Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα παραμύθια του κουτιού. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα παραμύθια του κουτιού. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 26 Αυγούστου 2014

Μια φορά κι έναν καιρό

…ήταν μια χώρια μακρινή, όπου κυβερνούσαν τα σοβιέτ και το βασίλειο της ελευθερίας και ζούσαν αδελφωμένες κι αγκαλιασμένες η εργατιά, η αγροτιά κι η διανόηση.
(…) Κι έζησαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα από τώρα, γιατί υπήρχε το αντίπαλο δέος και μπορούσαμε να αποσπάσουμε πιο εύκολα κάποιες κατακτήσεις που άρχισαν να ξηλώνονται την τελευταία 30ετία.

Αν θέλει να δει κανείς την ποιοτική διαφορά του σοσιαλισμού που γνωρίσαμε με τον υπαρκτό καπιταλισμό, συμπυκνωμένη σε μερικές στιγμές, μπορεί να πάρει και να συγκρίνει τις εικόνες από την τελετή λήξης των ολυμπιακών αγώνων της μόσχας το 1980 και τις αντίστοιχες από το los angeles τέσσερα χρόνια μετά, όπου οι αμερικανοί κάνουν μια κιτς επίδειξη χλιδής και τεχνολογικής δύναμης με την οποία επιχειρούν να εντυπωσιάσουν τον υπόλοιπο κόσμο. Στο δικό μου μυαλό μάλιστα έρχονται αυθόρμητα πρώτα –όχι η αυθεντική τελετή του λος άντζελες, αλλά- σκηνές από το ROCKY IV και το φαντασμαγορικό διαστημικό σόου που στήνουν κακόγουστα οι διοργανωτές, με μουσική υπόκρουση το «living in america» του james brown, που κάνουν τον άμαθο «επαρχιώτη» σοβιετικό να σαστίζει και να παρακολουθεί κάθιδρος –όσο ποτέ και σε καμία στιγμή μες στον αγώνα- σαν την πατρίδα του που ερχόταν δεύτερη και καταϊδρωμένη στην κούρσα της ετε.

Οι σοβιετικοί αντιθέτως καταφέρνουν να στήσουν μια πολύ συγκινητική τελετή, βαθύτατα ανθρώπινη κι ανθρωποκεντρική. Ένα στοιχείο που αντανακλάται και στο ανθρώπινο κολάζ με το δάκρυ του μίσα, της μασκότ, ένα χαρακτηριστικό δείγμα τέλειου συγχρονισμού και συνεργασίας-ομαδικότητας, χωρίς την παραμικρή διαμεσολάβηση κάποιας μηχανής –που κι αυτή ανθρώπινο δημιούργημα είναι, αλλά προφανώς δεν είναι το ίδιο.


Το πιο σημαντικό όμως είναι οι θεατές του σταδίου που βλέπουν το μίσα να πετάει και να απομακρύνεται και δακρύζουν συγκινημένοι, σα μικρά παιδιά. Βλέπεις τις αντιδράσεις τους και αναρωτιέσαι ποια μπορεί να είναι η νοοτροπία, η ψυχολογία κι οι ευαισθησίες αυτών των ανθρώπων, που τους οδηγούν σε τόσο έντονα συναισθήματα. Θυμάμαι επίσης συνειρμικά κάτι που διηγούνταν ένας καθηγητής στη σχολή για το ταξίδι του σε μια λδ και τους θεατές ενός κινηματογραφικού έργου που περιείχε μια μικρή σκηνή βίας (ένα χαστούκι, μια γροθιά, δε θυμάμαι ακριβώς) και τους άφησε όλους άφωνους και σοκαρισμένους, γιατί ήταν έξω από όσα είχαν συνηθίσει και μπορούσαν να αποδεχτούν.

Μπορεί τα παραπάνω να μοιάζουν με ψεύτικη κι ειδυλλιακή εικόνα, έχουν όμως μια υπαρκτή κι αντικειμενική βάση. Την αναμφισβήτητη παιδικότητα και.. αγαθωότητα αυτών των λαών που αποτυπώθηκε ακόμα και στην προφορά τους. Οι ρώσοι πχ πολλές φορές μοιάζουν στις κουβέντες τους σα να διηγούνται ένα παιδικό παραμύθι, ανεξάρτητα από το τι λένε στην πραγματικότητα. Αποτυπώθηκε όμως και με αρνητικό τρόπο, πχ στην απλοϊκή πολιτική συνείδηση ενός λαού, που δεν κατάλαβε τι έγινε και πώς έπεσε ο ουρανός στο κεφάλι του, την καλή του πίστη σε απατηλά συνθήματα για περισσότερο σοσιαλισμό, στις χαμηλές αντιστάσεις που πρόβαλε στη διάλυση της σοβιετίας, παρά την εκφρασμένη (με συντριπτική πλειοψηφία σε σχετικό δημοψήφισμα) θέλησή του να διατηρηθεί η μορφή και το περιεχόμενο της ένωσης. Και γενικώς σε μια «απολιτίκ» και παθητική στήριξη της σοβιετικής εξουσίας.

Κι αυτή η στάση, πέρα από τη διαλυτική επίδραση των αλλαγών και της οπορτουνιστικής στροφής στο κκσε, είχε επιπρόσθετα και μια αντικειμενική ρίζα. Στις αστικές κοινωνίες η πρωτοπόρα ταξική συνείδηση διαμορφώνεται στο πλαίσιο της ταξικής πάλης, των αγωνιστικών κινητοποιήσεων για τα καθημερινά προβλήματα. Σε ποια βάση να πατήσει όμως η πρωτόλεια έστω πολιτική συνείδηση σε μια σοσιαλιστική κοινωνία, που δεν αντιμετωπίζει οξυμένες αντιφάσεις, ανταγωνιστικές αντιθέσεις και καλύπτει βασικές λαϊκές ανάγκες, χωρίς να χρειάζεται η αγωνιστική τους διεκδίκηση;

Αυτή η παιδικότητα μπήκε προφανώς στο στόχαστρο της αστικής κριτικής από τη σκοπιά της «ανωριμότητας» αυτών των λαών και μιας πατερναλιστικής κοινωνίας που ελέγχει σε τέτοιο ασφυκτικό βαθμό κάθε ανθρώπινη δραστηριότητα, ώστε να δημιουργεί και να διαπαιδαγωγεί ευθυνόφοβους χαρακτήρες, να μην αφήνει τα μέλη της να μεγαλώσουν, να ανεξαρτητοποιηθούν, να αντιμετωπίσουν την «πραγματική ζωή», να διαμορφώσουν αυτόνομα κριτήριο για το καλό και το κακό, εφόσον άλλος αποφάσιζε για αυτούς. Και έτσι ένιωθαν το «φόβο μπροστά στην ελευθερία», που σημειώνει ο φρομ για τα ολοκληρωτικά καθεστώτα (έχοντας πάντως υπόψη του το ναζισμό κατά βάση) κι αναζητούσαν συνεχώς έναν πατερούλη τον ασφαλή εναγκαλισμό της μαμάς πατρίδας, του κράτους και της εξουσίας.

Ο χαμένος σοβιετικός παράδεισος –σε σύγκριση με την επίγεια καπιταλιστική κόλαση που ζουν αυτοί ειδικά οι λαοί- όταν δεν αμφισβητείται ευθέως από τις αστικές και μικροαστικές προσεγγίσεις, παρουσιάζεται σαν η ανελεύθερη φυλακή των πρωτόπλαστων, ένα εύθραυστο παραμύθι των αρχών, στο οποίο δεν μπορούσαν να παραμείνουν κλεισμένοι οι λαοί, εφόσον δοκίμαζαν το δέντρο της γνώσης, της ελευθερίας, του πραγματικού κόσμου, πίσω από το παραπέτασμα. Η ιδέα αυτή αναπτύσσεται νομίζω τόσο στο τέλος του κυνόδοντα (όπου η λύτρωση έρχεται με την απόδραση της πρωταγωνίστριας και το σπάσιμο των δεσμών της, μολονότι είναι εντελώς αβέβαιο το μέλλον της), όσο εν μέρει και στο truman show και την απόδραση του τρούμαν από τον ψεύτικο κόσμο που του είχαν φτιάξει (αν και το έργο έχει πολλά επίπεδα ανάγνωσης και χρήζει μάλλον ξεχωριστής ανάλυσης). Η αλήθεια, με όσα ρίσκα, βάσανα και κινδύνους περιέχει, είναι πάντα προτιμότερη από ένα ψεύτικο παραμύθι, όσο καλοφτιαγμένο κι αν είναι.

Η αντιστροφή της πραγματικότητας είναι εντυπωσιακή. Ο αστικός κόσμος είναι βυθισμένος και κατεξοχήν βασισμένος στο ψέμα, την αλλοτρίωση, τις φενακισμένες συνειδήσεις. Μια κοιλάδα των δακρύων χωρίς τέλος, για τη ζωή που φεύγει μακριά αναξιοποίητη, αέρας σε έγχρωμο μπαλόνι, όπως ο μίσα από το στάδιο λένιν. Ένας ψεύτικος κόσμος, όπου ο άνθρωπος αντιμετωπίζει τους άλλους γύρω του ανταγωνιστικά, ως όριο της δικής του ελευθερίας, ψάχνει κάποια διέξοδο σε φανταστικούς εικονικούς κόσμους, άρλεκιν, σίριαλ, για να καλύψει το συναισθηματικό κενό μέσα του, τζόγος και τυχοδιωκτισμός, για δυνατές συγκινήσεις και περιπέτεια. Βομβαρδίζεται όμως καθημερινά με την εξαίρεση του κανόνα, το ψέμα που βαφτίζεται αλήθεια, τον φτωχό που έγινε βιομήχανος πλένοντας πιάτα στην αμερική, τον πραγματικό έρωτα που έμεινε αμόλυντος, μικρές τζούρες απ’ όσα νιώθουμε να μας λείπουν, την απάτη της φιλανθρωπίας.

Η δυσοίωνη αλήθεια περικυκλώνει και πνίγει τον «ενηλικιωμένο πρωτόπλαστο», που ψάχνει καταφύγια σε ανέξοδες κι απατηλές διεξόδους, σαν τις οφθαλμαπάτες όσων περιπλανώνται στην έρημο. Ο γέρικος κόσμος που σαπίζει γερνάει και τους ανθρώπους, τους μαθαίνει να συμβιβάζονται, πλακώνει το νεανικό τους ενθουσιασμό. Και ταυτόχρονα κρατάει με χίλια χαλινάρια τη συνείδησή τους σε νηπιακό επίπεδο, τους καταδικάζει σε ανωριμότητα και παλιμπαιδισμούς, για να μπορεί να τους ρουφάει το μεδούλι, όπως κάνουν οι γέρικες αμοιβάδες, για να ξανανιώσουν.

Από πότε λοιπόν αξιολογείται αρνητικά ως ανίδεος και λειψός ο απλός σοβιετικός άνθρωπος που δε γνώρισε το κακό, διαπαιδαγωγήθηκε διαφορετικά κι ως ένα βαθμό δεν πάει καν το μυαλό του στο κακό; Η διαμόρφωση –σε εμβρυακό έστω επίπεδο- ενός τέτοιου ανθρώπου –κατάλοιπα του οποίου μπορεί να συναντήσει ακόμα κανείς στις μέρες μας, σε κάποια ρωσοπόντια καθαρίστρια με πτυχίο πχ- είναι ίσως το πιο σημαντικό επίτευγμα του σοβιετικού πειράματος. Κι η καταστροφή του με όρους γενοκτονίας, που συντελείται τώρα σε αυτές τις χώρες –όχι μόνο με τον πόλεμο, αλλά και σε καιρό ειρήνης, με τη ραγδαία πτώση του βιοτικού επιπέδου και του μέσου προσδόκιμου ζωής- είναι η πιο κραυγαλέα κι αποκρουστική όψη της καπιταλιστικής βαρβαρότητας.

Το τέλος της αγαθωότητας κι η ακριβοπληρωμένη στερνή γνώση αυτών των λαών για αυτό που έχασαν, δε θα έχει αξία αν μείνει στο επίπεδο της νοσταλγίας και δε γίνει δύναμη ανατροπής –όπως ίσως να επιδιώκουν να γίνει κάποιες δυνάμεις στην ουκρανία. Κι η γενιά που θα ζήσει την επόμενη επανάσταση δε θα είναι ανυποψίαστη, αλλά θα έχει μελετήσει καλά τα διδάγματα της ιστορίας, για να μην αφήσει το μέλλον να ξεγλιστρήσει μέσα από τα χέρια της και να φτιάξει το δικό της παραμύθι χωρίς λυπημένο τέλος.

Ντασβιντάνια..

Τετάρτη 23 Οκτωβρίου 2013

Μια φορά κι έναν καιρό

Προχτές σε κάποια φάση ο πρετεντέρης γυρνά προς την κουτσούμπα (που είναι αρανίτισσα, παντρεμένη με τον πι σωτήρη, όχι με τον γγ) και της λέει: συμφωνώ μαζί σας, κι εγώ μισθωτός είμαι! Μάταια περίμενα στο υπόλοιπο της εκπομπής να παρέμβει τηλεφωνικά κι η έλλη στάη να πει: κι εγώ άνεργη απολυμένη είμαι, ξέρω τι περνάτε.

Το θετικό για το… συνάδελφο γιάννη είναι πως είχε δίπλα του τον (κατά δήλωση του ιδίου) πρόεδρο όλων των εργαζομένων, το γιάννη τον παναγόπουλο, τη φωνή της εργατικής τάξης και υπέρμαχο των προλετάριων, που έλεγε στον παφίλη πως το σοβιετικό μοντέλο δεν ήταν αρκετά ελκτικό και αν είναι να ανοίξουμε κουβέντα για κοινωνικά συστήματα, να βάλουμε και τον χριστιανισμό που υπόσχεται ζωή χαρισάμενη στη δευτέρα παρουσία. Το πιάσατε το υπονοούμενο, έτσι;
Ενώ η γσεε του παναγόπουλου μας εξασφαλίζει καλύτερη ζωή εδώ και τώρα. Όχι σαν τη σοβιετία, όπου όλοι είχαν δουλειά με δικαιώματα, χωρίς λίγο σασπένς κι αγωνία αν θα βγει ο μήνας ή όχι.

Την ίδια ώρα στον ενικό ο άδωνις τσίριζε χωρίς αντίπαλο (γιατί ήταν ο μόνος που είχε σταθερά ανοιχτό μικρόφωνο) σε μια θεματική εκπομπή για την υγεία, που τάραξε τα νεύρα και την ψυχική υγεία των υπολοίπων κι (όπως κελάηδησε κι ο μώμος) απέδειξε πως δεν υπάρχει καλύτερο παράδειγμα αποασυλοποίησης κι επανένταξης από την υπουργοποίησή του.
Κάτι πωρωμένοι οπαδοί του χάρηκαν γιατί «τάπωνε την κομιντέρν με επιχειρήματα» του τύπου «σε ξέρω, εσύ είσαι ανταρσύα, εσύ σύριζα, εσύ πασόκ» (αυτοί ήταν οι εκπρόσωποι της κομιντέρν). Μόνο μια δικιά μας που είπε εξαρχής ότι ανήκε στο παμε τον στρίμωξε με συγκεκριμένα παραδείγματα για το αττικό. Και το μόνο που βρήκε να απαντήσει ο κεκράκτης ήταν πως όποιος εργαζόμενος τον υποδέχεται διαδηλώνοντας κι εμποδίζει το νοσοκομειακό έλεγχο, θα απολύεται –κι είναι κρίμα που δεν επιτρέπεται στου καιρούς μας κι ο λιθοβολισμός για παραδειγματισμό.

Η παραμυθένια κατάσταση που παρουσίασε ο υπουργός, με τα λεφτά που λιγοστεύουν αλλά φτάνουν για όλους αν μοιραστούν σωστά και τις… ορθολογικές συγχωνεύσεις νοσοκομείων, είναι ένα ακόμα επεισόδιο από τα κυβερνητικά παραμύθια του κουτιού προς το λαό, που καλείται να παίξει το ρόλο της μικρής παρασκευούλας και να πιστέψει ανάμεσα σε άλλα πως η κυβέρνηση διαπραγματεύεται σκληρά, ότι δε θα υπάρξουν άλλα μέτρα και νέο μνημόνιο και πως έρχεται ανάπτυξη με πρωτογενές πλεόνασμα. Το οποίο ακόμα κι αν επιτευχθεί –που είναι εντελώς αμφίβολο γιατί δεν τους βγαίνουν τα νούμερα- θυμίζει πολύ τις περιγραφές του μαρξ στο κεφάλαιο για την πρωταρχική συσσώρευση και τα μέσα με τα οποία επιτεύχθηκε.

O Ρούχλας είναι λα..
Μία από τις βασικές προϋποθέσεις της πρωταρχικής συσσώρευσης για το πέρασμα στον καπιταλισμό ήταν και η ανακάλυψη του νέου κόσμου με τις αποικιοκρατικές μεθόδους εκμετάλλευσής του. Αλλά πιο ιντριγκαδόρικους συνειρμούς προσφέρει η αγγλική απόδοση της πρωταρχικής συσσώρευσης ως primitive accumulation. Όπου η άλλη σημασία του όρου primitive είναι «πρωτόγονος» και δίνει άλλη διάσταση στο δίλημμα που μπαίνει μπροστά μας «σοσιαλισμός ή βαρβαρότητα». Και να έρθει μετά ο αλέξης πάνω στα συντρίμμια και να υποσχεθεί μετάβαση στον πρωτόγονο κομμουνισμό. Ούτως ή άλλως η άρνηση του μαρξ και το θεωρητικό πισωγύρισμα της εποχής δεν τερματίζει στον ουτοπικό, προμαρξικό σοσιαλισμό, αλλά πηγαίνει ακόμα πιο πίσω ολοταχώς.

Το παραμύθι ως θεσμός πάντως περνάει κρίση. Γιατί το έχει εκτοπίσει η τηλεόραση και τα παιδάκια στο προηγούμενο φεστιβάλ βαριούνταν και πετούσαν πέτρες στο πανί του καραγκιόζη για να δουν τι υπάρχει πίσω του (κρίμα όμως που δεν το κάνουν αυτό και στην οθόνη του σπιτιού τους). Γιατί δεν υπάρχουν πλέον κλασικές γιαγιάδες και καλοί δημαγωγοί πολιτικοί, για να τα διηγηθούν. Και βασικά γιατί στην παρούσα φάση ανάπτυξης του καπιταλισμού –και ειδικά σε περίοδο κρίσης- δεν υπάρχουν πολλά περιθώρια για ωραία και πειστικά παραμύθια, όσο και αν έχει ανάγκη να τα ακούει ο κόσμος, περιμένοντας το παλικάρι να έρθει καβάλα στο άσπρο άλογο και να σκοτώσει με το σπαθί του την τρόικα και το κακό μνημόνιο, παίρνοντας για γυναίκα του την πριγκίπισσα εξουσία.

Το σπετέμβρη στη δεθ ο σαμαράς αποφάσισε να ακολουθήσει τη συμβουλή του σαββόπουλου: αφού δεν είχε νέα χαρούμενα να πει, καλύτερα να μη μας πει κανένα. Και αφού δεν είχε παροχές να τάξει, προσπάθησε να προβάλλει ως αρετή την κυβερνητική ειλικρίνεια και υπευθυνότητα και ας μην έχουν καμία σχέση με ρεαλισμό και την πραγματικότητα φράσεις κι υποσχέσεις όπως «βιώσιμο χρέος» και «βγαίνουμε μωρό μου βγαίνουμε μέσα απ’ το τούνελ». {Με την ευκαιρία ας χειροκροτήσουμε νοερά άλλη μια φορά το νίκο πορτοκάλογλου και τους 57 συντρόφους του για το εκπληκτικές πρωτοτυπίας κείμενο που υπέγραψαν}


Γρήγορα βέβαια επανήλθαν στην προηγούμενη τακτική, σκορπίζοντας φρούδες ελπίδες (επίδομα θέρμανσης, πρωτογενές πλεόνασμα) έστω και αρνητικές (δε θα παρθούν άλλα μέτρα, φτάσαμε στον πάτο, δεν πάει παρακάτω). Πακέτο μαζί με την ελπίδα πάει και ο φόβος, που προϋποθέτει κάποιον κακό (τα δύο άκρα) που ευθύνεται για την αποτυχία, όπως παλιά που φόρτωναν την εξαφάνιση των γλυκών στους καλικάντζαρους.

Και ποιος φταίει τελικά για την κρίση; Το κακό το ριζικό μας; Ο θεός που μας μισεί; Μήπως είναι φυσικό φαινόμενο; Κι αν ναι, τι κάναμε προληπτικά για να το αντιμετωπίσουμε;
Σε αυτά τα ερωτήματα οι κυβερνητικές αρχίζουν να προσεγγίζουν επίπεδα ανάλυσης δαλιανίδη και σειρών όπως το ρετιρέ –που αυτόν τον καιρό επαναπροβάλλεται στην τηλεόραση: φταίνε οι δημόσιοι υπάλληλοι, τα ρετιρέ, η γραφειοκρατία, το πελατειακό σύστημα (που ποιος το ‘φτιαξε αλήθεια;) κι οι απεργίες. Αυτά όμως αλλάζουν, γιατί τώρα το μαχαίρι θα φτάσει στον κόκαλη και η κυβέρνηση θα…
Τούρου-τούρου, τούρου- ρου-ρου…


Ναι αλλά αυτά ήταν καλτ διαμαντάκια, με δίδυμα σαν το φοίβο και την χαρούλα πεπονάκη ή την ξινή με το φαρμακοποιό που θυμίζει το γεροντάκι της μονόπολης. Όχι σαν το σαμαρά με το μπένι...

Αν λοιπόν ο λαός βαρέθηκε να ακούει καθημερινά στα δελτία ειδήσεων τα κλισέ του ρετιρέ σα μεγάλες αλήθειες της ζωής και να βλέπει τη ζωή του σαν παραμύθι με λυπημένο τέλος, όπου ζουν οι αστοί καλά κι εμείς χειρότερα…

…πρέπει να πάψει να κάνει την ωραία κοιμωμένη, να αφυπνιστεί και να πάρει την κατάσταση στα χέρια του, για να γράψει μόνο του το δικό του τέλος στην Ιστορία. Που δε θα είναι εύκολο χάπι εντ, ούτε καν τέλος, αλλά η απαρχή της πραγματικής ιστορίας του ανρθώπου

Δευτέρα 19 Οκτωβρίου 2009

Το ωραιότερο παραμύθι του κόσμου

Κόκκινη κλωστή δεμένη
Στην ανέμη τυλιγμένη
Δως της λένιν να κλωτσήσει
Σοβιετία να αρχινίσει


Μια φορά κι έναν καιρό, τα παλιά τα χρόνια, υπήρχε μια χώρα που την έλεγαν σοβιετική ατλαντίδα. Ήρωάς της ήταν ο σύντροφος με το μουσάκι που έκανε έφοδο στο χειμερινό παλάτι, σκότωσε τον κακό βασιλιά ρομανόφ και κυβερνούσε συλλογικά και δίκαια.
Αυτή η χώρα ήταν παραμυθένια, εξιδανικευμένη, χωρίς αντιφάσεις κι αντιφρονούντες. Όλοι ζούσαν ευτυχισμένοι και δούλευαν 41 ώρες το πολύ τη βδομάδα.

Παραμύθια με τη ρίγανη, λένε οι μετά θάνατον της μαμάς αντιφρονούντες.
Ο σοσιαλισμός της σοβιετίας ήταν ψεύτικος, ανύπαρκτος, λέρωσε και συκοφάντησε τα αγνά κι άσπιλα ιδανικά της γενιάς μας.
Είσαι απ’ τις γενιές που της αξίζουν των παραμυθιών οι θησαυροί
Όμως τα ματάκια σου δακρύζουν για μια σοβιετία ανύπαρκτη
.

Αλλά την πιο χοντροκομμένη προπαγάνδα την κάνουν τα παραμύθια των αστών για τη σοβιετία. Τα καλύτερα είναι η φάρμα των ζώων του όργουελ κι η μυστική έκθεση του χρουτσώφ (ο αλή στάλιν κι οι σαράντα κομισάριοι που επέζησαν) που βασίζονται σε πραγματικά γεγονότα.
Τα πιο πολλά είναι τραβηγμένα από τα μαλλιά, χολιγουντιανές παραγωγές που βάζουν εφέ και (σοβιετικές) αρκούδες στην ιστορία για να εντυπωσιάσουν το κοινό με την παιδική αφέλεια.

Αλλά οι σοβιετικοί έλεγαν τα καλύτερα παραμύθια, γιατί ήταν σαν αληθινά. Κι ο κόσμος τους πίστευε, γιατί πολύ θα ήθελε να είναι αληθινά.
Οι ηγέτες νανούριζαν τον κόσμο με όμορφα, παχιά λόγια για το βασίλειο της ελευθερίας που θα έρθει σε είκοσι χρόνια. Κι οι παραμυθάδες της πράβδα έλεγαν όμορφες ιστορίες για να τρώει ο κόσμος αμάσητη τη γραμμή μαζί με το φαΐ του.

-Γιατί πατερούλη έχεις τόσο μεγάλη NKVD;
-Για να ξεσκεπάζω τους τροτσκιστές καλύτερα.
-Και γιατί έχεις τέτοια γεωργιανή προφορά;
-Γιατί είμαι ασιάτης
.
Κι αργότερα που ο πατερούλης έγινε μπαμπούλας:
-Εσύ θείε νικήτα, γιατί έχεις τόσο μεγάλο νόμο της αξίας;
-Για να υπολογίζω καλύτερα τις ανάγκες σας.
Άδειασε τώρα το πιάτο σου, μη φέρω τον ασιάτη να σε δικάσει.
-Πες μου πάλι την ιστορία, που οι μπολσεβίκοι νικάν τους λευκοφρουρούς. Είναι η αγαπημένη μου
.

Όπως σε όλα τα παραμύθια, υπήρχαν καλοί και κακοί.
Εμείς κάναμε στα παραμύθια των ιμπεριαλιστών την αυτοκρατορία του κακού κι αυτοί στα δικά μας έπαιζαν τους κακούς με τους οποίους δεν είχαμε πόλεμο, αλλά ειρηνική συνύπαρξη.
Είχαν όμως και συνεργάτες που άλλαζαν συνεχώς και δεν ήταν εύκολο να τους βρεις. Πρώτα ήταν οι λευκοφρουροί, μετά οι μενσεβίκοι, οι αναρχικοί της κροστάνδης, οι τροτσκιστές, η μπουχαρινοζηνοβιεφική κλίκα και μετά οι σταλινικοί κι ο μπρέζνιεφ.

Στα χρόνια της περεστρόικα, ο σοβιετικός λαός με αφέλεια μικρής παρασκευούλας, άνοιξε αυτό το κουτί παραμύθι να ακουστεί. Αλλά ο γκόρμπι αποδείχτηκε μεγάλος ρούχλας (ή μήπως είμαστε τρελοί οπορτουνιστάδες;). Το κουτί ήταν της πανδώρας και το καπάκι που άνοιξε το τείχος του βερολίνου. Οι σοβιετικοί έμαθαν την αλήθεια για το ψέμα της περεστρόικα, αλλά έχασαν μέσα από τα χέρια τους τον παράδεισο. Τους ξεγέλασε ο καπιταλιστικός όφις με υποσχέσεις για βιτρίνες και πίτσα χατ.

Η μαμά πατρίδα έπαθε δύο εγκεφαλικά (89 και 91), ήταν κλινικά νεκρή για δυο χρόνια και τελικά μας άφησε χρόνους το 91. Ακριβώς ίδιο τέλος με το παλικάρι με το μουσάκι και τη φαλάκρα.
Κι έμειναν πίσω κάτι σκυλιά να μαγαρίζουν το πτώμα της. Εμείς τα ορφανά να κλαίμε την τύχη μας. Ο τρισκατάρατος ο ρούχλας. Κάποιοι ψαγμένοι που λένε πως είχαν δει εξ αρχής τι φάλτσος που είναι. Και στον πάτο του κουτιού φυλακισμένη η ελπίδα για το αύριο. Που μοιάζει κάθε μέρα και χειρότερο.

Οι σοβιετικοί κατάφεραν να κατεβάσουν το μύθο της σοβιετίας από τα σύννεφα στη γη. Κάποιο εγκάθετοι εστιάζουν στην προσωπολατρία, συγκρίνουν το στάλιν με φαραώ και κάνουν λόγο για ασιατικό τρόπο παραγωγής.
Αλλά αν ήταν έτσι, το σύντροφο με το μουστάκι θα τον έθαβαν μαζί με κτερίσματα, τις γυναίκες του κι όλο το πολίτμπιρό.
Καλύτερα δηλαδή γιατί θα γλιτώναμε κι απ’ τον χρουτσόφ.

Το παραμύθι της σοβιετίας δε συγκρίνεται με τα άλλα.
Ήταν το ωραιότερο παραμύθι του κόσμου. Διδακτικό κι αξεπέραστο, παρά τις διάφορες (ου)τοπικές παραλλαγές. Αυτό που έφερε πιο κοντά στο όνειρο την πραγματικότητα. Η γλυκιά ουτοπία ότι μπορούμε να φτιάξουμε μια κοινωνία που η εργασία θα πάψει να είναι καταναγκασμός και θα γίνει ευχάριστη και δημιουργική σαν παιχνίδι.
Πάνω απ’ όλα αυτό που κρατούσε ζωντανή την ελπίδα για το αύριο. Και δυστυχώς το μόνο που είχε λυπημένο τέλος. Κι ίσως γι’ αυτό ακριβώς κι αληθινό.

Κι έζησαν αυτοί καλά κι οι αστοί καλύτερα.