Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα αυτοδιαχείριση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα αυτοδιαχείριση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 1 Μαρτίου 2017

Κοινωνικοποίηση κι αυτοδιαχείριση

Ξεκινώντας με τη διασαφήνιση των όρων, νομίζω πως αρχικά πρέπει να συμφωνήσουμε -ή και όχι- πως η "εθνικοποίηση" ως έννοια βασικά ταυτίζεται με την κρατικοποίηση. Έχω υπόψη μου ως χαρακτηριστικό παράδειγμα, το σύνθημα της εθνικοποίησης της γης, ως θέση των μπολσεβίκων, που αναγκάστηκαν τελικά να υποχωρήσουν και να δεχτούν τη θέση των εσέρων για αναδιανομή της γης στους άπορους αγρότες (το οποίο διαιώνιζε την ιδιωτική ιδιοκτησία και απλώς μετατόπιζε χρονικά τη σύγκρουση με τα αστικά στρώματα της υπαίθρου).

Το αγροτικό ζήτημα όμως, έχει ιδιαίτερα χαρακτηριστικά, καθώς προωθήθηκε τελικά η κολεκτιβοποίηση, δηλ η δημιουργία αγροτικών συνεταιρισμών ως μεταβατικής μορφής, και δευτερευόντως τα σοβχόζ (δηλ οι κρατικοί συνεταιρισμοί). Κάτι που δεν είναι προφανώς άσχετο με το μέσο παραγωγής -τη γη- και τη φύση του, πχ σε σχέση με τον κοινωνικό χαρακτήρα των βιομηχανικών μονοπωλίων.

Το δεύτερο σημείο που πρέπει να διευκρινιστεί, γιατί έχουμε ταλαιπωρηθεί πολύ από τη σχετική σύγχυση, που διεισδύει ενίοτε και στις γραμμές μας, είναι η κρατικοποίηση που συναρτάται άμεσα από τον τύπο του κράτους στον οποίο αναφέρεται.
Σε αυτήν ακριβώς πατάει η ρετσινιά του κρατισμού, που επιχειρούν να μας κολλήσουν οι φιλελέδες -και διάφορα ιδεολογικά αδελφάκια τους, με πιο "ριζοσπαστικό" πρόσωπο- αδυνατώντας βασικά να ξεχωρίσουν -ή μάλλον συγχέοντας σκόπιμα- δυο λογιών άχυρα: το δημόσιο τομέα μιας καπιταλιστικής χώρας και την κρατική ιδιοκτησία στα μέσα παραγωγής μιας σοσιαλιστικής χώρας.
Παλιά τους τέχνη κόσκινο, να φαίνονται ως αντίπαλοι του κράτους, μη σου πω κι αντιεξουσιαστές (σαν τον αναρχικό τραπεζίτη του Πεσόα και τον αντιεξουσιαστή ΓΑΠ, ενώ αποτελούν το πιο σάπιο, κρατικοδίαιτο κομμάτι της κοινωνίας.

Βρίσκουν όμως κατά καιρούς πάτημα και σε δικά "μας" (εντός ή εκτός εισαγωγικών) ολισθήματα κι αδυναμίες. Γιατί, όσο σωστό κι απαραίτητο είναι να υπερασπιζόμαστε σήμερα το δημόσιο, δωρεάν χαρακτήρα κάποιων αγαθών, υπηρεσιών κτλ, τόσο λανθασμένη είναι η λογική πως η κρατικοποίηση ορισμένων παραγωγικών τομέων μας προσεγγίζει στο στρατηγικό στόχο του σοσιαλισμού. Μια λογική που διαπερνά σαν κόκκινο νήμα διάφορα μεταβατικά προγράμματα των καιρών μας, εφευρίσκοντας ένα... δυαδικό σύστημα, μεταξύ καπιταλισμού και σοσιαλισμού (δηλ στάδιο).

Αυτά περιγράφουν σε γενικές γραμμές το δίπολο (νεο)φιλελευθερισμού και σοσιαλδημοκρατίας (παρά τα αδιέξοδα και την κρίση ταυτότητας ιδίως της τελευταίας) που εγκλωβίζει δυστυχώς ως τις μέρες μας κόμματα κι οργανώσεις ανά την υφήλιο, που αυτοπροσδιορίζονται μεν ως κομμουνιστικά, αλλά επιμένουν να μην αφομοιώνουν τα διδάγματα της ιστορικής πείρας για τις διάφορες φάσεις ανάπτυξης του καπιταλισμού και τις επακόλουθες, ευέλικτες μετατοπίσεις των διάφορων αστικών, πολιτικών πόλων: από τη σοσιαλμανία του Καραμανλή, μέχρι τη νεοφιλελεύθερη "μετάλλαξη" της σοσιαλδημοκρατίας και τις συμπράξεις δημόσιου-ιδιωτικού τομέα (ΣΔΙΤ) που υπερβαίνουν αυτό το δίπολο.

Το ωραίο της υπόθεσης όμως είναι η απόπειρα σοσιαλδημοκρατικής καταγγελίας του κρατισμού, που συναντά το αναρχικό όραμα της αυτοδιαχείρισης των επιχειρήσεων, που δρουν με περισσότερη ελευθερία, χωρίς τις νόρμες και το ασφυκτικό πλαίσιο του κεντρικού σχεδιασμού (που είναι βασική παραγωγική σχέση του σοσιαλισμού).
Παρεμπιπτόντως, αν κάποιοι αναρχικοί αγανακτούν με το παραπάνω "τσουβάλιασμα", μπορούν να αναλογιστούν (αν)αρχικά γιατί επιμένουν να βάζουν όλους τους τύπους κρατών (εργατικό, αστικό, κοκ) στο ίδιο τσουβάλι.

Στη δική μας χώρα, η ελληνική ιδιαιτερότητα εκφράστηκε μεταξύ άλλων και με μια "ιδιαίτερη" μορφή σοσιαλδημοκρατίας -το ΠαΣοΚ- που απέρριπτε αρχικά την ένταξη στη Σοσιαλιστική Διεθνή, καταγγέλλοντας το ρεφορμισμό της -sic. Ένα "κίνημα" που δεν περιορίστηκε στον κλασικού τύπου εκφυλισμό του κοινωνικού κράτους, του δημόσιου τομέα, των συνεταιρισμών, κτλ, αλλά πρόβαλλε έναν κατά φαντασία σοσιαλιστικό μετασχηματισμό. Ο οποίος σε αντίθεση με το "κρατικό μοντέλο" του υπαρκτού, έβαζε ως στόχο την κοινωνικοποίηση (των προβληματικών, που τις παρέδωσε ξανά στο κεφάλαιο, καθαρές από χρέη) κι όχι απλώς την κρατικοποίηση.

Μια "κοινωνικοποίηση" που στο σχετικό νομοσχέδιο επιχείρησε να κατοχυρώσει τον ασφυκτικό (μη κρατικό υποτίθεται) περιορισμό κι έλεγχο των απεργιών.
Και δεν είναι τυχαίο πως έδενε με το σύνθημα της αυτοδιαχείρισης και δανειζόταν πολλά στοιχεία από τη Γιουγκοσλαβία του Τίτο και το δικό της "αδέσμευτο" τρίτο δρόμο προς τον καπιταλισμό.
Δεν είναι τυχαίο επίσης πως στη Σοβιετική Ένωση, το σύνθημα της αυτοδιαχείρισης λειτούργησε ως μοχλός για τη μεγαλύτερη αυτονόμηση των επιχειρήσεων -δηλ του κεφαλαίου- και την επιτάχυνση της διαδικασίας της παλινόρθωσης.

Την αυτοδιαχείριση πολλοί αγάπησαν, το σοσιαλισμό κανείς τους.
Στο σοσιαλισμό το κράτος (η δικτατορία του προλεταριάτου, δηλ η εργατική τάξη) απαλλοτριώνει τα μέσα παραγωγής εξ ονόματος της κοινωνίας -με την οποία δεν ταυτίζεται, και ούτε μπορεί να γίνει αυτό μονομιάς, γιατί τότε θα εξέλιπε η ιστορική αναγκαιότητα του κράτους και θα το καταργούσαμε εξ αρχής.

Η αυτοδιαχείριση μιας επιχείρησης ως στόχος, χωρίς τα παραπάνω -πόσο μάλλον απέναντί τους- είναι καταδικασμένη να καταλήξει στην αναγέννηση του στενού ιδιωτικού πνεύματος, ακόμα κι αν το ντύσουμε με ωραίες φράσεις ή τη μορφή ενός "συλλογικού εγωισμού", και σε ένα βάθος χρόνου στην καπιταλιστική παλινόρθωση.

Μένει ανοιχτό ως ζήτημα η σχέση μεταξύ κρατικοποίησης και κοινωνικοποίησης, που ήταν και ο βασικός λόγος για να γραφτεί αυτό το κείμενο -που για αλλού αυτό ξεκίνησε, αλλά ξεστράτισε στην πορεία κι αλλού η ζωή το βρήκε.

Παρασκευή 21 Οκτωβρίου 2016

Και στην Κομμούνα να είμαι οπορτούνα

Τις προάλλες ο Θεοχάρης του Ποταμιού, που έφυγε από εκεί για να φτιάξει το δικό του ρυάκι, κατάφερε να διαγραφεί από το προσωπικό του κόμμα, που εξαπλώνεται σα χείμαρρος στην ελληνική κοινωνία και παρασέρνει τα πάντα στο διάβα του, ακόμα και τον ιδρυτή του. Η απάτητη κορυφή που μένει τώρα στο Θεοχάρη (όπου μόνο αμοιβάδες έχουν φτάσει μέχρι στιγμής) είναι να διασπαστεί με τον εαυτό του, να τον καταγγείλει και μετά από ζυμώσεις και συζητήσεις να επανενωθεί μαζί τυ σε ένα συμφιλιωτικό Συνέδριο του Νικητή Θεοχάρη, που θα περιλαμβάνει τους αντιφρονούντες και όλους τους εαυτούς του, βάζοντας στην άκρη τις προσωπικές τους διαφορές, για το καλό της μεγάλης παράταξης που εκπροσωπούν. Η παράταξη είμαι εγώ, που θα έλεγε κι ο Βενιζέλος, αν τον άφηναν.

Δύσκολα όμως θα μπορούσε να πετύχει μια εσωτερική ενότητα πιο δυνατή και θαυμαστή από τη σύμπνοια του αστικού τόξου (νεολογισμός κατ' αντιστοιχία του συνταγματικού τόξου) που έχει στη φαρέτρα του διάφορα βέλη, ακόμα και "εξ οικείων", πασπαλισμένα με παχιά, μεγάλα λόγια για την κοινωνική συνοχή και την κοινωνική οικονομία, που νανουρίζουν ταξικές συνειδήσεις. Κι έτσι, ενώ τους έβλεπες στη βουλή να σκιαμαχούν με πάθος -γιατί τον ζούνε το ρόλο τους- για τις τηλεοπτικές άδειες (μήνα σε μάχη ρίχνονται, μήνα σε επαναστάσεις;), χτες ψήφιζαν όλοι μαζί ομονοούντες, με πολιτικό πολιτισμό, προτάσεις για τροπολογίες και βελτιωτικές ρυθμίσεις. Όπως είχε πει κι η Αλέκα κάποτε, ο -καλύτερος- διάλογος γίνεται μεταξύ όσων συμφωνούν (στα βασικά).

Αλίμονο εξάλλου. Αν δε συμφωνούσε η ΝΔ και το Ποτάμι πως με το νόμο αυτό ακολουθούμε τα χνάρια του ΕΑΜ και την προοπτική που έδειξε η Παρισινή Κομμούνα, αν δεν επικροτούσαν αυτά τα κόμματα -που υπερψήφισαν το νομοσχέδιο- τον παραλληλισμό ΚΟΙΝΣΕΠ και σοβιετικής οικονομίας (μη σου πω ότι είναι η κολεκτιβοποίηση των καιρών μας ενάντια στους κουλάκους), αν όχι αυτοί... τότε ποιος;
Κι άντε μετά να διαφωνήσεις πως πάμε να γίνουμε Λαϊκή Δημοκρατία κι ότι είμαστε η τελευταία σοβιετική γωνιά της Ευρώπης. Ναι αλλά αν ήδη είμαστε, τότε πώς γινόμαστε; Λες να μην ξεγίναμε ποτέ, γιατί απέτυχε η προβληματική αστική στρατηγική της αντεπανάστασης με στάδια;

Έχω την εντύπωση πως το αστικό τόξο που κατάφερε να συγκροτήσει η ΔΦΑ δε θα σταματούσε στα όρια της Βουλής, αλλά θα άπλωνε τα πλοκάμια του σε διάφορα τμήματα του εξωκοινοβουλίου και της αναρχίας. Σε βαρεμένους μαρξιστές της κακιάς ώρας, που αλλάζουν τα φώτα στη φράση του Κάρολου για τους ελεύθερα συνεταιριζόμενους παραγωγούς, από την κριτική στο Πρόγραμμα της Γκότα. Σε κριτικούς υποστηρικτές του Προγράμματος της Θεσσαλονίκης, που προβάλλουν ως παράδειγμα και γενικό πρότυπο τη ΒΙΟΜΕ, την Αργεντινή, κτλ. Σε προυντονικούς που ονειρεύονται ομόσπονδες εμπορικές μονάδες, αναρχικούς που μπλέκουν στα δίχτυα του εναλλακτικού εμπορίου-καπιταλισμού, καφενεία και μπαράκια που βαφτίζονται αυτοδιαχειριζόμενα στέκια για να δουλεύουν ως επιχειρήσεις, χωρίς τύψεις συνείδησης, κοκ.
Ο Σύριζα στην κυβέρνηση, οι ΚΟΙΝΣΕΠ στην εξουσία.

Όλοι (σχεδόν) πλην Λακεδαιμονίων κομμουνιστών. Η θλιβερή εξαίρεση που δε συστρατεύεται σε αυτήν την πανεθνική πορεία προς το σοσιαλισμό, με τη σύμφωνη γνώμη της Δεξιάς και των αστικών κομμάτων. Ένας τακτικός ελιγμός που δεν επιβεβαιώνει απλά τις αντίστοιχες στρατηγικές επεξεργασίες του ευρωκομμουνιστικού Ιταλικού ΚΚ, αλλά πηγαίνει ένα βήμα πιο πέρα, θυμίζοντας τις πρακτικές του παλιού, κακού ΠαΣοΚ, όταν περνούσε πχ την απαγόρευση των απεργιών, μέσα από το νομοσχέδιο για την κοινωνικοποίηση των επιχειρήσεων -αν θυμάμαι καλά.

Μέχρι και το όνομα του νομοσχεδίου έχει ειδικό ενδιαφέρον: για την κοινωνική οικονομία. Λες και υπάρχει δηλ κι άλλο είδος, μη κοινωνικής οικονομίας. Σε τελευταία ανάλυση βέβαια, ο καπιταλισμός ως οικονομικό σύστημα, που βασίζεται στην ιδιωτική ιδιοκτησία και το κέρδος -αντί για τις κοινωνικές ανάγκες- στρέφεται ενάντια στη συντριπτική πλειοψηφία των κοινωνικών τάξεων, την ανθρωπότητα και τις προοπτικές εξέλιξής της.

Η κοινωνική οικονομία ως όρος υπονοεί ότι έρχεται σε αντίθεση με το κυρίαρχο καπιταλιστικό πρότυπο, ότι είναι κάτι διαφορετικό, που χτίζεται παράλληλα, συνυπάρχει ειρηνικά, χωρίς να επηρεάζεται από τους νόμους του, το κυνήγι του κέρδους, την εκμετάλλευση, τη διαφθορά, κτλ. Κι ενώ είναι αποδεδειγμένο -από την εφαρμογή του σε άλλες χώρες- πως αναπαράγει με ακρίβεια όλες τις βρομιές της καπιταλιστικής οικονομίας, ενώ συνάμα νανουρίζει κι εκμαυλίζει συνειδήσεις με την αυταπάτη του "λαϊκού καπιταλισμού", στερεώνοντας την αστική εξουσία.

Αξίζει τον κόπο, κατά τη γνώμη μου, να αφιερώσετε μερικά λεπτά για να ακούσετε την τοποθέτηση της Αλέκας, στην πιο μεστή ομιλία (που έχω ακούσει τουλάχιστον) το τελευταίο διάστημα στη Βουλή, όπου βάζει αναλύει τους πραγματικούς στόχους του νόμου και την ιστορική πρόκληση της κυβέρνησης, που δε δείχνει ούτε καν ιστορικό, μουσειακό σεβασμό σε κάποια γεγονότα, πρόσωπα, κτλ.



Ο Τσακαλώτος εν τω μεταξύ αποδεικνύει πως α) κάποιοι παοκτζήδες είναι οι γάβροι του βορρά και β) είναι ντιπ άμπαλος. Όπως τότε που δε θυμόταν τους παίκτες της Μπάρτσα και του τους θύμισε η Αλέκα. Η οποία έκανε χτες μια πολύ πετυχημένη παρομοίωση για τα μονοπώλια που έρχονται, απομυζούν και φεύγουν (veni,vidi, vici σε σύγχρονη εκδοχή) και τη Σκόντα Ξάνθη, που από φέτος είναι ξανά μόνο Ξάνθη. Αλλά δεν έχει καλό μάρκετινγκ, σαν τον Ευκλείδη, για να γίνονται ευρύτερα γνωστές οι ατάκες της.

Έτσι είναι όμως -όπως τα λέει ο Ευκλείδης. Εδώ ο εργαζόμενος λαός οργανώνεται, νικά, φτιάχνει ΚΟΙΝΣΕΠ, ζει το όνειρό του, κι εσείς οι δογματικοί λέτε μόνο για το κεφάλαιο πώς επιτίθεται και πώς αμύνεται. Τα λέει ο Ευκλείδης...

Ήμαρτον ρε συ, που λέει κι ο φαφούτης ο Γεωργίου.

Παρασκευή 1 Αυγούστου 2014

Μια νύχτα μαγική

Η (τεχνητή εν μέρει) χρεοκοπία της αργεντίνικης οικονομίας φέρνει στο προσκήνιο διάφορα ειδικά ζητήματα, που μπορεί να φαίνονται στον απλό κόσμο (και δεν εξαιρώ τον εαυτό μου) πιο σύνθετα κι από τη διπλή ορθογραφία της λέξης, με ωμέγα αλλά/ή και με δύο όμικρον, που είναι αμφότερες αποδεκτές ως εκδοχές. Οι αναλύσεις κι οι λεπτομέρειες όμως μοιάζουν ψιλά γράμματα στην κοινή γνώμη που κρατάει συνήθως την ουσία (ή ό,τι μας πλασάρουν ως τέτοια) και τον απλό και ισχυρό αντίκτυπο της λέξης «χρεοκοπία» που σκεπάζει τα πάντα στο άκουσμά της. Τον ίδιο αντίκτυπο δηλ που πασχίζουν να αποφύγουν με δημιουργική λογιστική κι αλχημείες οι ελληνικές κυβερνήσεις, για να έχει δράκο (του σέιχ-σου) το σαξές στόρι κι αληθοφάνεια το παραμύθι της σωτηρία μας, που απλώνεται σε βάθος χρόνου και σειρά επεισοδίων, με φωσκολικό ορίζοντα κι ατάκες.

Παλιότερη γελοιογραφία του Πάνου Ζάχαρη από το Ποντίκι
Τα αστικά επιτελεία αρνούνται να επωμιστούν το ψυχολογικό βάρος και τη ρετσινιά ενός σύγχρονου «δυστυχώς επτωχεύσαμεν». Όπως ακριβώς δηλ κάποιοι παλιοί σφοι αρνήθηκαν να αποδεχτούν την κληρονομιά της ήττας της σοβιετίας και του κομμουνιστικού κινήματος· λύγισαν στη θύελλα της αντεπανάστασης και τη βάφτισαν «κατάρρευση» (ή «σταλινισμό» ή «γραφειοκρατικές αγκυλώσεις») για να τα ‘χουν καλά με την εξωνημένη συνείδησή τους.

Βάραινε όμως αντίστροφα και το αδιέξοδο της κλασικής δημοσιογραφικής ερώτησης: πού εφαρμόζονται αυτά που λέτε; Ποια χώρα είναι πρότυπο-υπόδειγμα για εσάς; Ποιες διεθνείς συμμαχίες-αναφορές έχει ο πολιτικός σας προσανατολισμός;
Κι έτσι λοιπόν αυτοί που αποκήρυξαν εν μια νυκτί το κομμουνιστικό τους παρελθόν και την προσφορά της σοβιετικής ένωσης, έγιναν ακριβοί στα πίτουρα και τους έφαγαν οι κότες. Ενώ δηλ ισχυρίζονται πως το σοβιετικό εγχείρημα είναι παράδειγμα προς αποφυγή, που πρόδωσε τα ιδανικά που πρέσβευε θεωρητικά, ψάχνουν να βρουν ελπιδοφόρα στηρίγματα που να επιβεβαιώνουν τις δικές τους «συνεπείς κι αμόλυντες ιδέες» σε «σύγχρονες προοδευτικές δυνάμεις» κι ενθουσιάζονται ακόμα και με μέτρα που παίρνουν αστικές, δεξιές κυβερνήσεις στο πλαίσιο του ευρωσκεπτικισμού και των ενδοϊμπεριαλιστικών αντιθέσεων.

Οτιδήποτε μπορεί να μεταφραστεί σε λαϊκή κατάκτηση και μικρή νίκη: η στάση της δεξιάς κυβέρνησης της ουγγαρίας, της ισλανδικής κυβέρνησης, η ελε (επιτροπή λογιστικού ελέγχου) του κορέα στον ισημερινό για το χρέος, η παύση πληρωμών του κίρχνερ στην αργεντινή… Οτιδήποτε, αρκεί να μην παραπέμπει στο αμαρτωλό σοβιετικό-κομμουνιστικό παρελθόν. Μια νύχτα μαγική, σαν την αργεντινή… Ποτέ όμως σαν την πετρούπολη (το μετέπειτα λένινγκραντ, για να μην μπερδευτεί κανείς με τον κόκκινο δήμο στα δυτικά προάστια της αθήνας), όπου ο λαός δεν περίμενε την επουράνια λύτρωση από ένα ελικόπτερο που απομακρυνόταν με τους ενόχους, αλλά οργάνωσε τη δική του επουράνια έφοδο.

Ο χώρος αυτός δε φαίνεται να ενθουσιάζεται τόσο από κάποια πιθανή μελλοντική προοπτική στην οποία θα μπορούσε να οδηγήσει η δυναμική των πραγμάτων, αλλά από αυτά καθαυτά τα γεγονότα, από τα πιο αυθόρμητα κι ανώριμα χαρακτηριστικά των μαζικών ξεσπασμάτων. Με άλλα λόγια, η κίνηση είναι το παν, ο τελικός σκοπός δεν είναι τίποτα. Οι ελπίδες εναποτέθηκαν κατά (τυχαία) σειρά στους αγανακτισμένους, το κίνημα της κατσαρόλας, το «99%» του κινήματος της γουόλ στριτ, τη μηχανική μεταφορά των συγκεντρώσεων στην πλατεία ταχρίρ (που μας έδωσε μεταξύ άλλων και ένα εκκολαπτόμενο μεϊντάν), την έφοδο (όχι στον ουρανό, αλλά) σε μαγαζιά και σούπερ μάρκετ, ως ένα είδος νομιμοποίησης αντίστοιχων περιστατικών στην αθήνα, το δεκέμβρη τουυ 08’.

Ο σάββας μιχαήλ εκτιμούσε στο αργεντινάσο του 01’ πως είχε τεθεί θέμα εξουσίας, που κυλούσε στους δρόμους και περίμενες τους διαδηλωτές να την καταλάβουν, χωρίς να πτοηθεί απ’ το εκλογικό αποτέλεσμα της αδελφής οργάνωσης του τότε ΜΕΡΑ, που δεν ξέφυγε από τα όρια του στατιστικού λάθους από το μηδέν και την απόλυτη πολιτική ανυπαρξία. Αυτός αποτελεί ίσως την πλέον συμπαθή κι ακίνδυνη περίπτωση αυτής της κατηγορίας.

Όλο το πολιτικό φάσμα από τα δεξιά του εεκ ως την αριστερά του πασοκ (ή μάλλον την «αριστερά» τύπου πασόκ) ένιωσε να γοητεύεται από τα πειράματα αυτοδιαχείρισης κι εναλλακτικού εμπορίου –ένα συνώνυμο του «εναλλακτικού καπιταλισμού»- με αυτοσχέδια νομίσματα. Να συνεπαίρνεται από την πτώση τεσσάρων διαδοχικών κυβερνήσεων σε μικρό χρονικό διάστημα, ως αδιάψευστο μάρτυρα της πολιτικής κρίσης, που δεν εξελίχτηκε ωστόσο σε επαναστατική. Ενθουσιάστηκε με την ιδέα του ελικόπτερου, που θα έπαιρνε μακριά (στα πέρα μέρη) τους πολιτικούς και το μνημόνιο κι (εκτός από το πλατειακό σύνθημα του τίτλου της ανάρτησης) αποτυπώθηκε σε πανό κι αυτοκολλητάκια της κοε με τον πολιτικό στόχο «ουστ». Εκστασιάστηκε με την παύση πληρωμών του κίρχνερ, θεωρώντας την εναλλακτική διέξοδο στο μνημονιακό δρόμο για τη διαχείριση του χρέους. Και είδε δευτερεύουσες διαμάχες στο εσωτερικό του να εξελίσσονται σε λεονταρισμούς κι έναν άτυπο διαγωνισμό «τακτικής ευελιξίας vs ριζοσπαστικής συνέπειας». Με το συριζαίο σταθάκη να παίζει εκτός συναγωνισμού και να περιορίζει το επαχθές χρέος του ελληνικού κράτος  μόλις στο 5% του συνολικού. Και το ναρίτη πι-πι να τερματίζει το κοντέρ, βρίσκοντας την χρυσή τομή: «να ζητήσουμε επαναδιαπραγμάτευση και εφόσον την αρνηθούν οι πιστωτές μας, να προχωρήσουμε σε μονομερή διαγραφή μέρους ή και του συνόλου του χρέους».

Η τεχνητή (εν μέρει) χρεοκοπία της αργεντινής έφερε στο προσκήνιο με δραματικά επίκαιρο τρόπο την παταγώδη χρεοκοπία των δυνάμεων του (παλιού και «νέου») οπορτουνισμού. Μια χρεοκοπία που δε δικαιώνει την άλλη όψη του νομίσματος της αστικής διαχείρισης και την υστερία της κυβέρνησης εναντίον όσων «ήθελαν να μας κάνουν αργεντινή». Δείχνει όμως με πόσα επιχειρήματα εξοπλίζουν και καθιστούν πιο ‘πειστικό’ και ‘ρεαλιστικό’ τον κυρίαρχο πολιτικό λόγο τα αδιέξοδα, οι αντιφάσεις κι οι παλινωδίες της πολιτικής του ποικιλώνυμου οπορτουνισμού.


Ο λαός μας δεν χρειάζεται να κλάψει για την αργεντινή, αλλά μόνο για τη δική του μοίρα, εφόσον δεν απαλλαγεί από τις ρεφορμιστικές αυταπάτες και δε βγάλει τα απαραίτητα συμπεράσματα από την ακριβοπληρωμένη πείρα των αργεντίνων. Όχι για να χαρίσει μια «μικροκομματική» δικαίωση στους κομμουνιστές, που μίλησαν έγκαιρα για τη διαγραφή του χρέους, την παγίδα των εναλλακτικών τρόπων αποπληρωμής του (με κούρεμα, επιμήκυνση, επαναδιαπραγμάτευση, κτλ) και τους δόλιους φάρους της αργεντινής. Αλλά για να αποφύγει στο μέλλον την επώδυνη διάψευση των δικών του ελπίδων από μια επανάληψη-παραλλαγή του αργεντίνικου πειράματος στα ελληνικά δεδομένα.

Παρασκευή 25 Ιουλίου 2008

Αυτοδιαχείριση και χριστιανισμός

Μπορεί η αυτοδιαχείριση να είναι μέσο αγώνα για το πέρασμα στον σοσιαλισμό;
Μια πρώτη προσέγγιση από ένα απόσπασμα του Ένγκελς που "τη λέει" αρκετά πειστικά στους αναρχικούς οπαδούς της αυτοδιαχείρισης.

"Δεν θα πρέπει λοιπόν να υπάρχουν πειθαρχημένα τμήματα! Καμιά κομματική πειθαρχία, καμιά συγκέντρωση δυνάμεων σε ένα σημείο, κανένα όπλο για τον αγώνα!
Τι θα γίνει τότε με το αρχέτυπο της μελλοντικής κοινωνίας; Με δυο λόγια, πού θα μας οδηγήσει αυτή η νέα οργάνωση; Στη μικρόψυχη, δουλοπρεπή οργάνωση των πρώτων χριατιανών, αυτών των σκλάβων που δέχονταν όλες τις ταπεινώσεις με ευγνωμοσύνη και που πέτυχαν πράγματι χάρη στη δουλικότητά τους τη νίκη της θρησκείας τους μετά από 300 χρόνια. Αλλά το προλεταριάτο εν πάση περιπτώσει, δεν πρόκεται να μιμηθεί αυτή τη μέθοδο επανάστασης". (το απόσπασμα είναι παρμένο από βιβλίο του Ρούση για τη συμμετοχή των εργαζομένων)

Σωστά, εμείς περιμένουμε τις συνθήκες να ωριμάσουν παίζοντας με τις τάπες των βαρελιών και θα μας πάρει πολύ λιγότερο από 300 χρόνια.
Θα μου πεις, όμως τι φταίει ο Ένγκελς που η επανάσταση πήρε στραβό δρόμο (αν και έγινε όντως πολύ σύντομα κι όχι μετά από τρεις αιώνες); Εξάλλου κι οι πρώτοι χριστιανοί για το ίδιο πράγμα με αυτό που εν τέλει επικράτησε αγωνίζονταν;