Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα πολυτεχνείο. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα πολυτεχνείο. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 16 Νοεμβρίου 2025

Σχεδόν πενήντα χρόνια μετά...

Φέτος η εξέγερση γίνεται 52 Μαΐων, αλλά όσοι είναι-νιώθουν παιδιά της μετράνε τον χρόνο με Νοέμβρηδες. Ιδίως την πολιτική μας ζωή, που ταυτίζεται πάνω-κάτω με την ενήλικη, και σε βοηθά να καταπολεμάς τα γηρατειά και την κατάθλιψη, δηλαδή την απαισιοδοξία ότι δεν αλλάζει τίποτα. Και έτσι μπορείς να λες ακόμα -και να το εννοείς- «παιδιά» τους 70άρηδες που κλείστηκαν τότε στο Πολυτεχνείο και έγιναν σπίθα, που έκανε τα σκοτάδια λάμψη.


Και δεν είναι απλά πως ερωτεύτηκες εμμονικά μια χρονολογία, σαν τον (ζώντα) Νιόνιο, που ξέμεινε από νιονιό και αγάπησε-παντρεύτηκε όψιμα την εξουσία, για να πέσει στον βούρκο με τις αυταπάτες και να γυρίσει πίσω να ξεπλυθεί στην κολυμβήθρα και την πολιτική μας μήτρα. Στην τελική υπάρχουν και άλλες χρονολογίες -ή δεκαετίες ολόκληρες- πολύ (πιο) σημαντικές, γεμάτες έρωτα και επανάσταση. Λίγες επετείους, όμως, σημαδεύεις κάθε χρόνο στο καλεντάρι, γιατί σε σημάδεψαν όπως αυτή. Άσε που πέφτει μαζί με τα γενέθλια του τιμημένου (της μήτρας που λέγαμε) -διπλή γιορτή της κομμουνιστικής ορθοδοξίας.

-Εμπρός για της γενιάς μας τα Πολυτεχνεία, ακούς να φωνάζουν σήμερα. Ίσως λίγο μηχανικά, σα να μην είναι και τόσο σίγουροι. Κι αν γινόταν σήμερα, κάπως αντιδιαλεκτικά, ένα Πολυτεχνείο, στο δοσμένο πλαίσιο (εδώ και τώρα), μπορεί κάποια πράγματα να μας ξένιζαν.

Η ενότητα-χυλός (των «δημοκρατικών δυνάμεων»). Κάποια χλιαρά συνθήματα, χωρίς προοπτική. Η εξάρτηση, τα στάδια, η λαϊκή κυριαρχία ως προϋπόθεση της εθνικής ανεξαρτησίας, ως προϋπόθεσης της αλλαγής, που θα ετοιμάσει το έδαφος για ένα επαναστατικό άλμα, που θα έχει αντικατασταθεί από μικρά βηματάκια (προς τα πίσω). Οι εκκλήσεις στον Κανελλόπουλο, τον Μαύρο και στα χρεοκοπημένα κόμματα της αστικής τάξης. Η ειρηνική συνύπαρξη με τους αναθεωρητές, που έψαχναν χαραμάδες νόμιμης δράσης, νομιμοποιώντας από το παράθυρο τη «φιλελευθεροποίηση» της χούντας. Το τυχαίο που αντιστοιχεί στο τυφλό αυθόρμητο. Το μερικό χυμαδιό -μες στο δημιουργικό "χάος"- και κάποιοι προβοκάτορες -που δεν ήταν 300 οργανωμένοι, αλλά ήταν υπαρκτοί και έκοβαν κίνηση. Το στρατηγικό έλλειμμα, η απουσία τακτικού σχεδίου για την επόμενη μέρα -που έφερε (το πιο) βαθύ σκοτάδι και τσακισμένες αντιδράσεις.
Ότι πηγαίναμε ειρηνικά στη σφαγή, με τον σταυρό της ελληνικής σημαίας στο χέρι και τον εθνικό ύμνο στο στόμα. Ότι αυτοί που κατέβηκαν μαζικά, αύριο θα κρύβονταν πάλι πίσω από τον φόβο τους και το ψαράκι της γυάλας. Οι τοπικοί σύλλογοι -που σήμερα μπορεί να φαίνονται γραφικοί-αναχρονιστικοί, σαν τα κυπριακά τραπεζάκια στη Λέσχη του ΑΠΘ. Η φλυαρία και οι ατέρμονες συνελεύσεις που φαντασιώνονταν πως γίνονταν σοβιέτ. Οι σπασμωδικές αντιδράσεις -από τη χρόνια ακινησία-, οι αυταπάτες και οι αντιφάσεις. Η έλλειψη ενός πιο καθαρού στίγματος μες στην πανσπερμία.

Όλα αυτά, όμως, είναι μικρά παρακλάδια ενός δέντρου που μας τρέφει ακόμα, δεντράκια που δεν μπορούν να κρύψουν το δάσος. Κι εμείς ζούμε για την ώρα και τη στιγμή που «όπου ήταν δάσος, θα ξαναγίνει δάσος». Όλοι εμείς οι ακριβοί στα πίτουρα, οι ινστρούκτορες του τίποτα, οι κατά φαντασίαν κομμουνάροι, που στραβοκοιτάμε στα δόντια την εποχή που μας έλαχε -αντικειμενικά εποχή περάσματος στον σοσιαλισμό, άλλο αν στενέψαν τα περάσματα και δε βγήκαν (σωστά) συμπεράσματα, από όλους.

Αν μπορούσαμε να ζητήσουμε κάτι, αν ο Άγιος Βασίλης ήταν σύντροφος με κόκκινη στολή (της περιφρούρησης), αν μπορούσαμε να παραγγείλουμε τα γεγονότα και τις εξεγέρσεις, να διαλέξουμε από τον μπουφέ της ιστορίας, να καθορίσουμε μεταφυσικά (δηλαδή αντιδιαλεκτικά) τον ιστορικό χρόνο, τα σημεία και τις μορφές της πύκνωσής του, αυτό που θα ζητούσαμε θα ήταν κάτι τέτοιο: της γενιάς μας το Πολυτεχνείο...

Μια στιγμή που όλα μοιάζουν δυνατά και όλα είναι πολιτικά. Μια στιγμή που μετράει για μήνες και μας καθορίζει για δεκαετίες, που η συγκέντρωση ανάβει και όλα είναι συνειδητά, που τα τραγούδια σου δίνουν την εντύπωση ότι μπορούν όντως να αλλάξουν τον κόσμο και κάθε νότα φέρνει ανατριχίλα και μικροσεισμούς -σαν προαναγγελία αυτών που έμελλαν να έρθουν, αλλά κόλλησαν στην κίνηση και την ακινησία του υποκειμένου. Που όλος ο κόσμος είναι στον δρόμο (εκεί που αλλάζει μυαλά και τη μοίρα του), που οι συνελεύσεις δεν τελειώνουν ποτέ και περιμένεις να καταλήξουν στο διάταγμα για τη γη και την ειρήνη. Μια στιγμή που δεν περνά, ούτε χάνεται, αλλά αφήνει αποτύπωμα στον τρόπο που ζούμε και σκεφτόμαστε. Όπου κάθε μπλοκ μοιάζει με στρατό της επανάστασης, κάθε οδόφραγμα ραντεβού με την ιστορία και κάθε κίνηση με έφοδο στον ουρανό και τα κατάστιχα της Ιστορίας (με γιώτα κεφαλαίο, μακριά από την προϊστορία της ταξική εξουσίας του κεφαλαίου), σα να χτυπάς την πόρτα της ή να μπορείς να την αγγίξεις, πηχτή στον αέρα.

Μια στιγμή όπου όλοι είναι στον δρόμο. Όλα είναι δρόμος. Ο δρόμος γράφει τη δική του ιστορία, στον τοίχο με μπογιά, στη ζωή με το αίμα μας, που κυλά ζεστό -σαν τον τροχό της Ιστορίας-, ζητά εκδίκηση για τα όνειρά μας, τις ματαιώσεις τόσων χρόνων, τις φορές που ο βράχος έμεινε στα μισά και (κατρα)κύλησε πίσω, πλακώνοντας οράματα, προοπτικές και αφήνοντας φυλακισμένη στον βυθό την ελπίδα.

Θα δίναμε τη (μίζερη) ζωή μας, για να ζήσουμε μια τέτοια στιγμή, κάτι δυνατό, πραγματικό -με όλες τις αντιφάσεις του, που το κάνουν να είναι τέτοιο. Το ξύπνημα, το ξέσπασμα, το ποτάμι που βγαίνει στους δρόμους και παρασέρνει τα πάντα στο διάβα του, το συνειδητό να παντρεύεται το αυθόρμητο (και καλούς απογόνους!), τις ιδέες να κατακτούν το πλήθος και να γίνονται υλική δύναμη. Τη μέρα εκείνη (δε θα αργήσει) που μετρά σαν μήνα και μια ζωή ολόκληρη, να είμαστε δρώντες μάρτυρες (το αυτόπτες δε φτάνει σε κανέναν) του ρεπορτάζ ενός καυτού Νοέμβρη, που μας ζεσταίνει ακόμα την ψυχή στη βαρυχειμωνιά της αντίδρασης και φωτίζει το μονοπάτι που πρέπει να πάρουμε.

Μια «στιγμή» της ιστορίας, που δικαιολογεί κάθε χρόνο λίγο έλλογο συναίσθημα. Που συγκινεί γιατί κινεί (τις μάζες) και εμπνέει ακόμα, γιατί έδειξε πως μπορούμε να κάνουμε τα πράγματα να συμβούν. Που δεν γκρέμισε τη χούντα, αλλά τον στόχο της να μακροημερεύσει μεταμφιεσμένη. Και υποχρέωσε σε αναδίπλωση τη δικτατορία του κεφαλαίου, που καμάρωνε στην ανάμνηση της «καλύτερης δημοκρατίας που είχαμε ποτέ», πριν νιώσει αρκετά δυνατή για να ρίξει στο πυρ το εξώτερον την εποχή της Μεταπολίτευσης και της φορτώσει όλα τα δικά της κρίματα.

Για όλα αυτά -και όλους τους λόγους του κόσμου- τη μισούν όσοι την φοβούνται και τη νοσταλγούν ακόμα και όσοι δεν την έζησαν. Και όταν νοσταλγούν προκαταβολικά τις εικόνες από το μέλλον τους, ξέρουν πως θα ξεκινήσει κάπως έτσι.

Παρασκευή 29 Νοεμβρίου 2024

Τα πράγματα είναι (;) απλά

Αν το Πολυτεχνείο ήταν απλώς ο ετεροχρονισμένος αντίκτυπος του Παρισινού Μάη στην απομονωμένη βαλκανική μας επαρχία που «δεν έχει περάσει Διαφωτισμό», θα του είχαν πάρει προ πολλού τα μέτρα για να το φέρουν στα δικά τους και θα το είχαν εντάξει στο κυρίαρχο αφήγημα. (Όσοι ενδιαφέρονται πάντως για το πολιτιστικό αποτύπωμα της Μεταπολίτευσης, προλαβαίνουν να επισκεφτούν μια σχετική έκθεση στο Νιάρχος, που πιάνει και το κομμάτι της λαϊκής κουλτούρας -εκδοτική άνοιξη, δισκογραφία, περιοδικά, κόμικ, φεμινιστικά έντυπα κτλ. Κάντε μια αφαίρεση από το αποστειρωμένο περιβάλλον του ιδρύματος και δε θα χάσετε τον χρόνο σας).


Αν το Πολυτεχνείο ήταν ο θεμέλιος ιδρυτικός λίθος της «καλύτερης δημοκρατίας που είχαμε ποτέ» -φαντάσου δηλαδή πώς ήταν οι χειρότερες-, θα το τιμούσαν ακόμα ως τέτοιο, δηλαδή ως λίθο και όχι ως «μύθο», που του φορούσαν τα πρώτα χρόνια φωτοστέφανο για να του αφαιρέσουν κάθε ζωντανό περιεχόμενο, πριν ρίξουν μαύρο λίθο πίσω τους για να το ξεχάσουν και να το καταργήσουν σιωπηλά (πολύ θα ήθελαν). Κι αν ο τριήμερος εορτασμός του τους ενοχλεί τόσο, δεν είναι (μόνο) γιατί το θεωρούν θλιβερή ανάμνηση και κατάλοιπο της μακαρίτισσας αριστερής ιδεολογικής ηγεμονίας. Τους ενοχλεί γιατί δεν είναι ένα απλό μνημόσυνο, με επικήδειους και παξιμαδάκια, ένα κεφάλαιο που έκλεισε οριστικά και μπήκε στο χρονοντούλαπο, δίπλα στα σεμεδάκια της γιαγιάς. Τους ενοχλεί γιατί είναι η μόνη αντιιμπεριαλιστική πορεία στον πολιτισμένο σάπιο κόσμο της εκμετάλλευσης που γίνεται ανελλιπώς κάθε χρόνο και καταλήγει με διαδήλωση έξω από την πρεσβεία, καταγγέλλοντας τον -διαχρονικό- ρόλο της υπερδύναμης κι υπενθυμίζοντας πως στη ζωή η μόνη υπερδύναμη είναι οι λαοί.

Τα πράγματα είναι απλά, σε τελευταία ανάλυση, δηλαδή ταξική, για όσους δεν ξέχασαν να σκέφτονται έτσι κι αγωνίζονται να γίνουν οι κοινωνικά έσχατοι πρώτοι, δηλαδή εξουσία, και όχι να καταργήσουν την πάλη των τάξεων -προτού γίνουν οι έσχατοι πρώτοι. Αλλά δεν ήταν/ είναι πάντα τόσο απλά. Ακόμα και η περίφημη ιδεολογική ηγεμονία στα χρόνια του μεταπολιτευτικού ριζοσπαστισμού ήταν κάπως σχετική -και πάντως όχι δεδομένη.

Στα χρόνια της σοσιαλ-μυθο-μανίας για παράδειγμα, ο... ευρωπαϊστής Καραμανλής λάνσαρε το σχήμα του «αριστεροχουντισμού» -πρόδρομος της θεωρίας των δύο άκρων, ενώ η κυβέρνησή του αρνούνταν να αναγνωρίσει την Εαμική αντίσταση και προστάτευε τα «σταγονίδια» στον στρατό και τα σώματα ασφαλείας -και όταν λέμε ισόβια, εννοούμε ιδιότυπη ασυλία και στιγμιαίο αδίκημα, σαν του Πασχάλη Αρβανιτίδη. Μη με μαρτυρήσεις, μη...

Η Ελλάδα ετοιμαζόταν να μπει στον λάκκο των λεόντων της ΕΟΚ -όχι όμως για να κάνει τον χριστιανό μάρτυρα- και στο στρατιωτικό σκέλος του ΝΑΤΟ, έξι μόλις χρόνια μετά το έγκλημα στην Κύπρο. Οι νοσταλγοί της χούντας κατέγραφαν 7% στις εκλογές του ’77 κι έβαζαν ανενόχλητοι βόμβες σε σινεμά που πρόβαλαν σοβιετικές ταινίες. Αλλά η βία στη χώρα μας είχε πάντα αριστερή προέλευση, όπως απεφάνθη κι ένα πολιτικά εξόριστο βρέφος της εποχής, που όταν μεγάλωνε θα έμπαινε στη δουλειά του πατέρα του και θα γινόταν πρωθυπουργός.

Το κράτος σκότωνε εν ψυχρώ Κουμή και Κανελλοπούλου, χωρίς να αναζητά καν ενόχους ως αποδιοπομπαίους τράγους, ενώ ακριβώς το ίδιο έκανε και με τον ιδιότυπο γιατρό Βασίλη Τσιρώνη, που έχασε όλως τυχαία τη ζωή του μετά από μια αστυνομική επέμβαση στην οικία του -σαν τον «τυχαίο θάνατο ενός αναρχικού» κι ας ήταν απλώς αστός δημοκράτης ο Τσιρώνης, που κηρύχθηκε επισήμως «αυτόχειρας» από τις αρχές. Πώς δε σκέφτηκαν να κάνουν το ίδιο και για τα θύματα του Πολυτεχνείου.

Η αστυνομία σκότωνε τον αντιστασιακό Τάσο Μαγλαρίδη -εμποδίζοντας τους αντιστασιακούς να παρελάσουν- ενώ οι μπράβοι της εργοδοσίας είχαν ένα «ατύχημα» που σκότωσε τη Σωτηρία Βασιλακοπούλου, έξω από τις πύλες εργοστασίου, χωρίς να φοβούνται τις συνέπειες -και που λες Σωτηρία, σωτηρία και δικαιοσύνη δε βρήκαμε. Η δικτατορία του κεφαλαίου είχε συνέχεια, αλλά η πάλη των τάξεων τερματιζόταν δια νόμου και δια στόματος του υπουργού Λάσκαρη.

Εν κατακλείδι, τα «καλύτερά μας χρόνια» -όπως καταγράφηκαν στη συλλογική μνήμη του κινήματος και στην κυριαρχία του πολιτικού, στρατευμένου τραγουδιού- ήταν στην πραγματικότητα λίγο μουντά και γκρίζα, με αρκετές χακί και κατάμαυρες αποχρώσεις. Κι όμως, αυτόν τον Καραμανλή, της... δημοκρατικής επταετίας, αποτίμησαν ως διαφορετικό, αλλαγμένο, σχεδόν προοδευτικό, με θετικό έργο και όραμα, όχι μόνο αστοί ιστορικοί -που απέτιναν φόρο τιμής στον ηγέτη της τάξης τους- αλλά και οι διανοούμενοι της αριστεράς του σαλονιού, που είχε υπερψηφίσει την ένταξη στην ΕΟΚ, πολύ πριν το τρίτο μνημόνιο -που ήρθε ως φυσική συνέπεια.

Διάβαζα τις προάλλες ένα μικρό αφιέρωμα στην πορεία του Πολυτεχνείου το 1980, με την κυβερνητική απαγόρευση να φτάσει η πορεία στην αμερικάνικη πρεσβεία, τα επεισόδια και τις δύο κρατικές δολοφονίες διαδηλωτών, που ήταν έγκλημα χωρίς τιμωρία. Το αφιέρωμα είναι γραμμένο από σαφώς μη δική μας σκοπιά, από ένα παλιό μέλος της Β’ Πανελλαδικής, αλλά έχει ενδιαφέρον για τα στοιχεία που δίνει -πχ για τη συζήτηση στη Βουλή και την πολιτική στάση κάθε κόμματος.

Η ΝΔ προχωρούσε στον ωμό συμψηφισμό των επεισοδίων και των δολοφονιών, θεωρώντας πιο σημαντικές τις σπασμένες βιτρίνες από τις χαμένες ανθρώπινες ζωές. Ο Ράλλης έλεγε πως ακόμα και ο Μιχαήλ Άγγελος κρατούσε ρομφαία... Η Ένωση Κέντρου, με το βραχύβιο καλτ αρκτικόλεξο «ΠΑΡΚΕ» έλεγε πως η πρεσβεία είναι χώρος ιερός -όπως λέμε σήμερα «Ιερά Συμμαχία»! Ο Ζίγδης της ΕΔΗΚ έλεγε πολύ σωστά πως τα ΜΑΤ είναι Σώμα Ες-Ες για τους Χίτλερ και τους Μουσολίνι! Κι αν σήμερα αυτά μας ηχούν κάπως παράξενα, ιδίως από τα χείλη ενός μετριοπαθούς κεντρώου, δε φταίει η αριστερή ιδεολογική ηγεμονία της εποχής, αλλά η καταθλιπτική κυριαρχία της αστικής προπαγάνδας στη δική μας εποχή, λες και είναι αυτονόητη η δολοφονική, αποκτηνωμένη δράση ενός στρατιωτικού κατ’ ουσίαν σώματος με αστυνομικές στολές.

Ο Ανδρέας ορμήνευε την κυβέρνηση πως έπρεπε να αφήσει την πορεία να προχωρήσει -μετά τα Λουλουδάδικα- για να εκτονωθεί, συμπυκνώνοντας σε έναν έξοχο συμβολισμό την ουσία της πολιτικής του που θα ενσωμάτωνε την αμφισβήτηση και θα κατάπινε το αριστερ(ιστ)οχώρι. Το «εσωτερικού» πατούσε κλασικά σε δύο βάρκες, δίνοντας από τη μία διαπιστευτήρια για τη νομιμότητά του και επιχειρώντας από την άλλη να χαϊδέψει τα αυτιά αριστεριστών, αναρχικών και μπαχαλάκηδων -που δεν ήταν ακόμα καπουτσίνοι, ούτε σχηματισμένη ομάδα. Και ο Ριζοσπάστης σημείωσε σωστά πως αυτοί οι αγωνιστικοί θεατρινισμοί δεν ξεπλένουν τις ερωτοτροπίες του χώρου με την χουντοκυβέρνηση Μαρκεζίνη.


Ο Φλωράκης στη Βουλή κατήγγειλε την προβοκάτσια κατά του κινήματος και επαναλάμβανε τη φράση του ότι «αριστερά της αριστεράς βρίσκεται η Δεξιά» -αν και κατά μια άλλη ανάγνωση, ο αριστερισμός είναι η τιμωρία του κόμματος για τα δεξιά του λάθη. Και η ΚΝΕ συναίνεσε στην αλλαγή της απόφασης της ΕΦΕΕ -που αρχικά είχε κάλεσμα για πορεία ως την πρεσβεία.

Τα πράγματα -ποτέ- δεν είναι απλά.

Είναι δύσκολο να καταλάβει κανείς το πολιτικό σκεπτικό αυτής της απόφασης. Είναι φαιδρή η κατηγορία πως το ΚΚΕ τα είχε κάνει πλακάκια με το αστικό κράτος, ενώ μετρούσε μέχρι και νεκρούς στο πεδίο των ταξικών αγώνων. Είναι προς διερεύνηση κατά πόσο επηρέαζε η στρατηγική του -και ορισμένα προβληματικά στοιχεία της, όπως το «άθροισμα των δημοκρατικών δυνάμεων»- τέτοιες επιμέρους επιλογές. Είναι αυτονόητο πως σήμερα θα αντιμετώπιζε διαφορετικά μια αντίστοιχη περίπτωση. Κι είναι γνωστό -ίσως όχι ευρύτερα αλλά στους παροικούντες του κινήματος- ότι στο πιο πρόσφατο παρελθόν έσπασε στην πράξη τέτοιες απαγορεύσεις -στην επίσκεψη Κλίντον, στην πανδημία ή σε ένα αστυνομικό μπλόκο για την ισραηλινή πρεσβεία- όχι μόνο για τα δικά του μπλοκ αλλά για το σύνολο της πορείας.

 Κι αν δεν αγαπούσα τα λάθη μου...

Λέγαμε όμως για ιδεολογική ηγεμονία, που παρά τις όποιες αντιφάσεις ή παλινωδίες, ήταν υπαρκτή και αποτυπωνόταν για πολλά χρόνια στα συνθήματα του Πολυτεχνείου, τον έντονο αντι-ιμπεριαλιστικό χαρακτήρα της πορείας ή τα (συντριπτικά πλειοψηφικά) αντιαμερικάνικα αντανακλαστικά του ελληνικού λαού.

Τι έχει μείνει σήμερα από όλα αυτά;

Το ΠΑΣΟΚ -ο πιο αντιπροσωπευτικός πολιτικός εκπρόσωπος της ανόδου και του τέλους της Μεταπολίτευσης- εξακολουθεί να πιπιλά τις αρχές της 3ης Σεπτέμβρη, αλλά αυτό είναι πιο πολύ για να φωνάζουν συνθήματα στη Νεολαία. Σχεδόν καμία δύναμη δε μιλάει σήμερα για το σχήμα όπου η εθνική ανεξαρτησία είναι βασική προϋπόθεση της λαϊκής κυριαρχίας, που είναι προαπαιτούμενο για την Αλλαγή, τη Λαοκρατία κοκ. Κι αυτό συμβαίνει είτε γιατί κάποιες δυνάμεις εγκατέλειψαν απροκάλυπτα τις αρχές τους, είτε γιατί μετεξέλιξαν τις θέσεις - επεξεργασίες τους. Ακόμα και στο εξωκοινοβούλιο πχ ηγεμονεύουν πλέον δυνάμεις της λεγόμενης «νέας Αριστεράς» -και δεν εννοώ προφανώς τη ΝεΑΡ- που έχουν διαφορετικές θεωρητικές αντιλήψεις - καταβολές από το κυρίαρχο τότε σχήμα της εξάρτησης. Κι αυτό δε σημαίνει απαραίτητα ότι πρόδωσαν ή εγκατέλειψαν το πνεύμα του Πολυτεχνείου.

Το «Ψωμί-Παιδεία-Ελευθερία» είναι καθ’ όλα επίκαιρο, αλλά θεωρήθηκε ξεπερασμένο, λες και έχουμε χορτάσει χρήματα, μόρφωση και δικαιώματα στο ενδιάμεσο. Παρόλα αυτά, αρκετοί επαναλαμβάνουν το σύνθημα (Ψ-Π-Ε) με τον ίδιο γενικό κι ανέξοδο τρόπο που λένε και τψρμ. Αλλά όταν φτάνουμε στα συνθήματα που ήταν γραμμένα στην Πύλη το ’73, χάνουν τη λαλιά τους κι αρχίζουν τις αφίσες με την ταράτσα της Νομικής, για να μην εκτεθούν.

Αν ήταν στο χέρι τους, η πορεία του Πολυτεχνείου θα σταματούσε στη Βουλή, στο Χίλτον (Αλέξης) ή στο Μαξίμου (Στέφανος) για να μη θιγεί η σύγχρονη Ιερά Συμμαχία με τους σατανικά καλούς φίλους μας -οι Αμερικάνοι είναι φίλοι μας. Κι ο Κλίντον δε θα είχε κανένα λόγο να απολογηθεί δημόσια το ’99 για τη χούντα -ίσως του ζητούσαμε και συγνώμη που ταπεινώθηκε και υποχρεώθηκε να μας ζητήσει αυτός συγνώμη. Μεταξύ φίλων τώρα...

Κι αν η πρεσβεία -που ενίοτε αρνούνται να την αναφέρουν καν στις ανακοινώσεις τους για το Πολυτεχνείο- πανηγυρίζει ανοιχτά γιατί σήμερα οι σχέσεις των δύο κρατών βρίσκονται στο καλύτερο ιστορικά σημείο τους, εννοώντας ότι έχει υποχωρήσει στην ελληνική κοινωνία το αντι-αμερικάνικο αντι-ιμπεριαλιστικό αίσθημα, αυτό εν πολλοίς το πιστώνεται η κυβερνώσα Κεντροαριστερά, ως καλή υπηρέτρια του μεγάλου αφεντικού, με τη διαλυτική της δράση και τον μαζικό εκμαυλισμό συνειδήσεων.

Τα πράγματα είναι απλά και συνοψίζονται στο περίφημο «πλην Λακεδαιμονίων», που είχε διατυπώσει σοφά ο Νέστωρας Λεωνίδας της οπορτουνιστικής αριστεράς, σε μια άλλη περίσταση.

Αλλά αν οι Λακεδαιμόνιοι του ΚΚΕ είναι σήμερα η βασική δύναμη που κρατά ψηλά τη σημαία του αγώνα ενάντια στον ιμπεριαλισμό, υπάρχει ωστόσο ένας αντίλογος που ισχυρίζεται ότι στην πράξη την υποστέλλει. Ότι (το ΚΚΕ) δεν ανοίγει μέτωπο στον ευρωνατοϊκό ιμπεριαλισμό και τον τσουβαλιάζει με τους αντιπάλους του (πχ τη Ρωσία). Ή -για να μείνουμε στα του Πολυτεχνείου- ότι δε χαρακτηρίζει πια αμερικανοκίνητη τη χούντα των συνταγματαρχών (όταν τονίζει τους εσωτερικούς παράγοντες που οδήγησαν στο πραξικόπημα) και ότι στην πρόσφατη απεργία το σύνθημα του ΠΑΜΕ «έξω η Ελλάδα από του πολέμου τα σφαγεία» δεν κατονόμαζε συγκεκριμένα τους σφαγείς -πχ «Βούλγαροι - Σφαγεία», που έλεγε και το παλιό ανέκδοτο για τους παλιούς τερματικούς σταθμούς του θρυλικού αστικού 31 στη ΛΔ του Βορρά.

Το πιο αστείο -και από την ουσία των κατηγοριών- είναι ότι αυτοί που τις εκτοξεύουν είναι συχνά άτομα που το ’80 ήταν στην ΚΝΕ και αντέκρουαν τις ίδιες -ή παρεμφερείς- κατηγορίες. Αλλά αυτό μπορούμε να το δούμε ίσως στο επόμενο σημείωμα, γιατί ξεφύγαμε ήδη αρκετά σε έκταση.

Τετάρτη 20 Νοεμβρίου 2024

Εδώ Πολυτεχνείο, εκεί Πολυτεχνείο, πού είναι το Πολυτεχνείο;

Μην το είδατε πουθενά στις ειδήσεις; Ψάξε-ψάξε δε θα το βρεις. Βγήκαν δελτία και επισήμως δεν είπαν τίποτα. Κάποια κανάλια έβγαλαν την υποχρέωση με ξεπέτες λίγων δευτερολέπτων. Αν δεν μπορείς να καταργήσεις κάτι, αποσιώπησέ το -σα να μην έγινε ποτέ. Αλάνθαστη συνταγή μισού αιώνα -και βάλε- στην καλύτερη (αστική) δημοκρατία που (δεν) είχαμε ποτέ. Η οποία δεν παύει να είναι μυριάδες φορές χειρότερη από τη χειρότερη σοβιετική δημοκρατία, όπως είχε πει προφητικά ο Βλαδίμηρος, για όσους ξέχασαν να σκέφτονται ταξικά.


Τι είναι σήμερα όμως το Πολυτεχνείο;

Μην είναι Ψωμί-Παιδεία-Ελευθερία;
Το ψωμί που λες ψωμάκι, μπας και βγει ο μήνας. Η «δημόσια δωρεάν» Παιδεία, που έχει γίνει ιδιωτική και πανάκριβη. Και η κουτσή ελευθερία να κάνεις ό,τι θες -αρκεί να έχεις λεφτά να το υποστηρίξεις. Κάτω ο φασισμός, λες, που θεριεύει εντός και εκτός συνόρων. Έξω αι ΗΠΑ και το ΝΑΤΟ, που είναι ιερή συμμαχία για δεξιά κι αριστερά δεκανίκια της εξουσίας. Το Πολυτεχνείο ζει, αλλά θέλουν να το θάψουν ζωντανό τα κόμματα του «δημοκρατικού τόξου» και το βέλος του έρωτα των αφεντικών με τους φασίστες, που τους ενώνουν ισόβια, ιερά δεσμά. Κι όταν λέμε ισόβια, εννοούμε ισόβια, που θα έλεγε μια εθναρχική ψυχή.

Μην είναι οι Πασπίτες, που πάνε τρέχοντας για να μην τους πάρουν τη σημαία -αξίζει, και μόνο γι’ αυτό, να ξαναγίνει η ΕΦΕΕ για μια μέρα; Κι ήρθαν με πόζα κι αλυσίδες στο Πολυτεχνείο, η γη να τρέμει -σαν τα γόνατά τους-, και ο Τεμπονέρας ζει -μια μέρα ο γιος του ίσως μας καθοδηγεί. Και... «οι αρχές της 3ης του Σεπτέμβρη», όπου κάθε έννοια ξεκλειδώνει την επόμενη πίστα -η εθνική ανεξαρτησία είναι προϋπόθεση της λαϊκής κυριαρχίας, που είναι το θεμέλιο του σοσιαλισμού. Μα εγώ το έχω περάσει αυτό το στάδιο... Κι ίσως του χρόνου η ΠΑΣΠ κάνει πορεία στις 16 Νοέμβρη, για μεγαλύτερη ασφάλεια. Μια μέρα πριν νωρίς, μια μέρα μετά θανάσιμο λάθος, αλλά του φευγάτου η μάνα δεν έκλαψε ποτέ.

Μην είναι ο Κασσελάκης που έσπασε το στοιχειωμένο ρεκόρ του Αλέξη, σημειώνοντας νέα επίδοση μικρότερης διαδρομής και πιο σύντομης παρουσίας στην πορεία; Ναι, αλλά τουλάχιστον δεν έστριψε στα λουλουδάδικα. Έστριψε λίγο μετά, στην Ηρώδου Αττικού, όπου έχει εντοπίσει κάτι ωραία μέγαρα, με θέα στον κήπο, οικόπεδα-γωνία, επενδυτική ευκαιρία πρώτης τάξης. Κι είναι ο μόνος διαδηλωτής που έσπασε το μπλόκο με τις κλούβες και πέρασε ανάμεσά τους χωρίς να πέσει ούτε ένα δακρυγόνο. Άξιος!
Λίγο πριν, οι Κασσελίστας έκαναν σαματά που δεν τους άφησαν να μπουν αμέσως μετά το μπλοκ του ΣΦΕΑ -φασισμός παντού, ρε φίλε. Αλλά τα τρολ του προέδρου χωρίς κόμμα έλεγαν πως τη φασαρία την έκανε το ΜΛ-ΚΚΕ -που είναι προκλητικό και το ξέρουν όλοι. Κι αν συνεχίσουν να διασπώνται σε αποκόμματα, σαν πολιτικές αμοιβάδες, θα έχουμε ΣΥΡΙΖΑ ΠΣ, ΠΣ ΣΥΡΙΖΑ, Π ΣΥΡΙΖΑ Σ, ΣΥΡΙΖΑ Μπουλκουμέ, και δε θα γελά κανείς πια με τις διασπάσεις του εξωκοινοβουλίου.

Μην είναι τα χουντικά πρωτοσέλιδα του Σπορτάιμ και το ψεκασμένο κοινό του, που αρνείται ότι υπήρχαν νεκροί και ζητά VAR για να διαπιστώσει τη γραμμή, αν ήταν εντός ή εκτός περιοχής και προαυλίου; Θα το δούμε το βράδυ στην τηλεόραση, με τον Νίκο Μαστοράκη, που είναι μάστορας στις αυθόρμητες μαρτυρίες, για όσους θέλουν να μαρτυρήσουν στα χέρια της Ασφάλειας.

Μην είναι τα ιδιωτικά εκπαιδευτήρια που δεν έκαναν σχολικές γιορτές; Μα το Πολυτεχνείο δεν ήταν γιορτή, ήταν εξέγερση και πάλη μαζική, και μια μέρα θα την βρούνε μπροστά τους, να γράφει ιστορία που δε θα χωρέσει ποτέ στα επίσημα εγχειρίδια.

Μην είναι οι δεκάδες γονείς, που φέρνουν τα παιδιά τους να μυηθούν, η δική μας «βάφτιση», κι ας μη νιώθουν την ίδια κατάνυξη τα τέκνα; Παρακαλούν να τους κάτσει ένα κλικ, έστω τυχαίο και παραπλανητικό, ένα καλό στιγμιότυπο που θα ανέβει στον τοίχο τους, θα σαρώσει τα like και θα τους αποζημιώσει για όλα όσα τράβηξαν. Χαμογέλα ρε, τι σου ζητάνε; Τα στέλνουν σε ξεναγήσεις, με Χαλβατζή, Χάγιο και λοιπούς βετεράνους, να μάθουν όσα δεν τους λένε τα βιβλία και να ρωτήσουν ό,τι θέλουν στο τέλος.
-Τι είναι η Ενωτική Κίνηση Σχημάτων;
-Δεν έχω ιδέα. Να σου πω για το φύλλο νούμερο 8;

Η ΕΚΣ, βασικά, δεν είναι με τα παλιά ΕΑΑΚ -που πλέον αυτοπροσδιορίζονται ως πολλά και ουδέτερα, «τα» -χωρίς θηλυκό αντίστοιχο- ούτε με την Ατάκ του ΝΑΡ -που έλεγε η ΕΑΑΚ, αλλά είχε χάσει την ηγεμονία, στο άρθρο και γενικώς- αλλά με μια τρίτη κατάσταση (Παρέμβαση, Μετάβαση κοκ), που στη γενιά του Χαλβατζή θα την έλεγαν «το Χάος». Αλλά δύσκολα θα βρεις πιο πολύ χάος και σύγχυση από ό,τι σε αυτούς, σήμερα.

Μην είναι η βεντέτα που άνοιξε η ΑΡΑΣ με την αναρχία;
Μπορεί, αλλά μες στο τριήμερο δεν έγινε κάτι σοβαρό και το ματς πήγε στην παράταση. Ο νικητής παίρνει για έπαθλο τα γύρω μαγαζιά -ο νοών νοείτω.

Μην είναι η βασική αντίφαση στο αριστεροχώρι, που όσο συνεχίζει τις διασπάσεις, τόσο λιγοστεύουν τα τραπεζάκια του χώρου αντί να αυξάνονται; Σαν το παράδοξο του αριστεροχωρίτη Αχιλλέα και της αρραβωνιαστικιάς του, που πήγε με το Εσωτερικού -τους αναθεωρητές, ντε- γιατί δε συμπαθούσε το λιοντάρι του Ντανφέρ και έφτασε στα βαθιά γεράματα να ψηφίζει «ΝΑΙ» στο δημοψήφισμα, για να μη φύγουμε από την ΕΕ. Ο χώρος ακολουθεί τη βιβλική εντολή, κάτι σαν «μειώνεσθε και πληθύνεσθε» ή μάλλον το ακριβώς αντίστροφο. «Αυξάνεσθε κι εξαϋλώνεσθε», για να βρείτε τον δημιουργό σας, με μια τελευταία έφοδο -με τη Ρίτα Χέιγουορθ- στον ουρανό.

Μην είναι η φασέικη αλλεργία προς κάθε τι συνειδητό κι οργανωμένο;
-Είκοσι λεπτά περπατάω κι ακόμα να τελειώσει το ΚΚΕ...
Η κόλασή μας/της είναι τα μπλοκ των άλλων. Και δε θα έχει καζάνια στη σειρά, αλλά μια μαραθώνια πορεία, με κόκκινα μπλοκ κατά μήκος, από τον Μαραθώνα ως το Καλλιμάρμαρο. Να τους βρίσκει σε κάθε βήμα και να της ρίχνουν τρικάκια στις πληγές.
-Έχουν πάρει τη μικροφωνική και λένε τα δικά τους...
Ναι, για να ακούγεται κάτι σωστό. Και δε λέμε μόνο τα δικά μας -και πολύ δημοκρατικοί είμαστε, αν θες να ξέρεις. Η κόλασή τους εκτός από κόκκινα μπλοκ θα έχει και μεγάφωνα με την ανακοίνωση της ΚΝΕ για το Πολυτεχνείο, σε όλη τη μαραθώνια διαδρομή.

Μην είναι οι αναμνήσεις μας, που είναι αμείλικτες;
Δεν είμαστε δα τόσο παλιοί -ίσως πάλι να είμαστε και δεν το ξέρουμε, αλλά όχι και βετεράνοι. Κι όμως, έχω να το λέω πως έχω προλάβει τριήμερο με την Πατησίων γεμάτη τραπεζάκια, από άκρη σε άκρη, να στρίβουν στη Στουρνάρη και να φτάνουν στην άλλη είσοδο. Κι έχω προλάβει τη ΔΑΠ να θέλει να καταθέσει στεφάνι, έστω πετώντας το σαν δίσκο από μακριά, για να γλιτώσει τις μπούφλες απ’ το αριστεροχώρι. Κι όμως, τη λύση την είχε δείξει ο Θάνος Πλεύρης, όταν έκανε αξημέρωτη καταδρομική στα Εξάρχεια, μιλώντας στην κάμερα σιγά και προσεκτικά, σαν ρωμαϊκή περίπολος στο γαλατικό δάσος, χωρίς να δίνει δικαιώματα, μες στα ξημερώματα.
Να ’ταν Νοέμβρης και Σαββάτο, σαν θα γύριζα -όπως τότε, το ’73...

Μην είναι οι μπάτσοι που σου ψάχνουν το σακίδιο και σε κάνουν να νιώθεις πάλι νέος κι επικίνδυνος; Που κάνουν προσαγωγές, για να φοβίσουν τον κόσμο -σε αυτό το πλευρό της ιστορίας να κοιμούνται- και να τον κρατήσουν μακριά, να κοιτάζει ήσυχος τη δουλειά του, όπως κάποτε; Μιλάμε για το σώμα που πέτυχε να γίνει πιο αυταρχικό κι αντιπαθητικό από τον στρατό, εν μέσω της στρατιωτικής χούντας. Και γιορτάζει τη δική του επέτειο, με έργα -προσαγωγές, τραμπουκισμόυς κτλ. Αν η πολιτική του ηγεσία πιστεύει όντως πως το Πολυτεχνείο έχει πεθάνει, ας ενημερώσει τουλάχιστον τους αστυνομικούς, να μη χτυπιούνται μόνοι τους -και βασικά να μη χτυπάνε τον κόσμο.

Μην είναι τελικά το ΚΚΕ, που είχε και γενέθλια ανήμερα της επετείου;
Ναι, μονολεκτικά και ολογράφως, με τρία κόκκινα γράμματα. Που μπορεί να είναι και από το αίμα των αγωνιστών που έδωσαν τη ζωή τους, για να νικήσει η ζωή -όχι στη μετά θάνατον ζωή, αλλά σε τούτη τη γη που την πατούμε.

Μπορεί κάποιος να πιστεύει πως το Πολυτεχνείο δεν ανήκει στους Κνίτες -και σε κανέναν άλλον εξάλλου- να μην τους συμπαθεί πολιτικά ή αισθητικά, να πιστεύει ότι έρχονται για να το καπελώσουν κτλ. Οφείλει να σκεφτεί όμως: τι θα ήταν το Πολυτεχνείο σήμερα χωρίς την ΚΝΕ; Ένα κουτσουράκι, τόσο δα μικρούτσικο -ούτε καν κοντόξυλο για τα ντου. Ένα τριήμερο χωρίς παλμό και κόσμο. Μια μικρής εμβέλειας εκδήλωση, που αν την αναλύαμε, θα μας έμεναν στο τέλος μια πέτρα, μια κατάληψη και ένας ασφαλίτης, που σημαίνει πως με αυτά τα υλικά μπορείς να το (ξανα)διαλύσεις. Ή απλά να φέρεις έναν Αρασίτη, που τα διαλύει όλα με τα αναλυτικά του εργαλεία.

Όσοι κατεβαίνουν κάθε χρόνο στο Πολυτεχνείο, οφείλουν στο ΚΚΕ μια σιωπηλή ευγνωμοσύνη, κι ας μην το ξέρουν. Ακόμα και αυτοί που ξέρουν πως ο μόνος δρόμος είναι να στοιχηθούν πίσω από τα παιδιά -δηλαδή τα μπλοκ μας- για να γλιτώσουν από τη γιούχα και πιο άγριες αντιδράσεις. Και πάνω από όλους όσοι δεν το συμπαθούν, αλλά χωρίς αυτό θα είχαν ξεπέσει σε συμμαχίες και παναριστερά μέτωπα, για να μη νικήσει η Δεξιά -μερικοί το κάνουν και τώρα, άλλωστε. Αν δεν υπήρχε το ΚΚΕ σήμερα, θα έπρεπε να το επανεφεύρουμε και να το επανιδρύσουμε -αλλά είδες τι περιπέτειες περνάει η επανίδρυση σε μια σειρά χώρες -καλή ώρα σαν την Ιταλία.

Εδώ το Πολυτεχνείο, εκεί το Πολυτεχνείο, πού είναι το Πολυτεχνείο;

Δεν είναι στους λόγους και τις ανακοινώσεις, στις ξύλινες γαλιφιές των επισήμων, στο φωτοστέφανο που του φορούν για να το φέρουν στα μέτρα τους και να ρουφήξουν κάθε ζωντανό χυμό από μέσα του. Το Πολυτεχνείο ζει στους αγώνες της γενιάς μας, αλλά βασικά της τάξης μας, σαν τη σημερινή απεργία. Σε κάθε αγώνα που τον συκοφαντούν, τον αποσιωπούν αλλά δεν μπορούν να τον εξαφανίσουν. Ζει και αναπνέει στον δρόμο, που είχε τη δική του ιστορία και συνεχίζει να τη γράφει, όταν τον κατακτούν οι μάζες. Κι είναι μονόδρομος για όσους έχουν ερωτευτεί μια χρονολογία -το ’17 ή το ’73- και έχουν βαρεθεί να προσμένουν τον πυκνό ιστορικό χρόνο να συμπυκνωθεί σε πιο ενδιαφέρουσες εποχές και γεγονότα.

Ο μόνος δρόμος δεν είναι πίσω απ’ τα παιδιά, αλλά μαζί τους. Για να νικήσουμε την πραγματική κόλαση και να χτίσουμε έναν άλλο επίγειο κόσμο, που δε θα είναι παράδεισος χωρίς αντιφάσεις αλλά μπορεί να είναι στο μπόι των ονείρων μας.

Υγ: στους φαντάρους που δε φοβήθηκαν και την Παλαιστίνη που δε λυγίζει.

Σάββατο 25 Νοεμβρίου 2023

Κοίτα τι έκανες - Προχωρώντας και αναθεωρώντας

Ο χειρότερος εχθρός μας είναι ο εαυτός μας.
Όταν στέλνεις φως, σου επιστρέφεται.
Να εκφράζεις αυτό που έχεις μέσα σου.
Όταν νικάς χωρίς κίνδυνο, θριαμβεύεις χωρίς δόξα.
Αυτός που αγωνίζεται μπορεί να χάσει, όμως αυτός που δεν αγωνίζεται έχει ήδη χάσει.
Υπάρχουν νίκες που είναι πιο χρήσιμες και από ήττες.

Όπα, «ΚΑΤ»! Πού κολλάνε οι δυο τελευταίες αλήθειες με τις υπόλοιπες κοελιές;
Πουθενά. Είναι όμως όλες φράσεις παρμένες από το τελευταίο, ολόφρεσκο τεύχος του Αστερίξ, που σατιρίζει ανελέητα την υστερία και το εμπόριο «θετικής ενέργειας» που μας κατακλύζει. Εκτός από την τελευταία που είναι του Βλαδίμηρου -όχι του Πούτιν και ας τον έχουν κάποιοι ως περίπου ισάξιο των κλασικών.

Και ποιο είναι το ηθικό δίδαγμα;
Ότι μπορείς να πεις τα πάντα με τόσο ξύλινο τρόπο, που να μοιάζουν κούφια σαν τσιτάτα αυτοβελτίωσης. Η αυτοκριτική όμως είναι οξυγόνο για τους συντρόφους και δείγμα ώριμης δύναμης για τα ΚΚ που την κάνουν ουσιαστικά.

Κρατάμε την εισαγωγή και ανοίγουμε μικρή παρένθεση στην παιδική μας ηλικία. Θυμάμαι σαν παιδιά του Αρσένη και εμείς, είχαμε πήξει στις εξετάσεις, μετρούσαμε απελπισμένοι την ύλη κάθε μαθήματος και πιστεύαμε pvw θα έβγαινε πιο εύκολα, όταν βλέπαμε εγχειρίδια με πολλές εικόνες. Όταν δίνεις 30 σχεδόν μαθήματα σε δύο χρόνια, οι εικόνες γίνονται το όπιο και οι αυταπάτες του μαθητικού λαού.


Η νέα έκδοση της ΚΕ για τα 50 χρόνια από την εξέγερση του Πολυτεχνείου είναι -ας πούμε- κάτι αντίστοιχο, αλλά καμία σχέση. Δεν ξεπερνά σε έκταση τις 200 σελίδες και οι περισσότερες είναι εικονογραφημένες. Αλλά ουκ εν τω πολλώ το ευ και ενδιαφέρον. Βασικά όλα τα θέματα, και ιδίως τα συμπεράσματα, είναι SOS και ένα είδος «προδημοσίευσης» από τον Τόμο του Δοκιμίου Ιστορίας -που κυκλοφορεί ήδη από χτες.

Το βασικό στοιχείο της έκδοσης είναι τα χρήσιμα συμπεράσματα και ο αυτοκριτικός τόνος, σε αρκετά σημεία του κειμένου της ΚΕ. Ας δούμε όμως πρώτα τι είναι και τι θέλει η αυτοκριτική. Και τι πιστεύουν ότι είναι, όσοι την βλέπουν καχύποπτα.

Σε αντίθεση με τον προβοκατόρικο τίτλο της ανάρτησης, αυτοκριτική δε σημαίνει πως «πήραμε τη ζωή μας λάθος» ούτε ότι ρίχνουμε μια μουτζούρα στο παρελθόν. Βασική σημείωση και αφετηρία του κειμένου της ΚΕ πχ είναι πως οι αδυναμίες των κομμουνιστών σε εκείνη τη συγκυρία δεν αναιρούν τη συμβολή τους στην εξέγερση του Πολυτεχνείου -και αντιστρόφως. Η επισήμανση των αδυναμιών δε συνιστά ρεβιζονισμό, δηλαδή αναθεώρηση προγραμματικών θέσεων και αρχών.

Η αυτοκριτική δεν είναι μηδενισμός ούτε λαθολογία. Είναι συστηματική εξέταση των γεγονότων και προετοιμασία για όσα θα συμβούν στο μέλλον -αλλιώς δεν έχει κανένα πρακτικό νόημα να μελετάμε την ιστορία και τους νόμους που την κινούν. Η (αυτο)κριτική έχει τελείως διαφορετικούς στόχους από ό,τι μια πολεμική -και κακώς τείνουμε να τις συγχέουμε και να τις ταυτίζουμε, ψυχολογικά ή συνειδητά, αν δε μας αρέσει ένα συμπέρασμα ή ο κλονισμός κάποιων σταθερών παραδοχών μας.

Η αυτοκριτική σημαίνει να σκύβουμε στην πείρα μας, να την αξιοποιούμε και να βγάζουμε διδάγματα -αυτό που καλούμε τον λαό να κάνει με τη δική του πείρα. Η αυτοκριτική ενός ΚΚ δε σημαίνει ότι δέχεται και δικαιώνει την πολεμική που του ασκεί ο ταξικός εχθρός ή ένας πολιτικός αντίπαλος, ούτε πως υποχωρεί στην πίεσή τους. Δείχνει αντιθέτως τη δύναμή του να κάνει ανοιχτά-δημόσια μια τέτοια διαδικασία, όπως σημείωσε ο Ένγκελς στην εποχή του.

Αν δε σκεφτόμαστε και -πολύ περισσότερο- δε δρούμε έτσι, στερούμε από το Κόμμα ένα αναντικατάστατο εργαλείο, το πολύτιμο οξυγόνο της κριτικής εξέτασης της πράξης. Τείνουμε να βαλτώσουμε τη σκέψη μας και την πολιτική αντιπαράθεση σε έτοιμα, στείρα σχήματα, που επαναλαμβάνονται χωρίς ψυχή και ουσία. Ας σκεφτούμε μόνο πόσες φορές αυτή η νοοτροπία έβαλε εμπόδια σε μια αναγκαία επανεκτίμηση ή φρενάρισε αδικαιολόγητα μια μετατόπιση σε κάποιο θέμα, είτε επιμέρους, είτε και στρατηγικό.

Ας θυμηθούμε, τέλος, τη φράση των κλασικών για την έμπρακτη, ανελέητη αυτοκριτική κάθε επαναστατικού εγχειρήματος, που γυρίζει πίσω σε ό,τι έχει αφήσει ημιτελές, πέφτει και ξανασηκώνεται, δίνει χρόνο στον αντίπαλό του για να σηκωθεί κτλ -δεν έχω πρόχειρη το ακριβές «τσιτάτο» αλλά οι πιο διαβασμένοι αναγνώστες θα το έχουν ασφαλώς υπόψη τους και θα το βρουν εύκολα από τα δικά μου θραύσματα και κάποιες λέξεις-κλειδιά.

Τα παραπάνω σημειώνονται γενικά και έχουν απλώς ως αφορμή την πρόσφατη έκδοση. Η αυτοκριτική ματιά της ΚΕ είναι διεισδυτική και πιάνει ένα ευρύ φάσμα.

Όσοι ιντριγκάρονται -αναπόφευκτα ως ένα βαθμό και δεν εξαιρώ τον εαυτό μου- από την εκτίμηση της ΚΕ στο θέμα της προβοκατορολογίας και όσων αναφέρονταν στο φύλλο 8 της Πανσπουδαστικής, μπορεί να δουν το δέντρο αλλά θα χάσουν το δάσος, που βρίσκεται σε μια σειρά σημεία, συνολικά. Επαναλαμβάνω, επί τη ευκαιρία, πως η βασική αξία της σχετικής «επανόρθωσης» είναι ακριβώς αυτή: ότι μεταφέρει δηλαδή στο πολιτικό πεδίο την ουσία της αντιπαράθεσης.

Σημειώνω επίσης πως δεν πρόκειται για μια «εύκολη κριτική» που δεν παίρνει υπόψη το ιστορικό πλαίσιο και τις συνθήκες της εποχής, ούτε ξεμπερδεύει με μια γενική και αφηρημένη απόρριψη της στρατηγικής του ΚΚΕ, της θεωρίας των σταδίων κτλ. Ακόμα και σε αυτό το πεδίο, η κριτική εστιάζει σε συγκεκριμένα γεγονότα της εποχής, όπως την τελευταία παράγραφο της ανακοίνωσης της Συντονιστικής Επιτροπής της κατάληψης, που αρχικά απαλείφθηκε, για να την επαναφέρουν αργότερα στο ανακοινωθέν του ραδιοφωνικού σταθμού τα στελέχη του Ρήγα, περνώντας ουσιαστικά τη θέση τους για απεύθυνση στους ηγέτες των αστικών κομμάτων, για να δοθεί πολιτική λύση στο πλαίσιο μιας αστικής αντιδικτατορικής ενότητας. Η κριτική του κειμένου της ΚΕ δε σημειώνει αφοριστικά πως η στρατηγική του κόμματος δε μετέτρεψε την εξέγερση σε... σοσιαλιστική επανάσταση, αλλά ότι η αντίστοιχη θέση του για αντιδικτατορική ενότητα σε άλλο πλαίσιο, προκάλεσε σύγχυση σε κάποια στελέχη της Αντι-ΕΦΕΕ και την υπαναχώρηση στη θέση των Ρηγάδων. (Ας φανταστούμε, πάντως, πόσα χρόνια και σε πόσες συνελεύσεις θα ακούγαμε αυτό το ζήτημα, αν ήταν οι δυνάμεις της Αντι-ΕΦΕΕ που είχαν κάνει το «τέχνασμα» του Ρήγα).

Τι αφορά λοιπόν η ουσία της κριτικής; Ας δούμε μερικά παραδείγματα.

-Τη δυσκολία να καθοριστούν σωστά τα συνθήματα στη διάρκεια ενός ξεσπάσματος. Δεν πρέπει να είναι απογειωμένα και ξεκομμένα από τις διαθέσεις των μαζών. Δεν πρέπει να απορρίπτουν αφ’ υψηλού κάποια αυθόρμητα, ενδεχομένως ρηχά συνθήματα (όπως το «πάρ’ τον πίθηκο και μπρος» που σατίριζε την εμφάνιση του Μαρκεζίνη) ούτε όμως να υποτάσσονται στο αυθόρμητο και τις ασταθείς διαθέσεις του.

Στο Πολυτεχνείο δόθηκε μάχη για να επικρατήσουν και να μεταδοθούν συνθήματα με αντι-ιμπεριαλιστική στόχευση (έξω οι ΗΠΑ, έξω το ΝΑΤΟ), που έδιναν βάθος και περιεχόμενο στον φοιτητικό-λαϊκό ξεσηκωμό. Στον αντίποδα, ωστόσο, ο στόχος της «γενικής απεργίας», που μπήκε από δυνάμεις αριστεριστών και του Ρήγα, αλλά μεταδόθηκε και από τον σταθμό της «Ελεύθερης Ελλάδας», ήταν ένα κενό σύνθημα στον αέρα, χωρίς να υπάρχουν δομές, συσχετισμοί και οι προϋποθέσεις για να γίνει πράξη. Το βασικό ζητούμενο δεν είναι ποιος θα ρίξει γενικά το πιο ριζοσπαστικό σύνθημα, αλλά ποια συνθήματα - στόχοι θα πιάσουν το επίπεδο της συνείδησης των λαϊκών μαζών, για να το ανυψώσουν.

-Οι δυνάμεις της Αντι-ΕΦΕΕ έβλεπαν με επιφύλαξη τις απρογραμμάτιστες ενέργειες που δεν ακολουθούσαν κάποιο σχέδιο, ενώ στη διάρκεια του τριημέρου είχαν την αγωνία να μη μετατραπεί το Πολυτεχνείο από επίκεντρο του ξεσηκωμού σε φάκα για τους αγωνιστές που κινδύνευαν με συλλήψεις, βασανιστήρια κτλ. Συνεπώς είχε μια βάση ο προβληματισμός που έμπαινε να απαγκιστρωθεί το δυναμικό της οργάνωσης, για να μην αποδεκατιστεί από τα έμπειρα, πρωτοπόρα στελέχη του.

Αυτό το σκεπτικό ήταν σωστό, αλλά δεν οδηγούσαν σε σωστά συμπεράσματα, στη δεδομένη συγκυρία, με τη δυναμική που είχαν πάρει τα πράγματα. Και αυτό δεν είναι εύκολο να το εκτιμήσουν νέοι σύντροφοι χωρίς πείρα και σε συνθήκες σκληρής παρανομίας -για παράδειγμα υπήρχαν τέσσερις ομάδες μελών της ΚΝΕ στο Πολυτεχνείο, αλλά δε γνωρίζονταν μεταξύ τους για λόγους περιφρούρησης! Ούτε είναι εύκολο να το εκτιμήσει η οργάνωση, αν δεν υπάρχει ένα καθοδηγητικό κέντρο μέσα ή έστω κοντά στις εξελίξεις του αγώνα, για να υπολογίσει τις καμπές των γεγονότων και να διαμορφώσει ευέλικτα τη γενική κατεύθυνση. Και δε θα μπορούσε να είναι εκεί, στις δεδομένες συνθήκες.

Ο λαϊκός παράγοντας, όμως, αποκτά ριζοσπαστική συνείδηση και την ατσαλώνει μες στους αγώνες και τα ξεσπάσματα της οργής του. Σε τέτοιες κορυφώσεις, σε τέτοια σπουδαία γεγονότα, ξεπενρά αναστολές χρόνων, δείχνει απαράμιλλο ηρωισμό, συνειδητοποιεί τις δικές του δυνατότητες και τους στόχους του. Ο ρόλος αυτών των αγώνων είναι αναντικατάστατος για την προώθηση του στρατηγικού σκοπού, ακόμα και αν γνωρίσουν την ήττα και οδηγήσουν σε ένα πρόσκαιρο πισωγύρισμα. Η άνοδος της ριζοσπαστικής διάθεσης και της συνειδητοποίησης δεν περνάει μόνο από κάποιες μικρές νίκες στο σήμερα και τις επιμέρους κατακτήσεις τους. Ενίοτε περνάει και μέσα από κάποιες «μικρές ήττες», που μπορεί να είναι γόνιμη και χρήσιμη ιστορική πείρα, προτιμότερη από κάποιες επισφαλείς νίκες.

Ακόμα και αν πάρουμε ξεχωριστά το κομμάτι της περιφρούρησης, μια οργάνωση έχει περισσότερες δικλίδες ασφαλείας για τα στελέχη και τους παράνομους πυρήνες της, όταν συνδέεται με το μαζικό κίνημα, από το οποίο θα ξεπηδήσουν ασφαλώς τα νέα στελέχη και οι πολύτιμες εφεδρείες που θα καλύπτουν με το παραπάνω τα κενά από τις συλλήψεις κτλ -ακόμα και οι σύντροφοι που πέφτουν στα χέρια του εχθρού, μπορεί να γεννήσουν δεκάδες αγωνιστές με την ηρωική τους στάση και το παράδειγμά τους. Και αυτό δεν είναι ρομαντική φλυαρία, αλλά θέση αρχής με απόλυτη πρακτική αξία.

Σε κάθε περίπτωση, το βασικό συμπέρασμα είναι πως αυτά τα ξεσπάσματα μπορεί να προκύψουν προτού... «ωριμάσουν οι συνθήκες», χωρίς να υπάρχει επαναστατική κατάσταση και γενικευμένη κρίση του συστήματος. Το βασικό ζητούμενο για τους κομμουνιστές είναι να μάθουν τι πρέπει να κάνουν σε αυτές τις περιπτώσεις, εξετάζοντας κριτικά την πείρα τους, χωρίς καμία διάθεση αυτομαστιγώματος. Εξάλλου υπάρχει αρκετή θετική πείρα -και αναφέρω ενδεικτικά τα Τέμπη, ως πρόσφατο παράδειγμα. Υπάρχουν όμως και περιπτώσεις που χωράνε αρκετό αναστοχασμό, στο φως αυτής της γενικής ιδέας.

Φτάνουμε στην κατακλείδα. Η έκδοση της ΚΕ είναι ένα χρήσιμο «εγχειρίδιο» για τους επαναστάτες και η ύλη της φεύγει σχετικά εύκολα. Δεν έχει όμως εύκολη κριτική και αβασάνιστα συμπεράσματα, που δεν απαιτούν ενεργή σκέψη από τους αναγνώστες. Όποιος δε νιώθει έτοιμος για κάτι τέτοιο, μπορεί να ξεφυλλίσει απλά το Λεύκωμα της ΚΝΕ, που έχει πολλές φωτογραφίες και μικρά συνοδευτικά κείμενα -σαν τα ταμπλό μιας πολιτικής έκθεσης στο Φεστιβάλ. Και αν δεν είναι ικανός ούτε για αυτό, ας περιοριστεί στο τελευταίο Αστερίξ, που είναι μακράν το καλύτερο στη μετα-Γκοσινί εποχή.



Κυριακή 19 Νοεμβρίου 2023

Σχεδόν πενήντα χρόνια... - Το Πολυτεχνείο ζει και σπέρνει εφιάλτες...

Σχεδόν Ακριβώς πενήντα χρόνια. Στρογγυλή επέτειος. Μέγα πλήθος, μέγα πάθος, παλμός και συγκίνηση. Πάρα πολύς κόσμος να μπαίνει στα μπλοκ, από την εκκίνηση ως και τον Ευαγγελισμό. Η συγκέντρωση ανάβει και όλα είναι συνειδητά.


Αλλά αυτά θα τα είδατε και αλλού. Ή μάλλον δια ζώσης -αλλιώς πού να τα δεις. Τα κανάλια είχαν στραμμένες τις κάμερες στον μεγάλο ηγέτη, τον πρόεδρο (Yes we) Κεν, που ζούσε μια πρωτόγνωρη περιπέτεια, με βλέμμα απόγνωσης, βυθισμένο στις απορίες του.

Γιατί με πιάνουν αγκαζέ; Πού θα μας πάνε;
Πότε θα τελειώσει αυτό το μαρτύριο; Έτσι τους βασάνιζαν και στην ΕΑΤ-ΕΣΑ;
«Ζει, ζει, ο Τεμπονέρας ζει...» Μα γιατί να μη ζει; Αφού προχτές τον είδα.
(Το τελευταίο ήταν ιδέα του Γιάννη Α-Γιάννη).

Ποιος δε σκαμπάζει από Αριστερά;
Στεφ Κασσελάκης (τραγουδιστά, στον ρυθμό του Μπομπ του Σφουγγαράκη).

Τελικά ο πρόεδρος Κεν δεν είχε να χάσει παρά μόνο την αλυσίδα του με τη Ρένα Δούρου και τερμάτισε τη δική του μαρτυρική πορεία κάπου στην Κλαυθμώνος, γιατί είχε ανειλημμένες υποχρεώσεις και δεν είχε υπολογίσει πόσο θα διαρκούσε το χάπενινγκ (η ίσως να είχε υπολογίσει πόσο χρόνο παίρνει να το κάνει τρέχοντας).
Ποιος διαδηλώνει για δέκα λεπτά; Στεφ Κασσελάκης.

Κι αν τα ΜΜΕ ήθελαν μια πραγματική είδηση, αυτή ήταν η εξής:"
Νέο ρεκόρ συντομότερης παρουσίας στην πορεία σημείωσε σήμερα ο Στέφανος Κασσελάκης. Το προηγούμενο ρεκόρ είχε ο Αλέξης Τσίπρας, που είχε στρίψει στο Hilton, λίγο πριν την τελική ευθεία.

Αχ, Στέφανε, πόσο δίκαιο είχες -αλλά ούτε αυτό θα το διαβάσετε πουθενά. Πόσο δίκαιο είχες που δεν πορεύτηκες μαζί μας, ως σεμνός celebrity στις λεωφόρους του μέλλοντος, το οποίο διαρκεί πολύ (πάρα πολύ, υπερβολικά πολύ) και έχει μπόλικη ξηρασία. Ή μάλλον απίστευτη κίνηση. Ή μάλλον το ακριβώς αντίθετο. Σταμάτα-ξεκίνα, γκάζι-φρένο. Σαν το τραγούδι του Γιάννη Γιοκαρίνη (λε-λε-λευτεριά στην Παλαιστίνη). Αλλάζει η αγάπη μας ρυθμόκαι τακτική...

17.00: Ηθικό ακμαιότατο, σκέψεις ότι θα συνεχίσουμε ως την πορεία του Ισραήλ, του κράτους-τρομοκράτη. Ή και ως το Ισραήλ...

Στο Ισραήλ η πορεία. Κατάληξη στο λόφο του Γολγοθά

17.15: Απαντάμε χαμογελαστά στην ευγενική συντρόφισσα ότι έχουμε προμηθευτεί ήδη το Λεύκωμα της ΚΝΕ κι ήταν πολύ ενδιαφέρον. Παλμός, συνθήματα, λευτεριά στην Παλαιστίνη.

17.30: Ο κλασικός ελιγμός Γράμμος-Βίτσι Σταδίου-Προπύλαια από την Πανεπιστημίου, περιμένουμε να περάσουν τα μπλοκ που προπορεύονται. Αναμενόμενη εξέλιξη, κλασικά εικονογραφημένα, συνηθισμένα τα βουνά από αντάρτες.

17.40: Η αναμονή συνεχίζεται με ευχάριστες συζητήσεις σε πηγαδάκια, το ηθικό παραμένει υψηλό. Λευτεριά στην Παλαιστίνη.

17.50: Απαντάς ευγενικά στην πεντηκοστή συντρόφισσα που σε ρωτάει για το Λεύκωμα της ΚΝΕ. Σκέφτεσαι μήπως το πάρεις ξανά, για να ανταμείψεις την επιμονή, αλλά έχεις βάλει και άλλα στο μάτι -όπως «το Κόκκινο και το Γκρίζο» του Τζιάρα.

18.00: Ακόμα περιμένουμε. Αρχίζουν οι πρώτες ενοχλήσεις στη μέση. Πετάς νοερά τάπες βαρελιών, περιμένοντας να ωριμάσουν οι συνθήκες. Λευτεριά στην Παλαιστίνη.

18.03: Ακόμα περιμένουμε. Αυτό δεν είναι πορεία, η μεγάλη έξοδος (στην Παλαιστίνη) είναι. Και πάμε ολοταχώς για Νάκμπα.

18.05: Επιτέλους ξεκινάμε, ηθικό ακμαίο. Λευτεριά στην Παλαιστίνη.

18.06: Σταματήσαμε πάλι.

18.07: Ξεκινάμε πάλ... Όχι, σταματήσαμε στο καπάκι.

18.11: Σταμάτα-ξεκίνα, σταμάτα-ξεκίνα. Μέχρι να σβήσει ο ήλιος.

18.13: Ο μπροστά μου σταματάει. Κούμπωσε καισταματά.

18.16: Αλλάζει η αγάπη μας ρυθμό και τακτική.

18.17: Τη μια στο τέλος είμαστε την άλλη, στην αρχή...

18.20: Αρχίζουν οι πρώτοι απαισιόδοξοι υπολογισμοί. Εντάξει, δεν μπορεί να είναι όλα ηρωικά σε αυτή την πορεία, αλλά το τέλος θα μας αποζημιώσει.

18.21: Ποιο τέλος; Να δεις, δε θα φτάσουμε ούτε στα Λουλουδάδικα.

18.23: Στιγμιαία ηθική ανάταση. Λευτεριά στην Παλαιστίνη.

18.25: Μα ο δρόμος που τραβάω δεν έχει τελειωμό...

18.30: Έχουμε διανύσει 150 ολόκληρα μέτρα, σε 15 λεπτά. Νέο ρεκόρ, ζηλεύει ο Μπομπ Κασσελάκης.

18.31: Με αυτόν τον ρυθμό θα φτάσουμε στην πρεσβεία λίγο πριν τα μεσάνυχτα.

18.40: Νιώθεις τη μέση σου κάπως σαν του Λάρι Μπερντ. Αν αποσυρθείς, σκέφτεσαι να ζητήσεις ένα φιλικό, προς τιμήν σου, με τους Μπόστον Σέλτικς. Λευτεριά στην Παλαιστίνη.

18.44: Δεν έχει καμία σημασία πού θα φτάσουμε, αρκεί να προχωρήσουμε λίγο. Ο τελικός προορισμός δεν είναι τίποτα, η κίνηση είναι το παν.

18.45: Συνειδητοποιείς ότι ο ρεφορμισμός γεννήθηκε ίσως σε κάποια πορεία προς την πρεσβεία. Και ο νόμος της βαρύτητας από ένα μήλο που έπεσε στο κεφάλι του Νεύτωνα. Ναι, αλλά όχι. Μα είναι κάτι πιο βαρύ -που με λερώνει...

18.55: Λευτεριά στην Παλαιστίνη. Και σε όλους γενικά.

19.00: Το βασανιστήριο συνεχίζεται. Είσαι έτοιμος να τα ομολογήσεις όλα και να δώσεις ονόματα. Μπήκα στην ΚΝΕ το 2001. Ιδρυτικό στέλεχος του ΚΚΕ είναι ο Νίκος Κοτζιάς...

19.04: Μα πραγματικά, τι τις θέλουμε τις διαδηλώσεις; Σκέτη ταλαι-πορεία έχει καταντήσει.

19.05: Και να σου πω κάτι; Δίκιο είχε ο Μπομπ Κασσελάκης, που έφυγε νωρίτερα.

19.06: Να τις καταργήσουμε, εντάξει; Δίκιο είχαν η Σώτη και οι άλλοι που μισούν το Πολυτεχνείο...

19.17: Στρίβουμε στην τελική ευθεία -εκεί που έστριψε λάθος ο Τσίπρας. Το ηθικό ανεβαίνει. Και ξανά προς τη δόξα τραβά.

19.22. Αδύναμη η σαρξ -έτσι γράφει και ο Μαρξ-, αλλά το φρόνημα αλύγιστο.

19.25: Ούτε σε εξορίες, ούτε σε φυλακές. Φονιάδες των λαών. Λευτεριά στην Παλαιστίνη.

19.30: Φτάνουμε στο πάρκο Ελευθερίας -με το άγαλμα του Λευτεράκη, που θα γίνει κάποτε του Λένιν. Ό,τι δε σε σκοτώνει, σε κάνει πιο δυνατό.

19.33: Ήξερες ότι στη Μυτιλήνη φωνάζουν «Αυτοί σκοτώσαν Λαμπράκη, Μυρογιάννη...»; Το λέει και ο 902.

19.40: Συνθήματα, παλμός, ρυθμικό βήμα. Μην καρτεράτε να λυγίσουμε -μήτε για μια στιγμή.

19.41: Ποτέ δεν κάμφθηκε το ηθικό μας. Και πάντοτε είχαμε πόλεμο με την Ανατολασία. Και τις ΗΠΑ.

19.50: Η πορεία ολοκληρώνεται. Μετράς ήδη αντίστροφα για την επόμενη. Λευτεριά στην Παλαιστίνη.

Στο τέλος φτάνουν, προτελευταίοι και καταϊδρωμένοι, διακόσιοι νοματαίοι του ΠΑΣΟΚ, που βρίσκουν καταφύγιο πίσω από το δικό μας πλήθος. Ο μόνος δρόμος είναι πίσω απ’ τα παιδιά.
Και πίσω από τον ήλιο (που ανατέλλει), το μπλοκ του ΣΥΡΙΖΑ, που είχε πανστρατιά με 100 νοματαίους. Οι 150 χιλιάδες που ψήφισαν τον Κασσελάκη, έστριψαν φαίνεται στην Κλαυθμώνος για ποτό, μαζί με τον ηγέτη.
Οι φευγάτοι του ΣΥΡΙΖΑ ήταν άλλοι τόσοι (ίσως λίγο παραπάνω) και πιο μπροστά, με άγνοια κινδύνου, κάνοντας πράξη τις 50 αποχρώσεις της σοσιαλδημοκρατίας και το σύνθημα Ένα, δύο, χιλιάδες Πολυτεχνεία ΠΑΣΟΚ. Εμπρός για της γενιάς μας τις αυταπάτες.
Και αν τελικά διασπαστεί, όπως λένε, και η περίπου ανύπαρκτη νεολαία ΣΥΡΙΖΑ, υπάρχουν διάφορες ιστορικές διασπάσεις στο εξωκοινοβούλιο -από τροτσκιστές μέχρι μαοϊκούς και αλτουσεριανούς, που αφορούσαν σίγουρα μεγαλύτερες οργανωτικές και περισσότερα άτομα.

Την ίδια ώρα η Μποφίλιου, που έχει πέσει μικρή στη χύτρα με την κομμουνιστική αισιοδοξία, το ζούσε ολόψυχα, στον δικό της ρυθμό, πηγαίνοντας με τους φοιτητές, που έχουν πάντα περισσότερο παλμό. Και στην πορεία πήγε. Και τις επιρροές της έφερε (μια σεφ από την πλατεία Αυδή, κοντά στο στέκι της). Και το «Ακορντεόν» τραγούδησε με παρέα. Και την τσάντα της με τη σημαία της Παλαιστίνης πήρε. Και ένα σωρό στόρι στο Ίνστα έκανε. Είχε πρόγραμμα (Λαοκρατία).

Και κατάφερε να εξοργίσει, άλλη μια φορά, τους δεξιούς τρόμπες, που δε χάνουν ευκαιρία να δείξουν ότι είναι εξαρτημένα μαντρόσκυλα του συστήματος, εκπαιδευμένα να γαβγίζουν σε οτιδήποτε κινείται (έστω και 150 μέτρα σε 15 λεπτά) και δε βουλιάζει στον βούρκο τους. Τώρα τρολ, τότε φιλήσυχοι πολίτες. Το παρακράτος έχει συνέχεια. Οι μάσκες του με τον καιρό αλλάζουν, μα όχι και το μίσος του για μένα και το Πολυτεχνείο. Και για την Μποφίλιου -τα ρούχα της, την τσάντα της...

Θα έπρεπε μια χρονιά να γιολάρουμε και να το ζήσουμε κι εμείς όπως κι αυτή. Να την πέσουμε πχ με καφέδες στα ψοφίμια της ΓΣΕΕ, που τόλμησαν και βγήκαν από τον τάφο τους. Ή να πηγαίναμε στην παγκόσμια πρωτοβουλία της Πατελικής Διεθνούς, που κατέθεσε στεφάνι, και να φωνάζαμε ρυθμικά Πού-τιν, Πού-τιν. Εμπρός στον δρόμο που χάραξε ο Βλαδίμηρος... (διπλής ανάγνωσης).

Η ώρα της αποτίμησης. Το Πολυτεχνείο ζει -και σπέρνει εφιάλτες. Σπάνια οι αστοί δημοσιολόγοι μιλάνε τόσο καθαρά, χωρίς προσχήματα, για αυτό που τους ενοχλεί και θέλουν να ξεριζώσουν. Το Πολυτεχνείο δεν είναι ο γενέθλιος μύθος της αστικής δημοκρατίας τους (στην τελική, με τα γενέθλια του Κόμματος συμπίπτει χρονικά). Αλλά μια ετήσια, καθιερωμένη, μαζικότατη πορεία, που καταλήγει στην πρεσβεία με συνθήματα ενάντια στον ιμπεριαλισμό, και δεν έχει όμοιά της στον δυτικό κόσμο.

Το Πολυτεχνείο δεν είναι μόνο η λάμψη εκείνης της εξέγερσης, που φωτίζει ακόμα, αλλά και η ιστορία όλων των πορειών, στην επέτειο της εξέγερσης. Ο Κουμής και η Κανελλοπούλου, ο Καλτεζάς, η λαοθάλασσα για την επίσκεψη του Κλίντον, οι πορείες ως την πρεσβεία του Ισραήλ και τα συνθήματα για την Παλαιστίνη. Είναι όλα όσα τους ενοχλούν και θέλουν να θάψουν, μαζί με την ιστορική μνήμη.

Το Πολυτεχνείο δε ζει μόνο στο φαντασιακό όσων συμμετέχουν. «Επιζεί» ακόμα και στην κοινή γνώμη, που την κόβουν και την ράβουν στα μέτρα τους, αλλά παρά τους τόνους φασιστικών σκουπιδιών και προπαγάνδας, θυμάται και τιμά το πνεύμα της εξέγερσης.

Γνωρίζει ότι υπήρξαν νεκροί στην εξέγερση και πως οι πρωταγωνιστές των γεγονότων δεν ταυτίζονται με τη λεγόμενη «γενιά του Πολυτεχνείου». Συμφωνεί με τον εορτασμό -ακόμα και με τις πορείες, με οριακή πλειοψηφία. Θεωρεί ότι η δημοκρατία στη χώρα μας λειτουργεί ολοένα και χειρότερα, αν δε μετατρέπεται σταδιακά σε αυταρχικό καθεστώς. Και ότι ο βασικός πολιτικός διαχωρισμός είναι μεταξύ των κομμάτων «του λαού και των μεγάλων συμφερόντων». (Ωστόσο, στο δημοσίευμα του ηλεκτρονικού Βήματος αυτή η κάρτα δεν εμφανίζεται πουθενά και έτσι ο αναγνώστης θα δει μόνο την «επιστημονική» εκτίμηση του Φαναρά που χαρακτηρίζει τον διαχωρισμό «λαϊκίστικο»).

Τι μας κρύβουνε...

Ακόμα και αν δεν υπήρχαν οι κομμουνιστές, όλα αυτά θα ήταν λόγος για τους αστούς να φοβούνται και να μισούν το Πολυτεχνείο. Τον φόβο του -και τον φόβο μας- να έχουν... Θα φροντίσουμε εμείς για αυτό.

Παρασκευή 17 Νοεμβρίου 2023

Τα καλύτερά τους χρόνια - Ένα «αχτίφ» για έναν ζεστό Νοέμβρη

Σας ενημερώνουμε πως λόγω της μεγάλης προσέλευσης, το ντοκιμαντέρ θα προβληθεί και στον χώρο έξω από το κτίριο Αβέρωφ...


Ποιος να το 'λεγε. Είναι μικρό-είναι μικρό το αίθριο. Αλλά είναι άκρως εντυπωσιακός χώρος. Αξίζει και με το παραπάνω να είναι η αφετηρία ενός ζεστού Νοέμβρη. Ή έστω ενός καυτού Οχτώβρη στο κοντινό μέλλον -που και αυτός πάντως Νοέμβρη είχε ξεκινήσει με το καινούριο ημερολόγιο. Λες για αυτό να μας λένε παλαιοημερολογίτες οι εχθροί μας, που νοσταλγούν τον «παλιό, καλό καιρό» της παμπάλαιας σοσιαλδημοκρατίας και της χαμένης μικροαστικής Ατλαντίδας τους;

Ζούμε την εποχή των τεράτων, όπως λέει ο Γκράμσι για την κοινωνία -και ο Βούτσης για τον Κασσελάκη- και της κλιματικής αλλαγής, όπου δε χρειάζονται εξεγέρσεις και η καύσιμη ύλη που κινεί την ιστορία, για να έχουμε έναν ζεστό Νοέμβρη και κατακαλόκαιρο μες στην καρδιά του χειμώνα, όπως έγραφε ο σπουδαίος λογοτέχνης Ραβάνης Ρεντής (όποιος δεν έχει διαβάσει το δικό του «Ημερολόγιο ενός Αντάρτη» δεν ξέρει τι θα πει αυτοκριτική για τους κομμουνιστές -και ας μην συμφωνεί σε όλα μαζί του). Αλλά το ζητούμενο παραμένει η επαναστατική αλλαγή του πολιτικού κλίματος, που θα ανεβάσει ψηλά το θερμόμετρο, για να σπάσει τον πάγο και να χαράξει τον δρόμο (και τα τραγούδια) της φωτιάς.
Πάρε τηλέφωνο τη μοναξιά σου...

Η χτεσινή προβολή του ντοκιμαντέρ της ΚΝΕ ήταν ένα εύκολο και προβλέψιμο sold-out, που αν είχε εισιτήρια, θα είχε ξεπουλήσει από την προπώληση. Αλλά αυτοί που ξεπουλήθηκαν στο πολιτικό γιουσουρούμ για ένα κουστούμ και μια θέση βουλευτή-υπουργού κτλ, δεν είχαν καμία θέση εδώ και ας έχουν ξεμείνει επικίνδυνα από επιλογές σαν επαγγελματίες γυρολόγοι, προχωρώντας και αναθεωρώντας.

Το μυστικό για να βρεις θέση να καθίσεις, ήταν να φύγεις λίγο πριν τελειώσει η κατάθεση στεφάνων από τα σωματεία του ΠΑΜΕ, με το που άνοιξε η αίθουσα. Αλλά έτσι θα έχανες κάποιες συγκινητικές στιγμές, όπως την κατάθεση λουλουδιών από την Ένωση Εργατών Μπαγκλαντές ή τα στεφάνια του Βασίλη Δούρου (πολιτικός κρατούμενος της χούντας) και της αδερφής του Μυρογιάννη, που τον εκτέλεσε εν ψυχρώ, την Κυριακή μετά την εξέγερση, ο Ντερτιλής και καμάρωνε κυνικά -με παραδέχεσαι ρε...; Κι όμως, τα σταγονίδια που τον νοσταλγούν δεν παραδέχονται τίποτα -και πρωτίστως τους νεκρούς του Πολυτεχνείου.

Το πλήθος ήταν μια μικρή λαοθάλασσα, αλλά άνοιγε σαν την Ερυθρά -βασικά μόνο διάδρομο με αψίδα από κοντόξυλα και θριαμβευτικά «όλε» δεν έκανε- στους βετεράνους αγωνιστές και αγωνίστριες, που έφταναν ακόμα και με Πι, ή στον Κούτσι που ερχόταν κούτσα-κούτσα, μετά την επέμβαση που έκανε. Είναι αν μη τι άλλο συγκινητικό να τους βλέπεις εδώ παρόντες -ίσως στην τελευταία στρογγυλή επέτειο που είναι όλοι μαζί, πριν αρχίσουμε να μετράμε αρκετές απώλειες και επιζώντες, όπως με τη γενιά της Αντίστασης.

Παρόντες και μάχιμοι, μισό αιώνα μετά, παιδιά του Νοέμβρη και του Φλεβάρη (της Νομικής του ’73, αλλά και των συλλήψεων του ’74) και πάντα Κνίτες στην ψυχή, γιατί μια φορά Κνίτης, πάντοτε Κνίτης -εξαιρούνται ο Τσίπρας, ο Θεοδωρικάκος κι όσοι άλλοι εξαργύρωσαν το παρελθόν τους στο χρηματιστήριο). Κι αν η λεχώνα ζωή έβγαλε τις ελπίδες τους ανεμογκάστρι, έρμαιο στους ανέμους της Αλλαγής και των ανατροπών, η μοναδική αδιάψευστη ελπίδα είναι ο αγώνας ως το τέλος.

Κι είναι ακόμα πιο σημαντικό ότι όσο μεγαλώνουν, πληθαίνουν αντί να μειώνονται τα μέλη της γενιάς που μας (επανα)προσεγγίζουν και φεύγουν κάθε φορά με βουρκωμένα μάτια. Μπορεί να γίνει μια ΚΟΒ βετεράνων του Πολυτεχνείου, που να έχει δράση, πλάνο για στρατολογίες και χαρτογράφηση, αλλά με κωδικούς και ψευδώνυμα, όπως παλιά, για να μην πέσουν στα χέρια της ασφάλειας, γιατί το αίμα νερό δε γίνεται και κάποιες συνήθειες δε φεύγουν ποτέ -σαν τους παλιούς Οπλατζήδες που τηρούσαν συνωμοτικά μέτρα αυτοπροστασίας ακόμα και στις κομματικές συνεστιάσεις και έφευγαν πάντα λίγο πριν το τέλος, που γινόταν συνήθως το πέσιμο των παρακρατικών.


Το δίωρο ντοκιμαντέρ για τον ζεστό Νοέμβρη έχει άπειρο υλικό και τροφή για σκέψη. Θα αναφέρω παρακάτω μερικά σημεία, εντελώς ενδεικτικά, χωρίς πρόθεση να κάνω χαλάστρα (σποϊλεριά) σε όσους δεν το έχουν δει ακόμα -αλλά θα έχουν αρκετές ευκαιρίες να το κάνουν στο άμεσο μέλλον.

Ο Χαλβατζής δούλευε ως νέος στην Καστοριά, στα γουναράδικα. Εκεί «έδωσε ραντεβού» με την Ασφάλεια, που ήρθα να τον συλλάβει.

Η μάνα της Αλέκας (Δρόσου) είχε καλύτερο πολιτικό κριτήριο από τη διεύθυνση της «Αυγής» για την επικείμενη δικτατορία και σχολίαζε «σας τα έλεγα» στους δικούς της, όταν έγινε, μολονότι αρχικά πίστευε πως την είχε κάνει ο Κανελλόπουλος. Αυτή ξύπνησε την Αλέκα τη νύχτα -σήκω μωρή...- για να ακούσει τις ερπύστριες των τανκς και να μην την πιάσουν με τις πιτζάμες, την ίδια νύχτα. Αλλά ο λόγος που τελικά δεν την συνέλαβαν αμέσως, όταν ήρθαν να πάρουν τον πατέρα της, είναι ότι ο δικός της φάκελος δεν ήταν στο τοπικό Α.Τ. αλλά στο Σπουδαστικό της Ασφάλειας. Και όταν επέστρεψαν για αυτήν, μετά από κάνα δίωρο, είχε πετάξει το πουλάκι.
Παντού αθάνατη ελληνική γραφειοκρατία...

Όταν πήγαν να συλλάβουν τον Θανάση Παπαρήγα, μετά το Πολυτεχνείο, η Αλέκα ήταν έγκυος στο δεύτερο παιδί, που τελικά το έχασε (και δε σπούδασε σε ιδιωτικό για να το μνημονεύουν μέχρι σήμερα οι κολλημένοι). Αλλά δεν κρατιόταν να μην πάει στο Πολυτεχνείο, με την κοιλιά σχεδόν τούρλα. Και την στενοχωρούσε ο Θανάσης που ήταν απονήρευτος και δεν καταλάβαινε πού θα του χρησίμευε, εν μέσω ενός ζεστού Νοέμβρη, το πιο χοντρό παλτό του, για να αντέχει καλύτερα το ξύλο και τα χτυπήματα στην Ασφάλεια.

Είναι συγκλονιστικό να βλέπεις τον Γόντικα, που πρακτικά οι βασανιστές του τον έχουν αφήσει χωρίς φτέρνες, να διηγείται αποστασιοποιημένος και ψύχραιμος τα βασανιστήρια, λες και τα είχε υποστεί κάποιος τρίτος. Και τον Χαλβατζή να σημειώνει το τεράστιο εύρος τους, από τη φάλαγγα, το εκτυφλωτικό φως ή την παντελή απουσία φωτισμού για να χάνεις την αίσθηση του χρόνου στην απομόνωση, μέχρι το να πληροφορείσαι πχ δύο χρόνια μετά την απώλεια κάποιου πολύ δικού σου ανθρώπου...
Και αφού πιάσαμε τη λέξη, ένα από τα βασικά συμπεράσματα -που πάντα πρέπει να βγαίνουν-, όπως λέει ο Γόντικας, είναι ότι σήμερα μπορεί να μην έχουμε χούντα, αλλά η δικτατορία του κεφαλαίου εξακολουθεί να τσακίζει δικαιώματα, ελευθερίες και ανθρώπινες ζωές.

Όταν έπιασαν πρώτη φορά τον Γόντικα, του έριξαν το δόλωμα τι σκοπεύει να κάνει αν τον αφήσουν ελεύθερο και αυτός τους είπε χωρίς να διστάσει στιγμή ότι θα τους πολεμήσει. Ας αναλογιστούμε πόσοι θα προτιμούσαν στη θέση του να κάνουν την πάπια, πόσοι αγαπάνε κάποια υποκατάστατα (ερζάτς) δήθεν ελευθερίας και πόσο λίγοι αγαπούν την πραγματική ελευθερία, που σημαίνει συνείδηση της αναγκαιότητας και αγώνας για να την κατακτήσεις.
Έχουμε τη ζωή πολύ, πάρα πολύ αγαπήσει. Τόσο ώστε να είμαστε σε θέση να την θυσιάζουμε για κάποιον συλλογικό σκοπό.

Η πιο συγκινητική ίσως στιγμή του ντοκιμαντέρ είναι η αναφορά του Χαλβατζή στους αφανείς ήρωες, που στήριζαν τον αγώνα και τους οργανωμένους αγωνιστές που χρειάζονταν καταφύγιο (τα... «κρησφυγέτα» -sic-, όπως τα είπε κάποια στιγμή ο Κουτσούμπας) ή άλλου είδους στήριξη. Και η ιστορία ενός απολυμένου πολιτικού κρατούμενου, που επέστρεψε στη δουλειά του και όταν μπήκε να αλλάξει στο καμαρίνι, οι συνάδελφοί του πετούσαν κρυφά από τις τρύπες όσα κέρματα είχαν και δεν είχαν από το υστέρημά τους.

Ο ΓΓ ήταν πρωτοετής φοιτητής στη Νομική, πριν οργανωθεί στο Κόμμα, παρών στη συνέλευση της 14ης Νοέμβρη, όταν ακούστηκε μια φωή πως γίνονται συμπλοκές με την αστυνομία στο Πολυτεχνείο, που τελικά αποδείχτηκε πως δεν ήταν άλλη από του Μαυρογένη (πώς μας ενώνει και πώς μας δονεί του Μαυρογένη φωνή...). Και έτσι ήταν ανάμεσα στους 300 που κατευθύνθηκαν εκεί με πορεία και πήραν την απόφαση να κλειστούν μες στο Πολυτεχνείο. Ώρα είναι να μας πουν πως το περιβόητο φύλλο 8 της Πανσπουδαστικής κατήγγειλε ως προβοκάτορα και τον Κουτσούμπα.
Μα πού τα βρίσκετε τέτοια φυντάνια;

Αντιθέτως θα μπορούσε να υπάρξει μια επανόρθωση για την καταγγελία κατά του Μαυρογένη -που την ίδια στιγμή ήταν μερικά μέτρα πιο εκεί, σε μια άλλη εκδήλωση στον χώρο του Πολυτεχνείου. Να δεις που θα μπει στον Τόμο του Δοκιμίου, που κυκλοφορεί οσονούπω...

Τα παράνομα μέλη της ΚΝΕ -που ιδρύθηκε σε βαθιά παρανομία από 5 ανθρώπους- ήταν παντού, όπου υπήρχε ζωή και νεολαία, και έπρεπε να δρουν με φαντασία και ευρηματικότητα, να κόβουν αντιδράσεις στις εκδρομές όταν έμπαιναν τραγούδια του Μίκη ή να κάνουν πολιτιστικές εκδηλώσεις πχ για τον Πικάσο και τη δικτατορία στην Ισπανία, παίρνοντας έμμεσα αφορμή να μιλήσουν υπαινικτικά και για τα καθ’ ημάς.

Η δεύτερη πιο (ή εξίσου) συγκινητική στιγμή ήταν η παραδοχή του Γ. Καραγιάννη πως νιώθει ακόμα Κνίτης και πως η πιο ευτυχισμένη περίοδος στη ζωή του ήταν αναμφίβολα τα χρόνια της ΚΝΕ!

Με έναν πύραυλο Γκαγκάριν
Φτάσαμε ως το φεγγάρι (...)
Δεν ξεχνιούνται, θα δεις, τα καλύτερα χρόνια.

Τα οποία, ως τηλεοπτική παραγωγή, μπορεί να μην αναφέρονται ευθέως στην ίδρυση της ΚΝΕ, μπορεί να έχουν κάποιες στιγμές Πασοκικής αφέλειας, αλλά είναι απροσδόκητα αξιόλογη σειρά, με μηνύματα που δεν περνάνε συχνά το τείχος της σύγχρονης αόρατης λογοκρισίας, για να βρουν χώρο στους τηλεοπτικούς δέκτες.

Για τα πολιτικά συμπεράσματα, υπάρχει η έκδοση της ΚΕ για την εξέγερση και το υπό έκδοση Δοκίμιο Ιστορίας. Εντελώς περιληπτικά, λοιπόν, θα αναφέρω τα εξής:

-Όταν υπάρχει πρωτοπορία, ο λαός θα δείξει τις δικές του δυνατότητες (Αλέκα).
-Η τελική έκβαση της κατάληψης και η επέμβαση της χούντας, κρίθηκε όταν έπαψε να είναι αμιγώς υπόθεση των φοιτητών και κατέβηκε μαζικά ο λαός στους δρόμους (Αριάδνη Αλαβάνου).
-Ακόμα και μια επαναστατική κατάσταση μπορεί να προκύψει αυθόρμητα, να μην είναι σχεδιασμένη και οργανωμένη από πριν. Αλλά οι κομμουνιστές πρέπει να μπαίνουν πάντα μπροστά, σε οποιαδήποτε κατάσταση (Κουτσούμπας).
-Οι αδυναμίες των κομμουνιστών στη συγκυρία δεν ακυρώνουν την προσφορά τους (Γόντικας).

-Το αυθόρμητο ξέσπασμα δεν ήρθε στον αέρα. Το Πολυτεχνείο ήταν η κορύφωση της ανόδου του φοιτητικού κινήματος. Αν δεν είχε συμβεί αυθόρμητα τότε, θα εκδηλωνόταν σε κάποια άλλη χρονική στιγμή. Όσοι λένε πως η ΚΝΕ δεν το ήθελε, είναι εκτός πραγματικότητας και διαστρεβλώνουν τα γεγονότα (Καραγιάννης).

-Τα βασικά διδάγματα είναι ότι χρειάζονται:
Σωστές θεωρητικές επεξεργασίες, πρόγραμμα και στρατηγική.
Ισχυρές κομματικές οργανώσεις.
Ετοιμότητα για κάθε ενδεχόμενο, σα να ήταν να έρθει το ξέσπασμα την επόμενη μέρα, αλλά με υπομονή και γνώση ότι μπορεί να έρθει ακόμα και τον άλλο αιώνα (Κουτσούμπας).

Κανένα κόμμα δεν μπορεί να νικήσει, αν δεν έχει οργανώσεις -πόσο μάλλον μια στρατιωτική δικτατορία.
Το Κόμμα είχε ενδείξεις και πληροφορίες για το πραξικόπημα αλλά φάνηκε ανέτοιμο να το αντιμετωπίσει στην πράξη. Βρήκε όμως τη δύναμη να απαλλαγεί εν μέσω παρανομίας από τις διαλυτικές δυνάμεις, να ανασυγκροτήσει τις οργανώσεις του και να ανασυστήσει την ΚΝΕ.

Η επιλογή των σωστών συνθημάτων δεν ήταν εύκολη υπόθεση και δόθηκε σκληρή μάχη πχ για να γραφτεί το «έξω αι ΗΠΑ, έξω το ΝΑΤΟ» στην πύλη του Πολυτεχνείου (Καραγιάννης). Τα συνθήματα δεν έπρεπε να είναι ούτε νερόβραστα, ούτε και απογειωμένα, πχ «κάτω η θρησκεία/το κράτος» κοκ, με περιεχόμενο που δε θα συσπείρωνε κανέναν και... «δε θα ερχόταν ούτε η μάνα μας» (Τόκας).

Υπάρχει μια δύσκολη ισορροπία για να αναδειχθούν σωστά οι αιτίες της χούντας, που προέκυψε από εσωτερικούς παράγοντες και την κρίση του αστικού πολιτικού συστήματος*, αλλά είχε την ανοιχτή στήριξη των ΗΠΑ από την πρώτη μέρα -και δε θα μπορούσε να σταθεί δεύτερη, χωρίς τη δική τους συγκατάθεση. Είναι κρίσιμο να μην αθωώσεις κανέναν, βγάζοντάς τον έξω από το κάδρο των ευθυνών.

*Η κρίση αυτή συνίστατο στην ύπαρξη δύο διαφορετικών κέντρων εξουσίας, της εκτελεστικής (κυβέρνηση) και του παλατιού. Αυτή ήταν ένα είδος (βασικά καρικατούρα) «δυαδικής αστικής εξουσίας», που έκανε τον Καραμανλή να αναφωνήσει με απόγνωση: Ποιος κυβερνά επιτέλους αυτόν τον τόπο; (Μπρεζνιεφικό απολίθωμα)
Δικός μου και ο αδόκιμος νεολογισμός περί
αστικής δυαδικής εξουσίας.


Και πώς μας φάνηκε τελικά, σύντροφοι;

Στο τέλος της προβολής έβλεπες αρκετά βουρκωμένα μάτια. Αλλά δεν υπήρχε εκμαίευση συναισθήματος ή κάποια εύκολη συγκίνηση. Ήταν εκείνη η συγκίνηση που προκύπτει από την κίνηση, τη γνώση, την πολιτική ουσία όσων είδαμε και ακούσαμε.

Το ντοκιμαντέρ είχε πρωτοποριακή χρήση animation (κινούμενων σχεδίων), που νομίζω πως είναι πολύ καλύτερη λύση από τις δραματοποιημένες σκηνές με επαγγελματίες και ερασιτέχνες ηθοποιούς. Είχε μεράκι, τεράστιο όγκο δουλειάς, πληθώρα στοιχείων και είναι βέβαιο -σχεδόν νομοτελειακό- πως θα το αγκαλιάσει το ευρύ κοινό.

Αλλά τι θα ήταν η ζωή αν δεν ήμασταν αντιδραστικά στοιχεία, για να επισημάνουμε αδυναμίες και "αρνητικά";

Ο τίτλος, παρμένος από το έργο του Ραβάνη-Ρεντή, είναι εμπνευσμένος αλλά ίσως κάπως παραπλανητικός. Το ντοκιμαντέρ καταπιάστηκε συνολικά με την επταετία της χούντας και τις συνέπειες ενός παγωμένου Απρίλη και όχι μόνο με τον ζεστό Νοέμβρη ή τα προλεγόμενά του. Η πρώτη ώρα αναφέρεται εκτενώς στις αιτίες του πραξικοπήματος, τις δυσκολίες της παρανομίας, τα βασανιστήρια και τα ξερονήσια, την ίδρυση της ΚΝΕ κτλ και μόλις στη δεύτερη ώρα μπαίνουμε στο «σωτήριο ’73», όπως το αποκάλεσε η Αλαβάνου.

Μια άλλη σφισσα είπε εύστοχα ότι ήταν ένα αχτίφ σε συσκευασία ντικιμαντέρ, που θέλησε να τα βάλει όλα: πώς φτάσαμε στη δικτατορία, ποιες ήταν οι δυσκολίες, πώς τις αντιμετωπίσαμε, τι στρατηγική είχαμε, τι έγινε μετά το Πολυτεχνείο -με τις συλλήψεις του Φλεβάρη του ’74.
Η δική μου αίσθηση είναι πως θα μπορούσαν να χωρέσουν ακόμα πιο πολλα πράγματα (περισσότερες μαρτυρίες, αρχειακό υλικό και ανάλυση) σε λιγότερο χρόνο -πχ με πιο σφιχτό μοντάζ. Κάλλιο λιγότερα και καλύτερα, που έγραφε κάπου και ο Βλαδίμηρος, αλλά έξω από τον χορό πολλά τραγούδια λες.

Σε κάθε περίπτωση, είναι μια παραγωγή που αξίζει και επιβάλλεται να δείτε. Αλλά τα καλύτερα ντοκιμαντέρ μας δεν τα έχουμε φτιάξει ακόμα. Όπως και τις εξεγέρσεις μας, άλλωστε.

Τρίτη 3 Ιανουαρίου 2023

El maestro de kolotoumba – Ένας Παπακαλιάτης της πολιτικής

Λίγο πριν σβήσουν τα φώτα, ο Ανδρουλάκης στρέφει ξανά τους προβολείς πάνω του, γιατί δεν μπορεί να ζήσει χωρίς την προσοχή μας, και κάνει τα πάντα για να την τραβήξει, με μια σειρά επικοινωνιακά ταρατατζούμ και διαβολικά κόλπα, που τα αγιάζει ο ιερός σκοπός των πωλήσεων.

-Μη! Μη Μίμη! Όχι τον Μίμη! Είναι παγίδα…

Το βιβλίο του Ανδρουλάκη ανήκει σε εκείνη την κατηγορία των προϊόντων που επιβεβαιώνουν τον κανόνα πως δεν υπάρχει αρνητική διαφήμιση. Ντόρος να γίνεται, οι πωλήσεις να ανεβαίνουν. Και κάθε αναφορά, θετική ή επικριτική, βοηθάει σε αυτόν τον σκοπό. Ιδίως αν είναι επικριτική. Διόλου τυχαία, το βιβλίο του θεωρείται από τα πλέον πολυσυζητημένα της χρονιάς που έριξε αυλαία πριν από λίγες μέρες.

Αν όλος αυτός ο ντόρος ήταν μια παγίδα για να πάρει το βιβλίο ο κόσμος από περιέργεια, η κε του μπλοκ έπεσε με τα μούτρα, και βασικά συνειδητά, εν γνώσει των συνεπειών. Και αν εξαρτάται από τη δική της γνώμη – συμβουλή το αν θα πέσουν και άλλοι, θα ήταν σε δίλημμα για την τελική της απόφα-ν-ση: Θα μπορούσε ίσως, αλλά όχι σε αυτήν την τιμή. Μπορείτε να το δανειστείτε από άλλον. Ή να περιμένετε να φύγει από την ενιαία τιμή –και την επικαιρότητα. Αλλά ως τότε θα έχει βγει κι ο δεύτερος τόμος, με επιπλέον λόγους να στολίζουμε τον συγγραφέα.

Σε κάθε περίπτωση, μπορούμε να δούμε κάποιες παραμέτρους και να ξαναδούμε στο τέλος το ερώτημα προς τα πού γέρνει η πλάστιγγα. Στη σωστή πλευρά της ιστορίας, είναι a priori η σωστή απάντηση. Και ο Μίμης έχει πολλά χρόνια που την εγκατέλειψε συνειδητά, θεωρώντας πως βουλιάζει κι ας κατέληξε ο ίδιος ναυάγιο –αν δηλαδή ήταν ποτέ ουσιαστικά οργανικό της κομμάτι, υπηρετώντας κάποιον σκοπό πέρα από τις δικές του φιλοδοξίες.

Ξεκινώντας να διαβάζεις ένα βιβλίο του Μίμη, δεν είσαι απλά υποψιασμένος αλλά περίπου βέβαιος για αυτά που θα συναντήσεις και πως κάποια στοιχεία θα εμφανιστούν νομοτελειακά, όπως οι βασικές, υποχρεωτικές κινήσεις στο πρόγραμμα του καλλιτεχνικού πατινάζ. Κι αν δεις τριπλό άξελ και κυβιστήσεις, από άτομα που ξεχνάνε σε μια νύχτα τις πολιτικές τους αρχές, θα σου φύγει το καφάσι του Γιατρομανωλάκη…

Ξέρεις πχ πως θα φας υποχρεωτικά στη μάπα μπόλικη εγωπάθεια και ναρκισσισμό και ότι όλες σχεδόν οι γυναίκες υποκύπτουν στην ακαταμάχητη γοητεία του Μίμη, όπως περίπου συμβαίνει στα σίριαλ του Παπακαλιάτη: από δεξιές, κεντρώες μέχρι αριστερές, και από μάνες μέχρι παιδιά στην ενηλικίωση –για να μη γίνουν δυσάρεστοι συνειρμοί με τον Λιγνάδη.

Ελάχιστες εκπλήξεις και (οπορτουνιστικές) παρεκκλίσεις μπορεί να περιμένει κανείς από αυτό το σενάριο. Πχ να πει ο Ανδρουλάκης νάρκισσο κάποιον άλλον (τσεκ, γίνεται στο εν λόγω βιβλίο) και ο γάιδαρος τον πετεινό κεφάλα. Ή να πει κάποια πρωταγωνίστρια τον Παπακαλιάτη «μαλάκα» (τσεκ, σε μια από τις ταινίες του). Αυτό το τελευταίο είναι κάτι που λείπει πραγματικά από τα βιβλία του Μίμη, οπότε συμπληρώνουν το κενό αναγκαστικά οι αναγνώστες του.

Σε έναν δίκαιο κόσμο (αλλά δε ζούμε σε τέτοιον) το επόμενο σίριαλ του Χριστόφορου θα ήταν για τη ζωή του σύντεκνου, συντοπίτη Μίμη, που είναι γεμάτη περιπέτεια και περιστατικά από τις ζωές των άλλων (όχι την ταινία, κυριολεκτικά). Κι εσύ να ψάχνεις να βρεις από ποια ταινία/σειρά έκλεψε ο ένας τις σκηνοθετικές ιδέες του και από ποιον σύντροφο ο άλλος τις αναμνήσεις «του». Να κάνει ο Καταλειφός τον Χαρίλαο, η Καβογιάννη την Αλέκα στον ρόλο της ζωής της, και η Χαρούλα Αλεξίου τη Δαμανάκη (ωχ θε μου, θε μου), που φεύγει (από το Κόμμα) και αφήνει πίσω της συντρίμμια… αλλά γκρεμίζει έκτοτε ό,τι βρει στο διάβα της, από τον Συνασπισμό ως το κραταιό ΠΑΣΟΚ. Και ο Παπακαλιάτης, ως Ανδρουλάκης και άνδρακλας μαζί, να πετάει ατάκες για την «Παπαρήγα την καλή», όπως στους Απαράδεκτους, γιατί καλό είναι να τα έχεις καλά με το Κόμμα. Και όταν δεις πως δεν έχει προσβάσεις στο σύστημα, να φεύγεις τρέχοντας σαν ποδοβολητό Σελήνης και σαν τον Μίμη το ’91. Ήσουν ποντίκι και δεν το ήξερες

Μια σειρά για τον Μαέστρο της πολιτικής κυβίστησης, που ήταν συμπτωματικά μέλος-και όχι αρχηγός- μιας Κόκκινης Ορχήστρας, και εδώ και τρεις δεκαετίες γράφει ένα βιβλίο κάθε χρόνο κατά μέσο όρο, γιατί πρώτα ζούμε και μετά γράφουμε. Και ο Μίμης, που έζησε δέκα ζωές στα νιάτα του (μαζί με αυτές που έκλεψε), δεν έχει σοβαρή ενεργό πολιτική δράση από το ’93, κι ας πέρασε για λίγο απ’ τη Βουλή, κι ας φαντασιώνεται ότι είναι μια δεξαμενή πολιτικής σκέψης από την οποία αντλούν οι μεγάλοι πολιτικοί ηγέτες (ε, πρόεδρε!). Έτσι, ελλείψει ζωής αφιερώθηκε στο β’ ημίχρονο στη συγγραφή και ελλείψει άλλων αξιών εξαργύρωσε όσα κρυμμένα τιμαλφή είχε στο πολιτικό γιουσουρούμ, για ένα κυβερνητικό κουστούμ'.

Συνεπώς, όταν ισχυρίζεται πως σπάει τη σιωπή του για τον φάκελο του Πολυτεχνείου, 49 χρόνια μετά από τα γεγονότα (ούτε καν 50, σαν παραχώρηση σταδίου σε ΠΑΕ), το μόνο που σπάει είναι το ρεκόρ φλυαρίας του και τα νεύρα των άλλων. Μας το επιβεβαιώνουν οι παλιοί του σύντροφοι στην κοινή επιστολή 15 βετεράνων αγωνιστών της Αντι-Εφεε, όπου γράφουν:

"Ο ίδιος υποστηρίζει πως μιλάει για πρώτη φορά ύστερα από 49 χρόνια, προφανώς για να δώσει μια ακόμη δραματική ένταση στη «μαρτυρία» του. Τον διαψεύδει ο εαυτός του. Καθένας που ενδιαφέρεται μπορεί να ανατρέξει στις πολλές προηγούμενες και έντυπες δημόσιες αφηγήσεις του. Σε αυτές, όπως και στην τωρινή, προσθέτει ή αφαιρεί σκηνές από τον αντιδικτατορικό βίο του ανάλογα με τις πολιτικές ή προσωπικές επιδιώξεις του της στιγμής."

Το επιβεβαιώνει και ο ίδιος –όπως λέει το κείμενο των 15-, αγωνιώντας να διαφημίσει παλιότερα βιβλία του και γεμίζοντας το τελευταίο με αναφορές-παραπομπές σε αυτά. Πιστοποιεί έτσι ότι δεν πρόκειται για άγνωστες ιστορίες από την κρύπτη του κινήματος, αλλά για πολυκαιρισμένα τεύχη που έχει ξαναπουλήσει –σιγά μην τα άφηνε- και τα επαναφέρει ως καινούρια, σαν τα κομματάκια του Τείχους του Βερολίνου, που δεν τελειώνουν ποτέ. «Είμαι ένα από αυτά», θα μπορούσε να μας διηγηθεί σε ένα μελλοντικό βιβλίο του ο Μίμης, για να αποκτήσει συλλεκτική αξία ως πυρότουβλο. Ενώ και ό,τι καινούριο γράφει, μάλλον δεν είναι καν δικό του αυθεντικό βίωμα, όπως σημειώνει το ίδιο κείμενο των 15, αποδίδοντάς του ως ρετσινιά την ωραία λέξη «κλεπτομνήμων».

"Ο Μίμης Ανδρουλάκης αναφέρεται σε πολλά και σε πολλούς. Για τα περισσότερα όμως δεν παραθέτει καμία ιστορική πηγή. Κανένα αντικειμενικό στοιχείο που να επιβεβαιώνει τα λεγόμενά του. Αντί αυτού λειτουργεί ως αδίστακτος κλεπτομνήμων, υφαρπάζοντας αφηγήσεις άλλων που παρουσιάζει δικές του ως προσωπικές μαρτυρίες προκειμένου να δώσει ισχύ στους αναπόδεικτους ισχυρισμούς του. Τσιμπολογάει περιστατικά και φράσεις, τα μεταπλάθει σε διαλόγους, που παραθέτει εντός εισαγωγικών, και τα πλασάρει με τρόπο που να φαίνεται ότι ήταν «αυτόπτης μάρτυς». Και όπου δυσκολεύεται ή δεν έχει υλικό προς απαλλοτρίωση που να τον βολεύει ή θέλει να προσδώσει μεγαλύτερη δραματική ένταση στα λεγόμενά του, καταφεύγει στο ακόμα πιο εξωφρενικό: επικαλείται λόγια που του έχουν δήθεν «εκμυστηρευτεί» ή «εξομολογηθεί» ακριβοί σύντροφοι που από χρόνια δεν βρίσκονται στη ζωή και, φυσικά, δεν μπορούν ούτε να τον διαψεύσουν ούτε να τον επιβεβαιώσουν."

Ξεκινώντας λοιπόν την ανάγνωση, είσαι προετοιμασμένος για όλο το αμίμητο πακέτο του Μίμη. Απύθμενο εγωκεντρισμό, ναρκισσισμό, κοπέλες που ανακαλύπτουν το σημείο G τους ανάμεσα στα αυτιά και το μυαλό τους με όσα λέει ο Μίμης (πού και να είχε δηλαδή το παράστημα του Μίκη και του Χαρίλαου –ή έστω του Χριστόφορου) και πέφτουν ανάσκελα. Φαφλατάδικες αναλύσεις επί παντός του επιστητού και επιστημονικού πεδίου, που θα ήταν ίσως ευχάριστες, λογοτεχνίζουσες συγγραφικές ασκήσεις, αν δεν τις πλάσαρε με το αλαζονικό ύφος της αυθεντίας. Και προφανώς αντικομμουνισμό με το βαμβάκι, θεωρητική υπέρβαση του Μαρξ (ιδεολογικό ΜΑΤ σε δυο σελίδες) και άπειρα προσωπικά κατορθώματα. Εσείς γνωρίζατε πως ο Μίμης έγραψε περίπου μόνος του όλη την έκθεση του ΚΚΕ για τα γεγονότα του Πολυτεχνείου το ’76, αλλά την άλλαξε αριστοτεχνικά ο Φαράκος στα κρίσιμα σημεία; Διάβασε Μίμη, και θα δεις…

Ο –κατά Μίμη- Μίμης δεν είχε (απλώς) παντού και πάντα δίκιο. Είχε σταθερές αμετακίνητες αρχές και αξίες, που ακολουθούν ευέλικτα τις πολιτικές του μετακινήσεις. Πολεμούσε πάντα την Ανατολασία, με τις σημερινές του σοσιαλδημοκρατικές ιδέες, πάλευε μέσα από το Κόμμα για την οργανωτική του υπέρβαση (να μια ενδιαφέρουσα ομολογία) και για έναν νέο πολιτικό αστερισμό της νέας Αριστεράς, χωρίς στεγανά και ένα μόρφωμα χωρίς μορφή, όπως ταιριάζει σε όσους παίρνουν το σχήμα του συρμού.

Εισαγωγικά ο Ανδρουλάκης σημειώνει πως εμείς είμαστε οι άλλοι (που ίσχυε ακριβώς επί λέξει στο 13ο Συνέδριο, όταν τόσα στελέχη πέρασαν στην άλλη όχθη του Αχέροντα και έλεγαν για μας πως έχουμε πεθάνει). Είμαστε δηλαδή το άθροισμα των ανθρώπων που μας περιβάλλουν και μας επηρεάζουν. Ο κύκλος μας καθορίζει την προσωπικότητα και τις προσλαμβάνουσές μας, άλλο αν τελικά άπαντες υπάρχουν για να εγγράφονται στον κύκλο του Ανδρουλάκη, που τους επισκιάζει σα φωτεινός (ανατέλλων) ήλιος – παντογνώστης.

Όλα αυτά τα ξέρεις εκ των προτέρων. Τα συνυπολογίζεις, οπλίζεσαι με υπομονή και μαζοχισμό για να τα αντιμετωπίσεις και περιμένεις κάποια αποζημίωση από τυχόν παράπλευρα οφέλη: κάποιο ενδιαφέρον κουτσομπολιό, ένα ζουμερό παρασκήνιο, μια ωραία ιστορία με γαργαλιστικές λεπτομέρειες, από αυτές που άκουγες μικρός για το 13ο Συνέδριο για να αδειάσεις το πιάτο σου, και σε τρέφουν πολιτικά(ντικα), με αστικό πατατάκι –και ξύγαλο στο Γιουσουρούμ (όχι αυτό που ξεπουλήθηκε ο Μίμης).

Μια τέτοια ιστορία, για παράδειγμα, μου είπε μεταξύ τύρου και ξύγαλου ένας σφος, για το Κόμμα (ένα είναι το Κόμμα) και το Συνέδριο (ένα είναι το Συνέδριο, τότε που ήμασταν από δυο κόμματα κομματικοί και παραλίγο να μέναμε χωρίς κόμμα), που παιζόταν ποιος θα έχει τους συσχετισμούς. Και οι σφοι στο αυτοκίνητο που μετέφερε τους αντιπροσώπους της οργάνωσης από την επαρχία, κοιτάζονταν καχύποπτα μεταξύ τους, πεθαμένες καλησπέρες που έλεγε και ο Άλκης, μέχρι που μια τυχαίως (;) ερριμμένη ατάκα επιβεβαίωσε πως ήταν όλοι από τη σωστή πλευρά της ιστορίας –που δεν τελείωσε το ’89- και έλιωσαν αυτομάτως οι πάγοι και το ψυχροσυντροφικό κλίμα. Έναν αναθεωρητή είχαμε μόνο, πάει, τον πήραν χτες, έφυγε...

Κι ελπίζω να μη δω τώρα γραμμένη την ιστορία στο επόμενο βιβλίο του Μίμη…

Μια τέτοια ιστορία, για αντιπαράδειγμα, δεν είναι οι οικογενειακές καταβολές του Ανδρουλάκη, που παρατίθενται επί μακρόν, με εξαντλητικές (για τον αναγνώστη) λεπτομέρειες και ακατάσχετη φλυαρία, που συνδέει γενεαλογικά τον Μίμη με όλα τα επαναστατικά γεγονότα του νησιού –κι όχι μόνο- δείχνοντας πως α. στην Κρήτη είναι όλοι ένα τεράστιο σόι με ενδοοικογενειακές αντιθέσεις και βεντέτες και β. ότι ο αθεράπευτος ναρκισσισμός του Μίμη επεκτείνεται στο οικογενειακό του δέντρο, που είναι ολόκληρο δάσος. Κι ας μην έχει κορμο-στασιά δέντρου ο ίδιος, παραπέμποντας μάλλον σε ναρ-κισσο ως πρόσωπο (απλή συνωνυμία με το γνωστό ρεύμα) και δη αναρριχητικό, για να ανέβει γρήγορα στην ιεραρχία.

Όλα αυτά αποτελούν θεωρητικά καρπό πολύχρονης προσωπικής μελέτης του συγγραφέα για τις ρίζες του, αλλά η πολυσέλιδη έκθεσή τους καταλήγει τόσο ανιαρή, που κάποια στιγμή χάνεις τον μπούσουλα με τόσα ονόματα –όπως βασικά και με κάθε τι που δε σου τραβά το ενδιαφέρον.

Εδώ μπορεί να βρει κανείς ένα κλασικό δείγμα ατόφιας κακής λογοτεχνίας, με αδύναμους και ελάχιστα ρεαλιστικούς διαλόγους μεταξύ του Μ.Α. (που είναι μια διαλεκτικά αντεστραμμένη ΑΜ, αυτού μεγαλειότης) και του γιου του, που υπάρχει απλώς για να επιβεβαιώνει τον πατέρα του, ως συμπληρωματική παρουσία –όπως προκύπτει τουλάχιστον από τη στιχομυθία που μεταφέρει ο αυτάρεσκος συγγραφέας.

Συμβαίνει δηλαδή το ακριβώς αντίθετο από όσα του καταλογίζει σε μια κριτική της ΕφΣυν ο Πετρόπουλος, που μεταξύ άλλων στενοχωριέται γιατί δε βρήκε τον φάκελο του Ανδρουλάκη στην Ασφάλεια, μαζί με τους άλλους που «έπεσαν στα χέρια του», και είναι πιθανό να διεκδικεί φαντασιακά μαζί με τον Μίμη τον τίτλο του αυτοαποκαλούμενου δεξιού χεριού του Χαρίλαου –έναν χαρακτηρισμό από τον οποίο αμφότεροι δικαιολόγησαν μόνο το «δεξι-ός» με τη διαδρομή τους.

Αν ξεπεράσει κανείς τον σκόπελο της εισαγωγής, στη συνέχεια βγαίνει στο ανοιχτό πέλαγος και το κείμενο ρέει γενικά ευχάριστα, με αρκετές ιστορίες, γαργαλιστικές λεπτομέρειες που νοστιμίζουν την αφήγηση, ενδιαφέρουσες περιγραφές για σκηνικά και γεγονότα, τον κόσμο των ανδρών και των γυναικών στη μικρή κοινωνία του Αγίου Νικολάου της προδικτατορικής εποχής, την πολιτική ατμόσφαιρα της χούντας, τα καλλιτεχνικά δρώμενα και τις μπουάτ κοκ.

Οι 500 και πλέον σελίδες του τόμου φεύγουν εύκολα σε λίγες μέρες. Κάτι που μόνο αυτονόητο δεν είναι, αν λάβουμε υπόψη πχ τον «Κόκκινο Κάβουρα», όπου ο Μίμης πούλησε την ιστορία για έναν πράκτορα της Ασφάλειας που δρούσε ως ανώτερο στέλεχος του ΚΚΕ –και μας αποκάλυψε σαν δώρο την ταυτότητά του η κυβέρνηση της Αλλαγής, όταν ήρθε στα πράγματα. Αλλά όποιος πήγε με μεγάλο καλάθι, ώστε να χωρέσει τις προσδοκίες του για αγνό και άδολο πατατάκι, το γέμισε με τα ερωτικά κατορθώματα του ακαταμάχητου μαέστρου Μίμη και άλλες ανούσιες ιστορίες. Και αν εξαιρέσεις το πρώτο κεφάλαιο, κουβέντα για πευκοβελόνες –και το ΚΚΕ, έστω την αναθεωρητική ομάδα όπου ήταν και η Βάνα Καρούλου Λέκκα.

Όσοι έχουν πάρει οριστικά διαζύγιο με το διάβασμα ή απλώς δεν μπορούν τόσες σελίδες Μίμη ή τσιγκουνεύονται τα χρήματα κτλ, αλλά παρόλα αυτά τους κεντρίζει το ενδιαφέρον όλος ο ντόρος που έγινε, μπορούν να μπουν στο κλίμα ακούγοντας εδώ (https://youtu.be/d_RWvZC-1XM) μια σχετική συνέντευξη του Ανδρουλάκη. Προσωπικά ομολογώ πως το απέφυγα, γιατί δυσκολεύτηκα να χωρέσω τα αρχικά ερεθίσματα σε ένα κείμενο (και δε χρειαζόμουν επιπρόσθετα), κι επιπλέον γιατί οι προφορικές τοποθετήσεις του Μίμη είναι κατά κανόνα πιο ανερμάτιστες και ενοχλητικές.

Υπάρχουν δύο ακόμα βασικά σημεία, που ο Ανδρουλάκης τα συνδέει σε μια ενιαία θεματική και δε γίνεται να τα προσπεράσουμε. Οι αναφορές στον Κώστα Τζιαντζή (αδερφό του Θόδωρου, που παρέμεινε στο ΚΚΕ και διετέλεσε μέλος του ΠΓ) και την Πανσπουδαστική νούμερο 8, τη συγγραφή της οποίας αποδίδει εμμέσως πλην σαφώς στον πρώτο, που ήταν γραμματέας της Σπουδάζουσας.

Όσα γράφει ο Ανδρουλάκης για τον Τζιαντζή δεν είναι μια απλή, μονοσήμαντη εμπάθεια αλλά ένας ερωτικός λίβελος άνευ προηγουμένου, που όσο πιο χυδαία εξελίσσεται, τόσο πιο εμφατικά πιστοποιεί πως δεν είναι απλή ζήλια, αλλά μια αναδρομική ερωτική εξομολόγηση για κάποιον που τον ερεθίζει και μετά θάνατον, λες και του έριξε πολιτική χυλόπιτακαι του έφαγε τη θέση. Σε κάποιο σημείο παραδέχεται ανοιχτά μάλιστα, σε στιγμές σπάνιας ειλικρίνειας, την απαράμιλλη γοητεία που ασκούσε ο Τζιαντζής –την οποία ωστόσο, για να ‘μαι ειλικρινής, δε νομίζω ότι μπορεί να εισπράξει ένας σύγχρονος αναγνώστης των γραπτών κειμένων του, που δεν τον πρόλαβε και δεν τον έζησε μες στο Κόμμα ήβεδτω το ρεύμα.

Ο Ανδρουλάκης χαρακτηρίζει μεγαλόστομα «ύβρη» την Πανσπουδαστική Νο 8 (σε ένα παράδοξο πρωθύστερο σχήμα με την πολιτική του εμμονή στο σύνθημα της «κάθαρσης» επί Κοσκωτά), αν κι ο ίδιος διαπράττει μια σειρά τέτοιες, με ελαφριά καρδιά. Και αν κάποιος, παρακολουθώντας την σχετική δημόσια αντιπαράθεση, έχει μείνει με την εντύπωση πως η ύβρις του Μίμη έγκειται στην εκδοχή που δίνει για τον συγγραφέα του περιβόητου τεύχους, ίσως έχει δίκιο να μπερδευτεί, αλλά δεν είναι έτσι. Γιατί η ύβρις αφορά συνολικά τον ερωτικό λίβελο ενός πολιτικού νάνου που πάσχει από σύνδρομα. Και γιατί το ΚΚΕ είναι κόμμα με θέσεις που τις χρεώνονται όλοι συνολικά και όχι μια ομάδα, ένα άτομο ή ο «συγγραφέας» μιας θέσης ή μιας πολιτικής εκτίμησης. Θυμάμαι, εξάλλου, την «υπερασπιστική γραμμή» κάποιων σφων, στα δικά μου φοιτητικά χρόνια, που όταν τους ρωτούσε το αριστεροχώρι της εποχής για το διασημότερο τεύχος περιοδικού στα χρονικά, έκαναν συνδικαλιστική τρίπλα και απαντούσαν αναλόγως με αυτόν που ρωτούσε, παραπέμποντάς τον στον Τζιαντζή ή το Λαφαζάνη, δηλαδή τους δικούς τους συντρόφους πλέον –που τότε ήταν στο ΚΚΕ κι ήξεραν από πρώτο χέρι πώς και τι. Άλλο αν δε βγήκαν ποτέ να μιλήσουν…

Δεν είναι πολλά άλλωστε τα στελέχη που είχαν πρωταγωνιστικό ρόλο στα πρώτα βήματα της ΚΝΕ και τα γεγονότα του Πολυτεχνείου και παραμένουν σήμερα οργανωτικά στο ΚΚΕ –άλλη υπόθεση αν το επαναπροσεγγίζουν πολιτικά σήμερα, μετά από χρόνια. Γι’ αυτό και στο περσινό podcast της ΚΝΕ για το Πολυτεχνείο είχαν μιλήσει ο Παφίλης (που σπούδαζε όμως στη Θεσσαλονίκη) και η Αλαβάνου που κινούνταν για αρκετό καιρό σε άλλους χώρους και έχει δώσει παλιότερα μαρτυρίες για όσα έγιναν στο Πολυτεχνείο, που αντιφάσκουν ίσως σε επιμέρους σημεία με την τελευταία τοποθέτησή της (και αυτό δεν το σημειώνω για να την μειώσω –κάθε άλλο).

Οι 15 που ένιωσαν την ανάγκη να απαντήσουν στον Ανδρουλάκη είναι τα «παιδιά του Νοέμβρη», ο πυρήνας της Αντι-Εφεε και των δυνάμεων της ΚΝΕ της εποχής, ανεξάρτητα απ’ το πού βρίσκονται σήμερα –ή το πού θα ήθελαν να βρίσκονται, αν μπορούσαν να γυρίσουν τον χρόνο πίσω. Δίνουν πληρωμένη απάντηση στις χυδαιότητες του Μίμη, υπερασπίζονται την τιμή του Τζιαντζή αλλά και της ΚΝΕ και επιφυλάσσονται να δουν τι άλλο λέει στον δεύτερο τόμο, για να αποδομήσουν πλήρως τον αυτάρεσκο πολιτικό του λόγο.

Δεν κάνουν όμως συγκεκριμένη αναφορά σε εκείνο το τεύχος (είναι το νούμερο 8, το ξέρουν όλοι με αυτό), γιατί δεν είναι το θέμα τους. Ίσως όμως και να μην ταυτίζονται οι απόψεις τους για αυτό το ζήτημα, για να έχουν κοινή τοποθέτηση. Το τελευταίο είναι απλή εικασία, που δεν πατάει κάπου συγκεκριμένα, στέκεται όμως σε ένα κενό, που έχει επισημανθεί και από άλλους –όχι απαραίτητα φίλα προσκείμενους στη δική μας σκοπιά. Αν δε μιλήσουν για το επίμαχο ζήτημα οι εκπρόσωποι μιας γενιάς που έζησε από πρώτο χέρι τα γεγονότα και αποσύρεται σταδιακά από το προσκήνιο (ακόμα και βιολογικά), ποιος θα το κάνει στη θέση τους; Αν σιωπούν, αν δεν αποκαταστήσουν την αλήθεια με τις προσωπικές τους μαρτυρίες, αφήνουν ένα κενό, στο οποίο θα πατήσει ο κάθε τυχοδιώκτης Ανδρουλάκης, για να ρίξει τη δική του σπέκουλα.

Είναι μεγάλος ο πειρασμός να ξεστρατίσουμε σε μια ανάλυση για το τεύχος με τη διαχρονική αίγλη –ενισχυμένος και με πρόσφατες αφορμές, μετά το βιβλίο του Ανδρουλάκη- αλλά έτσι θα χάναμε το δάσος και την ουσία. Που δεν αφορά τόσο το νούμερο 8, ούτε στενά το Πολυτεχνείο και τα γεγονότα της εποχής, αλλά εξίσου και ακόμα περισσότερο τα χρόνια της Μεταπολίτευσης –στα οποία θα αναφέρεται ο επόμενος τόμος του Μίμη, πατώντας στο ίδιο κενό –κι ας είναι κενό. Στην απουσία πολιτικών μαρτυριών, απομνημονευμάτων, βιβλίων από τα πρωταγωνιστικά στελέχη της περιόδου, που θα φωτίσουν άγνωστες πτυχές και θα δώσουν τη δική τους ερμηνεία για μια σειρά γεγονότα –και ας μη συμπίπτει πλήρως με την επίσημη οπτική του Κόμματος, που θα καταγραφεί στον υπό συγγραφή σχετικό τόμο.

Και αυτό είναι το δικό μου βασικό συμπέρασμα για όσα είπε και όσα ετοιμάζεται να πει ο Μίμης στο βιβλίο του. Ο Ανδρουλάκης υπήρξε κατά μία έννοια διορατικός –αν όχι προφητικός- και ήταν τόσο «μπροστά από την εποχή του», (εποχή περάσματος από την επαναστατική αισιοδοξία στην αντεπανάσταση), που κάηκε πρόωρα. Γιατί αν δεν καείς εσύ, αν δεν καεί αυτός, πώς θα γίνει ο ΣΥΡΙΖΑ κυβερνώσα αριστερά και ο Μίμης στέλεχος στο ραδιόφωνο του Κόκκαλη;

Είδε το ’89 ως ευκαιρία να υποκαταστήσει ο Συνασπισμός το ΠΑΣΟΚ, αλλά δεν είχαν ωριμάσει ακόμα οι συνθήκες. Εγκατέλειψε νωρίς τον ΣΥΝ, διαβλέποντας το εκλογικό του ναυάγιο και την έλλειψη βραχυπρόθεσμης προοπτικής. Αγάπησε παράφορα το ΠΑΣΟΚ, αφού δεν μπορούσε να το πολεμήσει, αλλά έφτασε αργά στα πράσινα έδρα της Βουλής, με την αμφίπλευρη διεύρυνση του ’04, γιατί χρεώθηκε τη «στρατηγική του ‘89» -σε αντίθεση πχ με την εύκολη και ομαλή μετάβαση της Δαμανάκη. Πρόλαβε τον ανατέλλοντα ήλιο στη Δύση του και δε φρόντισε να χτίσει γέφυρες με τους παλιούς του συντρόφους στον ΣΥΡΙΖΑ, που γινόταν επιτέλους ΠΑΣΟΚ στη θέση του έκπτωτου μνημονιακού χαλίφη. Και είδε τελικά έναν άλλον Ανδρουλάκη να γίνεται πρόεδρος ακόμα και σε αυτό το ημιθανές ΠΑΣΟΚ. Τέτοιο σενάριο, ούτε στις σειρές του Παπακαλιάτη…

Ο φλύαρος Μίμης ξαναπουλά κομμάτια του εαυτού του, γιατί δεν έχει ιδανικά και άλλο χαρτί να παίξει. Λίγο πριν σβήσουν τα φώτα, τα παλιά του παράσημα στο κόμμα είναι τα μόνα που έχουν ίσως μια κάποια αξία στο ανταλλακτήριο της αγοράς και μπορούν να του δώσουν κάποια λεπτά δημοσιότητας που αποζητά σαν στερημένος και εξαρτημένος. Ο καθένας παίρνει απόφαση και την «πολιτική ευθύνη» για το αν θα αγοράσει τα υστερόγραφα του πολιτικού Παπακαλιάτη –που τουλάχιστον γίνεται διασκεδαστικός, έστω σαν γελωτοποιός. Αλλά η ουσία είναι αλλού. Γιατί είναι αδιανόητο να υπάρχουν μόνο τέτοιες «μαρτυρίες», σαν τις δικές του, επειδή άλλοι αγωνιστές είναι πολύ σεμνοί για να μιλήσουν για τον εαυτό τους και να πουλήσουν την ιστορία τους –πόσο μάλλον να ξεπουλήσουν την ιστορία τους, όπως η αφεντιά του, που λάτρεψε τα αφεντικά, μια για πάντα…