(αυτοδιοικητικές
ιστορίες της συμβασιλεύουσας και των πέριξ)
Από
τη στιγμή που άρχισα να καταλαβαίνω τον κόσμο γύρω μας (και δεν εννοώ το
περιβάλλον, αλλά τις άλλες χώρες) και να με κερδίζει η γεωγραφία, θυμάμαι να
ψάχνω για κάθε νέα χώρα που μάθαινα τα βασικά της στοιχεία: έκταση, πληθυσμό,
νόμισμα (πριν το εκιού και το ευρώ), πρωτεύουσα και… συμπρωτεύουσα. Εντάξει, στην
ισπανία ήταν η βαρκελώνη –κι ας μην είναι ενιαία χώρα- στην ιταλία (που ούτε
αυτή είναι ακριβώς ενιαία, αλλά για άλλους λόγους) το μιλάνο, αν και θα έπρεπε
να είναι η νάπολη, για τη σοβιετική ένωση το λένινγκραντ της καρδιάς μας και στη
γαλλία είναι μάλλον η λιόν –ή μήπως το μπορντώ; Στις ηπα είναι μάλλον η νέα
υόρκη και στην τουρκία η κωνσταντινούπολη. Αλλά στην αγγλία ποια είναι; Το λίβερπουλ
ή μήπως το μάντσεστερ; Και στη γερμανία; Η βόννη για ιστορικούς λόγους ή μήπως
το μόναχο; Και γιατί όχι το αμβούργο;
Τελικά
μου πήρε λίγο καιρό να καταλάβω ότι η έννοια της συμπρωτεύουσας είναι φρούτο
καθαρά ελληνικής (ου μην και βυζαντινής) παραγωγής, που δεν ευδοκιμεί στο
σύγχρονο δυτικό κόσμο.
Κάτι άλλο
που σκεφτόμουν μικρός ήταν η δυνατότητα να ακολουθήσουμε την παλιά γραμμή του
κόμματος για «ανεξάρτητη μακεδονία» και να φτιάξουμε ένα δικό μας αύταρκες
κράτος στη λδ του βορρά, πάνω απ’ τα τέμπη. Θα είχαμε βιομηχανία (πριν μας φύγει
στη βουλγαρία) (αλλά και εμάς εαμοβούλγαρους, δε μας λένε;), αγροτική παραγωγή
από το σερραϊκό κάμπο, ηλεκτρική ενέργεια συμπτολεμαΐδα, που λένε κι οι
πόντιοι, τα πετρέλαια του πρίνου, πλωτή σύνδεση με το δούναβη, τα ψηλότερα
βουνά και τα μεγαλύτερα ποτάμια, τουρισμό στην χαλκιδική (αλλά σαν τη θάσο
καμιά), φιλικές σχέσεις με τη σαμοθράκη, για να πιάσουμε και το ευρύ
εναλλακτικό κοινό, το συνάλλαγμα που θα άφηναν οι λαρισαίοι στον πλαταμώνα,
δικό μας νόμισμα κι ιδίωμα με δική μας γραμματική για τις προσωπικές
αντωνυμίες, πλούσια ιστορία και τη δική μας μεγάλη ιδέα για την επέκταση της μακεδονίας
στα σύνορα της αυτοκρατορίας του αλέξανδρου. Θα συμμετείχαμε και στην αδριατική
λίγκα του μπάσκετ, για να συνεχίσει τη δική του αυτοκρατορία ο άρης –και δε θα
χρειάζονταν κι οι ελληνοποιήσεις! Με δυο λόγια η θεσσαλονίκη θα γινόταν η
πρωτεύουσα των βαλκανίων, αν και είναι θέμα, ποια θα ήταν η συμπρωτεύουσα.
Για φέτος
η θεσσαλονίκη έχει οριστεί πρωτεύουσα νεολαίας (συμπρωτεύουσα δεν ξέρω ποια θα
είναι) με ένα σήμα μεταξύ περικεφαλαίας και μοϊκάνας, που προσφέρεται για
διάφορους συνειρμούς. Αλλά εφόσον μιλάμε για νεολαία, ο μόνος τίτλος που θα
μπορούσα να φανταστώ είναι η «πρωτεύουσα της ανεργίας» -και από υποψήφιες συμπρωτεύουσες,
άλλο τίποτα. Οι άνεργοι βέβαια, δεν προσφέρονται ιδιαίτερα για εντυπωσιακές φιέστες
με «χάπενινγκς» και «ιβέντς», εκτός και αν τους συγκεντρώσουμε όλους μαζί και τους
κάψουμε φαντασμαγορικά, σαν το βασιλιά καρνάβαλο, να μην χαλάνε το σαξές στόρι της
κυβέρνησης. Ή εκτός και αν θεωρούνται χάπενινγκ τα πεντάμηνα προγράμματα του
οαεδ για τους ανέργους, που τα χρησιμοποιεί κατά κόρον ο δήμος θεσσαλονίκης για
να εξαφαλίσει φτηνό, ευέλικτο δυναμικό. Αλλά την ίδια στιγμή πηγαίνει και «μάρτυρας
υπεράσπισης» στο δικαστικό αγώνα κάποιων συμβασιούχων, για να χτίσει ανέξοδα
φιλεργατικό προφίλ.
Η θεσσαλονίκη
είχε την ευλογία να καεί και να
καταστραφεί το σωτήριο έτος 1917, όχι απ’ τη φλόγα της επανάστασης που
εξαπλωνόταν σε όλη την ευρώπη, αλλά από κανονική πυρκαγιά, που οδήγησε στον
ανασχεδιασμό και σε μερική ανακατασκευή της από γάλλο αρχιτέκτονα –κι έτσι
σχεδόν κάθε τι λειτουργικό (πχ ρυμοτομία) κρατάει από εκείνη την εποχή. Τότε περίπου
όμως χτύπησε την πόλη κι η μεγαλύτερη κατάρα της: η σταδιακή απώλεια του
πολυεθνικού χαρακτήρα της, με αποκορύφωμα ίσως το ναζιστικό πογκρόμ κατά των
εβραίων –τη μνήμη των οποίων τιμά μέχρι σήμερα ο δήμος, περισσότερο όμως για να
ανοίξει τουριστικές μπίζνες με το ισραήλ.
Και δεν
είναι στενά εθνικό το ζήτημα γιατί ο πολιτισμός της μπετονιέρας και της αντιπαροχής
σάρωσε και το ελληνικό παραδοσιακό στοιχείο, που σώζεται κάπως ευτυχώς στην άνω
πόλη και τις περιοχές γύρω από τα κάστρα, που είναι κι οι πιο ωραίες για να ζει
κανείς –αν εξαιρέσεις την αραιή συγκοινωνία και τις μεγάλες ανηφόρες.
Στη θεσσαλονίκη
ισχύει στο ακέραιο –όπως περίπου και στην αθήνα- ο τυπικός διαχωρισμός μεταξύ
δυτικών κι ανατολικών συνοικιών, με τις πρώτες να ‘ναι πιο λαϊκές,
προλεταριακές, με περισσότερους μετανάστες και δήμους με κατακόκκινο παρελθόν,
όπου κάποτε, επί αλλαγής, ο άβερελ κι ο θηλυκός γονιός είχαν κάνει έναν από τους
πρώτους πολιτικούς γάμους στην ελλάδα. Δεν είναι τυχαία άλλωστε η επιτυχία του
φεστιβάλ της οργάνωσης τα τελευταία χρόνια, που μετακόμισε δυτικά.
Λέω τυπικός
διαχωρισμός, με τη διαφορά βέβαια ότι στον εικοστό αιώνα οι δικοί μας ήταν
ανέκαθεν οι ανατολικοί (κι ουδέποτε πολεμούσαμε την ανατολασία). Και ότι εμείς
δεν έχουμε δυτικό βερολίνο να μας κλέβει τους καλύτερους επιστήμονες και τα
παραγωγικά στελέχη. Αλλά δεν μπορούμε ούτως ή άλλως να τα κρατήσουμε στον τόπο μας
και να τα απορροφήσουμε, οπότε φεύγουν να διακριθούν στην πρωτεύουσα, που την
τροφοδοτούμε σταθερά, όπως παλιά ο συνασπισμός το πασόκ –και τώρα αντίστροφα.
Πρέπει
να ζήσει κανείς ένα διάστημα στη θεσσαλονίκη, για να ξύσει κάτω από την
επιφάνεια της φαγητούπολης (που είναι), με την ερωτική διάθεση (δε διαφωνώ,
γάμησέ τα είναι η κατάσταση) και το ρομαντικό μοβ ουρανό τις νύχτες (ευφημισμός
για την υγρασία που τρυπάει κόκαλα κι ευθύνεται για το δύσκολο πρωινό ξύπνημα).
Πρέπει να φύγεις μακριά της, στην αθήνα πχ, για να εκτιμήσεις αυτό που έχασες, τις
(πιο) ανθρώπινες συμπεριφορές και αποστάσεις, και να τη νοσταλγήσεις. Και πρέπει
να επιστρέψεις στην πόλη, για να καταλάβεις πόσο ραγδαία αθηνοποιείται και συγκεντρώνει
τα στραβά μιας κλασικής μεγαλούπολης.
Όπως επίσης
πρέπει να έρθεις σε επαφή με τους αθηναίους, για να καταλάβεις πως μερικά
πράγματα δεν είναι πολύ εύκολο να τα πιάσεις διαλεκτικά από σκοπιά μαρξιστική
και παγκοίνως αποδεκτή. Δεν είμαστε εμείς κομπλεξικοί, αυτοί είναι χαμουτζήδες
και δεν ξέρουν να τρων γύρο και μπουγάτσα. Κι όχι, δεν είναι θέμα διατύπωσης,
πώς θα το ζητήσεις και αν βγάζεις τελικά συνεννόηση (σα δυο σφους στη σπουδάζουσα,
που εκμεταλλεύτηκαν την άγνοια και την καλή πίστη μιας άλλης σφισσας και την
έστειλαν στο γυράδικο να παραγγείλει μια «κρεατόβεργα», γιατί «έτσι τα λένε εδώ».
Αλλά ουσίας, τι θα φας κι αν όντως τρώγεται αυτό που σου φέρνουν ή αν είναι
τρεις μπουκιές, σαν ορεκτικό.
Και τι
πάει να πει χαλλλαρά άραγε; Χαλαρά σε σχέση με τι και με ποιο κριτήριο; Θυμάμαι
τον «πιο παλιό», όπως υπογράφει εδώ καμιά φορά, όταν είχαμε βρεθεί μαζί στην
αθήνα για κάτι υποχρεώσεις, να με σταματά λίγο ενώ προχωρούσαμε και να μου
δείχνει έντρομος πώς έτρεχαν οι άλλοι γύρω μας, σαν κουρδισμένοι. Και στο
καπάκι τον έπιασε μια ακατανίκητη νοσταλγία για τα πάτρια εδάφη, όπως το
γεωργάτο στην ίντερ, με τη φράξια του φραπέ.
Ή το
άλλο στα διήμερα της οργάνωσης, που φωνάζαμε εμείς ρυθμικά για χαβαλέ το
οπαδικό «βρε δεν έχετε νερό, τι σκατά θα κάνετε, όλοι θα πεθάνετε» και αυτοί
απαντούσαν «βρε δεν έχετε μετρό». Και πώς να έχουμε, φίλε χαμουτζή, που όλη η
πόλη είναι χτισμένη σε βυζαντινά ερείπια κι όπου και να σκάψεις, όλο και κάτι θα
πετύχεις. Και τώρα που η κατασκευή του συνάντησε την παλιά μέση οδό στο σταθμό της
βενιζέλου, έχει γίνει ένα κουβάρι με τον εκπρόσωπο της κυβέρνησης που θέλει
στην ουσία να καταστρέψει το εύρημα για να τελειώνει το έργο, με την ανάδοχο
εταιρία που προσπαθεί να εκμαιεύσει μάλλον περισσότερα χρήματα, για να σωθεί το
σημείο και να το παρακάμψει, και με τον μπόμπολα που πιέζει και καραδοκεί στη
γωνία να το αναλάβει αυτός.
Αλλά εγώ
είμαι με το φουτουριστικό όραμα του ρεντ φλάι, που ονειρεύεται κάτι υπέργεια
μετρό και λεωφόρους σε υπερυψωμένο επίπεδο, πάνω από την πόλη –κι ανάθεμα αν θα
τα δούμε όλα αυτά στα κοντά, πριν από τον όψιμο, ώριμο κομμουνισμό. Το μόνο παρήγορο
είναι πως τώρα με την κρίση, δεν κυκλοφορούν πολλά αυτοκίνητα, γιατί υπό άλλες συνθήκες
του πρόσφατου παρελθόντος, τα έργα θα έκοβαν την πόλη στα δύο με το
μποτιλιάρισμα που θα προκαλούσαν.
Υπάρχει
βέβαια και μια άλλη στάση, που δεν ξέρουμε τι θα γίνει τελικά, κοντά στον
ευκλείδη, γιατί τσινάει η εκκλησία για μια έκταση που της ανήκει. Κι είναι
κάποιες φορές που η πόλη αυτή μοιάζει θεοκρατούμενη, με τις σαράντα εκκλησιές
(πολύ ωραίο μέρος) πάνω από το καυτατζόγλειο κι άλλες τόσες διάσπαρτες στο
κέντρο της πόλης, να συναγωνίζονται σε συχνότητα τα περίπτερα –που λέει ο
λόγος. Γι’ αυτό κι ο μπουτάρης, που εκτός από άθεος είναι πάνω απ’ όλα
επιχειρηματίας, τα βρίσκει μια χαρά με το μητροπολίτη σε επίπεδο μπίζνας και
θέλει να προωθήσει το θρησκευτικό τουρισμό, παρέχοντας δωρεάν εκμάθηση της ρωσικής
στους επιχειρηματίες –που το έχουν και ανάγκη. Και η βασική αντίδραση στη
διοίκησή του είναι γιατί θέλει να φέρει και τούρκους τουρίστες στο σπίτι του
κεμάλ, όπου βρίσκεται τώρα το τούρκικο προξενείο και να μετονομάσει την
αποστόλου παύλου σε οδό κεμάλ ατατούρκ. Από εκεί να καταλάβεις πόσο ελπιδοφόρα
είναι τα πράγματα.
Τι είναι
λοιπόν η θεσσαλονίκη από πολιτική άποψη -εκτός από παοκ και θρησκόληπτη; Είναι
βασικά μια δεξιούπολη, που κατέβασε εκατοντάδες χιλιάδες κόσμου στα
συλλαλητήρια για τη μακεδονία και τις ταυτότητες, όπου ευδοκιμεί η ακροδεξιά,
αλλά δεν έχει αυτόνομο χώρο έκφρασης, γιατί την έχει εγκολπώσει αρμονικά η
επίσημη δεξιά, που αφαιρεί (ή μήπως παρέχει) το ζωτικό χώρο των νεοναζί (lebensraum, όπως το λένε κι οι ίδιοι). Με έντονες
αριστερές καταβολές –αν όχι από την κομμούνα των ζηλωτών, τουλάχιστον- από τη
φεντερασιόν, το μάη του 36’ και κάποιες εκλογικές πρωτιές της εδα στα
μεταπολεμικά χρόνια. Όπου ο ανδρέας επί αλλαγής είχε κάνει τις πιο μαζικές
συγκεντρώσεις της σύγχρονης ιστορίας της κι ο τσοχατζόπουλος είχε να λέει για
κάτι εκλογές, που ήταν μπροστά η δεξιά μέχρι το τέλος και έμενε μόνο η δημοκρατική
τούμπα στην καταμέτρηση (με το πασοκοράδιο φωνή της τούμπας στους 105,5, εκεί
που εξέπεμπε αργότερα ο ροκ εφεμ), που έφερε την ανατροπή.
Μια χαλαρή
πόλη που βρήκε έναν «άνετο» δήμαρχο για να γελάει με τις προγραμματισμένες
ατάκες του, να τον αποδοκιμάζει σε δημόσιες εμφανίσεις του, αλλά να τον (επαν)εκλέγει
στο τέλος. Που τη δήλωναν όλοι σχεδόν οι πολιτικοί αρχηγοί δεύτερη περιφέρεια,
για να δώσουνε ώθηση στα ποσοστά τους. Και θυμόμουν συνειρμικά τα παλιά «παιχνίδια
χωρίς σύνορα» (όχι τη σημερινή άνοστη εκδοχή τους), όπου όλες οι χώρες έπαιζαν
μαζί το τζόκερ στο ίδιο παιχνίδι κι αναπόφευκτα κάποιες έβγαιναν χαμένες. Εμείς
δηλ συνήθως, που θαλασσοπνιγόμασταν όπου υπήρχε πισίνα και παλεύαμε στα ίσα με τους
μαλτέζους για την τιμητική τελευταία θέση.
Τώρα όμως
η κρίση τα αναποδογύρισε όλα, τα παιχνίδια χωρίς σύνορα με την μπουλέ στον αντένα
είναι ντροπή να φέρουν αυτό το όνομα και δεν υπάρχουν πια παγιωμένες πολιτικές
σταθερές. Ο άκης μπήκε στην μπουζού, στα πλαίσια της κάθαρσης του πολιτικού
συστήματος, μαζί κι ο προηγούμενος δήμαρχος, ο παπαγεωργόπουλος, ενώ στο τσακ
τη γλίτωσε ο ζορό ψωμιάδης. Μόνο θεσσαλονικείς βάζουν στο στόχαστρο όμως και
εμένα μου μυρίζει δάχτυλος του αθηναϊκού κατεστημένου. Το λέει κι ο μπάμπης ο
σουγιάς άλλωστε…
Αντί
επιλόγου το τραγούδι από το οποίο προέρχεται κι ο τίτλος της ανάρτησης.
