Η ανάρτηση αυτή έρχεται ίσως κάπως καθυστερημένα, αλλά
από μία άποψη παραμένει επίκαιρη, αν λάβει κανείς υπ’ όψιν του το θέμα με τους
χαλυβουργούς και την χρυσή αυγή,
και την επίθεση που εξαπέλυσαν συγκεκριμένοι χώροι εναντίον του κόμματος, με
αφορμή αυτό το ζήτημα.
Ας μιλήσουμε πρώτα επί της ουσίας. Σχετικά με την υπαγωγή
στο άρθρο 99 η κε του μπλοκ είναι καλυμμένη από την ανακοίνωση του κόμματος. Δε
θα ενεργοποιηθούν οι αντεργατικές ρυθμίσεις και θα καταβληθούν κανονικά τα
δεδουλευμένα. Η υπαγωγή γίνεται για να ρυθμιστούν τα χρέη προς τους πιστωτές.
Οπότε μέχρι νεωτέρας, δεν υπάρχει κάτι μεμπτό.
Τελειώνει εδώ η ουσία του θέματος; Όχι, γιατί παραμένει
ως δεδομένο η μείωση του κύκλου εργασιών της επιχείρησης και κατά συνέπεια οι
απολύσεις, που έγιναν ή που ίσως χρειαστεί να γίνουν. Μαζί και το ερώτημα για
το προ επταετίας περίπου άνοιγμα κι αν τελικά το αποτέλεσμα ωφέλησε ή ζημίωσε
το κόμμα.
Κάποιοι λένε ότι το κουκουέ δε θα έπρεπε να έχει καμία
κομματική επιχείρηση, πέρα από τα μέσα ενημέρωσης για να διαδίδει και να
εκλαϊκεύει την πολιτική του, γιατί οι επιχειρήσεις αυτές λειτουργούν εκ των
πραγμάτων σε καπιταλιστικά πλαίσια. Κι έτσι όποιος ανακατεύεται με τα πίτουρα,
καταλήγει στο κοτέτσι να τον τρώνε οι κότες και να παίζει το ρόλο του
καπιταλιστή.
Ναι, αλλά δεν είναι τόσο απλό. Η τυποεκδοτική ως
επιχείρηση εξασφαλίζει την έκδοση του ριζοσπάστη. Κι η ύπαρξη τυπογραφείου
είναι δεμένη με την εφημερίδα και εξίσου αναγκαία. Οποιαδήποτε οργάνωση –χώρος,
συλλογικότητα, οτιδήποτε- εκδίδει κάποιο έντυπο σε εβδομαδιαία τουλάχιστον
βάση, είναι σε θέση να το καταλάβει αυτό.
Όπως επίσης είναι σε θέση να καταλάβει και τις
οικονομικές δυσκολίες που έχουνε τα περισσότερα μέσα του χώρου –κι ο ίδιος ο
χώρος συνολικά κατ’ επέκταση- κι οι οποίες έχουν θέσει ζήτημα επιβίωσης για
αρκετά από αυτά. Δεν υπάρχει κανείς που να ζει σε θερμοκήπιο και να μην έχει
επηρεαστεί, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, από την κρίση, -ακόμα κι αν εκδίδεται
σε εθελοντική βάση χωρίς να απασχολεί επαγγελματικά και να μισθοδοτεί κάποια
άτομα. Είτε γιατί έχει ακριβύνει το χαρτί, είτε γιατί φαλίρισε κάποια
διαφημιστική αφήνοντας φέσια πίσω της, είτε, είτε..
Όλοι αυτοί λοιπόν είναι υποψιασμένοι, κι οι πολεμικές
τους γίνονται συνήθως εκ του πονηρού. Για τους υπόλοιπους όμως είναι ζήτημα,
και πολύ σοβαρό μάλιστα. Πέρσι η αλέκα είπε σχετικά με τις απολύσεις στον 902,
ότι δεν περιμένουμε να μας πει κανείς μπράβο, πόσο μάλλον οι εργαζόμενοι που
απολύθηκαν. Μπαίνει επομένως το ζήτημα, τι θα πει το κόμμα στο λαό και πώς θα
εξηγήσει αυτές τις κινήσεις. Ιδιαίτερα σ’ όσους βάζουν θέμα σύγκρισης με άλλες
επιχειρήσεις που κλείνουν, ή κάνουν απολύσεις και μας λεν ότι έχουμε δυο μέτρα
και δυο σταθμά.
Εδώ υπάρχουν δύο βασικές παράμετροι κατά τη γνώμη μου.
Καταρχάς δεν πιστεύω ότι αυτή η υπόθεση θα περάσει έτσι, χωρίς εσωκομματικό
καταλογισμό ευθυνών και εξαγωγή συμπερασμάτων. Δεν είναι κάτι που το ξέρω, ούτε
πιθανότατα κάτι που θα βγει παραέξω και θα το μάθουμε. Αλλά νομίζω ότι έτσι
λειτουργούν τα πράγματα σε τέτοιες περιπτώσεις.
Το δεύτερο είναι ότι τα οικονομικά ενός κομματικού μέσου,
ή μιας επιχείρησης που σχετίζεται με το μέσο, είναι συνδεμένα με τα οικονομικά
του κόμματος. Μέχρι τώρα τα κέρδη της τυποεκδοτικής έκλειναν άλλες τρύπες, για
παράδειγμα στον 902, που δεν βγάζει τα έξοδα λειτουργίας του και μπαίνει μέσα.
Τώρα τα δεδομένα έχουνε αλλάξει και το κόμμα πρέπει να αναζητήσει αλλού αυτά τα
έσοδα.
Την ίδια στιγμή ο λαός, που είναι ο βασικός χρηματοδότης
του κουκουέ, ματώνει από τις συνέπειες της κρίσης, τα χαράτσια, την ανεργία, τη
μείωση μισθών και συντάξεων. Ενώ το αστικό κράτος προσπαθεί να δημιουργήσει
κλίμα για να περάσει ο νόμος για τα οικονομικά των κομμάτων, που θα τα ελέγχει
ασφυκτικά, θα φακελώνει τους οπαδούς τους κτλ. Ζητούμενο λοιπόν είναι η
σταδιακή απαγκίστρωση από την -ούτως ή άλλως- κουτσουρεμένη κρατική επιχορήγηση
και η εύρεση μέσων που να διασφαλίζουνε την οικονομική ανεξαρτησία.
Αυτό το ζήτημα της οικονομικής αυτοτέλειας τίθεται ιστορικά
σε κάθε επαναστατική οργάνωση. Προεπαναστατικά οι μπολσεβίκοι είχαν δοκιμάσει
για ένα διάστημα και το μέτρο των ληστειών –που κάποιοι τις συνέδεσαν με το σφο
με το μουστάκι- ωστόσο ξεσήκωσε αντιδράσεις εσωκομματικά κι εγκαταλείφθηκε
γρήγορα. Οι συνθήκες είναι πολύ διαφορετικές σήμερα και δεν τίθεται καν θέμα
σύγκρισης. Αλλά το πρόβλημα κι οι αντιδράσεις είναι διαχρονικές.
Αυτά ως προς την ουσία. Σ’ ένα δεύτερο επίπεδο τώρα η όλη
κατάσταση παρουσιάζει πολλές ομοιότητες με το προτσές οικοδόμησης του
σοσιαλισμού. Μετά το 91, το κόμμα είχε έλλειψη τεχνικών και κομματικών μελών εν
γένει, οπότε υποχρεώθηκε να κάνει προσλήψεις, χωρίς κανένα πολιτικό κριτήριο,
τεχνικών που δεν ήταν καν οπαδοί του κόμματος. Με τον ίδιο περίπου τρόπο, που
οι μπολσεβίκοι υποχρεώθηκαν μετά το τέλος του εμφυλίου να χρησιμοποιήσουν τους
«αστούς ειδικούς» γιατί είχαν ανάγκη την τεχνογνωσία τους και δεν υπήρχαν
κόκκινοι ειδικοί να τους αντικαταστήσουν.
Η βασική διαφορά είναι ότι οι μπολσεβίκοι πήραν αυτά τα
μέτρα αμέσως μετά από την επανάσταση,
για τις ανάγκες της παραγωγής της εσσδ. Ενώ το κόμμα βρέθηκε στην ίδια περίπου
θέση μετά την αντεπανάσταση και τη διάσπαση με το συνασπισμό, που το έφερε στο
χείλος του γκρεμού, αντιμέτωπο εκ των πραγμάτων με λειψανδρία.
Δεύτερο σημείο προς παραλληλισμό, η μισθοδοσία των
κομματικών μελών. Στη σοβιετική ένωση, οι αριβίστες γίνονταν στελέχη του
κόμματος για να ανέβουν στην ιεραρχία και να εξασφαλίσουν προνόμια. Σήμερα αυτό
έχει ελάχιστες πιθανότητες να συμβεί στο κόμμα κι όσοι επιζητούν προνόμια, το
εγκαταλείπουν για να εξαργυρώσουν το αγωνιστικό τους παρελθόν στην αγορά
εργασίας.
Ο μισθός των επαγγελματικών στελεχών έχει μειωθεί ή
καταβάλλεται με καθυστέρηση. Και τα μέλη που δουλεύουν στις κομματικές
επιχειρήσεις, γνωρίζουν τις δυσκολίες της κατάστασης κι έχουν δεχτεί μειώσεις
στους μισθούς τους, ανακαλύπτοντας –οικειοθελώς κι εκ των πραγμάτων- τα ηθικά
κίνητρα ως έννοια και ως μικρογραφία του πνεύματος της κοινωνίας του μέλλοντος,
πολύ πριν το σοσιαλισμό και τη διαδικασία οικοδόμησής του.
Τη λύση μπορεί να τη δώσει, όπως και στο σοσιαλισμό
άλλωστε, η συμμετοχή των μαζών. Κάθε σύντροφος πρέπει (να μάθει) να είναι
δυνάμει ανταποκριτής της εφημερίδας, ή του 902. Ειδικά στο ραδιόφωνο, η δύναμη
ενός σταθμού είναι οι ακροατές του. Κι αυτό μπορεί να το καταλάβει κανείς
ακούγοντας την ελληνοφρένεια, που είναι η εκπομπή με την υψηλότερη
ακροαματικότητα στα ερτζιανά. Αντιστοίχως σε μια εφημερίδα, τη διαφορά την
κάνουν οι επιστολές των αναγνωστών, και σε ένα ιστολόγιο οι σχολιαστές του.
Αντιλαμβάνομαι βέβαια τη δυσκολία να γίνει αυτό ανοιχτά, χωρίς κανόνες, αλλά
εκεί βρίσκεται η πραγματική δύναμη ενός μέσου, αλλά και του κόμματος εν γένει:
στον κόσμο του. Και δε μπορεί να μένει αναξιοποίητη.
Ένα δεύτερο ζητούμενο είναι η δημοσιογραφική λογική και
τα πιο ελκυστικά κείμενα. Τα ωραία γραπτά διαβάζονται μονορούφι και γίνονται
κατά κανόνα ανάρπαστα. Αλλά από τους σύγχρονους δημοσιογράφους ελάχιστοι είναι
αυτοί που καταφέρνουν να κερδίζουν το κοινό με τη γραφή τους (κι ένας από
αυτούς είναι ο μπογιόπουλος).
Παλιότερα στη σπουδάζουσα, όταν βγάζαμε ένα περιοδικό,
συνήθως χώναμε ανάμεσα στις σελίδες του φύλλα με προκηρύξεις, σαν ένθετο, για
να τσιμπήσει το κοινό και να τις διαβάσει πακέτο. Κι αν κάναμε μια αφαίρεση από
το προτσές της βιβλιοδεσίας του περιοδικού, η ύλη του ως επί το πλείστον ήταν
αυτό ακριβώς. Συλλογή από προκηρύξεις που τις βάλαμε όλες μαζί και τις πετάξαμε
στα μούτρα του αναγνώστη, που μας το ανταπέδιδε όταν άνοιγε αργότερα το
περιοδικό να το ξεφυλίσσει. Κι είναι φορές, που οι σελίδες του κυριακάτικου ρίζου πχ θυμίζουν
αυτήν την τακτική.