Κόκκινη κλωστή δεμένη
Στην ανέμη τυλιγμένη
Δως της λένιν να κλωτσήσει
Σοβιετία να αρχινίσει
Μια φορά κι έναν καιρό, τα παλιά τα χρόνια, υπήρχε μια χώρα που την έλεγαν σοβιετική ατλαντίδα. Ήρωάς της ήταν ο σύντροφος με το μουσάκι που έκανε έφοδο στο χειμερινό παλάτι, σκότωσε τον κακό βασιλιά ρομανόφ και κυβερνούσε συλλογικά και δίκαια.
Αυτή η χώρα ήταν παραμυθένια, εξιδανικευμένη, χωρίς αντιφάσεις κι αντιφρονούντες. Όλοι ζούσαν ευτυχισμένοι και δούλευαν 41 ώρες το πολύ τη βδομάδα.
Παραμύθια με τη ρίγανη, λένε οι μετά θάνατον της μαμάς αντιφρονούντες.
Ο σοσιαλισμός της σοβιετίας ήταν ψεύτικος, ανύπαρκτος, λέρωσε και συκοφάντησε τα αγνά κι άσπιλα ιδανικά της γενιάς μας.
Είσαι απ’ τις γενιές που της αξίζουν των παραμυθιών οι θησαυροί
Όμως τα ματάκια σου δακρύζουν για μια σοβιετία ανύπαρκτη.
Αλλά την πιο χοντροκομμένη προπαγάνδα την κάνουν τα παραμύθια των αστών για τη σοβιετία. Τα καλύτερα είναι η φάρμα των ζώων του όργουελ κι η μυστική έκθεση του χρουτσώφ (ο αλή στάλιν κι οι σαράντα κομισάριοι που επέζησαν) που βασίζονται σε πραγματικά γεγονότα.
Τα πιο πολλά είναι τραβηγμένα από τα μαλλιά, χολιγουντιανές παραγωγές που βάζουν εφέ και (σοβιετικές) αρκούδες στην ιστορία για να εντυπωσιάσουν το κοινό με την παιδική αφέλεια.
Αλλά οι σοβιετικοί έλεγαν τα καλύτερα παραμύθια, γιατί ήταν σαν αληθινά. Κι ο κόσμος τους πίστευε, γιατί πολύ θα ήθελε να είναι αληθινά.
Οι ηγέτες νανούριζαν τον κόσμο με όμορφα, παχιά λόγια για το βασίλειο της ελευθερίας που θα έρθει σε είκοσι χρόνια. Κι οι παραμυθάδες της πράβδα έλεγαν όμορφες ιστορίες για να τρώει ο κόσμος αμάσητη τη γραμμή μαζί με το φαΐ του.
-Γιατί πατερούλη έχεις τόσο μεγάλη NKVD;
-Για να ξεσκεπάζω τους τροτσκιστές καλύτερα.
-Και γιατί έχεις τέτοια γεωργιανή προφορά;
-Γιατί είμαι ασιάτης.
Κι αργότερα που ο πατερούλης έγινε μπαμπούλας:
-Εσύ θείε νικήτα, γιατί έχεις τόσο μεγάλο νόμο της αξίας;
-Για να υπολογίζω καλύτερα τις ανάγκες σας.
Άδειασε τώρα το πιάτο σου, μη φέρω τον ασιάτη να σε δικάσει.
-Πες μου πάλι την ιστορία, που οι μπολσεβίκοι νικάν τους λευκοφρουρούς. Είναι η αγαπημένη μου.
Όπως σε όλα τα παραμύθια, υπήρχαν καλοί και κακοί.
Εμείς κάναμε στα παραμύθια των ιμπεριαλιστών την αυτοκρατορία του κακού κι αυτοί στα δικά μας έπαιζαν τους κακούς με τους οποίους δεν είχαμε πόλεμο, αλλά ειρηνική συνύπαρξη.
Είχαν όμως και συνεργάτες που άλλαζαν συνεχώς και δεν ήταν εύκολο να τους βρεις. Πρώτα ήταν οι λευκοφρουροί, μετά οι μενσεβίκοι, οι αναρχικοί της κροστάνδης, οι τροτσκιστές, η μπουχαρινοζηνοβιεφική κλίκα και μετά οι σταλινικοί κι ο μπρέζνιεφ.
Στα χρόνια της περεστρόικα, ο σοβιετικός λαός με αφέλεια μικρής παρασκευούλας, άνοιξε αυτό το κουτί παραμύθι να ακουστεί. Αλλά ο γκόρμπι αποδείχτηκε μεγάλος ρούχλας (ή μήπως είμαστε τρελοί οπορτουνιστάδες;). Το κουτί ήταν της πανδώρας και το καπάκι που άνοιξε το τείχος του βερολίνου. Οι σοβιετικοί έμαθαν την αλήθεια για το ψέμα της περεστρόικα, αλλά έχασαν μέσα από τα χέρια τους τον παράδεισο. Τους ξεγέλασε ο καπιταλιστικός όφις με υποσχέσεις για βιτρίνες και πίτσα χατ.
Η μαμά πατρίδα έπαθε δύο εγκεφαλικά (89 και 91), ήταν κλινικά νεκρή για δυο χρόνια και τελικά μας άφησε χρόνους το 91. Ακριβώς ίδιο τέλος με το παλικάρι με το μουσάκι και τη φαλάκρα.
Κι έμειναν πίσω κάτι σκυλιά να μαγαρίζουν το πτώμα της. Εμείς τα ορφανά να κλαίμε την τύχη μας. Ο τρισκατάρατος ο ρούχλας. Κάποιοι ψαγμένοι που λένε πως είχαν δει εξ αρχής τι φάλτσος που είναι. Και στον πάτο του κουτιού φυλακισμένη η ελπίδα για το αύριο. Που μοιάζει κάθε μέρα και χειρότερο.
Οι σοβιετικοί κατάφεραν να κατεβάσουν το μύθο της σοβιετίας από τα σύννεφα στη γη. Κάποιο εγκάθετοι εστιάζουν στην προσωπολατρία, συγκρίνουν το στάλιν με φαραώ και κάνουν λόγο για ασιατικό τρόπο παραγωγής.
Αλλά αν ήταν έτσι, το σύντροφο με το μουστάκι θα τον έθαβαν μαζί με κτερίσματα, τις γυναίκες του κι όλο το πολίτμπιρό.
Καλύτερα δηλαδή γιατί θα γλιτώναμε κι απ’ τον χρουτσόφ.
Το παραμύθι της σοβιετίας δε συγκρίνεται με τα άλλα.
Ήταν το ωραιότερο παραμύθι του κόσμου. Διδακτικό κι αξεπέραστο, παρά τις διάφορες (ου)τοπικές παραλλαγές. Αυτό που έφερε πιο κοντά στο όνειρο την πραγματικότητα. Η γλυκιά ουτοπία ότι μπορούμε να φτιάξουμε μια κοινωνία που η εργασία θα πάψει να είναι καταναγκασμός και θα γίνει ευχάριστη και δημιουργική σαν παιχνίδι.
Πάνω απ’ όλα αυτό που κρατούσε ζωντανή την ελπίδα για το αύριο. Και δυστυχώς το μόνο που είχε λυπημένο τέλος. Κι ίσως γι’ αυτό ακριβώς κι αληθινό.
Κι έζησαν αυτοί καλά κι οι αστοί καλύτερα.