Το κείμενο που ακολουθεί δεν είναι ακριβώς αποκηρυγμένο, αλλά αποτελεί ένα κουβάρι σκέψεων σφου αναγνώστη, που δεν ξετυλίχτηκε, όπως θα ήθελε, για να βγει κάτι ολοκληρωμένο, όπως θα το ήθελε. Από την άλλη όμως, θεώρησα ότι έχουν κάτι χρήσιμο να πουν για ένα ενδιαφέρον θέμα, και αυτός είναι ο λόγος που δημοσιεύονται εδώ σήμερα. Καλή ανάγνωση.
Κάποιοι τη θεωρούν θεσμό που αναπαράγει
το σύστημα και στέκει εμπόδιο για την επανάσταση. Μια άλλη (αντ)«επανάσταση»
την είχε στο τρίπτυχο με τις βασικές αρχές της: πατρίς-θρησκεία-οικογένεια. Και
κάποιοι τρίτοι (δηλ οι πρώτοι και πάλι) κηρύσσουν ανένδοτο αγώνα ενάντια στην
πυρηνική ενέργεια και την πυρηνική οικογένεια. Αν και βασικά φοβούνται να
αναλάβουν τις ευθύνες που περιλαμβάνει το δεύτερο και μάλλον θεωρητικοποιούν το
φόβο τους, με τσιτάτα κι ιστορικά παραδείγματα, παρμένα από τους κλασικούς και
την προσωπική τους ζωή. Ή μήπως έχουν δίκιο;
Πόσοι από τους «επώνυμους» επαναστάτες
που έχουμε γνωρίσει, είχαν μόνιμη σχέση; Αρκετοί. Οικογένεια; Λιγότεροι.
Οικογένεια που να μην παραμέλησαν; Σχεδόν κανείς.
Εδώ βέβαια μπαίνει και η προσωπική
κρίση του καθενός, ανάλογα και με τις προσωπικές του επιλογές. Μπορεί να
πιστεύει πχ ότι αν είναι πολυγαμικός, ακολουθεί το ιστορικό χνάρι του Κάρολου
που έκανε κάτι με την υπηρέτριά του και το πλατωνικό ειδύλλιο του Βλαδίμηρου με
την Ινές Αρμάν. Ή ότι όλα αυτά είναι γελοίες εικασίες και συκοφαντίες.
Εγώ πάλι δεν ήμουν μπροστά, για να
ξέρω, αλλά δεν είμαι σίγουρος αν πρέπει να ‘χουμε πάντα ως πρότυπο τον ιδιωτικό
βίο μεγάλων επαναστατών, όπως του Μαρξ (και βασικά δεν ξέρω αν στο σπίτι του
περίσσευαν λεφτά για να έχουν υπηρέτρια, με τα οικονομικά ζόρια που είχαν). Όχι
γιατί είναι αδιάφορο και διάφορο από το δημόσιο βίο τους, που δε χωρίζεται με
σινικά τείχη, αλλά γιατί προφανώς ήταν κι αυτοί άνθρωποι με αδυναμίες.
Εδώ ανοίγει η κουβέντα πώς μας
αλλοτριώνει το σύστημα, τι κατάλοιπα αφήνει στην ερωτική μας συμπεριφορά και
ποια θεωρούμε ως τέτοια: την «ιδιοκτησιακή λογική» της μονογαμίας ή την
εμπορευματική, καταναλωτική μανία της πολυγαμίας; Αλλά αυτό ξεφεύγει από το
θέμα μας. Που είναι αυτό που σημειώνει στα απομνημονεύματά του ο (ανεκδιήγητος
σε πολλά σημεία αλλά απολαυστικός σε άλλα) Βλαντάς και πολλοί σφοι, ως
συμπέρασμα από την πολυτάραχη αγωνιστική τους ζωή. Ότι δηλ ο επαναστάτης δεν
πρέπει να φτιάχνει οικογένεια, αφενός για να αφιερώνεται απερίσπαστος στον
αγώνα, αφετέρου για να μη λούζονται τα αγαπημένα του πρόσωπα τις συνέπειες της
δικής του στάσης ζωής. Και το οποίο περιγράφει ανοιχτά τις ενδόμυχες σκέψεις
πολλών από εμάς. Ότι η οικογένεια για έναν επαναστάτη δεν μπορεί παρά να
αποτελεί τροχοπέδη για τη δράση του. Κι ότι οι μόνιμες συναισθηματικές
δεσμεύσεις τον καθιστούν ευάλωτο στους συναισθηματικούς εκβιασμούς του
αντιπάλου (και όχι μόνο).
Ας δούμε μερικά ιστορικά παραδείγματα.
Ο Μαρξ είχε την αγαπημένη του Τζένη κι
επτά παιδιά. Όταν η Τζένη πέθανε, ο Ένγκελς έγραφε ότι μαζί της χάθηκε για τον
Κάρολο και «κάθε διάθεση για ζωή». Ο ίδιος ο Φρίντριχ, οπαδός της μονογαμίας,
είχε για είκοσι χρόνια σχέση με την Μέρι Μπερνς, χωρίς να παντρευτούν ποτέ
(κάτι που αποτελούσε πράξη αντίστασης) και χωρίς να κάνουν παιδιά. Η σχέση
μάλιστα του Ένγκελς με την ίδια του, την πλούσια οικογένεια, μπορεί να
περιγραφεί από ένα γράμμα της μητέρας του που ανέφερε: «Έδωσες περισσότερη
σημασία σε άλλους ανθρώπους, σε άγνωστους και δεν έλαβες ποτέ στα σοβαρά τις
παραινέσεις της μητέρας σου. Μόνο ο θεός ξέρει πόσο υπέφερα τελευταία. Έτρεμα
όταν πήρα την εφημερίδα κι είδα ότι υπήρχε επικήρυξη για τη σύλληψή σου».
Και συνεχίζοντας με κάποιες πιο
πρόσφατες περιπτώσεις, που δεν μπαίνουν πάντως στο ίδιο τσουβάλι.
Η Κουκούλου ψήφισε την καθαίρεση και
διαγραφή του συζύγου της, Νίκου Ζαχαριάδη, που στη συνέχεια δεν ήθελε να έχει
καμία σχέση μαζί της. (Αν θες μπορείς να πεις ότι το ίδιο έκανε κι η Αύρα
Παρτσαλίδου, που νομίζω ότι ήταν πιο τραγική περίπτωση, γιατί τον ξέγραψε το
50’, μετά την 3η Συνδιάσκεψη, τον ξαναπήρε πίσω, με την αποκατάστασή
του (αποζαχαριαδοποίηση) και ξαναγύρισε στο αρχικό συμπέρασμα, μετά το 68’. Και
ότι αυτές είναι κάπως διαφορετικές περιπτώσεις. Το δίλημμα δεν έμπαινε μεταξύ
έρωτα και επανάστασης, αλλά μεταξύ συζύγου και κόμματος. Και η αφοσίωση στο
τελευταίο δεν ήταν πάντα ώριμη επιλογή, με σωστό, πολιτικό κριτήριο, αλλά τυφλή
πίστη, με στοιχεία απανθρωπιάς, ως ένα βαθμό).
Ο Νίκος Μπελογιάννης, δεν έκανε πίσω,
αντιμέτωπος με το εκτελεστικό απόσπασμα, την ώρα που η αγαπημένη του Έλλη
κυοφορούσε τον γιο τους. Ο Στάλιν δε δέχτηκε την πρόταση των Γερμανών κατά τη
διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου για να ανταλλάξει τον αιχμάλωτο γιο του με
ναζί βαθμοφόρους. (Εγώ θα εξέταζα την περίπτωση να εντάξω το Στάλιν στην παραπάνω
παράγραφο, για να πω: ερχόμαστε τώρα στα καθ’ ημάς).
Ο Άρης πιθανότατα δεν μπορούσε να
τεκνοποιήσει λόγω των βασανιστηρίων που υπέστη, ενώ δεν υπάρχουν αναφορές σε
οποιαδήποτε ερωτική ζωή, πέρα από τη λάσπη που προσπαθούσαν να του ρίξουν οι
φασιστικές φυλλάδες, ότι τάχα κοιμόταν με τους μισούς μαυροσκούφηδες.
Δε μιλάμε όμως μόνο για κρίσιμες,
οριακές καταστάσεις, όταν πχ ο ανακριτής σου λέει ότι βάζεις σε κίνδυνο τη ζωή
των αγαπημένων σου και σε απειλεί ότι θα ξεσπάσει πάνω τους. Υπάρχουν πολύ πιο
κοντινά (χρονικά κι όχι μόνο) παραδείγματα κι εκβιασμοί, που δεν χρειάζεται καν
να διατυπωθούν άμεσα, για να λειτουργήσουν. Μην απεργήσεις και μην μπλέκεις με
τα συνδικαλιστικά, γιατί μπορεί να χάσεις τη δουλειά σου, να βρεθείς χωρίς
εισόδημα και πώς θα τα βγάζεις πέρα, πώς θα μπορέσεις να θρέψεις τους δικούς
σου, να φροντίσεις να μη στερηθούν τίποτα. Κι ενώ το μόνο βέβαιο είναι πως αν
δεν αντιδράσουμε, θα χάσουμε γρήγορα ή ακόμα πιο γρήγορα, όσα έχουμε σήμερα.
Νομίζω ότι αυτό απαντάει και στο φαιδρό
επιχείρημα που ακούγεται κατά κόρον, από ανθρώπους που νομίζουν τους εαυτούς
τους για προοδευτικούς ή και κομμουνιστές (!), όταν ισχυρίζονται ότι οι
ομοφυλόφιλοι (τουλάχιστον όσοι κρύβουν το σεξουαλικό τους προσανατολισμό),
είναι πιο ευάλωτοι από τους άλλους απέναντι στον ταξικό εχθρό, είτε λέγεται
εργοδότης, είτε κράτος, μυστικές υπηρεσίες, δυνάμεις καταστολής.
Αλήθεια όμως, ποιος είναι πιο ευάλωτος;
Ο άτεκνος ομοφυλόφιλος που φοβάται μη τυχόν αποκαλυφτεί η σεξουαλική του
ταυτότητα ή ο φοβισμένος οικογενειάρχης, η κλασική φιγούρα που συναντάμε σε
διάφορες απεργιακές περιφρουρήσεις και που τη συμπυκνώνει πολύ καλά ο ρόλος του
απεργοσπάστη στην «κόρη μου τη σοσιαλίστρια» (έχω δυο παιδάκια να θρέψω, φίλησα
κατουρημένες ποδιές για να μπω εδώ, κτλ); Κι αν η οικογένεια γίνεται πρόσχημα
για να εγκαταλείψει κανείς το μαζικό κίνημα, δεν είναι η άλλη όψη του
νομίσματος της περηφάνιας του Αλ Μπάντι, που νοσταλγεί τα νιάτα του και
πιστεύει πως αν δεν είχε παντρευτεί την Πέγκι, θα είχε γίνει μεγάλος αστέρας
του ράγκμπι; Αλλά τελικά κάθεται στον καναπέ, χώνει το χέρι στο παντελόνι και
δεν κάνει τίποτα άλλο παρά να νοσταλγεί, περασμένα μεγαλεία και διηγώντας τα να
κλαις. Όπως ακριβώς κι οι παλιοί σύντροφοι, που έγιναν φαντάσματα, αντί να
επιχειρούν να δώσουν σάρκα κι οστά στο φάντασμα που πλανάται (ακόμα) πάνω από
την Ευρώπη.
Ποια είναι η λύση λοιπόν; Μήπως να
παραμείνουμε ανέραστοι σε όλη τη ζωή μας, μακριά από οικογένειες, παιδιά,
δεσμεύσεις και πειρασμούς; Όχι σύντροφοι, δεν είναι αυτή η λύση. Κι υπάρχει ένα
ερώτημα που έρχεται πεισματικά να σου κουνήσει λίγο το κεφάλι.
Και τι ελπίδα υπάρχει αν δε συνδέσουμε
τον έρωτα με την επανάσταση, η συγκέντρωση ανάβει κι όλα είναι συνειδητά, για
να φωτίσεις τις αιτίες που σε αφήνουνε μισό, όχι μόνο χωρίς ταίρι και μια
κατακόκκινη νιφάδα, αλλά χωρίς να αναπτύσσουμε ολόπλευρα και συλλογικά τις
ικανότητές μας, να ρουφάμε όλους τους χυμούς της ζωής; Να πιάσουμε το νήμα από
την κατάργηση της μίζερης συνήθειας και να προετοιμάσουμε την έφοδό μας στον
ουρανό, καθώς νιώθουμε να πετάμε δίπλα στον άνθρωπο που μας ανεβάζει, που μας
εξυψώνει και θα μας φέρει στο ύψος των απαιτήσεων. Ο άνθρωπός μας δεν μπορεί
παρά να είναι στήριγμα, πηγή ενέργειας που μας δίνει δύναμη για τον αγώνα και
δε μας την αφαιρεί, ως ανασταλτικός παράγοντας.
Κι αν τελικά δείχνει πότε-πότε αδυναμίες,
αυτό είναι ανθρώπινο, δηλαδή κομμάτι της δύναμής του. Γιατί ο επαναστάτης δεν
μπορεί να είναι θεός, κάτι τέλειο και μακρινό, που ο «κοινός θνητός» νιώθει πως
δε θα μπορέσει να φτάσει ποτέ. Αλλά κάτι βαθιά ανθρώπινο, αγάπη από την κορφή
ως τα νύχια, παράδειγμα προς μίμηση, βγαλμένο μέσα από τη ζωή, όχι από την
εξιδανίκευσή της. Όπως θα έλεγε ο Ρίτσος, εμείς δεν τραγουδάμε (και δεν
παλεύουμε) για να ξεχωρίσουμε από τον κόσμο. Και στο κάτω-κάτω της γραφής,
ακόμα κι οι υπεράνθρωποι (νέου τύπου), όπως ο Σούπερμαν, είχε τη Λόις Λέιν, τον
κρυπτονίτη και μια σειρά αδυναμίες, που θόλωναν την κρίση του και τον έκαναν να
μπλέξει σε μάχες με όρους που δεν είχε επιλέξει ο ίδιος.
Όπως γράφει κι ο Λειβαδίτης, σε ένα
ποίημά του:
«Πάνω στα υγρά τσαλακωμένα σεντόνια
μαραίνονταν το γέλιο
των αγέννητων παιδιών…
και σμίγουν και χωρίζουν οι άνθρωποι
και δεν παίρνει τίποτα ο ένας απ’ τον άλλον.
των αγέννητων παιδιών…
και σμίγουν και χωρίζουν οι άνθρωποι
και δεν παίρνει τίποτα ο ένας απ’ τον άλλον.
Γιατί ο έρωτας είναι ο πιο δύσκολος
δρόμος να γνωριστούν.
Γιατί οι άνθρωποι, σύντροφε, ζουν από
τη στιγμή
που βρίσκουν μια θέση
στη ζωή των άλλων.
που βρίσκουν μια θέση
στη ζωή των άλλων.
Kαι τότε κατάλαβες γιατί οι
απελπισμένοι
γίνονται οι πιο καλοί επαναστάτες.
γίνονται οι πιο καλοί επαναστάτες.
Γιατί οι άνθρωποι υπάρχουν απ’ τη
στιγμή που βρίσκουνε
μια θέση
στη ζωή των άλλων.
Ή
ένα θάνατο
για τη ζωή των άλλων…» μια θέση
στη ζωή των άλλων.
Ή
ένα θάνατο