Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα οικογένεια. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα οικογένεια. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 3 Ιουνίου 2016

H Αγία Οικογένεια

Το κείμενο που ακολουθεί δεν είναι ακριβώς αποκηρυγμένο, αλλά αποτελεί ένα κουβάρι σκέψεων σφου αναγνώστη, που δεν ξετυλίχτηκε, όπως θα ήθελε, για να βγει κάτι ολοκληρωμένο, όπως θα το ήθελε. Από την άλλη όμως, θεώρησα ότι έχουν κάτι χρήσιμο να πουν για ένα ενδιαφέρον θέμα, και αυτός είναι ο λόγος που δημοσιεύονται εδώ σήμερα. Καλή ανάγνωση.

Κάποιοι τη θεωρούν θεσμό που αναπαράγει το σύστημα και στέκει εμπόδιο για την επανάσταση. Μια άλλη (αντ)«επανάσταση» την είχε στο τρίπτυχο με τις βασικές αρχές της: πατρίς-θρησκεία-οικογένεια. Και κάποιοι τρίτοι (δηλ οι πρώτοι και πάλι) κηρύσσουν ανένδοτο αγώνα ενάντια στην πυρηνική ενέργεια και την πυρηνική οικογένεια. Αν και βασικά φοβούνται να αναλάβουν τις ευθύνες που περιλαμβάνει το δεύτερο και μάλλον θεωρητικοποιούν το φόβο τους, με τσιτάτα κι ιστορικά παραδείγματα, παρμένα από τους κλασικούς και την προσωπική τους ζωή. Ή μήπως έχουν δίκιο;

Πόσοι από τους «επώνυμους» επαναστάτες που έχουμε γνωρίσει, είχαν μόνιμη σχέση; Αρκετοί. Οικογένεια; Λιγότεροι. Οικογένεια που να μην παραμέλησαν; Σχεδόν κανείς.

Εδώ βέβαια μπαίνει και η προσωπική κρίση του καθενός, ανάλογα και με τις προσωπικές του επιλογές. Μπορεί να πιστεύει πχ ότι αν είναι πολυγαμικός, ακολουθεί το ιστορικό χνάρι του Κάρολου που έκανε κάτι με την υπηρέτριά του και το πλατωνικό ειδύλλιο του Βλαδίμηρου με την Ινές Αρμάν. Ή ότι όλα αυτά είναι γελοίες εικασίες και συκοφαντίες.
Εγώ πάλι δεν ήμουν μπροστά, για να ξέρω, αλλά δεν είμαι σίγουρος αν πρέπει να ‘χουμε πάντα ως πρότυπο τον ιδιωτικό βίο μεγάλων επαναστατών, όπως του Μαρξ (και βασικά δεν ξέρω αν στο σπίτι του περίσσευαν λεφτά για να έχουν υπηρέτρια, με τα οικονομικά ζόρια που είχαν). Όχι γιατί είναι αδιάφορο και διάφορο από το δημόσιο βίο τους, που δε χωρίζεται με σινικά τείχη, αλλά γιατί προφανώς ήταν κι αυτοί άνθρωποι με αδυναμίες.

Εδώ ανοίγει η κουβέντα πώς μας αλλοτριώνει το σύστημα, τι κατάλοιπα αφήνει στην ερωτική μας συμπεριφορά και ποια θεωρούμε ως τέτοια: την «ιδιοκτησιακή λογική» της μονογαμίας ή την εμπορευματική, καταναλωτική μανία της πολυγαμίας; Αλλά αυτό ξεφεύγει από το θέμα μας. Που είναι αυτό που σημειώνει στα απομνημονεύματά του ο (ανεκδιήγητος σε πολλά σημεία αλλά απολαυστικός σε άλλα) Βλαντάς και πολλοί σφοι, ως συμπέρασμα από την πολυτάραχη αγωνιστική τους ζωή. Ότι δηλ ο επαναστάτης δεν πρέπει να φτιάχνει οικογένεια, αφενός για να αφιερώνεται απερίσπαστος στον αγώνα, αφετέρου για να μη λούζονται τα αγαπημένα του πρόσωπα τις συνέπειες της δικής του στάσης ζωής. Και το οποίο περιγράφει ανοιχτά τις ενδόμυχες σκέψεις πολλών από εμάς. Ότι η οικογένεια για έναν επαναστάτη δεν μπορεί παρά να αποτελεί τροχοπέδη για τη δράση του. Κι ότι οι μόνιμες συναισθηματικές δεσμεύσεις τον καθιστούν ευάλωτο στους συναισθηματικούς εκβιασμούς του αντιπάλου (και όχι μόνο).

Ας δούμε μερικά ιστορικά παραδείγματα.

Ο Μαρξ είχε την αγαπημένη του Τζένη κι επτά παιδιά. Όταν η Τζένη πέθανε, ο Ένγκελς έγραφε ότι μαζί της χάθηκε για τον Κάρολο και «κάθε διάθεση για ζωή». Ο ίδιος ο Φρίντριχ, οπαδός της μονογαμίας, είχε για είκοσι χρόνια σχέση με την Μέρι Μπερνς, χωρίς να παντρευτούν ποτέ (κάτι που αποτελούσε πράξη αντίστασης) και χωρίς να κάνουν παιδιά. Η σχέση μάλιστα του Ένγκελς με την ίδια του, την πλούσια οικογένεια, μπορεί να περιγραφεί από ένα γράμμα της μητέρας του που ανέφερε: «Έδωσες περισσότερη σημασία σε άλλους ανθρώπους, σε άγνωστους και δεν έλαβες ποτέ στα σοβαρά τις παραινέσεις της μητέρας σου. Μόνο ο θεός ξέρει πόσο υπέφερα τελευταία. Έτρεμα όταν πήρα την εφημερίδα κι είδα ότι υπήρχε επικήρυξη για τη σύλληψή σου».

Και συνεχίζοντας με κάποιες πιο πρόσφατες περιπτώσεις, που δεν μπαίνουν πάντως στο ίδιο τσουβάλι.
Η Κουκούλου ψήφισε την καθαίρεση και διαγραφή του συζύγου της, Νίκου Ζαχαριάδη, που στη συνέχεια δεν ήθελε να έχει καμία σχέση μαζί της. (Αν θες μπορείς να πεις ότι το ίδιο έκανε κι η Αύρα Παρτσαλίδου, που νομίζω ότι ήταν πιο τραγική περίπτωση, γιατί τον ξέγραψε το 50’, μετά την 3η Συνδιάσκεψη, τον ξαναπήρε πίσω, με την αποκατάστασή του (αποζαχαριαδοποίηση) και ξαναγύρισε στο αρχικό συμπέρασμα, μετά το 68’. Και ότι αυτές είναι κάπως διαφορετικές περιπτώσεις. Το δίλημμα δεν έμπαινε μεταξύ έρωτα και επανάστασης, αλλά μεταξύ συζύγου και κόμματος. Και η αφοσίωση στο τελευταίο δεν ήταν πάντα ώριμη επιλογή, με σωστό, πολιτικό κριτήριο, αλλά τυφλή πίστη, με στοιχεία απανθρωπιάς, ως ένα βαθμό).
Ο Νίκος Μπελογιάννης, δεν έκανε πίσω, αντιμέτωπος με το εκτελεστικό απόσπασμα, την ώρα που η αγαπημένη του Έλλη κυοφορούσε τον γιο τους. Ο Στάλιν δε δέχτηκε την πρόταση των Γερμανών κατά τη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου για να ανταλλάξει τον αιχμάλωτο γιο του με ναζί βαθμοφόρους. (Εγώ θα εξέταζα την περίπτωση να εντάξω το Στάλιν στην παραπάνω παράγραφο, για να πω: ερχόμαστε τώρα στα καθ’ ημάς).
Ο Άρης πιθανότατα δεν μπορούσε να τεκνοποιήσει λόγω των βασανιστηρίων που υπέστη, ενώ δεν υπάρχουν αναφορές σε οποιαδήποτε ερωτική ζωή, πέρα από τη λάσπη που προσπαθούσαν να του ρίξουν οι φασιστικές φυλλάδες, ότι τάχα κοιμόταν με τους μισούς μαυροσκούφηδες.

Δε μιλάμε όμως μόνο για κρίσιμες, οριακές καταστάσεις, όταν πχ ο ανακριτής σου λέει ότι βάζεις σε κίνδυνο τη ζωή των αγαπημένων σου και σε απειλεί ότι θα ξεσπάσει πάνω τους. Υπάρχουν πολύ πιο κοντινά (χρονικά κι όχι μόνο) παραδείγματα κι εκβιασμοί, που δεν χρειάζεται καν να διατυπωθούν άμεσα, για να λειτουργήσουν. Μην απεργήσεις και μην μπλέκεις με τα συνδικαλιστικά, γιατί μπορεί να χάσεις τη δουλειά σου, να βρεθείς χωρίς εισόδημα και πώς θα τα βγάζεις πέρα, πώς θα μπορέσεις να θρέψεις τους δικούς σου, να φροντίσεις να μη στερηθούν τίποτα. Κι ενώ το μόνο βέβαιο είναι πως αν δεν αντιδράσουμε, θα χάσουμε γρήγορα ή ακόμα πιο γρήγορα, όσα έχουμε σήμερα.

Πόσες χιλιάδες υπέγραψαν δηλώσεις μετανοίας κι αποκήρυξης του κόμματος, των ιδεών τους, του ίδιου τους του εαυτού, για τον ίδιο ακριβώς λόγο (μόνο στη δική μου οικογένεια μπορώ να βρω δύο τέτοια παραδείγματα). Πόσες δεκάδες αν όχι εκατοντάδες ανθρώπους γνωρίζει ο καθένας μας, που έκαναν πίσω από την οργανωμένη κομματική ζωή είτε και απλά από τη δράση, όταν δημιούργησαν οικογένειες;

Νομίζω ότι αυτό απαντάει και στο φαιδρό επιχείρημα που ακούγεται κατά κόρον, από ανθρώπους που νομίζουν τους εαυτούς τους για προοδευτικούς ή και κομμουνιστές (!), όταν ισχυρίζονται ότι οι ομοφυλόφιλοι (τουλάχιστον όσοι κρύβουν το σεξουαλικό τους προσανατολισμό), είναι πιο ευάλωτοι από τους άλλους απέναντι στον ταξικό εχθρό, είτε λέγεται εργοδότης, είτε κράτος, μυστικές υπηρεσίες, δυνάμεις καταστολής.

Αλήθεια όμως, ποιος είναι πιο ευάλωτος; Ο άτεκνος ομοφυλόφιλος που φοβάται μη τυχόν αποκαλυφτεί η σεξουαλική του ταυτότητα ή ο φοβισμένος οικογενειάρχης, η κλασική φιγούρα που συναντάμε σε διάφορες απεργιακές περιφρουρήσεις και που τη συμπυκνώνει πολύ καλά ο ρόλος του απεργοσπάστη στην «κόρη μου τη σοσιαλίστρια» (έχω δυο παιδάκια να θρέψω, φίλησα κατουρημένες ποδιές για να μπω εδώ, κτλ); Κι αν η οικογένεια γίνεται πρόσχημα για να εγκαταλείψει κανείς το μαζικό κίνημα, δεν είναι η άλλη όψη του νομίσματος της περηφάνιας του Αλ Μπάντι, που νοσταλγεί τα νιάτα του και πιστεύει πως αν δεν είχε παντρευτεί την Πέγκι, θα είχε γίνει μεγάλος αστέρας του ράγκμπι; Αλλά τελικά κάθεται στον καναπέ, χώνει το χέρι στο παντελόνι και δεν κάνει τίποτα άλλο παρά να νοσταλγεί, περασμένα μεγαλεία και διηγώντας τα να κλαις. Όπως ακριβώς κι οι παλιοί σύντροφοι, που έγιναν φαντάσματα, αντί να επιχειρούν να δώσουν σάρκα κι οστά στο φάντασμα που πλανάται (ακόμα) πάνω από την Ευρώπη.

Ποια είναι η λύση λοιπόν; Μήπως να παραμείνουμε ανέραστοι σε όλη τη ζωή μας, μακριά από οικογένειες, παιδιά, δεσμεύσεις και πειρασμούς; Όχι σύντροφοι, δεν είναι αυτή η λύση. Κι υπάρχει ένα ερώτημα που έρχεται πεισματικά να σου κουνήσει λίγο το κεφάλι.

Αν ο επαναστάτης ή ο καθένας μας τέλος πάντων, δεν ερωτευτεί, δεν αγαπήσει την/το σύντροφο ή το παιδί του και μείνει μακριά από ανθρώπινες σχέσεις και αδυναμίες, τότε για ποιον διάολο παλεύει να φτιάξει έναν καλύτερο κόσμο; Θα μείνει απλά στο μοιρολόι με το Νίκο Τσιαμτσίκα: σε τι κόσμο θα φέρουμε, άραγε, τα παιδιά μας; Τι θα απαντήσει στο παιδί του, όταν αυτό ρωτήσει: τι έκανες στον πόλεμο πατέρα-μητέρα; Έκανε άραγε ό,τι περνούσε από το χέρι του, για να αλλάξει αυτόν τον κόσμο (που το έχει ανάγκη) και να κληροδοτήσει τουλάχιστον μια προοπτική στην επόμενη γενιά;

Και τι ελπίδα υπάρχει αν δε συνδέσουμε τον έρωτα με την επανάσταση, η συγκέντρωση ανάβει κι όλα είναι συνειδητά, για να φωτίσεις τις αιτίες που σε αφήνουνε μισό, όχι μόνο χωρίς ταίρι και μια κατακόκκινη νιφάδα, αλλά χωρίς να αναπτύσσουμε ολόπλευρα και συλλογικά τις ικανότητές μας, να ρουφάμε όλους τους χυμούς της ζωής; Να πιάσουμε το νήμα από την κατάργηση της μίζερης συνήθειας και να προετοιμάσουμε την έφοδό μας στον ουρανό, καθώς νιώθουμε να πετάμε δίπλα στον άνθρωπο που μας ανεβάζει, που μας εξυψώνει και θα μας φέρει στο ύψος των απαιτήσεων. Ο άνθρωπός μας δεν μπορεί παρά να είναι στήριγμα, πηγή ενέργειας που μας δίνει δύναμη για τον αγώνα και δε μας την αφαιρεί, ως ανασταλτικός παράγοντας.

Κι αν τελικά δείχνει πότε-πότε αδυναμίες, αυτό είναι ανθρώπινο, δηλαδή κομμάτι της δύναμής του. Γιατί ο επαναστάτης δεν μπορεί να είναι θεός, κάτι τέλειο και μακρινό, που ο «κοινός θνητός» νιώθει πως δε θα μπορέσει να φτάσει ποτέ. Αλλά κάτι βαθιά ανθρώπινο, αγάπη από την κορφή ως τα νύχια, παράδειγμα προς μίμηση, βγαλμένο μέσα από τη ζωή, όχι από την εξιδανίκευσή της. Όπως θα έλεγε ο Ρίτσος, εμείς δεν τραγουδάμε (και δεν παλεύουμε) για να ξεχωρίσουμε από τον κόσμο. Και στο κάτω-κάτω της γραφής, ακόμα κι οι υπεράνθρωποι (νέου τύπου), όπως ο Σούπερμαν, είχε τη Λόις Λέιν, τον κρυπτονίτη και μια σειρά αδυναμίες, που θόλωναν την κρίση του και τον έκαναν να μπλέξει σε μάχες με όρους που δεν είχε επιλέξει ο ίδιος.

Όπως γράφει κι ο Λειβαδίτης, σε ένα ποίημά του:

«Πάνω στα υγρά τσαλακωμένα σεντόνια μαραίνονταν το γέλιο
των αγέννητων παιδιών…
και σμίγουν και χωρίζουν οι άνθρωποι
και δεν παίρνει τίποτα ο ένας απ’ τον άλλον.
Γιατί ο έρωτας είναι ο πιο δύσκολος δρόμος να γνωριστούν.
Γιατί οι άνθρωποι, σύντροφε, ζουν από τη στιγμή
που βρίσκουν μια θέση
στη ζωή των άλλων.
Kαι τότε κατάλαβες γιατί οι απελπισμένοι
γίνονται οι πιο καλοί επαναστάτες.
Γιατί οι άνθρωποι υπάρχουν απ’ τη στιγμή που βρίσκουνε
μια θέση
στη ζωή των άλλων.
Ή
ένα θάνατο
για τη ζωή των άλλων…» 

Σάββατο 6 Σεπτεμβρίου 2014

Για τη μαμά-Ρωσία

Περιμένοντας τη σημερινή συγκέντρωση για τη δεθ, η κε του μπλοκ πιάνει την ανάδραση και κάποιες εκκρεμότητες (ουρές όπως τις λέμε στη δημοσιογραφική γλώσσα) από τις δύο τελευταίες αναρτήσεις για την ουκρανία και την ομοφοβία, και παραθέτει συγκεντρωμένες κάποιες συμπληρωματικές σκέψεις.

Σχετικά με το πρώτο θέμα, κομβική σημασία έχει η εκτίμηση για τη θέση και το ρόλο της ρωσίας του πούτιν, που ένας κόσμος έχει συνηθίσει να την ταυτίζει και να τη βλέπει ως άμεσο διάδοχο της σοβιετικής κληρονομιάς και ιστορική συνέχεια της κραταιής αρκούδας.  Που δεν έχει τόση σημασία, όταν προέρχεται από απλό κόσμο, που σκέφτεται έτσι με τη δύναμη της συνήθειας αλλά γίνεται πολύ επικίνδυνο, όταν αρχίζει να αναπαράγεται αυθόρμητα κι ασυνείδητα από υποψιασμένους συντρόφους και συναγωνιστές με πολιτικό κριτήριο –πχ από το κκ ουκρανίας, για να το θέσουμε σε διεθνή βάση. Περιπτώσεις δηλ που ξυπνάνε ένα οακκίτικο τρολ μέσα σου και σε κάνουν να βλέπεις ένα ευρύτατο φάσμα ρωσόφιλων (ή ρωσόδουλων, κατά την ορολογία της οργάνωσης), από το λιακό που περιμένει το μόσκοβο και το ξανθό γένος ως απελευθερωτή (ακόμα τούτη η άνοιξη ραγιάδες-ραγιάδες), μέχρι τους χρυσαυγίτες και τους αριστερούς θιασώτες μια εναλλακτικής διεθνούς πολιτικής και μια προσέγγισης με τις λεγόμενες BRICs.

Υπάρχουν περιπτώσεις που μπορεί να συλλάβουμε ακόμα και τους εαυτούς μας σε αντίστοιχες φάσεις. Να παίζει πχ πριν από αθλητικές αναμετρήσεις εθνικών ομάδων ο ύμνος της ρωσίας, που είναι ίδιος με το σοβιετικό στη μελωδία (μόνο τα λόγια κατάφεραν να αλλάξουν, αυτά όμως λίγοι από εμάς τα καταλάβαιναν και δεν ακούγονται ούτως ή άλλως κατά την ανάκρουση) και να σου σηκώνεται η τρίχα από τη συγκίνηση. Να παρακολουθείς με αγωνία τις εξελίξεις στο μέτωπο της συρίας και να σε χαροποιεί ενδόμυχα η ματαίωση –την τελευταία ώρα- της επίθεσης που σχεδίαζαν οι αμερικάνοι μέσω οηε –εν μέρει εξαιτίας και της ρωσικής στάσης. Και να εκνευρίζεσαι εύλογα με την προκλητικά ελεγχόμενη ενημέρωση για τα διεθνή θέματα (από τα τεκταινόμενα στην ουκρανία ως το ιράκ με τους τζιχαντιστές) που δεν είναι απλά ευθυγραμμισμένη με την προπαγάνδα των ηπα, αλλά βγαλμένη κατευθείαν από κανάλια και διαύλους της πρεσβείας τους, θυμίζοντας τις καλύτερες στιγμές της υενεδ.

Αυτά είναι σχεδόν υγιή ανακλαστικά. Αλλά το θυμικό δεν αποτελεί τον καλύτερο σύμβουλο για μια ολοκληρωμένη πολιτική ανάλυση. Η ρωσία δεν αποτελεί δυνητικό στρατηγικό σύμμαχο ούτε κάποιο στήριγμα των λαών –πόσο μάλλον επαναστατικών εγχειρημάτων με σοσιαλιστικές αναφορές. Πέρα από τη μόσχα και το βλαδιβοστόκ, είναι μια πατρίδα με καπιταλισμό, που δεν είναι δική μας πλέον. Η ανάκτηση κάποιων σοβιετικών (γεωπολιτικών) θέσεων μετά τις ανατροπές και τη διάλυση του 91’ –καθώς το βάθος του σοβιετικού εγχειρήματος δεν επέτρεπε μια ομαλή μετάβαση τύπου κίνας στον καπιταλισμό- κι η προοπτική (ανα)συγκρότησης μιας διακρατικής ένωσης με τις δημοκρατίες και τα εδάφη της πάλαι ποτέ σοβιετικής επικράτειας δε σηματοδοτεί κάποιο είδος αναβίωσης της κρατικής οντότητας της εσσδ.

Οι όποιες αναφορές της σύγχρονης ρωσικής ηγεσίας στο σοβιετικό παρελθόν είναι επιλεκτικές και υπολογισμένες, ώστε να το μεταφέρουν στα μέτρα της και να υπηρετήσει τους τωρινούς σκοπούς της. Η εξηκοστή επέτειος της αντιφασιστικής νίκης των λαών κι η επιχείρηση να αποκατασταθεί η σημαία του κόκκινου στρατού (που σκόνταψε τελικά στη συλλογική ιστορική μνήμη και την πολύ δυναμική αντίδραση των βετεράνων) είναι πολύ νωπή και χαρακτηριστική για τις προθέσεις της. Αλλά αυτή η αδυναμία της ρωσικής αστικής τάξης να απεκδυθεί πλήρως κάθε ιστορικό στοιχείο της σοβιετικής παράδοσης (που παραμένει ζωντανή στη συνείδηση ενός τμήματος του λαού της ουκρανίας πχ) δεν την καθιστά προφανώς συνεχιστή της και αντίπαλο δέος στους ιμπεριαλιστικούς σχεδιασμούς στην περιοχή κι ευρύτερα.

Τι απομένει λοιπόν; Μένει η δύσκολη και σύνθετη συγκεκριμένη εκτίμηση για το βασικό αντίπαλο, τον πιο επιθετικό πόλο, τις αποστάσεις από κάθε αντιμαχόμενη πλευρά –με την πολύ προσεκτική κι εύστοχη διατύπωση της κετουκε- και η δυνατότητα αξιοποίησης των ενδοϊμπεριαλιστικών αντιθέσεων απ’ τις επαναστατικές δυνάμεις. Και στον αντίποδα ο προβληματισμός για το αν είναι ιμπεριαλιστική χώρα η ρωσία και η κίνα, αν πληρούν τα πέντε κριτήρια του βλαδίμηρου, όπως περιγράφονται στην μπροσούρα για τον ιμπεριαλισμό, αν διαθέτουν χρηματιστικό κεφάλαιο και πού τις κατατάσσουν η στρατιωτική τους ισχύ κι οι ενεργειακοί τους πόροι. Τα οποία μοιάζουν –όπως επισήμαναν εύστοχα κάποιοι σφοι αναγνώστες- με προσπάθεια θεωρητικοποίησης μιας πιθανής τακτικής επιλογής, που θα έχει καταστροφικά αποτελέσματα.

Β. Αφήνω ως μικρό υστερόγραφο ένα σύντομο προβληματισμό για την οικογένεια, το δικαίωμα των ομοφυλόφιλων ζευγαριών στην υιοθεσία και τη σχετική κουβέντα για τα γονικά πρότυπα.
Είναι αναμφίβολο ότι ένα παιδί θα μεγαλώσει καλύτερα εκεί όπου περιβάλλεται με στοργή κι αγάπη. Συνεπώς ένα αγαπημένο ομοφυλόφιλο ζευγάρι θα εξασφαλίσει πολύ καλύτερο περιβάλλον για ένα παιδί από ό,τι μια τυπική οικογένεια ετερόφυλων γονέων με προβληματικές σχέσεις που θα αφήσουν το στίγμα τους στη διαμόρφωση της προσωπικότητάς του. Η ευτυχία και η σωστή διάπλαση ενός παιδιού δεν εξαρτάται άμεσα από τη σύνθεση και τις σεξουαλικές προτιμήσεις των γονιών του.

Είναι πράγματι έτσι; Θα θέσω έναν προβληματισμό στην κρίση της βάσης του μπλοκ. Η μητέρα μπορεί να αναπτύξει έναν σπουδαίο κι ιδιαίτερο βιολογικό-κοινωνικό δεσμό με το παιδί της, ακόμα και με το θηλασμό, που καθιστά το ρόλο της αναντικατάστατο. Παράλληλα είναι εξίσου σημαντική η ύπαρξη ενός αρσενικού προτύπου (πατέρας) στην οικογένεια για την ισορροπημένη και ολόπλευρη ανάπτυξη της προσωπικότητας του παιδιού. Που θα ολοκληρωθεί με τη συνδρομή του κοινωνικού συνόλου, του σχολείου, κτλ. Αν θεωρούμε πως τα παραπάνω έχουν όντως βάση, τότε αλλάζει και το πλαίσιο της συζήτησης σχετικά με τα γονικά πρότυπα και το επίμαχο ζήτημα που εξετάζουμε.

Όσο για τις συνέπειες της απουσίας της σοβιετικής μαμάς πατρίδας στο παγκόσμιο κοινωνικό γίγνεσθαι, μπορούμε να δούμε τις δραματικές διαστάσεις τους και στο πρώτο μέρος του κειμένου.

Δευτέρα 21 Απριλίου 2014

Πατρίς – Θρησκεία – Οικογένεια

Αν πάμε να αναλύσουμε, λόγω της ημέρας, το κλασικό τρίπτυχο της εθνοσωτήριας επετείου, μπορούμε να δούμε πολλά επίπεδα προσέγγισης. Μπορούμε να σταθούμε πχ στην υποκρισία των δοσίλογων που υμνούν και καπηλεύονται την πατρίδα, των οικογενειαρχών που τσιλιμπουρδίζουν με ερωμένες και των θρήσκων που έχουν μόνο θεό τους το χρήμα. Μπορούμε επίσης να πιάσουμε το ζήτημα ιστορικά και να εξετάσουμε την ιδεολογική χρήση του συνθήματος από την χούντα των συνταγματαρχών. Πέρα όμως από την αυτονόητη καταδίκη του, στην οποία πολλοί θα σπεύσουν να συμφωνήσουν, πρέπει να δούμε τους όρους υπέρβασης του κάθε μέρους της.. αγίας τριάδας της επταετίας. Γιατί θεωρητικά, για το σοσιαλισμό αγωνιζόμαστε όλοι, που λέει και ο «σύντροφος γιάννος», αλλά είναι θέμα πώς το εννοούμε αυτό και πώς το αντιλαμβανόμαστε στην πράξη. Και γιατί η αστική εξουσία δε θωρακίζεται μόνο με την υιοθέτηση και την προώθηση του συνθήματος, αλλά και με την επιφανειακή αντίθεση στην τριλογία αυτή, που εξαντλεί - τον ελεγχόμενο προοδευτισμό της σε ένα ρηχό αντί και μας δίνει «αναρχικούς» του γλυκού νερού και «αριστερούς» τύπου δημαρ.

Τι είναι λοιπόν η πατρίδα μας; Μην είναι οι κάμποι, τα βουνά, τα άγρια λαγκάδια; Μην είναι οι εθνικές ομάδες και το έθνος των εργαζομένων; Η εθνική μας οικονομία κι αυτοί που αποτελούνε τον εθνικό κορμό; Κράτος, τράπεζες, σώματα ασφαλείας, η δέλτα της γειτονιάς; Ο πατριωτισμός είναι ντροπαλός εθνικισμός, που δίνει πάτημα στους νεοναζί ή ο φασισμός θεριεύει αξιοποιώντας το κενό που αφήνουμε και τον κόσμο που του χαρίζουμε; Μπορεί να γίνει κρίκος στις εργατικές συνειδήσεις η εθνική κυριαρχία κι ανεξαρτησία; Ή μήπως αυτό θολώνει την ταξική ανεξαρτησία, υπονομεύοντας το στρατηγικό στόχο και την αυτόνομη πολιτική έκφραση της εργατικής τάξης; Πώς προσεγγίζουμε το μεγάλο πατριωτικό πόλεμο των σοβιετικών ενάντια στους φασίστες; Τις ελληνικές σημαίες στις συγκεντρώσεις μας, το εθνικό ζήτημα στην εποχή μας; Τη θέση για τους δύο πυλώνες (πατρίδα και τάξη) στους οποίους πρέπει να πατάει γερά το κίνημα, αν δε θέλει να χωλαίνει;

Εάν συνδέουμε την τάξη με τον αντικαπιταλιστικό αγώνα ενάντια στους εκμεταλλευτές και τους διεθνείς διακρατικούς οργανισμούς με το αντιιμπεριαλιστικό μέτωπο, δε νοείται αντικαπιταλισμός χωρίς αντιιμπεριαλιστική πάλη, ούτε αντιστρόφως ένας γενικός κι αφηρημένος αντιιμπεριαλισμός, που να βγάζει έξω από το κάδρο την εγχώρια αστική τάξη. Ο γκεβάρα υπέγραφε –σε διαφορετικές συνθήκες βέβαια, που ωστόσο δεν ήταν.. κατοχή- στο τέλος κάθε επιστολής με το σύνθημα «πατρίδα ή θάνατος» στο όνομα όμως μιας σοσιαλιστικής πατρίδας, που δεν ήταν καν η δική του. Κι ο άρης βελουχιώτης τόνιζε στο λόγο του στη λαμία την ταξική διάσταση του απελευθερωτικού αγώνα και της πατρίδας πως το κεφάλαιο δεν έχει πατρίδα και εθνικούς δεσμούς, ενώ ο λαός είναι δεμένος με κάθε πεζούλι και ρεματιά αυτού του τόπου.

Αυτό που άρχισα να καταλαβαίνω προσωπικά με τον καιρό είναι πως ο διεθνισμός διαφέρει ουσιαστικά από τον (αστικό) κοσμοπολιτισμό, γιατί δε θέλει να καταργήσει τις εθνότητες και τους λαούς, αλλά τα σύνορα που τους διαχωρίζουν τεχνητά και τους εμποδίζουν να έρθουν σε επαφή και να αλληλεπιδράσουν. Το προλεταριάτο έρχεται ως άρνηση του κεφαλαίου και της αστικής τάξης –που δεν έχει πατρίδα- όχι όμως κατ’ εικόνα κι ομοίωσή της. Οι προλετάριοι δεν έχουν (μία μόνο) πατρίδα, αλλά πολλές, όπου γης και πατρίς. Είναι πολίτες του κόσμου, γιατί αγαπάν κάθε γωνιά του πλανήτη και όλους τους λαούς του, σαν το δικό τους. δεν μπορείς να είσαι πραγματικός διεθνιστής, αν δεν αγαπάς το δικό σου λαό, ούτε να προχωρήσεις ποτέ –χωρίς αυτόν- σε κάποια επανάσταση. Ο πολιτισμός και η ιδιοσυγκρασία κάθε λαού αναπτύσσεται κι εξελίσσεται διαλεκτικά στον χρόνο και έρχεται να συνεισφέρει το δικό του λιθαράκι στο συλλογικό πανανθρώπινο πλούτο, που ‘ναι το αλάτι της γης.

Το ίδιο ακριβώς ζητούμενο παραμένει και για το θεσμό της οικογένειας. Ο σκοπός δηλ είναι να λειτουργήσει ως προθάλαμος για την ένταξη στο κοινωνικό σύνολο κι όχι ως φράχτης που οριοθετεί, καλλιεργώντας στην καλύτερη περίπτωση το συλλογικό εγωισμό: εμείς σε διάκριση κι αντιπαράθεση με τους άλλους. Η υπέρβαση του στενού, ατομικού συμφέροντος, περνάει μέσα και από τις εμπειρίες και τη διαπαιδαγώγηση του καθενός στην οικογένεια. Αν μεγαλώσουμε σε ένα άσχημο, οικογενειακό περιβάλλον, χωρίς θαλπωρή και αγάπη, μεταφέρουμε αυτό το έλλειμμα ως αρνητικό φορτίο σε όλες τις διαπροσωπικές μας σχέσεις και δυσκολευόμαστε να ενταχθούμε ομαλά σε ένα σύνολο. Ο σκοπός είναι να υπάρχει συναισθηματική πληρότητα που να μας γεμίζει και να επιδρά θετικά πάνω μας, ώστε να αρχίσουμε να βλέπουμε κι όλους τους άλλους γύρω μας ως δικούς μας: δικά μας αδέρφια, παιδιά, γονείς. Οι ‘άλλοι’ δεν είναι όριο ή η κόλασή μας, αλλά προέκταση και συμπλήρωμά μας.

Τι σημαίνει αυτό πρακτικά; Στις σημερινές συνθήκες, η οικογένεια δεν αποτελεί ιερό θεσμό, αλλά είναι ‘ιερό καθήκον’ για το κίνημα να προστατέψει τη μητρότητα, τη θέση της γυναίκας, το ουσιαστικό δικαίωμα ενός ζευγαριού να ανοίξει δικό του σπίτι και οικογένεια. Στην κοινωνία του μέλλοντος μπορεί το κλασικό σχήμα κι η μορφή της οικογένειας να μετασχηματιστεί ριζικά. Το βασικό όμως είναι η αντιμετώπιση του υποδουλωτικού χαρακτήρα του ατομικού νοικοκυριού, η κρατική μέριμνα για τις χαμαλοδουλειές, η ενεργός ανάμειξη της κοινωνίας στην ανατροφή των παιδιών. Το ζήτημα είναι να υπάρχει συλλογική φροντίδα για κάθε παιδί και πολλά πρότυπα που θα εμπλουτίσουνε τις παραστάσεις του, να έχει δηλ πολλούς ‘γονείς’ κι όχι κανέναν –όπως συμβαίνει συχνά στο σύγχρονο αστικό κόσμο, όπου βλέπει τους δικούς σπάνια έως ποτέ κι η διαμόρφωση της προσωπικότητάς του μοιάζει να έχει πολλές φορές τυχαίο κι άναρχο χαρακτήρα, όπως δηλ η καπιταλιστική παραγωγή.

Συνοψίζοντας για τις δύο παραπάνω έννοιες, ας σημειώσουμε παρενθετικά τη συμπύκνωσή τους στον όρο της μαμάς πατρίδας, που αναφέρεται ταυτόχρονα στη μητέρα αλλά και τα πάτρια και την είχαν αξιοποιήσει ιδανικά οι σοβιετικοί ως ‘χρήσιμο ιδεολογικό μύθο- στα χρόνια του πατερούλη και του μεγάλου πατριωτικού πολέμου, εξοργίζοντας όχι μόνο τους δηλωμένους αστούς αλλά και διάφορους γλυκανάλατους προοδευτικούς –που σημειώσαμε παραπάνω και- που θεωρούν βασικά συντηρητικό τον υπαρκτό και τους κομμουνιστές εν γένει.

Μας απομένει η θρησκεία ως όπιο του λαού. Το οποίο, όπως και όλα τα ναρκωτικά άλλωστε, μπορεί να χρησιμοποιηθεί στην ιατρική και ως παυσίπονο, για θεραπευτικούς σκοπούς. Η θρησκεία δηλ δεν είναι μόνο ένα όπιο, που εμπορεύονται τα διάφορα ιερατεία, αλλά και παυσίπονο που το παράγει ως αυταπάτη ο ίδιος ο λαός για την ανακούφισή του από την ‘κοιλάδα των δακρύων’ –όπως μας λέει στη συνέχεια το περίφημο τσιτάτο του κάρολου για τη θρησκεία. Η υπέρβασή του απαιτεί οπωσδήποτε μέτωπο ενάντια στους ναρκέμπορους και τους επιτήδειους που πλουτίζουν εις βάρος των πιστών και τους εκμεταλλεύονται, αλλά δεν μπορεί να στρέφεται ενάντια στους «χρήστες» και τις πεποιθήσεις τους. Απαραίτητη προϋπόθεση είναι να γκρεμίσουμε πρώτα την κοιλάδα των δακρύων, που γεννάει στον κόσμο την ανάγκη για (ολική ή μερική) νάρκωση –θρησκευτικού ή μη τύπου.

Να αφυπνιστεί ο λαός και να πραγματοποιήσει την έφοδο στον ουρανό, για να σταματήσει να αποζητά την επουράνια λύση. Να καθορίζει ο ίδιος τις τύχες του και να είναι κύριος της ζωής του κι όλων των όρων της, για να μην εναποθέτει τις ελπίδες του μοιρολατρικά στα χέρια άλλων σωτήρων ή μιας ανώτερης δύναμης, χωρίς να κινήσει και αυτός τη δική του χείρα. Οι μπολσεβίκοι μας έχουν δώσει παραδείγματα συνδυασμού της μαχητικής αθεΐας με τον απόλυτο σεβασμό των πιστών και των δογμάτων τους. Στην κοινωνία του μέλλοντος η ειδοποιός διαφορά θα είναι ότι κανείς δε θα μαθαίνει παπαγαλία στο σχολείο τη λατρεία ενός θεού, ούτε θα νιώθει την ανάγκη να τον βρει από μόνος του στη ζωή του.

Το βασικό είναι να συνειδητοποιήσουμε πως η υπέρβαση της άνωθεν τριλογίας δε θα ‘ρθει με άνωθεν διατάγματα που θα την καταργήσουν και θα τη βάλουν στο χρονοντούλαπο της ιστορίας, μαζί με τα άλλα αστικά κατάλοιπα, αλλά έχει πρωτίστως θετικό περιεχόμενο, με την ωρίμανση παραμέτρων του αντικειμενικού και του υποκειμενικού παράγοντα. Και αυτό αποτελεί μπούσουλα κατά τη γνώμη μου και για άλλα κατάλοιπα της ταξικής προϊστορίας, όπως για παράδειγμα τις εμπορευματικές σχέσεις.

Αλλά αυτά θα τα δούμε κάποια άλλη φορά.

Τρίτη 5 Οκτωβρίου 2010

Η Αγία Οικογένεια

Η οικογένεια είναι εκ προοιμίου αντεπαναστατική. Τα λέει κι ο βλαντάς στα απομνημονεύματά του. Δεν πρέπει να σου απορροφά χρόνο και να σε εκβιάζει συναισθηματικά στα δύσκολα. Κι απ’ την άλλη δε φταίνε σε τίποτα οι δικοί σου να τους κάνεις δυστυχισμένους και να τραβάνε εξαιτίας σου τόσα βάσανα με εξορίες και φυλακές.

Εμείς όμως θέλουμε ολοκληρωμένους συντρόφους, που να μη θυσιάζουν το προσωπικό για το πολιτικό. Να αναπτύσσουν την προσωπικότητά τους ολόπλευρα και να τρυγάνε τους χυμούς της ζωής. Να έχουν πράγματα και περιεχόμενο να δώσουν στον αγώνα.

Η στάση ζωής προϋποθέτει να έχεις ζωή. Αλλιώς μας μένει η στάση που καταλήγει στασιμότητα μπρεζνιεφικού τύπου. Κι άντε το πολύ να γίνει στάση πληρωμών. Προς το παρόν τηρούμε στάση αναμονής περιμένοντας το θαύμα της αντίστασης. Η στάση σου με αφήνει κατάπληκτο αυτοματίξ, που έλεγε κι ο οβελίξ στην κατοικία των θεών.

Ο κομμουνισμός ως ιδεολογία δεν απαιτεί ζεν πρεμιέ, ούτε κομμουνιστές μοναχούς. Το οποίο εν παρόδω θα ήταν η καλύτερη ασχολία στον κόσμο. Να κλειστείς σε ένα μοναστήρι για να εξαγνίσεις την ψυχή σου και να την αφιερώσεις στη μελέτη του μαρξ και των -ισμών που παρήγαγε. Η μονή συντηρείται με δωρεές πιστών συντρόφων. Κι εσύ μαζί με την ψυχή σώζεις και το τομάρι σου καθώς το βιοποριστικό είναι οξύ θέμα στις μέρες μας.
Η σωτηρία της ψυχής είναι πολύ μεγάλο πράγμα και πανάκριβο. Dixi et salvavi animam meam.

Το κενό στη ζωή μας δεν είναι καλός αγωγός του κομμουνισμού. Για να μην πιάσουμε το κενό ηγεσίας και τα κενά μας στη θεωρία. Καταλήγουμε έτσι να μην την παλεύουμε και να παλεύουμε για ένα κιβώτιο αδειανό -σαν τη ζωή μας- για μιαν ελένη (του γκατζογιάννη).

Οι προλετάριοι δεν έχουνε πατρίδα. Η οποία μαζί με την αγία οικογένεια μας δίνει την αγία τριάδα της συντήρησης και των νοικοκυραίων. Αλλά το τάγμα ζηλωτών του σάββα μιχαήλ και του έκπτωτου άγγελου χάγιου με τις 12 φυλές του εξωκοινοβουλίου πολεμάν με τη ρομφαία στο χέρι τον πατερούλη αβραάμ και τη λαϊκή εξουσία που υποτάσσει τον περιούσιο λαό στις περιουσίες των μικροαστών και των αγροτοκτηνοτρόφων.

Συγκροτούν το αντικαπιταλιστικό εργατικό μέτωπο ιουδαίας και ξεσκεπάζουν την αναξιοπιστία του αβράμη και το ρεφορμισμό του συνθήματος, καμιά θυσία για την πλουτοκρατία. Καμιά θυσία ποτέ και πουθενά. Κατά το κανένα κράτος ποτέ και πουθενά, που είναι η σύγχρονη προσέγγιση μερικών αναρχικών στο παλαιστινιακό.

Η οικογένεια είναι το πρώτο επίπεδο κοινωνικοποίησης του παιδιού, μια κοινωνία σε μικρογραφία. Κάτι που δεν είναι απαραίτητα καλό γιατί μεταφέρει μαζί κι όλες τις βρωμιές και τα κατάλοιπα του παλιού κόσμου. Πχ το συλλογικό εγωισμό του εμείς (να είμαστε καλά), σε αντιπαράθεση με όλους τους άλλους που είναι απέναντι. Το οποίο σε μεγαλύτερη κλίμακα γίνεται ομάδα, έθνος κι άλλα εξίσου αφηρημένα κι αταβιστικά.

Κερδισμένα συνήθως βγαίνουν όσα παιδιά έχουν πλούσιες παραστάσεις εκτός σπιτιού και οικογένειας. Παλιά αυτό το εξασφάλιζε η δομή της οικογένειας κι οι μεγάλες φαμίλιες με θειους, παππούδες και γιαγιάδες. Κι ό,τι δε μπορούσαν να δώσουν αυτοί το αναλάμβανε η γειτονιά, οι ξιπόλητες συμμορίες, η πλατεία του χωριού και το έλυναν συλλογικά με όρους κοινότητας.

Κάθε σπίτι ήταν ένα μικρό γένος που το διέλυσε η αστυφιλία κι η τηλεόραση. Εγώ δεν πρόλαβα τη γενιά που έπεσε με τα μούτρα στο καινούριο χαζοκούτι, αλλά έζησα την έκρηξη της ιδιωτικής. Κι είμαι σίγουρος ότι αν σήμερα είχαμε μόνο τα δύο κρατικά ο κόσμος θα πάθαινε κατάθλιψη. Ή θα έβγαινε στους δρόμους να την αντιμετωπίσει. Έστω με όρους εκτόνωσης.

Το πρόβλημα σήμερα είναι η αστική αποξένωση που (μπορεί να) πάει χέρι-χέρι με τη διάλυση της οικογένειας. Ζητούμενο δεν είναι η κατάργησή της, αλλά συλλογικότητες και μορφές συμβίωσης που να την υπερβαίνουν. Στη διαλεκτική η άρνηση σημαίνει εξέλιξη και κρατάει κομμάτια του παρελθόντος μετασχηματισμένα.

Εκτός κι αν το πρόβλημά μας είναι η μονογαμία. Και θεωρούμε απλοϊκά οτιδήποτε άλλο χειραφέτηση που ντύνει ιδεολογικά τις ερωτικές μας επιθυμίες με ποικιλία για να μη βαρεθούμε το ίδιο φαγητό συνέχεια.

Εκτός κι αν είναι τα παιδιά κι ο περιορισμός του εαυτούλη μας που είναι διαλεχτή ψυχή και πρέπει να τον αφήσουμε να αναπτυχθεί ολόπλευρα ως προσωπικότητα χωρίς εμπόδια. Απέναντι σε εμάς οι άλλοι είναι η κόλαση που μπαίνει ως σύνορο κι όχι ως σύνολο που μας διευρύνει.

Αυτό το τελευταίο ακούγεται ίσως λίγο χριστιανικό. Είναι η διαλεκτική της μεταφυσικής ως στιγμή μές στο διαλεκτικό υλισμό. Αλλά το αντίθετο είναι οπωσδήποτε αστικός ατομισμός. Κι έχει πολύ στενά όρια για να χωρέσει οποιαδήποτε επαναστατική ιδέα ή να πλασαριστεί ως τέτοια.

Η κρίση παρέχει ευκαιρίες για πειράματα, αλλά η καρικατούρα των αντι-θεσμών μας καθιστά καχύποπτους πριν καν δοκιμαστούν. Η φτώχεια επιστρέφει πάνω στη βάση της αστικής αποξένωσης που έχει ξεριζώσει το κοινοτικό πνεύμα αλληλεγγύης. Δικό μας καθήκον είναι να το βρούμε σε νέα βάση.

Αυτό που χρεοκόπησε και μας πνίγει είναι η αστική οικογένεια κι ο τρόπος ζωής της. Τα υπόλοιπα ανήκουν στο κοινοτικό κατάλοιπο που περνά και χάνεται κι εμείς καλούμαστε να ανακαλύψουμε από την αρχή και να του δώσουμε μορφή και περιεχόμενο σε ένα ανώτερο επίπεδο.

Ιδεολογικός μηχανισμός του κράτους είναι όταν τη θεωρείς στατικά. Ρηχός ετεροπροσδιορισμός με ένα αντί που δεν ξεφεύγει από τον αστικό ορίζοντα, ακριβώς γιατί ετεροπροσδιορίζεται. Δε βλέπει όρους εμφάνισης και δυναμική εξέλιξης. Δηλ αντιφάσεις, νόμους κίνησης και νομοτέλειες. Κι αν προβοκάρεις λίγο μπορείς εύκολα να χωρέσεις όλη την αναρχία συλλήβδην σε αυτό το καλούπι.

Ξέρεις, εμείς οι σταλινικοί είμαστε κολλημένοι στο γνωστό τρίπτυχο και μεγαλώνουμε σε ένα κόμμα που είναι σαν οικογένεια με αξιώματα, ρόλους, ιεραρχικές δομές και αξίες από τη μαμά πατρίδα με τον πατερούλη και τον πατερναλιστικό σοσιαλισμό του στρατώνα.

Ενώ γι’ αυτούς μόνη πατρίδα είναι τα παιδικά τους χρόνια κι οι παιδικές αρρώστιες που τους άφησαν πληγές και παιδικά τραύματα απ’ την οικογένεια. Που τους διέγραψε σαν άσωτους υιούς και τους έμεινε το κόμπλεξ της απόρριψης απ’ τους άλλους. Αλλά κάθε βράδυ στα όνειρά τους, τους εκδικούνται με όρους φαντασιακού.

Τους απροσάρμοστους τους βαφτίσαμε ασυμβίβαστους κι όλους τους άλλους ενσωματωμένους, γιατί δεν έχουν τις δικές μας υψηλές ανησυχίες. Και την επαναστατική συνείδηση τη βλέπουμε στο λούμπεν και στο περιθώριο όπου κινούμαστε αυτάρεσκα.

Η αυταρέσκεια είναι αντεστραμμένο μίσος για την κοινωνία που θεωρητικά θέλουμε να αλλάξουμε ίσα-ίσα για να μας χωρέσει. Όταν βρούμε έναν έντιμο τρόπο να στριμωχτούμε σε κάποια γωνιά της και να τα έχουμε καλά με τη συνείδησή μας, η ενσωμάτωση γίνεται πλήρης και ψάχνει εναλλακτικά φύλλα συκής, σαν τον δάχτυλο του κομμουνισμού για να κρυφτεί από πίσω του.

Γινόμαστε νύχι-κρέας με τον κομμουνιστικό δάκτυλο, χωρίς αξιώσεις για δαχτυλίδια και ταχυδακτυλουργούς με μαγικές λύσεις. Οργανωνόμαστε συλλογικά για να μειώσουμε το συντροφικό έλλειμμα και την απουσία οικογένειας που μας στοιχειώνει. Και στις ερωτικές σχέσεις ψάχνουμε να υπερβούμε το οιδιπόδειο με τη μαμά πατρίδα που δεν ξεπεράσαμε όσο ζούσε.
Καλή μας τύχη και καλή ωρίμανση.

Κι όλα αυτά με αφορμή μια επίσκεψη σε έναν παλιό συμμαθητή που έγινε ασφαλίτης κι οικογενειάρχης με γιο. Κι εγώ να μην ξέρω με ποιο απ’ τα δυο να φρικάρω περισσότερο. Κι αν στο μέλλον, όταν σφίξουν τα γάλατα θα χρειαστεί να τον σώσω εγώ, ή αυτός εμένα, ένεκα παλιάς γνωριμίας. Μάλλον το δεύτερο..

Παρασκευή 27 Νοεμβρίου 2009

Ποια είναι η στάση των κομμουνιστών στο θέμα του ελεύθερου έρωτα;

Κρίσιμο ερώτημα. Ας δούμε τι απαντούσαν οι σοβιετικοί.

Για να αρχίσουμε πρέπει να καθορίσουμε τι σημαίνει ελεύθερος έρωτας.

Πριν από την οκτωβριανή επανάσταση, το 1915, η ινέσσα αρμάν, εξέχουσα φυσιογνωμία στο διεθνές γυναικείο κίνημα, ετοίμαζε να γράψει μια μπροσούρα για τα κοινωνικά προβλήματα της εργάτριας.
Αποφάσισε να συμβουλευτεί το λένιν και του έστειλε ένα σκελετό της μπροσούρας. Ανάμεσα στα άλλα έθιγε το θέμα του ελεύθερου έρωτα.
Ο λένιν απάντησε.

Τι εννοείς με αυτή την πρόταση; Τι μπορεί να εννοηθεί με αυτή; Μήπως σημαίνει:
Ελευθερία από υλικούς (οικονομικούς) περιορισμούς στην υπόθεση του έρωτα;
Το ίδιο από τις υλικές φροντίδες;
Από θρησκευτικές προκαταλήψεις;
Από τις απαγορεύσεις του πάπα κλπ;
Από τις προκαταλήψεις της κοινωνίας;
Από τη στενότητα ενός περιβάλλοντος (αγροτικού ή μικροαστικού ή αστοδιανοουμενίστικου);
Από τα δεσμά του νόμου, της δικαιοσύνης και της αστυνομίας;
Από τις σοβαρές συνέπειες του έρωτα;
Από τη μητρότητα;
Ελευθερία μοιχείας
;

Κι ο λένιν απέδειξε ότι απ' τη στιγμή που το όλο πρόβλημα έχει μπει με τόση ασάφεια, οι αναγνώστες της μπροσούρας θα μπορούσαν κάλλιστα να καταλάβουν ότι ελεύθερος έρωτας σημαίνει τα τρία τελευταία σημεία. Μια τέτοια τοποθέτηση δε θάχε τίποτα κοινό με την κομμουνιστική ηθική.

Οι κομμουνιστές πιστεύουν ότι πραγματικός έρωτας σημαίνει μια σχέση ανάμεσα σε έναν άντρα και μια γυναίκα που δεν υπαγορεύεται από τίποτα άλλο παρά μόνο από την αγάπη. Συνεπώς αισθάνονται ότι ο έρωτας πρέπει νάναι ελεύθερος από κάθε υλική βλέψη, ατομικά συμφέροντα, προκαταλήψεις, κάθε είδους ψευτιά, πατρικές απαγορεύσεις και άδικους νόμους. <ε άλλα λόγια ελεύθερος έρωτας σημαίνει ότι οι νέοι πρέπει νάναι ελεύθεροι στην εκλογή του συντρόφου τους κι ότι η αγάπη πρέπει να είναι το μόνο στήριγμα του γάμου.

Η ινέσσα αρμάν έλεγε ότι ακόμα κι ένα φευγαλέο πάθος είναι ποιητικότερο κι αγνότερο από ένα φιλί σε ένα γάμο χωρίς έρωτα.
Ο λένιν απάντησε ότι αυτό είναι σύγκριση χωρίς λογική. Ένας γάμος χωρίς έρωτα, αλλά μόνο με προσποιήσεις θα ήταν χυδαίος. Αλλά γιατί να συγκρίνουμε τον έρωτα με μια τυχαία υπόθεση; Το προηγούμενο δεν ήταν έρωτας.

Οι υποδείξεις του λένιν δείχνουν πώς οι κομμουνιστές βλέπουν τον έρωτα και το γάμο.
Οι νόμοι και τα έθιμα της τσαρικής ρωσίας έμπαιναν συχνά εμπόδιο στο γάμο των ανθρώπων που αγαπιόντουσαν. Πολύ συχνά δε μπορούσε να γίνει γάμος γιατί εκείνη ήταν πλούσια κι αυτός φτωχός. Ήταν ευγενής, ήταν χωριάτισσα. Ήταν μουσουλμάνος κι ήταν ορθόδοξη κλπ (σσ δική μου: τότε όμως δεν είχαν τιβί και μανουσάκη. Το τμήμα ηθών άρχισε το 92 με τις ανατροπές).
Οι γονείς συχνά δίναν την κόρη τους σε γάμο παρά τη θέλησή της, μόνο για χρήματα ή υψηλή θέση. Το διαζύγιο ήταν περίπλοκο. Όλα αυτά οδηγούσαν στην υποκρισία, την ψευτιά, το δεσποτισμό και την αδικία στις οικογενειακές σχέσεις.

Στη σοσιαλιστική κοινωνία αναπτύχτηκαν ανθρώπινες σχέσεις νέου τύπου κι ανάμεσά τους οι οικογενειακές, οι σχέσεις μεταξύ άντρα και γυναίκας, αφότου η γυναίκα απόκτησε πλήρη ισότητα.

Τα πρώτα χρόνια μετά την επανάσταση, στην πολύπλοκη και δύσκολη μεταβατική περίοδο, υπήρχαν άνθρωποι που ξεπερνώντας την παλιά, την άσκημη ηθική, πήγαν στο άλλο άκρο.
Για παράδειγμα υπήρχαν αυτοί που ασπάζονταν την αναρχική θεωρία του ποτηριού με το νερό. Πίστευαν πως στην κομμουνιστική κοινωνία οι σεξουαλικές επιθυμίες μπορούσαν να ικανοποιηθούν τόσο απλά και ευκαιριακά όσο όταν πίνεις ένα ποτήρι νερό.

Αυτή ή άποψη απορρίφτηκε κατηγορηματικά από τους κομμουνιστές. Επέμεναν ότι η αληθινή αγάπη απαιτεί αγνότητα και κατανόηση. Από μια σεξουαλική σχέση μπορεί να δημιουργηθεί μια νέα τρίτη ζωή. Εδώ βρίσκεται η τεράστια υπευθυνότητα απέναντι σε αυτόν που αγαπάς, απέναντι στη νέα γενιά και στην κοινωνία.

Οι ψευτοεπαναστατικές, αναρχικές θεωρίες δε βρήκαν απήχηση στη σοσιαλιστική κοινωνία. Αλλά βέβαια αυτό δε σημαίνει ότι δεν υπάρχουν τυχαίοι ή μικρής διάρκειας γάμοι.

Οι κομμουνιστές δεν εκτιμούν τον ασκητισμό, ούτε υπεραπλοποιούν την όλη υπόθεση των ερωτικών σχέσεων. Οι άνθρωποι στη νέα κοινωνία ζουν μια γεμάτη ζωή και την χαίρονται. Αλλά ο περιστασιακός έρωτας και ο γάμος είναι ξένος για τη συντριπιτική πλειοψηφία των ανθρώπων.

Οι κομμουνιστές θέλουν ο έρωτας νάναι ελεύθερος, αλλά όχι από τις ανθρώπινες αξίες. Μονάχα απ' ό,τι τον δεσμεύει. Έτσι καταλαβαίνουμε την ελευθερία του έρωτα.

Από εγχειρίδιο της χρυσής μπρεζνιεφικής εποχής υπό τη μορφή ερωταπαντήσεων με τον τίτλο: τι είναι ο κομμουνισμός.

Στο καλογραμμένο εμετικό μυθιστόρημά του για τη σοβιετία ο κούλογλου αναρωτιέται αν μπορεί να υπάρχει έρωτας σε ένα ολοκληρωτικό καθεστώς.
Οι απανταχού σύντροφοι αναρωτιούνται πόσο κομπλεξικός κι ανέραστος μπορεί να είναι ο κούλογλου.
Τα ερωτήματα του λένιν αποδεικνύουν πόσο ελεύθερος είναι στην πραγματικότητα ο έρωτας στον καπιταλισμό.

Ο σοβιετικός κυριούλης λέει ότι οι άνθρωποι αναζητούν απεγνωσμένα την ευτυχία στον έρωτα, όταν δε μπορούν να βρουν τον εαυτό τους στον χώρο δουλειάς κι αλλοτριώνονται αντί να εργάζονται δημιουργικά.
Κι εγώ αναρωτιέμαι αν θα έχει θέση η τυφλή καψούρα στο σοσιαλισμό, όπου ο κόσμος θα ζει ανέμελα κι οι ανθρώπινες σχέσεις θα είναι απομυστικοποιημένες.

Το δεκέμβρη, οι αναρχικοί κέρδισαν ένα σωρό κόσμο που βλέπει τον έρωτα σαν ποτήρι με νερό για να ξεδιψάσει.
Οι αλτουσεριανοί θα έβγαιναν από τα ρούχα τους αν διάβαζαν το αμέσως προηγούμενο κεφάλαιο για τον ιδεολογικό θεσμό της οικογένειας, που θα συνεχίσει να υπάρχει στο σοσιαλισμό απαλλαγμένη από το οικονομικό της περιεχόμενο.
Κι οι αστοί αποδίδουν τους συχνούς γάμους των σοβιετικών σε οικονομική σκοπιμότητα (για να καρπωθούν το σπίτι και τα προνόμια που είχαν τα ζευγάρια από το κράτος).
Ενώ στην ελλάδα παντρευόμαστε από πίστη στον ιερό θεσμό της οικογένειας. Ούτε λόγος για κοινωνικά αίτια που μειώνουν τους γάμους και τις γεννήσεις.

Οι παλιοί αναγνώστες (κι όχι μόνο) θυμούνται ότι η ινέσσα αρμάν φερόταν να έχει πλατωνικό δεσμό με τον λένιν που επισήμως ήταν ζευγάρι με την κρούπσκαγια. Είχε τους λόγους της να θέλει την γνώμη του...
Η φήμη ότι η μπροσούρα που του 'στειλε είχε και ραβασάκι με ερωτική αφιέρωση είναι αντιεπιστημονική κι εξίσου χυδαία με τα ραβασάκια και τα χαρτάκια της γιάλτας.

Δε βγαίνουν πια τέτοια βιβλία στις μέρες μας...