάμε για κοράκια (με σφυρίχτρες γαμψές) είτε για το ντόπινγκ και τη WADA.

Και πότε έγινε τόσο τραγική η ειρωνεία της ιστορίας, που σε κάνει να δυσανασχετείς με τους ποζεράδες απόγονους των σκλάβων από την Αφρική και να υποστηρίζεις αυθόρμητα άριες φυλές (πέρσι στο Μουντομπάσκετ), ξανθά γένη και όρτοντοξ μπρατηδες, ως θύματα του ιμπεριαλισμού;

-Από την επαγγελματική παρθενιά, που είναι πάντα γλυκό να στην παίρνει αργεντίνος εραστής, ως την ακόμα πιο γλυκιά εκδίκηση των Σέρβων, μες στο σπιτάκι του μπάσκετ (Ιντιανάπολις), ένα χρόνο μετά τους δίδυμους πύργους, εν είδει αναπαράστασης.
Από τα χαστούκια στους Ολυμπιακούς της Αθήνας -ακόμα και από προτεκτοράτα-άτυπες Πολιτείες, σαν το Πουέρτο Ρίκο- στο έπος της Σαϊτάμα, που θα το έχουμε πάντα -σαν το Παρίσι-, ακόμα και αν είχαμε χάσει με 50 στον τελικό από τη φαμίλια.
Κι από το Μουντομπάσκετ του ’19 -που έμειναν εκτός εξάδας- μέχρι το περσινό, όπου έμειναν εκτός μεταλλίων. 

Ποτέ και πουθενά ίσες αποστάσεις. Κάθε ήττα της Team USA είναι μια μικρή νίκη της ανθρωπότητας. Αρκεί να μην μπερδεύεις το αυθόρμητο αθλητικό συναίσθημα με πολιτικό κριτήριο -και αυτό είναι δύσκολος στόχος για όσους έχουν μάθει να σκέφτονται πρωτίστως οπαδικά.

-Όλα αυτά έχουν προφανώς συμβολική αξία και τίποτα άλλο πέραν αυτής. Αλλά τι δυνατοί συμβολισμοί, ε; Δεν υπάρχουν πολλά πεδία που να γεννάν τέτοιους, πια, πλην του αθλητισμού.

Στον αντίποδα, η αθλητική ισχύς μια χώρας δεν είναι ακριβώς συμβολική. Κατά κανόνα είναι καθρέφτης της γενικής δύναμης ενός κράτους -οικονομικής, στρατιωτικής κτλ- που αποτυπώνεται και στην «αθλητική της παραγωγή». Οι πρώτες θέσεις της κατάταξης των μεταλλίων είναι σχεδόν σα να διαβάζεις τη λίστα με τα κράτη-μέλη του G8, του G20 κοκ. Οι λιγοστές εξαιρέσεις αφορούν βασικά χώρες με ειδικό βάρος (βλέπε και τον επίλογο), όταν δεν επιβεβαιώνουν απλώς τον γενικό κανόνα.

Οι ΗΠΑ είχαν τα περισσότερα μετάλλια, αλλά πήραν την πρωτιά πάνω στο νήμα, ισοφαρίζοντας μόλις την τελευταία μέρα τα χρυσά της Κίνας. Αν μη τι άλλο θα ’χε πλάκα να έμενε δεύτερη μια χώρα, με τόσα μετάλλια και βασικό σύνθημα «ο πρώτος είναι το παν, ο δεύτερος δεν είναι τίποτα». Και η οποία βλέπει αργά αλλά σταθερά τα πρωτεία να γλιστράνε από τα χέρια της -και στον αθλητισμό. Τα κράτησε οριακά στο Παρίσι, θα τα διατηρήσει λογικά και στο Λος Άντζελες, παίζοντας εντός έδρας -όπως τα είχε χάσει το ’08 στο Πεκίνο από τους οικοδεσπότες Κινέζους- αλλά το ’32 μπορεί να επισημοποιηθεί η αλλαγή φρουράς και σε αθλητικό επίπεδο.

Κι έχουμε οκτώ χρόνια μπροστά μας για να δούμε πόσοι θα δουν σε αυτό μια νίκη-επιβεβαίωση του κεντρικού σχεδιασμού και όχι ένα ακόμα γκεστάλτ ενδοϊμπεριαλιστικών ανταγωνισμών.

-Και η Κούβα, κύριε;

Το νησί της επανάστασης έχει ειδικό βάρος, που του έδινε πάντα μια θέση κοντά στην κορυφή, και του δίνει την πρώτη θέση στα μετάλλια ανάμεσα στις χώρες της Λατινικής Αμερικής -μακράν της δεύτερης Βραζιλίας. Η σχετική πτώση των τελευταίων ετών δε δείχνει τόσο κάποια υποχώρηση στο προτσές της οικοδόμησης, αλλά τις δυσκολίες της Κούβας και του λαού της, που ψάχνει πια -όλο και περισσότερο- μια διέξοδο μακριά από αυτό. Ιδίως αν μιλάμε για τους αθλητές, που έχουν αρκετές πιθανότητες διάκρισης στο εξωτερικό.

Δύσκολα θα βρει κανείς πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα από τον τελικό του τριπλούν των ανδρών στο Παρίσι, όπου οι αθλητές του βάθρου γεννήθηκαν στην Κούβα, αλλά ο «μόνος Κουβανός» τερμάτισε όγδοος και τα μετάλλια πήγαν στον ευρωπαϊκό νότο (Ισπανία, Πορτογαλία, Ιταλία). Πάντα υπάρχει όμως μια εξαίρεση, σαν τον Μιχαΐν Λόπες στην πάλη, που έγραψε ιστορία με το πέμπτο χρυσό ολυμπιακό μετάλλιο (αν δεν το μάθατε, είναι ίσως γιατί δεν το πέτυχε κάποιος αθλητής των ΗΠΑ), αλλά κυρίως με τις δηλώσεις του για τον Φιντέλ και τη δύναμη που του δίνει η επανάσταση. (Ίσως επίσης να μη μάθατε πως ο αντίπαλός του στον τελικό ήταν κι αυτός Κουβανός, που κατέφυγε στη Χιλή, γιατί στο νησί, θα έμενε αναπόφευκτα στη σκιά του Λόπες και όχι για ιδεολογικούς λόγους).

Εξαίρεση στον κανόνα κι αυτός. Αλλά τι εξαίρεση και τι συμβολισμός! Μόνο ο αθλητισμός μπορεί -στις μέρες μας- να δώσει τέτοιους...


Υγ: Ευχές σε εσάς Νικόλα και μπρατ -τώρα που πλησιάζει και η επέτειος...

Τρίτη 13 Φεβρουαρίου 2024

Η σωστή πλευρά της αθλητικής ιστορίας

Αν ρωτήσουμε κάποιους ανθρώπους ποιο είναι το αντίστοιχο των B movies σε βιβλία, θα μας πουν αυτά με αθλητικό θέμα. Κι όχι με την έννοια ότι τα θεωρούν καλτ, αλλά ότι είναι δεύτερα, για πέταμα ή για προσάναμμα στο τζάκι, όπως κάνει στα βιβλία του Μονταλμπάν ο Πέπε Καρβάλιο.

Η δική μου άποψη είναι ένα σαφές «ναι αλλά όχι» ή έστω ένα εξαρτάται ως προς τα αθλητικά βιβλία.
Ότι το λατινικό «Β» θα κολλούσε καλύτερα στην Μπαρτσελόνα, τον Μπάρκλεϊ ή στον κόουτς Μπαρτζώκα -και για άλλους Mr Bean- που είναι ο εφιάλτης του Sportime και άλλων δημοσιογράφων και κάποιοι ζουν για τη στιγμή που θα τον ρωτήσει ο άτυχος Μενεγάκης για τη φιλοσοφία του απέναντι σε έναν αντίπαλο και ο κόουτς θα πει: «ο διαλεκτικός υλισμός».
Και ότι το τέχνασμα του Μονταλμπάν να ασκεί καυστική κριτική δια της μυθιστορηματικής έστω καύσης βιβλίων, είναι πολύ χοντροκομμένο και απαράδεκτο για το δικό μου αναγνωστικό κριτήριο. Έχει γράψει όμως ένα αξιόλογο αθλητικό βιβλίο με κοινωνικές-πολιτικές προεκτάσεις από τις οποίες μου έχει μείνει η φράση ότι η Μπάρτσα είναι ο άοπλος συμβολικός στρατός της Καταλονίας -αρκεί να ξέρεις ποιον θες να νικήσεις. Ενώ σε ένα άλλο βιβλίο θρηνεί τη χαμένη ταυτότητα της πόλης και τον εκσυγχρονισμό που την αλλοιώνει -και ας θεωρείται η Βαρκελώνη υπόδειγμα μεταμόρφωσης, που αξιοποίησε τα ολυμπιακά έργα. Φαντάσου δηλαδή τον Μάρκαρη, που κάποτε μετέφραζε Μπρεχτ, να μην γκρινιάζει για τους διαδηλωτές του Δεκέμβρη, αλλά για την καταστροφή που φέρνει η ανάπτυξη. Ούτε σε έργο του Ιονέσκο...

Εν τω μεταξύ, το φετινό καλεντάρι περιλαμβάνει τους Ολυμπιακούς στο Παρίσι -αν δεν έχει άλλη άποψη ο κορωνοϊός ή κάποιος άλλος αστάθμητος παράγοντας, πχ το «ξανθό γένος», που έχασε όμως πέρσι τον «ξανθό» και τα μπινελίκια του (μπλιατ) και παραμένει αποκλεισμένο ως έθνος από τη ΔΟΕ, ίσως γιατί οι «αθάνατοι» το μπερδεύουν με τη Σοβιετία -και άντε να μην το μπερδεύουν μετά και άλλοι που δηλώνουν δικοί μας.

Μια αναδρομή στο παρελθόν των σύγχρονων -και όχι μόνο- Ολυμπιακών Αγώνων είναι σαν μικρός ιστορικός περίπατος σε άγνωστες σελίδες της παγκόσμιας ιστορίας, μελανές και χρυσές. Και η πλέον χρυσή είναι βασικά κατάμαυρη, σαν τους Μαύρους Πάνθηρες και την υψωμένη γροθιά των Σμιθ και Κάρλος ενάντια στον ρατσισμό που βίωναν στη χώρα τους -την χώρα της ελευθερίας, για να μην ξεχνιόμαστε με τα δεσμά μας.
Περίπατος σε σημαντικές σελίδες και κεφάλαια της ιστορίας, όπως η άνοδος του φασισμού, οι ναζιστικές αποχρώσεις στην αναβίωση του εθίμου της ολυμπιακής φλόγας (και η προσπάθεια των ημι-παράνομων κομμουνιστών να την σαμποτάρουν), ο ρατσισμός, οι διαχρονικές διακρίσεις κατά των γυναικών, η άνοδος του σοσιαλιστικού μπλοκ, ο αγώνας της Παλαιστίνης για ελεθυερία, και ένα σύντομο μάθημα για το πώς το χρήμα κυβερνά τον κόσμο, σκοτώνοντας κάθε ρομαντική ιδέα, αλλά χρησιμοποιώντας τα κουφάρια τους ως καμουφλάζ, όπως το Ηρακλής τη λεοντή.
Είναι όμως και μια θαυμάσια αφορμή -θαυμάσια, που θα έλεγε και ο Μανόλο Μαυρομάτης στην ΕΡΤ του βαθέος ΠΑΣΟΚ κι ας ήταν ευρωβουλευτής με τη ΝΔ- να εντρυφήσει κανείς σε σημαντικά επεισόδια του «ψυχρού πολέμου», αλλά και σε πιο σοβαρούς προβληματισμούς.

Ήταν λάθος - παρέκκλιση η εγκατάλειψη των Σπαρτακιάδων, εργατικών Ολυμπιάδων κτλ, που έσβησαν ως θεσμός στη Βαρκελώνη του Μονταλμπάν (που έχασε το χρίσμα της διεξαγωγής από το Βερολίνο του Χίτλερ) λίγες μέρες πριν από το πραξικόπημα του Φράνκο;
Ήταν η συμμετοχή των Σοβιετικών στους Ολυμπιακούς Αγώνες κατά τα μεταπολεμικά χρόνια στροφή ενσωμάτωσης και μια αποτύπωση της ειρηνικής συνύπαρξης στο «αθλητικό εποικοδόμημα»; Ή μήπως ήταν μια μορφή ταξικής πάλης με άλλα μέσα, για να φανεί η σοσιαλιστική υπεροχή σε αξίες-ιδανικά και στον πίνακα των μεταλλίων;
Το 1988 στη Σεούλ, όπου απείχε η τίμια Κούβα και η ΛΔ Κορέας, γιατί δεν την άφησαν να γίνει συνδιοργανώτρια σε κάποια αθλήματα, τεκμήριο αυτής της ανωτερότητας δεν ήταν μόνο η άνετη πρωτιά των Σοβιετικών, η υπεροχή της ΕΣΣΔ έναντι των ΗΠΑ και της σωστής πλευράς της Γερμανίας (και της ιστορίας, που οσονούπω τελείωνε) έναντι της ΟΔΓ. Ήταν και η δεύτερη θέση της ΓΛΔ που είχε περισσότερα μετάλλια από τους Αμερικάνους!

Αλλά ό,τι λάμπει (Νικολάου) δεν είναι χρυσός και ο χρυσός δε φέρνει πάντα την ευτυχία, όπως θα μας βεβαίωνε ο Μίδας, ή την κοινωνία του μέλλοντος.

Και από πότε πάνε μαζί ιδανικά και μετάλλια-νίκες; θα ρωτήσει κανείς.
Από τότε που οι γοργόνες βγαίνουν στη στεριά και ρωτάνε με αγωνία ναυτικούς και ταξικά ναυάγια αν ζει το κόκκινο φάντασμα που πλανάται πάνω από τη γηραιά ήπειρο και τον γέρικο σάπιο κόσμο της εκμετάλλευσης. Και τουλάχιστον από όταν οι ηττημένοι εισπράττουν απ’ την εξέδρα τους βροχή δεκάρικα, μετά το Ανεμολόγιο της Αλλαγής, βλέποντας τους νικητές να μη γράφουν απλά την ιστορία, αλλά να διακηρύσσουν πανηγυρικά το τέλος της.

Το είχε πει προφητικά και ο Άρης άλλωστε (Β όπως Βελουχιώτης) και το μεταφέρω από μνήμης: αν νικήσουμε κανείς δε θα θυμάται τίποτα από τις δικές μας σκληρότητες, αλλά αν χάσουμε κανείς δε θα μας το συγχωρήσει.

Σε ένα αγνό, παρθένο αναρχίζον φαντασιακό, που μικρή σχέση έχει με τον πραγματικό κόσμο, ήρωες είναι μόνο οι χαμένοι, που έπεσαν ηρωικά σε άνιση μάχη, απέναντι σε θεούς και δαίμονες. Όσοι νικάνε, γίνονται εξουσία και διαφθείρονται, οπότε χάνουν την αθανασία και μια θέση στο εικονοστάσι των πραγματικών ηρώων.

(Ανοίγει -αριστερή- παρένθεση. Μια άλλη αναρχίζουσα οπτική λέει πως η ρίζα του κακού δεν είναι μόνο ο επαγγελματικός αθλητισμός και ο πρωταθλητισμός που νοθεύουν τη χαρά της άθλησης με το δηλητήριο της σκοπιμότητας και της νίκης με κάθε τρόπο, αλλά ο ίδιος ο αθλητισμός, που βάζει καλούπια στην ελεύθερη κίνηση και τον αυθορμητισμό του παιδιού, στην άναρχη χαρά (που ή θα είναι άναρχη ή δε θα είναι χαρά) του παιχνιδιού και γίνεται ένα φτηνό υποκατάστατο με κανόνες και περιορισμούς, νόμους και άρχοντες -διαιτητές.

Εμένα πάλι όλα αυτά μου μυρίζουν Μπερνστάιν και το σύνθημα «ο τελικός σκοπός δεν είναι τίποτα, η κίνηση είναι το παν». Θεωρώ εξαιρετικά πληκτική και ανούσια μια άσκοπη κίνηση χωρίς στόχους και κανόνες. Και πιστεύω -στην υπερβολή του- πως όλα τα παραπάνω είναι μια πρωτότυπη-εναλλακτική διαδρομή για να βρει κανείς τις διαφορές μεταξύ κομμουνισμού κι αναρχίας. Αναρωτιέμαι, ωστόσο, τι μορφή θα λάβουν στην κοινωνία του μέλλοντος ο αθλητικός ανταγωνισμός και διάφορες διοργανώσεις. Και προβληματίζομαι αν οι αθλητικοί αγώνες στον σοσιαλισμό θα έχουν τον ίδιο πρωτεύοντα ρόλο για τους διαιτητές ή αν αυτός θα τείνει να απονεκρώνεται, σαν το κράτος, και οι παίκτες θα αναλάβουν σταδιακά να διευθύνουν και να λύνουν τις διαφωνίες που προκύπτουν στον αγώνα.

Κλείνει η σοσιαλιστική παρένθεση).

Κάποτε ο Καμί έγραψε πως όλα όσα ξέρει από ηθική, του τα έμαθε το ποδόσφαιρο. Μια πιο σφαιρική τοποθέτηση μπορεί να έλεγε πως το ποδόσφαιρο -και ο αθλητισμός εν γένει- είναι καθρέφτης της κοινωνίας και μπορεί να μας δείξει όσα ξέρουμε για την ηθική -και συνεπώς για την ανηθικότητα- αυτής της κοινωνίας. Σε κάθε περίπτωση, ο αθλητισμός είναι όντως μια πολύ καλή εισαγωγή για αρχάριους στη διαλεκτική σκοπού και μέσου.

Ο σκοπός δεν αγιάζει μακιαβελικά τα μέσα, δε νομιμοποιεί την αδικία και τα ύπουλα μέσα. Κανείς δεν πρέπει να χαίρεται μια νίκη που έρχεται με σικέ αγώνες, πουλημένους διαιτητές και κακό θέαμα. Αυτοσκοπός δεν είναι η νίκη αλλά η χαρά του παιχνιδιού -που σαφώς περιλαμβάνει και τη χαρά της νίκης, την ανταμοιβή των κόπων μας, αλλά όχι με οποιοδήποτε μέσο.
Hasta la victoria siempre...

Ο στόχος της νίκης δεν καθορίζει ευθέως τα μέσα -και αντιστρόφως. Αλλιώς μέσο και σκοπός θα ταυτίζονταν, δε θα υπήρχε διάκριση μεταξύ τους. Ο δρόμος προς τη νίκη δεν είναι πάντα στρωμένος με ροδοπέταλα και ευ αγωνίζεσθαι. Και κάποιος-οι πρέπει να βγάζουν τη βρώμικη δουλειά, όσο υπάρχει -αντικειμενικά- τέτοιος καταμερισμός εργασίας, στο γήπεδο και στη ζωή. Δε σημαίνει πχ πως δε θα υπάρχουν τερματοφύλακες και χειρώνακτες, επειδή όλοι θέλουν να παίζουν μπροστά, φουλ επίθεση.

Αν θες να παίξεις με αξιώσεις, χρειάζεται καλή προπόνηση, πειθαρχία, οργάνωση, ενίοτε και τακτική (υποχώρηση, αιφνίδιες αντεπιθέσεις, ακόμα και κατενάτσιο). Αν ψάχνει κανείς ένα πολιτικό αντίστοιχο του «κατενάτσιο», δύσκολα θα δει καλύτερο παράδειγμα από το Τείχος του Βερολίνου, που παρά τη σχετική αστική υστερία, είχε αμυντικούς σκοπούς, στη βάση ενός αρνητικού συσχετισμού δύναμης και μιας πίεσης που δεν ήταν εφικτό να αποκρουστεί διαφορετικά.

Το βασικό ερώτημα, όμως, είναι άλλο.
Μπορούμε να νικήσουμε σε οποιονδήποτε στίβο (πολιτικό ή αθλητικό) τον ταξικό εχθρό με το σφυροδρέπανο στο χέρι; Μπορούμε να πετύχουμε άμεσα μεγαλύτερη παραγωγικότητα -απελευθερώνοντας παραγωγικές δυνάμεις από τα δεσμά της ιδιωτικής ιδιοκτησίας- από τους εντατικούς, εξοντωτικούς ρυθμούς ανάπτυξης των μονοπωλίων που ξεζουμίζουν εκατομμύρια εργαζόμενους σε όλη τη γη; Μπορείς να νικήσεις με απλή προπόνηση επαγγελματίες υπεραθλητές, που χρησιμοποιούν κάθε μέσο για να πετύχουν τη διάκριση; Ή μήπως πρέπει να σταματήσουμε να προσπαθούμε να ξεπεράσουμε τον εθχρό, να τον νικήσουμε στο δικό του γήπεδο με τα δικά του όπλα, και να πορευτούμε σε τελείως διαφορετική κατεύθυνση;

Η πραγματική ζωή είναι κριτήριο για κάθε θεωρία, αλλά δε δίνει πάντα καθαρές απαντήσεις. Στο πεδίο της πράξης του εικοστού αιώνα, ο σοσιαλισμός που γνωρίσαμε κινήθηκε παράλληλα σε διάφορα επίπεδα. Επέλεξε για μια σειρά λόγους, ουσίας και συμβολισμού, να πάρει μέρος στην κούρσα του πρωταθλητισμού. Είναι δεδομένο ότι έδειξε μέρος της δύναμής του αλλά δεν απέφυγε τις αρνητικές πτυχές του πρωταθλητισμού, όπως η πίεση σε κάποιους αθλητές και τα αναβολικά. Αλλά όποιος πιστεύει ότι αυτό ήταν ένα παιχνίδι που έπαιξε μόνο η ΓΛΔ πχ -νιώθοντας την ανάγκη να αποκρούσει και σε αυτό το επίπεδο την πίεση που δεχόταν και να δείξει την υπεροχή της- μάλλον καταπίνει πρόθυμα και αμάσητη την αστική προπαγάνδα. Ενώ παράλληλα αγνοεί ότι η βάση για τις επιτυχίες και τα μετάλλια των σοσιαλιστικών χωρών δεν ήταν πως έπιασαν το «τρένο της ΕΤΕ» στα αναβολικά (επιλέγοντας να εστιάσουν σε συγκεκριμένους τομείς), αλλά οι αξεπέραστες αθλητικές υποδομές τους, για να ανακαλύπτουν και να αξιοποιούν κάθε ανθρώπινο ταλέντο και κλίση, αναπτύσσοντας ουσιαστικά τον μαζικό λαϊκό αθλητισμό. Κι αυτό είναι ένα σπουδαίο, ανεξίτηλο επίτευγμα, που δεν μπορεί να το μειώσουν πχ οι εξυπνάδες του Πανούτσου, ότι εκεί όλοι αθλούνταν γιατί δεν είχαν δυνατότητες κοινωνικής ανέλιξης, συνεπώς βαριόντουσαν και δεν ήξεραν πώς/πού να διοχετεύσουν την ενέργειά τους.

Τα ίδια ισχύουν σε γενικές γραμμές για την περίπτωση της Κούβας που εξακολουθεί να παράγει τους δικούς της πρωταθλητές και επιπλέον εξάγει κάποιους, που ονειρεύονται το χρήμα και το αναζητούν στο εξωτερικό, αυτομολώντας στο αντίπαλο στρατόπεδο. Αλλά το βασικό είναι έβγαζε και βγάζει αθλητές που ήξεραν την αξία των ηθικών κινήτρων, όπως ο μυθικός Στίβενσον, που τον πολιορκούσε ο πειρασμός της επαγγελματικής πυγμαχίας και των χρημάτων, αλλά δε θα αντάλλασσε με τίποτα την αγάπη του λαού του, ούτε για τα κέρδη όλου του κόσμου.

Κι αυτό πια, για να παραφράσουμε τον Κάστρο, δεν είναι να έχεις απλώς το κεφάλι σου στο στόμα του λύκου και να του λες να πάει να γαμηθεί. Αλλά να περιφρονείς και τα χρυσά του δόντια, που αυτός νομίζει ότι είναι ικανά να αλέσουν όλες τις συνειδήσεις. Όμως δεν είναι/είμαστε όλοι για τα δόντια τους...

Όσο για τη Σοβιετική Ένωση, παρά τη στροφή που την έβγαλε στο περιθώριο της ιστορίας, έδωσε διάφορα δείγματα όχι μόνο της δικής της υπεροχής, αλλά για την υπεροχή των αρχών της έναντι της όποιας νίκης - διάκρισης. Όσο και αν ψάξει κανείς, δε νομίζω να μπορεί να βρει αντίστοιχα παραδείγματα στον «δυτικό κόσμο» με την απόφαση των Σοβιετικών να μην παίξουν το ’73 στη Χιλή του Πινοτσέτ (χάνοντας το εισιτήριο για την τελική φάση του Μουντιάλ της ΟΔΓ). Ή την απόφαση της σοβιετικής ομάδας μπάσκετ να μηδενιστεί στην ίδια χώρα, στο Μουντομπάσκετ του ’59 και να χάσει ένα σίγουρο χρυσό μετάλλιο, όταν διάλεξε να μην παίξει εναντίον της Ταϊβάν-Φορμόζα (και μάλιστα σε μια εποχή που μάλλον διαφαινόταν το σινο-σοβιετικό σχίσμα). Τελικά τερμάτισε στην έκτη θέση, αλλά στην ΕΣΣΔ κυκλοφόρησε μια σειρά γραμματόσημα με το σύνθημα «ηθικοί νικητές του 3ου Μουντομπάσκετ».

Γιατί είναι πάντα καλύτερο να βρίσκεσαι στη σωστή πλευρά της ιστορίας, παρά στην υψηλότερη θέση του βάθρου.
Hasta la revolucion siempre...

Τι να μας πει και ο Μπάνε (που δυστυχώς την είδε λάιφ-κόουτς) με τη δική του «Δύναμη της ήττας». Αλλά αυτά στο δεύτερο μέρος, αν και εφόσον...


Και αν όλα αυτά χρειάζονται οπωσδήποτε κάποιο άλλοθι σύνδεσης με την επικαιρότητα, θα πάρω τη σημερινή παγκόσμια ημέρα του ραδιοφώνου, τη βοήθεια του κοινού και την αυθόρμητη εξομολόγηση του παλιού συμπαρουσιαστή του «Σπορ και Σκορ στον 904».
Ράδιο-ράδιο αγάπη μου...

Μετά από αυτήν την εκτενή εισαγωγή, πάμε στην ανάπαυλα, με την ελπίδα να υπάρξει χρόνος για δεύτερο ημίχρονο, με συγκεκριμένες προτάσεις - κριτικές και συνειρμούς από κάποια αθλητικά βιβλία που έπεσαν στα χέρια της κε του μπλοκ τις τελευταίες βδομάδες.