Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα συλλογικότητα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα συλλογικότητα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 18 Φεβρουαρίου 2015

Polaroid

Αναδημοσίευση από Ατέχνως

Κάθε βράδυ μαζευόμαστε με τα οικεία μας πρόσωπα, για να μοιραστούμε τις μοναξιές μας και την ανία μας. Θρηνούμε μαζί το τέλος μιας άδειας κι αδιάφορης μέρας, που θα τη διαδεχτεί μια άλλη, πανομοιότυπη. Σκοτώνουμε την ώρα μας και ένα κομμάτι του εαυτού μας, μπροστά από οθόνες, ξοδεύοντας λίγη ζωή ακόμα. Κάθε λεπτό φαίνεται σαν ώρα, χωρίς να αφήνει πίσω του όμως μέρες γεμάτες, που θα μετράνε σα μήνας η καθεμιά στον τελικό απολογισμό. Κι αυτή είναι η μεγάλη αντίφαση, που επιβεβαιώνει εμπειρικά τη σχετικότητα του χρόνου, αλλά και της παρέας που τη νοηματοδοτεί.


Η συλλογικότητα είναι μορφή αναζήτησης, μια προσπάθεια να αποκτήσει νόημα η στιγμή που περνάει και χάνεται. Αυτό είναι το έντιμο συμπέρασμα στο οποίο φτάνει η πρωταγωνίστρια της ταινίας «Polaroid», καθώς προσπαθεί να ξετυλίξει το φιλμ της ζωής μας. Προηγουμένως στρέφεται με την κάμερά της στους συνανθρώπους της και μαγνητοσκοπεί τις αντιδράσεις τους στο απλό ερώτημα: τι είναι συλλογικότητα; Συναντά γιάπηδες, που την αποφεύγουν έντρομοι στο άκουσμα της απαγορευμένης λέξης. Βρίσκει δύο ιερόδουλες από την πρώην ΕΣΣΔ, που της απαγγέλλουν ένα ποίημα των σοβιετικών, παιδικών τους χρόνων και, μολονότι γελάνε ειρωνικά, δίνουν εν αγνοία τους την πιο εύστοχη απάντηση απ’ όλους. Το πιο ψαγμένο μέλος της παρέας ακυρώνει τελικά κάθε άλλη ανησυχία του και καταλήγει στο ότι συλλογικότητα είναι ο τελικός του Μουντιάλ (του 98’), το πάθος της στιγμής, η έκρηξη συναισθημάτων, η κορύφωση της αγωνίας, τα εκατομμύρια βλέμματα που στρέφονται πάνω στους παίκτες. Ενώ ο πιο ντροπαλός και συνεσταλμένος ανακαλύπτει τον εαυτό του στον εσωτερικό θεατρικό μονόλογο που του αναθέτουν και την καλλιτεχνική δημιουργία.

Η ταινία προβάλλει εν μέρει ως πρόδρομος ίσως του σύγχρονου χιπστερισμού, του ρηχού απολιτίκ εναλλακτισμού και της μεταμοντέρνας νοσταλγίας του παρελθόντος· αλλά όχι απαραίτητα στην πιο αντιπαθητική εκδοχή τους.
Ένας εκ των πρωταγωνιστών προσπαθεί μάταια να βραχυκυκλώσει το μιντιακό σύστημα με τη μέθοδο του Λούθερ Μπλίσετ και την πρόκληση ενός ψευδογεγονότος, βρίσκοντας τελικά μάλλον τα όρια του δικού του σχεδίου, παρά αυτά του συστήματος. Μια σκηνή σατιρίζει την ερμηνεία του Μητροπάνου, που τρέχει εναγώνια πίσω από τη μουσική του τραγουδιού, για να την προλάβει, προξενώντας αυθόρμητα τη συμπάθεια των ακροατών του. Άλλες σκηνές επικρίνουν τα «παλιά, σκουριασμένα μυαλά» (παλιατζή πάρτα όλα), σε αντίθεση πάντως με τα τραγούδια εκείνης της εποχής (Αυτά είναι τραγούδια. Γιατί; Αμφιβάλλετε;) και… τον Πασχάλη, που εμφανίζεται φευγαλέα σε ένα πλάνο.

Κατά μία έννοια, το Polaroid θυμίζει συνειρμικά το άλμπουμ «Αδιέξοδα» του Αρκά και τις αποτυχημένες απόπειρες του Κόκορα να δώσει λύση στα υπαρξιακά του προβλήματα. Και εν κατακλείδι, μπορεί να μη δίνει διέξοδο και να μην προσεγγίζει εκείνες τις μορφές συλλογικότητας που γεμίζουν τον (πολιτικό) χρόνο, δίνοντας κάποιο νόημα στη ζωή μας, αλλά καταφέρνει τουλάχιστον να μην κλέβει άσκοπα το δικό μας, αποτελώντας μια καλή επιλογή για το θεατή και την παρέα που δεν ψάχνουν απλώς να σκοτώσουν την ώρα τους.


Κι ως υστερόγραφο ένα χτεσινό σχόλιο από την ίδια ιστοσελίδα

Δυνατά-δυνατά...

...γίνανε όλα δυνατά τα αδύνατα

Αρχικά κληθήκαμε να δώσουμε αυτοδυναμία στο νυν (συγ)κυβερνών κόμμα, για να εφαρμόσει το πρόγραμμα της Θεσσαλονίκης.
Κι ύστερα να βγούμε στους δρόμους να στηρίξουμε την κυβέρνηση και να πανηγυρίσουμε για το 70% του μη τοξικού μνημονίου και τα ισοδύναμα μέτρα που θα αντικαταστήσουν το υπόλοιπο μέρος.

Όλα παίζουν, αρκεί να περιοριστούμε στη σφαίρα του δυνατού-εφικτού, θεωρώντας ουτοπικό-αδύνατο οτιδήποτε ξεφεύγει από το κυρίαρχο πλαίσιο, αρκεί να μην πιστέψουμε στη δύναμή μας, παίρνοντας την κατάσταση στα χέρια μας.
Είναι όμως δυνατό να περιμένει κανείς διαφορετικό αποτέλεσμα, όσο συνεχίζουμε στον ίδιο ευρωμονόδρομο; Ας είμαστε ρεαλιστές, επιδιώκοντας το αδύνατο, όπως έλεγε κι ο Τσε. Τότε μόνο θα γίνουμε πραγματικά δυνατοί και θα βρούμε τον αδύναμο κρίκο της αλυσίδας.

Κυριακή 8 Μαρτίου 2009

Καν' το κι εσύ


Ένας σίγουρος τρόπος να σε μισήσουν οι ταβάριτς της σοβιετίας ήταν να αγνοήσεις τη γιορτή της γυναίκας. Σα να τους πρόσβαλες νοοτροπία, ήθη κι έθιμα.
Ο κλασικός ο μπιπ ο δυτικός που θα 'λεγε κι ο γεωργίου.

Ακόμα και σήμερα αν ξεχάσεις ή ειρωνευτείες την ημέρα αυτή μπροστά σε γυναίκα που έχει ζήσει στη σοβιετία, αλίμονό σου. Θα σε καρυδώσει. Κι αν ήταν στο χέρι της, ίσως ξανάνοιγε τα γκούλαγκ για σένα και τους ομοίους σου.

Τέτοιες μέρες έχουν συνήθως την υποκρισία όλων των παγκόσμιων ημερών. Ένα κάρο ανακοινώσεις, πολλή φιγούρα και μπόλικο τίποτα. Άλλοθι για την κατάσταση τις υπόλοιπες 364 μέρες του χρόνου.

Στη σοβιετία όμως η μέρα της γυναίκας ήταν εθνική γιορτή και αργία. Όταν μια τέτοια μέρα είναι γιορτή για όλο το [σοβιετικό] λαό αποκτά άλλη αξία.

Γυναίκες σαν την κρούπσκαγια και τη βαλεντίνα τερένσκοβα έδειξαν στην πράξη πώς σπάνε οι φραγμοί του φύλου τους και κατακτάται η ισότητα.
Αλλά οι πιο πολλοί έχουν μάθει να βλέπουν ωραίες συσκευασίες αντί για γοητευτικούς ανθρώπους με προσωπικότητα. Κι όταν ακούν ρωσία φέρνουν στο μυαλό τους τα κορίτσια της νύχτας.
Στερεότυπο που πιο πολύ χαρακτηρίζει όσους το έχουν, όχι αυτές στις οποίες αναφέρεται.

Σε μια ταινία προ δεκαετίας με τον τίτλο πολαρόιντ μια κοπέλα με μια κάμερα ρωτάει τον κόσμο στο δρόμο να της πει τι είναι η συλλογικότητα και φτιάχνει ένα βιντεάκι με τις αντιδράσεις του (πχ ένας γιάπης που την κοιτάει σαν ουφο και τρέχει να της ξεφύγει).

Σε κάποια φάση συναντά δυο ρωσίδες ιερόδουλες. Στην αρχή σκαν στα γέλια με την ερώτηση.
Με τα πολλά η μία καταλαβαίνει τι τις ρώτησε κι αρχίζει γελώντας στα ρώσικα ένα τραγουδάκι που έμαθε μικρή στο σχολείο για τη σοβιετία και το λένιν.
Η ειρωνεία ήταν εμφανής, αλλά μέχρι το τέλος κανείς δεν έδωσε καλύτερη απάντηση από αυτήν την κοπέλα.

Δύο πράγματα θέλει να πει με αυτή τη σκηνή ο ποιητής.
Να απαξιώσει τη σοβιετία κι όποιο αίσθημα συλλογικότητας την έχει ως σημείο αναφοράς.
Και να δείξει πόσο φαιδρή μοιάζει η συλλογικότητα όταν φτάνεις σε τέτοια κατάντια.

Η ερώτηση των πενήντα εκατομμυρίων βέβαια είναι αν για αυτή την κατάντια φταίει η συλλογικότητα [σοβιετία] ή ότι σταμάτησε να υπάρχει.
Κι αυτό δένεται και με κάτι ακόμα. Κομμάτι της κατάντιας μας στον καπιταλισμό είναι να θεωρούμε τη συλλογικότητα αστεία, ντεμοντέ, χρεοκοπημένη. Και να γελάμε με αυτήν αντί να κλαίμε με την κατάντια μας. Με την οποία συμβιβαστήκαμε.

Αν η καθιέρωση της γιορτής της γυναίκας ως εθνική αργία λέει πολλά για τη σοβιετία το υπόλοιπο εορτολόγιο δεν είναι λιγότερο εντυπωσιακό.
Με το πάσχα και τα χριστούγεννα ασχολούνταν πρακτικά ελάχιστοι (αυτό θα πει ευτυχία).
Μπορεί η μητρόπολη να γέμιζε από ορθόδοξους, αλλά αυτό για τα δεδομένα του πληθυσμού της μόσχας δε σήμαινε τίποτα.

Η πρωτοχρονιά γιορταζόταν κανονικά.
Από το ανατολικό μέχρι το δυτικό άκρο της σοβιετικής επικράτειας είχαμε καμιά δεκαριά αλλαγές χρόνου. Οπότε κάθε περιοχή γιόρταζε μία φορά κανονικά κι άλλη μία μαζί με τη μόσχα που ήταν πρωτεύουσα κι έδινε τη γραμμή.
Ίσως κάποιοι βλέπουν σε αυτό μεγαλορωσικό αυταρχισμό. Στην ουσία είναι το διαλεκτικό δέσιμο της αποκέντρωσης με τον κεντρικό σχεδιασμό.

Η πρωτομαγιά δεν ήταν απλή αργία (ούτε απεργία) και γιορταζόταν επί διήμερο.
Μία εβδομάδα μετά ήταν η 9η μάη, η αντιφασιστική νίκη των λαών.
Ως εθνικές γιορτές τιμούνταν ακόμα η 23η φλεβάρη, μέρα του κόκκινου στρατού κι η μέρα της οκτωβριανής επανάστασης που με το καινούριο ημερολόγιο πέφτει 7 νοέμβρη.

Παρά την αντεπανάσταση, η σημασία των ημερών αυτών δεν έσβησε από τη μνήμη του σοβιετικού λαού.
Νωπή είναι η περίπτωση με τα 60χρονα της αντιφασιστικής νίκης, όπου οι μαζικές αντιδράσεις ματαίωσαν το σχέδιο του πούτιν να αντικαταστήσει τη σημαία του κόκκινου στρατού με την οποία προέλασαν οι σοβιετικοί κατά των ναζί.

Έτσι, η τακτική που ακολουθήθηκε στη μετασοβιετική ρωσία ήταν να αφήσουν άθικτες τις μέρες, αλλά να αλλάξουν την ονομασία και το περιεχόμενο.
Η 23η φλεβάρη πχ είναι μέρα του στρατού γενικά. Κάτι αντίστοιχο επινόησαν και για τις 7 νοέμβρη (χωρίς δέκα μπροστά).

Την ίδια τακτική ακολούθησαν με το σοβιετικό ύμνο. Τον οποίο τελικά επανέφεραν αλλάζοντας μόνο τα λόγια.
Για εμάς όμως που ούτως ή άλλως δεν ξέρουμε ρώσικα (και πιάναμε μόνο το όνομα του λένιν) οι συνειρμοί και το ρίγος στο άκουσμά του παραμένουν αναλλοίωτα. Ακόμα κι αν πρόκειται για ποδόσφαιρο (όπου συνήθως ακούγεται ο ύμνος στο ευρύ κοινό).

Ο ύμνος αυτός είχε τη δική του ιστορία, η οποία λίγο-πολύ είναι γνωστή σε όλους.
Το 77 με το σοβιετικό σύνταγμα του μπρέζνιεφ τα λόγια άλλαξαν, απαλείφθηκε η αναφορά στο σύντροφο με το μουστάκι κι έμεινε μόνο αυτή στο λένιν.
Αυτό που δεν είναι ευρύτερα γνωστό είναι ότι στα πρώτα χρόνια η σοβιετία αντί ύμνου είχε τη διεθνή.

Εδώ κάθε τροτσκιστής που σέβεται τον εαυτό του βρίσκει έναν ιδιαίτερο συμβολισμό. Όχι απλά μια στροφή που υπαγορευόταν από τις ανάγκες του μεγάλου πατριωτικού πολέμου (όπως βαφτίστηκε η αντίσταση στους ναζί κατά το δεύτερο παγκόσμιο) αλλά την τελική λογική συνέπεια της εγκατάλειψης του διεθνισμού από τη μουστακική ηγεσία.

Αυτό που είναι σίγουρο όμως είναι ο συμβολισμός στο σοβιετικό εορτολόγιο. Το οποίο λέει πολλά για το σοβιετικό λαό, τη συλλογική του μνήμη και την καλλιέργειά του.
Αλλά και για το αν άφησε κάτι πίσω της η σοβιετία, ή ήταν απλώς ένα σκουπίδι της ιστορίας που πετάχτηκε στον κάλαθο των αχρήστων αφήνοντας πίσω του μόνο μπόχα και δυσωδία.

Το τελευταίο το πιστεύουν αρκετοί. Τη μπόχα που ζουν τώρα τη συνήθισαν και δεν τους πειράζει τόσο.
Εμείς πάλι είμαστε οπαδοί της ανακύκλωσης.
Που στην ουσία της είναι διαλεκτική όσα λίγα προτσέσα στον κόσμο.