Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα σακελλαρόπουλος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα σακελλαρόπουλος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 12 Ιουνίου 2016

Η ελληνική κρίση

Περνάμε σήμερα στο τρίτο και τελευταίο μέρος της παρουσίασης ενός (αρκετά διαδεδομένου στο ελληνικό αριστεροχώρι) ερμηνευτικού σχήματος της κρίσης από το βιβλίο του Σακελλαρόπουλου, για να συνεχίσουμε σε ένα άλλο μέρος με κάποιες κριτικές επισημάνσεις. Στο μέρος αυτό, ο συγγραφέας εξετάζει την ελληνική περίπτωση σε συνάρτηση με τα παγκόσμια χαρακτηριστικά της κρίσης που μας εξέθεσε στα προηγούμενα κεφάλαια. Υπόψη ότι εδώ παρουσιάζονται μόνο κάποια αποσπάσματα, με τα θεωρητικά συμπεράσματα, ενώ παραλείπονται για λόγους οικονομίας στοιχεία και στατιστικοί πίνακες, που τα τεκμηριώνουν (δε βρίσκεται εκεί άλλωστε η διαφωνία μας).

-.-.-

Στην παρούσα μελέτη θα προσεγγίσουμε την ελληνική οικονομική κρίση ως την κρίση ενός συγκεκριμένου μοντέλου συσσώρευσης που είχε επιλέξει η ελληνική αστική τάξη. Μία κρίση που ενεργοποιήθηκε τόσο από την ανάδυση εσωτερικών αντιφάσεων του ελληνικού καπιταλισμού όσο και από τις πιέσεις που εσωτερίκευσε ο ελληνικός κοινωνικός σχηματισμός από την παγκόσμια και την ευρωπαϊκή κρίση (παράμετρος που λείπει εντελώς από την αφήγηση των κυριαρχικών στρωμάτων αφού θεωρούν πως η κρίση είναι αποκλειστικό ελληνικό φαινόμενο για το οποίο ευθύνονται οι Έλληνες πολίτες με τις υπέρμετρες απαιτήσεις τους και οι ελληνικές κυβερνήσεις για την υποχωρητικότητα που επέδειξαν).

Αφού λοιπόν ανασκευάζει με επιχειρήματα και στατιστικά στοιχεία την αστική αφήγηση περί υπερδιογκωμένου δημοσίου, υψηλών μισθών, κτλ, περνάει στο επόμενο υποκεφάλαιο.

3. Το πραγματικό πρόβλημα: η ελλιπώς ανταγωνιστικότητα του ελληνικού καπιταλισμού κι η όξυνση του φαινομένου αυτού σε περίοδο κρίσης

Αφού εξετάσαμε διάφορα επιχειρήματα των κυρίαρχων ελίτ, θα επικεντρώσουμε στη δική μας θέση για το βασικό, αλλά όχι μοναδικό, αίτιο της σημερινής κρίσης: Ο ελληνικός καπιταλισμός προσχώρησε το 1981 στην τότε ΕΟΚ έχοντας, με την εξαίρεση του εφοπλισμού και ορισμένων τομέων της ελληνικής οικονομίας (κατασκευές, τσιμεντοβιομηχανία, χαλυβουργία), σημαντικό πρόβλημα ανταγωνιστικότητας σε σχέση με τα ευρωπαϊκά κεφάλαια. Ωστόσο, η επιλογή έγινε από το ελληνικό αστικό κράτος το οποίο, λειτουργώντας με γνώμονα τη μακροπρόθεσμη αναπαραγωγή της κεφαλαιακής σχέσης, θεωρούσε πως ο ανταγωνισμός με τα πιο δυναμικά ευρωπαϊκά κεφάλαια θα συνέβαλε στην εσωτερική αναδιάρθρωση της ελληνικής παραγωγικής δομής με εκκαθάριση των μη ανταγωνιστικών κεφαλαίων. Από την άλλη, η Αριστερά, από την εποχή της δεκαετίας του 1960, ακόμη υποστήριζε πως η είσοδος της χώρας στην ΕΟΚ θα είχε καταστροφικά αποτελέσματα για την ελληνική οικονομία.

Τελικά και το πρόβλημα της ανταγωνιστικότητας παρέμεινε, παρότι υπήρξε μερική εσωτερική αναδιάρθρωση, και η μέχρι το 2009 πορεία της ελληνικής οικονομίας δεν ανέδειξε καταστροφικά προβλήματα. Το παράδοξο αυτό οφείλεται σε μια σειρά παραγόντων που κατόρθωσαν να διατηρήσουν τον ελληνικό καπιταλισμό σε ένα πλαίσιο ευρωπαϊκής τροχιάς, μεταθέτοντας την ανάδυση των δομικών του προβλημάτων για αργότερα.

Συγκεκριμένα:
α) η ύπαρξη εθνικού νομίσματος μέχρι το 2001 επέτρεψε τη διακύμανση των συναλλαγματικών ισοτιμιών ανάλογα με τις προθέσεις της εκάστοτε κυβέρνησης για τόνωση των εξαγωγών.
β) οι σχετικά χαμηλοί μισθοί που δίνονταν στο πλαίσιο της ελληνικής οικονομίας διατήρησαν αυτό το πλεονέκτημα του ελληνικού καπιταλισμού.
γ) στον ανωτέρω παράγοντα (β) ήρθε να προστεθεί και το γεγονός της μαζικής εισόδου μεταναστών μετά την πτώση του ανατολικού συνασπισμού, με αποτέλεσμα την ύπαρξη ενός φτηνού κι ανασφάλιστου, σε μεγάλο βαθμό, εργατικού δυναμικού που περιόρισε το πραγματικό κόστος παραγωγής.
δ) Η συνέχιση της ανάπτυξης του εφοπλισμού, του τουρισμού και των κατασκευών ως βασικών συνιστωσών.
ε) η ανάπτυξη του χρηματοπιστωτικού συστήματος κι η τόνωση της αγοράς μέσω των νέων χρηματοπιστωτικών παραγώγων
στ) η χρησιμοποίηση των διαφόρων κοινοτικών πλαισίων στήριξης τόσο ως μορφών ενίσχυσης παραγωγικών και εμπορικών δραστηριοτήτων όσο και ως υλικών στοιχείων δημιουργίας δεσμών κοινωνικής συναίνεσης.

Γιατί όμως υποστηρίζουμε πως το πρόβλημα της ανταγωνιστικότητας διατηρήθηκε; Πολύ απλά γιατί δεν υπήρχε σχεδιασμός και στρατηγική για μία ποιοτική μεταλλαγή των χαρακτηριστικών που προαναφέραμε σε αυτά ενός καπιταλισμού υψηλής τεχνολογίας και ανταγωνιστικότητας.

(...)

Όλη αυτή η τεχνολογική υστέρηση που περιγράφηκε θα δείξει μια δυσκαμψία στο να μπορέσει να υπάρξει ένας τεχνολογικός μετασχηματισμός του ελληνικού καπιταλισμού, εντελώς απαραίτητος για τον ανταγωνισμό εντός του πλαισίου της ΟΝΕ. Έτσι, ο δειλός προσανατολισμός προς την τεχνολογία είχε και τα αντίστοιχα αποτελέσματα τόσο στο χαρακτήρα της παραγωγής όσο και σε αυτόν των εξαγωγών, όπου η επιλογή σε επένδυση σε κλάδους μέσης και υψηλής τεχνολογίας πραγματοποιήθηκε με πολύ αργούς ρυθμούς.

(...)

Σε διάστημα μιας δωδεκαετίας (1994-2006) και όντας η χώρα στην ΟΝΕ, οι αλλαγές προς την κατεύθυνση της μέσης/υψηλής και υψηλής τεχνολογίας σε ορισμένους τομείς σημείωσαν οπισθοχώρηση και σε άλλους ελαφρά μόνο ανάπτυξη. Έτσι, στη δημιουργία προστιθέμενης αξίας και οι βιομηχανίες υψηλής τεχνολογίας και αυτές της μέσης προς υψηλή τεχνολογίας έχουν μείωση της συμμετοχής τους. Το ίδιο συμβαίνει και στον τομέα της διάρθρωσης των επενδύσεων. Περιορισμό της συμμετοχής τους έχουν και οι βιομηχανίες χαμηλής τεχνολογίας. Αντίθετα, ωφελημένες εμφανίζονται οι βιομηχανίες μέσης προς χαμηλή τεχνολογίας. Σε ό,τι αφορά τη διάρθρωση των απασχολούμενων και τη διάρθρωση του αριθμού των καταστημάτων, και εδώ οι βιομηχανίες μέσης προς χαμηλή τεχνολογίας εμφανίζουν άνοδο, ενώ μείωση παρουσιάζουν οι βιομηχανίες χαμηλής τεχνολογίας. Οι βιομηχανίες υψηλής τεχνολογίας και αυτές της μέσης προς υψηλή τεχνολογίας είτε εμφανίζουν στασιμότητα είτε πολύ περιορισμένη ανάπτυξη.

Συνολικά ιδωμένο το όλο πλαίσιο δείχνει μεν μία υποχώρηση των βιομηχανιών χαμηλής τεχνολογίας αλλά αυτό δεν είναι ικανοποιητικό γιατί τον πραγματικό δυναμισμό τον παρουσιάζουν οι βιομηχανίες μέσης προς χαμηλή τεχνολογίας.

Το 1995 η Ελλάδα είχε το χαμηλότερο ποσοστό εξαγωγών υψηλής τεχνολογίας από όλες τις χώρες που θα αποτελέσουν στη συνέχεια την ΟΝΕ και για τις οποίες υπάρχουν διαθέσιμα στοιχεία, ενώ το 2011 θα ξεπερνά μόνο την Πορτογαλία. Κάτι αντίστοιχο ισχύει για τις εξαγωγές υψηλής/μέσης τεχνολογίας, όπου και το 1995 αλλά και το 2011 η Ελλάδα παρουσίαζε το μικρότερο ποσοστό εξαγωγών σχετικά υψηλής τεχνολογίας απ' όλες τις χώρες της ΟΝΕ.

Αυτή η στάση εξηγεί και γιατί ο λόγος εμπορεύσιμων μη εμπορεύσιμων αγαθών στην καθαρή προστιθέμενη αξία περιοριζόταν συνέχεια στα χρόνια πριν από την κρίση. (...) Το συμπέρασμα που προκύπτει συγκεφαλαιώνεται πολύ εύστοχα στη φράση των Οικονομάκη, Ανδρουλάκη και Μαρκάκη: "για όλη την περίοδο μετά την είσοδο στη ζώνη του ευρώ η ελληνική οικονομία βάσισε, συγκριτικά περισσότερο έναντι του συνόλου της Ε.Ε.27, την ανάπτυξή της στην ανάπτυξη των παραγωγικών κλάδων που δεν εκτίθενται στο διεθνή ανταγωνισμό. Επομένως, ο τύπος ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας δεν προϋπέθετε και δεν οδηγούσε σε βελτίωση της ανταγωνιστικής της θέσης στο διεθνή καταμερισμό εργασίας.

Μέσα ακριβώς σε αυτό το πλαίσιο ένα προϋπάρχον πρόβλημα που είχε διαμορφωθεί με την είσοδο της Ελλάδας στην ΕΟΚ θα επιταθεί με την ένταξη της χώρας στην ΟΝΕ και θα οδηγήσει στην κρίση του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών.

Στα επόμενα υποκεφάλαια ο συγγραφέα εξετάζει τη διακύμανση αυτού του ισοζυγίου, όπου μεταξύ άλλων σημειώνει τα εξής:

Το βασικό συμπέρασμα που προκύπτει είναι πως και πριν από την είσοδο στην ΟΝΕ αλλά και μετά συντελέστηκε μία αναδιάρθρωση στη δομή των ελληνικών εξαγωγών εις βάρος των προϊόντων χαμηλής τεχνολογίας. Ωστόσο, αυτή η αναδιάρθρωση ήταν αργή, περιορισμένη και μερική και δεν μπόρεσε να λειτουργήσει ανασχετικά στα χρόνια προβλήματα ανταγωνιστικότητας του ελληνικού καπιταλισμού. Ως αντίδοτο, και σε συνδυασμό με την εσωτερική αναδιάρθρωση, υιοθετήθηκε ο μερικός γεωγραφικός αναπροσανατολισμός των ελληνικών εξαγωγών. Ωστόσο, και αυτό έγινε σε περιορισμένο βαθμό, μη βελτιώνοντας τους όρους του εμπορικού ισοζυγίου.

(...)

Το τελικό αποτέλεσμα ήταν το διαρκώς ελλειμματικό εμπορικό ισοζύγιο. Αυτό δεν οφείλεται στο γεγονός πως η Ελλάδα πραγματοποιούσε υπέρμετρες εισαγωγές. Οι ελληνικές εισαγωγές ήταν συγκριτικά πιο περιορισμένες. Το πρόβλημα είχε να κάνει με τη μεγάλη διαφορά μεταξύ ελληνικών εισαγωγών και ελληνικών εξαγωγών που επιβάρυνε συνεχώς το εμπορικό ισοζύγιο και κατ' επέκταση το ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών.

Για να συνεχίσει με το χρέος, το έλλειμμα και το τραπεζικό σύστημα.

Το έλλειμμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών καλύφτηκε σε σημαντικό βαθμό μέσω της έκδοσης ομολόγων. Δεδομένης της αύξησης του ελλείμματος του ισοζυγίου αυτού ως ποσοστού του ΑΕΠ αναγκαστικά αυτό οδηγούσε τόσο σε αύξηση των τόκων που πληρώνονταν. Σε αυτό διευκόλυνε και το γεγονός πως η ένταξη στην ΟΝΕ έδινε τη δυνατότητα στο ελληνικό κράτος να δανειστεί με χαμηλότερο επιτόκιο και ταυτόχρονα να επεκτείνει την αποπληρωμή των δανείων σε μεγαλύτερο χρονικό διάστημα. Κατά συνέπεια από τη μια είχαμε μία αυξανόμενη ανάγκη του ελληνικού κράτους για δανεισμό και από την άλλη πολύ ευνοϊκές συνθήκες για την πραγματοποίηση αυτού του δανεισμού.

(...)

Διαπιστώνουμε μια κατακόρυφη άνοδο του χρέους από τη στιγμή της εισόδου στην ΕΟΚ, μία σε γενικές γραμμές σταθεροποίηση μεταξύ 1995 και 2005, όπου οι ρυθμοί αύξησης του ΑΕΠ ήταν αρκετά υψηλοί, μία σημαντική αύξηση μεταξύ 2005 και 2008 και μία ραγδαία αύξηση το 2009.
Συμπερασματικά, το βασικό δεν ήταν η αύξηση σε απόλυτους αριθμούς του χρέους αλλά η δυσανάλογη αύξησή του σε σχέση με την αύξηση του ΑΕΠ, με αποτέλεσμα ένα υψηλό ποσοστό του ΑΕΠ να πηγαίνει στην πληρωμή τόκων.

Κι έτσι φτάνουμε στο τελευταίο υποκεφάλαιο, που παρατίθεται σχεδόν ολόκληρο

8. Η έλευση της κρίσης

Όσα αναφέραμε για το πρόβλημα ανταγωνιστικότητας που είχε η ελληνική καπιταλιστική οικονομία επιδεινώθηκαν με την ανάδυση της παγκόσμιας και ευρωπαϊκής κρίσης.Συγκεκριμένα, ήδη από το 2005 και μετά, αρκετοί δείκτες άρχισαν να παρουσιάζουν πτωτικές τάσεις (τουρισμός, έσοδα από ναυτιλία, κοινοτικές επιχορηγήσεις), ενώ λίγο αργότερα θα αρχίσει και η πτώση της κερδοφορίας των τραπεζών που με τη σειρά της θα οδηγήσει στον περιορισμό των δανειακών χορηγήσεων. Σε αυτό το πλαίσιο και στη βάση όσων αναφέραμε για την προσπάθεια ανάκαμψης της χρηματοπιστωτικής κερδοφορίας μέσω της στροφής προς τα ασφάλιστρα κινδύνου (CDS), η Ελλάδα το φθινόπωρο του 2009 εμφανίστηκε ως η χώρα που παρουσίαζε το μεγαλύτερο κίνδυνο χρεοκοπίας. Αυτό συνέβη γιατί αυξήθηκε το δημόσιο έλλειμμα και το δημόσιο χρέος ως ποσοστό του ΑΕΠ λόγω της μείωσης του τελευταίου, εξαιτίας του συνδυασμού εγχώριας κι εξωτερικής κρίσης.

Πιο συγκεκριμένα, το Νοέμβριο του 2009 η απόδοση των ελληνικών ομολόγων άρχισε να ανεβαίνει με ραγδαίους ρυθμούς. Αυτό συνέβη γιατί υπήρξε απροθυμία των επενδυτών να έχουν ελληνικά ομόλογα στα χαρτοφυλάκιά τους τα οποία θεωρήθηκε πως παρουσίαζαν υψηλούς κινδύνους αθέτησης. Σε αυτό συνέβαλε και η υποβάθμιση της πιστοληπτικής ικανότητας της χώρας από τους οίκους αξιολόγησης μετά τον Οκτώβριο του 2009.

Το δικό μας συμπέρασμα είναι πως υπήρξε μια διαλεκτική σχέση μεταξύ ενός ελλιπούς ανταγωνιστικά μοντέλου συσσώρευσης του οποίου εντάθηκαν οι αντιφάσεις λόγω της συμμετοχής της χώρας στην ΟΝΕ και της εκμετάλλευσης της ανάγκης μερίδας του διεθνούς κεφαλαίου για γρήγορη κερδοφορία και ανάκαμψη από την κατάσταση της κρίσης. Κάτω από άλλες συνθήκες είναι πιθανό η ενεργοποίηση των αντιφάσεων να γινόταν με πιο αργούς ρυθμούς χωρίς αυτό να σημαίνει πως θα μπορούσε να ανασταλεί επ' αόριστον - πλην της περίπτωσης να μεσολαβούσε κάποιο άλλο σημαντικό γεγονός (πχ η ανακάλυψη σημαντικών κοιτασμάτων φυσικού αερίου σε κάποιο σημείο της χώρας).

Σε κάθε περίπτωση, η Ελλάδα, μια δυτική καπιταλιστική χώρα, βρέθηκε στο χείλους της χρεοκοπίας και αυτό δεν ήταν κάτι που επιθυμούσαν οι ευρωπαϊκές ελίτ για τέσσερις λόγους: α) πολλά ελληνικά χρεόγραφα βρίσκονταν στην κατοχή των ευρωπαϊκών, κυρίως γαλλικών και γερμανικών, τραπεζών, β) οι ελληνικές τράπεζες ήλεγχαν σε μεγάλο βαθμό το τραπεζικό σύστημα δύο άλλων ευρωπαϊκών χωρών: της Ρουμανίας και της Βουλγαρίας, γ) η χρεοκοπία μιας χώρας της ζώνης του ευρώ θα οδηγούσε σε μεγάλη αναστάτωση τις χρηματαγορές ρίχνοντας την αξία του κοινού νομίσματος, δ) προσφερόταν η ευκαιρία για πειραματισμό γύρω από ένα νέο μοντέλο κεφαλαιακής συσσώρευσης, η γενικευμένη εφαρμογή του οποίου θα συντελούσε στην ανόρθωση των συνολικών ποσοστών κερδοφορίας.

Με αυτήν την έννοια και πριν περάσουμε στην παρουσίαση του περιεχομένου των πακέτων των μνημονίων, αξίζει να σταθούμε στο στρατηγικό περιεχόμενο αυτών των επιλογών. Τα υιοθετούμενα "πακέτα" οικονομικών μέτρων θα επιτελέσουν ένα διπλό ρόλο: από τη μία, θα διασώσουν μερίδες του ευρωπαϊκού κεφαλαίου και από την άλλη, θα χρησιμεύσουν ως πυξίδα για τη νέα μορφή που θα "πρέπει" να πάρει ο καπιταλισμός και ως προς αυτό ελληνικός κοινωνικός σχηματισμός θα αποτελέσει ένα πεδίο κοινωνικού πειραματισμού.

Στόχος είναι η μείωση σε συντριπτικό βαθμό του βιοτικού επιπέδου της μεγάλης μάζας του πληθυσμού, η υποχώρηση των μη μονοπωλιακών μερίδων του κεφαλαίου, η μισθωτοποίηση των μέχρι πρότινος νέων μικροαστικών στρωμάτων και μία ακραία εκδοχή οξυμένου κρατικού αυταρχισμού που θα περιορίζει δραστικά τα όποια περιθώρια κοινωνικών αντιστάσεων. Τα κυριαρχούμενα στρώματα θα ζουν σε ατμόσφαιρα "χαμηλότατων προσδοκιών", ενώ το ζητούμενο δε θα είναι να έχει κάποιος μόνιμη δουλειά με αξιοπρεπείς αποδοχές, αλλά να έχει δουλειά άσχετα του πόσες ώρες θα δουλεύει και πόσο θα αμείβεται.

Σε επίπεδο συνασπισμού εξουσίας, η αλλαγή του προτύπου συσσώρευσης σημαίνει την εκδίωξη/υποβάθμιση μη μονοπωλιακών μερίδων ως αποτέλεσμα των εκκαθαριστικών λειτουργιών της κρίσης. Αντίστοιχα επιδιώκεται η ενδυνάμωση των μονοπωλιακών μερίδων που επιβιώνουν. Στο όλο πλαίσιο εμπλέκεται και το εξωγενές κεφάλαιο (αλλοδαπό αλλά και εφοπλιστικό) που θα έρθει να εγκατασταθεί στη χώρα. Δεδομένου πως μεγάλος όγκος ξένων κεφαλαίων αναμένεται να επενδυθούν  λόγω των "ευκαιριών" που θα δημιουργηθούν, είναι αναμενόμενο να ανατραπεί και ο συσχετισμός μεταξύ ενδογενούς και εξωγενούς κεφαλαίου. Ταυτόχρονα, οι μικροαστικές τάξεις θα περιορίσουν την παρουσία τους ως τάξεις-στηρίγματα. Και αυτό γιατί η παραδοσιακή μικροαστική τάξη βρίσκεται σε συρρίκνωση λόγω της ενίσχυσης των μονοπωλίων. Η νέα μικροαστική τάξη πολώνεται προς την εργατική τάξη δεδομένου πως μισθωτοποιείται σε σημαντικό βαθμό, τα εισοδήματά της μειώνονται και ο ρόλος της σε μία μονοπωλιακή επιχείρηση γίνεται όλο και πιο εκτελεστικός. Για την ελληνική κοινωνία όλα αυτά έχουν ιδιαίτερη σημασία αφού παραδοσιακά χαρακτηριζόταν από μεγαλύτερη παρουσία μικροαστικών στρωμάτων σε σχέση με τις υπόλοιπες δυτικές κοινωνίες. Η ελληνική αυτή ιδιομορφία οφείλεται στην ύπαρξη πολυάριθμων αγροτικών στρωμάτων, στον μικροϊδιοκτησιακό/οικογενειακό χαρακτήρα πολλών βιοτεχνιών και εμπορικών επιχειρήσεων (αποτέλεσμα της ανάγκης βιοπορισμού των ηττημένων του εμφυλίου) καθώς και στην προσφυγή στην ιδιοκτησία ακινήτων ως μορφής ασφαλούς επένδυσης σε μια χώρα με ταραχώδη πολιτικό βίο.

Από την ένταξη της Ελλάδας στην ΕΟΚ η κοινή αγροτική πολιτική οδήγησε στη δραστική μείωση των αγροτικών στρωμάτων. Ωστόσο, έπρεπε να περιοριστούν και τα υπόλοιπα τμήματα της "μεσαίας" τάξης που είχαν διογκωθεί στη δεκαετία του 1980. Αυτό μόνο μερικώς επετεύχθη από τις νεοφιλελεύθερες πολιτικές της τελευταίας εικοσαετίας. Χρειάζονταν πιο δραστικές πολιτικές και γι' αυτό υιοθετήθηκε η πολιτική των μνημονίων.

Τα παραπάνω οδήγησαν σε μια αναδιάταξη τόσο στη μορφή των κοινωνικών συμμαχιών όσο και στο περιεχόμενο της αστικής ηγεμονίας και της αποσπώμενης κοινωνικής συναίνεσης. Η νέα κοινωνική συμμαχία περιλαμβάνει κυρίως αστικά στρώματα και για να μπορέσει να ηγεμονεύσει, χρειάζεται ένα νέο πρόταγμα που δε θα έχει κατ' ανάγκη θετικό πρόσημο. Ένα βασικό, δομικό, στοιχείο που συγκρότησε την κοινωνική συναίνεση στον καπιταλισμό ήταν η πίστη στην αλλαγή προς το καλύτερο και η προσδοκία της ανοδικής κοινωνικής κινητικότητας. Αυτό πλέον αλλάζει και τίθεται στο επίπεδο των ελάχιστων προσδοκιών. Οι κυριαρχούμενες τάξεις δε θα ελπίζουν πλέον σε μια βελτίωση της ζωής του αλλά θα συναινούν σε όποιο σχέδιο υπόσχεται τη μη χειροτέρευση. Τα παραπάνω δεν πρέπει να μας οδηγήσουν σε απόψεις περί "συνωμοσίας" των ελίτ. Αναμφίβολα και σε ελλαδικό και σε διεθνές επίπεδο αρχικά υπήρξε ένας αιφνιδιασμός για τη δριμύτητα της κρίσης. Θα χρειαστεί να περάσει ένα διάστημα για να γίνει αντιληπτό πως η κατάσταση αποτελεί ταυτόχρονα κίνδυνο και ευκαιρία: κίνδυνος να μη μπορέσει να υπάρξει διαχείριση της κρίσης με ανεξέλεγκτες συνέπειες και απροσδιόριστο μέλλον. Ευκαιρία για απόσπαση μεγάλης μάζας πλούτου από τα λαϊκά στρώματα, συντηρητικής αναδιάρθρωσης των εργασιακών σχέσεων και εκκαθάρισης των μη ανταγωνιστικών κεφαλαίων. Από την άλλη, το ξένο κεφάλαιο και τα ιμπεριαλιστικά κέντρα, πέραν του βραχυπρόθεσμου κινδύνου απώλειας κεφαλαίων τους που είχαν επενδυθεί σε ελληνικά ομόλογα, είδαν τη δυνατότητα για πιο στρατηγικούς μετασχηματισμούς, δηλ τη χρησιμοποίηση ενός ανεπτυγμένου καπιταλιστικού σχηματισμού ως "πειραματόζωου" δομικής τροποποίησης του κοινωνικού συσχετισμού δύναμης με σκοπό τη διευρυμένη εφαρμογή ενός νέου μοντέλου.

Αντί επιλόγου, παραθέτω μία σημαντική υποσημείωση του τρίτου υποκεφαλαίου, που δεν είμαι όμως καθόλου σίγουρος ότι τηρείται τελικά στην πράξη.

Η αναφορά στα προβλήματα ανταγωνιστικότητας του ελληνικού καπιταλισμού σε καμία περίπτωση δε θα πρέπει να εκληφθεί ως κάποιου είδους επιθυμία από μέρους μας για ύπαρξη ενός ιδιαίτερα ανταγωνιστικού ελληνικού καπιταλισμού. Ο σκοπός είναι η περιγραφή κι η ανάλυσης μιας οικονομικοκοινωνικής πραγματικότητας. Από εκεί και πέρα, από τη σκοπιά των συμφερόντων των κυριαρχούμενων τάξεων, το ζήτημα σε τακτικό επίπεδο είναι η μείωση του βαθμού εκμετάλλευσης της ζωντανής εργασίας από το κεφάλαιο, και σε στρατηγικό η κατάργηση του κεφαλαιοκρατικού τρόπου παραγωγής.

Δευτέρα 6 Ιουνίου 2016

Χρηματιστικοποίηση και ευρωπαϊκή κρίση

Συνεχίζουμε την παρουσίαση του ερμηνευτικού σχήματος της κρίσης (από το βιβλίο του Σακελλαρόπουλου για την κρίση και την κοινωνική διαστρωμάτωση στην Ελλάδα του 21ου αιώνα), από εκεί που το είχαμε αφήσει. Κατά την αντιγραφή, παραλείπονται οι πίνακες και κάποια στατιστικά στοιχεία, για την οικονομία της έκτασης του κειμένου (αν και είναι σημαντικά για την επίρρωση των συμπερασμάτων της μελέτης).

3. Η κρίση της χρηματιστικοποίησης

Καθοριστικό ρόλο στις εξελίξεις διαδραμάτισε η αγορά των ακινήτων στις ΗΠΑ αλλά και όχι μόνο (πχ στην Ισπανία). Οι λαϊκές τάξεις βιώνοντας την καθήλωση των εισοδημάτων τους οδηγήθηκαν στο δανεισμό, αφενός για να αποκτήσουν ιδιωτικές κατοικίες και αφετέρου για να καλύψουν το έλλειμμα σε καταναλωτικά προϊόντα που δημιουργούσαν οι πολιτικές λιτότητας. Ταυτόχρονα, στα τέλη της δεκαετίας του 1990, ο δανεισμός επεκτάθηκε και στους χαμηλά αμειβόμενους, κάποιοι εκ των οποίων μπορεί να μην είχαν ούτε καν σταθερή απασχόληση. Το αποτέλεσμα ήταν το σύνολο του πιστωτικού χρέους από 135% του ΑΕΠ το 1984 να φτάσει στο 335% το 2006.
(Η όλη αυτή κατάσταση εξηγεί γιατί οι Αμερικανοί είχαν όλο και λιγότερες αποταμιεύσεις από ένα σημείο και μετά. Από τη μία, αυτό οφείλεται στους χαμηλούς πραγματικούς μισθούς και από την άλλη, στο πλαίσιο κατανάλωσης μέσω δανεισμού που δεν ενθάρρυνε την ιδιωτική αποταμίευση).

Στο πεδίο των ακινήτων από τη στιγμή που οι πιστώσεις δίνονταν αφειδώς, οι τιμές τους άρχισαν να αυξάνονται, ενώ η ίδια πολιτική ακολουθήθηκε και στον τομέα των καταναλωτικών δανείων. Η παράμετρος που παραγνωρίστηκε ήταν πως οι πιστώσεις χορηγούνταν στη βάση της αποτίμησης των στοιχείων του ενεργητικού του δανειζόμενου στις τρέχουσες τιμές της αγοράς. Όταν κάποιος ιδιώτης ζητούσε ένα δάνειο και υποθήκευε το σπίτι του, το δάνειο χορηγείτο στη βάση της τρέχουσας τιμής του ακινήτου. Έτσι, τα χρέη εμφανίζονταν σε χαμηλά επίπεδα αφού υπήρχε το ενέχυρο του υψηλούς αξίας ακινήτου. Με αυτόν τον τρόπο, οι τράπεζες χορηγούσαν όλο και περισσότερα δάνεια και με έναν ανακυκλούμενο τρόπο, η κερδοφορία τους αυξανόταν διαρκώς, ενώ οι ιδιοκτήτες βάζοντας σε υποθήκη το ακίνητό τους έπαιρναν νέα δάνεια για κατανάλωση και άλλους σκοπούς.

Η αύξηση των επιτοκίων είχε ως αρχική συνέπεια τον υπερδιπλασιασμό των subrimes και των Alt-A (σ.σ.: μορφές επισφαλών δανείων) -αλλαγή που οφείλεται στον περιορισμό των συμβατικών δανείων. Η δυναμική αυτή συνεχίστηκε, με συνέπεια το 2006 το 35% των δανείων (περίπου ένα τρις δολ.) να αποτελείται από αυτές τις δύο μορφές δανείων.

Η δεύτερη όμως και πιο σημαντική συνέπεια θα είναι η ραγδαία πτώση των τιμών των ακινήτων, πράγμα που κατέστησε εμφανές πωως η στασιμότητα στους μισθούς, σε συνδυασμό με την αύξηση των επιτοκίων, θα επιβάρυνε την εξυπηρέτηση των πιστώσεων -ιδιαίτερα για τους πιο φτωχούς Αμερικανούς που ήταν καταχρεωμένοι με πάσης φύσεως δάνεια (στεγαστικά, καταναλωτικά, καρτών). Έτσι, έγινε σαφές πως το σύστημα είχε διπλό πρόβλημα: από τη μια, δεν ήταν φανερό ποιος είχε στην κατοχή του τα προβληματικά δάνεια, με αποτέλεσμα οι τράπεζες να μην μπορούν να εκτιμήσουν τη φερεγγυότητα του κάθε πελάτη και τελικά να περιορίσουν σημαντικά το δανεισμό. (Αυτό είχε να κάνει με το γεγονός πως στην περίοδο της χρηματοπιστωτικής ανόδου πολλές από τις συναλλαγές που γίνονταν ήταν διμερείς - γεγονός που σχετιζόταν με την προσπάθεια των επενδυτών να παρακάμψουν περιορισμούς των ρυθμιστικών αρχών. Το αποτέλεσμα ήταν το εύρος της πληροφόρησης να είναι πολύ μικρότερο από αυτό που υπάρχει πχ στα Χρηματιστήρια και οι τρίτοι να μη γνωρίζουν λεπτομέρειες του περιεχομένου αυτών των συναλλαγών, ώστε η μία τράπεζα να αποφεύγει να δανείζει στην άλλη). Από την άλλη, η γενικευμένη αυτή ασάφεια έκανε τον λόγο αποθεματικά προς δάνεια να χάσει το νόημά του καθώς επίσης και τον λόγο κεφαλαίων/δανείων, με συνέπεια οι τράπεζες να μην μπορούν να παρακολουθούν το ρυθμό της πιστωτικής επέκτασης. Οι αθετήσεις πληρωμών ξεκίνησαν από εκείνους που είχαν την πιο περιορισμένη δυνατότητα να εξυπηρετούν τα ενυπόθηκα χρέη, γεγονός που γέμισε με ακίνητα τις τράπεζες, έριξε την αξία τους και αυτό μεταβιβάστηκε στα νέα τραπεζικά παράγωγα. Στη συνέχεια, η κρίση αυτή μεταφέρθηκε και σε όσους είχαν μεγαλύτερη ικανότητα ακριβώς επειδή οι υποθήκες των ακινήτων τους έχασαν σταδιακά σημαντικό τμήμα της αρχικής τους αξίας. Γι' αυτό η κρίση ξεκίνσε από τις ΗΠΑ όπου οι τράπεζες ήταν πιο εκτεθειμένες στα διάφορα τραπεζικά παράγωγα. Το αποτέλεσμα ήταν πως στις ΗΠΑ την περίοδο 2008-2010 πτώχευσαν 315 τραπεζικά ιδρύματα περιφερειακής εμβέλειας με συνολικό ενεργητικό ύψους 650 δις δολ. Συνολικά το ΔΝΤ έχει εκτιμήσει πως στο διάστημα μεταξύ Ιανουαρίου 2007 και Σεπτεμβρίου 2009 τα μεγαλύτερα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα στις ΗΠΑ και στην Ευρώπη παρουσίασαν ζημιές άνω του ενός δις δολ. λόγω της έκθεσης σε τοξικά ομόλογα και επισφαλή δάνεια. Οι συνέπειες ήταν τέτοιες που στο συνολικό επίπεδο της αμερικανικής οικονομίας υπολογίζεται πως από τον Ιούνιο του 2007 μέχρι τον Νοέμβριο του 2008 οι Αμερικανοί έχασαν περισσότερο από το 1/4 του συνολικού τους πλούτου, δηλαδή ένα ποσό που φτάνει τα 14 τρις. δολ. Η αξία των ακινήτων από 13 τρις δολ. το 2006 μειώθηκε στα 8,8 τρις δολ. το 2008, ενώ στο ίδιο διάστημα τα αποταμιευτικά και επενδυτικά στοιχεία του ενεργητικού απώλεσαν 1,2 τρις δολ. Τα αντίστοιχα κεφάλαια (assets) που αφορούσαν στις συντάξεις έχασαν αξία ίση με 1,3 τρις δολ ενώ τα συνολικά κεφάλαια του ενεργητικού που αφορούσαν στους συνταξιούχους έχασαν 2,3 τρις δολ.

Σε πολύ μικρό χρονικό διάστημα η κρίση μεταφέρθηκε και στη λεγόμενη πραγματική οικονομία. Έτσι, το 2009 το παγκόσμιο ΑΕΠ μειώθηκε κατά 0,6% αλλά οι ανεπτυγμένες χώρες γνώρισαν δυσανάλογα μεγάλο πλήγμα. Στο σύνολό τους μειώθηκε κατά 3,2%: στις ΗΠΑ κατά 2,4%, στη ζώνη του ευρώ κατά 4,1%, στην Ιαπωνία κατά 5,2%, στη Βρετανία κατά 4,9%, στη Γερμανία κατά 0,5%, στη Γαλλία κατά 2,2%, και στην Ιταλία κατά 5,0%. Χώρες της Ασίας που βασίζονταν στο εξαγωγικό μοντέλο οικονομικής ανάπτυξης (Ταϊβάν, Κίνα, Ν. Κορέα, Ιαπωνία) είδαν τις εξαγωγές τους να υποχωρούν τουλάχιστον κατά 20% μέσα σε διάστημα μόλις δυο μηνών, ενώ το παγκόσμιο εξαγωγικό εμπόριο σημείωσε μείωση μεγαλύτερη του 30% μέσα σε μερικούς μήνες.

Έτσι τα πράγματα φαινόταν να παίρνουν μεγάλες διαστάσεις και να εκτυλίσσεται μία κρίση πολύ μεγάλης έκτασης. Για το λόγο αυτό, μέσω του σχεδίου Πόλσον, αγοράστηκαν τοξικά ομόλογα αξίας 700 δις δολ. που σχετίζονταν με τη φούσκα των ακινήτων, ενώ δόθηκαν και 250 δις δολ. "ενέσεων" κεφαλαίου προς τις τράπεζες. Στη συνέχεια, η Ομοσπονδιακή Τράπεζα των ΗΠΑ υποχρεώθηκε να προσφέρει μια πρωτοφανή ιστορικά ποσότητα χαμηλότοκων δανείων προς τις εμπορικές τράπεζες και άλλα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα ως έναν τρόπο διαχείρισης του προβλήματος, ευελπιστώντας πως σε δεύτερο χρόνο θα υπάρξει σταδιακή ανάκαμψη. Η πολιτική αυτή, την οποία ακολούθησαν και άλλες αμερικανικές κεντρικές τράπεζες, περιελάμβανε παρεμβάσεις στην ανοιχτή αγορά, προγράμματα βραχυπρόθεσμου δανεισμού, άμεσο δανεισμό σε επενδυτικές τράπεζες, αγορά εμπορικών τίτλων από βιομηχανικές και εμπορικές εταιρείες, κλπ.

4. Η ευρωπαϊκή κρίση

Αυτό που θα πρέπει να επισημανθεί, και το οποίο σχετίζεται άμεσα με τις εξελίξεις στην ΟΝΕ και στην ΕΕ, είναι πως η χρηματιστικοποίηση συνδέεται με τη διατήρηση του δολαρίου ως παγκόσμιου αποθεματικού νομίσματος, πράγμα που οφείλεται σε δύο λόγους: αφενός στο ότι οι ΗΠΑ παρέμειναν η χώρα με τη μεγαλύτερη παραγωγικότητα μεταξύ των κρατών του G7 και αφετέρου στην αναμφισβήτητη στρατιωτική της ισχύ και στην αντίστοιχη γεωπολιτική επιρροή. Η βαρύτητα αυτή του δολαρίου εξηγεί το γιατί, παρά την κρίση του 2007-08 οι ΗΠΑ δεν κατέρρευσαν. Όχι μόνο δεν είδαμε ενορχηστρωμένες επιθέσεις εναντίον του δολαρίου αλλά αντίθετα υπήρξαν συντονισμένες συνέπειες για να συγκρατηθεί η αξία του από χώρες που συνέχισαν να το διατηρούν ως αποθεματικό νόμισμα. Γι' αυτό οι επιπτώσεις από την τραπεζική κρίση στις ΗΠΑ είχαν και σημαντικές επιπτώσεις και στον ευρωπαϊκό χώρο, προκαλώντας τη μεγάλη πτώση της συνολικής ζήτησης κατά ένα μέρος μέσω των επενδύσεων και κατά ένα άλλο μέσω των εξαγωγών. Ειδικά η Γερμανία επλήγη πολύ σοβαρά γιατί, από τη μία, περιορίστηκαν οι εξαγωγές της στις εκτός ΕΕ χώρες (λόγω μείωσης της τιμής του δολαρίου, αλλά και του γουάν, που κατέστησε ακριβό το ευρώ και οδήγησε στο να χάσει η Γερμανία από την Κίνα την πρώτη θέση στις εξαγωγές εμπορευμάτων) και, από την άλλη, γιατί οι τράπεζές της βρέθηκαν εκτεθειμένες σε επισφαλή τιτλοποιημένα χρέη. Αυτό συνέβη διότι το μεγάλο εμπορικό πλεόνασμα οφειλόταν, πέραν της υψηλής παραγωγικότητας σε ορισμένους τομείς, σε  σημαντικό βαθμό και στη μείωση του εργατικού εισοδήματος η οποία έδρασε ως μηχανισμός εσωτερικής υποτίμησης. Το ζήτημα είναι πως η μείωση των αμοιβών λειτούργησε ως κίνητρο για τους Γερμανούς εργαζόμενους στο να αποταμιεύσουν μεγαλύτερο ποσοστό του εισοδήματός τους απ' ό,τι οι υπόλοιποι Ευρωπαίοι. Το γεγονός αυτό, σε συνδυασμό με το ότι περιορίστηκαν οι άμεσες εγχώριες επενδύσεις, είχε ως αποτέλεσμα οι γερμανικές τράπεζες να βρεθούν με αυξημένη ρευστότητα σε ισχυρό νόμισμα. Ένα σημαντικό τμήμα αυτής της ρευστότητας κατευθύνθηκε σε επισφαλή τραπεζικά παράγωγα σε διάφορες χώρες, με συνέπεια η έναρξη της κρίσης να δημιουργήσει σοβαρά προβλήματα και στη γερμανική οικονομία.

Για να μπορέσουμε όμως να κατανοήσουμε τις εξελίξεις στην ΕΕ και στην ΟΝΕ θα πρέπει να γυρίσουμε μερικά χρόνια πίσω. Η Ευρωπαϊκή Ένωση, ήδη από τα τέλη του 20ού αιώνα, είχε αντιληφθεί πως βρισκόταν σε δυσκολία να ανταγωνιστεί τους υπόλοιπους δυτικούς οικονομικούς πόλους (Β. Αμερική, Ιαπωνία) καθώς και τις αναδυόμενες οικονομίες (Κίνα, Ινδία, Ρωσία χώρες της ΝΑ Ασίας). Για το λόγο αυτό, υιοθέτησε τη στρατηγική της Λισσαβόνας η οποία αποσκοπούσε σε μία συντονισμένη προσπάθεια ακόμη μεγαλύτερης εφαρμογής νεοφιλελεύθερων πολιτικών στο εσωτερικό της. Υπενθυμίζουμε ότι η Στρατηγική της Λισσαβόνας στόχευε στο να καταστήσει την ΕΕ την πιο ανταγωνιστική και δυναμική οικονομία της γνώσης στον κόσμο, το 2010, ικανή για οικονομική ανάπτυξη με καλύτερες θέσεις απασχόλησης και μεγαλύτερη κοινωνική συνοχή.

Ωστόσο, τα αποτελέσματα δεν ήταν αυτά που περίμεναν οι ευρωπαϊκές ελίτ. Η ετήσια αύξηση του πραγματικού ΑΕΠ είναι σαφώς υπέρτερη στις ΗΠΑ σε σχέση με τις χώρες της ΟΝΕ, οι οποίες υπολείπονται και από τους αντίστοιχους βρετανικούς ρυθμούς.
Σε αντίστοιχα συμπεράσματα οδηγούμαστε αν εξετάσουμε την εξέλιξη της συνολικής παραγωγικότητας.
Η εξέλιξη αυτή δεν πρέπει να προκαλεί εντύπωση. Σε αντίθεση με τις χώρες της ΟΝΕ, οι ΗΠΑ έδωσαν ιδιαίτερο βάρος στην τεχνολογική καινοτομία, γεγονός που συνέβαλε αποφασιστικά στην αύξηση της παραγωγικότητας της οικονομίας τους.

(...)

Η δημιουργία της ΟΝΕ, στη συνέχεια, και η χρήση του ευρώ από τις χώρες της ευρωζώνης περιέπλεξε ακόμη περισσότερο τα πράγματα. Κι αυτό γιατί οι πολύ μεγάλες διαφορές παραγωγικότητας μεταξύ των χωρών της Ευρωζώνης λειτούργησαν υπονομευτικά για τις οικονομίες των χωρών αυτών. Η έλευση της κρίσης και στην ευρωπαϊκή οικονομία έπληξε τις περισσότερες χώρες εντός και εκτός της Ευρωζώνης, αν και με διαφορετικό τρόπο. Το πρόβλημα πήρε ιδιαίτερες διαστάσεις δεδομένου ότι οι ευρωπαϊκές οικονομίες κατά βάση συναλλάσσονταν μεταξύ τους και η διάχυση των πιέσεων από τη μία στην άλλη έγινε γρήγορα εμφανής. Ταυτόχρονα η ανάπτυξη των νέων οικονομικών ανταγωνιστών (κυρίως Κίνα, Ινδία, Ρωσία) δυσχέραινε την επίλυση της κρίσης μέσω της εξωστρεφούς επέκτασης. Η μεγάλη φιλοδοξία να αναδειχθεί το ευρώ σε παγκόσμιο νόμισμα, άρα και προφυλαγμένο από τις κερδοσκοπικές επιθέσεις, δεν μπόρεσε να γίνει πραγματικότητα. Το 2004, το 19% των συναλλαγών σε συγκεκριμένα χρηματοοικονομικά προϊόντα (spot, swaps, outiright), ήταν σε ευρώ, με το δολάριο να κυριαρχεί σε ποσοστό 44%, τη βρετανική λίρα με 8,5% και το γιεν με 10%. Το πιο σημαντικό όμως είναι η παρουσία του ευρώ στο σύνολο των παγκόσμιων αποθεματικών. Σύμφωνα με τα σχετικά στοιχεία, το 2007 το 63,9% των παγκόσμιων συναλλαγματικών αποθεμάτων ήταν σε δολάρια ΗΠΑ, το μερίδιο του ευρώ έφτανε το 26,5%, η στερλίνα περιοριζόταν στο 4,7%, και το γιεν στο 2,9%. Τα πιο πρόσφατα στοιχεία δείχνουν πως μέχρι το πρώτο τρίμηνο του 2013 δεν έχουν επέλθει σημαντικές μεταβολές. Έτσι, ο βαθμός βαρύτητας διαφόρων νομισμάτων στα συναλλαγματικά αποθέματα κεντρικών τραπεζών είναι 61,89% για το δολάριο, 23,92% για το ευρώ, 4% για τη βρετανική λίρα 3,94% για το γιεν, 0,13% για το ελβετικό φράγκο και 6,12% για τα άλλα νομίσματα.

Μπροστά λοιπόν στον κίνδυνο ανεξέλεγκτων καταστάσεων, η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα αποφάσισε να εφαρμόσει μία παρόμοια με αυτή που υιοθέτησε η FED στις ΗΠΑ πολιτική: να προμηθεύσει, δηλαδή, με τεράστιες ποσότητες χρήματος τις τράπεζες ώστε να απαλλαγούν από τα λεγόμενα τοξικά ομόλογα. Μόνο που υπήρχαν τρεις σημαντικές διαφορές: α) το γεγονός πως το δολάριο παρέμενε το παγκόσμιο αποθεματικό νόμισμα επέτρεπε στην αμερικανική κυβέρνηση να εκδίδει "λευκές επιταγές" τουλάχιστον για το διάστημα της κρίσης χωρίς να κινδυνεύει η αξία του δολαρίου, β) ως ομοσπονδιακό κράτος, οι ΗΠΑ μπορούσαν να προχωρήσουν σε εσωτερική αναδιανομή των πιο πλεονασματικών Πολιτειών προς τις πιο ελλειμματικές. Ο sui generis χαρακτήρας της Ευρώπης δεν επέτρεπε κάτι τέτοιο. γ) η Wall Street διέγραψε τα τοξικά CDO μέσω της παρθενογένεσης ενός χρηματοοικονομικού εργαλείου που έριξε το κόστος σε βάρος των φορολογουμένων. Αντίθετα, οι ευρωπαϊκές τράπεζες για να έχουν το ίδιο αποτέλεσμα υιοθέτησαν το ακόλουθο σχέδιο: ένα τμήμα του δημόσιου χρήματος που είχαν λάβει, χρησιμοποιήθηκε με τη μορφή στοιχήματος για το ενδεχόμενο που, λόγω των διεθνών πιέσεων, ένα κράτος θα οδηγείτο στη χρεοκοπία. Έτσι, υπήρξε η στροφή προς τα ασφαλιστικά συμβόλαια κινδύνου CDS τα οποία αποζημιώνουν τον κάτοχό τους για αρκετές περιπτώσεις που κάποιος άλλος δεν μπορεί να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις του (πχ ένα κράτος να μην μπορεί να πληρώσει ένα ομόλογο).

Μετά την παρέμβαση της ΕΚΤ και μέσω της αναμόχλευσης, οι τράπεζες άρχισαν να βελτιώνουν τους προϋπολογισμούς τους αλλά η όλη εξέλιξη τις οδήγησε, αφενός στο να μειώσουν το δανεισμό προς τος χώρες της περιφέρειας και αφετέρου στο να σταματήσουν να αγοράζουν μακροπρόθεσμους τίτλους επιλέγοντας τα βραχυπρόθεσμα εργαλεία (επιταγές, συναλλαγματικές, εγγυητικές επιστολές, κτλ), πράγμα που είχε ως συνέπεια την έλλειψη πιστώσεων και την αυξανόμενη ύφεση σε όλη την Ευρωζώνη. Οι χώρες που είχαν δαπανήσει μεγάλα ποσά για τη διάσωση των τραπεζών ωθήθηκαν σε αύξηση του δημόσιου δανεισμού και η αυξανόμενη προσφορά κρατικών χρεογράφων άσκησε ανοδική πίεση στις αποδόσεις. Στο μάτι του κυκλώνα βρέθηκαν οι πιο αδύναμες οικονομίες του Νότου (Ελλάδα, Πορτογαλία, Ισπανία), οι οποίες έπρεπε να αντιμετωπίσουν σημαντικά ελλείμματα στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών και κατά συνέπεια θεωρήθηκαν ως ευεπίφορες για πτώχευση. (Σε αυτές προστέθηκε αλλά για διαφορετικούς λόγους -λόγωω της συμμετοχής του τραπεζικού της συστήματος στη στεγαστική φούσκα- η Ιρλανδία).

Έτσι φτάσαμε στην εκδήλωση της κρίσης στην Ελλάδα.

Αλλά για αυτό, θα χρειαστεί τελικά κι ένα τρίτο μέρος, ώστε να υπάρχει μια σφαιρική εικόνα για την ερμηνεία της κρίσης.

Σάββατο 4 Ιουνίου 2016

Η διεθνής οικονομική κρίση

Το παρακάτω απόσπασμα προέρχεται από το (χρήσιμο, ενδιαφέρον αλλά και με ορισμένους περιορισμούς) βιβλίο του Σπύρου Σακελλαρόπουλου "κρίση και κοινωνική διαστρωμάτωση στην Ελλάδα του 21ου αιώνα" από τις εκδόσεις Τόπος. Θα ακολουθήσει κι η συνέχεια σε ένα δεύτερο μέρος, με σκοπό να δώσει μια συνοπτική αλλά πλήρη εικόνα για μια συγκεκριμένη ερμηνεία της κρίσης (και της εκδήλωσής της ως κρίσης χρέους, ανταγωνιστικότητας, κτλ) με σκοπό να υποβληθεί κατόπιν σε κριτική. Δεν ξέρω αν το πρώτο μέρος από μόνο του φανεί ενδιαφέρον στους σφους αναγνώστες, αλλά ο διαχωρισμός κρίθηκε σκόπιμος, λόγω έκτασης. Καλή ανάγνωση.

1. Η μη υπέρβαση της κρίσης του 1973

Βασική θέση του παρόντος εγχειριδίου είναι πως η ελληνική κρίση δεν αποτελεί ανεξάρτητο από τη διεθνή κρίση φαινόμενο. Ο τρόπος με τον οποίο αντιμετώπισαν την κρίση οι ευρωπαϊκές οικονομικές ελίτ θα πλήξει ιδιαίτερα την Ελλάδα, η οποία για μια σειρά από εσωτερικούς λόγους θα καταστεί ο αδύναμος κρίκος της ευρωπαϊκής και διεθνούς οικονομίας.

Η φούσκα των ακινήτων του 2007-08 στις ΗΠΑ και οι επιδράσεις της στη χρηματοπιστωτική σφαίρα σχετίζονται με το γεγονός πως οι συνέπειες της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης του 1973 δεν έγινε ποτέ δυνατόν να ανασχεθούν πλήρως.

Το πρόβλημα κερδοφορίας που έχει δημιουργήσει την κρίση δεν είναι θέμα υψηλών μισθών, και αν συνεχίζει να είναι υπαρκτό, οφείλεται στο γεγονός πως όλες οι πολιτικές που ακολουθήθηκαν τις τελευταίες δεκαετίες δεν κατόρθωσαν να ανορθώσουν την κερδοφορία των ισχυρών καπιταλιστικών σχηματισμών στα επίπεδα της προ του 1973 περιόδου. Και παρότι υπήρξαν μια σειρά από πολιτικές που αντανακλούσαν αυτή την κατεύθυνση, ο στόχος τελικώς δεν επετεύχθη. Οι εν λόγω πολιτικές αφορούσαν: α) στην αύξηση των πραγματικών μισθών με ρυθμούς μικρότερους από την αντίστοιχη αύξηση της παραγωγικότητας της εργασίας (έντασης της εκμετάλλευσης) β) στην εκκαθάριση των λιγότερο ανταγωνιστικών κεφαλαίων γ) στην αύξηση της χρόνιας και μαζικής ανεργίας, έτσι ώστε να περιοριστεί η διαπραγματευτική ισχύς της εργασίας δ) στην επίταση των ρυθμών συγκέντρωσης και συγκεντροποίησης του κεφαλαίου ε) στην ευρεία αλλαγή στις εργασιακές σχέσεις (μερική απασχόληση, ελαστικές σχέσεις εργασίας, συμβάσεις ορισμένου χρόνου, ενοικιάσει εργαζομένων), στ) στην ανάπτυξη μιας παράλληλης αγοράς εργασίας (στην οποία εντάσσονται κυρίως γυναίκες, νέοι, μετανάστες) και εντός της οποίας καταστρατηγείται η εργασιακή νομοθεσία. Το πρόβλημα δεν επιλύθηκε ούτε από τη μείωση του κόστους των μηχανικών συστημάτων παραγωγής, των πρώτων υλών και της ενέργειας αλλά ούτε και μέσω της εισαγωγής των λεγόμενων νέων τεχνολογιών στην παραγωγική διαδικασία.

Το ενδιαφέρον είναι πως το διάστημα που μεσολάβησε από την κρίση του 1973 μέχρι τις αρχές του νέου αιώνα χαρακτηρίστηκε από μια σειρά θετικών εξελίξεων για το καπιταλιστικό σύστημα, όπως: τη διάλυση του Σοβιετικού μπλοκ, τη μείωσης της δύναμης των συνδικάτων, την υποχώρηση των εθνικοαπελευθερωτικών κινημάτων. Οι εξελίξεις αυτές θα μπορούσαν να λειτουργήσουν θετικά και να συντελέσουν στην αύξηση της κερδοφορίας, πράγμα που όμως δεν έγινε. Αντίθετα, λειτούργησαν θετικά για την αναπαραγωγή του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής ως συνόλου ή ως καπιταλιστικής δυναμικής. Αυτό σημαίνει πως ενώ η κερδοφορία στις καπιταλιστικές μητροπόλεις δεν επαναποκτούσε την παλαιότερη δυναμική της, η είσοδος και άλλων χωρών εντός της καπιταλιστικής/ιμπεριαλιστικής αλυσίδας (είτε με υψηλό επίπεδο ικανοτήτων του συλλογικού εργάτη, όπως στις πρώην σοσιαλιστικές χώρες της Δύσης, είτε με χαμηλούς μισθούς, όπως σε ορισμένες Ασιατικές χώρες, είτε με ένα συνδυασμό και των δύο) δημιούργησε πιέσει αφού ο ανταγωνισμός εντεινόταν και τα μερίδια στη διεθνή αγορά ανακατανέμονταν.

2. Η επιλογή της χρηματοπιστωτικής σφαίρας (δημόσιος δανεισμός και χρηματιστικοποίηση)

Οι ανωτέρω εξελίξεις οδήγησαν στην ανάγκη υιοθέτησης ενός νέου μοντέλου συσσώρευσης. Έτσι, έγινε προσπάθεια να χρησιμοποιηθεί ως απάντηση η στροφή προς τη χρηματοπιστωτική σφαίρα μέσω της λεγόμενης χρηματιστικοποίησης. Η χρηματοπιστωτική σφαίρα έχει την ιδιαιτερότητα να συγκεντρώνει και να διαχειρίζεται χρήμα που βρίσκεται στάσιμο και αναξιοποίητο, να προεξοφλεί τη δυναμική της κεφαλαιακής συσσώρευσης, λειτουργώντας ως δίκτυο απαιτήσεων στη μελλοντική κερδοφορία, να επιτρέπει τη γρήγορη μετακίνηση του κεφαλαίου από τον έναν τομέα στον άλλο, όπου το επίπεδο κερδοφορίας εμφανίζεται υψηλότερο, να αποτιμά διαρκώς τα πάγια κεφάλαια των επιχειρήσεων που βρίσκονται εκτός κυκλοφορίας, να δημιουργεί ένα σύστημα διαχείρισης επιχειρηματικού κινδύνου και τέλος να συμβάλλει στη σταδιακή σύγκλιση των πιο διαφορετικών μορφών περιουσιακών αποδόσεων.

Σε αυτό το πλαίσιο, σε περιόδους κρίσης λιμνάζοντα κεφάλαια αναζητούν υψηλότερη κερδοφορία και όταν τη βρίσκουν κατευθύνονται προς τη χρηματοπιστωτική σφαίρα. Η ιδιαιτερότητα που υπάρχει στη μετά του 1973 εποχή είναι πως η χρηματοπιστωτική σφαίρα πέραν των "παραδοσιακών" δραστηριοτήτων της χαρακτηρίζεται, αφενός, από το αυξημένο δημόσιο δανεισμό και αφετέρου από το φαινόμενο της χρηματιστικοποίησης.

Ο αυξημένος δημόσιος δανεισμός δημιουργήθηκε ως προσπάθεια συντήρησης ενός υψηλού ποσοστού δημόσιων δαπανών που δεν μπορούσαν να καλυφθούν από τα φορολογικά έσοδα. Δηλαδή, το κράτος, από τη μια δεν ήθελε να φορολογήσει τις επιχειρήσεις που ήδη γνώριζαν πτώση κερδοφορίας και ούτε ήταν εύκολο να καλύψει αυτό το κενό από τους εργαζόμενους, των οποίων τα εισοδήματα είχαν γνωρίσει ακόμη μεγαλύτερη μείωση, και, από την άλλη, δεν ήθελε να μειώσει και τις δημόσιες δαπάνες, οι οποίες σε σημαντικό βαθμό αφορούσαν στην αγορά καπιταλιστικών εμπορευμάτων και λειτουργούσαν ανασχετικά στην περαιτέρω μείωση της κερδοφορίας. Γι' αυτό και τα δυτικά κράτη στράφηκαν στην αύξηση του δημόσιου χρέους.

Η εξέλιξη αυτή οδήγησε στην επέκταση της αγοράς ομολόγων και κατέστησε το δημόσιο χρέος μία σημαντική παράμετρο της όλης διαδικασίας "ανάπτυξης" που σε δεύτερο χρόνο θα συνδυαστεί με τη διαδικασία της χρηματιστικοποίησης.

Από εκεί και πέρα το φαινόμενο της χρηματιστικοποίησης παρουσιάζει τρία χαρακτηριστικά: α) τη δυνατότητα των μεγάλων επιχειρήσεων να χρηματοδοτούν επενδύσεις βάσει αδιανέμητων κερδών, καθώς και τη δυνατότητά τους να συμμετέχουν στις χρηματοπιστωτικές αγορές για δικό τους λογαριασμό, β) την κατεύθυνση των τραπεζών προς την εξασφάλιση κερδών από συναλλαγές στις χρηματοοικονομικές αγορές καθώς και από το δανεισμό σε ιδιώτες, γ) την αυξανόμενη συμμετοχή των εργαζόμενων και των νοικοκυριών στις χρηματοπιστωτικές αγορές τόσο για να δανειστούν όσο και για να διαθέσουν τις αποταμιεύσεις τους. Το αποτέλεσμα ήταν τα τελευταία 30 χρόνια ο λόγος των χρηματοοικονομικών στοιχείων προς το παγκόσμιο ΑΕΠ να έχει τριπλασιαστεί από 1,5 σε 4,5.

Απαραίτητη προϋπόθεση της τοιαύτης εξέλιξης της χρηματιστικοποίησης ήταν και η λεγόμενη "απελευθέρωση" των τραπεζικών αγορών - συνέπεια της κυριαρχίας του νεοφιλελευθερισμού. Από εκεί και πέρα, συνέβαλαν και άλλοι παράγοντες, όπως η χρησιμοποίηση των αποθεματικών των ασφαλιστικών ταμείων, η δημιουργία των νέων χρηματοοικονομικών προϊόντων η αύξηση του σωρευτικού όγκου των τόκων, η άνοδος της τιμής των μετοχών, η αύξηση του διανεμόμενου ύψους των μερισμάτων στους μετόχους κ.ά.

Η εμπέδωση της χρηματιστικοποίησης ξεκίνησε από τη σχέση τραπεζών και πάσης φύσεως ιδιωτών. Οι επιχειρήσεις, αφού σε πρώτο χρόνο είχαν καταθέσει τα κέρδη του, σε δεύτερο αγόραζαν χρηματοπιστωτικά προϊόντα για να αυξήσουν την κερδοφορία τους, ενώ τα νοικοκυριά σύναπταν καταναλωτικά και στεγαστικά δάνεια επειδή δεν μπορούσαν να αγοράσουν κατοικίες και προϊόντα από τους μισθούς τους. Στην τάση αυτή συνέβαλε η πολιτική των χαμηλών επιτοκίων που υιοθέτησε η Ομοσπονδιακή Τράπεζα των ΗΠΑ στη διάρκεια των ετών 2001-2003, που σε ένα βαθμό οφειλόταν και στο φόβο που διαχύθηκε στις αγορές από την επίθεση στους Δίδυμους Πύργους. Δημιουργήθηκε, έτσι, μια φούσκα την οποία ενίσχυσε η εισροή των κεφαλαίων από τις αναπτυσσόμενες χώρες, οι οποίες υπό τις πιέσεις της παγκόσμιας αγοράς διατηρούσαν τα αποθεματικά τους σε δολάρια.

Αρχικών, οι τράπεζες δάνειζαν σε αξιόπιστους πελάτες αλλά στη συνέχεια ο δανεισμός επεκτάθηκε και σε ορισμένες μορφές επισφαλών δανείων. Αυτό έγινε εφικτό μέσω της αλλαγής του τρόπου με τον οποίο παρέχονταν τα δάνεια. Παλαιότερα η σύναψη ενός δανείου ήταν αποτέλεσμα μιας προσωπικής σχέσης μεταξύ τράπεζας και δανειζόμενου. Στη συνέχεια, αυτό αντικαταστάθηκε από τη θέσπιση ορισμένων αντικειμενικών κριτηρίων (τη λεγόμενη επιστημονική βαθμολόγηση της πιστοληπτικής ικανότητας) και οι τράπεζες θεώρησαν τα δάνεια που είχαν δώσει ως περιουσιακά τους στοιχεία τα οποία εγγυώνταν την αποπληρωμή των έντοκων δόσεων στον κάτοχό τους. Για ένα διάστημα αυτό θεωρήθηκε ως το απόγειο της σύγχρονης χρηματοπιστωτικής αντίληψης, ωστόσο όπως θα φανεί πολύ σύντομα η ανάθεση της αποτίμησης σε τρίτους, σε φορείς εκτός τραπεζών, δημιούργησε κενά και παραλείψεις που οδήγησαν σε εσφαλμένες εκτιμήσεις.

Σε κάθε περίπτωση, όλα όσα προηγήθηκαν θα έχουν ως αποτέλεσμα την τεράστια αύξηση του δανεισμού και τη μετατροπή των δανείων σε ειδικά ομόλογα που αγοράστηκαν από μια σειρά από καταθέτες (επιχειρήσεις, ασφαλιστικά ταμεία, άλλες τράπεζες), ενώ ορισμένοι χρηατοπιστωτικοί οργανισμοί άρχισαν να χρησιμοποιηθούν φτηνές πιστώσεις για να αγοράσουν αυτούς τους νέους εγγυητικούς τίτλους (τίτλους, δηλαδή, οι οποίοι έδιναν το δικαίωμα είσπραξης δόσεων που απέρρεαν από ξεχωριστά δάνεια). Στη συνέχεια, κάποιοι άλλοι χρηματοπιστωτικοί οργανισμοί συνένωναν αυτούς τους εγγυητικούς τίτλους για να χρησιμοποιήσουν πιο πολύπλοκους συνθετικούς τίτλους, τα λεγόμενα Χρέη με εγγύηση Χρεών (CDO-Collateralized Debt Obligations), τα οποία έδιναν στους κατόχους τους το δικαίωμα είσπραξης σωρευτικών τόκων από τους προηγούμενους εγγυητικούς τίτλους. Αυτή η καινοτομία θεωρήθηκε ως ιδιαίτερα ελπιδοφόρα αφού σε περίπτωση που κάποιες επιχειρήσεις συναντούσαν δυσκολίες, αυτό δε θα επιβάρυνε ένα πιστωτικό ίδρυμα εφόσον το ρίσκο είχε μοιραστεί μεταξύ διαφορετικών αγοραστών ομολόγων.

Το αποτέλεσμα ήταν το χρηματοπιστωτικό σύστημα ενώ το 1971 αντιστοιχούσε στο 3% της αμερικανικής οικονομίας, το 2007 να φτάσει το 42%. Σε διεθνές επίπεδο, το 2011* το παγκόσμιο εισόδημα ήταν 49 τρις δολ. και τα χρηματοπιστωτικά παράγωγα έφταναν τα 85 τρις δολ. Το 2007 το παγκόσμιο εισόδημα είχε φτάσει στα 85 τρις δολ. ενώ η αξία των παραγώγων είχε εκτοξευτεί στα 670 δις δολ.

*Σ.Σ: όπως σωστά μου υπέδειξε σφος αναγνώστης, υπάρχει ένα λογικό χάσμα με τη μείωση που προκύπτει και πιθανότατα κάποιο λάθος στην αναφερόμενη χρονολογία, το οποίο δεν έγινε κατά τη μεταφορά του κειμένου, αλλά στο πρωτότυπο.