Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα καζαντζάκης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα καζαντζάκης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 16 Ιανουαρίου 2014

Περί αλλοτρίωσης

Τι εστί αλλοτρίωση; Μην είναι καμία απ’ αυτές τις έννοιες που πετάνε όπου βρουν οι κουλτουριάρηδες, για να ψαρώσουν το κοινό τους, να μην τους καταλαβαίνει κανείς και να φαντάζουν περισπούδαστοι; Ή μήπως καμιά έννοια από τα πρώτα έργα του νεοχεγκελιανού μαρξ, που μυρίζουν ιδεαλισμό και πρέπει να τα βλέπουμε με επιφύλαξη –αν δεν τα απορρίπτουμε, όπως ο αλτουσέρ; Κι αν τελικά δεν είναι τίποτα από τα παραπάνω, δεν είναι παρόλα αυτά μια σχετικά δυσπρόσιτη έννοια, στην οποία σκοντάφτουμε και τρώμε τα μούτρα μας, ενώ περιτριγυρίζουμε συνεχώς τον ορισμό της, χωρίς ποτέ να τον καταλαβαίνουμε πλήρως;

Δε θα διαφωνήσω ακριβώς σ’ αυτό το τελευταίο. Αλλά όταν σκοντάφτουμε σε μια φιλοσοφική έννοια, μπορεί κάποιες φορές να μας βοηθήσει η ετυμολογική της ανάλυση και να μας δώσει πληροφορίες κι υλικό, που θα δυσκολευόμασταν να προσεγγίσουμε διαφορετικά.

Η αλλοτρίωση ξεκινά από την παραγωγή κι αναφέρεται σε έναν αλλότριο σκοπό, που δεν είναι δικός μας, ή δεν τον νιώθουμε τέτοιο, και μας υποτάσσει στη μηχανή του σα γρανάζια χωρίς βούληση, υποδουλώνει κάθε μας δράση κι ενέργεια, κάθε δημιουργική δύναμη και την καθιστά κενή, ξένη στον εαυτό μας και την ουσία του. Η εργασία μετατρέπεται έτσι σε αγγαρεία και μισθωτή δουλεία, σε μια άσκοπη, μονότονη, επαναλαμβανόμενη δραστηριότητα, που απορροφά κάθε ζωτικότητα, κάθε χυμό του εργαζόμενου, εντείνει την κούραση του μυαλού πρωτίστως και τον καθιστά πνευματικό ράκος, ανίκανο να αξιοποιήσει τον ελεύθερο χρόνο του, παρά μόνο για να ανακτήσει τις δυνάμεις του και να τις ξοδέψει πάλι την επόμενη μέρα στη δουλειά.

Όπως λέει και μια φράση που έχει βάλει προμετωπίδα ο οικοδόμος στο ιστολόγιό του: ανάθεσέ μου μια δουλειά, όπου μπορώ να βάλω ένα κομμάτι του εαυτού μου και δεν είναι δουλειά, είναι τέχνη! Κι όταν αυτό ισχύσει για όλη την κοινωνία, θα είμαστε ήδη στον ώριμο κομμουνισμό, όπου η εργασία χάνει τον καταναγκαστικό της χαρακτήρα και γίνεται αυτοσκοπός, δημιουργία, παιχνίδι, δηλ όλα τα στοιχεία που εκφράζει κι εκπροσωπεί η τέχνη.

Όταν όμως δε συμβαίνει αυτό, η εργασία γίνεται αλλοτριωτική, γιατί δεν μπορούμε να αναγνωρίσουμε τον εαυτό μας σε αυτό που κάνουμε, δεν αναπτύσσουμε την προσωπικότητά μας, συμμετέχουμε μηχανικά, με τη λογική της μίνιμουμ προσπάθειας και της τυπικής παρουσίας – απουσίας· προσπαθούμε να το αποφύγουμε, να μειώσουμε την ένταση και τη διάρκειά του, να λουφάρουμε με άλλα λόγια, να κερδίσουμε χρόνο μακριά του, όπως με την αρρώστια, που τρώει το μέσα μας, μας σακατεύει ψυχικά και μας εξασθενίζει.

Η αλλοτρίωση είναι επίσης συνώνυμο της αποξένωσης, όπου ο άνθρωπος νιώθει έξω από τα νερά του, αναρωτιέται όπως ο χεμινγουέι «τι γυρεύω εγώ εδώ;» και ψάχνει απεγνωσμένα να βρει ένα νόημα που να τον ορίζει, να γεμίζει τη ζωή του, να του δίνει ένα στήριγμα στην καθημερινή βιοπάλη. Αυτή η αποξένωση παίρνει διάφορες μορφές. Ο εργαζόμενος αποξενώνεται απ τα μέσα παραγωγής και το προϊόν της εργασίας του –κατά συνέπεια αδιαφορεί για τα αποτελέσματα και τους καρπούς που δίνει και αρχίζει να την εκτελεί ψυχρά και μηχανικά, χωρίς μεράκι, χωρίς να δίνει και να αναγνωρίζει τον εαυτό του σε αυτό που κάνει. Παράλληλα αποξενώνεται από συναδέλφους του και τα άλλα αδέλφια της τάξης του, που τους βλέπει ως ξένους, εχθρούς, ανταγωνιστές, απειλή για τη δική του θέση, που χειροτερεύει διαρκώς τα τελευταία χρόνια. Και βιώνει αυτή την αποξένωση και στις άλλες κοινωνικές του σχέσεις, κατ’ εικόνα κι ομοίωση με τη δουλειά του. Μετατρέπεται σε λύκο κατά το πρότυπο του χομπς (homo homini lupus est).

Μιλήσαμε πιο πάνω για την ουσία του εαυτού μας και του ανθρώπου· αλλά πώς θα μπορούσαμε να την ορίσουμε; Η αλλοτρίωση νοείται ως απομάκρυνση από την ουσία του ανθρώπου, την οποία ο χέγκελ προσπάθησε να βρει στο πνεύμα και σε ένα ανώτερο ιδεώδες, μακριά από τον πραγματικό υλικό κόσμο, ενώ ο υλισμός του φόιερμπαχ τον εντόπισε αφηρημένα σε κάποια δοσμένα χαρακτηριστικά γνωρίσματα του ανθρώπου, χωρίς να τα εξετάζει στην κίνησή τους και τη ζωντανή τους πορεία στον χρόνο. Ο μαρξ αντίθετα βρήκε την απάντηση στην κίνηση και την εξέλιξη του πραγματικού υλικού κόσμου, της κοινωνίας και όρισε την ουσία του ανθρώπου ως το σύνολο των κοινωνικών του σχέσεων· και στο επίκεντρο αυτών των σχέσεων βρίσκεται (όχι στεγνά η οικονομική βάση, αλλά) η παραγωγή, η εργασία, που κάνει άλλωστε τον άνθρωπο να διαφέρει από τα υπόλοιπα ζώντα είδη. Κι ας μην ξεχνάμε πως ο άνθρωπος (κι όχι κάποια άψυχη μηχανή) παραμένει η βασική παραγωγική δύναμη αλλά κι η αποκλειστική πηγή κέρδους για το κεφάλαιο στη σημερινή κοινωνία.

Ας φανταστούμε λοιπόν ποια μπορεί να είναι σήμερα η ουσία στη ζωή ενός μακροχρόνια άνεργου ή και άλλων εργαζόμενων σε μια κοινωνία άγριας ταξικής εκμετάλλευσης· όπου καλούμαστε να επιβεβαιώσουμε την ουσία του είδους μας και της ύπαρξής μας έξω από την εργασία μας, δηλ την κατεξοχήν δημιουργική δραστηριότητα της ζωής μας. Κι όπου η παραγωγή δεν έχει ως σκοπό της την κάλυψη των ανθρώπινων αναγκών αλλά την ανταλλαγή, την παραγωγή εμπορευμάτων και το κέρδος που αποφέρουν. Έτσι ο κάθε παραγωγός εξαρτάται από το αν θα πουλήσει ή όχι τα προϊόντα του, συνδέει άμεσα με το εμπόριο την ύπαρξη και τη σκέψη του, αρχίζει ασυνείδητα να βλέπει τις ανθρώπινες σχέσεις ως σχέσεις μεταξύ πραγμάτων.

Κι αυτή ακριβώς είναι η έννοια του φετιχισμού του εμπορεύματος, που ανέλυσε πρώτος ο μαρξ. Φετίχ είναι να παίρνεις μια πλευρά, μια επιμέρους πτυχή και να αναπληρώνεις το σύνολο, να υποκαθιστάς πχ τον έρωτα και τη γυναίκα που δεν έχεις με τα εσώρουχά της, τη χαμένη ζωή με τα προϊόντα που υπόσχονται να σου αγοράσουν την ευτυχία, την αντικαπιταλιστική πάλη με το νόμισμα –που δεν είναι φετίχ, όπως είχε πει κι ο μέγας αλέξης της ελληνικής πολιτικής.

Γι’ αυτό κι η λύση δεν είναι προφανώς να γυρίσουμε πίσω στην εποχή των μικρών παραγωγών του χωριού και να φέρουμε την εμπορευματική παραγωγή σε πιο ανθρώπινα μέτρα, ούτε κάποιο είδος εναλλακτικού εμπορίου με αυτοδιαχείριση, που επιστρέφει φαινομενικά στον παραγωγό το προϊόν της δουλειάς του και τα μέσα παραγωγής, αλλά διατηρεί στο ακέραιο την αγορά, τον ανταγωνισμό και τα εμπορεύματα, ως βασικές πηγές αλλοτρίωσης.

Τα γράφει πολύ καλά κι ο καζαντζάκης, στον επίλογό του από το «ταξιδεύοντας στη ρουσία», όπου παρομοιάζει τη σοβιετία με ηφαίστειο, που παραμένει ενεργό κι απειλεί την παρηκμασμένη πομπηία του καπιταλιστικού κόσμου. Και παρακάτω λέει.

Κρίσιμη, οδυνηρή η στιγμή που περνούμε. Ο άνθρωπος πιάστηκε στους τροχούς της μηχανής, δεν μπορεί πια να ξεφύγει. Ξαπόλυσε τις δαιμονικές ποσότητες της ύλης και τώρα δεν μπορεί πια να τις υποτάξει στη μυστική ποιότητα, στην ψυχή του. Το πνέμα που υπόταξε την ύλη τώρα υλοποιείται κι αυτό, γίνεται παράρτημα της μηχανής και την ακολουθάει σαν ύλη.
Πολλοί ονειροπόλοι προτείνουν: «Η μόνη σωτηρία, να γυρίσουμε στην παλιάν απλότητα, να λιγοστέψουμε τις ανάγκες μας, μα καταργήσουμε τη σημερινή πολυπλοκότητα της ζωής, που δε μας αφήνει μια στιγμή λεύτερους. Μονάχα έτσι το κάθε κομμάτι της ύλης που θα δουλεύουμε θα γιομώνει πάλι ψυχή. Πώς δούλευαν το μεσαίωνα; Η πέτρα, το ξύλο, το μέταλλο ζωντάνευαν, αλάφρωναν, γίνουνταν πνέμα κάτω από την υπομονετικήν ερωτική αναπνοή του εργάτη. Ας ακολουθήσουμε κι εμείς το δρόμο αυτόν, ας γυρίσουμε πίσω!»
Ρομαντικές επιπολαιότητες. Ν’ απλοποιήσουμε τη ζωή μας, να γυρίσουμε πίσω στο μεσαίωνα, στις Αγάπες των πρώτων χριστιανών ή ακόμα πιο πίσω, στην πρωτόγονη κοινοχτημοσύνη των άγριων –όλα τούτα είναι ονειροπολήματα ανίκανων ανθρώπων. Η ζωή δε γυρίζει πίσω· πάει μπροστά συντρίβοντας όσους δεν μπορούν να την ακολουθήσουν. Ας πάμε μαζί της. Κι ακόμα πιο πολύ: ας τη σπρώξουμε να πάει πιο πέρα. Έτσι μονάχα θα τη βοηθήσουμε να περάσει την απαραίτητη τούτη περίοδο της μηχανοποίησης και να λευτερωθεί. Η λύση βρίσκεται πάντα μπροστά, ποτέ πίσω.

Ο εργάτης δεν μπορεί σήμερα, όπως στο μεσαίωνα, ν’ αγαπήσει το έργο του. Το μεσαίωνα δούλευε με υπομονή κι έρωτα την ύλη. Αμοιβή του θεωρούσε όχι μονάχα, το μεροκάματο παρά, πολύ περισσότερο, την αναγνώριση των ανθρώπων ή της κοινότητας που του ‘δωκε την παραγγελιά. Κι ακόμα πιο μεγάλη αμοιβή ένιωθε την ίδια τη χαρά δημιουργώντας ένα ωραίο ή ένα χρήσιμο έργο.
Σήμερα ο εργάτης καμιάν εσωτερική σχέση δεν έχει με το έργο του. Πώς είναι δυνατό να ‘χει; Δουλεύει χρόνια από το πρωί ως το βράδυ, κάνει την ίδια πάντα κίνηση, εχτελεί μηχανικά μια λεπτομέρεια, χωρίς να ενδιαφέρεται μήτε για το σύνολο μήτε για την ωραιότητα ή τη χρησιμότητα της δουλειάς του. Γιατί να ενδιαφέρεται; Δουλεύει κι η προσωπική του συνεισφορά, καμιά θεμελιακήν αξία δεν μπορεί να ‘χει στην ποιότητα του έργου.
Κι ακόμα περισσότερο: μισεί το έργο που κάνει, το μισεί γιατί νιώθει πως το έργο αυτό ολοενα και τον αποχτηνώνει, του σκοτώνει την ψυχή και το σώμα. Το μισεί ακόμα γιατί ξέρει πως όλοι του οι κόποι παχαίνουν και πλουτίζουν τ’ απάνθρωπα αφεντικά του, τους κεφαλαιούχους. Αυτός, η γυναίκα του, τα παιδιά του, τ’ αγγόνια του, γενεές γενεών, θ’ αποχτηνώνουνται, μεροδούλι, μεροφάι. Επομένως μόνη του φροντίδα είναι να λιγοστέψει, όσο μπορεί, τις εργάσιμες ώρες και να μεγαλώσει, όσο μπορεί, το μεροκάματο.

Μην του πείτε, για να τον παρηγορήσετε, πως δουλεύει για την κοινωνία ή για το κράτος. Μισεί την κοινωνία τούτη που τόσο άνομα έχει μοιραστεί τις απόλαυσες και τους κόπους, που ‘χει θεσπίσει την αδικία, τη σκληρότητα, την εκμετάλλεψη του αντρός, την εξαχρείωση της γυναίκας. Μισεί το κράτος που υποστηρίζει ορισμένη κοινωνική τάξη –αυτή που εκμεταλλεύεται τον ιδρώτα και την πείνα του λαού και πλουτίζει.
Τι πρέπει να γίνει; Όπως γρηγόρεψε ο ρυθμός της ζωής, ανάγκη αναρίθμητοι άνθρωποι να δουλεύουν στις φάμπρικες, κάτω στη γης, στη θάλασσα. Να γυρίσει πίσω ο εργάτης στη μεσαιωνική απλότητα κι αγάπη, αδύνατο. Καμιά ελπίδα μεταθανάτιας αμοιβής δεν τους ξεγελάει πια· τίποτα πια δεν μπορεί να τους δώσει εγκαρτέρηση κι υπομονή. Η γης τούτη είναι η κόλαση, η γης τούτη είναι κι η παράδεισο· εδώ πρέπει να ξεσπάσει η αμοιβή κι η τιμωρία.

Με άλλα λόγια μια μεγάλη αντίφαση της εποχής μας (παράγωγη της βασικής αντίθεσης μεταξύ του κοινωνικού χαρακτήρα της παραγωγής και της ατομικής ιδιοποίησης των καρπών της) είναι η εξής: ο εργαζόμενος αποκτηνώνεται κι αποξενώνεται ολοένα και περισσότερο στα πλαίσια μιας παραγωγής, όπου ο κοινωνικός της χαρακτήρας φτάνει σε πρωτόγνωρα ύψη, συνδέοντας διάφορες παραγωγικές μονάδες σε παγκόσμια κλίμακα κι εισάγοντας στη δουλειά όλο και περισσότερους προλετάριους –παράλληλα με τη δραματική αύξηση της ανεργίας στο δυτικό κόσμο.

Η λύση λοιπόν δε βρίσκεται στο παρελθόν των ταξικών, εμπορευματικών κοινωνιών, αλλά στην υπέρβασή του και τη σοσιαλιστική-κομμουνιστική προοπτική, που θα ενώσει την ανθρωπότητα (αφού τσακίσει πρώτα τους εχθρούς της), θα αναπτύξει τον άνθρωπο ως κοινωνική προσωπικότητα και θα πάρει από τον καθένα ό,τι καλύτερο μπορεί και διαθέτει.


Υγ: για όσους σφους αναγνώστες θέλουν να εντρυφήσουν περισσότερο στην έννοια της αλλοτρίωσης, η κε του μπλοκ συνιστά το βιβλίο του ρούση «ο λόγος στην ουτοπία» (εκδόσεις γκοβόστη) και του ούγγρου μέσαρος «η θεωρία του μαρξ για την αλλοτρίωση», που μπορείτε να το βρείτε εδώ και να το κατεβάσετε για να το διαβάσετε.

Παρασκευή 10 Ιανουαρίου 2014

Οι ερυθρές φυλακές

Οι αναμνήσεις του καζαντζάκη από τα ταξίδια του στη σοβιετική ένωση, όπως μας τις δίνει συγκεντρωμένες στο βιβλίο του «ταξιδεύοντας στη ρουσία», είναι τόσο πλούσιες σε υλικό κι εύστοχες αξιολογικές κρίσεις, που δεν είναι εύκολο να συνοψιστούν και να παρουσιαστούν σ’ ένα μόνο κείμενο. Σε κάποια σημεία, νιώθει κανείς την ανάγκη να πάρει αυτούσια κάποια κεφάλαια και να τα τρίψει στη μούρη διάφορων «έγκυρων σοβιετολόγων» που δεν έχουν (όχι το ταλέντο και τη διεισδυτικότητα του συγγραφέα καζαντζάκη αλλά έστω) την έντιμη κριτική ματιά ενός ανθρώπου που μόνο κομμουνιστής δεν μπορεί να θεωρηθεί –παρά μόνο με μια πολύ ευρεία και χαλαρή έννοια.

Ένα τέτοιο απόσπασμα είναι και το παρακάτω κεφάλαιο, όπου ο καζαντζάκης μιλάει για τις ερυθρές φυλακές, δηλ για την εμπειρία του από το σοβιετικό σωφρονιστικό σύστημα. Και έχει κατά τη γνώμη μου μια ιδιαίτερη αξία, όχι μόνο επειδή μας δίνει τις βασικές αρχές του συστήματος και σημαντικές πληροφορίες για ένα θέμα στο οποίο οι «γνώσεις» των περισσότερων εξαντλούνται στη λέξη γκούλαγκ, χωρίς να νιώθουν την ανάγκη να μάθουν κάτι πέραν αυτού· αλλά ακόμα και για το συμπέρασμα στο οποίο καταλήγει στην τελευταία πρότασή του –που είναι από τους βασικούς ‘νόμους’ που ακολουθεί κάθε επαναστατικό εγχείρημα. Καλή ανάγνωση. 



 Ο Παναγής Σκουριώτης της Σοβιετικής Ρουσίας είναι, όπως κι ο δικός μας, ένας ισχυρός οργανισμός, όλος φλόγα, αφιερωμένος με φανατισμό στο σκοπό που έθεσε στη ζωή του: ν’ αναμορφώσει τις φυλακές. Ξανθός, γαλάζια μάτια, ξεχειλισμένος από χαρά, σαν τους ανθρώπους που, κυριεμένοι από ένα μεγάλο πάθος, το ικανοποιούν και χαίρουνται. Χαρούμενος, γοργοκίνητος, με άρπαξε στο αυτοκίνητό του και μ’ έφερε στις μεγάλες φυλακές έξω από τη Μόσχα.

Μέσα στην πυκνήν ομίχλη, το πρωί εκείνο, τα σπίτια κι οι εκκλησιές γυάλιζαν αχνά, εξαϋλωμένα, σα χτίρια ξωτικά καμωμένα από καπνούς κι υγρασία. Τα ηλεχτρικά ήταν αναμμένα κι έφεγγαν θαμπά τους δρόμους και τις παγωμένες βιτρίνες. Κοράκια περνούσαν σιωπηλά και κάθιζαν στα κρυσταλλωμένα δέντρα, τα σπίτια όλο και λιγόστευαν, είχαμε πια βγει στο μοσχοβίτικο κάμπο, φτάναμε στις φυλακές.

Σε όλο το δρόμο ο νέος σύντροφός μου μου ξηγούσε ότι η Σοβιετική Ρουσία αντικρίζει και το δύσκολο πρόβλημα φυλακών και φυλακισμένων:
-Δύο είναι οι βασικές αρχές μας: α) η μόρφωση του κατάδικου β) η εργασία

α) Κάθε φυλακή έχει: το σκολειό της για τους αναλφάβητους· όλοι, όταν θα βγουν από τη φυλακή, πρέπει να ξέρουν ανάγνωση και γραφή· έχει τη λέσχη της, το θέατρό της, τον κινηματογράφο της, τη βιβλιοθήκη της· στη λέσχη συζητούν, γίνουνται ομιλίες, θεατρικές παραστάσεις, διαβάζουν και μορφώνουνται. Κάθε φυλακή έχει τη δική της «εφημερίδα του τοίχου», όπου οι ίδιοι οι φυλακισμένοι γράφουν με απόλυτη ελευτερία για όλα τα θέματα που αφορούν την υλική ή πνευματική ζωή τους. Οι φυλακισμένοι διαιρούνται σε διάφορες ομάδες και καθεμιά αναλαβαίνει ορισμένο κλάδο: υπάρχουν ομάδες για τη μόρφωση, για την πολιτική, τα οικονομικά, την υγιεινή, άλλες αναλαβαίνουν τη φιλολογία, τη μουσική, τις γιορτές. Όλες οι ομάδες αποτελούνται από φυλακισμένους και μονάχα ο πρόεδρός τους είναι κρατικός υπάλληλος. Μεγάλη προσοχή συνάμα δίνουμε στο κορμί: καθαριότητα, ηλιοθεραπεία, αεροθεραπεία, γυμναστική, εκδρομές.

β) Σύμφωνα με τη δεύτερή μας αρχή, όσοι κατάδικοι μπορούν, πρέπει να εργάζουνται. Η εργασία δεν έχει σκοπό την τιμωρία του φυλακισμένου, παρά την ανθρωπιστική κι επαγγελματική του μόρφωση· γι’ αυτό η εργασία πρέπει να ‘ναι ανάλογη με την κλίση και τις ικανότητες του κάθε ατόμου. Σωματική ή ψυχική ποινή απαγορεύεται, όχι μονάχα γιατί αντιστρατεύεται στις σοβιετικές μας αρχές παρά και γιατί εξαγριώνει τον άνθρωπο και του γεννάει μίσος για την κοινωνία. Η πείρα μας απόδειξε πως τίποτα δεν επιδράει τόσο ευεργετικά στο φυλακισμένο, όσο ο σεβασμός στην ατομικότητά του.

Ευτύς ως ο κατάδικος μπει στη φυλακή, πάνε και τον βλέπουν ο διευθυντής κι οι προϊστάμενοι στο μορφωτικό ή εργατικό τμήμα. Κουβεντιάζουν μαζί του, μελετούν το χαραχτήρα και τη μόρφωσή του, τις επαγγελματικές του ικανότητες. Την άλλη μέρα του δίνουνε το βιβλιάριο, όπου αναγράφουνται τα δικαιώματα και τα χρέη του.

Οι φυλακισμένοι διαιρούνται σε τρεις τάξες: Κατώτατη, μέση κι ανώτατη. Κάθε φυλακισμένος παραμένει υποχρεωτικά ορισμένο χρονικό διάστημα στην τάξη όπου κατατάχτηκε, ωσότου η διεύθυνση του επιτρέψει να μετατοπιστεί στην αμέσως ανώτερη. Η παραμονή του στην ίδια τάξη ή η μετάθεση σε άλλη εξαρτάται από την πρόοδο του φυλακισμένου στην εργασία του και στη συμπεριφορά του, και γενικά από την επίδραση που είχε απάνω του το σωφρονιστικό σύστημα.

Η προαγωγή σε ανώτερη τάξη συνεπάγεται ορισμένα προνόμια: Αλαφρώνουν οι όροι του κανονισμού, μπορεί ν’ απολυθεί ο κατάδικος προτού λήξει ο χρόνος της ποινής κτλ. Όσοι ανήκουν στην κατώτατη τάξη δικαιούνται να δέχουνται επίσκεψες και να ‘χουν αλληλογραφία κάθε 15 μέρες· όσοι στην ανώτατη, κάθε μέρα. Όσο ανεβαίνουν σε ανώτερη τάξη αποχτούν και μεγαλύτερη ελευτερία να διαχειρίζουνται τα χρηματικά ποσά που κερδίζουν και ν’ αγοράζουν τρόφιμα, φορέματα, βιβλία. Όσοι ανήκουν στη μεσαία τάξη δικαιούνται εφτά μέρες άδεια το χρόνο· όσοι στην ανώτατη δεκατέσσερεις. Επίσης μπορεί να χορηγηθεί στους αγρότες που έδειξαν καλή διαγωγή άδεια απουσίας τρεις τέσσερεις μήνες, να πάνε στα χωριά τους και να βοηθήσουν στο θερισμό. Οι μήνες αυτοί υπολογίζουνται ως φυλακή.

Έχουμε διάφορους τύπους φυλακές, ανάλογα με τα διάφορα μέτρα της κοινωνικής προστασίας:
α) Σωφρονιστικές· αυτές υποδιαιρούνται: σε οίκους φυλακής· σωφρονιστικούς οίκους προστασίας· παροικίες αγροτικές, επαγγελματικές, βιομηχανικές· ειδικά απομονωτήρια· μεταβατικούς, σωφρονιστικούς οίκους.
β) Γιατροπαιδαγωγικές· υποδιαιρούνται σε οίκους εργασίας για ανηλίκους· σε οίκους εργασίας για εγκληματίες προερχόμενους από αγροτοεργατική νεολαία.
γ) θεραπευτικές· υποδιαιρούνται: σε ιδρύματα για ψυχικά ανισόρροπους και σωματικά άρρωστους· σε ινστιτούτα ψυχιατρικής θεραπείας, νοσοκομεία κτλ.

Το σοβιετικό σωφρονιστικό σύστημα θέσπισε ακόμα μια σημαντική καινοτομία: Ως σήμερα, επικρατούσε η Ιδέα πως το δικαστήριο είναι ο μόνος ρυθμιστής της ποινής· σ’ εμάς όμως η δικαστική κι η σωφρονιστική εξουσία είναι δυο ισότιμοι παράγοντες της ενιαίας ποινικής πολιτικής του Κράτους. Το έργο της σωφρονιστικής εξουσίας δεν έχει σε μας μηχανικό χαραχτήρα· έγινε καθαρά δημιουργικό.

Από τη στιγμή που, ευτύς μετά τη δίκη, το κέντρο του βάρους μεταφέρεται στη σωφρονιστική εξουσία, τα εχτελεστικά σωφρονιστικά όργανα επιδίδουνται στη μελέτη –ψυχική, σωματική, πνευματική- των καταδίκων. Τους ταξινομούν, ορίζουν ειδικούς κανονισμούς, χρησιμοποιούν διάφορα, ανάλογα με την κάθε κατηγορία, μέσα σωφρονισμού και μόρφωσης.

Και το σπουδαιότερο: μπορούν όχι μονάχα ν’ αλλάξουν τους όρους της εχτέλεσης των δικαστικών αποφάσεων, παρά και να συντομέψουν το χρόνο της ποινής που όρισε το δικαστήριο και να μεταβάλουν ριζικά τα μέτρα της κοινωνικής προστασίας. Η Σοβιετική Ρουσία κλόνισε την αρχή πως οι δικαστικές ετυμηγορίες είναι απαραβίαστες· τα εχτελεστικά όργανα μπορούν, ανάλογα με τη διαγωγή του κατάδικου, να τροποποιήσουν ριζικά την ποινή.

Με τα μέσα αυτά προσπαθούμε όχι να τιμωρήσουμε τον κατάδικο παρά να τον κάμουμε ικανό να συνεργαστεί κι αυτός μέσα στην ανθρώπινη κοινωνία: του μαθαίνουμε γράμματα, του θεραπεύουμε την ψυχή και το σώμα, του διδάσκουμε μιαν τέχνη για να μπορεί να ζήσει και να φανεί χρήσιμος στο σύνολο.
Κάνουμε ό,τι μπορούμε να νικήσουμε το σκοτάδι του μυαλού και της ψυχής του ανθρώπου.

Μέσα από την πυκνήν ομίχλη έβλεπα τα υπερβόρεια μάτια του συντρόφου μου να λάμπουν σα δυο φλόγες. Μπαίναμε στη μεγάλη αυλή της φυλακής.
Το χτίριο είναι παλιό, απέραντο και ξεμοναχεμένο στην πεδιάδα. Κάμποσοι φυλακισμένοι έκοβαν ξύλα, άλλοι κουβαλούσαν κάρβουνα· ο διευθυντής χαιρέτησε τους «συντρόφους φυλακισμένους» μ’ εγκαρδιότητα. Μπήκαμε σ’ ένα μακρύ, φωτισμένο διάδρομο· ευτύς εξαρχής σου γεννιέται η εντύπωση πως δε βρίσκεσαι σε φυλακή παρά σε σιωπηλό, πειθαρχημένο εργοστάσιο.

Ανοίγαμε τις πόρτες κατά σειρά και βρισκόμασταν πάντα μπροστά σ’ ένα καινούρια αργαστήρι: Εδώ το τυπογραφείο που αναλαβαίνει, με τη φίρμα της φυλακής, να εκδίδει βιβλία, παραπέρα το βιβλιοδετείο, έπειτα το ξυλουργείο, το παπουτσίδικο, το σιδεράδικο, το ψωμάδικο. Οι ίδιοι οι φυλακισμένοι ζυμώνουν, φουρνίζουν, μαγερεύουν, πλένουν. Παντού μας υποδέχουνται χαρούμενα κι εγκάρδια· πουθενά δεν είδα φύλακες με στολή ή με όπλα· ελάχιστοι οι φύλακες και ντυμένοι πολιτικά. Οι κατάδικοι πάλι φορούν ό,τι ρούχα τους αρέσουν, τίποτα δε σου θυμίζει πως βρίσκεσαι σε φυλακή.

Πολλοί μαθαίνοντας πως είμαι ξένος, με ζυγώνουν με περιέργεια και σφοδρό ανθρώπινο ενδιαφέρον και με ρωτούν για την πατρίδα μου: «Τι γίνεται εκεί κάτω, υπάρχουν άνθρωποι να εκμεταλλεύουνται ανθρώπους, υπάρχουν σύντροφοι που να υποφέρουν; Τι ενέργεια κάνετε να φωτιστεί, να λευτερωθεί ο λαός;» Ρωτούσαν, μ’ έπιαναν από τα χέρια, με κοίταζαν, περίμεναν κι εγώ απαντούσα με αοριστία.

Στο σιδεράδικο ένα φυλακισμένος στέκουνταν σε μια γωνιά με σταυρωμένα χέρια:
-Αυτός δε θέλει να δουλέψει, μου ξήγησε ο διευθυντής χαμογελώντας· μα σε λίγες μέρες θα βαρεθεί, θα ντραπεί, θα ζουλέψει και θα πιάσει κι αυτός δουλειά. Όταν ένας κατάδικος έρθει, τον ρωτούμε αν θέλει να δουλέψει και πού· μερικοί αποκρίνουνται πως καμιά διάθεση δεν έχουν για δουλειά κι εμείς τότε τους αφήνουμε· καθένας είναι λεύτερος. Όμως φροντίζουμε να παραστέκουν άνεργοι μαζί μ’ εκείνους που δουλεύουν και πάντα, ύστερα από λίγες μέρες, έρχουνται μόνοι τους και μας παρακαλούν να τους δώσουμε εργασία.

Πήγαμε στη λέσχη. Ήταν άλλοτε εκκλησία και σώζουνται ακόμα μερικές αγιογραφικές τοιχογραφίες απάνω από το ιερό· τώρα είναι καταστόλιστη με κόκκινες σημαίες και κόκκινα ρητά· και στο βάθος, όπου μια φορά κι έναν καιρό ήταν η Αγία Τράπεζα, είναι τώρα η μαρμαρένια προτομή του Λένιν δεξιά του, το ξύλινο αντίγραφο του Μνημείου του στην Κόκκινη Πλατεία· κι αριστερά, το αποτύπωμα της φτωχικιάς ίσμπας που είχε καταφύγει ο Λένιν όταν τον κυνηγούσαν τα όρνια του Τσάρου.

Ως μπήκαμε, μια ορχήστρα από φυλακισμένους έπαιξε τη Διεθνή, η αυλαία άνοιξε και φάνηκαν στη σκηνή μια τριανταριά μεσόγυμνοι αθλητές κι άρχισαν να εχτελούν διάφορα δύσκολα γυμνάσματα.
-Μια από τις μεγαλύτερες φροντίδες μας είναι και τούτη, μου κάνει ο διευθυντής: μαθαίνουμε τους συντρόφους φυλακισμένους ν’ αναπνέουν, να γυμνάζουν το σώμα τους, να το διατηρούν γερό και καθαρό· να ζουν όσο το δυνατό περισσότερο στο ύπαιθρο. Γι’ αυτό τους βλέπετε τόσο ζωηρούς και ροδοκόκκινους.

Ήταν πια μεσημέρι. Καθίσαμε και φάγαμε όλοι μαζί στους μεγάλους ξύλινους πάγκους: σούπα, κρέας με πατάτες, τσάι. Οι φυλακισμένοι έρχουνταν από τ’ αργαστήρια τους, πλένουνταν και κάθιζαν κεφάτοι κι έτρωγαν.

Έλεγα στο διευθνυτή:
-Κι εμείς στην Ελλάδα προσπαθούμε κάποτε με την εργασία να καλυτερέψουμε την ψυχή και το σώμα των φυλακισμένων κι εμείς ξέρουμε τις θεωρητικές αρχές που εφαρμόζετε και προσπαθούμε να τις πραγματοποιήσουμε. Έχω ένα φίλο που ‘χει αφιερώσει τη ζωή του για τη μεγάλη τούτη αποστολή. Τον λένε Παναγή Σκουριώτη.

Ο διευθυντής κούνησε το κεφάλι του:
-Σε όλο τον κόσμο, αποκρίθηκε, υπάρχει η προσπάθεια που λέτε· όλες οι θεωρίες είναι γνωστές και κυκλοφορούνε στον αγέρα της εποχής μας· παντού κάποιος αγνός και φλογερός ιδεολόγος θα βρεθεί, που θα θυσιάσει τη ζωή του για να τις εφαρμόσει· όμως, θαρρώ, του κάκου. Καμιά γενναία ριζική μεταβολή δεν μπορούν να πετύχουν και στο ζήτημα αυτό οι αστικές χώρες· είναι κι οι φυλακές μέρος ενός συνόλου και καμιά ριζική αναμόρφωση δεν μπορεί ποτέ να γίνει ξεκάρφωτη.

Στις αστικές χώρες, οι χαραχτηριζόμενες αξιόποινες πράξες αιτία έχουν συχνότατα όχι την ατομική διάθεση του φταίχτη παρά το σύνολο των κοινωνικών συνθηκών. Συχνότατα, στις αστικές κοινωνίες, ο εγκληματίας σπρώχνεται απ’ όλη την κοινωνία στο έγκλημα. Κι όταν τον κλείνουν στη φυλακή, έχει βαθιά του την πεποίθηση πως δεν είναι αυτός ο κακούργος παρά ολάκερη η κοινωνία· αυτός είναι το θύμα. Κι η πεποίθησή του αυτή τον γιομώνει πίκρα και μίσος. Με τέτοια ψυχολογία είναι φυσικό ν’ αντιδράει σε κάθε προσπάθεια που κάνει μια τέτοια κοινωνία για να τον καλυτερέψει.

Η αστική προσπάθεια για αναμόρφωση δεν μπορεί να ‘ναι ούτε ολοκληρωτική ούτε συνεχής. Είναι στη φύση του αστικού Κράτους να μη θέλει ποτέ –γιατί δεν το συφέρει- να ξυπνήσει εντελώς την ψυχή του λαού. Δε συφέρει να δει ο λαός πόσο κι από ποιους αδικιέται, ούτε να νιώσει πως έχει στα χέρια του όλη τη δύναμη. Γι’ αυτό, αν σε οποιοδήποτε κλάδο κρατικής ή κοινωνικής ενέργειας ξεπεταχτεί μια στιγμή μια αγνή προσπάθεια, η προσπάθεια αυτή είναι, αναγκαστικά, ξεμοναχιασμένη και μισερή, οφείλεται σε κανένα απροσάρμοστο στη γύρα του σαπίλα ιδεολόγο, βρίσκει οργανωμένη λυσσαλέα αντίδραση, φανερή ή κρυφή και γρήγορα ξεθυμαίνει.

Την άλλη μέρα, κάποιος γνώριμός μου Πολωνοεβραίος, παμπόνηρος κι αντιδραστικός, που του διηγήθηκα την επίσκεψή μου στις σοβιετικές φυλακές, καθώς κι όλα τα θαμαστά που ‘βλεπα κάθε μέρα, μου αποκρίθηκε σατανικά χαμογελώντας:

-Ο Ποτιέμκιν, όταν έβγαζε σε περιοδεία την αυτοκρατορικιά μετρέσα του, τη Μεγάλη Αικατερίνη, έστελνε μπροστά έτοιμα χωριά από καρτόνι και τα στερέωνε κοντά στα μέρη απ’ όπου θα περνούσαν. Χωριάτες και χωριάτισσες, ντυμένοι λαμπερά κοστούμια, γλεντούσαν ευτυχισμένοι κάτω από τα δέντρα, έπαιζαν μπαλαλάικα, πηδοκοπούσαν και ζητωκραύγαζαν την αυτοκρατόρισσα. Δεν ήταν χωριάτες και χωριάτισσες· ήταν ηθοποιοί που τους είχε νοικιάσει ο Ποτιέμκιν· κι η ερωτευμένη χοντρο-Κατερίνα δάκρυζε από κατάνυξη κι ευτυχία.

Όμοια κι οι μπολσεβίκοι σας περιοδεύουν στη Μόσχα –στη μεγάλη από καρτόνι, από ηθοποιούς και μπαλαλάικες βιτρίνα της Ρουσίας –και σας δείχνουν (οι Ρούσοι είναι, κατά παράδοση, περίφημοι σκηνοθέτες) μερικά καλοβαλμένα, πιτήδεια τρουκαρισμένα θεάματα: σκολειά, σανατόρια, φυλακές, δικαστήρια, οι σειρήνες των εργοστασίων όταν περνάτε σφυρίζουν, τάχατε πως δουλεύουν ακατάπαυτα, οι ίδιες πάντα γεωργικές μηχανές περνούν από τους δρόμους που είναι για να περάσετε, τάχατε έτσι, κατά τύχη… Και σεις χάσκετε, οι κουτόφραγκοι, και πέφτετε στην παγίδα Ποτιέμκιν νεότατου συστήματος –στην παγίδα «Καρλ Μαρξ».

Γελούσε ο φίλος μου σαρκαστικά και με κοίταζε με τα παμπόνηρα ματάκια. Με διαπέρασε αλαφριά ανατριχίλα. Ανάμεσα στους φλογερούς στενοκέφαλους πιστούς που δουλεύουν με αγάπη και πείσμα, υπάρχουν οι πολύ μορφωμένοι, χαριτωμένοι και χαιρέκακοι άπιστοι. Τούτοι όλα τα ξέρουν, τίποτα δεν μπορεί να τους ξεγελάσει, πολύ έξυπνα αποσυνθέτουν και καταγγέλνουν τον «ιερό δόλο», που χωρίς αυτόν ποτέ δεν μπόρεσε να θεμελιωθεί μια νέα θρησκεία.


Όλα τα ξέρουν οι φίνοι τούτοι άπιστοι· μονάχα τούτο ξεχνούν: πως μονάχα επιθυμώντας, απατώμενος κι απατώντας –δηλαδή πιστεύοντας- ο άνθρωπος μπορεί ν’ αλλάξει το πρόσωπο της γης.

Δευτέρα 30 Δεκεμβρίου 2013

Δια του Τύπου

Στο κατώφλι της νέας χρονιάς, μια μερίδα του κυριακάτικου τύπου, δανείζεται τους πρωτοσέλιδους τίτλους της απ’ την χρονική συγκυρία, κυνηγώντας (μάταια μάλλον) την πρωτοτυπία και την έκπληξη. Αν και τίποτα δεν μπορεί να απειλήσει στην κορυφή των κλισέ την χιλιοειπωμένη πασχαλιάτικη ευχή στους συντρόφους για καλή επ-ανάσταση, που ούτε στη δευτέρα παρουσία δε θα πάψει να λέγεται..

Στο σπίτι όπου θα κάνει αλλαγή η κε του μπλοκ μπαίνουν δύο εφημερίδες: το πριν του άβερελ και ο κυριακάτικος ρίζος για το θηλυκό γονιό. Χτες μπήκε εκτάκτως και το έθνος του μπόμπολα που έδινε το ‘ταξιδεύοντας στη ρωσία’ (σοβιετική ένωση) του καζαντζάκη (που θα μας απασχολήσει μάλλον σε κάποια προσεχή ανάρτηση) κι ένα ημερολόγιο-ατζέντα του αρκά. Αλλά οι προσφορές κάλυπταν όλο σχεδόν το πρωτοσέλιδο και δεν πολυσκαλίσαμε το εσωτερικό της συσκευασίας, γιατί, για να ‘μαι ειλικρινής, κι εμείς για τις προσφορές το πήραμε.

Παίρνεις λοιπόν τις άλλες δύο εφημερίδες, τις βάζεις δίπλα-δίπλα και συγκρίνεις τα πρωτοσέλιδα. Η μία έχει το μήνυμα του κκε για τη νέα χρονιά, να γίνει έτος λαϊκής αγωνιστικής ανάτασης, ενίσχυσης του κινήματος και της λαϊκής συμμαχίας, κτλ. Ενώ η άλλη λέει ότι θα καεί ο σαμαράς στην «κόλαση 2014». Και μόνο από τη στόχευση δηλ, καταλαβαίνεις πολλά για το στίγμα του χώρου που εκφράζει η καθεμιά.


Εντάξει, δεν έτρεφα ενδόμυχες ελπίδες και για την παγκόσμια επανάσταση μες στο 14’, αλλά περίμενα κάτι πιο βαθύ (που με λερώνει) από την «εφημερίδα της ανεξάρτητης αριστεράς». Προχώρησα για διευκρινίσεις στον υπότιτλο, μήπως και την παρεξήγησα (οι υπογραμμίσεις δικές μου).

στην κόλαση που θα δημιουργήσει με την πολιτική της θα καούν πολιτικά ο σαμαράς, ο βενιζέλος κι όλος αυτός ο απεχθής μνημονιακός εσμός των αδίστακτων αρπακτικών που λυμαίνονται τη χώρα προς όφελος της ελληνικής αστικής τάξης και των ξένων επικυρίαρχων της εε και του δντ.

Και παρακάτω.
Είτε η επονείδιστη κυβέρνησή τους πέσει από το βάρος των λαϊκών κινητοποιήσεων είτε διαλυθεί από το βάρος της αναμενόμενης συντριπτικής ήττας τους στις ευρωεκλογές του μαΐου, το βέβαιο είναι πως η ανατροπή της κυβέρνησης κι η απαλλαγή από αυτήν θα οδηγήσει σε λαϊκή έξαρση. Ανεξάρτητα από τη σύνθεση της κυβέρνησης που θα σχηματιστεί, είναι απολύτως σίγουρο ότι θα κυριαρχήσει πνεύμα διεκδικητικότητας και μαχητικότητας στις μάζες των εργαζομένων, της νεολαίας, των μεσαίων στρωμάτων, των συνταξιούχων. Οι απελπισμένοι, οι αδρανείς, οι υποταγμένοι θα σηκώσουν κεφάλι και θα διεκδικούν τον ουρανό με τ’ άστρα!

Και λαγούς με πετραχήλια, θα πρόσθετα. Ειδικά αν πάει σε επαναδιαπραγμάτευση του μνημονίου πχ, θα πρέπει να έχεις και μερικά δευτερεύοντα αιτήματα (πχ λαγούς με πετραχήλια, τον ουρανό με τ' άστρα, κτλ), που να τα θυσιάσεις τακτικά στο βωμό της διαπραγμάτευσης, για να κερδίσεις τα υπόλοιπα που σε ενδιαφέρουν.

Αλλά αν είναι να γίνουν όλα αυτά τα συγκλονιστικά, γιατί να μην ψηφίσουμε απευθείας σύριζα ρε παιδιά –ανεξάρτητα, πάντα, από τη σύνθεση της κυβέρνησης, η οποία δεν ξέρουμε τι μπορεί να είναι; Μας το εξηγεί παρακάτω.
Η δράση των μαζών θα αποτελέσει καθοριστικό παράγοντα διαμόρφωσης του νέου συσχετισμού ταξικών δυνάμεων που –θεωρητικά μιλώντας- μπορούν να ανατρέψουν και να ακυρώσουν πολλές από τις υποχωρήσεις τις οποίες θα έχει ενδεχομένως κάνει η νέα κυβέρνηση.
Ενδεχομένως… Μπορεί και ναι, μπορεί και όχι. Η ζωή θα δείξει. Ναι αλλά θεωρητικά μιλώντας πάντα, γιατί να ψηφίσει κανείς ανταρσύα, που δύσκολα θα μπει στη βουλή και να μην το ρίξει κατευθείαν στην αριστερή κυβέρνηση στις εκλογές; Κι έτερον εκάτερον τι θα κάνει μετά στο κίνημα για να διαμορφώσει τους ταξικούς συσχετισμούς.

Εδώ έχουμε φτάσει σε ένα σημείο, όπου όπως έλεγε παλιά ο κάσπερ σε μια ανάρτησή του, έχεις μπροστά σου κι ένα κουτί κακάο, κατεβάζεις στωικά μια γουλιά και συνεχίζεις. Μέχρι να στραβοκαταπιείς και να πνιγείς με όσα διαβάζεις και να πετάξεις την εφημερίδα στον τοίχο, μαζί με το κακάο. Και αυτό μολονότι το φύλλο αυτό περιέχει και αξιόλογα κείμενα, όπως η δισέλιδη ανάλυση για το έργο του ρίτσου, με αφορμή την έκδοση της συλλογής υπερώο, υπό την επιμέλεια της κόρης του, έρης.


Το ξεφύλλισμα του ρίζου από την άλλη, μπορεί να σου προσφέρει (πέρα από το ενημερωτικό κομμάτι και τον ιδεολογικό-πολιτικό εξοπλισμό) μια σειρά απρόσμενους και σπάνιους συνειρμούς, που αγγίζουν ευαίσθητες χορδές του κοινού.
Όπως για παράδειγμα η εικόνα του θερινού παράδεισου, που έχεις κρατήσει στο μυαλό σου για τη θάσο και γκρεμίζεται τον χειμώνα, με τα δρομολόγια των πλοίων να θυμίζουν πλέον άγονη γραμμή (τελειώνουν από τις δέκα το πρωί για την καβάλα κι εκλείπουν εντελώς το σαββατοκύριακο), όσο καθορίζονται από τις «ανάγκες» και το κέρδος της εταιρίας. Εδώ να δεις υλικό για να γράψει κανείς σήμερα το «ταξιδεύοντας στη θάσο».

Κρατάς στα «υπ’ όψιν» την πολύ καλή βιβλιοπαρουσίαση του υπόγειου ρεύματος του άλμπερτ μαλτς για μελλοντική αξιοποίηση κι αντιπαραβολή με το βασιλιά άνθρακα του σίνκλερ· καθώς και μια πολύ ενδιαφέρουσα συνέντευξη με την εύη κοντόρα για τις πρωτότυπες παιδικές ιστορίες που εκλαϊκεύουν την κρίση για τους μεγάλους.

Και προχωράμε στις γιορταστικές εκδηλώσεις και τα χριστουγεννιάτικα φεστιβάλ του κόμματος και της ογε για τους εκκολαπτόμενους νέους πρωτοπόρους, όπου συναντάμε κι ένα πρωτότυπο γράμμα-κόλαφο ενός πραγματικά κόκκινου και ταξικού αγιοβασίλη προς τα παιδιά, που λέει μεταξύ άλλων.

Ξέρω ότι μερικοί από σας αναρωτιόσασταν αν θα σας επισκεπτόμουν φέτος, αλλά βρίσκομαι στην ευχάριστη θέση να σας πληροφορήσω ότι είμαι πάντα στο πόστο μου και θα προσπαθήσω να σας ικανοποιήσω όσο μπορώ. Να ξέρετε, όμως, ότι δεν είναι καθόλου εύκολο αυτό και, σας βεβαιώνω, όσο περνάει ο καιρός γίνεται δυσκολότερο!
(…)
Πρέπει να ομολογήσω ότι τα έχω χάσει με όσα είδα στον κόσμο σας και δεν διστάζω να παραδεχτώ ότι δεν μου αρέσουν καθόλου... Ένα μόνο θα πω: Μην περιμένετε από μένα να διορθώσω τ' αδιόρθωτα! Ούτε κι από κανέναν άλλο δηλαδή...
Δεν ξέρω μόνο αν στο τέλος ο Άι κλείνει και με συντροφικούς χαιρετισμούς.

Δεν είναι μόνο ότι έτσι συνεχίζουμε τις καλύτερες παραδόσεις των κλασικών, στα χνάρια των ιστοριών του γκοσινί, όπου ο μικρός νικόλας παίρνει ένα γράμμα από τον άγιο βασίλη, που του εξηγεί, ότι δεν έχει αρκετά λεφτά φέτος, για να του πάρει το δώρο που ήθελε, εξαιτίας ενός τροχαίου που είχε με το έλκηθρο και του κόστισε ένα σωρό χρήματα, αλλά το λάθος ήταν του άλλου οδηγού, ο οποίος είχε...
 Είναι κυρίως ότι σε αυτές τις εκδηλώσεις υπάρχουν κάποια μοναδικά σε στιγμιότυπα, που σε κάνουν να λες «δεν υπάρχει». Σαν κι αυτό πχ.

Δεν υπάρχει...
Στο πρόγραμμα αυτών των γιορτών υπάρχουν κάποια εργαστήρια και δραστηριότητες, με δασκάλες συντρόφισσες του παιδαγωγικού, πχ ζωγραφική, facepainting, κτλ. Αν και υποψιάζομαι ότι ο πραγματικός τίτλος τους θα μπορούσε να είναι: πώς φτιάχνουμε στράτσα, κινέζικα, κτλ.

Κι αφού πιάσαμε τις επιστολές, θα ήταν παράλειψη ασυγχώρητη να μη γίνει μια ειδική μνεία στην κατάθεση ψυχής μιας συντρόφισσας από τη θέρμη, που διηγείται στη στήλη επικοινωνίας του ρίζου με τους αναγνώστες μια συγκινητική προσωπική της εμπειρία από την πρώτη της επαφή με το ριζοσπάστη στα χρόνια της μεταπολίτευσης.

Αγαπητέ "Ρίζο" σας διαβάζω εδώ και πολλά χρόνια. Τελευταία παρατηρώ πολλές προσπάθειες και αλλαγές για τη βελτίωσή σου. Εύχομαι το καλύτερο. Αυτές τις μέρες φέρνω στη μνήμη μου ένα γεγονός -προσωπικό γεγονός- που θέλω να το μοιραστώ μαζί σου, αλλά και με τους αναγνώστες σου. Πήγα το 1974 στο Βουκουρέστι, όπου ήταν βαριά άρρωστος ο πατέρας μου, αφού πέρασα πρώτα από τα Γραφεία των Πολιτικών Προσφύγων. Εκεί ένας φίλος του πατέρα μου και σύντροφος μου έδωσε να του πάω δώρο μια εφημερίδα. Ηταν ο "ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ", ο πρώτος μετά τη δικτατορία. Εγώ, φοιτήτρια τότε, γεννημένη στην ξενιτιά, παιδί τότε, περπατούσα και παραμιλούσα. Κοιτούσα αριστερά και δεξιά μήπως με δει κάποιος να μονολογώ... Η απορία μου μεγάλη. Η καρδιά μου χτυπά δυνατά. Οι ερωτήσεις μέσα μου πολλές. Μήπως δεν άκουσα καλά... Μήπως εννοούσε κάτι ο σύντροφος... Εφτασα στο Νοσοκομείο. Ούτε που το κατάλαβα. Βλέπω τον πατέρα μου. Βγάζω μουδιασμένη από την τσάντα μου αυτό το παράξενο και περίεργο για μένα δώρο ...τον "ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗ" και εκεί που σκεφτόμουν πώς να του το πω, μου άρπαξε ξαφνικά την εφημερίδα, την αγκάλιασε, δάκρυσε για πολλή ώρα σαν μικρό παιδί. Καθίσαμε αρκετή ώρα αμίλητοι . Κοιτούσαμε ο ένας τον άλλο. Τα μάτια του είχαν δάκρυα χαράς και συγκίνησης. Τα δικά μου μάτια ήταν γεμάτα με δάκρυα απορίας, όπως θα άρμοζε σε ένα παιδί που γεννήθηκε στην προσφυγιά από γονείς αγωνιστές... Η ώρα πέρασε και ξαφνικά κατάλαβα ότι ξέχασε να με φιλήσει, να...να...να... Εγώ πρώτη φορά το 1974 είδα την εφημερίδα "Ριζοσπάστης". Απορούσα για πολλή ώρα. Δεν ήξερα τι έκανα και τι ήταν αυτή η λαχτάρα. Επιτέλους ήρθε η σειρά μου. Οταν ηρέμησε, μου μίλησε για την εφημερίδα της εργατιάς και του Κομμουνιστικού Κόμματος Ελλάδας. Τότε έμαθα και για την αξία αυτού του πρωτότυπου δώρου και συνέχισα να την κρατώ σφιχτά μέχρι και σήμερα. Ετσι, όπως αρμόζει σε μας, τα παιδιά των Ελλήνων, των Αγωνιστών της Αντίστασης και του ΕΜΦΥΛΙΟΥ που μας δώσανε την ανεμελιά, τα όνειρα και την ελπίδα στις ανατολικές χώρες που μας φιλοξένησαν. Ισως η δική μας γενιά σήμερα να έχει δώρο-ρόλο στην ενημέρωση των επόμενων γενιών για τα ΧΡΟΝΙΑ ΤΟΥ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟΥ, έτσι όπως ζήσαμε, μεγαλώσαμε, σπουδάσαμε εκεί . Ο "Ριζοσπάστης" θα είναι ένα καλό βήμα λόγου για μας που απολαύσαμε τα επιτεύγματα του Σοσιαλισμού. Ευχαριστώ για το βήμα και την ευκαιρία που μου δώσατε να μοιραστώ τα συναισθήματά μου που τα κουβαλώ εδώ και 39 χρόνια.

ΑΝΝΑ ΚΕΦΑΛΕΛΗ ΘΕΡΜΗ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ


Αυτό το 'ρουμάνικο' περιστατικό, μου θύμισε μια άλλη... τρομακτική ιστορία σχετικά με αυτή την χώρα, που διαδραματιζόταν τέτοιες μέρες περίπου, πριν από αρκετά χρόνια, κι υπάρχουν τα σχετικά ντοκουμέντα να τη θυμίζουν

Το πγ της κε του κκε χαιρετίζει την ηρωική εξέγερση του ρουμάνικου λαού, που πληρώνοντας βαρύ φόρο αίματος, ανέτρεψε το δεσποτικό, τυραννικό καθεστώς τσαουσέσκου. Ένα καθεστώς που ματοκύλισε τη ρουμανία και ποδοπάτησε βάναυσα το σοσιαλισμό και τις μεγάλες ανθρωπιστικές και δημοκρατικές αξίες του.
Στις νέες συνθήκες που διαμορφώθηκαν και εξελίσσονται στη ρουμανία, το κκε υποστηρίζει τις προσπάθειες για την εξομάλυνση της κατάστασης ώστε ο ρουμάνικος λαός να μη θρηνήσει νέα θύματα.

Το πγ της κε του κκε εύχεται, μετά την ανατροπή του τσαουσέσκου, η ρουμανία να προχωρήσει γρήγορα μπροστά και με σταθερότητα, και να μπορέσει να ξεπεράσει τα μεγάλα προβλήματά της, στο δρόμο της σοσιαλιστικής ανάπτυξης που θα έχει στο κέντρο της τον άνθρωπο και το σεβασμό των ατομικών δικαιωμάτων και των ελευθεριών του ρουμάνικου λαού.
Σ’ αυτήν την κατεύθυνση θα εκφράσουν την πιο ενεργή αλληλεγγύη τους στο ρουμανικό λαό οι έλληνες κομμουνιστές.

27. 12. 89
ΤΟ ΠΟΛΙΤΙΚΟ ΓΡΑΦΕΙΟ



Κι όλα αυτά για μια ρουμανία, που ‘χε μια σχετική αυτονομία από τη σοβιετική ένωση (για αυτό και ανέπτυξε φιλικές σχέσεις με το λεγόμενο κκε εσωτερικού) και αρκετά κουσούρια (που τα "επισήμανε εύστοχα" κι ο μαχητής της ελευθερίας τέρενς κουίκ, όταν άφησε ως αθλητικός ανταποκριτής για λίγες μέρες τη θαλπωρή της δημοκρατικής ελλάδας επί επταετίας). Αλλά αυτή ακριβώς η αυτονομία ήταν ο βασικός λόγος για τον οποίο η αντεπανάσταση δεν ήταν βελούδινη και χρειάστηκε η σκηνοθεσία με τους μαζικούς τάφους στην τιμισοάρα και η ένοπλη βία για να επικρατήσει.

Το παραπάνω ντοκουμέντο περιλαμβάνεται στο βιβλιαράκι από το 12ο ως το 13ο συνέδριο του κκε (σελ 268), που περιέχει κι άλλα αντίστοιχα «τρομακτικά» ντοκουμέντα. Και συνίσταται ιδιαίτερα η ανάγνωσή του σε όσους φωνάζουν υστερικά για αποκαθήλωση του χαρίλαου κι άλλα τέτοια ηχηρά, χωρίς (;) να καταλαβαίνουν τι είναι στην πραγματικότητα αυτό που πρέπει να μπει στο στόχαστρο της κριτικής του δοκιμίου και να... αποκαθηλωθεί.

Φτάνοντας λοιπόν στο κατώφλι της νέας χρονιάς, πρέπει να ξέρουμε πως το ζητούμενο είναι να μη μείνουμε στα ευχολόγια, που κρύβουν όπως-όπως την απαισιόδοξη αίσθηση, πως κάθε πέρσι και καλύτερα. Να μη μείνουμε σε μια τυπική αλλαγή χρόνου, όπου αλλάζει απλώς ένα ψηφίο, αλλά να πάμε στην …πραγματική αλλαγή (με κατεύθυνση το σοσιαλισμό). Να αλλάξουμε τον ιστορικό χρόνο, το ρου των γεγονότων και της εποχής μας, που παραμένει αντικειμενικά από ιστορική άποψη, εποχή περάσματος στο σοσιαλισμό.


Αλλιώς ο χρόνος θα είναι σαν τους κρητικούς μανωλιούς (που όπως πληροφορήθηκα γιορτάζουν ανήμερα τα χριστούγεννα) και θα βάλει απλώς τα ρούχα του αλλιώς, ενώ εμάς θα μας πάρουν το σπίτι και τα εσώρουχα…

Σάββατο 15 Ιανουαρίου 2011

Η κραυγή

Κίνησα πρωί-πρωί για το διόνυσο, στην πεντέλη. Κρατούσα τα «Γράμματα» της ρόζας λούξεμπουργκ κι ήθελα να τα διαβάσω ψηλά στη μοναξιά, κάτου από τα πεύκα.


Γυάλιζε ο αέρας ακίνητος κι άστραφτε σαν ατσάλι. Απάνω του, σαν ξόμπλια σμαλτωμένα τα δέντρα, οι πεταλούδες, τα σπίτια των ανθρώπων. Η πεντέλη μπροστά μου, η μάνα με τον ανοιχτό πληγωμένο κόρφο, που είχε γεννήσει τους θεούς. Ζερβά μου ο πάρνης γαλάζιος και τραχύς. Μύριζε το θυμάρι, η αφάνα. Οι βελόνες των πεύκων διχαλωτές, έσταζαν στον ήλιο.

Στο διόνυσο βρήκα έναν παλιό μου φίλο. Είχα χρόνια να τον δω. Α! τους ηρωικούς αγώνες μας για τη δημοτική γλώσσα, τα μανιφέστα που ξαπολούσαμε, τις κρυφές μας συνεδρίες στα υπόγεια ενός μεγάλου σπιτιού, τους νέους που φέρναμε στα κατηχούμενα τούτα να τους φωτίσουμε, να πληθύνουμε, ν’ ανεβούμε από τα υπόγεια, να φωτίσουμε την ελλάδα.

Έπειτα σκορπίσαμε. Άλλοι παντρεύτηκαν, άλλοι βαρέθηκαν, άλλοι διορίστηκαν κι ησύχασαν. Όταν τους συναντώ στο δρόμο, κάνω πως δεν τους βλέπω από ευγένεια –φοβούμαι μήπως θυμηθούν και κοκκινίσουν. Μα σήμερα δε μπόρεσα να ξεφύγω. Μόλις πρόβαλα στο μικρό ξενοδοχείο του διονύσου, να ο φίλος μου με το μπαστούνι του, με το καπέλο γυριστό, να μην τον κάψει ο ήλιος, γλυκοκουβέντιαζε με πεντ’ έξι κοπέλες.
Πώς πάχυνε! Τα μάτια του ήταν πρησμένα, τα μάγουλά του κρέμουνταν, το πηγούνι του αναπαύονταν απάνου στο διπλό προγούλι.

-Πώς πάχυνες! του είπα.
-Ναι, πήρα τον κατήφορο. Στρώνω τραπέζι για τα σκουλήκια. Γεροντόπαχο. Δε σκοτίζομαι πια για τίποτα, δε μπορώ πια να αφομοιώσω καμιά καινούρια ιδέα. Είμαι ήσυχος.
Και σε λίγο πρόσθεσε:
-Άλλαξαν οι συνήθειές μου. Παντρεύτηκα βλέπεις. Δεν περπατώ πια, βαριέμαι. Αγαπώ τις απλές κουβέντες, τη μαστίχα και τα παιδιά μου.
Θέλησα να του θυμίσω τους αγώνες μας. Όλα τα θυμόταν ήσυχα, χωρίς θλίψη, χωρίς ντροπή.
-Κάμαμε ό,τι μπορούσαμε. Σήμερα οι νέοι άλλαξαν. Γίνηκαν επαναστάτες, δε σέβουνται.

Έφριξα. Μια στιγμή θάρρεψα πως άρχισε ο φίλος μου να αποσυντίθεται και να μυρίζει. Έφυγα. Άρχισα να ανεβαίνω το βουνό. Κουδούνια, πρόβατα ακούστηκαν, σα νερά που κατεβαίνουν. Το δάσος ευώδιαζε ρετσίνα, η θάλασσα άστραψε ξαφνικά, πνοή γλυκύτατη φύσηξε και δρόσισε τα μελίγγια μου.

Μα καθόλου δε θεράπευε πια την καρδιά μου όλη τούτη η ωραιότητα. Σαν παμπάλαιη μου φάνηκε Σειρήνα, που μάταια μάχουνταν να μας γοητέψει και να ξεχάσουμε το τραχύ, χωρίς γλύκα κι ωραιότητα σύγχρονο χρέος.
Ανέβαινα βιαστικός, κλεισμένος μέσα στην αγωνία μου. Σήμερα μια γυναίκα άσκημη, χλωμή, απελπισμένη, ανένδοτη, ήταν μαζί μου. Ως άγγιζε το χέρι μου το μικρό βιβλιαράκι της ρόζας λούξεμπουργκ, έφρισσα, σα να με άγγιζε το νευρικό, νεκρό της χέρι και με οδήγαε.

Μια μέρα την είχα δει σε μια μικρή γερμανική πολιτεία, πάνου σε ένα τραπέζι, να μιλάει σε χιλιάδες εργάτες και πεινασμένους. Ήταν αδύναμη, σα ραχητική, φορούσε ένα παλιό σάλι, έτρεμε από το κρύο κι έβηχε. Μα ποτέ δε θα ξεχάσω την κραυγή που τινάχτηκε από το ανεμικό της στόμα κι ανέβηκε στον ουρανό: ελευτερία, φως δικαιοσύνη. Να χαθούμε, όλοι αδέλφια, για να σώσουμε τη γης!

Πολλοί κλαίγαν, άλλοι βλαστημούσαν και φοβέριζαν. Οι καλοθρεμμένοι αστοί περνούσαν και σφύριζαν. Ήρθαν οι αστυφύλακες και την κατέβασαν από το τραπέζι και την πήραν στη φυλακή. Ποτέ δε θα ξεχάσω τη ματιά της προς τους αψηλούς, βάρβαρους στρατιώτες. Έλεος, αγανάχτηση και θλίψη. Σα να μετρούσε όσο σκοτάδι υπάρχει ακόμα, πόση σκλαβιά και τι αγώνας χρειάζεται!

Μιαν άλλη μέρα: είχε κηρυχτεί ο παγκόσμιος πόλεμος, τα γερμανικά σιδερόφραχτα στρατεύματα κίνησαν να δρασκελίσουν τα σύνορα και να μπουν στη ρωσία.
Άξαφνα μια χλωμή γυναίκα όρμησε, στάθηκε απάνου στα σύνορα κι άνοιξε τα δυο μικρά της αδύναμα χέρια να σταματήσει τους στρατούς που προχωρούσαν. Ήταν η ρόζα λούξεμπουργκ.
Τη φυλακίζουν. Από τη φυλακή της κοιτάζει τον ήλιο, τα πουλιά, τα σύννεφα, ακουμπισμένη στα κάγκελα. Ξαπλωμένος στην κορφή του βουνού διαβάζω τα γράμματά της στην αγαπημένη της φιλενάδα τη σόνια.

Κάποτε μου φαίνεται πως δεν είμαι ανθρώπινο πλάσμα, μα ένα πουλί ή ένα οποιοδήποτε ζώο, που πήρε ανθρώπινη μορφή. Περσότερο ταιριάζει στην ψυχή μου μια γωνίτσα περβόλι, ένα χωράφι και να ‘μια ξαπλωμένη στο χορτάρι, ανάμεσα στα έντομα, παρά να βρίσκομαι σε ένα συνέδριο σοσιαλιστικό. Σε σένα μπορώ να κάμω μια τέτοια εξομολόγηση γιατί βέβαια δε θα με φανταστείς εσύ πως προδίνω την ιδέα. Το ξέρεις πως με όλα αυτά, ελπίζω να πεθάνω στο μετερίζι μου: σε μια μάχη στα οδοφράγματα, ή μέσα στη φυλακή..

Γιομάτη επικίντυνα πλούτη κι αντινομίες ήταν η ψυχή της, όπως κάθε μεγάλη ψυχή. Και παρακάτου γράφει:
Τη στιγμή που σου γράφω ένας μεγάλος βάβουλος μπήκε στο κελί της φυλακής μου. Το γιομώνει με τη βαριά, σα βαρύτονου, φωνή του. Τι ωραίος που είναι, τι βαθύτατη χαρά ζωής αναπηδάει μέσα από το βούισμά του, το γιομάτο δύναμη, ζέστα καλοκαιριάτικη και μυρωδιές από τα λουλούδια!

Σονίτσα, γράφει μιαν άλλη μέρα, παραπονιέσαι με λόγια πικρά γιατί με κρατούν τόσον καιρό φυλακή και φωνάζεις: πώς είναι δυνατόν οι άνθρωποι να ορίζουν την τύχη άλλων ανθρώπων; Αγαπητό, μικρό μου πουλί, σε όλη την ιστορία ανθρώποι ορίζουν την τύχη άλλων ανθρώπων κι η αδικία τούτη, έχει βαθύτατα τις ρίζες της στις υλικές συνθήκες της ζωής.


Μονάχα η εξέλιξη, μέσα από αναρίθμητες σπασμωδικές κρίσεις, μπορεί να φέρει τη λύτρωση. Σήμερα ζούμε ένα από τα πιο τρικυμισμένα κεφάλαια της εξέλιξης αυτής και συ ρωτάς: προς τι όλα τούτα; Το ερώτημα τούτο δεν έχει νόημα όταν αγκαλιάσεις ολάκερο τον κύκλο της ζωής. Προς τι να υπάρχουν πουλιά στον κόσμο; Δεν ξέρω. Μα χαίρουμαι που υπάρχουν και γλυκύτατα παρηγοριέμαι, γρικώντας ξαφνικά ένα βιαστικό τσι-τσι-μπε να μου έρχεται μακριάθε, απάνου από τον τοίχο.

Άλλωστε υπερτιμάς τη γαλήνη μου. Δυστυχώς η εσωτερική μου ισορροπία και μακαριότητα ταράζεται κι από τον πιο ανάλαφρο ίσκιο που περνάει ποπάνω μου κι υποφέρω τότε αδήγητο μαρτύριο. Μα τις στιγμές αυτές μου είναι αδύνατο να προφέρω λέξη.


Σε ένα άλλο γράμμα της, περιγράφει με πόνο τα βουβάλια που σέρνουν μεγάλα κάρα και κουβαλούν στις φυλακές τα αιματωμένα ρούχα από τον πόλεμο. Ένας στρατιώτης τα χτυπούσε και τα χάραζε, έως το αίμα, τη ράχη τους:
Την ώρα που ξεφόρτωναν τα κάρα, τα βουβάλια έμεναν ακίνητα, εξαντλημένα και το ένα, εκείνο που έτρεχε αίμα, κοίταζε θλιμμένο, ίσα μπροστά του. όλη του η μορφή και τα μεγάλα του μαύρα μάτια, τα τόσο γλυκά, είχαν την έκφραση παιδιού που τιμωρήθηκε σκληρά χωρίς να ξέρει την αιτία. Έκλαψε πολύ και δεν ξέρει πια πώς να γλιτώσει από το μαρτύριο κι από την κτηνώδη βία.

Στεκόμουνα μπροστά στο κάρο και το πληγωμένο ζώο με κοίταζε. Τα δάκρυα τινάχτηκαν από τα μάτια μου. Ήσαν τα δάκρυά του. Ω δύστυχο βουβάλι μου, αγαπημένη φτωχέ αδερφέ μου, είμαστε κι οι δυο ανυπεράσπιστοι και βουβοί, ενωμένοι κι οι δυο στον πόνο, στην ανημποριά και στη λαχτάρα!


Θάμα είναι η ευαισθησία τούτη της καρδιάς σε μια γυναίκα με τόση οξύτατη λογική και διαλεκτική δεινότητα και σοφία. Κι ακόμα περισσότερο η ρόζα λούξεμπουργκ είχε και την Τρίτη ανώτατη αρετή: δεν ήταν μονάχα λεπτότατα παθαινόμενη καρδιά, δεν ήταν μονάχα ανυπέρβλητα λαγαρός θεωρητικός νους –μα ήταν και μια ζωή γιομάτη πράξη: αμείλιχτος πολεμιστής, έτρεχε από πόλη σε πόλη, μιλούσε στις πλατείες, στα καφενεία, στα εργοστάσια, πήγαινε μπροστά από τους εργάτες σε συλλαλητήρια κι απεργίες.

Σονίτσα, σονίτσα, κράτα ό,τι κι αν γίνει, τη γαλήνη σου και την ηρεμία. Τέτοια είναι η ζωή και πρέπει να την παίρνεις όπως είναι, με γενναιότητα με όρθιο το κεφάλι και με χαμόγελο στα χείλη, μπροστά και ενάντια στα πάντα!

Και στο τελευταίο της γράμμα, λίγο πριν τη σκοτώσουν:

Η ψυχή μου βρίσκεται σε τέτοιο πυρετό, που είναι αδύνατο να δέχουμαι πια τους φίλους μου και να νιώθω πως μας επιβλέπουν οι φύλακες. Το βάσταξα με υπομονή όλα τούτα τα χρόνια κι αν ήταν άλλοι καιροί, θα ‘κανα ακόμα υπομονή. Μα τώρα που όλα συθέμελα άλλαξαν, δεν το ανέχομαι πια. Να με επιβλέπουν την ώρα που μιλώ και να μη με αφήνουν να προφέρω λέξη για ό,τι βαθύτατα με ενδιαφέρει, μου κατήντησε τόσο μαρτύριο, που προτιμώ να στερηθώ κάθε επίσκεψη, ωσότου να μπορέσουμε να ισωθούμε σαν ελεύτεροι άνθρωποι.

Σε λίγο καιρό, το γενάρη του 1919, τη σκότωσαν!
Αχ! Πως ανέβηκε ξαφνικά, μέσα στην πεντέλη, η κραυγή: -Βοήθεια!
Δεν ήταν μια γυναίκα που φώναζε –ήταν η κραυγή, η σημερινή, ολάκερης της γης.

Κατέβαινα το βουνό ταραγμένος. Τα δάκρυα είχαν τιναχτεί από τα μάτια μου. Πώς όταν είδα τη γυναίκα τούτη στη μακρινή πολιτεία να φωνάζει απάνω στο τραπέζι, μικρή, αδύναμη κι άσκημη, πώς να μη χυθώ να σφίξω το χέρι της και να πάω μαζί της! Μα θυμούμαι, περιάχτηκεα κι απόστρεψα το πρόσωπό μου. Ένας γιατρός, που ήταν μαζί μου είπε: θα είναι υστερική, θα την πάντρευα να ησυχάσει. Κι εγώ γέλασα θυμούμαι.

Φρίσσω λογαριάζοντας σήμερα πόσο κτήνος μπορεί να ‘ναι ο άνθρωπος χωρίς να το νιώθει. Ποτέ στη ζωή μου δεν είχα ξεπέσει τόσο, μεγαλύτερη αμαρτία δεν έκαμα. Και τώρα τα δάκρυα ανεβαίνουν, μια καρδιά χτυπάει και γιομίζει με αντίλαλο την ερημιά, η ζωή ανασηκώνεται όλη απάνου στους αδύναμους, καμπουριασμένους ώμους της χλωμής τούτης μεγαλομάρτυρης αδελφής.

Έφυγε η κραυγή από το στήθος της, λευτερώθηκε από το εφήμερο κορμί της και δουλεύει, φωνάζοντας πολεμικά μέσα στα στήθη των ανθρώπων.
Τέτοια η κραυγή τη λευτεριάς. Έκαμε χρόνια να φτάσει και να χτυπήσει την ψυχή μου. Άλλες ψυχές, πιο χαμηλά, πιο πέρα, ακόμα δεν τη γρίκησαν. Βλέπουν μια γυναίκα να ανοίγει τα στόμα της, να σηκώνει τα χέρια απάνου σε ένα τραπέζι, μα δεν ακούν τι λέει: ύστερα από πέντε, δέκα χρόνια, θα ακούσουν. Κι η ψυχή τους θα τιναχτεί κραυγάζοντας.
Η κραυγή της ρόζας λούξεμπουργκ σκίζει τα σωθικά μας:
-Βοήθεια!

Ο αέρας άλλαξε, αναπνέει μιαν άνοιξη βαριά, γιομάτη θειάφι. Ποιος φώναξε; Εμείς φωνάζουμε, οι αδικημένοι άνθρωποι! Κι ύστερα σιωπή. Ξεχνούμε από τεμπελιά, από συνήθεια, από φόβο. Μα ξάφνου πάλι η κραυγή σκίζει τα σωθικά μας. Γιατί δεν είναι απόξω, δεν είναι μακριά, δεν έρχεται, για να μπορούμε να ξεφύγουμε –μέσα στην καρδιά κάθεται η κραυγή και φωνάζει.

Ανήλεη, αυστηρή είναι η στιγμή που περνούμε. Δε στρέφουμε πια το πρόσωπό μας στον ουρανό, ζητώντας βοήθεια. Ξέρουμε, ουρανός και γης είναι ένα. Ο νους, ας είναι ο ποιητής ουρανού και γης. Αυτός ανέλαβε όλη την ευθύνη του χαμού ή της σωτηρίας. Ο νους μας είναι σαν το «μικρό σκορπιό» μιας αφρικάνικης παράδοσης, που αν την ήξερε, πολύ θα την αγαπούσε η ρόζα λούξεμπουργκ.

Ο μικρός σκορπιός είπε:
-Εγώ, ο μικρός σκορπιός ποτέ δε θα επικαλεστώ το όνομα του θεού. Εγώ, ο μικρός σκορπιός, όταν θέλω να κάμω τίποτα, θα το κάμω με την ουρά μου!

Νίκος Καζαντζάκης

Από τον πρόλογο στην ελληνική έκδοση της μπροσούρας της λούξεμπουργκ σοσιαλισμός και δημοκρατία, εκδόσεις κοροντζή. Με αφορμή τη σημερινή επέτειο της δολοφονίας της ρόζας από τους σοσιαλφασίστες.

Η κε του μπλοκ ετοιμάζει κι ένα μικρό σημείωμα για το θεωρητικό κομμάτι της μπροσούρας και τη διαφωνία της ρόζας με το βλαδίμηρο στο οργανωτικό ζήτημα και το κόμμα νέου τύπου.