Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα χαλβατζής. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα χαλβατζής. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 4 Δεκεμβρίου 2014

Εννιά δεκαετίες...

Προχτές το βράδυ στη στοά κουρτάκη, σε ένα μικρό αλλά όμορφο χώρο του καφέ etage litteraire, έγιναν τα επίσημα εγκαίνια της έκθεσης εικαστικών έργων, βιβλίων και φωτογραφικών ντοκουμέντων από τη συλλογή του εικαστικού-συγγραφέα γιώργου φαρσακίδη. Η επιλογή της ημέρας αποδείχτηκε ωστόσο ατυχής, καθώς συνέπεσε χωροχρονικά με τη συγκέντρωση αλληλεγγύης στον απεργό πείνας νίκο ρωμανό στο μοναστηράκι, πολύ κοντά στον χώρο της εκδήλωσης και με τον αποκλεισμό όλων των γύρω δρόμων σε μεγάλη ακτίνα από την αστυνομία, με συνέπεια να καταφτάσει αρκετός κόσμος αργοπορημένος, μετά το πέρας των ομιλιών. Αυτός όμως ήταν ένας αστάθμητος παράγοντας που δε μπορούσε να προβλεφθεί από πριν. Παρεμπιπτόντως, η πορεία ήταν αρκετά μαζική, πιθανότατα κάτι κοντά σε τριψήφιο νούμερο, όχι μόνο με μαύρους και αναρχικές συλλογικότητες, αλλά και με πολύ χύμα κόσμο, οργανώσεις του εξωκοινοβουλίου και τσόντα στο τέλος τη νεολαία σύριζα, που πάει με όλα. Κλείνει η παρένθεση.

Στην εκδήλωση (που άρχισε με εύλογη καθυστέρηση και όπου έδωσε το «παρών» εκ μέρους του πγ της κετουκε ο νίκος σοφιανός) μίλησαν για το γιώργο φαρσακίδη η δημοσιογράφος του ριζοσπάστη επί θεμάτων πολιτισμού, σοφία αδαμίδου, κι ο σπύρος χαλβατζής, με τον οποίο έχουν σχεδόν πενήντα χρόνια γνωριμίας από την εξορία τους στη λέρο.

Η αδαμίδου είπε (σε ελεύθερη απόδοση) μεταξύ άλλων ότι ο φαρσακίδης είναι ζωντανό αρχείο των αγώνων του λαού μας, μέσα από το έργο του –που μας δίνει δύναμη κάθε φορά που κάτι πάει να μας λυγίσει- και το αρχείο του, που με τόση φροντίδα διασώζει. Αν μπορούσαν βέβαια ένας καλλιτέχνης κι η τέχνη συνολικά να αλλάξουν από μόνοι τους τον κόσμο, ο πλανήτης μας δε θα ήταν ένα λουτρό αίματος και δυστυχίας για τους λαούς. Όσοι στρατεύονται στο καλλιτεχνικό τους έργο –που κάποιοι το λένε στρατευμένο για να το απαξιώσουν, ενώ είναι προσευχητάρι των λαών- δεν αντανακλούν απλά την πραγματικότητα, αλλά γίνονται οργανωτές του κοινωνικού συναισθήματος και με την τέχνη τους στήνουν γέφυρες επικοινωνίας με τους άλλους.

Στη συνέχεια έκανε μια μικρή αναδρομή στην προσωπική διαδρομή του φαρσακίδη: από τα παιδικά του χρόνια στην οδησσό, όπου το μοναδικό του δεκαράκι στο σχολείο ήταν στην ιχνογραφία, και τις μάχες του με τον ελας, όπου έχασε κάποια σκίτσα του και του τα επέστρεψε πολλά χρόνια αργότερα ένας βούλγαρος στρατιώτης που τα βρήκε και τα κράτησε…· ως την εξορία και τα βασανιστήρια στα μαρτυρικά ξερονήσια (αϊ-στράτης, μακρόνησος, λέρος, γυάρος), όπου βρήκε ωστόσο την ευκαιρία να αναπτύξει περαιτέρω το δημιουργικό του ταλέντο, έχοντας ως βασικά του εργαλεία βότσαλα και κουταλοπίρουνα –καθώς απαγορεύονταν τα αιχμηρά αντικείμενα. Μια διαδρομή γεμάτη πνευματική αγρύπνια και γνήσια ανθρωπιά, που έβαλε το δικό της λιθαράκι για να ανθρωπεύσει ο άνθρωπος. Και μια ζωή που δε θα ήθελε να την αλλάξει στο παραμικρό, γιατί όπως συνήθιζε να του λέει κι η μητέρα του «είσαι που είσαι χοντροκέφαλος, τουλάχιστον να μη γυρίσεις με σκυμμένο κεφάλι…».

Κλείνοντας η αδαμίδου σημείωσε πως η τέχνη του φαρσακίδη συμβάλλει με το δικό της τρόπο στην εξύψωση και την ολοκλήρωση της ανθρώπινης προσωπικότητας κι ότι η κοινωνία που ονειρευόμαστε θα έχει κάτι από τη δύναμη και το ήθος αυτής της γενιάς που πάλεψε κι αντιστάθηκε.

Στη δική του σύντομη παρέμβαση –που δεν ήταν από στήθους, για να μην ξεχαστεί τίποτα, ήταν όμως από καρδιάς- ο χαλβατζής στάθηκε στο ξεχωριστό έργο και τη στάση του φαρσακίδη που σμιλεύουν αγωνιστικές συνειδήσεις και για τα οποία τον τιμούν ως σήμερα οι σύντροφοί του, κάθε γενιάς. Ενώ σημείωσε και δύο σχετικά άγνωστα στοιχεία από τη διαδρομή του καλλιτέχνη.
Πρώτον, τις τέσσερις διαλέξεις που έδωσε στην εξορία, στο λακκί της λέρου, πάνω σε θέματα τέχνης και αισθητικής, τον χειμώνα του 67-68, λίγες μέρες πριν από τη 12η ολομέλεια και τη διάσπαση του κκε. Οι διαλέξεις αυτές ασκούσαν κριτική σε ανορθολογικές προσεγγίσεις άλλων συνεξόριστων καλλιτεχνών και στάθηκαν αφορμή για πλούσια συζήτηση και γόνιμες αναζητήσεις, βοηθώντας πολλούς συντρόφους του φαρσακίδη να κατασταλάξουν και να βρουν το δρόμο τους.
Το δεύτερο στοιχείο είναι η χιουμοριστική διάθεση και τα πειράγματα του φαρσακίδη –που χαρακτήρισε για παράδειγμα ραδιούργους τους φίλους που ανέλαβαν τις προάλλες να του ετοιμάσουν μια σύναξη-έκπληξη για τα γενέθλιά του.


Στα γενέθλια αυτά ο φαρσακίδης έπιασε τα δεύτερα –ήντα, συμπληρώνοντας αισίως εννιά δεκαετίες ζωής και τουλάχιστον επτά καλλιτεχνικής δημιουργίας και αταλάντευτης αγωνιστικής στάσης. Και συνεχίζει απτόητος, εκδίδοντας συνεχώς καινούρια βιβλία, ενώ συμπεριλήφθηκε και στην οργανωτική επιτροπή που θα αξιολογήσει τις προτάσεις για το λογότυπο των 100χρονων του κκε –στα οποία θα φτάσει κι αυτός ενεργός και ακμαίος για να δώσει το «παρών»- σε έναν διαγωνισμό που θα μπορούσε να έχει εναλλακτικά ως τίτλο την ερώτηση: ποιο είναι το πιο όμορφο σφυροδρέπανο που έχετε δει ποτέ; Αλλά αυτό έχουμε καιρό μπροστά μας να το δούμε.


Όσοι ενδιαφέρονται, μπορούν να επισκεφτούν (με ελεύθερη προφανώς είσοδο) την έκθεση με τα έργα του φαρσακίδη στη  στοά κουρτάκη, κολοκοτρώνη 59β.


Παρασκευή 21 Σεπτεμβρίου 2012

Η έννοια της αριστεράς σήμερα

Σήμερα η κε του μπλοκ δημοσιεύει ένα απόσπασμα από το βιβλίο του σπύρου χαλβατζή "η συνέχεια, το κκε στη σύγχρονη εποχή", γραμμένο το 1992, σε μια πολύ δύσκολη περίοδο για το κόμμα. Το θέμα του κεφαλαίου είναι η σύγχρονη έννοια της αριστεράς και παραμένει επίκαιρο ως τις μέρες μας.  Κι ίσως αν λέγαμε προεκλογικά μερικά πράγματα με τον ίδιο τρόπο, να είχαμε γλιτώσει μια ανόητη συζήτηση  και τη σύγχυση που προκαλούσε σε έναν κόσμο.

Η έννοια της αριστεράς σήμερα είναι συνολικά συγκεχυμένη. Υπάρχουν σοβαρές αιτίες, από τις οποίες πολλές είναι αντικειμενικές, που οδήγησαν στη σύγχυση. Διάφορες μικροαστικές πολιτικές δυνάμεις επιδιώκουν συστηματικά να συσκοτίσουν αυτή την έννοια, η οποία στο παρελθόν είχε εντελώς σαφή και συγκεκριμένα όρια. Οι σοσιαλδημοκράτες και οι αστοί, εκμεταλλευόμενοι τη ανατροπή που σημειώθηκε στις πρώην σοσιαλιστικές χώρες, προσπαθούν να εντείνουν τη ασάφεια και να «επεκτείνουν» τα όρια της αριστεράς, ταυτίζοντάς την με σοσιαλδημοκρατικές κυρίως απόψεις. Η λαθροχειρία είναι ανάγκη να αποκαλυφθεί. Είναι ασφαλώς πολύ δύσκολη αυτή η προσπάθεια. Όχι όμως αδύνατη.

Στην ελληνική κοινωνία οι αντιλήψεις, τα ιδανικά και τα οράματα της αριστεράς, η δράση της, οι κοινωνικοί και πολιτικοί αγώνες της δεν είναι ευκαιριακοί. Ό,τι πέτυχε με τους αγώνες του το αριστερό και προοδευτικό κίνημα στη ελλάδα, το πέτυχε με την πρωτοπόρα συμβολή και δράση των κομμουνιστών. Αυτό λειτουργούσε στη συνείδηση του λαού, στο να θεωρεί ότι το κουκουέ εκπροσωπεί την αριστερά. Από την άλλη η πολύχρονη παρανομία του κουκουέ οδήγησε πλατιές εργατικές και λαϊκές δυνάμεις, να ταυτίζουν τελικά σε μεγάλο βαθμό την έννοια της αριστεράς με το κκε. Στα χρόνια της δεκαετίας του 50’ και του 60’, συχνά τα όρια ανάμεσα στους αγωνιστές της προδικτατορικής εδα και των κομμουνιστών δεν ήταν πολύ ευδιάκριτα.

Σήμερα η λαθροχειρία που επιχειρείται είναι να προσδιοριστούν τα όρια και οι αντιλήψεις, όχι προς τα αριστερά, αλλά προς το κέντρο, προς τη σοσιαλδημοκρατία σε αντιπαράθεση με το κουκουέ. Ασφαλώς άλλο είναι αριστερός κι άλλο κομμουνιστής. Όμως οι μαχητές της αριστεράς αντικειμενικά κλίνουν προς το κουκουέ και δε μπορεί να αντιμετωπίζονται αντιπαραθετικά προς τους κομμουνιστές. Ο αριστερός διακρίνεται από ορισμένα βασικά χαρακτηριστικά. Έχει σταθερή αντιιμπεριαλιστική συνείδηση. Αντιπαλεύει με συνέπεια, όχι μόνο ιδεολογικά, αλλά και με την πρακτική συμμετοχή στους οικονομικούς και πολιτικούς αγώνες, τις επεμβάσεις του ιμπεριαλισμού σε όλα τα επίπεδα. Δε μπορεί να ανεχτεί να επιβάλει ο ιμπεριαλισμός τη «νέα τάξη πραγμάτων». Να καταδυναστεύει μικρούς κι αδύναμους λαούς και χώρες. Να εκμεταλλεύεται ληστρικά και καταστροφικά τους φυσικούς χώρους του πλανήτη σε κάθε γωνιά της γης. Να ακολουθεί την πολιτική των κανονιοφόρων, για να υποτάσσει τις αγωνιστικές δυνάμεις που εναντιώνονται στην πολιτική αυτή.

Σήμερα, που στην οικονομία κυριαρχούν τα μονοπώλια κι οι πολυεθνικές, δε νοείται αριστερός που να μην έχει σα βασική πολιτική του κατεύθυνση την αντιμονοπωλιακή πάλη με τη μια ή την άλλη μορφή. Ο αριστερός αγωνίζεται με συνέπεια ενάντια στην πολιτική των μονοπωλίων και των πολυεθνικών, όχι μόνο για τη βελτίωση των συνθηκών και του επιπέδου ζωής του –που είναι το πρώτο, το καθημερινό. Ο αγώνας του στρέφεται ενάντια στη συνολική λογική που περνά σήμερα το μονοπωλιακό κεφάλαιο. Ο αριστερός, λοιπόν, είναι ταυτισμένος με τους οικονομικούς αγώνες των εργαζομένων.

Δε λογίζεται αριστερός αυτός που δεν αμφισβητεί την πολιτική, την ιδεολογική, την οικονομική κυριαρχία της άρχουσας τάξης. Η αμφισβήτηση, η αντίθεση, η οργάνωση, η πάλη ενάντια στο καπιταλιστικό σύστημα συνολικά είναι γνωρίσματα του αριστερού. Ο αγώνας για την ανατροπή αυτού του συστήματος και για τη σοσιαλιστική αλλαγή της κοινωνίας, είναι η λογική κατάληξη της στάσης ζωής των αριστερών στην πατρίδα μας. Ο αριστερός διαμορφώνει σταθερά μια αγωνιστική συνείδηση, μια συνείδηση που ζητά να ανατρέψει το σύστημα. Το σύνθημα με το οποίο το πασόκ συσπείρωσε και αριστερές δυνάμεις από τη μεταπολίτευση και ύστερα ήταν το σύνθημα της αλλαγής. Οι αριστεροί μάχονταν για την αλλαγή. Η κατάσταση που είχε διαμορφωθεί μετά τη διάσπαση του 68’ οδήγησε απογοητευμένους αριστερούς σε αυτό το σύνθημα που το πασόκ, μαζί με άλλα, το κούρσεψε από τους κομμουνιστές. Αμφισβήτηση, αναζήτηση, οργάνωση, πάλη είναι στοιχεία του αριστερού αγωνιστή.

Η θέση του αριστερού αντικειμενικά, είναι να συμμετέχει δραστήρια στην πάλη του μαζικού λαϊκού κινήματος και πριν απ’ όλα στο συνδικαλιστικό κίνημα της εργατικής τάξης. Κι όχι μόνο να δραστηριοποιείται, αλλά να είναι πρωτοπόρος με ιδέες, με προτάσεις και κυρίως με ενωτικές πρωτοβουλίες για δράση. Είναι ανυποχώρητος ενάντια στη λαίλαπα του κεφαλαίου και της εξάρτησης. Είναι χαρακτηριστικό ότι και στα πιο δύσκολα χρόνια, οι αριστεροί συγκέντρωναν την εμπιστοσύνη των εργατών, των άλλων εργαζομένων και των επαγγελματοβιοτεχνών στις αρχαιρεσίες των συνδικάτων και των συλλόγων. Ειδικά στην τοπική αυτοδιοίκηση αυτή η εμπιστοσύνη προς τους αριστερούς εκφραζόταν σε πολύ υψηλά ποσοστά. Αυτό το γεγονός έδειχνε και δείχνει και σήμερα την εκτίμηση των εργαζομένων και του λαού απέναντι στους αριστερούς.

Η γνώση, η μόρφωση, η μελέτη, η αναζήτηση είναι από τα γνωρίσματα και τα προτερήματα του αριστερού αγωνιστή.
Πρωτοπόροι στη δράση για την προστασία του περιβάλλοντος ήταν και παραμένουν οι άνθρωποι της αριστεράς. Ανέπτυσαν κι αναπτύσσουν αυξημένη αλληλεγγύη στο εργοστάσιο, στο σχολείο, στη διάρκεια της στρατιωτικής θητείας, σε κάθε μορφή κοινωνικής δραστηριότητας. Ήταν πάντα αυξημένο το ενδιαφέρον τους και η συμμετοχή τους στην πάλη για την ειρήνη, για την ύφεση και τον αφοπλισμό. Στα συνθήματά τους, η διεθνιστική αλληλεγγύη κρατούσε και κρατά ένα μεγάλο μέρος, ποσοτικά και ποιοτικά.

Όταν, λοιπόν, αυτά τα χαρακτηριστικά προσιδιάζουν στους αριστερούς, η αριστερά δε μπορεί παρά να εκφράζει αυτά τα οράματα, αυτές τις αντιλήψεις και την ανάλογη πολιτική πρακτική δραστηριότητα.

Σε καμία περίπτωση τα στοιχεία αυτά δε μπορούν να συνυπάρξουν με απόψεις για μια ευρωπαϊκή αριστερά, η οποία θα προσεγγίζει τη σοσιαλδημοκρατία ή θα ακολουθεί ανάλογες πολιτικές επιλογές. Πρώην κομμουνιστικές δυνάμεις, που ακολουθούν τις αντιλήψεις των σοσιαλδημοκρατών ηγετών ή της σοσιαλιστικής διεθνούς συχνά υποτάσσονται σε αυτές και στρεβλώνουν την έννοια της αριστεράς. Επιδιώκουν να σύρουν τις αριστερές δυνάμεις και την πολιτική τους σε μια σοσιαλδημοκρατική πολιτική πρακτική.

Δε μπορεί όμως ο κόσμος της αριστεράς στην ελλάδα να ταυτίζεται με αντιλήψεις αντίθετες κι εχθρικές προς το σοσιαλισμό και τη σοσιαλιστική προοπτική. Αριστερά και πάλη για το σοσιαλισμό είναι για την ελληνική κοινωνία έννοιες σχεδόν ταυτόσημες. Αριστερός και αντικομμουνιστής δε νοείται.

Τη μεγαλύτερη σύγχυση στις γραμμές της αριστεράς φέρνουν πρώην κομμουνιστές, που επιχειρούν να μιλήσουν «αριστερά», αναμασώντας απόψεις, αντιλήψεις, προτάσεις που εκφράζουν ακόμα και ιδεολογικοί απολογητές της αστικής τάξης. ‘Εχουν τεράστια ευθύνη για τη διαστρέβλωση, για τη συκοφάντηση της έννοιας αριστερά.

Συναντάμε στην αρθρογραφία στον ημερήσιο και περιοδικό τύπο, στα ερτζιανά και τα τηλεοπτικά κανάλια απόψεις κι από πρώην στελέχη του κομμουνιστικού κόμματος για την ανάγκη «ταξικής συνεργασίας», για «κοινωνική ειρήνη», για πάλη ενάντια στο σοσιαλιστικό δογματισμό, για την «ξύλινη γλώσσα» που χρησιμοποιούν οι κομμουνιστές. Ειδικά η αναφορά στην «ξύλινη γλώσσα» δεν έχει να κάνει με τη μορφή. Αφορά την ουσία των λέξεων, το περιεχόμενό τους, τις έννοιες. Αν δηλ αντικατασταθούν οι λέξεις «αστική τάξη» και «ολιγαρχία» με τη λέξη «συμφέροντα», δεν είναι «ξύλινη» η γλώσσα. Αν εξαφανιστούν οι λέξεις «εργάτης», «εργατική τάξη» τότε η γλώσσα θα είναι εύπλαστη. Αν η ιμπεριαλιστική πολιτική των ηπα, της γερμανίας, κτλ δεν αναφέρεται, τότε η γλώσσα θα είναι χαρούμενη.

Η αλήθεια όμως είναι ότι κάθε λέξη ανταποκρίνεται σε μια συγκεκριμένη έννοια. Αν μια έννοια δε μας βολεύει ή είναι καταδικασμένη στη συνείδηση του κόσμου, όποια λέξη και να χρησιμοποιήσουμε για την έννοια αυτή, τίποτα δεν αλλάζει. Απλώς κακοποιούνται οι έννοιες και η γλώσσα. Τότε είναι που γίνεται «ξύλινη» η γλώσσα.

Αλλάζοντας τη γλώσσα δεν αλλάζει η πραγματικότητα. Είναι αλήθεια ότι έχει στρεβλωθεί η ελληνική γλώσσα τα τελευταία χρόνια και ειδικά στην οκταετία διακυβέρνησης της χώρας από το πασόκ. Κι εμείς ως κόμμα έχουμε σοβαρές αδυναμίες στην καλύτερη αξιοποίηση της τόσο πλούσιας ελληνικής γλώσσας. Ωστόσο το κύριο δεν είναι αυτό, όσο κι αν είναι σοβαρό πρόβλημα. Είναι οι έννοιες που δίνει καθένας στις λέξεις που χρησιμοποιεί.

Τα προβλήματα συνεπώς που αντιμετωπίζει το εργατικό επαναστατικό κίνημα και το κουκουέ και σε αυτόν τον τομέα δεν είναι ούτε λίγα ούτε εύκολα. Η αποκατάσταση των εννοιών, και πριν απ’ όλα της έννοιας της αριστεράς και του αριστερού, πέφτει στους ώμους των ίδιων των αριστερών και των κομμουνιστών. Μέσα στη ζωή, μέσα στην πολιτική δραστηριότητα θα καταφέρνουν οι δυνάμεις αυτές να συμβάλουν στην εναρμόνιση των λέξεων με την πραγματικότητα.

Τετάρτη 29 Φεβρουαρίου 2012

Η εκτροπή του Α.Χ...

Η κε του μπλοκ προβληματίστηκε ιδιαίτερα για το αν έπρεπε να γράψει ένα τέτοιο κείμενο ή όχι. Τελικά το έγραψε κατόπιν προτροπής κάποιων συντρόφων (αναγνωστών, ή από το κοντινό μου περιβάλλον) πιστεύοντας ότι μπορεί να εκφράζει ερωτήματα και προβληματισμούς κι άλλων, και με τη λογική ότι σε μια δημόσια τοποθέτηση πρέπει να είναι δημόσιος κι ο όποιος αντίλογος.

Κι εδώ μπαίνει ένα πρώτο σοβαρό ζήτημα. Αφενός γιατί ο αλέκος χαλβατζής (εφεξής Α.Χ από τα αρχικά του) επιλέγει ν’ ανοίξει δημόσια μια συζήτηση, στην οποία δύσκολα θα υπάρξει επίσημος αντίλογος από το κουκουέ, γιατί αυτό αφορά τα εσωοργανωτικά του κι εκεί θα γίνει η όποια σχετική συζήτηση. Κι αφετέρου γιατί τα σχόλια στο μπλογκ του Α.Χ είναι κλειστά κι επομένως δεν υπάρχει η δυνατότητα για δημόσιο αντίλογο απ’ όποιον θα το επιθυμούσε.

Θα μου πεις, καλά κάνει από μία άποψη, γιατί αλλιώς θα έγραφε ο κάθε πικραμένος τον πόνο του στα σχόλια και θα χανόταν το τόπι –όπως γίνεται κι εδώ καμιά φορά άλλωστε. Αυτό όμως δεν αρκεί ως δικαιολογία. Θα μπορούσε απλώς να ενεργοποιήσει τη δυνατότητα προέγκρισης σχολίων, ώστε να αποφύγει τις ύβρεις και τις κακεντρέχειες από κάθε κατεύθυνση, ή ακόμα και τα ασφαλίτικα σχόλια.

Για να το θέσω διαφορετικά, ας υποθέσουμε ότι κάποιος διαβάζει αυτό το κείμενο, διαφωνεί ή και εξοργίζεται με όσα διαβάζει και θέλει να μου απαντήσει, αλλά εγώ έχω κλείσει τα σχόλια. Δε θα ήταν λίγο άδικο; Θα μπορούσε μόνο να μου στείλει κάποιο προσωπικό μήνυμα με e-mail. Κι εν τέλει εκεί κατευθύνει και ο υιός Α.Χ την όποια ανάδραση με τους αναγνώστες της ανάρτησης του. Αλλά αυτό είναι το λιγότερο.

Πρώτα, κάποιες εισαγωγικές παρατηρήσεις σε αυτόν τον αντίλογο – που πρέπει να ιδωθεί ακριβώς ως τέτοιος, δηλαδή αντί-λογος σε κάποια επιμέρους σημεία, κι όχι συνολική απάντηση ή πολιτικός λόγος με ολοκληρωμένη αντιπαράθεση.

Κάποιοι σύντροφοι λένε ότι η ανάρτηση του χαλβατζή είναι εγωκεντρική, με πολλές αναφορές στο πρόσωπό του και συνεπώς κάπως αλλαζονική. Αυτό όμως δικαιολογείται εν μέρει, γιατί ο Α.Χ περιγράφει πώς βίωσε ο ίδιος την εκτροπή και παραθέτει παραδείγματα που τον οδήγησαν σε αυτό το συμπέρασμα.
Τα παραδείγματα όμως συνιστούν μάλλον περιπτωσιολογία παρά απόδειξη. Έτσι αρκετά συμπεράσματα μένουν έωλα (πχ η εκτίμηση ότι το κόμμα βρίσκεται στη χειρότερη περίοδο της ιστορίας του), συνάγονται με γενικεύσεις ή λογικά άλματα και απαιτούν περαιτέρω τεκμηρίωση –σ’ ένα κείμενο που έχει ωστόσο ξεφύγει ήδη αρκετά σε έκταση.

Κάποιοι άλλοι σύντροφοι λένε ότι είναι απαράδεκτο να βγαίνει αυτό το γράμμα δημόσια, γιατί δίνει πάτημα στον ταξικό εχθρό, για να χτυπήσει το κόμμα σε μια πολύ δύσκολη περίοδο. Η αλήθεια είναι όμως πως από τη στιγμή που ο Α.Χ είχε φτάσει σε αυτά τα συμπεράσματα, είχε δικαίωμα και υποχρέωση να τα εκθέσει ευρύτερα. Το «ευρύτερα» βέβαια, δε σημαίνει απαραιτήτως δημόσια, τουλάχιστον όχι πριν εξαντλήσει κανείς κάθε μέσο που του παρέχει το κόμμα για να το πείσει για την άποψή του. Ακόμα και το συνέδριο.
Ούτε απαλάσσει τον Α.Χ. από την ευθύνη του για κάποια σημεία και διατυπώσεις, όπως πχ το «λαθρεπιβάτες στο τιμόνι του κόμματος». Κι είναι αυτά ακριβώς που διάλεξε να αξιοποιήσει και να αναπαράγει από το γράμμα του χαλβατζή ο αστικός τύπος – που δεν είχε βρει αντίστοιχο πάτημα στην αρχική του ανάρτηση για την αποχώρηση του από το κόμμα. Παρόλα αυτα θεωρώ ότι η δημοσίευση της επιστολής του ήταν στα όρια του θεμιτού και χρήζει πολιτικής απάντησης, επί της ουσίας των όσων λέει.

Η δική μου ένσταση έχει να κάνει κυρίως με τη χρονική στιγμή που επέλεξε να το κάνει. Όχι τόσο επειδή είναι μια κρίσιμη καμπή για το κίνημα και την ταξική πάλη. Όποια στιγμή κι αν το δημοσίευε, λίγο πολύ αυτό θα ίσχυε. Αλλά επειδή το έκανε σε μια περίοδο, που τα πάντα μυρίζουν εκλογές και τα αστικά επιτελεία θα χρησιμοποιήσουν οτιδήποτε για να θολώσουν τα νερά και να ψαρέψουν συνειδήσεις.
Έχουν περάσει δύο σχεδόν χρόνια από τότε που έστειλε το γράμμα στην κε του κουκουέ, και ενάμισης χρόνος απ’ τη στιγμή που έφυγε απ’ το κόμμα και άνοιξε το μπλογκ του. Γιατί δεν το δημοσίευσε νωρίτερα; Τι μεσολάβησε και του άλλαξε γνώμη; Τα γεγονότα της 12ης φλεβάρη; Σε κάθε περίπτωση η χρονική στιγμή που επέλεξε ήταν μάλλον άστοχη.

Υπάρχουν επίσης κι αυτοί που λένε ότι η ανάρτηση του Α.Χ λέει πολλά πράγματα, αλλά χωρίς πολλή ουσία από πολιτική άποψη. Δε συμφωνώ ακριβώς. Κατά την προσωπική μου αντίληψη ο Α.Χ θέτει δύο σοβαρά πολιτικά ζητήματα.

Το πρώτο έχει να κάνει με την –κατά τον ίδιο- μετατροπή της αντιιμπεριαλιστικής γραμμής συσπείρωσης του ααδμ σε αντικαπιταλιστική. Κάτι που συνδέεται άμεσα με την εκτίμηση για το χαρακτήρα του ελληνικού καπιταλισμού και τη θέση του στην ιμπεριαλιστική αλυσίδα.
Αυτό το θέμα χρήζει ειδικής ανάρτησης, την οποία έχω αναβάλλει επανειλημμένα το τελευταίο διάστημα, κύριως λόγω προσωπικής αδυναμίας να πιάσω ολοκληρωμένα το θέμα. Αυτό που θα ήθελα να επισημάνω επί του παρόντος, είναι η στάση αρκετών σχολιαστών που πρόσκεινται σε δυνάμεις του εξωκοινοβουλίου. Αντί να κρατήσουν αυτό το σημείο απ’ όσα λέει ο Α.Χ και να το αξιοποιήσουν, για να υποστηρίξουν πχ ότι η ‘στροφή’ του κκε δικαιώνει τη δική τους πολιτική εκτίμηση για μια σειρά ζητήματα, επιλέγουν να σταθούν σε άλλα σημεία και να μιλήσουν πχ ‘για φραξιονισμό και αντιδημοκρατική λειτουργία στο κκε’ για να «δικαιώσουν» την ύπαρξη αυτών ακριβώς των χαρακτηριστικών στις δικές τους γραμμές. Αλλά αυτό κι αν είναι το λιγότερο.

Το δεύτερο έχει να κάνει με την πολιτική μας στο θέμα των συσπειρώσεων και σ’ ένα δεύτερο επίπεδο με τη σύνδεση του οικονομικού με τον πολιτικό, ιδεολογικό αγώνα. Κάποιες από τις παρατηρήσεις του Α.Χ για τη δομή και λειτουργία των συσπειρώσεων (παμε, μασ) είναι καίριες και βάσιμες. Υπάρχουν όμως δύο βασικές ενστάσεις.
Το πρόβλημα της σχέσης των συσπειρώσεων με την οργανωμένη πρωτοπορία είναι διαχρονικό. Η πανσπουδαστική για παράδειγμα δεν είχε ποτέ τις δομές που έχει το μασ με τους εκλεγμένους αντιπροσώπους και τις συνδιασκέψεις, κι αυτό παρά τη διαρκή κι ηρωική της άνοδο στα χρόνια της ανασυγκρότησης (άλλο αν το μασ δε συνοδεύει τις δομές και με αποτελέσματα).

Αφετέρου όποιος διαβάσει προσεκτικά το κομμάτι της επιστολής για την παρέμβασή μας στο κίνημα και τις μάζες, θα διαπιστώσει ότι ο Α.Χ ουσιαστικά διαφωνεί με την ίδια την ύπαρξη του παμε (δε θεωρούσε τη συγκρότησή του μονόδρομο). Κι αυτή η βασική διαφωνία του επισκιάζει (αν δεν ακυρώνει) τις υπόλοιπες για όλα τα επιμέρους. Παρόλ’ αυτά ο Α.Χ επιλέγει να μην την αναλύσει διεξοδικά κι απλώς την υπονοεί.

Παρακάτω, επαναλαμβάνει τη θέση του λένιν ότι την ταξική πάλη συναποτελούν ο οικονομικός, ο πολιτικός και ο ιδεολογικός αγώνας, που είναι ανασπόσπαστοι μεταξύ τους. Αφήνοντας να εννοηθεί ότι το κόμμα προβάλλει –ακόμα και στα συνδικάτα- μόνο το τρίτο, δηλ τη ζύμωση για το σοσιαλισμό, υποβαθμίζοντας τ’ άλλα δύο μέρη που οδηγούν στο στρατηγικό στόχο. Μπαίνει όμως το ερώτημα. Δεν είναι ακριβώς σε περιόδους κρίσης που αναδεικνύεται εκ των πραγμάτων η σημασία της ζύμωσης του στρατηγικού στόχου ως εναλλακτικής πρότασης στα αδιέξοδα του συστήματος, η οποία δένει και με τα πιο «μικρά» μέτωπα πάλης;

Ωστόσο, αυτό που πρωτίστως φαίνεται να απασχολεί τον Α.Χ, περισσότερο κι από την ουσία της εκτροπής που καταγγέλλει, είναι ο τρόπος με τον οποίο έγινε. Βάσει σχεδιασμού και από τα πάνω. Με εκφοβισμό και εξαγορά όσων καταλάβαιναν κάποια πράγματα. Με όχημα τη νεολαία. Με στοχοποίηση των ανήσυχων και των διαφωνούντων. Την ταύτιση τους με σκιάχτρα και προβοκάτορες. Με σταδιακή διολίσθηση σε μεσοβέζικες διατυπώσεις και αργότερα στην αντικατάσταση των θέσεων του κόμματος. Με άλλα λόγια στα «μουλωχτά».

Δεν είμαι σε θέση να επιβεβαιώσω ή ν’ απορρίψω με στοιχεία όσα λέει ο Α.Χ, αλλά κάποιοι από τους ισχυρισμούς του είναι αρκετά προβληματικοί. Αν πιστεύει πχ ότι κάποια ανώτατα στελέχη «καταλαβαίνουν τι γίνεται» αλλά συναινούν δια της σιωπής, για να μην χάσουν τη θέση τους και εξαγοράζονται, αμφισβητεί εμμέσως τη δυνατότητα του επαγγελματικού στελέχους ενός κκ, να εκφράζει ελεύθερα τη γνώμη του, ή να διαφωνήσει σε ένα ζήτημα και να διαχωρίσει τη θέση του από την πλειοψηφία. Τίθεται συνεπώς εν αμφιβόλω, συνολικά η δυνατότητα σωστής λειτουργίας του θεσμού του επαγγελματικού στελέχους (σημειωτέον ότι υπήρξε κι ο ίδιος τέτοιο στέλεχος).
Αν πάλι πιστεύει ότι μια μερίδα της καθοδήγησης κατόρθωσε να επιβάλει «στα μουλωχτά» την εκτροπή από το πρόγραμμα και τις κομματικές αναλύσεις, αμφισβητεί έμμεσα –αν όχι ευθέως- τη δημοκρατική λειτουργία του κόμματος στο οποίο βρέθηκε κι έδρασε. Άρα το παιχνίδι ήταν χαμένο εξ αρχής.

Το μόνο στοιχείο που μπορεί να επιβεβαιώσει ένας εξωτερικός παρατηρητής είναι η αναφορά στις θέσεις του 10ου συνεδρίου της κνε στην αντιμονοπωλιακή, αντικαπιταλιστική γραμμή. Αυτή όμως έγινε στις θέσεις του κσ, που είναι συλλογικό, καθοδηγητικό όργανο και πέρασε από το συνέδριο, που είναι το ανώτερο όργανο, κι όχι με κάποια συνωμοσία, ή πλάγια μέθοδο.

Αυτό το κεφάλαιο της «διολίσθησης» προσωπικά μου θυμίζει μια αποστροφή του λιγκατσόφ στο βιβλίο του για το γκόρμπι. Στα πρώτα χρόνια της περεστρόικα, η σοβιετική ηγεσία μιλούσε για «διαφορετικές μορφές υλοποίησης της σοσιαλιστικής ιδιοκτησίας». Αυτό αργότερα, έφτασε να γίνει δια της παραφθοράς «διαφορετικές μορφές σοσιαλιστικής ιδιοκτησίας». Για να διολισθήσει τελικά στη φράση «διαφορετικές μορφές ιδιοκτησίας» που εισήγαγε κι επίσημα τον καπιταλισμό στη σοβιετική οικονομία.

Η περίπτωση της σοβιετίας προσφέρεται για περισσότερους ιντριγκαδόρικους συνειρμούς και παραλληλισμούς με το θέμα μας.
Ένα συνέδριο που σηματοδοτεί τη στροφή στη γραμμή του κόμματος. Η κομσομόλ που είχε φτάσει να έχει δεκάδες εκατομμύρια μέλη στη δεκαετία του 80’ (χωρίς να δέσει διαλεκτικά την ποσότητα με την ποιότητα). Ο γκόρμπι που κρατούσε για τον εαυτό του ρόλο εξισσοροπιστή, αλλά τελικά είχε πρωταγωνιστική εμπλοκή στις ανατροπές. Το «γραφειοκρατικό θερμιδώρ» και το κάλεσμα προς τη βάση για «αντιγραφειοκρατική επανάσταση», αφού σε επίπεδο κορυφής έχει χαθεί η μάχη. Κι άλλα τέτοια ιντριγκαδόρικα, για να περνάει η ώρα.

Αρκεί όμως μια στροφή σε επίπεδο ηγεσίας, για να ακυρώσει τα επαναστατικά χαρακτηριστικά ενός κόμματος ή μιας κοινωνίας; Οι κορυφές καθορίζουν το σύνολο; Δε θυμίζουν κάπως αυτά την εκτίμηση του μ-λ ρεύματος για την εσσδ μετά το 56’; Αν υπάρχει βέβαια κάποιος βάσιμος, λογικός πυρήνας σε αυτή την εκτίμηση, το πιο σημαντικό δεν είναι αν είχαμε ακόμα σοσιαλισμό το 70’ και το 80’ αλλά να αποτρέψουμε την περεστρόικα που έρχεται.

Και ποια είναι τα κίνητρα αυτής της ηγετικής ομάδας, που αναφέρει ο Α.Χ; Ποιες δυνάμεις την ανέδειξαν; Και με ποιες βαθύτερες, κοινωνικές διεργασίες συνδέεται αυτή η ανάδειξη; Ποιοι λόγοι οδήγησαν σε αυτήν;
Η πορεία της εδα πχ κι η στροφή του κόμματος μετά το 56’, μπορεί να αποδοθεί στις τάσεις συμβιβασμού ενός μέρους του κινήματος, μπροστά στις δυσκολίες και τις θυσίες της σκληρής και μακράς παρανομίας του κόμματος, στις μεταπολεμικές συνθήκες. Η «σύγχρονη στροφή» τι ακριβώς έρχεται να εκφράσει;

Ο Α.Χ αναγνωρίζει αυτή την έλλειψη στο κείμενό του και λέει ότι χρειάζεται περεταίρω μελέτη για να απαντηθούν αυτά τα ζητήματα.
Αυτό που περιγράφει όμως, δεν επιδέχεται πολλών ερμηνειών. Δεν αναφέρεται απλώς σε μια λανθασμένη πολιτική γραμμή, που μπορεί να καταστεί ολέθρια (αυτό θα ήταν ζήτημα προς συζήτηση). Κάνει λόγο για μια σχεδιασμένη εκτροπή που μεθοδεύτηκε από τα πάνω. Με άλλα λόγια περιγράφει ένα είδος «περεστρόικα», μια αντεπανάσταση σε μικρογραφία  εντός του κκε (εξ ου κι ο συνειρμός με το λιγκατσόφ, που δεν ήταν εντελώς άσχετος).

Κι αυτό μόνο ένα πράγμα μπορεί να σημαίνει. Ότι ο ταξικός εχθρός έχει βάλει στο χέρι το κκε και το οδήγησε στην εκτροπή. Αυτή φαίνεται να είναι σε τελική ανάλυση η εκτίμηση του Α.Χ., (κι ας μην το αναφέρει ξεκάθαρα). Για αυτό καταλήγει στο συμπέρασμα ότι το κόμμα διανύει την χειρότερη περίοδο της ιστορίας του. Γι’ αυτό πιθανότατα λέει κι ότι ο αστικός τύπος προβάλλει –ολοένα και πιο συχνά- με εκθειαστικά σχόλια τη δράση του κκε και του παμε.

Αυτή η εξήγηση όμως πείθει ελάχιστο κόσμο, από εξωτερικούς παρατηρητές ή οργανωμένους συντρόφους, γιατί προσκρούει στην άμεση, καθημερινή εμπειρία τους, πρώτα απ’ όλα. Γι’ αυτό και πολλοί από αυτούς, υποδέχονται με θυμό ή και με ειρωνεία το γράμμα του χαλβατζή και τα πολιτικά του συμπεράσματα, ακόμα κι αν συμφωνούν (ή προβληματίζονται) με επιμέρους σημεία του.
Όποιος έχει καταλήξει στα ίδια συμπεράσματα με τον Α.Χ και θέλει να πείσει γι’ αυτά τον κόσμο του κουκουέ (συμπεριλαμβάνω και τον εαυτό μου σε αυτόν) οφείλει να το κάνει με πολύ πιο πειστικό τρόπο και κυρίως με τεκμήρια κι ονόματα. Ή αλλιώς να περιμένει τα γεγονότα να τον επιβεβαιώσουν, ή να τον διαψεύσουν.

Κλείνω αυτήν την ανάρτηση με μια παρατήρηση για τα σκιάχτρα, που έκανε κι ο Α.Χ στο δικό του κείμενο. Πρέπει να μάθουμε να κρίνουμε την πολιτική ουσία μιας τοποθέτησης, χωρίς να την τσουβαλιάζουμε και να την ταυτίζουμε με διάφορα σκιάχτρα: πχ πράκτορες, τροτσκιστές, μίσθαρνα όργανα, και πάει λέγοντας. Κι αυτό ισχύει γενικώς, κι εκατέρωθεν. Όχι μόνο από τη μία πλευρά.
Ελπίζω τα σχόλια να μην κινηθούν σε αυτό το επίπεδο και να μην ξεπέσουν σε συγκρίσεις πέους, ραντεβού θανάτου για ξύλο, κι άλλα τέτοια «συντροφικά» κι ασφαλίτικα.

Ως υστερόγραφο: υπενθυμίζω μια παλιότερη ανάρτηση της κε του μπλοκ, για το δεκέμβρη του 08’, όπου είχε ανοίξει μια αρκετά ενδιαφέρουσα συζήτηση στα σχόλια για μια σειρά ζητήματα, μεταξύ ενός ανώνυμου και του «κάποιου που σκέφτεται». Σε πρώτη ανάγνωση φαίνεται να είναι μάλλον άσχετη με το θέμα μας. Ή μήπως όχι;

Τρίτη 12 Απριλίου 2011

Το εσω-οργανωτικό ζήτημα

Από τότε που με αγάπησαν οι αριστεριστές –όπως αγάπησαν πολλούς πρώην, αλλά εμένα θέλω να πιστεύω σε διαφορετική βάση, λόγω μπλοκ, όχι στη λογική πας πρώην δεδικαίωται κι έφαγαν οι κουφάλες το καλύτερο παιδί γιατί δεν το άντεχαν- ένα κλασικό ερώτημα που μου απευθύνουν είναι αν υπάρχει κρίση στο κουκουέ, κάποια φράξια, διαφωνία, αμφισβήτηση της γραμμής κτλ. Κι εγώ τους έλεγα, μπα, δεν παίζει κάτι τέτοιο. Υπάρχουν μεμονωμένα περιστατικά, ξέρω ‘γω σφοι που διαφωνούν και φεύγουν κατά καιρούς, αλλά αυτό συμβαίνει σχεδόν πάντα, δεν συνιστά κρίση. Ούτε έκταση έχει πάρει, ούτε οργανωμένο είναι. Οπότε τους άφηνα με την όρεξη και τη βαθύτερη βεβαιότητα ότι κάτι τους κρύβω και δεν τους λέω την αλήθεια.

Κουφάλες σταλινικοί, γελάτε με τα δικά μας που βγαίνουν όλα στη φόρα, ξεπλυμένα κι άπλυτα και τα δικά σας τα κρατάτε σα σφίγγες μέχρι να μουχλιάσουν και τα παίρνετε μαζί στον τάφο, μετά θάνατον. Όπου θάνατος νοείται ο κομματικός, σε αντιπαράθεση με την κομματική ζωή και τα αντίστοιχα χρόνια που συμπληρώναμε στα κουτάκια με τα πληρεξούσια. Όπως θα έλεγε κι ο αρκάς, η κομματική ζωή είναι μια μοναχική πορεία προς το θάνατο. Άσε που στο δρόμο μπορεί να πεθάνεις κιόλας. Όπως επίσης και να σε σκοτώσουν, ή να αυτοκτονήσεις οικειοθελώς.

Αν ήμουν όμως στην αθήνα, μπορεί να τους απαντούσα διαφορετικά, γιατί θα ήξερα περισσότερα. Και θα ήταν ζήτημα πώς θα τα διαχειριζόμουν και τι ακριβώς θα τους έλεγα, πόσα θα τους άφηνα να δουν. Είναι σαν την τακτική της κοπέλας με τους λιγούρηδες, που φοράει κάτι αποκαλυπτικό, αλλά κρατάει μυστικά και κρυφά τα βασικότερα. Και το ζήτημα είναι αν οι άλλοι είναι λιγούρια, ή αν αυτής της αρέσει να προκαλεί τον κόσμο. Άλλο πράγμα αν της αρέσει κάποιος και του τα δείχνει όλα φόρα παρτίδα, χωρίς συστολές, γιατί τον αγαπά και τον εμπιστεύεται. Που κι αυτό δηλ αντικαταστατικό είναι, αλλά είναι μια στάσις που νιώθεται.

Προσωπικά δε δεσμεύομαι από κάποιο καταστατικό, παρά μόνο από όρια που βάζω εγώ στον εαυτό μου. Δε γράφω πράγματα για να προκαλέσω και να ανεβάσω την αναγνωσιμότητα. Κι οπωσδήποτε δεν απευθύνομαι στα διάφορα λιγούρια που περιμένουν υλικό να πέσουν σαν κοράκια μαύρα με νύχια γαμψά. Το αποτέλεσμα βέβαια το κρίνει ο καθένας, ανεξαρτήτως προθέσεων, που και καλές να είναι, μπορεί να στρώνουν το δρόμο για την κόλαση -στη μετά κομματικό θάνατον ζωή.

Τι λογής είναι λοιπόν αυτή η φράξια; Δεν έχει κανείς παρά να συνδέσει τα κομμάτια από διάφορα γεγονότα των τελευταίων χρόνων και να επιχειρήσει να σχηματίσει μια εικόνα. Θα μου πεις αυτό κάνουν ούτως ή άλλως μερικοί κουκουεδολόγοι ως εξωτερικοί παρατηρητές και πού καταλήγουν; Στον υιό χαλβατζή, το μπλοκ που ‘φτιαξε, την αλλαγή του πρωτούλη, την αποχώρηση χαλβατζή... κι αρχίζει η ανακύκλωση.
Αστεία πράγματα δηλ. Αφενός γιατί ο χαλβατζής δεν έλεγε απολύτως τίποτα σε αυτά που έγραφε (κι ίσως ήταν επιλογή του να μη μπει στην ουσία). Κι αφετέρου γιατί ούτε ο τρόπος, ούτε ο χρόνος αλλαγών των στελεχών του κουκουέ –και βασικά του καταμερισμού εργασίας, όχι των προσώπων- αποτελούν είδηση, ή κάποιο μυστήριο σημάδι, σε όσους γνωρίζουν από μέσα πώς λειτουργεί το κόμμα.

Μόνο τους απ’ έξω μπορούσε να πείσει αυτό το σούσουρο. Κι η ατυχία για τις σουσουράδες είναι ότι από τους γραμματείς της κνε ο ένας είναι πιο συμπαθής απ’ τον άλλο. Φεύγει πχ ο γκιώνης το 07’ κι άπαντες λένε ότι πληρώνει τα ανοίγματα στο φοιτητικό κίνημα. Ο μαϊούνης φεύγει, το μας έρχεται και μαζί του ο πρωτούλης, που είναι άκρως συμπαθής (και σε κόσμο παραέξω, πέρα από τους σκληροπυρηνικούς), συγκροτημένος, επικοινωνιακός, με εργατική καταγωγή και δε βρίσκεις ψεγάδι να του προσάψεις. Φεύγει και αυτός, και λυσσάνε όλοι γιατί φεύγει έξι μήνες μετά από το συνέδριο όπου επανεκλέχτηκε. Αλλά αυτό δε βρίσκουν να το δέσουν πολιτικά όπως με το γκιώνη και λίγο-πολύ ισχυρίζονται ότι τον έφαγαν επειδή ήταν γλυκούλης και συμπαθητικούλης και δεν είχε προφίλ σκληροπυρηνικού. Κι έρχεται στη θέση του ο χιόνης που είναι εξίσου συμπαθής και με παρόμοια χαρακτηριστικά. Επομένως; Τόσο το χειρότερο για την πραγματικότητα.

Ανοίγει ιστορική παρένθεση. Παλιότερα έλεγαν για τους σοβιετικούς ηγέτες ότι ο καθένας είχε τον τρόπο του να παροπλίζει τους πολιτικούς του αντιπάλους. Ο στάλιν (στην καλύτερη) τους εξόριζε, ο χρουτσόφ τους αποστράτευε και τους έδινε σύνταξη κι ο μπρέζνιεφ τους έστελνε πρεσβευτές στο εξωτερικό μακριά από το επίκεντρο των εξελίξεων. Μία αντίστοιχη πρακτική σήμερα (με την πολύ γενική έννοια της αντιστοιχίας) είναι να στέλνουν κάποιον σε μια συνοικιακή κόβα μαζί με πέντε παππούδες απ’ την τασκένδη κι άλλους συνταξιούχους. Αλλά κι αυτό κομματική δουλειά είναι. Κι εξάλλου όταν γυρνάς στη βάση, συνήθως βρίσκεις τον εαυτό σου και την ηρεμία σου. Αλλά να σε στέλνουν σε δουλειά της κε για να σε υποβιβάσουν πρώτη φορά το ακούω. Ενδιαφέρουσα θεωρία. Κλείνει η παρένθεση.

Η σύνδεση λοιπόν ανάμεσα σε πρόσωπα και καταστάσεις είναι διαφορετική. Έχει να κάνει πχ με τον υιό χαλβατζή, αλλά δε δικαιολογεί το ντόρο που έγινε. Έχει να κάνει με την ιστορία που ξέσπασε στη σπουδάζουσα της αθήνας, αλλά ξεφεύγει από τα όρια της σπουδάζουσας. Έχει να κάνει με αυτούς που διαφώνησαν στη περσινή συνδιάσκεψη για τη δουλειά στο συνδικαλιστικό κίνημα, αρνήθηκαν να απεργήσουν χωρίς κάλυψη απ’ το σωματείο τους και διαγράφτηκαν ως απεργοσπάστες. Λίγο-πολύ δηλ, τα γεγονότα είναι γνωστά. Αυτό που έχει σημασία όμως δεν είναι τα πρόσωπα, αλλά η ουσία της κριτικής και της διαφωνίας τους. Κι αυτή δεν είναι εύκολο να την καταλάβεις συνολικά με τη μία και να βρεις το λογικό νήμα που τη διαπερνά και συνδέει τα επιμέρους σημεία της.

Στην ουσία της μοιάζει λίγο, χωρίς να έχει όμως οργανωτική σχέση μαζί του, με την κριτική του ρούση, αλλά επί το σταλινικότερο. Το τονίζω ξανά για να μη βγάλει ο καθένας τα δικά του. Ο ρούσης δεν συνδέεται άμεσα με όλα αυτά. Τον αναφέρω επειδή η κριτική του γίνεται δημόσια και τα κείμενά του είναι ευρύτερα γνωστά. Βοηθάνε να καταλάβουμε του γενικό πνεύμα της «αντιπολίτευσης», αλλά δεν ταυτίζονται με αυτό.

Στον προσυνεδριακό για το 18ο, ο ρούσης είχε γράψει (με πόνο ψυχής) ότι το κόμμα είχε κάνει στροφή μετά το 17ο συνέδριο κι εγκατέλειπε την τακτική συμμαχιών του μετώπου που είχε τα προηγούμενα χρόνια, για να περιχαρακωθεί σεχταριστικά στον εαυτό του. Κάτι παρόμοιο έλεγε στο ίδιο περίπου χρονικό διάστημα –και πιο πριν- η ομάδα της σπουδάζουσας που διαγράφτηκε. Άλλα κοινά σημεία της κριτικής τους είναι μεταξύ άλλων για τη στάση απέναντι στο αίτημα για παύση πληρωμών και διαγραφή (όχι επαναδιαπραγμάτευση) χρέους κι εν μέρει για την τακτική στο φοιτητικό κίνημα.

Βασικό σημείο διαφοροποίησης μεταξύ τους είναι οι θέσεις για το σοσιαλισμό. Γράφοντας για το δεύτερο θέμα του προσυνεδριακού, ο ρούσης είχε πει ότι το κόμμα κάνει (εκτός από σεχταριστική και) σταλινική στροφή, την οποία ανακάλυψε εν έτει 2008 (και δη μετά το 17ο συνέδριο). Ακόμα κι οι δυνάμεις που θα συμφωνούσαν εξ αρχής με το συμπέρασμά του, θα μπορούσαν να του πουν: καλώς όρισες στην αμερική. Αλλά η ομάδα αυτή είναι ακραιφνώς «σταλινική», ή ας πούμε καλύτερα τριτοδιεθνιστική κι από τέτοια σκοπιά ασκεί την κριτική της.

Διαφωνούν μάλλον και για τον δεκέμβρη. τι χαρακτήρα είχε, αν ήταν εξέγερση ή όχι και τι στάση έπρεπε να κρατήσει το κόμμα. Συμφωνούν όμως ότι υπάρχει γνήσια λαϊκή αγανάκτηση πο μπορεί να εκφραστεί με τέτοια ξεσπάσματα και δεν πρέπει να χαρίζεται συλλήβδην στους προβοκάτορες.

Η βασική τους διαφορά όμως είναι ότι ο ρούσης χρησιμοποιεί για την κριτική του τον αστικό τύπο (και είναι αρκετά έξυπνος για να μην καταλαβαίνει τι πετυχαίνει με αυτό). Ενώ όσα μέλη της ομάδας αποχώρησαν ή διαγράφτηκαν απέφυγαν συνειδητά ως τώρα να το κάνουν, αν και θα μπορούσαν. Το θέμα βέβαια είναι τι έκαναν όσο ήταν μέσα στο κόμμα και τι κάνουν αυτοί που συνεχίζουν να είναι. Κι εκεί είναι που φαίνεται κι ο πραγματικός πόνος ψυχής.

Μια άλλη ομοιότητα όμως τώρα τελευταία μεταξύ των δύο, είναι το ξεψείρισμα της επικαιρότητας, για να βρεθούν τεκμήρια που να πιστοποιούν αυτή τη στροφή. Τέτοια τεκμήρια μπορεί να είναι μια επίσκεψη της αλέκας στον τζέφρυ, μια δήλωσή της, ή ένα άρθρο στο ριζοσπάστη, κάποια φράση, ή ένα απόσπασμα. Αυτό που συγκεντρώνει εσχάτως τα πυρά, είναι ένα άρθρο της μπέλλου στο ρίζο για το κόμμα νέου τύπου, για το οποίο έχουν βγει και δημόσια στο διαδίκτυο κάποια κείμενα. Αλλά υπάρχουν κι άλλες δευτερεύουσες διαφωνίες που συνήθως μεγαλοποιούνται για να στηρίξουνε το αρχικό συμπέρασμα: ότι το κόμμα βρίσκεται στο χειρότερο σημείο της ιστορίας του και επιχειρείται –από την ηγεσία του- να αλλάξει η επαναστατική του φυσιογνωμία.

Ενδεικτική αυτής της τάσης μεγαλοποίησης (κι αυτό αφορά μια καθαρά υποκειμενική κρίση μου για ένα άσχετο ζήτημα που και λάθος να είναι δεν επηρεάζει το παραπάνω συμπέρασμα) είναι κατά τη γνώμη μου η παρέμβαση του blogger μενόκιο σε μια παλιότερη ανάρτηση του μπλοκ για τον ζαχαριάδη που κατά βάση ήταν μια παρουσίαση κάποιων γεγονότων, ενώ ακολουθούσε μια ήρεμη συζήτηση, χωρίς ακραίους συναισθηματισμούς, από τη μία ή την άλλη πλευρά (όσο δύσκολο κι αν είναι αυτό για ένα ιστορικό πρόσωπο σαν τον ζαχαριάδη). Ο μενόκιο παρόλα αυτά θεώρησε κάπως προβληματικές, τόσο την ανάρτηση όσο και τη συζήτηση στα σχόλια, γιατί θεωρεί ότι επικέντρωναν στην προσωπικότητα του νζ, κι αφετέρου ότι δε μπορεί να γίνεται λόγος για υπόθεση ζαχαριάδη με βάση χαλκευμένες κατηγορίες από ρεβιζιονιστική σκοπιά –για το ανώμαλο εσωκομματικό καθεστώς κτλ.

Κι έγραψε ένα κείμενο, πολύ καλό κατά τα άλλα, το οποίο (για να μην το φτωχύνω ή αδικήσω, μπορείτε να διαβάσετε εδώ ολόκληρο: http://menokio.blogspot.com/2011/02/blog-post_26.html#more και) με βρίσκει γενικά σύμφωνο. Ειδικά η σημείωση εισαγωγικά από τον γκράμσι για την ιστορία ενός κομμουνιστικού κόμματος, την οποία είχα διαβάσει πρώτη φορά σε μια έκδοση της κοε με κείμενα του χοτζέα για το ελληνικό κομμουνιστικό κίνημα. Καλό και χρήσιμο ανάγνωσμα εν όψει των εσωκομματικών διαδικασιών για το δεύτερο τόμο της ιστορίας του κόμματος.

Την πολεμική του εν λόγω κειμένου τη θεωρώ υπερβολική αλλά μπορώ να τη δικαιολογήσω με τη λογική ότι τα λέει σε μένα για να τα ακούσουν άλλοι. Κι αυτό έχει να κάνει και με την ιστορία, αλλά και με την λογική ότι το κόμμα είναι τα στελέχη του, που φαίνεται να βγαίνει από μια παράγραφο στο άρθρο της μπέλλου που λέγαμε.

Τι εστί μενόκιο; Αν μπείτε στο μπλοκ του θα καταλάβετε. Κρίμα πάντως που σταμάτησε να το ανανεώνει, γιατί -ανεξάρτητα από όλα τα άλλα- είχε πολλές ενδιαφέρουσες αναρτήσεις που αξίζει τον κόπο να τις διαβάσετε.

Μετά από αυτά, μπορούμε να κλείσουμε τα εισαγωγικά στοιχεία και να μπούμε στην ουσία. Σε κάποια άλλη ανάρτηση.

Υγ: δεν ξέρω αν είναι «καλή» και χρήσιμη η ανάρτηση. Μπορεί ναι μπορεί και όχι. Δεκτή κάθε άποψη. Αυτό που ξέρω είναι ότι η κε του μπλοκ κατεβαίνει για πρώιμες πασχαλινές διακοπές στην αθήνα και δε θα έχει άμεση πρόσβαση στο δίκτυο για καμιά βδομάδα. Ενδιάμεσα ίσως ανέβει καμιά ανάρτηση–κονσέρβα, στα πλαίσια του αφιερώματος στο βάρναλη. Πιθανή επιστροφή η εθνοσωτήριος 21η του μηνός.

Δευτέρα 31 Αυγούστου 2009

Ένα ταλέντο γεννιέται

Ο βενιαμίν είναι ο μικρός σύντροφος, που όταν του έγινε πρόταση για βιογραφικό στη νκα από το μήτσο από το φυσικό, αυτός έβαλε θέμα δημοκρατικού συγκεντρωτισμού.
Ας δούμε τι διεργασίες γίνονται μες στο μυαλό ενός παιδιού με τόσο διαφορετικές προσλαμβάνουσες, μέσα από ένα δικό του κείμενο.

Είναι μερικοί άνθρωποι που στην προηγούμενη ζωή τους πρέπει να ήταν γυμνοσάλιαγκες και στην επόμενη θα γίνουν δαπίτες.

Ζουν ανάμεσά μας και συνεχώς αυξάνονται -αυτό είναι το ανησυχητικό. Αρχίζουν να κυριαρχούν και στην αριστερά.
Τους βλέπεις τώρα στην αρχή της (κομματικής) καριέρας τους και σκέφτεσαι: μακάριοι οι πτωχοί τω πνεύματι. Ό, τι ακριβώς θα πουν κι οι διανοούμενοι του συν μπροστά στο μελλοντικό τους πινοσέτ, άδωνι.

Αυτοί όμως σε λίγα χρόνια θα πατάνε επί πτωμάτων κι εσύ σκέφτεσαι τι θέση πρέπει να πάρεις. Να μπεις κι εσύ στον χορό να τους ξεπεράσεις, ή να (προσπαθήσεις να) τους το χαλάσεις;

Κάποιοι επιλέγουν να κάνουν το δεύτερο μέσω του πρώτου και στο τέλος καταλήγουν νουρέγεφ της οσφυοκαμψίας.
Άλλοι επιλέγουν το δεύτερο και γίνονται άλλο ένα όνομα στους τοίχους του πανεπιστημίου. Αιχμάλωτοι του κράτους, χωρίς ελπίδα αποφυλάκισης, αν το κόμμα δεν ανεβάσει 8,7 εκατοστιαίες μονάδες το ποσοστό του και χειραφετήσει την ανθρωπότητα.

Μέχρι τότε θα ζούμε καθημερινά την όπερα της πεντάρας, αλλά το κακό είναι που θα μας νοιάζει όλο και λιγότερο, εμάς που χορεύουμε καλά.


Τι τραβάμε κι εμείς οι χορεύτριες...
Μας χορεύουν όλες μαζί στο ταψί κι εμείς νομίζουμε ότι οι κινήσεις είναι δική μας επιλογή. Κι έχεις απ' την άλλη τους άκαπνους να τραγουδάνε έξω απ' τον χορό και να κάνουν κριτική αφ' υψηλού στις αδυναμίες σου.

Η σπόντα του βενιαμίν για το κόμμα έχει βαθύτερο νόημα.
Με αύξηση 8,7 ποσοστιαίων μονάδων το κόμμα προσεγγίζει τον ιστορικό στόχο του 17% που θα σιγούρευε την ήττα της δεξιάς το 81 και θα μας έβαζε στη δεύτερη κατανομή.
Το λένε τα βουνά, το τραγουδούν τα ρέματα
δεκαεπτά τοις εκατό, δεν είναι ψέματα.

Πέρα απ' την ειρωνική διάθεση, το σχόλιο του βενιαμίν είναι μάλλον μια τρυφερή νοσταλγία για τις γλυκές αυταπάτες εκείνης της εποχής.

Ας δούμε σε αυτό το σημείο τι εμπνεύστηκε ο βενιαμίν από τη μεγάλη πορεία του μαο και την πορεία του χαλβατζή (που έγραψε στα θρυλικά 80'ς το ομώνυμο βιβλίο για τη νεολαία).

Κάνει ανάλυση για τους αναρχοαυτόνομους, αλλά δεν αναφέρει το τσιτάτο του λένιν που λέει ότι η αναρχία είναι το αντίβαρο στο ρεφορμισμό (βασικά λέει ότι ο αριστερισμός είναι το αντίτιμο για τη δεξιά πορεία του κόμματος, αλλά το συγχωρούμε ποιητική αδεία).

Ο χαλβατζής καταφέρνει να γράψει τριακόσιες σελίδες χωρίς να αναφέρει τη λέξη επανάσταση, ή εξέγερση. Σαν εκφωνητής ποδοσφαιρικού αγώνα που δεν φωνάζει γκολ.

Αυτή η επισήμανση μας εισάγει στην πάγια τακτική του εξωκοινοβουλευτικού κινήματος να μετράει τον ντούρο επαναστάτη με τις φορές που θα χτυπήσει το χέρι στο τραπέζι και θα πει τις λέξεις σύγκρουση κι επανάσταση.
Κάθε βερμπαλισμός και γαλόνι. Οτιδήποτε λιγότερο είναι ρεφορμισμός του κερατά.

Με αυτή την έννοια το ιδρυτικό κείμενο του σπόρτιγκ που με το ζόρι αναφέρει δυο-τρεις φορές τον κομμουνισμό-σοσιαλισμό αποτελεί δεξιά μετατόπιση και πισωγύρισμα απ' το κεκτημένο του μέρα.
Ο σάββας κι ο χαριτάκης έχουν χίλια δίκια να αγανακτούν και να εξεγείρονται. Το δίκιο το έχουν οι εξεγερμένοι.

Ευτυχώς το πρόβλημα λύνεται σχετικά εύκολα.
Λες το ξόρκι με τις μαγικές λέξεις και κάνεις πολλές επαναλήψεις, όπως στις ασκήσεις -επαναστατικής- γυμναστικής.
Στην ελλάδα κάνεις ό,τι δηλώσεις, ή τουλάχιστον το φαντασιώνεσαι ελεύθερα. Οι φαντασιώσεις δεν κοστίζουν τίποτα, ούτε σε αυτόν που τις κάνει, ούτε στο σύστημα.

Το πρόβλημα είναι ότι αντί να τα βάζουμε με τους παίκτες που δεν κάνουν απολύτως τίποτα για να σκοράρουν, τα βάζουμε με τον εκφωνητή που δεν φωνάζει γκολ από μόνος του, ενώ η μπάλα είναι πίσω απ' τη σέντρα κι ο αντίπαλος μας παίζει στο μισό γήπεδο.
Το παιχνίδι είναι αβαβά, στημένο να λήξει με ειρηνική συνύπαρξη, ο χρουτσόφ τα έχει πιάσει από τους δυτικούς κι ο τσώρτσιλ με το πούρο είναι ο αγαπούλας ψωμιάδης.

Οι αναρχικοί εκφωνητές μαζί με τους σεκίτες συναδέλφους τους φαντασιώνονται παντού νίκες, ενώ ο αντίπαλος μας έχει πατήσει κάτω και το σκορ είναι 28δις-μηδέν εις βάρος μας.
Η λατινική αμερική, όπου οι εκφωνητές φωνάζουν (νικολάι) γκο-γκολ για κανά πεντάλεπτο μέχρι να μπει το επόμενο, είναι ο αδύναμος κρίκος του σύγχρονου καπιταλισμού.
Κάθε φάση μυρίζει γκολ κι οι γιάνκηδες είναι κολλημένοι στα σχοινιά.

Το κόμμα τα τελευταία χρόνια πήρε τα πάνω του και κατάφερε να είναι στην πρώτη θέση της κατάταξης της ουέφα για τα κομμουνιστικά κόμματα της ευρώπης. Αλλά στην ελλάδα το δικομματικό κατεστημένο δε μας αφήνει να πάμε πάνω απ' την τρίτη θέση.

Τον περασμένο δεκέμβρη η ομάδα έκανε κοιλιά, αλλά την ξεπέρασε ανώδυνα στα εκλογικά πλέι-οφ.
Το αν σκόραρε εν τέλει το κίνημα το δεκέμβρη μπαίνει ως αίνιγμα της σφίγγας για την αριστερά.
Τελικά ήταν εξέγερση; Μπήκε γκολ; Πέρασε ή όχι η μπάλα τη γραμμή; Μήπως ήταν άουτ με χαρακτηριστικά γκολ;

Ο δεκέμβρης κατέληξε να είναι κάτι σαν γκολ φάντασμα. Πλανάται πάνω από την ευρώπη μαζί με τον κομμουνισμό και το έτερο γκολ-φάντασμα του άγγλου χαρστ στον τελικό του μουντιάλ με τους γερμανούς.
Πόσο τυχαίο είναι ότι ο επόπτης που κατακύρωσε εκείνο το γκολ ήταν σοβιετικός; Ο ταβάριτς μπαχράμοφ συμμάχησε με τους επιγόνους του τσώρτσιλ κι έριξε τους ναζί στο καναβάτσο.

Πιθανότατα το δεκέμβρη η μπάλα πέρασε τη γραμμή, αλλά όχι ολόκληρη. Πέρασε μόνο ένα κομμάτι, αυτό της νεολαίας. Το μεγαλύτερο μέρος με την εργατική τάξη έμεινε απ' έξω κι είναι μάλλον άτοπο να μιλάμε για γκολ.
Στην καλύτερη περίπτωση ήταν το γκολ της τιμής σε μια συντριβή διαρκείας. Κι όσο εμείς συζητάμε αν ήταν κανονικό γκολ, ο αντίπαλος έχει βάλει άλλα πέντε και το έχει μετατρέψει σε γλυκιά ανάμνηση.

Σε κάθε περίπτωση, η τακτική γκολ αυτοί σέντρα εμείς είναι καταθλιπτική κι έχει αγγίξει προ πολλού τα όριά της.
Ο κόσμος βαρέθηκε να γυρίζει συνεχώς το άλλο μάγουλο, του τέλειωσαν τα μάγουλα κι η υπομονή, θέλει να ζήσει μικρές επιμέρους νίκες στο δρόμο προς την επανάσταση που έρχεται.

Να νιώσει τουλάχιστον ότι έπαιξε κι αυτός κι ας είναι η απογοήτευση το τίμημα στο τέλος. Προτιμά να πέσει ηρωικά παίζοντας μια φορά φουλ επίθεση. Δεν αντέχει άλλο κατενάτσιο.

Τα γκολ της τιμής είναι απαραίτητα για την τελική νίκη, αρκεί να μην εκτονωθούμε πανηγυρίζοντας στο ενδιάμεσο και χάσουμε τον τελικό στόχο.
Και το κατενάτσιο είναι μέσα στο παιχνίδι. Οι αντάρτες με τον κλεφτοπόλεμο το ξέρουν καλύτερα από οποιονδήποτε.
Χωρίς υπομονή δεν κέρδισε ποτέ κανείς. Αρκεί να μη γίνεται αυτό άλλοθι για την απραξία μας.

Τετάρτη 19 Νοεμβρίου 2008

Συνδρομητές

Επιχειρώντας μια μικρή συνδρομή στην ψυχογράφηση των σύγχρονων ηρώων του πολυτεχνείου θα καταθέσω σήμερα τα εξής λακαν-αλτεσουριανά προτάγματα.

Σύνδρομο πρώτο: ποδόσφαιρο και παλιμπαιδισμός.
Η χαμένη παιδικότητα βρίσκει κρησφύγετο στο παιχνίδι του ποδοσφαίρου. Μετατρέπει σοβαρούς άντρες σε χαζά παιδιά χαρά γεμάτα και τα μυαλά τους σε μπάλα-μπάλα.
Το πρώτο δεν είναι κακό. Κάπου πρέπει να διοχετεύεται κι ο παιδικός ανδρισμός.
Το δεύτερο μπορεί να φτάσει σε ακραίο κόλλημα και να κάνει τη μπάλα ζήτημα ζωής ή θανάτου.

Σύνδρομο δεύτερο: πολυτεχνείο και επαναστατικότητα.
Οι κομμουνιστές μεγαλώσαμε λέγοντας τρόπος του λένιν, γαλουχηθήκαμε με τα ιδανικά του σταλινισμού-κεντρισμού και την κατατρόπωση του δικέφαλου μπουχαρινοτροτσκιστικού τέρατος, τρώγαμε το φαγητό μας και εμπλουτισμένα δημητριακά από το τσέρνομπιλ με ιστορίες για τον εμφύλιο και τον άρη που ήτο κομμουνισταράς μέχρι τη βάρκιζα.
Πλάθαμε μύθους με τη φαντασία μας. Ονειρευόμασταν ότι θα μεγαλώσουμε και θα πάρουμε τα βουνά σαν τον βαφειάδη, θα αφήσουμε μουστάκι σαν τον σύντροφο με το μουστάκι και θα γίνουμε μεγάλοι ρήτορες σαν τον χαλβατζή.
Μεγαλώνοντας προσγειωθήκαμε στην πεζή πραγματικότητα.

Έκτοτε για μας το πολυτεχνείο έγινε ό,τι κι η μπάλα για τους υπόλοιπους. Κρησφύγετο για την χαμένη επαναστατικότητα και τα απωθημένα μας.
Για όλα αυτά που ονειρευτήκαμε να κάνουμε, αλλά δε μας άφησε η πραγματικότητα που σκοτώνει τα όνειρά μας μέχρι να την αλλάξουμε.
Και παίζουμε με τις τάπες των βαρελιών περιμένοντας να ωριμάσει το ουίσκι και οι αντικειμενικές συνθήκες.
Μέχρι τότε υπάρχει το πολυτεχνείο.

Τις παραμονές κοιμόμαστε όλοι μαζί σε σπήλαια και ξυπνάμε από τα χαράματα για να πιάσουμε θέση στα χαρακώματα πριν από τους γερμανούς ταγματασφαλίτες. Πηγαίνουμε συνωμοτικά στις 6 το πρωί και μετά κανά τετράωρο πριν ξεκινήσει η πορεία. Χωρίς προφανή λόγο. Όπως πηγαίνουν άλλοι στο γήπεδο για να πάρουν κλίμα.
Πάνω απ' όλα η επαναστατική επαγρύπνηση.
(Αστερίξ να μου πεις μετά όμως γιατί το κάνουμε αυτό. Μ' αρέσει να ξέρω γιατί πολεμάμε).
Ζωνόμαστε κράνη, κοντόξυλα και το δερμάτινο με προσήλωση ράμπο. Σκέτη ιεροτελεστία. Το πολυτεχνείο ζει...

Ετοιμοπόλεμοι πια, νιώθουμε ένα κύμα αγωνιστικής υπερηφάνειας να φουσκώνει τα στήθη μας για τον επιδειχθέντα ζήλο στην εκπλήρωση του επαναστατικού καθήκοντος.
Μπορεί στην ουσία να μην υπάρχει το παραμικρό ταξικό διακύβευμα, ούτε ένα επαναθεμελιωτικό πρόταγμα.
Αλλά η αδρεναλίνη της επανάστασης κυλάει στις φλέβες και διαπερνά τα μηνίγγια.
Στις μέρες μας αυτό έχει σημασία.

Σύνδρομο τρίτο: γαλατικό χωριό.
Οι ταγματασφαλίτες τελικά δεν φάνηκαν.
Και τώρα τι θα κάνουμε χωρίς βαρβάρους;
Ό,τι κάνουν κι οι γαλάτες όταν δεν έχουν ρωμαίους να παίξουν.
Πλακώνονται μεταξύ τους.

Η μάχη για τα τραπεζάκια έξω αρχίζει αμείλικτη. Σε αυτήν κρίνεται το μήνυμα του πολυτεχνείου.
Η αφορμή βρίσκεται αργά ή γρήγορα. Αν δεν είναι τα μπαγιάτικα ψάρια του αλφαβητίξ, θα είναι τα μανιτάρια του μαθουσαλίξ. Θα τα κάνουμε σούπα ή να τα σωτάρουμε;

Φέτος όλοι οι συνδρομητές συνδράμαμε τα μέγιστα στην τήρηση των συνδρόμων και των αγωνιστικών παραδόσεων.
Στην αρχή για τα τραπεζάκια και το αν θα τα σωτάρουμε.
Και μετά με τη μάχη -και τη συνθήκη- του -αγίου- στεφάνου.
Από τη μια εαακ και λοιπές δημοκρατικές δυνάμεις.
Κι από την άλλη οι δαπίτες που την πλήρωσαν ως ό,τι κοντινότερο στους ταγματασφαλίτες που περιμέναμε αλλά μας έστησαν.

Μάχη αλά γκοσινί κι αυτή με θαυμαστούς ρωμαϊκούς ελιγμούς, τακτικές, πλαγιοκοπήσεις, μέχρι και κόλλα για να γλιστρήσει ο ταξικός εχθρός.
Κι εμείς πρώτη σειρά στο θέαμα με συνθήματα, τραγούδια και παλαμάκια. Αλλά χωρίς πατατάκια και ποπ κορν.

Σε κάποια φάση έφυγαν από τους δαπίτες δυο-τρία μπουκάλια που μας πήραν ξώφαλτσα. Αστοχία ή ηλιθιότητα;
Οι επικεφαλείς τους έντρομοι πάσχιζαν με νοήματα να καλύψουν το λάθος και να μας ηρεμήσουν.
-Προβοκάτσια σύντροφοι, προβοκάτσια.

Λοιπόν βρήκα το μέλλον μου στις πορείες του πολυτεχνείου από εδώ και μπρος.
Θα πηγαίνω με το μπλοκ της δαπ για κατάθεση στεφάνου και θα πετάω στους συντρόφους μπουκάλια κι αντικείμενα για προβοκάτσια.
Για να αντιδράσουν κι οι δικοί μας.
Φοβάμαι όμως μη με προδώσει το μούσι και το μαλλί.

Πριν και μετά το σκηνικό χαβαλές και συνθήματα:
Μακ κέιν, ομπάμα, συνασπισμός
ένας άλλος κόσμος είναι εφικτός
.
Κι ένα άλλο για μαυρουδέα μελοποιημένο.
Ωωω μαυρουδέα, έχω θέσεις μες στο μυαλό
πρώτα θα τις γράψω και μετά θα αποσυρθώ
στο δεύτερο συνέδριο δε βάλατε μυαλό
.

-Α, δηλ ωραία περάσατε το πρωί, ρώτησα ένα σύντροφο.
-Ε, εντάξει, βαρεμάρα.
Α, είπα κι εγώ. Μόνο εγώ τα βαριόμουν τέτοια αστεία;

Στο αμφιθέατρο σε ψάχνω στους διαδρόμους και τους δρόμους
Να δεις πως τη λέγανε...
Όχι λένα, ούτε χριστίνα...
Μπορεί χαρά, ευτυχία, ελευθερία.
Όλα αυτά μαζί. Χωρίς κεφαλαία κ. διορθωτά.

Στο φευγιό ο σφος με είπε για πλάκα αποστατία. Δε νομίζω να υπάρχει καν ως λέξη στα ελληνικά.
Πιο πετυχημένο θα ήταν το αποσταCIA. Και στο καπάκι ότι βρίσκομαι στην άλλη όχθη του ατλαντικού απολαμβάνοντας τα αργύρια της προδοσίας μου.
Ή μια μπροσούρα, σαν αυτή για τον αρχηγό μας τον κάουτσκι.
Αλλά πού τέτοια μεγαλεία...