Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα μακεδονομάχοι. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα μακεδονομάχοι. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 3 Φεβρουαρίου 2018

Μη με λες πατριώτη, αφεντικό να με λες – Οι “Απαράδεκτοι” για τη Μακεδονία

Δημοσιεύτηκε στην Κατιούσα

Ο Σπύρος είναι αριστερός, προβληματίζεται, έχει κι ένα Πολυτεχνείο πίσω του, αλλά εξοργίζεται με τον αλυτρωτισμό του Γιόρικ και κρατιέται να μην τον χτυπήσει. Αυτά εξάλλου είναι εθνικισμοί του κερατά, επικίνδυνα μονοπάτια, άλλο ο λαός κι άλλο οι επιλογές των ηγετών, που ακολουθούν ένα ανεξάρτητο προτσές…


Σε μια συνέντευξή της, η Δήμητρα Παπαδοπούλου είχε πει πως ήταν στην ΚΝΕ, αλλά έφυγε γιατί βαριόταν στα αχτίφ κι έκανε φασαρία. Στις πρώτες δουλειές της ως σεναριογράφος, ήταν φανερό και το ένα και το άλλο. Δεν είχε αφομοιώσει πολλά πράγματα για να αναλύσει και να εμβαθύνει, αλλά κάτι της είχε μείνει ως υπόβαθρο.

Το 92′ οι Απαράδεκτοι δεν έμειναν ανεπηρέαστοι από τον εθνικιστικό παροξυσμό και τα συλλαλητήρια για τη Μακεδονία. Οι περισσότεροι θυμούνται το τραγούδι με το μαέστρο, που έπαιξε αρκετά αυτές τις μέρες πολύ στα social media, αλλά ήταν σαφώς κατώτερο από το πρώτο, Γιουροβιζιονικό τραγούδι των “Απαράδεκτων” (ώπα-είπα, κράτσες-κρούτσες).



Δεν είναι καθόλου βέβαιο ότι η Παπαδοπούλου απλώς σατιρίζει και δε συντάσσεται κατά βάθος με το γενικό κλίμα -όπως φαίνεται κι από το τραγούδι. Συναντάμε όμως πολλές οξυδερκείς στιγμές της και μαργαριτάρια που δείχνουν το κνίτικο παρελθόν της.

Η ιστορία έχει ως εξής. Ο διαχειριστής Χαλακατεβάκης έχει προσλάβει ένα Φυρομακεδόνα (ας το λέμε έτσι, χάριν συνεννόησης) για να του κάνει τις δουλειές. Το σενάριο δεν ξεφεύγει από το κυρίαρχο σωβινιστικό στερεότυπο και μας παρουσιάζει ένα Γιόρικ ψωμόλυσσα, ανεπρόκοπο, κουτοπόνηρο, με παράλογες αλυτρωτικές απαιτήσεις, που εκνευρίζει τους “Απαράδεκτους” φωνάζοντάς τους “πατριώτες”. Στον αντίποδα όμως σκιαγραφείται πολύ εύστοχα η δική μας πλευρά.



Οι Έλληνες ονειρεύονται μπίζνες στα Βαλκάνια και ξυπνάει το επιχειρηματικό τους δαιμόνιο, ψάχνοντας να ανοίξουν ένα μπακάλικο στα οικόπεδα του Γιόρικ -τώρα που οι γείτονες πεθαίνουν της πείνας. Σε ένα πρώτο γκεστάλτ, σατιρίζεται ο νεοπλουτισμός του Έλληνα μικροαστού, που ονειρεύεται να γίνει επιχειρηματίας, με το μικρό του κεφάλαιο. Σε ένα δεύτερο γκεστάλτ, μπορεί να υπάρχει ένας υπαινιγμός για την ενδιάμεση θέση του ελληνικού καπιταλισμού, σα μέγεθος, που παρά τους λεονταρισμούς του, δεν μπορεί να ανοίξει τίποτα καλύτερο παρά ένα μπακάλικο, με τη φιλοδοξία να γίνει αλυσίδα Σούπερ-Μάρκετ, όταν μεγαλώσει.

Σε μία από τις πρώτες σκηνές, ο Χαλακατεβάκης θυμώνει που ο Γιόρικ τον φωνάζει “πατριώτη”, γιατί προτιμά να τον φωνάζουν “αφεντικό”, με τη ματιά του να μαλακώνει και να ατενίζει το μέλλον. Οι μπίζνες είναι μπίζνες, και ο εθνικισμός-εθνικισμός. Μπορεί να μοιάζουν κάπως αντιφατικά, αλλά παντρεύονται ιδανικά και συμπληρώνουν το ένα το άλλο, στην πραγματικότητα.
Όπως έλεγε κι ένα γηπεδικό πανό: η Μακεδονία είναι ελληνική, αλλά στα Σκόπια έχει αμόλυβδη φτηνή


Εκεί που βιώνεται πιο έντονα η αντίφαση είναι στο Σπύρο Παπαδόπουλο, που είναι αριστερός, έχει προβληματισμούς, έχει κι ένα Πολυτεχνείο πίσω του, και όλα αυτά του φαίνονται ανοησίες, επικίνδυνα πράγματα κι εθνικισμοί του κερατά. Κάτι που δεν τον εμποδίζει όμως να συμμετέχει -με μισή καρδιά έστω- στις εκδηλώσεις για τη Μακεδονία (σε αντίθεση με τους αυθεντικούς Λακεδαιμόνιους), να ανησυχεί για τις ελληνικές του ρίζες και να σπαράζει η ελληνική του ψυχή με τον αλυτρωτισμό του γείτονα Φυρομακεδόνα, που θεωρεί τη Θεσσαλονίκη δικιά του, και ο Σπύρος κρατιέται να μην τον χτυπήσει -αυτά εξάλλου είναι εθνικισμοί, επικίνδυνα μονοπάτια, άλλο ο λαός κι άλλο οι επιλογές των ηγετών, που ακολουθούν ένα ανεξάρτητο προτσές


Ως χαρακτήρας, συμπυκνώνει διορατικά το περίεργο μίγμα του “αριστερού εθνικισμού” που υπήρχε ήδη στην εποχή του, αλλά βλέπουμε πολύ καθαρά σήμερα στο Λαφαζάνη, τη Ζωή, τον Μπιτσάκη, το Μίκη και τα άλλα παιδιά…

Και πλάι του, ο ζαμανφού μπαρόβιος και ένα απολίτικο αστροπελέκι, που από το μηδέν μετατρέπονται σε εθνικιστές ολκής. Η Ρένια μάλιστα είναι και με τον Καραμπελιά! Αλλά μόνο ο Σπύρος -ο “αριστερός”- λέει ανοιχτά τι ψηφίζει κι όλοι οι υπόλοιποι το παίζουν υπερκομματικοί κι υπεράνω…

Το επεισόδιο σατιρίζει εύστοχα τη μανία πολλών πατριωτών να βρούνε τις ρίζες τους στην εθνοτική σαλάτα των Βαλκανίων και του ευρύτερου χώρου. Το Γιάννη αρχικά τον απασχολεί το μαρούλι της δικής του σαλάτας κι αδιαφορεί για το Μακεδονομάχο παππού της Δήμητρας, αλλά στη συνέχεια παθαίνει “εθνική μελαγχολία”-κατάθλιψη, στην ιδέα πως μπορεί να είναι Τουρκόσπορος. Η Ρένια καμαρώνει για τη γιαγιά της που πήδηξε από το Ζάλογγο και την έβλεπε μια γειτόνισσα, ενώ η Δήμητρα λέει πως η σκούφια της κρατάει από την Αλεξάνδρεια (Γιδά) Ημαθίας, παίζοντας δημιουργικά με την καταγωγή της στην πραγατική ζωή από την Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου.


Όλοι οι Έλληνες ψάχνουν μανιωδώς τις ρίζες τους κι ας μην είναι πολύ πρόθυμοι να φάνε φασολάδα και να ακούνε το Μενούση -κι άλλα δημοτικά- στη διαπασών, κάθε μέρα. Αλλά “παράδοση” είναι κι η πατριαρχία, να μαγειρεύει η γυναίκα, κι άλλα παρόμοια, που η Δήμητρα τα θεωρεί -και σωστά- “δουλοπαροικία…”


Στο τέλος οι Έλληνες, μονιασμένοι από τις εθνικές εκδηλώσεις τους -που θυμίζουν εθνική γιορτή και εκπομπές για το “ελληνικό Πάσχα”- κάθονται στο σαλόνι κι αρχίζουν να τρώγονται για τα πολιτικά, οπότε τους την λέει ο Γιόρικ που είναι ξένος (αν και “πατριώτης” κι αυτός). Η σκέψη της Παπαδοπούλου έχει ως ανώτατο όριο τη διχόνοια που χωρίζει τους Έλληνες σε στρατόπεδα. Υπάρχει βάση όμως σε όλα αυτά, καθώς αρκεί μια σπίθα (όχι του Μίκη) για να ανάψουν τα πνεύματα στο “ομόψυχο, πατριωτικό πλήθος”, που εύκολα μπορεί να αρχίσει να τσακώνεται πχ για τον Ολυμπιακό, την ΑΕΚ και τον ΠΑΟΚ.

Γκολάρες βάζουν και οι τρεις, για να θυμηθούμε το τραγούδι της αρχής και να κλείσουμε διαλεκτικά τον κύκλο. Ένα τραγούδι που συνδυάζει διαλεκτικά το οπαδικό, καρναβαλικό στοιχείο αυτών των συλλαλητηρίων (φουστανέλες, ΠΑΟΚ-Άρης-Ηρακλής κοκ). Και κλείνει με το υπέροχο “Ουστ”, που είναι σαν προφητική εικόνα από τα προσεχώς και τις πλατείες των Αγανακτισμένων.


Όσο για το στίχο-προτροπή “κόψτε το χαβαλέ”, ακούγεται μάλλον ως τραγική ειρωνεία από μια κατεξοχήν κωμική χαβαλεδιάρικη σειρά. Αλλά με το χαβαλέ μπορείς να πεις τελικά τα πιο σοβαρά πράγματα, από τα καλύτερα ως τα χειρότερα: να ρίξεις μύλο στο νερό του εθνικισμού ή να κάνεις μια τρομερή ανατομία της ελληνικής κοινωνίας και του εθνικισμού που την μαστίζει. Ή και τα δύο μαζί διαλεκτικά (ένωση και πάλη των αντιθέτων).

Από άλλο επεισόδιο, αλλά κολλάει με την επικαιρότητα...
Αλλά εντάξει, μια τέτοια ανάρτηση αξίζει κι αντίστοιχο φινάλε -λιγότερο “ξύλινο”.
-Τι έγινε ρε παιδιά; Πότε κοιμήθηκα αριστερός και ξύπνησα εθνικιστής; Τι ρεζιλίκια είναι αυτά;

Κυριακή 20 Μαρτίου 2016

Μακεδονία ξακουστή

Ακολουθεί υπεύθυνη, σοβαρή ανάλυση.

Ο Αλέξανδρος έλεγε πως οφείλει το ζην στους γονείς του, αλλά το ευ ζην στο δάσκαλό του, τον Αριστοτέλη. Η δική μου γενιά -που είναι καθαρά ηλικιακός όρος και τίποτα άλλο πέραν αυτού- θα ήταν μάλλον ειρωνικό να μιλήσει για ευ ζην, εφόσον ετοιμάζεται να γίνει η πρώτη που θα ζήσει χειρότερα από την προηγούμενη (στη συντριπτική της πλειοψηφία τουλάχιστον, γιατί δεν είμαστε κάτι ενιαίο, ταξικά μιλώντας). Κι όσο για το ζην, εξακολουθεί σε μεγάλο βαθμό να το οφείλει στους γονείς και τις συντάξεις τους, εάν και για όσο ακόμα υπάρχουν (τελευταίες εμφανίσεις, σπεύσατε).

Προσωπικά οφείλω στη δασκάλα μου στο δημοτικό πολλές ευχάριστες αναμνήσεις, τις πρώτες βάσεις στα κύρια μαθήματα, μια κάποια κλίση στα γλωσσικά-φιλολογικά (που δε διευκολύνει πολύ το ζην, πάντως) και μεταξύ αρκετών άλλων ακόμα ότι αποστήθισα κάποια τραγουδάκια στο μάθημα της Μουσικής. Κάποια από αυτά ήταν το "Μακεδονία ξακουστή" και το άλλο που λέει

για τη Μακεδονία μας, Ελλάδα μας γενναία
σκληρά θα πολεμήσουμε τον κάθε επιδρομέα
στρατός, φτερά και ναυτικό κρατούν γερά τη λόγχη
για να απαντήσουν στον εχθρό το τρίτο μέγα ΟΧΙ.
(ξανά)
για να απαντήσουν στον εχθρό το τρίτο μέγα ΟΧΙ.

Κι αυτό συνέβη γιατί η δασκάλα μας, καλή χρυσή και άγια, ήταν όμως δεξιά και παραδοσιακή. Αλλά δε θυμάμαι να μας εξήγησε ποτέ τι ακριβώς σημαίνει αυτό το τρίτο "όχι", ποιος ακριβώς μας ρώτησε για να πούμε το δεύτερο και σε ποιον απευθυνόταν...
Δεν είχε γίνει και το δημοψήφισμα τότε, βλέπεις...

{Ανοίγει ιστορική παρένθεση. Στο στενό οικογενειακό κύκλο, η μόνη που χαιρόταν με τις... μουσικές μου γνώσεις ήταν η γιαγιά μου, από ένα χωριό των Σερρών. Δεξιά και βασιλική και καραμανλική και πιθανότατα φιλοχουντική (πάντα βρίσκουν τρόπο να παντρέψουν τα πάντα όλα μέσα τους οι Δεξιοί). Γαλουχήθηκε να μισεί τους Βούλγαρους κι έλεγε ιστορίες στα εγγόνια της για το πώς έχασε τη ρώγα του στήθους της από μια βουλγάρικη ξιφολόγχη, αλλά έβριζε στα βουλγάρικα, όταν δεν ήθελε να καταλάβουμε τι λέει, που τα μιλούσε φαρσί σχεδόν όλο το χωριό. Και δε μεταπείστηκε ούτε από όσα θετικά είδε η κόρη της (δηλαδή ο θηλυκός μου γονιός) σε μια εκδρομή γνωριμίας των εκπαιδευτικών με τη γειτονική ΛΔ και τα επιτεύγματά της.

Ο μη αστικός μύθος λέει πως πείστηκε να ψηφίσει για μια και μοναδική φορά στη ζωή της το κόμμα, με αντάλλαγμα τη δική μου χριστιανική βάφτιση -αν και το 86' είχαμε μόνο αυτοδιοικητικές εκλογές και δε μου κολλάνε πολύ καλά οι χρονολογίες. Ένα είδος οικογενειακού, ιστορικού συμβιβασμού, που προετοίμασε συμβολικά το έδαφος για το μεγάλο κάδρο του 89' στην ελληνική πολιτική σκηνή.

Ένα χρόνο πριν (1985), ο Άρης κατακτούσε το πρώτο πρωτάθλημα της μπασκετικής αυτοκρατορίας του, ενώ ο ΠΑΟΚ έπαιρνε το πρωτάθλημα στο ποδόσφαιρο. Η γιαγιά δε σκάμπαζε πάρα πολλά από αθλητικά, αλλά σε ένα ταξίδι της στην Αθήνα ξεσπάθωσε ενάντια σε μια παρέα χαμουτζήδων και τα πληγωμένα, οπαδικά τους σχόλια εναντίον των Βούλγαρων και των ομάδων τους. Τα επόμενα χρόνια παρακολουθούσε φανατικά Άρη και Εθνική Ελλάδας, με τον Γκάλη, το Γιαννάκη και τα άλλα παιδιά. Και απορούσε στο ευρωμπάσκετ του 89', πώς αφιονίζουν οι γονείς το παιδί και γιατί υποστήριζε τους Σοβιετικούς στον ημιτελικό. Η σοβιετία είναι το όπιο των νέων πρωτοπόρων.

Ο Μακεδόνας Άρης (όπως λέει ο καλτ, παλιός ύμνος του) δεν ήταν αυτοκράτορας γιατί πήρε επτά σερί πρωταθλήματα, αλλά γιατί έκανε πολλούς σαν τη γιαγιά μου να αγαπήσουν το μπάσκετ και να καταλαβαίνουν τι βλέπουν. Και όπιο, ξε-όπιο, ήταν καλύτερο από ό,τι άλλο έβλεπε στην τηλεόραση: καλλιστεία, τα σίριαλ του Φώσκολου, 3-2-1, και ό,τι άλλο έβαζε  ο Αντ-1. Κρίμα μόνο που δεν έζησε αρκετά για να προλάβει το ευρωμπάσκετ όπου η εθνική έχασε από τους... Φυρομακεδόνες -ή όπως αλλιώς λέγονται τέλος πάντων- και ο Αντ-1 έπαιρνε πρωθύστερη εκδίκηση, σβήνοντας το όνομα Μακεδονία από το σκορ, με φότοσοπ-παρκέ.


Κλείνει η παρένθεση, επιστροφή στο σχολείο και τη δασκάλα}.

Δεν μπορώ να κατηγορήσω αποκλειστικά αυτήν όμως, γιατί τέτοιο ήταν το κλίμα της εποχής. Ήλιος της Βεργίνας, Μακεδονία, Αλέξανδρος, σκοπιανοφάγα συλλαλητήρια. Ευτυχώς η καλή συγκυρία, η μεγάλη απόσταση από το κέντρο και βασικά η αγάπη μας για την μπάλα, μας κράτησε μακριά απ' το πανηγύρι, νοερά στο πλευρό των Λακεδαιμόνιων που απείχαν.

Ευγνωμονώ επίσης τη Γραφούλα, που ήταν άθλια γραφομηχανή, και τη δική μου τεμπελιά, που στάθηκαν αξεπέραστοι αποτρεπτικοί παράγοντες για την δαχτυλογράφηση και κυκλοφορία ενός πανηγυρικού κειμένου, εν είδει μαθητικής εφημερίδας, για τις μεγάλες διπλωματικές επιτυχίες της Ελλάδας και τις 150 χώρες που είχαν αναγνωρίσει τη Fyrom ως Μακεδονία (φαντάσου να χάναμε δηλ, τι σκορ θα γράφαμε). Θεωρητικά είχα μείνει έκθετος απέναντι στην υπόλοιπη τάξη, αφού δε διεκπεραίωσα το καθήκον μου, αλλά δε βαριέσαι. Νομίζω πως μες στα επόμενα δέκα χρόνια θα το είχαν ξεχάσει. Εδώ μας έπαιρνε λιγότερο από ένα καλοκαίρι για να ξεχάσουμε ό,τι μαθαίναμε σε μια σχολική χρονιά, εκεί θα κολλούσαμε;

Πες-πες όμως, κάτι θα μείνει στο τέλος. Άλλος θα ψωνίσει την προγονολατρεία, άλλος το θαυμασμό για τον Αλέξανδρο... Πέρασαν αρκετά χρόνια πριν ακούσω στο Λύκειο την αντιπολίτευση που έλεγε ότι ο Αλέξανδρος δεν εκπολίτιζε τους λαούς της Ασίας, αλλά ήταν ένας ιμπεριαλιστή της εποχής. Κι άλλα τόσα για να καταλάβω πως ο ιμπεριαλισμός δεν αναφέρεται στο ρωμαϊκό imperium, αλλά στο μονοπώλιο, που είναι οικονομική και όχι γεωγραφική σχέση. Κι άλλα τόσα μετά, για να διαπιστώσω τελικά πως αυτό το τελευταίο δεν είναι για όλους μας αυτονόητο. Εννοώ για κάποιους δικούς μας κι όχι πχ για τους καμένους που μαζεύονται κάθε χρόνο στο άγαλμα του Αλέξανδρου στην παραλία -για να γλείψουν τα όργανα του Βουκεφάλα, όπως έγραφε μια παλιά Κόντρα.

Κι άλλος την ελληνική πατέντα για τον τίτλο της ντεμέκ συμπρωτεύουσας. Ο οποίος έλκει ίσως την καταγωγή του από την εποχή της συμβασιλεύουσας και των Βυζαντινών (η σχέση των βυζαντινών μνημείων με τη Θεσσαλονίκη, είναι σαν το σποτάκι που ρωτούσε: πόσοι Ιταλοί μπορεί να χωρέσουν σε ένα τσινκουετσέντο). Και αν το τραβήξεις από τα μαλλιά, μπορείς να το βρεις παντού. Το Μιλάνο είναι η συμπρωτεύουσα της Ιταλίας, η Βαρκελώνη της Ισπανίας (που βασικά δεν είναι ενιαία χώρα, αλλά σαν σαμπουάν τρία σε ένα). Το Μόναχο της Γερμανίας και φυσικά το Λένινγκραντ της ΕΣΣΔ. Τι; Όχι;

Να τα λέμε όλα, όμως -όπως λένε σε κάτι απάλευτες εκπομπές τύπου Χίου. Η Μακεδονία είναι ένας ευλογημένος τόπος, που έχει μεγάλες, εύφορες πεδιάδες (και ας έχει το όνομα ο θεσσαλικός κάμπος), τα ψηλότερα βουνά, τα μεγαλύτερα ποτάμια, τα πιο ωραία γάλατα, τις πιο πικάντικες γεύσεις και τον καλύτερο γύρο, (από) τις ωραιότερες πόλεις (Καβάλα, Καστοριά), αρχαία μνημεία, ωραίες θάλασσες, σαν τη Θάσο δεν έχει (και ας το λένε για την Χαλκιδική), λιμάνι, γούνες, ορυκτό πλούτο, το χρυσάφι του Αγίου Όρους, την πύλη για τα Βαλκάνια, σε ένα σχολικό βιβλίο μάλιστα έγραφε πως θα συνδεθεί πλωτά και με την υπόλοιπη Ευρώπη, μέσω Αξιού και Δούναβη. Μόνο τίτλους και μετρό δεν έχουμε, αλλά για αυτά φταίει το υδροκέφαλο κράτος, κι άντε να μη σε πιάνει μετά το Καταλανικό σου και να μη σκέφτεσαι πως πρέπει να βάλουμε σύνορα στα Τέμπη και να γίνουμε ανεξάρτητο κράτος.

Να τα λέμε όλα. Και άμα είναι να πούμε (πόσο μάλλον να διδάσκουμε στα σχολεία) μια μουσμουλιά, να την πηγαίνουμε ως τις τελικές της συνέπειες, όχι μισές δουλειές. Πού και να πιάσεις ετυμολογικά δηλαδή τους Μακεδόνες, με το μεγάλο μάκος, που βασικά είναι το ύψος τους, αλλά αν θες, κρατάς το μήκος και το προσαρμόζεις στα σημερινά συμφραζόμενα.

Τα έλεγε και το κόμμα παλιά εξάλλου, με τη θέση για την ανεξάρτητη σοσιαλιστική ομοσπονδία της Μακεδονίας. Ή στο δεύτερο αντάρτικο, με την αυτοδιάθεση των Σλαβομακεδόνων. Και δεν υπάρχει πιο βαρετό πράγμα από κάτι ντεμέκ ψαγμένους Δαπίτες στο πανεπιστήμιο, που έρχονται με ύφος να σου πουν και καλά το πιο σοβαρό πράγμα του κόσμου, το πιο αποστομωτικό αντεπιχείρημα και σου λένε για την ΚΝ Μακεδονίας, που καλείται με το όνομά της στις διεθνείς μας συναντήσεις, η ΣΝΟΦ κι άλλα τινά παρόμοια.
Αλήθεια τώρα; Ρε φίλε πώς κάνεις έτσι, σε δέκα χρόνια θα το έχει ξεχάσει.

Οπότε δύο δρόμοι ανοίγονται μπροστά σου. Της μη σοβαρής και της λιγότερο σοβαρής απάντησης.
Που πάει να πει. Το κόμμα μιλούσε εξ αρχής για σύνθετη ονομασία με γεωγραφικό προσδιορισμό, πχ βόρεια Μακεδονία. Τώρα που μείνατε στα κρύα του λουτρού, έρχεστε στα λόγια μας. Πολλές φορές σφε αναγνώστη, αρχίζει κανείς να υποψιάζεται πως κατά βάθος όλοι ΚΚΕ είναι αλλά δεν το ξέρουν.

Η ακόμα λιγότερο σοβαρή προσέγγιση είναι η οπαδική. Σαν τους Παοκτζήδες που διασκευάζουν τον εθνικό ύμνο και τη Μακεδονία ξακουστή, ή απαντάνε στα λεγόμενα αντιεθνικά συνθήματα (ποτέ μην ξεχνάς το "εμετικά", χάνει τη μισή μαγεία του το κλισέ) με χαβαλέ και τρέλα: Ελλάς, Ελλάς, η χώρα της πουστιάς, (αν και αυτό μπορεί να κατηγορηθεί για σεξισμό). Ή ξέρω 'γω (ξέρω 'γω, εντάξει) πως πηδιέται ο τάδε αντίπαλος και η Ελλάδα, Έλληνες είστε και φαίνεστε, κοκ.

Θέλω να πω δηλ, άμα είναι να σε λένε μειοδότη και Εαμοβούλγαρο (αυτοί που έγιναν δωσίλογοι και μες σε δέκα χρόνια θα ξεχάσουν και πώς τους λένε), ας τους δώσεις τουλάχιστον και έναν καλό λόγο να το πιστεύουν. Είτε έτσι, είτε αλλιώς, αυτοί θα το λένε αφού.

Παρασκευή 4 Απριλίου 2014

Για σένα δεν κοιμάμαι

(αυτοδιοικητικές ιστορίες της συμβασιλεύουσας και των πέριξ)

Από τη στιγμή που άρχισα να καταλαβαίνω τον κόσμο γύρω μας (και δεν εννοώ το περιβάλλον, αλλά τις άλλες χώρες) και να με κερδίζει η γεωγραφία, θυμάμαι να ψάχνω για κάθε νέα χώρα που μάθαινα τα βασικά της στοιχεία: έκταση, πληθυσμό, νόμισμα (πριν το εκιού και το ευρώ), πρωτεύουσα και… συμπρωτεύουσα. Εντάξει, στην ισπανία ήταν η βαρκελώνη –κι ας μην είναι ενιαία χώρα- στην ιταλία (που ούτε αυτή είναι ακριβώς ενιαία, αλλά για άλλους λόγους) το μιλάνο, αν και θα έπρεπε να είναι η νάπολη, για τη σοβιετική ένωση το λένινγκραντ της καρδιάς μας και στη γαλλία είναι μάλλον η λιόν –ή μήπως το μπορντώ; Στις ηπα είναι μάλλον η νέα υόρκη και στην τουρκία η κωνσταντινούπολη. Αλλά στην αγγλία ποια είναι; Το λίβερπουλ ή μήπως το μάντσεστερ; Και στη γερμανία; Η βόννη για ιστορικούς λόγους ή μήπως το μόναχο; Και γιατί όχι το αμβούργο;
Τελικά μου πήρε λίγο καιρό να καταλάβω ότι η έννοια της συμπρωτεύουσας είναι φρούτο καθαρά ελληνικής (ου μην και βυζαντινής) παραγωγής, που δεν ευδοκιμεί στο σύγχρονο δυτικό κόσμο.

Κάτι άλλο που σκεφτόμουν μικρός ήταν η δυνατότητα να ακολουθήσουμε την παλιά γραμμή του κόμματος για «ανεξάρτητη μακεδονία» και να φτιάξουμε ένα δικό μας αύταρκες κράτος στη λδ του βορρά, πάνω απ’ τα τέμπη. Θα είχαμε βιομηχανία (πριν μας φύγει στη βουλγαρία) (αλλά και εμάς εαμοβούλγαρους, δε μας λένε;), αγροτική παραγωγή από το σερραϊκό κάμπο, ηλεκτρική ενέργεια συμπτολεμαΐδα, που λένε κι οι πόντιοι, τα πετρέλαια του πρίνου, πλωτή σύνδεση με το δούναβη, τα ψηλότερα βουνά και τα μεγαλύτερα ποτάμια, τουρισμό στην χαλκιδική (αλλά σαν τη θάσο καμιά), φιλικές σχέσεις με τη σαμοθράκη, για να πιάσουμε και το ευρύ εναλλακτικό κοινό, το συνάλλαγμα που θα άφηναν οι λαρισαίοι στον πλαταμώνα, δικό μας νόμισμα κι ιδίωμα με δική μας γραμματική για τις προσωπικές αντωνυμίες, πλούσια ιστορία και τη δική μας μεγάλη ιδέα για την επέκταση της μακεδονίας στα σύνορα της αυτοκρατορίας του αλέξανδρου. Θα συμμετείχαμε και στην αδριατική λίγκα του μπάσκετ, για να συνεχίσει τη δική του αυτοκρατορία ο άρης –και δε θα χρειάζονταν κι οι ελληνοποιήσεις! Με δυο λόγια η θεσσαλονίκη θα γινόταν η πρωτεύουσα των βαλκανίων, αν και είναι θέμα, ποια θα ήταν η συμπρωτεύουσα.


Για φέτος η θεσσαλονίκη έχει οριστεί πρωτεύουσα νεολαίας (συμπρωτεύουσα δεν ξέρω ποια θα είναι) με ένα σήμα μεταξύ περικεφαλαίας και μοϊκάνας, που προσφέρεται για διάφορους συνειρμούς. Αλλά εφόσον μιλάμε για νεολαία, ο μόνος τίτλος που θα μπορούσα να φανταστώ είναι η «πρωτεύουσα της ανεργίας» -και από υποψήφιες συμπρωτεύουσες, άλλο τίποτα. Οι άνεργοι βέβαια, δεν προσφέρονται ιδιαίτερα για εντυπωσιακές φιέστες με «χάπενινγκς» και «ιβέντς», εκτός και αν τους συγκεντρώσουμε όλους μαζί και τους κάψουμε φαντασμαγορικά, σαν το βασιλιά καρνάβαλο, να μην χαλάνε το σαξές στόρι της κυβέρνησης. Ή εκτός και αν θεωρούνται χάπενινγκ τα πεντάμηνα προγράμματα του οαεδ για τους ανέργους, που τα χρησιμοποιεί κατά κόρον ο δήμος θεσσαλονίκης για να εξαφαλίσει φτηνό, ευέλικτο δυναμικό. Αλλά την ίδια στιγμή πηγαίνει και «μάρτυρας υπεράσπισης» στο δικαστικό αγώνα κάποιων συμβασιούχων, για να χτίσει ανέξοδα φιλεργατικό προφίλ.

Η θεσσαλονίκη είχε την ευλογία να καεί και να καταστραφεί το σωτήριο έτος 1917, όχι απ’ τη φλόγα της επανάστασης που εξαπλωνόταν σε όλη την ευρώπη, αλλά από κανονική πυρκαγιά, που οδήγησε στον ανασχεδιασμό και σε μερική ανακατασκευή της από γάλλο αρχιτέκτονα –κι έτσι σχεδόν κάθε τι λειτουργικό (πχ ρυμοτομία) κρατάει από εκείνη την εποχή. Τότε περίπου όμως χτύπησε την πόλη κι η μεγαλύτερη κατάρα της: η σταδιακή απώλεια του πολυεθνικού χαρακτήρα της, με αποκορύφωμα ίσως το ναζιστικό πογκρόμ κατά των εβραίων –τη μνήμη των οποίων τιμά μέχρι σήμερα ο δήμος, περισσότερο όμως για να ανοίξει τουριστικές μπίζνες με το ισραήλ.
Και δεν είναι στενά εθνικό το ζήτημα γιατί ο πολιτισμός της μπετονιέρας και της αντιπαροχής σάρωσε και το ελληνικό παραδοσιακό στοιχείο, που σώζεται κάπως ευτυχώς στην άνω πόλη και τις περιοχές γύρω από τα κάστρα, που είναι κι οι πιο ωραίες για να ζει κανείς –αν εξαιρέσεις την αραιή συγκοινωνία και τις μεγάλες ανηφόρες.

Στη θεσσαλονίκη ισχύει στο ακέραιο –όπως περίπου και στην αθήνα- ο τυπικός διαχωρισμός μεταξύ δυτικών κι ανατολικών συνοικιών, με τις πρώτες να ‘ναι πιο λαϊκές, προλεταριακές, με περισσότερους μετανάστες και δήμους με κατακόκκινο παρελθόν, όπου κάποτε, επί αλλαγής, ο άβερελ κι ο θηλυκός γονιός είχαν κάνει έναν από τους πρώτους πολιτικούς γάμους στην ελλάδα. Δεν είναι τυχαία άλλωστε η επιτυχία του φεστιβάλ της οργάνωσης τα τελευταία χρόνια, που μετακόμισε δυτικά.

Λέω τυπικός διαχωρισμός, με τη διαφορά βέβαια ότι στον εικοστό αιώνα οι δικοί μας ήταν ανέκαθεν οι ανατολικοί (κι ουδέποτε πολεμούσαμε την ανατολασία). Και ότι εμείς δεν έχουμε δυτικό βερολίνο να μας κλέβει τους καλύτερους επιστήμονες και τα παραγωγικά στελέχη. Αλλά δεν μπορούμε ούτως ή άλλως να τα κρατήσουμε στον τόπο μας και να τα απορροφήσουμε, οπότε φεύγουν να διακριθούν στην πρωτεύουσα, που την τροφοδοτούμε σταθερά, όπως παλιά ο συνασπισμός το πασόκ –και τώρα αντίστροφα.

Πρέπει να ζήσει κανείς ένα διάστημα στη θεσσαλονίκη, για να ξύσει κάτω από την επιφάνεια της φαγητούπολης (που είναι), με την ερωτική διάθεση (δε διαφωνώ, γάμησέ τα είναι η κατάσταση) και το ρομαντικό μοβ ουρανό τις νύχτες (ευφημισμός για την υγρασία που τρυπάει κόκαλα κι ευθύνεται για το δύσκολο πρωινό ξύπνημα). Πρέπει να φύγεις μακριά της, στην αθήνα πχ, για να εκτιμήσεις αυτό που έχασες, τις (πιο) ανθρώπινες συμπεριφορές και αποστάσεις, και να τη νοσταλγήσεις. Και πρέπει να επιστρέψεις στην πόλη, για να καταλάβεις πόσο ραγδαία αθηνοποιείται και συγκεντρώνει τα στραβά μιας κλασικής μεγαλούπολης.

Όπως επίσης πρέπει να έρθεις σε επαφή με τους αθηναίους, για να καταλάβεις πως μερικά πράγματα δεν είναι πολύ εύκολο να τα πιάσεις διαλεκτικά από σκοπιά μαρξιστική και παγκοίνως αποδεκτή. Δεν είμαστε εμείς κομπλεξικοί, αυτοί είναι χαμουτζήδες και δεν ξέρουν να τρων γύρο και μπουγάτσα. Κι όχι, δεν είναι θέμα διατύπωσης, πώς θα το ζητήσεις και αν βγάζεις τελικά συνεννόηση (σα δυο σφους στη σπουδάζουσα, που εκμεταλλεύτηκαν την άγνοια και την καλή πίστη μιας άλλης σφισσας και την έστειλαν στο γυράδικο να παραγγείλει μια «κρεατόβεργα», γιατί «έτσι τα λένε εδώ». Αλλά ουσίας, τι θα φας κι αν όντως τρώγεται αυτό που σου φέρνουν ή αν είναι τρεις μπουκιές, σαν ορεκτικό.

Και τι πάει να πει χαλλλαρά άραγε; Χαλαρά σε σχέση με τι και με ποιο κριτήριο; Θυμάμαι τον «πιο παλιό», όπως υπογράφει εδώ καμιά φορά, όταν είχαμε βρεθεί μαζί στην αθήνα για κάτι υποχρεώσεις, να με σταματά λίγο ενώ προχωρούσαμε και να μου δείχνει έντρομος πώς έτρεχαν οι άλλοι γύρω μας, σαν κουρδισμένοι. Και στο καπάκι τον έπιασε μια ακατανίκητη νοσταλγία για τα πάτρια εδάφη, όπως το γεωργάτο στην ίντερ, με τη φράξια του φραπέ.

Ή το άλλο στα διήμερα της οργάνωσης, που φωνάζαμε εμείς ρυθμικά για χαβαλέ το οπαδικό «βρε δεν έχετε νερό, τι σκατά θα κάνετε, όλοι θα πεθάνετε» και αυτοί απαντούσαν «βρε δεν έχετε μετρό». Και πώς να έχουμε, φίλε χαμουτζή, που όλη η πόλη είναι χτισμένη σε βυζαντινά ερείπια κι όπου και να σκάψεις, όλο και κάτι θα πετύχεις. Και τώρα που η κατασκευή του συνάντησε την παλιά μέση οδό στο σταθμό της βενιζέλου, έχει γίνει ένα κουβάρι με τον εκπρόσωπο της κυβέρνησης που θέλει στην ουσία να καταστρέψει το εύρημα για να τελειώνει το έργο, με την ανάδοχο εταιρία που προσπαθεί να εκμαιεύσει μάλλον περισσότερα χρήματα, για να σωθεί το σημείο και να το παρακάμψει, και με τον μπόμπολα που πιέζει και καραδοκεί στη γωνία να το αναλάβει αυτός.

Αλλά εγώ είμαι με το φουτουριστικό όραμα του ρεντ φλάι, που ονειρεύεται κάτι υπέργεια μετρό και λεωφόρους σε υπερυψωμένο επίπεδο, πάνω από την πόλη –κι ανάθεμα αν θα τα δούμε όλα αυτά στα κοντά, πριν από τον όψιμο, ώριμο κομμουνισμό. Το μόνο παρήγορο είναι πως τώρα με την κρίση, δεν κυκλοφορούν πολλά αυτοκίνητα, γιατί υπό άλλες συνθήκες του πρόσφατου παρελθόντος, τα έργα θα έκοβαν την πόλη στα δύο με το μποτιλιάρισμα που θα προκαλούσαν.

Υπάρχει βέβαια και μια άλλη στάση, που δεν ξέρουμε τι θα γίνει τελικά, κοντά στον ευκλείδη, γιατί τσινάει η εκκλησία για μια έκταση που της ανήκει. Κι είναι κάποιες φορές που η πόλη αυτή μοιάζει θεοκρατούμενη, με τις σαράντα εκκλησιές (πολύ ωραίο μέρος) πάνω από το καυτατζόγλειο κι άλλες τόσες διάσπαρτες στο κέντρο της πόλης, να συναγωνίζονται σε συχνότητα τα περίπτερα –που λέει ο λόγος. Γι’ αυτό κι ο μπουτάρης, που εκτός από άθεος είναι πάνω απ’ όλα επιχειρηματίας, τα βρίσκει μια χαρά με το μητροπολίτη σε επίπεδο μπίζνας και θέλει να προωθήσει το θρησκευτικό τουρισμό, παρέχοντας δωρεάν εκμάθηση της ρωσικής στους επιχειρηματίες –που το έχουν και ανάγκη. Και η βασική αντίδραση στη διοίκησή του είναι γιατί θέλει να φέρει και τούρκους τουρίστες στο σπίτι του κεμάλ, όπου βρίσκεται τώρα το τούρκικο προξενείο και να μετονομάσει την αποστόλου παύλου σε οδό κεμάλ ατατούρκ. Από εκεί να καταλάβεις πόσο ελπιδοφόρα είναι τα πράγματα.

Τι είναι λοιπόν η θεσσαλονίκη από πολιτική άποψη -εκτός από παοκ και θρησκόληπτη; Είναι βασικά μια δεξιούπολη, που κατέβασε εκατοντάδες χιλιάδες κόσμου στα συλλαλητήρια για τη μακεδονία και τις ταυτότητες, όπου ευδοκιμεί η ακροδεξιά, αλλά δεν έχει αυτόνομο χώρο έκφρασης, γιατί την έχει εγκολπώσει αρμονικά η επίσημη δεξιά, που αφαιρεί (ή μήπως παρέχει) το ζωτικό χώρο των νεοναζί (lebensraum, όπως το λένε κι οι ίδιοι). Με έντονες αριστερές καταβολές –αν όχι από την κομμούνα των ζηλωτών, τουλάχιστον- από τη φεντερασιόν, το μάη του 36’ και κάποιες εκλογικές πρωτιές της εδα στα μεταπολεμικά χρόνια. Όπου ο ανδρέας επί αλλαγής είχε κάνει τις πιο μαζικές συγκεντρώσεις της σύγχρονης ιστορίας της κι ο τσοχατζόπουλος είχε να λέει για κάτι εκλογές, που ήταν μπροστά η δεξιά μέχρι το τέλος και έμενε μόνο η δημοκρατική τούμπα στην καταμέτρηση (με το πασοκοράδιο φωνή της τούμπας στους 105,5, εκεί που εξέπεμπε αργότερα ο ροκ εφεμ), που έφερε την ανατροπή.

Μια χαλαρή πόλη που βρήκε έναν «άνετο» δήμαρχο για να γελάει με τις προγραμματισμένες ατάκες του, να τον αποδοκιμάζει σε δημόσιες εμφανίσεις του, αλλά να τον (επαν)εκλέγει στο τέλος. Που τη δήλωναν όλοι σχεδόν οι πολιτικοί αρχηγοί δεύτερη περιφέρεια, για να δώσουνε ώθηση στα ποσοστά τους. Και θυμόμουν συνειρμικά τα παλιά «παιχνίδια χωρίς σύνορα» (όχι τη σημερινή άνοστη εκδοχή τους), όπου όλες οι χώρες έπαιζαν μαζί το τζόκερ στο ίδιο παιχνίδι κι αναπόφευκτα κάποιες έβγαιναν χαμένες. Εμείς δηλ συνήθως, που θαλασσοπνιγόμασταν όπου υπήρχε πισίνα και παλεύαμε στα ίσα με τους μαλτέζους για την τιμητική τελευταία θέση.

Τώρα όμως η κρίση τα αναποδογύρισε όλα, τα παιχνίδια χωρίς σύνορα με την μπουλέ στον αντένα είναι ντροπή να φέρουν αυτό το όνομα και δεν υπάρχουν πια παγιωμένες πολιτικές σταθερές. Ο άκης μπήκε στην μπουζού, στα πλαίσια της κάθαρσης του πολιτικού συστήματος, μαζί κι ο προηγούμενος δήμαρχος, ο παπαγεωργόπουλος, ενώ στο τσακ τη γλίτωσε ο ζορό ψωμιάδης. Μόνο θεσσαλονικείς βάζουν στο στόχαστρο όμως και εμένα μου μυρίζει δάχτυλος του αθηναϊκού κατεστημένου. Το λέει κι ο μπάμπης ο σουγιάς άλλωστε…


Αντί επιλόγου το τραγούδι από το οποίο προέρχεται κι ο τίτλος της ανάρτησης.

Πέμπτη 19 Μαρτίου 2009

Τι θα γίνει φίλε μου με μας

Δεν ξέρω πόσους ενδιαφέρει το θέμα και πόσο. Αν κρίνω από παλιότερες αναρτήσεις, μάλλον όχι πολύ.

Το γράφω και με δέκα μέρες καθυστέρηση. Τα γεγονότα πρέπει να τα χωνέψεις για να τα κρίνεις. Να ωριμάσει μια ιδέα μέσα σου. Αλλιώς θα βγει καχεκτική κι επταμηνίτικη.
Τώρα, πώς ήθελα εγώ να δουλέψω σε εφημερίδα, να γράφω για θέματα εφήμερα, είναι ένα ζήτημα.
Τι κάνει ο άνθρωπος για να ζήσει...

Πριν δέκα μέρες ήταν το ντέρμπι παοκ-ολυμπιακός και το δούλεμα έπεσε σύννεφο. Εκατέρωθεν.

Τα μέσα της πόλης ρίξαν γραμμή να μη γίνουν επεισόδια. Τους έπιασε ο πόνος, όχι για το άθλημα, αλλά για την παε. Μην τιμωρηθεί και πάει στράφι η χρονιά.

Ποιον πείθουν όμως οι εκκλήσεις για ηρεμία λίγες μέρες πριν τον αγώνα; Από τα ίδια μέσα που πουλάν οπαδιλίκι και μακεδονομάχους για να 'χουν πελατεία;

Η ζωή συνεχίζεται, ο κόσμος διαμαρτύρεται, ξεσηκώνεται, βρήκε κάτι να του φταίει σε αυτό που έχει γίνει νόημα της ζωής του.
Ποιος θα του πει όμως πως ο πρόεδρος τεό, η διοίκηση της ομάδας που αγαπάει, είναι κομμάτι του συστήματος που λατρεύει να μισεί; Ότι τα 'χει κάνει πλακάκια με το κατεστημένο της αθήνας;
Ότι στη σούπερ-λιγκ είναι όλοι μια οικογένεια (λύκων) και γι' αυτό στο τέλος ουδείς τιμωρήθηκε;

Κι οι από κάτω όμως δεν πήγαν πίσω.
Έφτιαξαν κι οι ίδιοι κλίμα για να παίξουν το βολικό ρόλο του θύματος.
Τη ριζούπολη την ξέχασαν πολύ γρήγορα. Κι όσοι τη θυμήθηκαν εδώ ήταν για να κάνουν συμψηφισμό.

Στο τέλος όλα κρίνονται εκ του αποτελέσματος.
Ζημιά στην ομάδα τους κάναν οι παοκτζήδες, δεν άφησαν να παιχτεί ποδόσφαιρο και τους γύρισε μπούμερανγκ.
Μάγκας ο κόκαλης που πήρε τον τίτλο στη ριζούπολη. Κότες και πελάτες οι ηττημένοι.

Και μετά, όλοι μαζί (το βράδυ στη βανδή) οι νοήμονες καταδικάζουν τους ανεγκέφαλους και τα επεισόδια.
Φτιάχνουν μια κατάσταση και μετά λένε να μην φτάσει στα άκρα, στην τελική της συνέπεια. Και καταδικάζουν όσους δεν τράβηξαν φρένο στον κατήφορο.
Η εξουσία έχει πάντα διπλή γλώσσα κι ηθική. Η τέταρτη ακόμα περισσότερο.

Ποιος θα εξηγήσει στον κόσμο ότι δεν αξίζει τον κόπο;
Ποιος θα πει σε όσους ντύνονται με δίχρωμα κασκόλ πως το παιχνίδι είναι στημένο κι από πριν ξεπουλημένο;

Που και τέτοιο να μην ήταν, είναι απλώς ένα παιχνίδι.
Αλίμονο αν η ζωή μας είναι τόσο άδεια, ώστε να τη γεμίζουμε με το ποδόσφαιρο και τις ομάδες. Κι επειδή είναι, αλίμονο αν αφήνουμε να μας τη γεμίζουν με αέρα κοπανιστό. Παίρνοντας φανταστική εκδίκηση για τις νίκες και τις χαρές που δεν έρχονται στην πραγματική ζωή.

Γιατί να το πουν όμως;
Πάνω στο παιχνίδι έχει στηθεί ολόκληρη μπίζνα, παίζονται εκατομμύρια. Κι ο καθένας πάει να φάει ό,τι μπορεί απ' την πίτα.

Αν ο κόσμος το αντιμετώπιζε σαν παιχνίδι δε θα 'χαν τζίρο οι παε, τα κανάλια, ο τύπος.
Θα έβρισκε πιο σοβαρά πράγματα να ασχολείται, θα γινόταν επικίνδυνος.

Κι όμως, υπάρχουν κομμουνιστές που δεν το βλέπουν ως παιχνίδι, ορκίζονται πως το ποδόσφαιρο είναι θρησκεία (χωρίς απίστους) κι επικαλούνται (ω, τι πρωτότυπο) το βίωμά τους σε όσους δε συμφωνούν.

Βλέπουμε με συμπάθεια τους θρησκόληπτους, όχι όμως το αφιόνι που τους ποτίζουν. Ούτε τους συντρόφους που εξυμνούν το όπιο.

Υπάρχουν κομμουνιστές που λεν πως δεν είναι κακό να είσαι οπαδός.
Αλλά με τη δεύτερη ιδιότητά τους ξεχνάν την πρώτη.
Δεν έχουν πρόβλημα με τη στημένη τράπουλα. Τους πειράζει που δεν τη στήνει η ομάδα τους για να παίρνει περισσότερους τίτλους.

Το οπαδικό κριτήριο θολώνει το ταξικό. Ό,τι κι αν κάνουμε δεν παντρεύονται.
Αλλά οι κομμουνιστές θέλουν ηθική κάλυψη για ό,τι κάνουν, εσωτερική νομιμοποίηση. Κάτι να δικαιολογεί τις πράξεις μας, να ξεγελάμε τον εαυτό μας, πως είμαστε συνεπείς με τις αρχές μας.
Κι έτσι βγάζουμε μια θεωρία για κάθε αδυναμία μας.

Αν οι πράξεις μας δε συμφωνούν με την ιδεολογία μας, τόσο το χειρότερο γι' αυτήν. Την φέρνουμε στα μέτρα μας για να τις χωρέσει. Χυδαίος εμπειρισμός αντί για θεωρία.
Ο καθένας βγάζει τη δική του αδυναμία αθώα. Ο οπαδός τη μπάλα, ο θρησκόληπτος το θεό του, ο χρήστης την πρέζα και πάει λέγοντας.

Τι μένει ύστερα από όλα αυτά;
Η αποπνικτική οσμή απ' τα χημικά και τα δακρυγόνα.
Που πλέον πέφτουν αδιακρίτως, όπου μαζεύεται πολύς κόσμος. Ακόμη και σε γήπεδα.

Παραδοσιακά το κίνημα είχε την απορία πώς μας την πέφτουν εμάς τόσο οργανωμένα οι μπάτσοι και στο γήπεδο αφήνουν τους κάφρους να αλωνίζουν.
Αλλά δεν πάει πλέον έτσι.

Άσε που εσχάτως μια μερίδα πέτυχε κινηματική συγχώνευση με τους χούλιγκαν.
Από την ποδοσφαιροποίηση της πολιτικής στα 80'ς, στην χουλιγκανοποίηση του κινήματος σήμερα.

Με τους συνδέσμους οπαδών υπάρχουν παραδοσιακά σχέσεις καχυποψίας.
Για μας είναι άνδρα ναρκωτικών και λούμπεν αποχαύνωσης. Για αυτούς είμαστε άνδρα διαφθοράς και κομματόσκυλων.
Εμείς τσουβαλιάζουμε αφοριστικά τους συνδέσμους κι αυτοί κόμματα κι ιδεολογίες. Και τα βρίσκουν με τους αναρχικούς.

Κάποιοι θεωρούν το ποδόσφαιρο τέχνη. Που κατά τον μπρεχτ δεν αντανακλά απλώς σαν καθρέφτης την πραγματικότητα. Τη μεγεθύνει.

Αλλά ας μην του αποδίδουμε μαγικές ιδιότητες που δεν έχει. Αδικούμε τις τέχνες και τους εαυτούς μας έτσι.
Απλός καθρέφτης της κοινωνίας είναι. Και μάλιστα απ' τους καλύτερους.

Πολλά πράγματα ξεκινάν απ' τα γήπεδα. Ή γιγαντώνονται εκεί.
Από το ρατσισμό και τον εθνικισμό, μέχρι το χαφιεδιλίκι με τις κάμερες. Κι εσχάτως και τα χημικά.
Τα οποία, όπως πάει το πράγμα, σε λίγο θα πετιούνται εθιμικά σε κάθε συνάθροιση περισσοτέρων από πέντε ατόμων.

Επειδή το τέλος πρέπει να έχει ηθικό δίδαγμα, η κε του μπλοκ προτείνει ανεπιφύλακτα την ηθικοπλαστική ταινία άγρια νιάτα-χούλιγκανς από τη θρυλική δεκαετία του 80.

Με την απίστευτη σκηνή με την αλήθεια που βρίσκεται στους σεξ πίστολς κι όχι στο δρόμο του θεού, την κατιάνα μπαλανίκα σε ρόλο που θυμίζει κατ γούμαν και μια διεθνή ακροδεξιά οργάνωση να κρύβεται πίσω από τα επεισόδια και τους χούλιγκαν (τα ξένα κέντρα που καταγγέλλει η αλέκα).

Γιατί στα 80'ς ακόμα και το καλτ γιούχου ήταν πολιτικοποιημένο.