Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα σαβιέτσκι σαγιούζ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα σαβιέτσκι σαγιούζ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 13 Φεβρουαρίου 2024

Η σωστή πλευρά της αθλητικής ιστορίας

Αν ρωτήσουμε κάποιους ανθρώπους ποιο είναι το αντίστοιχο των B movies σε βιβλία, θα μας πουν αυτά με αθλητικό θέμα. Κι όχι με την έννοια ότι τα θεωρούν καλτ, αλλά ότι είναι δεύτερα, για πέταμα ή για προσάναμμα στο τζάκι, όπως κάνει στα βιβλία του Μονταλμπάν ο Πέπε Καρβάλιο.

Η δική μου άποψη είναι ένα σαφές «ναι αλλά όχι» ή έστω ένα εξαρτάται ως προς τα αθλητικά βιβλία.
Ότι το λατινικό «Β» θα κολλούσε καλύτερα στην Μπαρτσελόνα, τον Μπάρκλεϊ ή στον κόουτς Μπαρτζώκα -και για άλλους Mr Bean- που είναι ο εφιάλτης του Sportime και άλλων δημοσιογράφων και κάποιοι ζουν για τη στιγμή που θα τον ρωτήσει ο άτυχος Μενεγάκης για τη φιλοσοφία του απέναντι σε έναν αντίπαλο και ο κόουτς θα πει: «ο διαλεκτικός υλισμός».
Και ότι το τέχνασμα του Μονταλμπάν να ασκεί καυστική κριτική δια της μυθιστορηματικής έστω καύσης βιβλίων, είναι πολύ χοντροκομμένο και απαράδεκτο για το δικό μου αναγνωστικό κριτήριο. Έχει γράψει όμως ένα αξιόλογο αθλητικό βιβλίο με κοινωνικές-πολιτικές προεκτάσεις από τις οποίες μου έχει μείνει η φράση ότι η Μπάρτσα είναι ο άοπλος συμβολικός στρατός της Καταλονίας -αρκεί να ξέρεις ποιον θες να νικήσεις. Ενώ σε ένα άλλο βιβλίο θρηνεί τη χαμένη ταυτότητα της πόλης και τον εκσυγχρονισμό που την αλλοιώνει -και ας θεωρείται η Βαρκελώνη υπόδειγμα μεταμόρφωσης, που αξιοποίησε τα ολυμπιακά έργα. Φαντάσου δηλαδή τον Μάρκαρη, που κάποτε μετέφραζε Μπρεχτ, να μην γκρινιάζει για τους διαδηλωτές του Δεκέμβρη, αλλά για την καταστροφή που φέρνει η ανάπτυξη. Ούτε σε έργο του Ιονέσκο...

Εν τω μεταξύ, το φετινό καλεντάρι περιλαμβάνει τους Ολυμπιακούς στο Παρίσι -αν δεν έχει άλλη άποψη ο κορωνοϊός ή κάποιος άλλος αστάθμητος παράγοντας, πχ το «ξανθό γένος», που έχασε όμως πέρσι τον «ξανθό» και τα μπινελίκια του (μπλιατ) και παραμένει αποκλεισμένο ως έθνος από τη ΔΟΕ, ίσως γιατί οι «αθάνατοι» το μπερδεύουν με τη Σοβιετία -και άντε να μην το μπερδεύουν μετά και άλλοι που δηλώνουν δικοί μας.

Μια αναδρομή στο παρελθόν των σύγχρονων -και όχι μόνο- Ολυμπιακών Αγώνων είναι σαν μικρός ιστορικός περίπατος σε άγνωστες σελίδες της παγκόσμιας ιστορίας, μελανές και χρυσές. Και η πλέον χρυσή είναι βασικά κατάμαυρη, σαν τους Μαύρους Πάνθηρες και την υψωμένη γροθιά των Σμιθ και Κάρλος ενάντια στον ρατσισμό που βίωναν στη χώρα τους -την χώρα της ελευθερίας, για να μην ξεχνιόμαστε με τα δεσμά μας.
Περίπατος σε σημαντικές σελίδες και κεφάλαια της ιστορίας, όπως η άνοδος του φασισμού, οι ναζιστικές αποχρώσεις στην αναβίωση του εθίμου της ολυμπιακής φλόγας (και η προσπάθεια των ημι-παράνομων κομμουνιστών να την σαμποτάρουν), ο ρατσισμός, οι διαχρονικές διακρίσεις κατά των γυναικών, η άνοδος του σοσιαλιστικού μπλοκ, ο αγώνας της Παλαιστίνης για ελεθυερία, και ένα σύντομο μάθημα για το πώς το χρήμα κυβερνά τον κόσμο, σκοτώνοντας κάθε ρομαντική ιδέα, αλλά χρησιμοποιώντας τα κουφάρια τους ως καμουφλάζ, όπως το Ηρακλής τη λεοντή.
Είναι όμως και μια θαυμάσια αφορμή -θαυμάσια, που θα έλεγε και ο Μανόλο Μαυρομάτης στην ΕΡΤ του βαθέος ΠΑΣΟΚ κι ας ήταν ευρωβουλευτής με τη ΝΔ- να εντρυφήσει κανείς σε σημαντικά επεισόδια του «ψυχρού πολέμου», αλλά και σε πιο σοβαρούς προβληματισμούς.

Ήταν λάθος - παρέκκλιση η εγκατάλειψη των Σπαρτακιάδων, εργατικών Ολυμπιάδων κτλ, που έσβησαν ως θεσμός στη Βαρκελώνη του Μονταλμπάν (που έχασε το χρίσμα της διεξαγωγής από το Βερολίνο του Χίτλερ) λίγες μέρες πριν από το πραξικόπημα του Φράνκο;
Ήταν η συμμετοχή των Σοβιετικών στους Ολυμπιακούς Αγώνες κατά τα μεταπολεμικά χρόνια στροφή ενσωμάτωσης και μια αποτύπωση της ειρηνικής συνύπαρξης στο «αθλητικό εποικοδόμημα»; Ή μήπως ήταν μια μορφή ταξικής πάλης με άλλα μέσα, για να φανεί η σοσιαλιστική υπεροχή σε αξίες-ιδανικά και στον πίνακα των μεταλλίων;
Το 1988 στη Σεούλ, όπου απείχε η τίμια Κούβα και η ΛΔ Κορέας, γιατί δεν την άφησαν να γίνει συνδιοργανώτρια σε κάποια αθλήματα, τεκμήριο αυτής της ανωτερότητας δεν ήταν μόνο η άνετη πρωτιά των Σοβιετικών, η υπεροχή της ΕΣΣΔ έναντι των ΗΠΑ και της σωστής πλευράς της Γερμανίας (και της ιστορίας, που οσονούπω τελείωνε) έναντι της ΟΔΓ. Ήταν και η δεύτερη θέση της ΓΛΔ που είχε περισσότερα μετάλλια από τους Αμερικάνους!

Αλλά ό,τι λάμπει (Νικολάου) δεν είναι χρυσός και ο χρυσός δε φέρνει πάντα την ευτυχία, όπως θα μας βεβαίωνε ο Μίδας, ή την κοινωνία του μέλλοντος.

Και από πότε πάνε μαζί ιδανικά και μετάλλια-νίκες; θα ρωτήσει κανείς.
Από τότε που οι γοργόνες βγαίνουν στη στεριά και ρωτάνε με αγωνία ναυτικούς και ταξικά ναυάγια αν ζει το κόκκινο φάντασμα που πλανάται πάνω από τη γηραιά ήπειρο και τον γέρικο σάπιο κόσμο της εκμετάλλευσης. Και τουλάχιστον από όταν οι ηττημένοι εισπράττουν απ’ την εξέδρα τους βροχή δεκάρικα, μετά το Ανεμολόγιο της Αλλαγής, βλέποντας τους νικητές να μη γράφουν απλά την ιστορία, αλλά να διακηρύσσουν πανηγυρικά το τέλος της.

Το είχε πει προφητικά και ο Άρης άλλωστε (Β όπως Βελουχιώτης) και το μεταφέρω από μνήμης: αν νικήσουμε κανείς δε θα θυμάται τίποτα από τις δικές μας σκληρότητες, αλλά αν χάσουμε κανείς δε θα μας το συγχωρήσει.

Σε ένα αγνό, παρθένο αναρχίζον φαντασιακό, που μικρή σχέση έχει με τον πραγματικό κόσμο, ήρωες είναι μόνο οι χαμένοι, που έπεσαν ηρωικά σε άνιση μάχη, απέναντι σε θεούς και δαίμονες. Όσοι νικάνε, γίνονται εξουσία και διαφθείρονται, οπότε χάνουν την αθανασία και μια θέση στο εικονοστάσι των πραγματικών ηρώων.

(Ανοίγει -αριστερή- παρένθεση. Μια άλλη αναρχίζουσα οπτική λέει πως η ρίζα του κακού δεν είναι μόνο ο επαγγελματικός αθλητισμός και ο πρωταθλητισμός που νοθεύουν τη χαρά της άθλησης με το δηλητήριο της σκοπιμότητας και της νίκης με κάθε τρόπο, αλλά ο ίδιος ο αθλητισμός, που βάζει καλούπια στην ελεύθερη κίνηση και τον αυθορμητισμό του παιδιού, στην άναρχη χαρά (που ή θα είναι άναρχη ή δε θα είναι χαρά) του παιχνιδιού και γίνεται ένα φτηνό υποκατάστατο με κανόνες και περιορισμούς, νόμους και άρχοντες -διαιτητές.

Εμένα πάλι όλα αυτά μου μυρίζουν Μπερνστάιν και το σύνθημα «ο τελικός σκοπός δεν είναι τίποτα, η κίνηση είναι το παν». Θεωρώ εξαιρετικά πληκτική και ανούσια μια άσκοπη κίνηση χωρίς στόχους και κανόνες. Και πιστεύω -στην υπερβολή του- πως όλα τα παραπάνω είναι μια πρωτότυπη-εναλλακτική διαδρομή για να βρει κανείς τις διαφορές μεταξύ κομμουνισμού κι αναρχίας. Αναρωτιέμαι, ωστόσο, τι μορφή θα λάβουν στην κοινωνία του μέλλοντος ο αθλητικός ανταγωνισμός και διάφορες διοργανώσεις. Και προβληματίζομαι αν οι αθλητικοί αγώνες στον σοσιαλισμό θα έχουν τον ίδιο πρωτεύοντα ρόλο για τους διαιτητές ή αν αυτός θα τείνει να απονεκρώνεται, σαν το κράτος, και οι παίκτες θα αναλάβουν σταδιακά να διευθύνουν και να λύνουν τις διαφωνίες που προκύπτουν στον αγώνα.

Κλείνει η σοσιαλιστική παρένθεση).

Κάποτε ο Καμί έγραψε πως όλα όσα ξέρει από ηθική, του τα έμαθε το ποδόσφαιρο. Μια πιο σφαιρική τοποθέτηση μπορεί να έλεγε πως το ποδόσφαιρο -και ο αθλητισμός εν γένει- είναι καθρέφτης της κοινωνίας και μπορεί να μας δείξει όσα ξέρουμε για την ηθική -και συνεπώς για την ανηθικότητα- αυτής της κοινωνίας. Σε κάθε περίπτωση, ο αθλητισμός είναι όντως μια πολύ καλή εισαγωγή για αρχάριους στη διαλεκτική σκοπού και μέσου.

Ο σκοπός δεν αγιάζει μακιαβελικά τα μέσα, δε νομιμοποιεί την αδικία και τα ύπουλα μέσα. Κανείς δεν πρέπει να χαίρεται μια νίκη που έρχεται με σικέ αγώνες, πουλημένους διαιτητές και κακό θέαμα. Αυτοσκοπός δεν είναι η νίκη αλλά η χαρά του παιχνιδιού -που σαφώς περιλαμβάνει και τη χαρά της νίκης, την ανταμοιβή των κόπων μας, αλλά όχι με οποιοδήποτε μέσο.
Hasta la victoria siempre...

Ο στόχος της νίκης δεν καθορίζει ευθέως τα μέσα -και αντιστρόφως. Αλλιώς μέσο και σκοπός θα ταυτίζονταν, δε θα υπήρχε διάκριση μεταξύ τους. Ο δρόμος προς τη νίκη δεν είναι πάντα στρωμένος με ροδοπέταλα και ευ αγωνίζεσθαι. Και κάποιος-οι πρέπει να βγάζουν τη βρώμικη δουλειά, όσο υπάρχει -αντικειμενικά- τέτοιος καταμερισμός εργασίας, στο γήπεδο και στη ζωή. Δε σημαίνει πχ πως δε θα υπάρχουν τερματοφύλακες και χειρώνακτες, επειδή όλοι θέλουν να παίζουν μπροστά, φουλ επίθεση.

Αν θες να παίξεις με αξιώσεις, χρειάζεται καλή προπόνηση, πειθαρχία, οργάνωση, ενίοτε και τακτική (υποχώρηση, αιφνίδιες αντεπιθέσεις, ακόμα και κατενάτσιο). Αν ψάχνει κανείς ένα πολιτικό αντίστοιχο του «κατενάτσιο», δύσκολα θα δει καλύτερο παράδειγμα από το Τείχος του Βερολίνου, που παρά τη σχετική αστική υστερία, είχε αμυντικούς σκοπούς, στη βάση ενός αρνητικού συσχετισμού δύναμης και μιας πίεσης που δεν ήταν εφικτό να αποκρουστεί διαφορετικά.

Το βασικό ερώτημα, όμως, είναι άλλο.
Μπορούμε να νικήσουμε σε οποιονδήποτε στίβο (πολιτικό ή αθλητικό) τον ταξικό εχθρό με το σφυροδρέπανο στο χέρι; Μπορούμε να πετύχουμε άμεσα μεγαλύτερη παραγωγικότητα -απελευθερώνοντας παραγωγικές δυνάμεις από τα δεσμά της ιδιωτικής ιδιοκτησίας- από τους εντατικούς, εξοντωτικούς ρυθμούς ανάπτυξης των μονοπωλίων που ξεζουμίζουν εκατομμύρια εργαζόμενους σε όλη τη γη; Μπορείς να νικήσεις με απλή προπόνηση επαγγελματίες υπεραθλητές, που χρησιμοποιούν κάθε μέσο για να πετύχουν τη διάκριση; Ή μήπως πρέπει να σταματήσουμε να προσπαθούμε να ξεπεράσουμε τον εθχρό, να τον νικήσουμε στο δικό του γήπεδο με τα δικά του όπλα, και να πορευτούμε σε τελείως διαφορετική κατεύθυνση;

Η πραγματική ζωή είναι κριτήριο για κάθε θεωρία, αλλά δε δίνει πάντα καθαρές απαντήσεις. Στο πεδίο της πράξης του εικοστού αιώνα, ο σοσιαλισμός που γνωρίσαμε κινήθηκε παράλληλα σε διάφορα επίπεδα. Επέλεξε για μια σειρά λόγους, ουσίας και συμβολισμού, να πάρει μέρος στην κούρσα του πρωταθλητισμού. Είναι δεδομένο ότι έδειξε μέρος της δύναμής του αλλά δεν απέφυγε τις αρνητικές πτυχές του πρωταθλητισμού, όπως η πίεση σε κάποιους αθλητές και τα αναβολικά. Αλλά όποιος πιστεύει ότι αυτό ήταν ένα παιχνίδι που έπαιξε μόνο η ΓΛΔ πχ -νιώθοντας την ανάγκη να αποκρούσει και σε αυτό το επίπεδο την πίεση που δεχόταν και να δείξει την υπεροχή της- μάλλον καταπίνει πρόθυμα και αμάσητη την αστική προπαγάνδα. Ενώ παράλληλα αγνοεί ότι η βάση για τις επιτυχίες και τα μετάλλια των σοσιαλιστικών χωρών δεν ήταν πως έπιασαν το «τρένο της ΕΤΕ» στα αναβολικά (επιλέγοντας να εστιάσουν σε συγκεκριμένους τομείς), αλλά οι αξεπέραστες αθλητικές υποδομές τους, για να ανακαλύπτουν και να αξιοποιούν κάθε ανθρώπινο ταλέντο και κλίση, αναπτύσσοντας ουσιαστικά τον μαζικό λαϊκό αθλητισμό. Κι αυτό είναι ένα σπουδαίο, ανεξίτηλο επίτευγμα, που δεν μπορεί να το μειώσουν πχ οι εξυπνάδες του Πανούτσου, ότι εκεί όλοι αθλούνταν γιατί δεν είχαν δυνατότητες κοινωνικής ανέλιξης, συνεπώς βαριόντουσαν και δεν ήξεραν πώς/πού να διοχετεύσουν την ενέργειά τους.

Τα ίδια ισχύουν σε γενικές γραμμές για την περίπτωση της Κούβας που εξακολουθεί να παράγει τους δικούς της πρωταθλητές και επιπλέον εξάγει κάποιους, που ονειρεύονται το χρήμα και το αναζητούν στο εξωτερικό, αυτομολώντας στο αντίπαλο στρατόπεδο. Αλλά το βασικό είναι έβγαζε και βγάζει αθλητές που ήξεραν την αξία των ηθικών κινήτρων, όπως ο μυθικός Στίβενσον, που τον πολιορκούσε ο πειρασμός της επαγγελματικής πυγμαχίας και των χρημάτων, αλλά δε θα αντάλλασσε με τίποτα την αγάπη του λαού του, ούτε για τα κέρδη όλου του κόσμου.

Κι αυτό πια, για να παραφράσουμε τον Κάστρο, δεν είναι να έχεις απλώς το κεφάλι σου στο στόμα του λύκου και να του λες να πάει να γαμηθεί. Αλλά να περιφρονείς και τα χρυσά του δόντια, που αυτός νομίζει ότι είναι ικανά να αλέσουν όλες τις συνειδήσεις. Όμως δεν είναι/είμαστε όλοι για τα δόντια τους...

Όσο για τη Σοβιετική Ένωση, παρά τη στροφή που την έβγαλε στο περιθώριο της ιστορίας, έδωσε διάφορα δείγματα όχι μόνο της δικής της υπεροχής, αλλά για την υπεροχή των αρχών της έναντι της όποιας νίκης - διάκρισης. Όσο και αν ψάξει κανείς, δε νομίζω να μπορεί να βρει αντίστοιχα παραδείγματα στον «δυτικό κόσμο» με την απόφαση των Σοβιετικών να μην παίξουν το ’73 στη Χιλή του Πινοτσέτ (χάνοντας το εισιτήριο για την τελική φάση του Μουντιάλ της ΟΔΓ). Ή την απόφαση της σοβιετικής ομάδας μπάσκετ να μηδενιστεί στην ίδια χώρα, στο Μουντομπάσκετ του ’59 και να χάσει ένα σίγουρο χρυσό μετάλλιο, όταν διάλεξε να μην παίξει εναντίον της Ταϊβάν-Φορμόζα (και μάλιστα σε μια εποχή που μάλλον διαφαινόταν το σινο-σοβιετικό σχίσμα). Τελικά τερμάτισε στην έκτη θέση, αλλά στην ΕΣΣΔ κυκλοφόρησε μια σειρά γραμματόσημα με το σύνθημα «ηθικοί νικητές του 3ου Μουντομπάσκετ».

Γιατί είναι πάντα καλύτερο να βρίσκεσαι στη σωστή πλευρά της ιστορίας, παρά στην υψηλότερη θέση του βάθρου.
Hasta la revolucion siempre...

Τι να μας πει και ο Μπάνε (που δυστυχώς την είδε λάιφ-κόουτς) με τη δική του «Δύναμη της ήττας». Αλλά αυτά στο δεύτερο μέρος, αν και εφόσον...


Και αν όλα αυτά χρειάζονται οπωσδήποτε κάποιο άλλοθι σύνδεσης με την επικαιρότητα, θα πάρω τη σημερινή παγκόσμια ημέρα του ραδιοφώνου, τη βοήθεια του κοινού και την αυθόρμητη εξομολόγηση του παλιού συμπαρουσιαστή του «Σπορ και Σκορ στον 904».
Ράδιο-ράδιο αγάπη μου...

Μετά από αυτήν την εκτενή εισαγωγή, πάμε στην ανάπαυλα, με την ελπίδα να υπάρξει χρόνος για δεύτερο ημίχρονο, με συγκεκριμένες προτάσεις - κριτικές και συνειρμούς από κάποια αθλητικά βιβλία που έπεσαν στα χέρια της κε του μπλοκ τις τελευταίες βδομάδες.

Παρασκευή 12 Οκτωβρίου 2018

Ο Τσε Γκεβάρα ενάντια στο Φιντέλ, τους Σοβιετικούς και άλλες ιστορίες…

Δημοσιεύτηκε στην Κατιούσα

Η συνταγή είναι παλιά και δοκιμασμένη, από τον “τσελεμεντέ του μικροαστού”.

Άλλο οι κομμουνιστές κι άλλο το κόμμα τους, η εξουσία τους, ο ένοπλος στρατός τους. Οι πρώτοι μεγαλουργούν, τους θαυμάζουμε και τους οικειοποιούμαστε σαν ηρωικές εμβληματικές μορφές. Τα δεύτερα σφάζουν, καταπιέζουν, προδίδουν τους πρώτους, τους τρώνε όπως ο Κρόνος τα παιδιά του. Πιο κλισέ κι από μπλουζάκι με τον Τσε, κονκάρδα με τον Τσε, μποξεράκι με τον Τσε και όλα τα συμπαρομαρτούντα της εμπορευματοποίησης.

Σιγά μη γλίτωνε ο Ερνέστο Γκεβάρα από αυτήν τη μόδα. Γιατί έφυγε λοιπόν ο Τσε από την Κούβα; Μήπως ήρθε σε ρήξη με το Φιντέλ; Μήπως είχε βαρεθεί να σαπίζει στα γραφεία και τα οφίτσια, για να μη βουλιάξει στη ρουτίνα και γίνει ένα γραφειοκράτης; Μήπως έβλεπε τα χρόνια να περνούν και το στόχο να απομακρύνεται, σαν το βάθος του ορίζοντα όσο τον πλησιάζεις;

Η αλήθεια είναι κάπως διαφορετική και σίγουρα πιο σύνθετη. Οι Κουβανοί όφειλαν να μείνουν στη χώρα τους για να ολοκληρώσουν την επανάστασή τους, το χτίσιμο της νέας κοινωνίας. Ο Τσε ήταν Αργεντίνος και δεν είχε τέτοια δέσμευση. Φεύγοντας από την Κούβα, για να συνεχίσει το αντάρτικο σε άλλες χώρες, της πρόσφερε την καλύτερη υπηρεσία που μπορούσε, ως προέκταση του δικού της αγώνα, και έτσι αντιλαμβανόταν το επαναστατικό του καθήκον.

Είχε ποτέ συγκρούσεις ή διαφορετικές αντιλήψεις με τον Κάστρο; Στρατηγικές διαφωνίες, σίγουρα όχι. Αυτή η ομοψυχία ήταν εξάλλου το θεμέλιο της φιλίας τους, αλλά κυρίως της διαρκούς πορείας της επανάστασης σε πιο ριζοσπαστικά μονοπάτια, με σοσιαλιστικό χαρακτήρα. Ο Τσε και ο Φιντέλ εξάλλου δε γεννήθηκαν κομμουνιστές. Διαμορφώθηκαν και συνάντησαν στην πορεία το μαρξισμό-λενινισμό, ως φυσική συνέπεια της δικής τους αγωνιστικής συνέπειας.

Αυτό δεν αποκλείει να είχαν διαφορετική αντίληψη για επιμέρους ζητήματα. Συνήθως αναφέρεται ως τέτοιο η στάση τους απέναντι στους Σοβιετικούς, οι εμπορικές σχέσεις και η συνεργασία με την ΕΣΣΔ. Είναι γνωστό πάντως πως αμφότεροι είχαν απογοητευτεί με τη στάση του Χρουτσόφ και την υπαναχώρησή του κατά την “κρίση των πυραύλων” που τους άφησε εκτεθειμένους. Ο Φιντέλ ήταν όμως υποχρεωμένος να αντιμετωπίσει τα πράγματα από τη θέση του ως ηγέτης μιας χώρας, να εξασφαλίσει στρατηγικούς συμμάχους κι επέλεξε συνειδητά να είναι στο σοσιαλιστικό στρατόπεδο και στο πλευρό των Σοβιετικών, ακόμα και στα χρόνια της Περεστρόικα. Ο Τσε αντιθέτως είχε μεγαλύτερο περιθώριο κι ελευθερία κριτικής και κινήσεων -θα επιστρέψουμε σε αυτό παρακάτω.

Πώς προκύπτει όμως η ρήξη στη σχέση των δύο ανδρών; Με ποιο κριτήριο διαχωρίζουμε τον ένα από τον άλλον; Ο Τσε έπρεπε να κρυφτεί και να αναχωρήσει μυστικά από τη χώρα, χωρίς επίσημες τελετές αποχαιρετισμού, για λόγους συνωμοτικότητας. Ο Φιντέλ δεν τον άφησε να φύγει σε μια αποστολή αυτοκτονίας χωρίς γυρισμό, αλλά βρισκόταν σε συνεχή επαφή μαζί του, του έδωσε εκλεκτούς συντρόφους και κάθε πιθανή βοήθεια, πιστεύοντας στον αγώνα του και τη δυνατότητα να νικήσει. Και όταν ήρθε το τέλος, έκλαψε ειλικρινά για την απώλειά του και τον ανέφερε ως παράδειγμα: αν με ρωτούν πώς θέλουμε να μεγαλώσουν τα παιδιά μας, θα έλεγα πως θέλουμε να γίνουν σαν τον Τσε.

Όσοι προσπαθούν να διαχωρίσουν το ηγετικό δίδυμο της κουβανικής επανάστασης -όπου έχει θέση βέβαια και ο Ραούλ και ο Σιενφουέγος και όλος ο κουβανικός λαός- ματαιοπονούν. Πλασάρουν την εικόνα του επαναστάτη που παράτησε τα αξιώματα, ενάντια στον Κάστρο που έμεινε πίσω, γαντζωμένος τάχα στην εξουσία. Στην πραγματικότητα μισούσαν το Φιντέλ και την κουβανική επανάσταση γιατί νίκησε, και τυλίγουν τον Τσε με το “φωτοστέφανο” που βάζουν στους νεκρούς κομμουνιστές, για να θάψουν τους ζωντανούς.

Ποια ήταν όμως η στάση του Τσε απέναντι στους Σοβιετικούς; Τι σημασία είχε ο λόγος του στο Αλγέρι; Ο Τσε έκανε καταρχάς συντροφική κριτική στο “σοβιετικό μοντέλο” εννοώντας βασικά την τότε κυρίαρχη γραμμή της και τη στροφή στα κριτήρια της οικονομίας της αγοράς. Άσκησε κριτική στην προτεραιότητα που δινόταν στα υλικά κίνητρα θεωρώντας τα μοχλό που οδηγεί στον καπιταλισμό και προκρίνοντας στη θέση τους τη χρήση ηθικών κινήτρων που προωθούν τη διαμόρφωση μιας άλλης προσωπικότητας με κομμουνιστικά στοιχεία. Είναι η κριτική ενός κομμουνιστή που δε βάζει απέναντι τη Σοβιετική Ένωση αλλά σημειώνει σχεδόν “προφητικά” εκείνους τους παράγοντες που δυναμιτίζουν τα θεμέλια της σοσιαλιστικής οικονομίας. Είναι, με άλλα λόγια, ακριβώς το είδος της κριτικής που έπρεπε να γίνει αλλά έλειπε σε μια κρίσιμη καμπή για το κομμουνιστικό κίνημα διεθνώς, όταν ακόμα και μια καλοπροαίρετη επισήμανση μπορούσε να θεωρηθεί ως διαφοροποίηση που δίνει πάτημα στο ιμπεριαλιστικό στρατόπεδο.

Οι διαφορές δεν εξαντλούνταν στο “μοντέλο” σοσιαλιστικής οικοδόμησης αλλά αφορούσαν και την επαναστατική στρατηγική-τακτική και σε άλλες χώρες. Όση κριτική κι αν ασκηθεί πχ στη λογική του “φοκισμού”, των πολλών ένοπλων εστιών που θα προωθήσουν τον πολιτικό αγώνα και δεν έρχονται ως επιστέγασμά του, είναι σίγουρα άλλης τάξης από αυτή που μπορεί να γίνει στην πολιτική του ειρηνικού περάσματος και τις αυταπάτες που καλλιέργησε.

Σε κάθε περίπτωση μιλάμε για την κριτική και τα “λάθη” ενός κομμουνιστή που ήταν ενάντια σε όσα αδυνάτιζαν το σοσιαλισμό, τη Σοβιετική Ένωση και το κομμουνιστικό κίνημα και όχι ενάντια στους κομμουνιστές και τις σοσιαλιστικές χώρες. Κι αυτό δεν μπορεί να αλλοιωθεί και να αλλάξει, είτε αρέσει σε κάποιους είτε όχι.

Τετάρτη 10 Οκτωβρίου 2018

Το σοβιετικό Σύνταγμα του 77′ και το “παλλαϊκό κράτος”

Δημοσιεύτηκε στην Κατιούσα

Τις προάλλες συμπληρώθηκαν 41 χρόνια από την έγκριση του νέου σοβιετικού Συντάγματος, στην περίοδο της διακυβέρνησης του Μπρέζνιεφ. Το νέο Σύνταγμα περιείχε 28 άρθρα από το προηγούμενο που είχε ψηφιστεί το 1936, και διατηρούσε αρκετά προοδευτικά στοιχεία, επιβεβαιώνοντας μεταξύ άλλων τον πρωτοπόρο ρόλο του Κομμουνιστικού Κόμματος και το σοσιαλιστικό χαρακτήρα του κράτους. Η βασική αλλαγή ωστόσο αφορούσε ακριβώς αυτό το στοιχείο, το χαρακτήρα του κράτους, που θεωρούνταν πλέον παλλαϊκό, κράτος όλου του λαού, και όχι κράτους της εργατικής τάξης, δηλαδή “δικτατορία του προλεταριάτου”.

Πιστοποιούσε έτσι και στο επίπεδο του εποικοδομήματος, σε ένα σημαντικό τομέα, τη στροφή που είχε σηματοδοτήσει είκοσι χρόνια πριν το 20ό Συνέδριο του ΚΚΣΕ, με τη διαδικασία της αποσταλινοποίησης. Ρίζες αυτής της αντίληψης, ωστόσο, μπορούμε να βρούμε και σε αρκετά προγενέστερες επεξεργασίες, που αντιμετώπιζαν πχ τη Λαϊκή Δημοκρατία ως εναλλακτικό δρόμο στο σοσιαλισμό, διαφορετικό από τη ΔτΠ (δικτατορία του προλεταριάτου) που ήταν ο σοβιετικός δρόμος που ακολούθησε η Οχτωβριανή Επανάσταση. Ουσιαστικά, στο επίκεντρο βρισκόταν αυτή ακριβώς η έννοια, στην οποία κατά καιρούς έχει ασκηθεί πολύπλευρη κριτική από διάφορες σκοπιές, με το Λένιν ωστόσο να γράφει πως μαρξιστές δεν ήταν όσοι παραδέχονταν γενικά την ταξική πάλη -κάτι που έκαναν ακόμα και αστοί αναλυτές- αλλά μονάχα όσοι δέχονταν πως οδηγεί υποχρεωτικά σε αυτό το αποτέλεσμα: την εργατική εξουσία, δηλαδή τη δικτατορία του προλεταριάτου.

Κατά κανόνα, η κριτική αυτή είχε μικροαστική αφετηρία, που λυγίζει κι αναδιπλώνεται μπροστά στις δυσκολίες της ταξικής πάλης, απορρίπτει τη βία και τη “δικτατορία” -που όμως διαιωνίζει τη δικτατορία της αστικής τάξης, με όλους τους δημοκρατικούς μανδύες της- και αποκόβει τα δύο συνθετικά του όρου. Την απασχολεί δηλαδή πως η ΔτΠ θα πάψει να είναι “δικτατορία”, και όχι πώς θα συνεχίσει -ή αν θα πάψει- να είναι “εργατική”, του προλεταριάτου. Αυτή η σοσιαλδημοκρατική τάση φαινόταν να επηρεάζει το ΚΚΣΕ, κυριαρχώντας σταδιακά στις γραμμές του, κι αυτός ο ταξικός χαρακτήρας του κράτους ήταν που αναιρούνταν από το θεωρητικό σχήμα του “παλλαϊκού κράτους”, παρά την ανελέητη κριτική που είχαν ασκήσει οι Κλασικοί σε αντίστοιχες έννοιες στην εποχή τους, όπως πχ ο Μαρξ στην μπροσούρα του για το Πρόγραμμα της Γκότα.

Παρόλα αυτά, και στο προηγούμενο Σύνταγμα υπήρχαν αδύνατα σημεία, καθώς ο διαχωρισμός των εκλογικών περιφερειών γινόταν σε εδαφική βάση, ανά περιοχές δηλαδή, κι όχι με βάση τις παραγωγικές μονάδες και τους χώρους δουλειάς. Προφανώς υπήρχε παράλληλα και κάποια σχετική διαπάλη, που συνεχιζόταν στο χρόνο, χωρίς να είναι τίποτα δεδομένο, ως οριστική κατάκτηση.

Πέρα από την κριτική ενός λάθους πάντως, ή μάλλον για να είναι ολοκληρωμένη αυτή η κριτική, είναι απαραίτητο να δούμε ποια σημεία μπορεί να ερμηνεύουν ένα ατόπημα, ποιοι παράγοντες το ευνόησαν και ποια υπαρκτά προβλήματα κλήθηκαν να λύσουν οι Σοβιετικοί, που προχώρησαν σε αυτές τις λανθασμένες επιλογές.

Είναι γνωστό πως μια τάξη που βρίσκεται στην πρωτοπορία, καταφέρνει να προβάλλει ως εκπρόσωπος όλου του έθνους, να συσπειρώσει γύρω της τις υπόλοιπες τάξεις, για να παίξει αυτόν τον ηγεμονικό ρόλο. Είναι επίσης γνωστό πως κατά τη διάρκεια του πολέμου κατά των ναζί -που ονομάστηκε Μεγάλος Πατριωτικός Πόλεμος, και ας μην ήταν στενά τέτοιος- οι Σοβιετικοί επιδίωξαν με διάφορους τρόπους και ελιγμούς την ευρύτερη δυνατή συσπείρωση όλων των λαών της Σοβιετικής Ένωσης -αφού εκκαθάρισαν πρώτα τις δικές τους γραμμές στο Κόμμα από ασταθή και ύποπτα στοιχεία- ιεραρχώντας ως απόλυτη προτεραιότητα την επιβίωση του πρώτου σοσιαλιστικού κράτους στον κόσμο. Είναι επίσης εύλογο πως μια συνταγή που πετυχαίνει αποτελέσματα και νικάει, μπορεί να συνεχιστεί και να επεκταθεί σε ένα άλλο πλαίσιο, με διαφορετικές συνθήκες, που δε δικαιολογούν τη συνέχισή της.

Είναι σημαντικό όμως πως η μεγάλη πλειοψηφία των λαών της Σοβιετικής Ένωσης δεν πάλευαν γενικά και αόριστα ενάντια στον εισβολέα, αλλά για την υπεράσπιση της σοσιαλιστικής τους πατρίδας -ενώ όσοι έβλεπαν τα συμφέροντά τους να θίγονται από αυτήν, πέρασαν ανοιχτά με το πλευρό των Ναζί. Είναι επίσης σημαντικό πως η εργατική τάξη και η πολιτική της πρωτοπορία θα πετύχει αυτή την ευρεία συσπείρωση με την επιβεβαίωση του ρόλου της στην πράξη, σε μια σειρά καθήκοντα, και όχι κάνοντας από θέση αρχής υποχωρήσεις απέναντι σε άλλες, σύμμαχες τάξεις, στο όνομα μιας εθνικής ή παλλαϊκής ενότητας.

Ένα δεύτερο θεωρητικό ζήτημα που έμπαινε γενικά, είναι το εξής: αν η δικτατορία του προλεταριάτου είναι η μεταβατική μορφή μέχρι την εμφάνιση του κομμουνισμού και η ταξική πάλη οξύνεται στο σοσιαλισμό -όπως είχε γράψει ο Στάλιν- τότε πώς και πότε ακριβώς φτάνουμε στην απονέκρωση του κράτους, που θα μας οδηγήσει στο κομμουνιστικό στάδιο; Πώς δικαιολογείται ο ισχυρισμός της όξυνσης, εφόσον το κόμμα των μπολσεβίκων εκτιμούσε πχ τη δεκαετία του 30′ πως έχουν τεθεί οι βάσεις του σοσιαλισμού και έχουν εξαλειφθεί οι εναντίον του απειλές από τη σοβιετική κοινωνία;

Παράλληλα, υπήρχε μια αντίθεση μεταξύ του εσωτερικού μετώπου, όπου είχαν τεθεί οι βάσεις του σοσιαλισμού και οι βασικές κοινωνικές τάξεις (εργατική τάξη, αγροτιά, διανόηση) δεν είχαν ανταγωνιστικές σχέσεις μεταξύ τους, και του εξωτερικού τομέα, με τον Ψυχρό Πόλεμο και τα σφυριά του ιμπεριαλισμού να βαράνε συντονισμένα στην ίδια κατεύθυνση, βάζοντας στο στόχαστρο τη Σοβιετική Ένωση. Ασφαλώς αυτά τα δύο δε χωρίζονταν με στεγανά, δημιουργούνταν όμως μια ιδιαίτερη “παράδοξη” κατάσταση, που προκαλούσε και αντίστοιχες παραδοξολογίες σε θεωρητικό επίπεδο, όπως πχ το σχήμα του “κομμουνιστικού κράτους”, με τις κρατικές, πχ στρατιωτικές δομές, να διατηρούνται ενάντια στις εξωτερικές απειλές, τη στιγμή που στο εσωτερικό θα ξεκινούσε η οικοδόμηση της κομμουνιστικής κοινωνίας.

Κάποια πράγματα μπορεί να μοιάζουν προφανή, αλλά τα συμπεράσματα δεν είναι τόσο εύκολα. Η ταξική πάλη προφανώς δε σταματά ποτέ, ο κίνδυνος της παλινόρθωσης παραμονεύει και δίπλα μας θα φτάσει κάποια μέρα, αν χάσουμε τα ταξικά γυαλιά μας, για να παραφράσουμε ένα γνωστό στίχο του Φώντα Λάδη. Η οικοδόμηση δεν είναι ένα προτσές που προχωρά αυθόρμητα, από μόνο του, χωρίς συνειδητή δράση. Κι έιναι ζητούμενο πώς θα κερδίζεται συνεχώς το ενδιαφέρον και η συμμετοχή των μαζών σε αυτήν, παράλληλα με την απαιτούμενη εγρήγορση ενάντια στον ταξικό εχθρό, που δεν είναι άμεσα ορατός και κρύπτεσθαι φιλεί ή μπορεί να βρίσκεται μέσα μας, στη δύναμη της συνήθειας, του παλιού που αργοπεθαίνει, αλλά αντιστέκεται κι επιβιώνει με χίλιους τρόπους, από κάθε πιθανή χαραμάδα. Όσο για την απονέκρωση, είναι οπωσδήποτε κάτι που θα απασχολήσει τις επόμενες γενιές, ακόμα και αν υποθέσουμε πως εμείς θα “αξιωθούμε” να προλάβουμε μια επανάσταση στα κοντά.

Σε κάθε περίπτωση, μπορούμε να κρατήσουμε ως γενική αρχή πως παρά τα όσα λέγονταν -και είχαν μια κάποια βάση- για το γιγαντισμό και την υπέρμετρη διόγκωση του δημόσιου τομέα στη Σοβιετική Ένωση και το σοσιαλισμό που γνωρίσαμε, στην πράξη είχαμε εφαρμογή αυτού που σημείωνε ο Ένγκελς για το “μισο-κράτος”, που παύει να είναι ουσιαστικά τέτοιο από τη στιγμή που παίρνει στην κατοχή του τα μέσα παραγωγής στο όνομα ολόκληρης της κοινωνίας και σταδιακά -σε βάθος χρόνου- παύει να είναι ένας καταπιεστικός μηχανισμός, εφόσον εκφράζει τη συντριπτική πλειοψηφία και τα συμφέροντά της ενάντια σε μια χούφτα εκμεταλλευτών που υπερασπίζονται το παλιό.

Κυριακή 1 Ιουλίου 2018

Ο Στάλιν στην Κολιμά, ο αντισοβιετισμός στο κόκκινο

Δημοσιεύτηκε στην Κατιούσα

Η ιστορία γράφεται με ανυπακοή, όπως λέει η Πωλίνα. Ή αλλιώς με πάλη ταξική, που την καθορίζουν κάποιες νομοτέλειες. Αυτές δεν πρέπει να νοούνται ως σιδερένια, αμετακίνητα διατάγματα, αλλά ως γενικοί νόμοι και αντιθέσεις που διαμορφώνουν ένα πολύπλοκο φάσμα δυνατοτήτων για τα δρώντα ιστορικά υποκείμενα. Ό,τι συμβαίνει, έχει ερμηνεία, αιτίες και με αυτήν την έννοια είναι νομοτελειακό. Δεν είναι όμως κι αναπόφευκτο, καθώς η ιστορία μας αφήνει πάντα διαφορετικές δυνατότητες εξέλιξης, πχ σοσιαλισμός ή βαρβαρότητα. Ο σοσιαλισμός υπάρχει ως προοπτική κι εναλακτική, δε θα έρθει αναπόδραστα από μόνος του όμως, νέτος-σκέτος, αν δε φροντίσουμε εμείς για αυτό.

Η ιστορία δε γράφεται με "αν" -εκτός κι αν πρόκειται για το "αν" της ανυπακοής. Τα μυθιστορήματα εναλλακτικής ιστορίας όμως έρχονται να πατήσουν ως είδος στα "κενά" της, σε αυτές τις δυνατότητες διαφορετικής εξέλιξης και στις πιο ιντριγκαδόρικες κι αντιδιαλεκτικές υποθέσεις: "τι θα γινόταν αν..."



Το βιβλίο του Μπελαντή έχει εξ ορισμού ενδιαφέρον, γιατί καταπιάνεται με μια πολύ μεστή περίοδο της σοσιαλιστικής οικοδόμησης και με την εσωκομματική διαπάλη μετά το θάνατο του Λένιν. Στην οποία δεν επικρατεί τελικά ο Στάλιν, ούτε κάποιος άμεσος αντίπαλός του, αλλά ο Ράντεκ και οι τροτσκιστές, για το ιστορικό σύμπαν του βιβλίου. Το οποίο αντιστρέφει σαν καθρέφτης τις αντίπαλες πλευρές και τους ρόλους τους, για να δείξει πιθανότατα πως κάποιες επιλογές-γεγονότα ήταν αντικειμενικά, πέρα από τα διάφορα πρόσωπα και τα ιδιαίτερα γνωρίσματά τους, ως προσωπικότητες.

Αυτό όμως για το συγγραφέα δε σημαίνει πως η πάλη κι η εξουσία των μπολσεβίκων θα έπαιρναν αναπόφευκτα -για να αποφύγουμε το νομοτελειακά- συγκεκριμένες μορφές και χαρακτηριστικά -εν ολίγοις αυτά που συμπυκνώνει ως όρος η "δικτατορία του προλεταριάτου". Σημαίνει απλώς πως θα είχαμε "μία από τα ίδια", που ο συγγραφέας μας τα παρουσιάζει ως ένα καταπιεστικό, εκμεταλλευτικό καθεστώς, με εκτεταμένη χρήση καταστολής.

Ο Μπελαντής χρησιμοποιεί ένα τσουβάλι, αλλά κι ένα ιδιότυπο "διαλεκτικό" σχήμα διαφοράς-ταυτότητας για την ηγεσία των μπολσεβίκων και τους κλασικούς του μαρξισμού, που δε φτάνουν τη σκαιότητα του (σατανικά κακού, ακόμα κι όταν δεν έχει την εξουσία) Στάλιν, συνδέονται οργανικά όμως με βασικά στοιχεία του "σταλινισμού" και τους λόγους που επικράτησε. Ο Τρότσκι είναι σαφώς πιο διαλλακτικός, ευθύνεται όμως για την αντίληψη της στρατιωτικοποίησης της εργασίας και των συνδικάτων. Ο Λένιν έχει μια αντιγραφειοκρατική αναλαμπή στο "Κράτος κι Επανάσταση", αλλά δεν έμεινε συνεπής σε όσα έγραφε για τη συμμετοχή των μαζών στη διακυβέρνηση. Ούτε καν ο Μαρξ δεν ξεφεύγει από το στόχαστρο της κριτικής για κάποιες εκτιμήσεις του.

Αν αυτό για κάποιους δείχνει ένα ανεξάρτητο κριτικό πνεύμα που αναστοχάζεται και αμφιβάλλει για τα πάντα, ακόμα και για το μαρξισμό, από την άλλη μπορεί να μας βάλει σε σκέψεις για τη σχέση του συγγραφέα με αυτόν (τη μαρξιστική ιδεολογία) και σε ποιο βαθμό τον ασπάζεται ως μέθοδο και θεωρία.

Γιατί κρίνουμε όμως με πολιτικούς όρους ένα μυθιστόρημα;
Γιατί το καθιστά αναπόφευκτο το θέμα του, ακόμα κι αν δεν πολιτικολογούσε εκτενώς ο συγγραφέας του, σε πολλά σημεία και χωρίς λογοτεχνικά προσχήματα. Η σοβιετική πείρα μπορεί να προκαλεί ενδιαφέρον σε διάφορες πτυχές, διαστάσεις της και ζητήματα, που δε στερούνται βέβαια πολιτικής χροιάς, πόσο μάλλον όταν αφορούν την πολιτική ιστορία της ΕΣΣΔ. Η δημιουργική μυθιστορηματική ανάπλαση της ιστορίας είναι θεμιτή, υπόκειται αυτονόητα όμως σε πολιτική κριτική. Με άλλα λόγια, ο συγγραφέας έχει κάθε δικαίωμα να φτιάξει το δικό του ιστορικό σύμπαν με τα υλικά που νομίζει, ενώ εμείς έχουμε κάθε δικαίωμα να κρίνουμε τι έφτιαξε, αν ακολουθεί κάποιους κανόνες στην "πολιτική κουζίνα" του ή ψάχνει απλώς να δικαιώσει και να ικανοποιήσει τις εμμονές του.

Ο μεγαλύτερος κίνδυνος που υπάρχει για ένα συγγραφέα -καθαρά λογοτεχνικά μιλώντας- είναι να παρουσιάσει τους ήρωές του ως φωτοτυπίες του εαυτό του, για να επαναλαμβάνουν όλοι μαζί τις απόψεις του. Και ο Μπελαντής δε φαίνεται να θέλει καν να αποφύγει αυτόν το σκόπελο. Στο δικό του ιστορικό σύμπαν, οι μπολσεβίκοι ηγέτες αυτομαστιγώνονται στους εσωτερικούς τους μονόλογους με τα λόγια του και τις δικές του απόψεις, αναγνωρίζουν τα λάθη τους, πως έχουν ξεστρατίσει από τα επαναστατικά ιδανικά τους, άλλο αν η αυτοκριτική τους δε μεταφράζεται σε έμπρακτη μεταμέλεια. Από τη στιγμή λοιπόν που έχουν λίγο πολύ απεκδυθεί τις δικές τους ιδέες, η μεταξύ τους αντιπαράθεση δεν έχει κανένα περιεχόμενο, καμία πολιτική βάση κι είναι απλώς ένας άθλιος αγώνας για την εξουσία, ανάμεσα σε εξίσου άθλια ανθρωπάρια, που είναι έτοιμα να μεταχειριστούν κάθε μέσο για να επικρατήσουν, ακόμα και την ατομική βόμβα! Ο Μπελαντής δε μας παρουσιάζει τους χαρακτήρες ενός μυθιστορήματος, αλλά μια δράκα παλιοχαρακτήρες, αδίστακτους και κυνικούς, που παλεύουν για την εξουσία -το μόνο τους ιδανικό- σα βυζαντινοί δελφίνοι, για να επικρατήσει στο τέλος ο δολιότερος, ο πιο αδίστακτος, αλλά βασικά να αλληλοεξοντωθούν.

Οι πιο στενοί συνεργάτες του Στάλιν (Μολότοφ και Μπέρια) παίζουν μεταξύ τους ρώσικη ρουλέτα με ένα περίστροφο για τη θέση του Γκεν Σεκ (Γενικού Γραμματέα), μετά από απόφαση του Πολιτικού Γραφείου! Ενώ ο Στάλιν (που αναφέρεται ως Γιόζεφ, για να κολλάει με το Γεζόφ) χρησιμοποιεί τηλεπάθεια για να επικοινωνήσει με το Γιούρι Γκέλερ και τον Αϊνστάιν και να τον πείσει να του παραδώσει το μυστικό της ατομικής βόμβας, για να την χρησιμοποιήσει εναντίον των εσωκομματικών του αντιπάλων! Το πρόβλημα δεν είναι τα φανταστικά στοιχεία του ιστορικού σύμπαντος του βιβλίου, αλλά τι ακριβώς προσπαθούν να αποδείξουν.

Είναι χαρακτηριστικό πως σε μια παρουίαση του βιβλίου (στην οποία ακούσαμε εγκώμια σχεδόν για κάθε άλλη πολιτική δύναμη της επαναστατικής εποχής, από τους μενσεβίκους και τους εσέρος έως τους αναρχικούς, εκτός από τους μπολσεβίκους, βεβαίως-βεβαίως), ο συγγραφέας περιέγραψε πως τον απασχόλησε το ερώτημα αν μπορούμε να δούμε το Στάλιν ως άνθρωπο και σημείωνε ως θετικό επίτευγμα πως προσπάθησε να δει και να παρουσιάσει και την ανθρώπινη πλευρά του! Με αυτά τα δεδομένα, πρέπει να είμαστε ικανοποιημένοι που δε μας έδιεξε κάποιο τέρας με δύο κεφάλια, τρία χέρια κοκ.

Πώς απέκτησαν όμως οι Σοβιετικοί την ατομική βόμβα; Από Γερμανούς επιστήμονες που βρίσκονταν σε επαφή με τον Τρότσκι. Εξάλλου οι Σοβιετικοί δε φτάνουν σε κανένα επιστημονικό επίτευγμα μόνοι τους, αλλά τα δανείζονται όλα από τη Γερμανία, στην οποία έχουν επικρατήσει οι σοσιαλδημοκράτες, θέτοντας εκτός νόμου τους ναζί και τους κομμουνιστές, που έχουν όμως αρκετά περιθώρια ημινόμιμης δράσης, ενώ όλοι οι κομμουνιστές της Αντιπολίτευσης βρίσκουν σε αυτήν ασφαλές καταφύγιο.

Το συμπέρασμα είναι πως η αστική δημοκρατία είναι μάλλον προτιμότερη ως πλαίσιο πολιτικής δράσης για τους επαναστάτες, ενώ ήταν μάλλον ακίνδυνη αν όχι και... αλληλέγγυα προς τη σοβιετική εξουσία. Η τελευταία οξύνει τα μέσα και τις μεθόδους πάλης κατά των αντιπάλων της, επειδή είναι βίαια και κακή από τη φύση της, στην "εκφυλισμένη" της εκδοχή, και όχι επειδή απειλείται από την ιμπεριαλιστική περικύκλωση -αυτή δεν υφίσταται- από κάποιον πόλεμο, από κάποιον εχθρό με άμεσες επεκτατικές βλέψεις ή με την ατομική βόμβα αργότερα -αυτήν την χρησιμοποίησαν εξάλλου οι ίδιοι εναντίον του εαυτού τους, στο πλαίσιο του εμφυλίου πολέμου για την εξουσία.

Αυτή είναι μια μόνιμη επωδός-σταθερά πολλών αστικών αναλύσεων που παρουσιάζουν το Στάλιν σατανικό και σκαιό, πιθανότατα λόγω χαρακτήρα, και τους μπολσεβίκους πιθανότατα εκ φύσεως αιμοσταγείς, και όχι επειδή υφίσταται λυσσαλέα ταξική πάλη ή επειδή υπάρχει η μόνιμη απειλή -που δεν έμεινε στη θεωρία, αλλά πέρασε σύντομα και στην πράξη- της ιμπεριαλιστικής απειλής (η οποία αναφέρεται και στο ιστορικό σύμπαν του βιβλίου ως υπαρκτός αλλά όχι ικανός παράγοντας, που ερμηνεύει αλλά δε δικαιολογεί κάποιες επιλογές). Άλλωστε και το βιβλίο φαίνεται σε πολλά σημεία να απευθύνεται σε αντίστοιχο, αστικό κοινό, παρά στον κόσμο του κινήματος, σε όλες τις αποχρώσεις του, που είναι πιο εξοικειωμένος με το ιστορικό πλαίσιο, την ορολογία και το πλαίσιό του, και βασικά είναι το κατεξοχήν κοινό που το αγόρασε.

Όποιος ψάχνει κινηματικό αποκούμπι θα το βρει στην αυτοδιαχειριζόμενη μικρή παροικία, που χτίζεται ως ουτοπία κάπου στη Σιβηρία, παράλληλα με το ιστορικό σύμπαν του βιβλίου και τα θέατρα της εμφύλιας μάχης και σε μια αόριστη υπόσχεση του Ράντεκ, που επιστρέφει στα πράγματα, πως βγήκαν διδάγματα από τα λάθη του παρελθόντος και την επόμενη φορά όλα θα γίνουν καλύτερα.
Θα φροντίσουμε εμείς για αυτό. Τόσο για την επανάσταση, όσο και για το επόμενο αντίστοιχο βιβλίο του, τη σκοπιά του και την ποιότητά του.

Τετάρτη 17 Ιανουαρίου 2018

Η μεγάλη του σοσιαλισμού σχολή

Δημοσιεύτηκε στην Κατιούσα με τίτλο: “Είχα την τύχη να ζήσω μερικά χρόνια από το μέλλον της ανθρωπότητας”

Η πολιτική εξδήλωση της ΚΟΑ “εμείς που σπουδάσαμε στο σοσιαλισμό” έμοιαζε κατά κάποιον τρόπο με συνάντηση παλιών συμμαθητών: παλιοί φίλοι και γνωστοί, αναμνήσεις, πειράγματα, πολλά από αυτά στη ρωσική -που ήταν κι η βασική γλώσσα συνεννόησης πέρα από τα ελληνικά- πλατιά χαμόγελα και αρκετή συγκίνηση, μεταξύ άλλων για αυτούς που λείπουν και πιο ειδικά για τις χώρες που τους σπούδασαν: τη Σοβιετική Ένωση και τις άλλες Λαϊκές Δημοκρατίες και σοσιαλιστικές χώρες της ΚΑ Ευρώπης.

Δεν ήταν λοιπόν μια τυπική συνάντηση παλιών συμμαθητών, σαν τις άλλες. Αυτή είχε πολιτική ομιλία και καθαρό πρόσημο (αντί για σύναξη ετερόκλιτων χαρακτήρων που έτυχε να βρεθούν στα ίδια θρανία) και κάτι σαν “τιμώμενο πρόσωπο” το σοσιαλισμό που γνωρίσαμε -και υπερασπιζόμαστε. Ιδίως όσοι τον έζησαν από κοντά, είχαν την τύχη να σπουδάσουν εκεί και ξέρουν πολύ καλά τι ακριβώς ήταν αυτό που χάσαμε, έστω κι αν έζησαν στα τελευταία χρόνια της παρακμής του.

Δεν ήταν προφανώς όλοι οι παλιοί συμμαθητές και δεν εννοώ μόνο αυτούς που δεν μπόρεσαν να παραβρεθούν πχ λόγω απόστασης -αν και ήρθε τελικά κόσμος από όλη την Ελλάδα. Δεν ήταν πχ αυτοί που είχε στείλει το ΠΑΣΟΚ στα χρόνια της Περεστρόικα να σπουδάσουν -ναι, γινόταν κι αυτό- ή όσοι είχαν πάει μεν με υποτροφία από το Κόμμα, αλλά στην πορεία πέρασαν απέναντι να συναντήσουν τους άλλους, παλιούς και νέους Πασόκους, χύνοντας πολιτική χολή ενάντια στον υπαρκτό -που δεν υπάρχει πια.

Από μια άποψη, δεν υπήρχε σημειολογικά καλύτερο μέρος, για να γίνει αυτή η εκδήλωση από το Κρεμλίνο του Πειραιά, κάτω από τα γραφεία όπου ιδρύθηκε το ΚΚΕ πριν από 100 χρόνια. Από μια άλλη άποψη, ο χώρος αποδείχτηκε πολύ μικρός για να χωρέσει όλους τους (άμεσα ή μη) ενδιαφερόμενους και ίσως χρειαζόταν ένα… μικρό γήπεδο ή μια μεγάλη αίθουσα εκδηλώσεων (σαν αυτήν στον Περισσό, που παραείναι όμως χρωματισμένη -πιο πολύ και από το Κρεμλίνο). Λαμβάνεται υπόψη για την επόμενη φορά, γιατί είναι βέβαιο πως θα υπάρξει, με βάση τη θερμή, μαζική ανταπόκριση, που ξεπέρασε κάθε προσδοκία.

Ένα άλλο ερώτημα ήταν σχετικά με το χρόνο αυτής της εκδήλωσης, που ίσως έπρεπε να έχει γίνει νωρίτερα (αργήσατε 42 χρόνια, είπε μια απόφοιτος από το κοινό, χωρίς να προκύπτει κάποιο ορόσημο το 1976, πέρα από την επιστροφή των πρώτων πολιτικών προσφύγων ίσως). Αλλά έδεσε ωραία με τη συμπλήρωση των 100 χρόνων από την Οχτωβριανή -και την ίδρυση του κόμματος). Σε κάθε περίπτωση, ο πάγος έσπασε, ο δρόμος χαράχτηκε, και τώρα το βασικό είναι υπάρξει συνέχεια.


Μια συνέχεια που μπορεί να διασφαλιστεί με τα στοιχεία επικοινωνίας που έδωσαν όσοι βρέθηκαν (και ήθελαν να τα δώσουν βέβαια) στους διοργανωτές, πάνω σε μια αίτηση που είχε στο φόντο, ως υδατογράφημα, το χάρτη της ΕΣΣΔ. Αν και το φόντο πίσω από το βήμα της εκδήλωσης ήταν ένας χάρτης με όλες τις χώρες της σοσιαλιστικής κοινότητας στην Ευρώπη. Και τέλος πάντων, το βασικό από γεωγραφική-πολιτική άποψη, όπως είπε ο ομιλητής, Μάκης Παπαδόπουλος, με προσεκτικά επιλεγμένη διατύπωση, είναι να μην μπερδεύουμε εκείνες τις χώρες με αυτές που βρίσκονται σήμερα γεωγραφικά στην ίδια θέση. Και είναι ζήτημα πόσοι -ακόμα κι από τους παρευρεθέντες στην εκδήλωση- πέφτουν σε αυτό το λάθος.

Αυτό που ξεχώρισε από την ομιλία ήταν το κάλεσμα στους… απόφοιτους του σοσιαλισμού να συμβάλουν με διάφορους τρόπους τόσο στην απόκρουση του αντικομμουνισμού και του αντισοβιετικσμού ειδικότερα στις σχολές, όσο ερευνητικά, στη μετάφραση αρχειακού υλικού, ή στην αναζήτηση των αιτιών επικράτησης της αντεπανάστασης. Κι ήταν κοινή διαπίστωση του κοινού (που έζησε σε μια χώρα όπου όλα σχεδόν ήταν κοινά, ενώ τώρα περισσεύουν οι “κοινές γυναίκες”, ως σημάδι “ελευθερίας” και του θριάμβου του καπιταλισμού) πως είναι επιτακτική η ανάγκη να οργανωθούν οι άμυνες και μια συλλογική απάντηση στα αναρίθμητα κρούσματα αντικομμουνισμού στα ελληνικά πανεπιστήμια. “Μόνη μου δεν μπορώ να το κάνω, όλοι μαζί όμως έχουμε πολλές δυνατότητες” είπε μια απόφοιτος, “αρκεί αυτό να μην έχει καμία σύνδεση με πρεσβείες κι επιμελητήρια”, προσέθεσε με νόημα.

Η ίδια απόφοιτος δοκίμασε και τα αντανακλαστικά του κοινού, λέγοντας για πλάκα κάτι για την Πετρούπολη -που πιο πριν την είχε πει με το σωστό της όνομα: Λένινγκραντ- για να κερδίσει τις άμεσες, ουρανομήκεις διαμαρτυρίες των συμφοιτητών της, που την ανακάλεσαν στην παλιά (μα πάντα νέα) τάξη πραγμάτων.

Οι σύντομες παρεμβάσεις που ακολούθησαν ήταν ίσως το πιο ζωντανό και ενδιαφέρον μέρος της εκδήλωσης, και είχαν τα πάντα: βετεράνους με τρεμάμενη φωνή και χέρια (ένας σπούδασε στο Χάρκοβο, που σήμερα ελέγχεται από τη φασιστική κυβέρνηση της Ουκρανίας), την κόρη του Βάσου Γεωργίου -παλιού, ιστορικού στελέχους του ΚΚΕ που εν είναι πια στη ζωή- αναφορές σε αυτό που κάποιοι ονόμασαν “παιδομάζωμα” ενώ ήταν παιδοσώσιμο, καθώς και στη χαρούμενη ΣΔ του Ουζμπεκιστάν και τη Ρουμανία όπου γλεντούσε ο κόσμος. Καθώς επίσης και συγκίνηση για τις πρώτες γενιές που σπούδασαν σε αυτές τις χώρες και έχουν αποχωρήσει (στη μεγάλη τους πλειοψηφία) από το προσκήνιο και τη ζωή, αλλά και μεγάλη ευγνωμοσύνη για το σοβιετικό (και όχι μόνο) λαό που τους σπούδασε.


Με δυο λόγια ήταν όλες παρεμβάσεις από “τους τυχερούς της ιστορίας” όπως είπε κάποιος, περήφανος που ανήκει σε αυτούς. Για να προσθέσει μια άλλη συντρόφισσα-απόφοιτος πως είναι “περήφανη, γιατί είχα την τύχη να ζήσω επτά χρόνια από το μέλλον της ανθρωπότητας”. Κι αυτή είναι αξία ανεκτίμητη. Μεγαλύτερη και από τη συγκίνηση που πρόσφεραν στο καλλιτεχνικό πρόγραμμα κάποια συγκροτήματα που έκαναν θραύση στην εποχή τους, τρεις και τέσσερις δεκαετίες πριν, όπως το συγκροτημα “Ερμής” (τι να μας πουν κι ο Ολύμπιανς…).



Στο κλείσιμο, ο Μάκης Παπαδόπουλος είπε πως το ΚΚΕ θα σκεφτεί με ποιον τρόπο και ποιες συγκεκριμένες μορφές μπορεί να αξιοποιήσει καλύτερα στην πράξη αυτή τη μαζική ανταπόρκιση και προσφορά. Έχει συνεπώς ενδιαφέρον να δούμε τις σχετικές πρωτοβουλίες το επόμενο διάστημα.

Σημειωτέον πως ο ομιλητής δεν είχε την τύχη να σπουδάσει σε σοσιαλιστική χώρα -όπως είπε κι ο ίδιος. Κι εξέφρασε μια δόση -καλώς εννοούμενης- “ζήλειας”, που την νιώσαμε ως θεατές της εκδήλωσης, και εμείς της μειοψηφίας που “δε σπουδάσαμε στο σοσιαλισμό” και θαυμάζαμε τους υπόλοιπους. Αυτούς που είχαν την τύχη να ζήσουν από κοντά κάποια από τα χρόνια του μέλλοντος της ανθρωπότητας. Κι αυτό είναι πολύ σπουδαίο προνόμιο για να πάει χαμένο και να μείνει έτσι, αναξιοποίητο.

Τετάρτη 27 Δεκεμβρίου 2017

Η Μεγάλη Στροφή

Το Πεντάχρονο πλάνο αποτελεί σημαντικό τμήμα της επίθεσης του παγκόσμιου προλεταριάτου ενάντια στον καπιταλισμό, είναι ένα πλάνο που στοχεύει στην υπονόμευση της καπιταλιστικής σταθερότητας, είναι το μεγάλο πλάνο της παγκόσμιας επανάστασης’’
(Πράβντα, 29/8/1929)
Έτσι ονομάστηκε συμβατικά η ριζική στροφή στην οικονομική πολιτική της ΕΣΣΔ το 1928/1929 με την εγκατάλειψη της ΝΕΠ και την επιτάχυνση της κολεκτιβοποίησης και της εκβιομηχάνισης. Ο όρος προέρχεται από τον τίτλου ενός άρθρου του Ι. Στάλιν ‘Ο Χρόνος της Μεγάλης Στροφής’ που δημοσιεύτηκε στην Πράβντα στις 7 Νοεμβρίου του 1929 στη 12η επέτειο της Οκτωβριανής επανάστασης

1. Η προετοιμασία
Όλα τα βασικά στοιχεία του προγράμματος της εκβιομηχάνισης έχουν τις ρίζες τους στα τελευταία γραφτά του Λένιν. Η πολιτική της εκβιομηχάνισης αποτελούσε τον δρόμο για τον σοσιαλισμό και την υπεράσπιση της σοβιετικής εξουσίας και ήταν η βασική προϋπόθεση για τη διατήρηση και ενίσχυση της εργατο-αγροτικής συμμαχίας και για τυ σοσιαλιστικό μετασχηματισμό της υπαίθρου.

Η περίοδος της αποκατάστασης εξασφάλισε την ελάχιστη βάση για να εκπονηθεί το 1ο 5χρονο. Η πολιτική του εξηλεκτρισμού της ΕΣΣΔ είχε σαν αποτέλεσμα τη δημιουργία 30 ηλεκτροπαραγωγικών σταθμών και τον τριπλασιασμό της παραγόμενης ισχύς μέχρι το τέλος της δεκαετίας του 1920. Τα εργοστάσια αυτά έπαιξαν σημαντικότατο επαναστατικό ρόλο σαν μέσα συγκέντρωσης και ορθολογικοποίησης της παραγωγής κατεδαφίζοντας την παλιά οικονομική τάξη και εξασφαλίζοντας μια ελάχιστη παραγωγική βάση για την σοσιαλιστική κοινωνία.

Από την άλλη η παραγωγικότητα του παλιού κεφαλαιακού αποθέματος είχε εξαντληθεί ενώ μεγάλα προβλήματα σχετικά με το βαθύ μετασχηματισμό της οικονομίας έπρεπε να λυθούν. Έπρεπε να ξεκινήσουν νέα μεγάλα κατασκευαστικά έργα ενώ αναγκαίος ήταν ο ριζικός μετασχηματισμός του παραδοσιακού τρόπου παραγωγής στη γεωργία. Κι όλα αυτά σε ένα περιβάλλον ανοικτής εχθρότητας του καπιταλιστικού κόσμου και αυξανόμενης αντίδρασης των καπιταλιστικών στοιχείων στο εσωτερικό της ΕΣΣΔ.

Το πλαίσιο του σοσιαλιστικής εκβιομηχάνισης διαμορφώθηκε μεταξύ των ετών 1925-1928 και αποτέλεσε την κατευθυντήρια αρχή της σοβιετικής οικονομικής πολιτικής. Απαιτήθηκε τεράστια διανοητική προσπάθεια αλλά και σκληρή πολιτική πάλη, πριν το πρόγραμμα της σοσιαλιστικής εκβιομηχάνισης κερδίσει τη γενική αποδοχή. Οι πρώτες απόπειρες εκπόνησης κεντρικού πλάνου ξεκίνησαν την εποχή της ΝΕΠ με την δημιουργία επιμέρους πλάνων ανά σημαντικό κλάδο της οικονομίας (καύσιμα, τρόφιμα, μεταφορές κλπ) μέχρι να γίνει δυνατή η εκπόνηση ενός πλάνου που θα κάλυπτε την οικονομία στο σύνολό της. Η πολυδιάσπαση του αγροτικού τομέα έκανε το σύστημα αυτό του οικονομικού προγραμματισμού να είναι περισσότερο ενδεικτικό και λιγότερο αποφασιστικό.

Το 1927, όταν ολοκληρώθηκε η αποκατάσταση της οικονομίας από τις πολεμικές καταστροφές κι είχε συγκεντρωθεί πείρα στον κρατικό μηχανισμό, έγινε εφικτή η εκπόνηση ενός συνολικού πλάνου. Η προετοιμασία του α’ πεντάχρονου κράτησε περίπου 3 χρόνια και έγινε με βάση τις κατευθύνσεις του 15ου συνεδρίου (1927). Κατατέθηκε στη 16η συνδιάσκεψη του Κόμματος καθώς και στο 5ο Πανενωσιακό Συνέδριο των Σοβιέτ (1929).

Η διάρκεια του πλάνου αποφασίστηκε να είναι πενταετής, γιατί η ανάγκη του ριζικού μετασχηματισμού της εθνικής οικονομίας σε μια σύγχρονη μεγαλύτερη και πιο εκτεταμένη κλίμακα χρειάζονταν τεράστια έργα υποδομής, μεγάλο αριθμό νέων εργοστασίων, κρατικών και συνεταιριστικών αγροκτημάτων. Όλα αυτά δεν μπορούσαν να χωρέσουν στα όρια ενός ετήσιο πλάνου. Η προετοιμασία του πλάνου έγινε σε κάθε εργοστάσιο και παραγωγική μονάδα όπου οι εργάτες συζήτησαν τις προοπτικές και τη συνεισφορά τους στο πλάνο όπως και σε κάθε τοπικό και ενωσιακό σοβιέτ. Έτσι το πεντάχρονο ήταν ένα πλάνο σοσιαλιστικής οικοδόμησης που δημιουργήθηκε από το λαό και ενσωμάτωνε την ταξική συνείδηση, την επιστημονική σκέψη, τη μεγάλη επαναστατική πείρα και την ακλόνητη αποφασιστικότητα των εργαζομένων της ΕΣΣΔ να χτίσουν μια σοσιαλιστική κοινωνία.

2. H λογική και οι στόχοι του 1ου πεντάχρονου.

Οι βασικές προϋποθέσεις που έκαναν εφικτό τον κεντρικό σχεδιασμό ήταν:
  • Η δικτατορία του προλεταριάτου δηλ. η καταστροφή του αστικού κράτους και η συγκέντρωση της εξουσίας στα χέρια του προλεταριάτου που αυτόματα έγινε ο οργανωτής και ο ηγέτης της εθνικής οικονομίας.
  • Η εθνικοποίηση της γης των εργοστασίων των υποδομών των τραπεζών κλπ
  • Το μονοπώλιο του εξωτερικού εμπορίου
Ο στόχος του πεντάχρονου πλάνου ήταν η ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων της ΕΣΣΔ μέσω της ταχείας εκβιομηχάνισης και της σταθερής ενίσχυσης των σοσιαλιστικών στοιχείων στην οικονομία, έτσι ώστε η χώρα να φτάσει και να ξεπεράσει το τεχνολογικό και οικονομικό επίπεδο των καπιταλιστικών χωρών.

Με τη βοήθεια των κολοσσιαίων φυσικών πόρων της ΕΣΣΔ, τα πλεονεκτήματα που έδινε το σύστημα της οργανωμένης και σχεδιασμένης εθνικής οικονομίας, τη λαϊκή δυναμική που απελευθέρωσε η Οκτωβριανή επανάσταση και τα τελευταία επιτεύγματα της επιστήμης έγινε εφικτός ένας ρυθμός οικονομικής ανάπτυξης μεγαλύτερος από αυτόν που θα μπορούσε να εξασφαλίσει μια σύγχρονη καπιταλιστική οικονομία.

Ήδη η ΝΕΠ είχε δείξει τα όριά της και τόσο η παραγωγή πρώτων υλών όσο ακόμη και η παραγωγή μέσων κατανάλωσης, αν και είχε φτάσει στα προπολεμικά επίπεδα, δεν μπορούσε να λύσει την αυξανόμενη ζήτηση με αποτέλεσμα να δημιουργούνται ελλείψεις. Στον αγροτικό τομέα οι βιομηχανικές καλλιέργειες και η παραγωγή τροφίμων είχαν φτάσει κοντά στα προπολεμικά επίπεδα και αποτελούσαν τροχοπέδη στην οικονομική ανάπτυξη. Η παραγωγικότητα στον αγροτικό τομέα ήταν εξαιρετικά χαμηλή όπως και το βιοτικό επίπεδο. Η ορθολογική λύση στο αγροτικό πρόβλημα ήταν από τη μία η βελτίωση των μεθόδων καλλιέργειας με την εκμηχάνιση, τη χρήση λιπασμάτων, την ορθολογική οργάνωση της δουλειάς, και από την άλλη η ενίσχυση του σοσιαλιστικού τομέα της γεωργίας.

Τα προηγούμενα χρόνια στο σοβιετικό τύπο διεξήχθη μια θεωρητική διαμάχη μεταξύ των κομμουνιστών και των αστών ειδικών για το αν προηγούταν η ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων από την οικοδόμηση του σοσιαλισμού. Δεν επρόκειτο φυσικά για μα θεωρητική διαμάχη αλλά για την μορφή που πήρε η πολιτική πάλη ανάμεσα στον καπιταλιστικό και στο σοσιαλιστικό δρόμο οικονομικής ανάπτυξης. Η κεντρική ιδέα που καθόρισε την οικονομική πολιτική της σοβιετικής κυβέρνησης ήταν ότι η ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων έπρεπε να οδηγεί στη συνεχή πρόοδο του σοσιαλισμού, στην αποφασιστική εξάλειψη των καπιταλιστικών στοιχείων και στη σταθερή ενίσχυση των σοσιαλιστικών στοιχείων σε όλο το εύρος της οικονομίας.

Ο μόνος δρόμος ήταν η ενίσχυση της σοσιαλιστικής βιομηχανίας. Αυτό που χρειαζόταν ήταν να αυξηθεί σημαντικά η συμμετοχή της βιομηχανίας στο συνολικό προϊόν αλλά ακόμη πιο σημαντικό, ο ρυθμός ανάπτυξης στις βιομηχανίες που διαμορφώνουν την πρώτη υποδιαίρεση του συστήματος της διευρυμένης αναπαραγωγής του Μαρξ (δηλ. στις βιομηχανίες που παράγουν μέσα παραγωγής) έπρεπε να είναι υψηλότερος από κάθε άλλο τομέα της οικονομίας. Αυτός ήταν ο πρώτος κρίκος που θα πρέπει να πιάσει η σοβιετική οικονομία για να τραβήξει ολόκληρη την αλυσίδα της σοσιαλιστικής ανάπτυξης. Μια χώρα αγροτική με υπανάπτυκτη βιομηχανία και καθυστερημένο αγροτικό τομέα, έπρεπε να μετασχηματιστεί σε χώρα βιομηχανική με εκμηχανισμένο αγροτικό τομέα. Η ανάπτυξη της βαριάς βιομηχανίας ήταν εκ των πραγμάτων ο μόνος και άμεσος στόχος μιας στρατευμένης πολιτικής αν λάβουμε επίσης υπόψη ότι ο καπιταλιστικός κόσμος οργάνωνε σταυροφορία ενάντια στην ΕΣΣΔ.
Οι πηγές της αρχικής επένδυσης ήταν τα πλεονάσματα των κρατικών επιχειρήσεων και των σοβχόζ και κολχόζ, η έκδοση κρατικών ομολόγων που καλύφθηκαν με τα χρήματα των εργατών και των κολχοζνίκων και τα έσοδα από τις εξαγωγές πρώτων υλών και μέρους του εμπορικού πλεονάσματος της γεωργίας.

Αναφορικά με το ρυθμό της εκβιομηχάνισης, αυτός συνδέθηκε με τον αντίστοιχο ρυθμό ανάπτυξης των καπιταλιστικών χωρών. Η ΕΣΣΔ υιοθέτησε ένα τολμηρό πρόγραμμα για να φτάσει και να ξεπεράσει σε ένα σχετικά σύντομο χρονικό διάστημα το τεχνικό και οικονομικό επίπεδο των προηγμένων καπιταλιστικών χωρών. Αυτή ήταν η πολεμική κραυγή που ενέπνευσε εκατομμύρια στη καθημερινή τους πάλη και δράση. Οι υψηλοί ρυθμοί ανάπτυξης είχαν τεράστια σημασία για την ενίσχυση του σοσιαλισμού στο εσωτερικό.

Εξίσου σημαντική στα πλαίσια του πεντάχρονου πλάνου ήταν η αποδέσμευση της σοβιετικής οικονομίας από την εξάρτησή της από τις μεγάλες καπιταλιστικές δυνάμεις. Αυτό δεν σήμαινε ότι η ΕΣΣΔ θα μείωνε τις οικονομικές της σχέσεις με τον καπιταλιστικό κόσμο αλλά ότι οι σχέσεις αυτές θα έπρεπε να ενισχύουν την ανεξαρτησία της και την ικανότητά της για βιομηχανική ανάπτυξη άρα και την εθνική της άμυνα. Η αυξανόμενη οικονομική ανεξαρτησία της ΕΣΣΔ και η αυξανόμενη ετοιμότητά της να αμυνθεί είχαν αποφασιστική σημασία για την επιλογή και αξιολόγηση όλων των οικονομικών πλάνων και έργων.

Τέλος μεγάλη σημασία για το πρόγραμμα της σοσιαλιστικής εκβιομηχάνισης είχε η ανάπτυξη της γεωργίας καθώς και ο σοσιαλιστικός μετασχηματισμός της οικονομίας του χωριού. Το συγκεκριμένο θέμα συζητήθηκε για πολλά χρόνια στα κομματικά όργανα. Δύο εναλλακτικές υπήρχαν για να λυθεί το πρόβλημα της χαμηλής παραγωγικότητας του μικρού ατομικού κλήρου που αδυνατούσε λόγω του μεγέθους του να αφομοιώσει την τεχνολογία αλλά και τις μεθόδους και αρχές της επιστημονικής καλλιέργειας. Η πρώτη ήταν με τη δημιουργία μεγάλων καπιταλιστικών αγροκτημάτων και η άλλη με την κολεκτιβοποίηση του κλήρου των φτωχών και μεσαίων αγροτών, δηλ. τη συνένωσή τους σε μεγάλη κλίμακα που θα επέτρεπε τη χρήση μηχανών και την εφαρμογή επιστημονικών μεθόδων. Η δεύτερη εναλλακτική οδηγούσε στην εξάλειψη των κουλάκων σαν τάξη.

Το πρόγραμμα σοσιαλιστικής εκβιομηχάνισης δεν θα μπορούσε να πετύχει αν το αγροτικό ζήτημα έμενε χωρίς λύση. Θα ήταν αδύνατο να αναπτυχθεί μια μεγάλη σοσιαλιστική βιομηχανία, να συγκεντρωθεί και να εκπαιδευτεί το σοσιαλιστικό προλεταριάτο και να εκδιωχθούν τα καπιταλιστικά στοιχεία από τις πόλεις και παράλληλα να αναπτύσσονται τα μεγάλα καπιταλιστικά αγροκτήματα στην ύπαιθρο. Το ένα απέκλειε το άλλο, ο σοσιαλιστικός μετασχηματισμός του χωριού ήταν αδιάσπαστα ενωμένος ενότητα με τη οικοδόμηση της σοσιαλιστικής βιομηχανίας. Και όπως ο ρυθμός εκβιομηχάνισης και το πρόβλημα του σοσιαλιστικού μετασχηματισμού του χωριού βρέθηκε στο κέντρο της πολιτικής διαμάχης.

3. Η διαμάχη

Ο Κεντρικός Σχεδιασμός και το πρώτο πεντάχρονο πλάνο συνάντησαν σφοδρή αντίσταση από την αντισοβιετική αντιπολίτευση μέσα κι έξω από το ΠΚΚ(μπ). Στο διάστημα 1925-1926, έκανε την εμφάνισή της η ιδέα της ‘αγροτοποίησης’, οι υποστηρικτές της οποίας ήθελαν τη μεγάλη προσπάθεια να κατευθύνεται στην ανάπτυξη της γεωργίας με τη δημιουργία μεγάλων ιδιωτικών αγροκτημάτων που θα αποτελούσαν τη βάση που θα εξασφάλιζε τα μέσα για τη εκβιομηχάνιση στις πόλεις. Αυτή η πολιτική τοποθετούσε το σοσιαλιστικό μετασχηματισμό της γεωργίας στο απώτερο μέλλον. Σύμφωνα με αυτούς οι αυξημένες εξαγωγές αγροτικών προϊόντων ήταν αναγκαίες για την εισαγωγή του απαραίτητου τεχνικού εξοπλισμού της γεωργίας. Αυτή η πολιτική θα αύξανε φυσικά τη σύνδεση της σοβιετικής οικονομίας με τον καπιταλιστικό κόσμο με δυσμενείς όρους για το σοβιετικό κράτος. Με θεμέλιο μια ισχυρή γεωργική παραγωγή θα ακολουθούσε η σταδιακή ανάπτυξη της βιομηχανίας. Οι ιδέες αυτές των Κοντρατίεφ, Βαϊνστάιν, Μακάροφ και άλλων εξέφραζαν τα συμφέρονταν των κουλάκων και των νεπμεν και είχαν μια μικρή επίδραση και μέσα στο ΠΚΚ(μπ). Οι απόψεις αυτές ηττήθηκαν στο 14ο συνέδριο.

Εξίσου σημαντική ήταν η αντιπαράθεση με τον τροτσκισμό. Η τροτσκιστική επίθεση υποτίθεται ότι γινόταν από τα αριστερά της γραμμής του κόμματος. Οι τροτσκιστές ζητούσαν υπερβολικά υψηλούς ρυθμούς εκβιομηχάνισης και πίστευαν, σύμφωνα με τον Πρεομπαζένσκι και το νόμο του της αρχικής σοσιαλιστικής συσσώρευσης, ότι η βάση για την εκβιομηχάνιση θα προερχόταν από τη εντατική εξαγωγή του πλεονάσματος της γεωργίας. Θεωρούσαν, χωρίς να κάνουν εισοδηματικές διακρίσεις, την αγροτιά σαν μια εσωτερική αποικία. Η πλειοψηφία του ΠΚΚ(μπ) στην πάλη της ενάντια στον τροτσκισμό, υπερασπίστηκε την εργατο-αγροτική συμμαχία, αναγκαία προϋπόθεση για τη διατήρηση της δικτατορίας του προλεταριάτου, που με τη σειρά της ήταν η αναγκαία προϋπόθεση για το σοσιαλιστικό μετασχηματισμό της υπαίθρου. Οι τροτσκιστές ηττήθηκαν στο 15ο συνέδριο του ΠΚΚ(μπ) και τα περισσότερα στελέχη τους απομακρύνθηκαν από τις θέσεις ευθύνης τους.

Τέλος έπρεπε να αντιμετωπιστεί η δεξιά παρέκκλιση όπως ονομάστηκε η φράξια των Μπουχάριν, Ρυκόφ, Τόμσκι στο ΠΚΚ(μπ) που στον αντίποδα των τροτσκιστών θεωρούσε ότι ο ρυθμός εκβιομηχάνισης ήταν υπερβολικά γρήγορος, ενώ στην αγροτική πολιτική παλινδρομούσε μεταξύ της κολεκτιβοποίησης και των ισχυρών μεγάλων ιδιωτικών αγροκτημάτων. Υποτιμούσε την αντίσταση των καπιταλιστικών στοιχείων και επέμεινε ότι η ενότητα του χωριού και της πόλης μπορούσε να επιτευχθεί μέσω της ελεύθερης αγοράς.

4. Τα αποτελέσματα και οι αντικομουνιστικοί μύθοι

Η οικονομική πολιτική του πρώτου σοσιαλιστικού κράτους είχε σαν αποτέλεσμα τη συνεχή αριθμητική αύξηση του προλεταριάτου, την εξάλειψη της ανεργίας, τη μείωση του εργάσιμου χρόνου και την αύξηση των πραγματικών μισθών. Βελτίωσε θεαματικά το επίπεδο ζωής της εργατικής τάξης από χρόνο σε χρόνο ενώ ταυτόχρονο αύξησε το βιοτικό επίπεδο των φτωχών και μεσαίων αγροτών, μειώνοντας σημαντικά την απόσταση μεταξύ του επιπέδου ζωής του χωριού και της πόλης.

Τόσο η εκβιομηχάνιση όσο και η κολεκτιβοποίηση απαιτούσαν τη μεγαλύτερη δυνατή προώθηση της επιστημονικής γνώσης και την πλήρη αφομοίωση της τεχνολογίας από τους εργαζόμενους. Σαν συνέπεια, από τις αρχές της δεκαετίας του 1930 εκατομμύρια εργάτες και φτωχοί αγρότες παρακολούθησαν τεχνικές σχολές είτε έγιναν δεκτοί στα πανεπιστήμια της χώρας, ενώ τα παιδία τους γίνονταν δεκτά στα πανεπιστήμια κατά προτεραιότητα από όλες τις άλλες κοινωνικές ομάδες. Με τον τρόπο αυτό η στελέχωση τόσο της οικονομίας όσο και του κράτους συνολικότερα έγινε από εργάτες και φτωχούς αγρότες.

Τέλος, η νίκη της ΕΣΣΔ στον Β’ΠΠ πέρα από τον ηρωισμό του σοβιετικού λαού και στρατού βασίστηκε στην οικονομική βάση και τα τεχνολογικά επιτεύγματα των τριών πρώτων πεντάχρονων σχεδίων.

Αντίθετα από την αντικομουνιστική φιλολογία σε καμία χρονική στιγμή, ούτε ακόμη στο πρώτο πεντάχρονο, δεν προβλεπόταν μείωση της λαϊκής κατανάλωσης. Και για τις 2 υποδιαιρέσεις της οικονομίας οι ρυθμοί αύξησης ήταν θετικοί. Η διευρυμένη αναπαραγωγή του κεφαλαίου εξασφαλιζόταν στην υποδιαίρεση ΙΙ (μέσα κατανάλωσης) ανεξάρτητα από τις επιδόσεις της υποδιαίρεσης Ι, αφού οι προβλεπόμενοι ρυθμοί ανάπτυξης κάλυπταν τόσο τις αποσβέσεις όσο και τις νέες κεφαλαιακές ανάγκες. Ούτε φυσικά η εκβιομηχάνιση έγινε απομυζώντας δήθεν την αγροτιά. Μαζί με τις σημαντικές επενδύσεις που κατευθύνθηκαν στον αγροτικό τομέα για την εκμηχάνισή του, η κολεκτιβοποίηση απελευθέρωσε εκατομμύρια αγρότες από μια ζωή στα όρια της επιβίωσης οδηγώντας τους στις πόλεις και στα νέα εργοστάσια.

Ιστορικά τα πεντάχρονα πλάνα αποτέλεσαν την ολοκλήρωση της νίκης των μπολσεβίκων, την υλοποίηση των οραμάτων της Οκτωβριανής επανάστασης. Έφεραν στο προσκήνιο την εργατική τάξη και έδειξαν το δρόμο για το μέλλον.
Άναυδος – Δεκέμβριος 2017

Τρίτη 19 Δεκεμβρίου 2017

Το σοβιετικό θαύμα της φύσης που έγινε ορκισμένος αντισοβιετικός

Δημοσιεύτηκε στην Κατιούσα

Ο Άρβιντας Σαμπόνις, με αυτό το αρχοντικό όνομα, γεννήθηκε στις 19 Δεκεμβρίου 1964 (είχε γενέθλια την ίδια μέρα με τον Μπρέζνιεφ) και ήταν μια μοναδική περίπτωση παίκτη. Ένας γίγαντας που ξεπερνούσε τα 220 εκατοστά και σκέπαζε την μπασκέτα, ενώ παράλληλα μπορούσε να σουτάρει με άνεση έξω από τη γραμμή του τριπόντου και να μοιράσει παιχνίδι σαν οργανωτής (πλέι-μέικερ) αού το βασικό του πλεονέκτημα δεν ήταν τα τρομερά σωματικά του προσόντα, αλλά η μπασκετική του ευφυία.

Για όλους τους παραπάνω λόγους, ονομάστηκε θαύμα της φύσης, ένας εκπληκτικός περιφερειακός στο σώμα ενός απροσπέλαστου ψηλού σέντερ. Κι άφησε πίσω του να εκκρεμεί και να ιντριγκάρει το ερώτημα τι παραπάνω θα μπορούσε να πετύχει, αν δεν είχε χτυπηθεί από τόσους τραυματισμούς στην καριέρα του.



Για άλλους, το πραγματικό ερώτημα είναι τι θα είχε πετύχει αν είχε πάει νωρίτερα στο ΝΒΑ, όπου πρωτόπαιξε ως ρούκι, έχοντας πατήσει τα 30. Κι εδώ μπαίνει πάντα μια αντισοβιετική αιχμή ενάντια στο σύστημα που δεν τον άφησε να φύγει νωρίτερα και να μεγαλουργήσει στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού, το “στρατηγό” (προπονητή) Γκομέλσκι που τον κράτησε με τις συμβουλές του κτλ. Έχει γραφτεί μάλιστα ότι ο Σαμπόνις το 88′ είχε ταξιδέψει, με άδεια των Σοβιετικών, στο Πόρτλαντ, για να τον παρακολουθήσει το ιατρικό επιτελείο των Μπλέιζερς, που τον είχαν επιλέξει δύο χρόνια πριν στα ντραφτ, αλλά επιδείνωσε την υγεία του, γιατί πιέστηκε να επισπεύσει την επιστροφή του στα γήπεδα και να παίξει στους Ολυμπιακούς της Σεούλ με τη σοβιετική ομάδα, που πήρε το χρυσό μετάλλιο.

Υπάρχουν κάποιες λεπτομέρειες που δεν κολλάνε πολύ στο παραπάνω αφήγημα: από το σοβιετικό σύστημα υγείας, που δεν είχε πολλά να ζηλέψει από την καπιταλιστική δύση, και τη χαρά του ίδιου του Σαμπόνις στη διάρκεια αυτών των αγώνων, μέχρι τους ανέμους της Περεστρόικα, που άφησαν διάφορους παίκτες να φύγουν στο εξωτερικό πριν καν δρομολογηθούν οι ανατροπές και η διάλυση της ΕΣΣΔ (ας θυμηθούμε την ποδοσφαιρική τρόικα Λιτόφτσενκο, Σαβίτσεφ, Προτάσοφ, που ντύθηκε στα ερυθρόλευκα το 90′).


Ο ίδιος ο Σαμπόνις πάντως μισούσε οτιδήποτε σοβιετικό. Έλεγε πως έμενε σιωπηλός στην ανάκρουση του σοβιετικού ύμνου, όχι για να συγκεντρωθεί, αλλά γιατί δεν ήθελε να τραγουδήσει τους στίχους. Ενώ σε ένα Τρίποντο της εποχής, μπορεί να βρει κανείς μια δήλωσή του ότι ο κομμουνισμός του κατέστρεψε την καριέρα…!
Αν με αυτό εννοεί πως δεν του επέτρεψε να κερδίσει περισσότερα χρήματα, πιθανότατα έχει δίκιο. Αλλά ως προς την μπασκετική παιδεία και τις βάσεις που πήρε, θα κατάλαβε κι ο ίδιος πόση αξία είχε η σοβιετική του “θητεία”, όταν πήγε στο ΝΒΑ κι οι Μπλέιζερς του έδωσαν ένα πρόγραμμα συστηματικής εκγύμνασης, για να αυξήσει τον όγκο του, κι αυτός τους απάντησε σκωπτικά πως “το μπάσκετ δεν είναι σούμο”.

Ο Σαμπόνις ξεκίνησε την καριέρα του στη Ζαλγκίρις (ή μάλλον Ζάλγκιρις) Κάουνας κι έχουν μείνει στην ιστορία οι μονομαχίες του με το Βλαντίμιρ Τκατσένκο, τον άλλο μεγάλο σέντερ της εποχής, που ήταν πιο “συμβατικό μοντέλο”. Εξίσου ιστορικές ήταν κι οι τελικοί μεταξύ της Ζαλγκίρις και της ΤΣΣΚΑ Μόσχας -της ομάδας του Τκατσένκο- με τον τίτλο να καταλήγει τρεις σερί χρονιές στο Κάουνας.


Την ίδια περίοδο, κατακτούσε διάφορα μετάλλια και διακρίσεις με τη φανέλα της Σοβιετικής Ένωσης, από τους οποίους ξεχωρίζει το χρυσό ολυμπιακό μετάλλιο στη Σεούλ και η τρομερή παράσταση του Σάμπας απέναντι στις ΗΠΑ και το “ναύαρχο” Ντέιβιντ Ρόμπινσον, στον ημιτελικό. Λέγεται πως αυτή η ήττα σφράγισε την ήδη ειλημμένη απόφαση των Αμερικάνων να αρχίσουν να χρησιμοποιούν επαγγελματίες παίκτες από το επόμενο ολυμπιακό τουρνουά στη Βαρκελώνη -όπου έκανε την εμφάνισή της η Ομάδα Όνειρο.

Εκεί ο Σαμπόνις αγωνίστηκε για πρώτη φορά με τα χρώματα και την -πέραν κάθε φαντασίας κιτς- στολή της Λιθουανίας, και πήρε το χάλκινο μετάλλιο, νικώντας στο μικρό τελικό για την τρίτη θέση, τα υπολείμματα της Σοβιετικής Ένωσης, την Κοινοπολιτεία (ή ΚΑΚ) που ήταν μια ιδιότυπη ένωση της Ρωσίας με κάποιες πρώην σοβιετικές δημοκρατίες έκανε μία και μοναδική εμφάνιση στην ιστορία των αγώνων -αν και τυπικά δεν έπαψε να υπάρχει ποτέ.

Ο θρίαμβος του κιτς και της αντεπανάστασης
Στο μυαλό του Άρβιντας μπορεί να ήταν κάποιας μορφής γλυκιά εκδίκηση. Λένε πάντως πως το ίδιο βράδυ έλειπε από την απονομή, γιατί έπινε βότκα, και μέθυσε τόσο άσχημα, που τον βρήκαν την επόμενη μέρα στους αθλητικούς κοιτώνες των γυναικών. Κανείς δυτικός δημοσιογράφος, πάντως, δεν απόρησε ποτέ τι καριέρα θα μπορούσε να έχει κάνει ο Σάμπας αν δεν είχε τέτοια αγάπη για το ποτό…

Μετά τις ανατροπές στην ΕΣΣΔ, ο Σαμπόνις -που αντιμετώπιζε πολλά προβλήματα- κατέληξε στην άσημη Βαγιαδολίδ και από εκεί στη Ρεάλ του Ομπράντοβιτς, με την οποία στέφθηκε πρωταθλητής Ευρώπης, νικώντας στον τελικό τον Ολυμπιακό του Ιωαννίδη.

Στα 31 του χρόνια, έφυγε για να δοκιμάσει την τύχη του και τις δυνάμεις του στο ΝΒΑ και το Πόρτλαντ, όπου ο γιατρός της ομάδας είπε μεταξύ σοβαρού και αστείου πως η ακτινογραφία του θα αρκούσε για να του δώσει μια θέση αναπήρων στο πάρκινγκ.


Παρόλα αυτά, ο Σαμπόνις έμεινε κι έκανε πράγματα και θαύματα -όσο τον βαστούσαν τα πόδια του και το κορμί του- για επτά χρόνια, κερδίζοντας με την ομάδα του ισάριθμες φορές το εισιτήριο για τα πλέι-οφ, όπου θα μπορούσε να πετύχει περισσότερα πράγματα αν δεν έπεφτε πάνω στην κυριαρχία των Λέικερς. Την ομάδα του Σακίλ -με τον οποίο έδιναν ομηρικές μάχες- και του Κόμπε Μπράιαντ, που είδε χτες τους Λέικερς να αποσύρουν τη φανέλα του, για να τιμήσουν την προσφορά του.

Η σχέση του με την Ελλάδα

Το κεφάλαιο αυτό χωρίζεται σε δύο μέρη: σε επίπεδο συλλόγων και εθνικών ομάδων.

Το 89′ η Ζαλγκίρις ήρθε στην Ελλάδα, για να παίξει εναντίον της ΑΕΚ, για το Κύπελλο Κόρατς. Από τον αγώνα αυτό έχουν μείνει κάποιες καλτ δηλώσεις του Μάκη Ψωμιάδη που ήθελε να φέρει το Σάμπας στο δικέφαλο.



Το 92′ ο Ιωαννίδης τον απέρριψε λόγω των τραυματισμών του, αλλά το μετάνιωσε τρία χρόνια αργότερα, στον τελικό της Μαδρίτης, όπου “και πέντε μέρες να παίζαμε, δε θα κερδίζαμε, όσο ήταν ο Σαμπόνις στο γήπεδο”.

Το 87′ ήταν τραυματίας και δεν είχε έρθει με τη σοβιετική ομάδα στο μεγάλο έπος του Ευρωμπάσκετ της Αθήνας (το λεγόμενο “τιρινίνι”). Δυο χρόνια αργότερα όμως, ήταν παρών στον ημιτελικό του Ζάγκρεμπ, τη μεγάλη νίκη της Εθνικής και τη ραψωδία του Γκάλη, που πέτυχε τους 45 από τους 81 πόντους της ομάδας.

Το 95′ δε βρεθήκαμε αντίπαλοι με τους Λιθουανούς, αλλά ο Σάμπας άκουσε ένα ολόκληρο στάδιο να υποστηρίζει την ομάδα του και να φωνάζει ρυθμικά “Λιέ-του-βα”, προδίδοντας την παραδοσιακή φιλία με τους “ομόδοξους” Γιούγκους, που είχαν την εύνοια της διαιτησίας και της FIBA του Στάνκοβιτς.

Το 96' στην Ατλάντα, θεωρούσαμε τη Λιθουανία συγκριτικά πιο προσιτό αντίπαλο και χάσαμε καμιά τριανταριά πόντους.

Το 99′ τέλος έβαλε με τη Λιθουανία το τελευταίο καρφί στο Γολγοθά της Εθνικής στη Ντιζόν, όπου μετά από 11 χρόνια (σχεδόν) αδιάλειπτων επιτυχιών, έμεινε τελευταία και καταϊδρωμένη, εγκαινιάζοντας μια σύντομη περίοδο παρακμής.



Ποιο είναι λοιπόν το ηθικό δίδαγμα;
Σάμπας, σε ευχαριστούμε για τις αθλητικές αναμνήσεις που μας χάρισες -και μόνο για αυτές. Και θα μείνουμε με την απορία τι θα γινόταν αν ένας τέτοιος παίκτης, το “σοβιετικό θαύμα της φύσης”, εκτός από το μπασκετικό του μυαλό, είχε και μια στάλα γνήσιας, σοβιετικής συνείδησης, όπως αυτοί που τον αγάπησαν…

Διαδηλωτής με φανέλα Σαμπόνις και CCCP στη φετινή διαδήλωση της Πρωτομαγιάς

Πέμπτη 5 Οκτωβρίου 2017

Ένας σοβιετικός Ροβινσώνας

(των Ηλία Ιλφ και Ευγενίου Πετρόφ)

Σήμερα η κε του μπλοκ αναδημοσιεύει ένα πολύ ενδιαφέρον δείγμα σοβιετικής σάτιρας. Τη μετάφραση την βρήκε στο ιστολόγιο γνωστού υποστηρικτή της μνημονιακής κυβέρνησης, με μια μάλλον κακόπιστη αναφορά (μου φάνηκε να υστερεί) στο αφιέρωμα της Κατιούσα στην Οχτωβριανή Επανάσταση και ειδικότερα σε μια ανάρτηση που αναφερόταν στη σοβιετική σάτιρα. Και την θεωρώ μάλλον κακόπιστη, με την έννοια πως στην Κατιούσα ποτέ δε γράψαμε πως κάναμε κάποια συνολική ή εξαντλητική αναφορά στη σοβιετική σάτιρα. Κι επειδή στο ίδιο μήκος κύματος κυμαίνονται πολλά σχόλια, όπως το υπ' αριθμόν 88, που λέει πως χρησιμοποιήσαμε στοιχεία της εφημερίδας του Ραχόι (της Ελ Παΐς), για να δείξουμε ποιος στηρίζει την ανεξαρτησία στην Καταλονία, κι ας αναφέρουμε στη δεύτερη κιόλας παράγραφο πως η έρευνα διενεργήθηκε από καταλανικό ινστιτούτο.

Σε κάθε περίπτωση, τα παραπάνω μικρή σημασία έχουν κι αναφέρονται απλώς παρεμπιπτόντως. Αυτό που έχει σημασία αντιθέτως είναι το ζουμί, δηλαδή το σατιρικό διήγημα των Ιλφ και Πετρόφ, που δημοσιεύτηκε πιθανότατα στην Πράβδα -όπως προκύπτει από σχόλια της ίδιας ανάρτησης- και αν μη τι άλλο καταρρίπτει σε μεγάλο βαθμό το εύκολο δυτικό στερεότυπο, για τους Σοβιετικούς που δεν μπορούσαν να εκφραστούν ελεύθερα και να κριτικάρουν τα κακώς κείμενα της κοινωνίας τους και του κράτους τους. Καλή ανάγνωση.



Η συντακτική επιτροπή του δεκαπενθήμερου εικονογραφημένου περιοδικού Ο κόσμος της περιπέτειας παραπονιόταν για έλλειψη λογοτεχνικής ύλης. Έλειπαν τα λογοτεχνήματα που θα τραβούσαν και θα διατηρούσαν την προσοχή των νεαρών αναγνωστών.

Τους έστελναν βέβαια πολλά χειρόγραφα, αλλά κανένα δεν ταίριαζε: παραήταν σοβαρά και βαρετά. Για να λέμε την αλήθεια, το πιθανότερο ήταν να προκαλέσουν κατάθλιψη στους νεαρούς αναγνώστες αντί να τους συναρπάσουν. Ο αρχισυντάκτης όμως ήθελε να συναρπάσει το κοινό του.

Τελικά, αποφάσισαν να παραγγείλουν ένα μυθιστόρημα που θα το δημοσίευαν σε συνέχειες.

Ένας κλητήρας έτρεξε να ειδοποιήσει τον συγγραφέα Μολδαβάντσεφ, και την επόμενη μέρα ο Μολδαβάντσεφ καθόταν στον άνετο καναπέ στο γραφείο του αρχισυντάκτη.

— Καταλαβαίνετε, είπε με έμφαση ο αρχισυντάκτης, θέλουμε κάτι φρέσκο, ζωντανό, που να αιχμαλωτίζει τον αναγνώστη με συναρπαστικές περιπέτειες. Θα θέλαμε, με δυο λόγια, έναν σοβιετικό Ροβινσώνα Κρούσο. Θέλουμε μια ιστορία που ο αναγνώστης να μη μπορεί να την αφήσει πριν την τελειώσει.

— Ροβινσώνα Κρούσο; Ναι, γίνεται, απάντησε λακωνικά ο συγγραφέας.

— Αλλά όχι έναν οποιονδήποτε Ροβινσώνα –έναν σοβιετικό Ροβινσώνα.

— Μα φυσικά! Ένας Ρουμάνος Ροβινσώνας δεν θα ταίριαζε.

Ο συγγραφέας δεν σπαταλούσε τα λόγια του. Φαινόταν με την πρώτη ματιά πως ήταν άνθρωπος της δράσης.

Και πράγματι, ετοίμασε το μυθιστόρημα ακριβώς σύμφωνα με τις προδιαγραφές. Ο Μολδαβάντσεφ δεν ξέφυγε πολύ από το διάσημο πρωτότυπό του. Στο κάτω κάτω, ο Ροβινσώνας είναι Ροβινσώνας.

Λοιπόν, ένας σοβιετικός νέος ναυαγεί. Ένα κύμα τον ρίχνει σε ένα έρημο νησί. Βρίσκεται μόνος, ανυπεράσπιστος, απέναντι στην παντοδύναμη φύση. Κάθε λογής κίνδυνοι τον περιτριγυρίζουν: άγρια ζώα, πυκνή βλάστηση, οι μουσώνες που πλησιάζουν. Αλλά ο σοβιετικός μας Ροβινσώνας, γεμάτος ζήλο και ενέργεια, ξεπερνάει όλους τους κινδύνους, ακόμα κι όσους μοιάζουν ανυπέρβλητοι. Κι ύστερα από τρία χρόνια, μια σοβιετική εξερευνητική αποστολή τον βρίσκει να χαίρει άκρας υγείας. Έχει δαμάσει τη φύση, έχει χτίσει μια καλύβα, με παρτέρια ολόγυρα, εκτρέφει κουνέλια, έχει ράψει μια μπλούζα τύπου Τολστόι από τις ουρές των πιθήκων κι έχει διδάξει έναν παπαγάλο να τον ξυπνάει κάθε πρωί με το παράγγελμα: «Προσοχή! Πέταξε το πάπλωμα! Πέταξε το πάπλωμα! Ώρα για την πρωινή γυμναστική!»

— Πολύ καλό! αναφώνησε ο αρχισυντάκτης. Αυτό με τα κουνέλια είναι τέλειο, απολύτως επίκαιρο. Ξέρετε, όμως, δεν καταλαβαίνω πολύ καλά ποιο είναι το κεντρικό θέμα του έργου σας.

— Ο αγώνας του ανθρώπου κόντρα στη φύση, απάντησε ο Μολδαβάντσεφ με τη συνηθισμένη του λακωνικότητα.

— Ναι, αλλά δεν βλέπω κάτι που να είναι ειδικά σοβιετικό.

— Αλλά ο παπαγάλος; Αντικαθιστά το ραδιόφωνό μας –ένας τέλειος εκφωνητής.

— Ναι, ο παπαγάλος είναι καλή ιδέα. Κι αυτό με τα παρτέρια, πολύ καλό. Αλλά στο έργο σας δεν υπάρχει η αίσθηση της σοβιετικής κοινωνίας. Πού είναι, αίφνης, η τοπική επιτροπή; Πού αναδείχνεται ο καθοδηγητικός ρόλος των συνδικάτων μας;

Ο Μολδαβάντσεφ ξαφνικά ζωντάνεψε. Μόλις διαισθάνθηκε ότι το μυθιστόρημά του μπορεί να μη γίνει δεκτό, η επιφυλακτικότητά του έδωσε τη θέση της στην ευγλωττία.

— Μα, τι σχέση έχει η τοπική επιτροπή; Αφού το νησί είναι ακατοίκητο!

— Ναι, έχετε δίκιο. Είναι ακατοίκητο. Πρέπει όμως να υπάρχει μια τοπική επιτροπή των συνδικάτων. Εγώ δεν είμαι βέβαια λογοτέχνης, αλλά στη θέση σας θα έβαζα την επιτροπή. Είναι κάτι το σοβιετικό, καταλαβαίνετε.

— Μα, είπαμε ότι όλο το μυθιστόρημα στηρίζεται ακριβώς στο γεγονός ότι το νησί είναι ακατ….

Τη στιγμή εκείνη, ο Μολδαβάντσεφ έτυχε να κοιτάξει κατάματα τον αρχισυντάκτη. Η φράση του έμεινε μισή. Τα μάτια εκείνα έλαμπαν με μια τέτοια κενή αθωότητα, με εκείνο το άδειο γαλάζιο του πρωινού μαρτιάτικου ουρανού, που ο Μολδαβάντσεφ αποφάσισε αμέσως να συμβιβαστεί.

— Φυσικά, έχετε δίκιο, είπε, ανασηκώνοντας τους ώμους. Μα βέβαια, πώς δεν το σκέφτηκα αμέσως; Από το ναυάγιο σώζονται δύο άνθρωποι: ο Ροβινσώνας μας και ο πρόεδρος της τοπικής επιτροπής των συνδικάτων.

— Και δυο εξωκομματικοί, πρόσθεσε ψυχρά ο αρχισυντάκτης.

— Όι, αναφώνησε ο Μολδαβάντσεφ.

— Δεν θέλω «Όι». Δυο εξωκομματικοί και μια κοπέλα, δραστήριο κομματικό μέλος, που θα εισπράττει τις συνδρομές.

— Μα γιατί να βάλουμε και την εισπρακτόρισσα; Ποιανού συνδρομές θα εισπράττει;

— Του Ροβινσώνα, φυσικά.

— Μα, θα μπορούσε ο Πρόεδρος να εισπράττει τη συνδρομή του Ροβινσώνα. Τι θα πάθει;

— Κάνετε λάθος, σύντροφε Μολδαβάντσεφ, μεγάλο λάθος. Κάτι τέτοιο είναι εντελώς ανεπίτρεπτο. Ο πρόεδρος της τοπικής επιτροπής δεν πρέπει να χάνει τον καιρό του με ασήμαντες λεπτομέρειες και να τρέχει αριστερά δεξιά να μαζεύει τις συνδρομές των μελών. Είμαστε αντίθετοι σε κάτι τέτοιο. Πρέπει να αφιερώνει όλες του τις δυνάμεις στα σοβαρά ηγετικά του καθήκοντα.

— Ωραία, να βάλουμε και την εισπρακτόρισσα, υποχώρησε ο Μολδαβάντσεφ. Καλύτερα έτσι, θα έλεγα. Θα παντρευτεί τον πρόεδρο –ή ακόμα και τον Ροβινσώνα. Αυτό θα μας έδινε γουστόζικα επεισόδια.

— Δεν χρειάζεται κάτι τέτοιο. Μην ξεπέσουμε σε φτηνή χυδαιότητα ή σε νοσηρό ερωτισμό. Αρκεί να εισπράττει τις συνδρομές των μελών και να τις κρατάει σε ένα αλεξίπυρο χρηματοκιβώτιο.

Ο Μολδαβάντσεφ μετατοπίστηκε νευρικά πάνω στον καναπέ.

— Συγγνώμη, αλλά πώς θέλετε να βρεθεί αλεξίπυρο χρηματοκιβώτιο σ’ ένα ακατοίκητο νησί;

Ο αρχισυντάκτης έμεινε για λίγο σκεφτικός.

— Μισό λεπτό, αναφώνησε. Στο πρώτο κεφάλαιο του μυθιστορήματος έχετε μια πολύ ωραία σκηνή. Εκτός από τον Ροβινσώνα και τα μέλη της τοπικής επιτροπής των συνδικάτων, το κύμα ρίχνει στην ακρογιαλιά και διάφορα αντικείμενα…

— Ένα τσεκούρι, ένα ντουφέκι, έναν διαβήτη, ένα βαρελάκι ρούμι κι ένα μπουκαλάκι με αντισκορβουτικό φάρμακο, απαρίθμησε θριαμβικά ο συγγραφέας.

— Το ρούμι ξεχάστε το, τον έκοψε ο αρχισυντάκτης. Και τι είναι πάλι αυτό το αντισκορβουτικό; Τι το χρειαζόμαστε; Καλύτερα βάλτε ένα μπουκαλάκι μελάνι. Και βέβαια, ένα αλεξίπυρο χρηματοκιβώτιο.

— Μα γιατί στην ευχή χρηματοκιβώτιο; Οι συνδρομές των μελών της τοπικής συνδικαλιστικής επιτροπής θα μπορούσαν μια χαρά να φυλάγονται στην κουφάλα ενός κοκοφοίνικα. Ποιος θα τις κλέψει;

— Ποιος; Γιατί όχι ο Ροβινσώνας; Ή ο πρόεδρος της τοπικής επιτροπής; Ή οι εξωκομματικοί; Ή και τα μέλη της επιτροπής;

— Επέζησαν και τα άλλα μέλη της επιτροπής από το ναυάγιο; ρώτησε με αγωνία ο Μολδαβάντσεφ.

— Ναι, κι αυτά.

Ακολούθησε σιωπή.

— Μήπως να βάλουμε το κύμα να ξεβράζει στην ξηρά κι ένα τραπέζι, για τις συνεδριάσεις της επιτροπής; ρώτησε με σαρκασμό ο συγγραφέας.

— Ο-πωσ-δή-πο-τε! Οι κατάλληλες συνθήκες εργασίας είναι απαραίτητες. Γιά να δούμε, χρειάζεται ακόμα μια καράφα νερό, ένα κουδούνι κι ένα τραπεζομάντηλο. Το τραπεζομάντηλο μπορεί να είναι όποιο χρώμα θέλετε, κόκκινο ή πράσινο. Δεν θέλω να επέμβω στη δημιουργική δουλειά σας. Αλλά, αγαπητέ μου, πρώτ’ απ’ όλα πρέπει να δώσουμε στον αναγνώστη μια εικόνα από τις μάζες, τα πλατιά στρώματα του εργαζόμενου λαού.

— Το κύμα δεν μπορεί να ρίξει στην ακτή μάζες, αντέτεινε ο Μολδαβάντσεφ. Αυτό πάει κόντρα στην πλοκή. Γιά φανταστείτε ένα κύμα που να ρίχνει στην ακτή καμιά δεκαριά χιλιάδες ανθρώπους –θα γελάσει και το παρδαλό κατσίκι.

— Αυτό ακριβώς μας λείπει, λίγο υγιές, αισιόδοξο, ζωογόνο γέλιο, τον έκοψε ο αρχισυντάκτης.

— Μα δεν γίνεται ένα κύμα να κάνει τέτοιο πράγμα.

— Κύμα; Και γιατί να είναι κύμα; ρώτησε έκπληκτος ο αρχισυντάκτης.

— Πώς αλλιώς θα βρεθούν οι λαϊκές μάζες στο νησί; Δεν είναι ακατοίκητο;

— Ποιος σας είπε πως είναι ακατοίκητο; Με μπερδέψατε. Α, να το ξεκαθαρίσουμε. Υπάρχει ένα νησί –ή, καλύτερα, μια χερσόνησος, είναι πιο σίγουρα έτσι. Και συμβαίνουν μια σειρά από διασκεδαστικές, πρωτότυπες, συναρπαστικές περιπέτειες. Οργανώνεται η δουλειά των συνδικάτων, αλλά υπάρχουν πολλές αδυναμίες. Η κοπέλα, το κομματικό μέλος, αποκαλύπτει μερικά ελαττώματα –ας πούμε σε σχέση με την είσπραξη των συνδρομών. Οι εργατικές μάζες τη στηρίζουν. Το ίδιο και ο πρόεδρος, που μετανιώνει για τα λάθη του. Προς το τέλος του μυθιστορήματος μπορείτε να βάλετε μια γενική συνέλευση. Θα είναι πολύ αποτελεσματική, εννοώ από λογοτεχνική άποψη. Αυτό ήταν –τελειώσατε.

— Και ο Ροβινσώνας; τραύλισε ο Μολδαβάντσεφ.

— Χμ, ναι. Καλά που μου τον θυμίσατε. Δεν μου αρέσει και πολύ αυτός ο Ροβινσώνας. Καλύτερα βγάλτε τον εντελώς. Παράξενος χαρακτήρας, απροσάρμοστος, κλαψιάρης πεσιμιστής.

— Κατάλαβα το πνεύμα σας, είπε πένθιμα ο Μολδαβάντσεφ. Αύριο θα έχετε το μυθιστόρημα.

— Ωραία λοιπόν. Πηγαίνετε σπίτι σας και δημιουργήστε. Απροπό, στην αρχή του μυθιστορήματος έχετε βάλει ένα ναυάγιο. Δεν το βγάζετε καλύτερα; Χωρίς ναυάγιο θα είναι πιο συναρπαστική η ιστορία. Σύμφωνοι; Πολύ ωραία, καλή σας μέρα.

Όταν βρέθηκε μόνος του, ο αρχισυντάκτης χαμογέλασε ικανοποιημένος.

— Επιτέλους, αναφώνησε, επιτέλους θα έχουμε μια συναρπαστική περιπέτεια –κι ένα γνήσιο λογοτεχνικό έργο.

Τετάρτη 20 Σεπτεμβρίου 2017

Η Αλέκα, ο Β' Παγκόσμιος Πόλεμος και το Φεστιβάλ

Στο Φεστιβάλ της Θεσσαλονίκης, η Αλέκα είχε τον περισσότερο κόσμο μετά την Μποφίλιου, αλλά ήταν λίγο ντεφορμέ εισηγητικά και σε μένα τουλάχιστον, δημιούργησε μάλλον περισσότερες απορίες από αυτές που έλυσε. Κάτι που έχει να κάνει σε μεγάλο βαθμό και με τη φύση του προφορικού λόγου ή των σημειώσεων που διαβάζονται σε μια ομιλία, και θα αναπτύσσονταν πολύ καλύτερα γραπτά, σε ένα άρθρο.

Μια φράση για τον "αποχαρακτηρισμό" του Β' Παγκοσμίου Πολέμου -που οι σοβιετικοί και το ΚΚ τον θεωρούσαν αντιφασιστικό και έπαψαν να τον αναφέρουν ως ιμπεριαλιστικό- μου φάνηκε κάπως αδόκιμη, αλλά είχε ενδιαφέρον και την συγκράτησα, για μερικές προεκτάσεις.

Αν καταλαβαίνω καλά -που δεν είναι και σίγουρο- το πρόβλημα δεν είναι ο διπλός χαρακτηρισμός, αλλά η προβληματική γενίκευση του ενός όρου, σε βάρος του άλλου, που έπαψε να αναφέρεται και σταδιακά εξαλείφθηκε. Με άλλα λόγια, ο Β' Παγκόσμιος Πόλεμος ήταν ιμπεριαλιστικός και άδικος από την πλευρά των καπιταλιστικών χωρών, αλλά αντι-ιμπεριαλιστικός κι αντιφασιστικός για τη Σοβιετική Ένωση και τους λαούς. Το προβληματικό στοιχείο δεν είναι να υπενθυμίζουμε το δεύτερο, αλλά να το απολυτοποιούμε, συγκαλύπτοντας και υποτιμώντας τον ιμπεριαλιστικό χαρακτήρα του πολέμου για τους "συμμάχους" που βρέθηκαν συγκυριακά στον αντιναζιστικό συνασπισμό.

Αυτό σημαίνει, κατά τη γνώμη μου, πως είναι εξίσου λάθος να στραβώνουμε το κλαδί από την ανάποδη, θεωρώντας πως ο Β' Π.Π. ήταν αποκλειστικά και μόνο ιμπεριαλιστικός. Γιατί τι άλλο παρά αντι-ιμπεριαλιστικός ήταν ο πόλεμος για τη Σοβιετική Ένωση και τους λαούς; Ιδίως όταν σημειώνει εύστοχα η Αλέκα πως ο εθνικο-απελευθερωτικός πόλεμος έχει άλλη έννοια και περιεχόμενο για εμάς κι άλλη για την άρχουσα τάξη -που δεν έχει εθνικο-απελευθερωτικούς σκοπούς.

Μπορούμε άραγε να παραλείψουμε αυτή την πτυχή, όταν στο δυτικό μέτωπο έλαβε χώρα ένας "παράξενος -ή αστείος- πόλεμος", που δεν ήταν παρά ένα δευτερεύον επεισόδιο, συγκριτικά με τις πολεμικές επιχειρήσεις στην Ανατολή, τη λυσσαλέα επίθεση των ναζί και τη σφοδρή αντίσταση των Σοβιετικών; Η ενδοϊμπεριαλιστική διαμάχη έμεινε κυρίως σε κατάσταση αναμονής των εξελίξεων, ταξίδεψε στη Βόρειο Αφρική για τα πετρέλεαιά της κι απέκτησε πραγματικά πολεμικές διαστάσεις, μόνο όταν οι Σοβιετικοί έδειχναν ικανοί να κερδίσουν μόνοι τους τον πόλεμο.

Α ναι, υπάρχει κι η Δουνκέρκη, όπου οι ναζί επέτρεψαν στους Άγγλους να ανασυνταχθούν και να γλιτώσουν μια ολοκληρωτική καταστροφή των δυνάμεών τους. Αυτές τις μέρες παίζεται η ομώνυμη ταινία στον κινηματογράφο (ίσως γράψει προσεχώς κάτι σχετικά το Λαϊκό Στρώμα στην Κατιούσα), που στη χολιγουντιανή του εκδοχή, έχει συμβάλει στην ιστορική παραχάραξη και την εντυπωσιακή μεταστροφή της κοινής γνώμης, που διαμορφώνεται κατεξοχήν με τέτοια έργα και θεωρεί πως αυτό που άλλαξε τα δεδομένα του πολέμου κι έγειρε αποφασιστικά την πλάστιγγα κατά των ναζί ήταν η είσοδος των ΗΠΑ στον πόλεμο, κι όχι τα 20 εκατομμύρια νεκρών που έδωσε η ΕΣΣΔ.


Αν αποδεικνύουν κάτι τα παραπάνω, είναι πως ο Β' Π.Π. έγινε κυρίως κατά της Σοβιετικής Ένωσης κι αυτό βάζει τη σφραγίδα του στο χαρακτήρα του πολέμου, αλλά όχι φυσικά για να βγάλει λάδι τους εταίρους της αντιφασιστικής συμμαχίας και τις ιμπεριαλιστικές βλέψεις τους, που εκδηλώθηκαν την επαύριο κιόλας του πολέμου.

Κατά τη γνώμη μου, η αντιφασιστική συμμαχία ήταν ένα είδος Λαϊκού Μετώπου. Που σημαίνει με τη σειρά του, ευμενής ουδετερότητα ενός μέρους των αντιπάλων, χωρίς καμία αυταπάτη πως δε θα κληθεί η δική μας πλευρά -οι κομμουνιστές- να τραβήξει κουπί και πως δε θα τους βρούμε απέναντί μας, αντίπαλους, στο μέλλον.

Με  αυτό το (δικό μου) σκεπτικό, τα Λαϊκά Μέτωπα ήταν μια αντιφατική επιλογή, που πέτυχε γενικά τον τακτικό της στόχο, να σπάσει δηλαδή τη διεθνή απομόνωση της Σοβιετικής Ένωσης και να της διασφαλίσει καλύτερες θέσεις εν όψει του πολέμου που διέβλεπε πως ερχόταν. Αν κρίνουμε όμως τα Λαϊκά Μέτωπα ως στρατηγική επιλογή για την επανάσταση και το σοσιαλισμό, το αποτέλεσμα ήταν μια οικτρή αποτυχία.

Και πάλι, το πρόβλημα κατά τη γνώμη μου είναι η απολυτοποίηση της μιας ή της άλλης πλευράς. Τα Λαϊκά Μέτωπα ήταν μια πρωτότυπη επεξεργασία, που πατούσε στη συγκυρία και την ανάλυση της συγκεκριμένης κατάστασης, πετυχαίνοντας ορισμένα αποτελέσματα. Δεν αποτελούσαν στρατηγική για την επαναστατική κατάκτηση της εξουσίας και κακώς θεωρήθηκαν μεταπολεμικά, ως τέτοια. Το πρόβλημα δεν ήταν ακριβώς τα ΛΜ αυτά καθαυτά ως συγκεκριμένη επιλογή στην εποχή τους, αλλά η προβληματική γενίκευση που έκανε μεταπολεμικά το διεθνές ΚΚ, έξω από το ιστορικό πλαίσιο που τα υπαγόρευσε.

Είναι χαρακτηριστικός ο εορτασμός στη Σοβιετική Ένωση του Μπρέζνιεφ των 30 χρόνων από το 7ο Συνέδριο της Κομιντέρν, με την εισήγηση του Ντιμιτρόφ για το φασισμό και τα ΛΜ. Αν δεν κάνω λάθος, σε αυτό πλαίσιο εντασσόταν η μελέτη-διατριβή του Σάρλη, μετέπειτα ιδεολογικού υπεύθυνου της κετουκε, που οδήγησε στο βιβλίο του για την "πολιτική του ΚΚΕ κατά του μοναρχοφασισμού", και κινούνταν στο αντισταλινικό, αντιζαχαριαδικό πνεύμα της εποχής, αντιπαρέθετοντας τη σωτήρια ενωτική πολιτική της Κομιντέρν, στο ζαχαριαδικό σεχταρισμό, που αναγκάστηκε να υποχωρήσει υπό την πίεση του ενιαίου διεθνούς κέντρου.

Αργότερα, ο Σάρλης έγραψε τα "προβλήματα τακτικής και στρατηγικής", που εγείρουν πολλά κι ενδιαφέροντα ζητήματα. Τον τίτλο αυτό αντέγραψε -συνειδητά και με αμετροέπεια κατά τη γνώμη μου- ο Βασίλης Λιόσης, στο βιβλίο του που κυκλοφορεί οσονούπω από τις εκδόσεις ΚΨΜ, θέλοντας προφανώς να δείξει πως υπερασπίζεται εκείνο το (παλιό, αυθεντικό) ΚΚΕ. Κλείνει η παρένθεση.

-Σε κάποια φάση, η Αλέκα αναφέρθηκε στα μεταβατικά αιτήματα των μπολσεβίκων, προκαλώντας εύλογα τη μία και μοναδική (λόγω χρονικής πίεσης) ερώτηση ενός συντρόφου από το κοινό. Για να το πω κάπως απλοϊκά και χοντροκομμένα, υπάρχουν δύο βασικές αντιλήψεις για τους μπολσεβίκους και τα μεταβατικά αιτήματα που πρόβαλλαν. Μία που λέει πως αυτά έρχονταν όταν δεν ήταν ώριμες οι (υποκειμενικές) συνθήκες για επαναστατικούς στόχους, οπότε έμπαιναν για να γεφυρώσουν αυτό το χάσμα μεταξύ της συγκυρίας και των απαιτήσεων του καιρού μας, ανάμεσα στο μέσο επίπεδο της λαϊκής συνειδητοποίησης και το αντικειμενικά ώριμο ζήτημα της σοσιαλιστικής επανάστασης. Και η δεύτερη που λέει πως τα μεταβατικά αιτήματα των μπολσεβίκων έρχονται ακριβώς όταν εμφανίζεται επαναστατική κατάσταση, σε άμεση σύνδεση και όχι πριν από αυτήν, που θα ήταν ενσωματώσιμα -πχ όπως ο εργατικός έλεγχος, που δεν μπορεί να μπει ανεξάρτητα από το ζήτημα της εξουσίας και της τάξης που θα την κατέχει.

Έχω λοιπόν την εντύπωση πως εμείς λέμε γενικά το δεύτερο, αλλά η Αλέκα απάντησε στη λογική του πρώτου. Αλλά στον προφορικό λόγο, πολλά πράγματα χάνονται, παρανοούνται ή κατανοούνται λειψά και διαστρεβλώνονται. Για αυτό είναι καλύτερο να τα δούμε γραπτά, για να κριθούν επαρκώς.

Ξεκινώντας πάντως με το Sniper από το σωστό συμπέρασμα πως με την εξέγερση δεν παίζει κανείς και πως όταν αρχίζει, πρέπει να είμαστε έτοιμοι να την οδηγήσουμε μέχρι τέλους, το μεταφράσαμε εκλαϊκευτικά ως εξής: όταν είναι να πλακωθούμε, τότε πλακωνόμαστε, αλλιώς δεν...
Μπαίνει όμως το ζήτημα αν χρειάζονται μεταβατικές καρπαζιές, καβγαδάκια για την εγρήγορση του κινήματος, trash-talking και προκλήσεις Μεϊγουέδερ-Μακ Γκρέγκορ, λαϊκά αντίφα γυμναστήρια για μάι-τάι και πολεμικές τέχνες, που αρνούνται όμως να παλέψουν με φασίστες, γιατί πρέπει να σέβεσαι τον αντίπαλο κι αυτοί δεν έχουν ούτε ίχνος σεβασμού για χρυσαυγίτες (είδες το Αλ-Τζαζίρα;).
Πρέπει να προκαλούμε τον αντίπαλο ή να αποφεύγουμε να σπαταλάμε ενέργεια και να κρατάμε δυνάμεις για το καίριο, αποφασιστικό χτύπημα (του γερανού) όπως ο Ντάνιελ-σαν στο Καράτε Κιντ; Και μέχρι τότε, wax-in, wax-out, wax-in...

Τρίτο, σημαντικό πλην σύντομο σημείο είναι η ενθάρρυνση της Αλέκας προς το κοινό να μη διστάζει να ρωτήσει, γιατί όποιος δεν το κάνει ή νομίζει πως τα ξέρει όλα ή δεν ξέρει απολύτως τίποτα. Και ήταν πολύ διδακτικό να βλέπεις την ίδια, τρεις μέρες μετά, στην εκδήλωση των καλλιτεχνών, που δεν ένιωθε ότι κατέχει καλά τα πιο ειδικά θέματα και ζητούσε συνεχώς να την συμπληρώνουν και να την διορθώνουν, για να μην πει κάτι ζαβό...
Αλλά αυτό είναι το θέμα μιας επόμενης ανάρτησης...

Υστερόγραφο

Η κε του μπλοκ σιχαίνεται από θέση αρχής τα αυτοαναφορικά σημειώματα, οπότε τα χώνω απλώς σε ένα υστερόγραφο.
Αν ήταν να κλείσει το μπλοκ, θα υπήρχε ενημέρωση, συνεπώς δε χρειάζονται επιμνημόσυνες δεήσεις για το συχωρεμένο. Έχω πει εγκαίρως πως μετά το Μάιο κάποια δεδομένα θα άλλαζαν, τα πράγματα θα γίνονταν στριμόκωλα και θα αραίωνε η καθημερινή ροή των αναρτήσεων. Και ναι, παίζει κάποιο ρόλο σε αυτό η Κατιούσα, αλλά όχι καθοριστικό. Θα προσπαθήσω να ανανεώνω πιο συχνά το μπλοκ και με κείμενα που έχουν ανέβει πρώτα στην Κατιούσα -η οποία πάντως δίνει επιλογή για σχολιασμό για όποιον θέλει να πει κάτι- αλλά μέχρι τα Χριστούγεννα, δε βλέπω να αλλάζει κάτι δραματικά.

Κατά τα άλλα να διαβάσετε το τρίτο μέρος του Αριστερισμού, που δέησε επιτέλους να γράψει το ΛΣ, που περνά δημιουργικά το χρόνο του στο Φεστιβάλ, φτιάχνοντας λογοπαίγνια για τον Πετρολούκατς Χαλκιά. Το ζητήσατε, το περιμένατε, τον απειλήσατε για να το γράψει, οπότε είναι κρίνα να αφήσετε τώρα την προσμονή τόσων χρόνων να το κάνει να περάσει απαρατήρητο σε σχέση με τις προσδοκίες που είχαν γιγαντωθεί. Κι αν φτωχικό το βρήκες το τρίτο μέρος, δε σε γέλασε. Άσε που θα υπάρξει κι άλλο, σαν επίλογος στην τριλογία και Νταρτανιάν στους τρεις σωματοφύλακες.