Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα σοσιαλιστικός ρεαλισμός. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα σοσιαλιστικός ρεαλισμός. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 26 Ιουλίου 2017

Η τέχνη της πολιτικής

Συνειρμοί και σκέψεις για τη διαλεκτική σχέση μεταξύ τέχνης και πολιτικής. Γιατί αν δε φροντίζουμε διαρκώς για την προσωπική μας καλλιέργεια, πώς θα κατακτήσουμε στο ψηλότερο επίπεδο την τέχνη της πολιτικής; (Αναπόφευκτα κάποια σημεία μπορεί να επαναλαμβάνονται και να υπάρχουν μερικές επικαλύψεις με το προηγούμενο κείμενο για τα κόκκινα αγγούρια και το σοσιαλιστικό ρεαλισμό).

Το καλλιτεχνικό έργο δεν πρέπει να είναι διδακτικό και οφείλει να κρύβει την πρόθεσή του ή τουλάχιστον να μην τη βγάζει εξ αρχής στην επιφάνεια, μασημένη τροφή, αλλά να αφήνει το κοινό να τη μασήσει και να την εγκολπώσει από μόνο του, από το περιεχόμενο του έργου και την ίδια την πείρα του, όπως θα λέγαμε στην πολιτική. Άλλο να στοχεύεις στο μυαλό του θεατή και άλλο να του πετάς τα νοήματα κατά πρόσωπο (στη μάπα) για να το πετύχεις.

Το πολιτικό άνοιγμα δεν πρέπει να ρίχνει εξ αρχής όλη την πληροφορία και τη στρατηγική πρόταση ως προπαιτούμενο, ούτε όμως να κρύβει την πρόθεση και το στίγμα του, για να γίνει πιο εμπορικό και να αποκτήσει ευρύτερο ακροατήριο, κατεβάζοντας τον πήχη. Κι εδώ μπαίνει το κομβικό ζήτημα της λαϊκότητας.

Λαϊκό -στην τέχνη και γενικότερα- δεν είναι απαραίτητα αυτό που γίνεται αντιληπτό από τις μάζες, που -πέρα από το γενικό επίπεδο της συνειδητοποίησής τους και το σχολείο της αγωνιστικής πείρας, που διαμορφώνει μαζικά συνειδήσεις- επηρεάζονται από την κυρίαρχη ιδεολογία και ενσωματώνουν πολλά αστικά κριτήρια, και στην κουλτούρα αλλά και στην πολιτική σκέψη τους.

Σε κάθε περίπτωση, το βασικό δεν είναι αν θα πούμε πολλά ή λίγα σε ένα έργο ή ένα σύνθημα, αν θα είναι απλό, διεκδικητικό (ρεφορμιστικό, οικονομικού χαρακτήρα) ή μαξιμαλιστικό. Αλλά να πέφτει στο επίπεδο της μέσης συνείδησης, αποκλειστικά και μόνο για να την εξυψώσει και να της δείξει καινούριους δρόμους.

Το ζητούμενο παραμένει πώς να έχουμε επαναστατική δράση και συνείδηση σε μη επαναστατικές συνθήκες, κατά αντιστοιχία της δυσκολίας του καθήκοντος να αναπτυχθούν έργα σοσιαλιστικού ρεαλισμού, ενώ δε ζούμε σε μια σοσιαλιστική κοινωνία. Κι όπως ακριβώς απορούμε, γιατί δε συγκινούνται πολλοί καλλιτέχνες από τα κελεύσματα των καιρών, που είναι γεμάτοι ενδιαφέροντα ερεθίσματα, περιμένοντας κάποιον να εκφράσει το πνεύμα τους από ταξική σκοπιά, παρομοίως αναρωτιόμαστε γιατί δεν αντιδρά μαζικά ο κόσμος σε αυτήν την κατάσταση, που θα δικαιολογούσε (και θα απαιτούσε) μια πιο δυναμική εκδήλωση της συσσωρευμένης οργής και δυσαρέσκειας.

Και στα δύο ερωτήματα, το κλειδί είναι το ίδιο, αφού η τέχνη επηρεάζεται άμεσα από τον κοινωνικό συσχετισμό. Ένα πιο δυνατό λαϊκό κίνημα θα ενέπνεε περισσότερους καλλιτέχνες και θα έβγαζε πιο αξιόλογες και διαχρονικές δουλειές. Ενώ το πολιτικό τραγούδι της μεταπολεμικής και μεταπολιτευτικής περιόδου δεν ήταν απλά "το τραγούδι της ήττας" αλλά έκφραση μιας ιδεολογικής υπεροχής και διέξοδος για ένα κίνημα που, αν και ηττημένο, παρέμενε ζωντανό, ισχυρό και επικίνδυνο, καθώς μεταξύ άλλων τρεφόταν από τις νωπές ιστορικές μνήμες ηρωικών αγώνων.

Όσο για το ερώτημα, αν μπορεί κάποιος να δημιουργήσει "κατά λάθος" έργα σοσιαλιστικού ρεαλισμού, χωρίς να έχει αφομοιώσει πλήρως και δημιουργικά τις αρχές του μαρξισμού, μοιάζει ίσως με το ερώτημα αν μπορεί ο λαός να κάνει "κατά λάθος επανάσταση" χωρίς να έχει κατακτήσει τις ιδέες του επαναστατικού μαρξισμού. Κι η δική μου απάντηση θα ήταν κάπως κεντριστική, γιατί η επαναστατική συνείδηση δεν μπορεί να διαμορφωθεί πλήρως πριν την επανάσταση, παρά μόνο κατά τη διάρκειά της (και ακόμα περισσότερο μετά τη νίκη της). Δε θα μπορούσε όμως να φτάσει κατά λάθος στην επανάσταση, αν δεν είχε έρθει σε όσμωση με τις επαναστατικές μαρξιστικές ιδέες -με την εξαίρεση ίσως των Κουβανών, που τις συνάντησαν αντικειμενικά στην πορεία.

Η στρατευμένη τέχνη πάντως δεν αρκεί να είναι στρατευμένη. Χρειάζεται να είναι και τέχνη, να έχει αυτοτελή αξία και κάτι σημαντικό να πει. Αλλιώς καταλήγει σε διάφορες μορφές κόκκινων αγγουριών, τα οποία δυστυχώς ευδοκιμούν και στις μέρες μας, σε διάφορα καλλιτεχνικά είδη, αν και κανείς δε θα μπορούσε να αμφισβητήσει τις καλές κι αγαθές πολιτικές τους προθέσεις. Κάτι που ισχύει και για ορισμένα πολιτικά στελέχη, που αναδεικνύει κατά καιρούς το κομμουνιστικό κίνημα.

Η μορφή δεν είναι κάτι εξωτερικό κι άσχετο προς την ουσία, αλλά ο σκελετός στον οποίο χτίζεται και διαμορφώνεται το περιεχόμενο. Συνεπώς είναι εγκληματικό να αδιαφορούμε για τον έναν από τους δύο πόλους αυτής της διαλεκτικής σχέσης, όπως είναι λάθος να τον απολυτοποιούμε και να τον ανάγουμε σε κυριο.

Κάθε περιεχόμενο, κάθε ωραίο, υψηλό νόημα (όπως η επανάσταση) χρειάζεται και την αντίστοιχη, κατάλληλη μορφή για να μεταδοθεί. Κι αυτές οι μορφές -αλλά και το περιεχόμενο- οφείλουν να παρακολουθούν τις εξελίξεις και παράλληλα να εξελίσσονται κι οι ίδιες, αναζητώντας διαρκώς το καινούριο, το ζωντανό, που πιάνει το σφυγμό της εποχής, χωρίς να οχυρώνονται δογματικά σε παλιές φόρμουλες και σχήματα που θριάμβευσαν στον καιρό τους. Από την άλλη, ωστόσο, δεν πρέπει να υποτιμούν και να απορρίπτουν, με ελαφριά καρδιά, τις κλασικές, παραδοσιακές φόρμες, απλά και μόνο για να καινοτομήσουν και να νιώσουν (πολιτικές ή καλλιτεχνικές) πρωτοπορίες, που ξεκόβουν από τις μάζες. Η άρνηση του παρελθόντος πρέπει να είναι διαλεκτική, αξιοποιώντας τα καλύτερα και τα πιο διαχρονικά από τα παλιά στοιχεία, μετασχηματισμένα στο παρόν. Αλλιώς είναι ένα μετέωρο βήμα στο κενό, χωρίς παρόν και μέλλον.

Όσο για το δίπολο "εθνικό-παγκόσμιο", ασφαλώς η συγκεκριμένη ανάλυση της κατάστασης σε μια χώρα, επιτάσσει να χτίσουμε την κοινωνία του μέλλοντος και το καλλιτεχνικό της εποικοδόμημα στις συγκεκριμένες συνθήκες, ιδιομορφίες και δυνατότητες του τόπου που μας έλαχε, για να πλουτίσουμε με τον πλούτο του, την παγκόσμια πολιτιστική κληρονομιά. Κι αλίμονο αν δεν ήταν έτσι. Αλίμονο, όμως, αν αυτό χρησιμοποιείται ως πρόσχημα, για να απαρνηθούμε τις γενικές νομοτέλειες και αξίες που διέπουν κάθε επαναστατικό προτσές και απόπειρας οικοδόμησης του νέου κόσμου. Όπως έγινε δηλ σε μεγάλο βαθμό με το ευρωκομμουνιστικό ρεύμα και την επίκληση των εθνικών ιδιαιτεροτήτων ως όχημα για τη ρήξη με το "σοβιετικό μοντέλο" και το σοσιαλιστικό στρατόπεδο.

Τρίτη 18 Ιουλίου 2017

Το κόκκινο αγγούρι

Αλήθειες και ψέματα για το σοσιαλιστικό ρεαλισμό

Τις προάλλες, η κε του μπλοκ βρέθηκε σε μια εκδήλωση των καλλιτεχνών με τη Μηλιαρονικολάκη και το θέμα που αναφέρεται στον υπότιτλο της ανάρτησης (και θύμιζε συνειρμικά μια σειρά μπροσούρες του ΚΣ της ΚΝΕ "αλήθειες και ψέματα στο σοσιαλισμό"). Ενάντια σε ό,τι θα μπορούσε να υποθέσει κανείς, τα νοήματα δεν ήταν βαριά κι ασήκωτα, τουλάχιστον όχι όσο βαρύς κι ασήκωτος ήμουν εγώ για ένα άτυχο έπιπλο στο στέκι της ΚΝΕ (όπου βρισκόταν τα γραφεία του αλήστου μνήμης ΚΜΕ), που άντεξε ένα φίλο που δεν τρώει ψωμί ("ελαφρύ πόδι" όπως θα τον έλεγαν στα Λούκι-Λουκ), όχι όμως κι εμένα.

Το δικό μου έργο τέχνης (όχι ο πίνακας)
Παρακάτω κάνω μια επιλεκτική και πρόχειρη κωδικοποίηση κάποιων σημείων της εκδήλωσης, ενώ σε δεύτερη φάση, ίσως ακολουθήσουν κάποιοι συνειρμοί που συσχετίζουν την τέχνη της πολιτικής με τις τέχνες και τον πολιτισμό -που έχει την ίδια ρίζα με την πολιτική.

Εν αρχή ην η λαϊκότητα. Το καλλιτεχνικό έργο πρέπει να μιλάει τη γλώσσα του λαού. Αλλά ο,τι είναι κατανοητό από τις ευρύτερες μάζες, δεν είναι απαραίτητα και λαϊκό -χώρια που μια αλλοτριωμένη εργατική συνείδηση ενσωματώνει στον ένα ή τον άλλο βαθμό και την αστική κουλτούρα. Στον αντίποδα, υπάρχουν παραδείγματα, όπως οι συμφωνίες του Σοστακόβιτς, που ο σοβιετικός λαός τις καταλάβαινε και τις αγαπούσε, που δείχνουν ότι κάποια πράγματα είναι σχετικά και δεν πρέπει να τα προδικάζουμε (πως δε θα γίνουν αντιληπτά από τις λαϊκές μάζες). Σε κάθε περίπτωση, το βασικό δεν είναι αν ο πήχης θα μπει ψηλά ή πιο χαμηλά. Το βασικό είναι να εξυψώνει κάθε φορά το επίπεδο και την καλλιέργεια του λαού.

Δεύτερο στοιχείο, που απασχόλησε στην πράξη και τους σοβιετικούς, είναι η κομματικότητα στη στρατευμένη τέχνη. Η οποία επιλέγει να στρατευτεί με ταξικό κριτήριο στην επαναστατική υπόθεση, αλλά αυτό δεν μπορεί να επιβληθεί άνωθεν ή να γίνει με τυποποιημένο τρόπο. Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα ήταν ένα έργο που θέλοντας να αποδώσει τη μοναδικότητα του Λένιν (ο οποίος δε θύμιζε κανέναν άλλο), αποτύπωσε κάτι που δεν υπήρχε: ένα κόκκινο αγγούρι!

Ένα άλλο ζήτημα είναι αν η τέχνη πρέπει να ακολουθεί πιστά τις αλλαγές και τα ζιγκ-ζαγκ της πολιτικής γραμμής, πχ στην περίοδο των αντιφασιστικών μετώπων, με την οποία, παρεμπιπτόντως, δε συμβιβάστηκε ποτέ ο Μπρεχτ (τον οποίο, παρεμπιπτόντως, ανέφερε συνεχώς η Μηλιαρονικολάκη -ούτε ερωτευμένη να ήταν). Αναφέρθηκε στην αλλαγή στάσης του κόμματος απέναντι στον Παλαμά, που στηλιτευόταν για το μεγαλοϊδεατισμό του, μέχρι που κυκλοφόρησε η γνωστή μπροσούρα του Ζαχαριάδη για τον "αληθινό Παλαμά". Κι έκανε μια κριτική αναφορά στην εισήγηση του Γκόρκι στο 1ο Συνέδριο των σοβιετικών λογοτεχνών, που συνδύαζε το ρεαλισμό με τον επαναστατικό ρομαντισμό, δίνοντας έτσι έμφαση στο επιθυμητό, που υποβαθμίζει τις αντιφάσεις της πραγματικής ζωής.

Πιο κριτική αναφορά έγινε στη θεωρητικοποίηση μιας ορισμένης τάσης που κατέληξε για την τέχνη στη φόρμουλα "εθνική στη μορφή, σοσιαλιστική στο περιεχόμενο" ρέποντας ως ένα βαθμό προς τον εθνικισμό. Καθώς και την αντανάκλαση που είχε η στροφή του 20ού συνεδρίου στην καλλιτεχνική δημιουργία, όπου πολλές φορές δε φαίνεται να υπάρχουν αντιφάσεις. Συνεπώς που είναι ο ρεαλισμός για να υπάρχει και σοσιαλισμός (πόσο μάλλον σοσιαλιστικός ρεαλισμός);

Σημείωσα και συγκράτησα επίσης τα εξής:
-ότι η μορφή είναι ο σκελετός στον οποίο χτίζεται το περιεχόμενο κι όχι κάτι έξω από αυτόν.
-ότι το μεταμοντέρνο αντέγραψε τα χειρότερα στοιχεία του μοντέρνου.
-ότι πρέπει να διαβάσουμε και λογοτεχνικά έργα, εκτός από θεωρητικές, επιστημονικές μελέτες, για να καταλάβουμε σφαιρικά μια εποχή ή πχ τον πλούτο των καταστάσεων που δίνει μια επαναστατική περίοδος.
-ότι ο φουτουρισμός στην Ιταλία συνδέθηκε σε σημαντικό βαθμό με το φασισμό του Μουσολίνι, σε αντίθεση με την πορεία που ακολούθησε στη Σοβιετική Ένωση.

-Ότι ουσία του σοσιαλιστικού ρεαλισμού είναι να πάρει ταξική θέση, να αναδείξει την ουσία της πραγματικότητας και πώς αυτή θα αλλάξει.
-αλλά το καλλιτεχνικό έργο πρέπει να "κρύβει" την πρόθεσή του, να μην τη βγάζει άγαρμπα επί σκηνής (ή επί οθόνης ή στις σελίδες του), αλλά να την αφήνει να διαφαίνεται από το περιεχόμενο.
-τον προβληματισμό σχετικά με την απολυτοποίηση του κανόνα που λέει πως κάθε έργο πρέπει να αναδεικνύει μια αισιόδοξη προοπτική για την αλλαγή του κόσμου, που οδήγησε σε κάποιες ακραίες περιπτώσεις, όπως την κριτική στους Μοιραίους του Βάρναλη, που αποτύπωνε ρεαλιστικά μια υπαρκτή τάση. Δεν μπορεί κάθε έργο να αισιόδοξο, ανεξάρτητα από τη δική μας ιστορική αισιοδοξία πως ο κόσμος μπορεί να αλλάξει και να φτάσει στο σοσιαλιστικό μετασχηματισμό.

-Ότι ο σοσιαλιστικός ρεαλισμός, σε αντίθεση με άλλα καλλιτεχνικά ρεύματα δε συνδέεται με κάποια συγκεκριμένη τεχνοτροπία κι αφήνει πλήρη εκφραστική ελευθερία στον καλλιτέχνη.
Είναι χαρακτηριστικό πως μέχρι τη δεκαετία του 30' στο κομμουνιστικό κίνημα συσπειρωνόταν ένας μεγάλος αριθμός σουρεαλιστών καλλιτεχνών (που σε αφήνει με την απορία πώς θα μπορούσε να 'ναι ένα ρεύμα σοσιαλιστικού σουρεαλισμού). Και ότι ακόμα και πολλές αστικές αναλύσεις διακρίνουν πως ο Χικμέτ έχει πιο μεστά έργα από τη στιγμή που ασπάστηκε το σοσιαλιστικό ρεαλισμό, άσχετα αν δυσκολεύονται να το παραδεχτούν ανοιχτά και προσπαθούν να το κρύψουν πίσω από μπερδεμένες διατυπώσεις.

-Σημειώνω επίσης ως δική μου σκέψη πως ο σοσιαλιστικός ρεαλισμός δεν είναι δόγμα, αλλά μέθοδος για δράση, όπως ακριβώς ο μαρξισμός. Μένει όμως το ερώτημα αν μπορεί να υπάρξει σοσιαλιστικός ρεαλισμός σε μη σοσιαλιστικές συνθήκες (κατά αντιστοιχία της επαναστατικής δράσης-συνείδησης, σε μη επαναστατικές συνθήκες).
Κι αν κάποιος καλλιτέχνης μπορεί να έχει δημιουργία που να είναι σοσιαλιστικός ρεαλισμός, χωρίς να έχει βαθιά κατανόηση του μαρξισμού. Άραγε αρκεί να είναι απλά αριστερός, όπως ήταν πχ ο Μίκης; Και ποια ήταν η σχέση του Ρίτσου με το σοσιαλιστικό ρεαλισμό; (Η Μηλιαρονικολάκη είπε ότι έχει αρκετά έργα, όπως τον Επιτάφιο, που ακολουθούν αυτό το ρεύμα)

-Και τέλος το ερώτημα αν ο σοσιαλιστικός ρεαλισμός είναι κριτική θεωρία κι αν αποτελεί όντως τελικά καλλιτεχνικό ρεύμα ή κάτι ευρύτερο, πχ φιλοσοφική αντίληψη, εφόσον δε συνδέεται με μια συγκεκριμένη τεχνοτροπία. Επ' αυτού η Μηλιαρονικολάκη είπε πως η αισθητική (και όχι ο σ.ρ) είναι φιλοσοφικός κλάδος, και πως πρέπει να κάνουμε διάκριση μεταξύ του ρεύματος -που σχεδόν πάντα συνδέεται με κάποια συγκεκριμένη κοσμοθεώρηση- της τεχνοτροπίας και των τεχνικών μέσων.
Έχω όμως την αίσθηση πως αυτό χρειάζεται περισσότερη ανάλυση.

Κι αν κάτι από τα παραπάνω δε σας κολλάει καλά, η ευθύνη βαραίνει αποκλειστικά εμένα και την πτώση από το λιγόψυχο έπιπλο που βάρυνα εγώ.

Παρασκευή 6 Ιανουαρίου 2017

Κόκκινος τράγος

Ο κόκκινος τράγος είναι ένα μυθιστόρημα του Κώστα Παρορίτη, που θεωρείται από τους εισηγητές του σοσιαλιστικού ρεαλισμού στα ελληνικά γράμματα. Επηρεασμένος από τη μεγάλη Οχτωβριανή Επανάσταση και τις ιδέες της, ο Παρορίτης αφιερώνει το βιβλίο "σε όσους πιστεύουνε σε μια απολύτρωση" και τοποθετεί την υπόθεση λίγο πριν την εμπλοκή της Ελλάδας στον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο και τον αποκλεισμό του λιμανιού του Πειραιά από τις δυνάμεις της Αντάντ, στο απόγειο του "εθνικού διχασμού".

Σύμφωνα με τη μικρή περιγραφή του biblionet:
Ο "Κόκκινος τράγος" είναι ένα συνοικιακό καφενείο της Αθήνας, όπου συναντιούνται, σχεδόν καθημερινά, μια ομάδα ανθρώπων διαφορετικών μεταξύ τους· απόκληροι, άνεργοι και άρρωστοι (μία απολυμένη δασκάλα, ένας επίσης απολυμένος καθηγητής, ένας φοιτητής, δυο τρεις εργάτες). Τους ενώνει, ωστόσο, ένα όραμα (για άλλους ξεκάθαρο, για άλλους θαμπό αλλά πάντως ισχυρό, καθοριστικό της συμπεριφοράς τους) για μια ζωή δικαιότερη. Οι θαμώνες του "Κόκκινου τράγου" αποτελούν τον έναν πόλο της ιστορίας· ο άλλος συντίθεται από ανθρώπους που, παρά τις αγαθές τους προθέσεις, χωρίς ιδεολογικό έρεισμα, παρασύρονται από τις προσωπικές τους φιλοδοξίες, δελεάζονται από υποσχέσεις επιτήδειων καιροσκόπων και χάνουν την ηθική τους υπόσταση, για να βρεθούν, κάποια στιγμή συνειδησιακής κρίσης, αντιμέτωποι με τον ίδιο τον εαυτό τους.

Το βιβλίο αυτό κυκλοφόρησε ξανά φέτος απ' τη Σύγχρονη Εποχή. Παρακάτω ακολουθούν ένα μικρό, χαρακτηριστικό απόσπασμα, καθώς και το προλογικό σημείωμα του ίδιου του συγγραφέα, που συμπυκνώνουν τις ιδέες του Παρορίτη για την τέχνη, τη λειτουργία της και το σκοπό που καλείται να υπηρετήσει.


Μα σήμερα δεν μπορούσε να μαζέψει το νου του. Αυτή η καμπάνα του τριβέλιζε το μυαλό.
Πέταξε την πένα πάνω στο τραπέζι.
-Τι πάθανε, μωρέ, σήμερα, μ' αυτή την καμπάνα; Βαλθήκανε να μας τρελάνουνε; φώναξε νευριασμένος.
Ο μπαρμπα-Σταύρος ζύγωσε:
-Δεν το ξέρεις;
-Τι να ξέρω;
-Έχουμε λιτανεία.
-Λιτανεία; Τι διάολο; Πώς του ήρθε πάλε αυτή η ιδέα; Μην ξαναρρώστησε ο βασιλιάς;
-Όχι, είναι για το πουλί.
-Ποιο πουλί πάλε;
-Το πουλί που παρουσιάστηκε στου "Παπά το σπίτι".
-Ε, και τι μ' αυτό; Ένα πουλί.
-Ναι, μα ο παπάς τούς έπεισε όλους πως δεν είναι πουλί.
-Μα τότε τι διάλο μπορεί να 'ναι;
-Αυτό που είπες. Ο Οξαποδός, λέει, μεταμορφωμένος σε πουλί.
Ο Στέφανος δεν μπόρεσε να κρατήσει τα γέλια του.
-Βρε τον αλιτήριο, βρε το θεομπαίχτη.
Ο μπαρμπα-Σταύρος κούνησε το κεφάλι του με τρόπο δισταχτικό:
-Ξέρεις καμιά φορά...
-Α, μπαρμπα-Σταύρο, δε σε νόμιζα για τόσο κουτό. Το ίδιο και την άλλη φορά με την αρρώστια του βασιλιά. Μα είναι πράματα αυτά; Στέκουνται πια αυτά σήμερα;

Ο μπαρμπα-Σταύρος, που είχε μεγάλη εχτίμηση στο μυαλό του Στέφανου, προτίμησε να σωπάσει. Όχι τόσο γιατί είχε πειστεί πως δεν υπάρχει Οξαποδός. Ούτε να το βεβαιώσει μπορούσε αυτό, μα ούτε και να το αρνηθεί τολμούσε. Γι' αυτό το καλύτερο ήτανε να μη γίνεται κουβέντα γι' αυτά τα πράματα. Ας μένουνε αυτά όπως τα βρήκαμε.



Ο Στέφανος ξανάσκυψε πάνω στα δοκίμια που είχε να διορθώσει. Ήτανε κάτι ποιήματα που επρόκειτο να δημοσιευτούνε σ' ένα επαρχιώτικο περιοδικό που τυπωνότανε στην Αθήνα...

Πέταξε χάμω την πένα. "Ουφ. Τι πλήξη. Τα ίδια και τα ίδια. μα δε βαρεθήκανε πια, δεν έχουνε να πούνε και τίποτις νεότερο; Όλο για την ερωμένη τους θα μας μιλούνε; Όλο για τα πουλάκια, για τα δεντράκια, για τα συννεφάκια, για τ' αστεράκια; Καλά, δε λέει κανείς. Μα χορτάσαμε πια. Χρειαζόμαστε κάτι καινούργιο, χριστιανοί μου. Κοιτάξτε και γύρω σας. Όλος ο κόσμος δεν είναι ο εαυτούλης σας. Η ζωή είναι πολύ πλατιά. Απλώστε τη ματιά σας, βυθίστε τη σκέψη σας, μεστώστε το αίστημά σας, δέστε το σφιχτά με το νου σα διαμάντι, πυρώστε το νου σας με τη φλόγα της καρδιάς..."

Η καμπάνα ξακολουθούσε να σημαίνει, σαν ένα άλογο που το σπηρουνίζουνε να τρέχει αδιάκοπα και κείνο τρέχει, τρέχει, τρέχει, ιδροκοπώντας, αφρίζοντας, λαχανιάζοντας...

Τώρα πήρε να διορθώσει κάτι άλλα δοκίμια. Ήτανε ένα κριτικό άρθρο πάνω σε κάποιο σοσιαλιστικό ρομάντζο. Ο κριτικός, που ήτανε ένα όνομα φημισμένο στους δημοσιογραφικούς κύκλους, του τα 'ψελνε γερά. Αυτό δεν είναι ρομάντζο, αυτό είναι μπροσούρα. Η τέχνη είναι συγκίνηση και τίποτις παραπάνω. Αυτό δα έλειπε τώρα να καθίσει ο τεχνίτης να μιλήσει για φουγάρα, γι' απεργίες και για μεροκάματα. Η τέχνη δεν ξέρει σκοπούς. Η τέχνη ξέρει μόνο τον εαυτό της.

Ο Στέφανος χαμογελούσε. Ο κριτικός μεταχειριζότανε έναν αψηλό διδαχτικό τόνο, που 'δειχνε καθαρά την προσπάθειά του να διδάξει το σοσιαλιστή συγγραφέα το χρέος του. Τονέ μεταχειριζότανε σα μαθητή που δεν ξέρει το μάθημά του ή σαν άνθρωπο παραστρατισμένο, που τονέ λυπότανε και ζητούσε να ξαναγυρίσει στην ίσια στράτα.

Ο Στέφανος ένιωσε μια σιχασιά μέσα του. "Δεν ντρέπουνται, δεν ντρέπουνται". Τι αξία μπορεί να 'χει μια τέχνη τόσο εγωιστική, τόσο κοντόθωρη, που δε βλέπει παραπέρα από τη μύτη της; Σίγουρα, αυτός ο αιστητικός, με το μεγάλο όνομα, δεν ξέρει τι λέει. Περίεργο. Εκατομμύρια εργάτες, που παλεύουνε να υψωθούνε προς το φως, να μην μπορούνε να γεννήσουνε μια καινούργια τέχνη; Γιατί; Αν δε βγει μέσα από το λαό, που δυστυχάει, η καινούργια τέχνη, τότε από πού θα βγει; Από τους σάπιους στην ψυχή και στο σώμα; Όχι από τους γερούς που δημιουργούνε τη ζωή με τα χέρια τους, μα από τους τεμπέληδες και τους μοιρολάτρες, που όλα τα βλέπουνε όμορφα ή αδιάφορα με το κουρασμένο τους μάτι;

* * *

Ξέρω πως και το βιβλίο μου αυτό θα δώσει πάλε το σύνθημα σε μια νέα σταυροφορία εναντίον μου. Όλοι οι συντηρητικοί, όλοι οι καθυστερημένοι, όλοι οι δούλοι του κοινού και του χιλιοειπωμένου θα δώσουνε τα χέρια σε μια κοινή επίθεση. Οι κατηγόριες τους, που τις αναμασούνε τώρα χρόνια, θ' αντηχήσουνε πάλε βραχνές, όσο και ύποπτες με όλους τους τόνους. Μου είναι τόσο γνωστές. Υποδουλώνω την Τέχνη στην Ιδέα! Ω, οι μεγάλοι ιεροφάντες της Τέχνης, που δεν κρύβουνε καμιά ιδέα στο κεφάλι τους! Μα, εμείς, που πιστεύουμε πως Ιδέα και Τέχνη δεν είναι πράματα χωριστά, τους ρίχνουμε μια σπλαχνική ματιά και τραβάμε το δρόμο μας αδιάφοροι. Η Τέχνη μας, το ξέρουμε, ταράζει τα νεύρα των ευαίσθητων, των ωραιόπαθων, όλων εκείνων όσοι, συνηθισμένοι στα βαλτονέρια της καθημερινής ζωής, δεν ανέχουνται και δεν επιτρέπουνε με την ψευτοαριστοκρατική τους αντίληψη καμία νέα, αντρίκεια προσπάθεια. Μα, εμείς, που πιστεύουμε πως ο άνθρωπος ζει σε μια φριχτή σκλαβιά, τόσο οικονομική, όσο και ψυχική και πνευματική, εννοούμε να κρατήσουμε τα μάτια μας γυρισμένα προς το φως της Καινούργιας Ημέρας. Πατώντας πάντα στο ρωμαίικο το χώμα, δεν ξεχνούμε ποτέ τον αιώνιο Άνθρωπο. Ο Άνθρωπος αυτός μας ενδιαφέρει. Ο Άνθρωπος που, σπάζοντας τα σύνορα, παλεύει σήμερα ηρωικά να συντρίψει τις υλικές και τις ψυχικές αλυσίδες του, που δεν τον αφήνουνε να βαδίσει προς έναν κόσμο ανώτερο. Αυτόν τον άνθρωπο, που και στην Ελλάδα, άρχισε να παλεύει για τον ίδιο σκοπό, εμείς τονέ βλέπουμε και τονέ πονούμε.

Σ' αυτόν αφιερώνουμε και την Τέχνη μας, μικρή, μεγάλη, όποια κι αν είναι, μα πάντοτε τίμια και αγνή. Γιατί πιστεύουμε πως η Τέχνη, σαν ένα καθαρό κι αυτή της ομαδικής ζωής φαινόμενο, δεν έχει σκοπό να ικανοποιήσει ορισμένες προσωπικές και αυθαίρετες ιδέες η αρρώστιες μας, που καμιά ανάγκη της ζωής δεν τις δικαιολογεί, παρά σαν ένας κοινωνικός κι αυτή παράγοντας να κάνει το χρέος της κάθε φορά που η Ζωή νιώθει την ανάγκη ν' αναπλαστεί.

Κυριακή 23 Νοεμβρίου 2014

1... 2... 3...

κινηματογραφικές προτάσεις

Ψάχνοντας και συζητώντας για σινεμά με γνωστούς και φίλους, είχαμε καταλήξει μεταξύ σοβαρού κι αστείου στο συμπέρασμα πως αυτό που μας ταιριάζει κι αναζητούμε, κυμαίνεται ανάμεσα στο βαρύ χόλιγουντ και την ελαφριά κουλτούρα. Κάτι που θα μας κατέτασσε ωστόσο στο μέσο, απαίδευτο χυλό, το μονίμως μέτριο και πάντα μετρημένο, που απεχθάνεται τα άκρα και ξέρει ίσως τι θέλει να αποφύγει (τα κινηματογραφικά σκουπίδια μαζικής παραγωγής και τον καπιταλισμό εν γένει) όχι όμως και πού έχει στόχο να φτάσει (ποιοτικό σινεμά και κοινωνία του μέλλοντος). Το οποίο όμως βρίσκονται κυρίως στο παρελθόν του σύντομου εικοστού αιώνα κι αφήνει το χνάρ τους στο σήμερα, πιο πολύ ως κατάλοιπα κι απόηχος άλλων, ένδοξων εποχών και όχι ως κάτι που πιάνει το νήμα της συγκυρίας, για να εκφράσει το πνεύμα της.

Εν πάση περιπτώσει, είναι ζήτημα αν μια φαινομενικά σοβαρή ταινία μπορεί να περάσει τα μηνύματα που θέλει και που αντιστοιχούν στις προθέσεις του δημιουργού της κι αν μπορεί να πει περισσότερα πχ από μια κωμωδία, που επιστρατεύει το άκρως σοβαρό όπλο της σάτιρας (και όχι του απλού χαβαλέ και τους παρεΐστικου καλαμπουριού, που είναι ζήτημα αν έχει αξία πέρα από τα συμφραζόμενα και τα όρια της παρέας, αν είναι δηλ διαχρονικό, που είναι ίσως και το πιο σημαντικό προσόν της καλής σάτιρας).

Τα σκεφτόμουν όλα αυτά, βλέποντας στα κοντά μεταξύ τους δύο ταινίες, που στην πραγματικότητα τις χχωρίζει κάτι παραπάνω από μισός αιώνας (σχεδόν πενήντα χρόνια) αλλά αντιμετωπίζουν παραπλήσια θέματα: τη σύγκρουση δύο διαφορετικών κόσμων. Την υπόθεση και μια σύντομη κριτική – παρουσίαση κάθε ταινίας μπορείτε να τις δείτε ακολουθώντας αυτόν το σύνδεσμο (στο βουνό). Και αν μετά από αυτό ψηθείτε να τις παρακολουθ΄σετε και δεν τις έχετε ήδη δει, ίσως να ήταν καλό να μη διαβάσετε τις παρακάτω γραμμές, για να μην χάσετε το ενδιαφέρον σας, καθώς θα προδίδονται καίρια στοιχεία της πλοκής –οι αποκαλούμενες σποϊλεριές.

Το one, two, three (ένα, δύο, τρία, δηλ, αν κι ο τίτλος μεταφέρθηκε αυτούσιος νομίζω, χωρίς να μεταφραστεί) εκτυλίσσεται στο βερολίνο, το καλοκαίρι του 61’, λίγο πριν την ανέγερση του τείχους, και έρχεται να κολλήσει στο κλίμα των προηγούμενων ημερών και την πρόσφατη επέτειο των 25 χρόνων από την πτώση του τείχους. Οι σπαρταριστές καταστάσεις που διαδραματίζονται σε δυτικό και ανατολικό τμήμα, με τη σχετικά χαλαρή κι εύκολη μετάβαση από το ένα στο άλλο, μπορούν να εκληφθούν, με μια ευρεία, διασταλτική έννοια κι ερμηνεία, κι ως επιχείρημα υπέρ της αναγκαιότητας να διασφαλιστούν πιο αποτελεσματικά τα σύνροα της γλδ. (Σίγουρα πάντως θα αποτελούσε ακλόνητη απόδειξη για τη λογική του μέσου χρυσαυγίτη πχ, που τόσο εύστοχα συμπύκνωσε ο ζαραλίκος στη φράση: έχεις βίντεο –γι’ αυτό που ισχυρίζεσαι;)

Η ταινία είναι αμερικάνικης παραγωγής κι ως εκ τούτου αναπόφευκτα γεμάτη με αρκετά εύκολα στερεότυπα για τους κομμουνιστές του ανατολικού μπλοκ και το σοσιαλιστικό τρόπο ζωής: το νιόπαντρο ζευγάρι πχ σχεδιάζει τη ζωή του στο δικό του σπίτι στη μόσχα, όπου θα περνάει όλη τη μέρα του στο κρεβάτι, όχι επειδή είναι αθεράπευτα ερωτευμένο, αλλά γιατί δε θα έχει ούτως ή άλλως κάποιο άλλο έπιπλο στο σπίτι! Ο λδ γερμανός κομμουνιστής είναι άπλυτος και δε φοράει εσώρουχα (ήδη από τότε δηλ δεν κάναμε μπάνιο), κερδίζει όμως την προσοχή και το ενδιαφέρον του θηλυκού πληθυσμού της δυτικής πλευράς, που αναγνωρίζει πως οι επαναστάτες είναι πιο θερμοί και παθιασμένοι από τους δικούς της άνδρες –να και το κλισέ για τους κομμουνιστές, που θα ‘ρθουν να μας πάρουν τις γυναίκες. Αν και αυτός που μπερμπαντεύει κατά τη διάρκεια της ταινίας, με τον παρά του, την κυρά του και την ερωμένη του, επιβεβαιώνοντας την κλασική υποκρισία του αστικού γάμου, είναι ο αμερικάνος πρωταγωνιστής, διευθυντικό στέλεχος της κόκα-κόλα στο δυτικό βερολίνο· που διαπραγματεύεται μια εμπορική συμφωνία με μια σοβιετική αποστολή (σημείο των νέων σοβιετικών ηθών και κάτι σαν προάγγελος των μεταρρυθμίσεων κοσίγκιν) όπου ο ένας παρακολουθεί, ως καραφλός μυστικός πράκτορας, τους άλλους δύο, αλλά πέφτει μαζί τους στη διαφθορά και το γλέντι, χτυπώντας στο τσακίρ κέφι το παπούτσι του πάνω στο τραπέζι, στο δρόμο που χάραξε ο νικήτας στον οηε (όχι της ειρηνικής συνύπαρξης)· οπότε προλαβαίνει να τους προδώσει άλλος, πριν τον προδώσουν αυτοί. Η εικόνα του στάλιν βρίσκεται ακόμα πίσω από το πορτρέτο του νικήτα που καταρρέει (όπως και στην πραγματική ζωή, λίγα χρόνια αργότερα, χωρίς αυτό να σηματοδοτήσει κάποια «σταλινική παλινόρθωση, όπως πιστεύουν οι δυτικοί κι οι ευρωκομμουνιστές). Ενώ ο λδγερμανός πέφτει θύμα πλεκτάνης του αμερικάνου γιάπη, κατηγορείται από τους συμπατριώτες του για σπιούνος των ηπα κι αναγκάζεται να ομολογήσει τα πάντα, μετά από το φρικτό βασανιστήριο στο οποίο τον υπέβαλαν, να ακούσει δηλ δυτική μουσική –αυτό που μετάφερε και η πωλίνα στα ελληνικά ως «ροζ μπικίνι»- που δεν μπορούσε να αντέξει!

Η ταινία όμως κρατάει τίμιες (αν όχι ίσες αποστάσεις) κι ανταποδίδει με αντίστοιχα καυστική σάτιρα του μέσου δυτικού, που δε δείχνει ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τα πολιτικά, γι’ αυτό κι η νεραή πρωταγωνίστρια θεωρεί πως ο άντρας που γνώρισε στο ανατολικό τμήμα και παντρεύτηκε σχεδόν αμέσως, είναι ρεπουμπλικάνος, από το γράμμα R στα αρχικά της ddr. Ενώ αποτυγχάνει να καταλάβει την αγωνία και τα υπαρξιακά διλήμματα του αγαπημένου της (που δε θέλει να μεγαλώσει το παιδί του σαν αστός) και τον καθησυχάζει πως μπορούν να αποφασίσουν εν καιρώ αν θα γίνει καπιταλιστής ή ένας πλούσιος κομμουνιστής. Ο γερμανός υπάλληλος της κόκα-κόλα πιάνει με λαβίδα το κομματικό βιβλιάριο του ανατολικογερμανού, για να μην το αγγίξει, θυμίζοντας κάπως την παρωδία-μίμηση του δημοσιογράφου λοβέρδου από το μητσικώστα. Γενικά οι δυτικογερμανοί σατιρίζονται ανελέητα για το ναζιστικό τους παρελθόν και τη δουλική πειθαρχία τους, ιδίως απέναντι στις ηπα. Οι υπάλληλοι πχ στέκουν προσοχή μπροστά στο διευθυντή τους, γιατί όπως εξηγεί ο (εξίσου δουλικός) προϊστάμενός τους: τώρα που έχουν ελευθερία να κάνουν ό,τι θέλουν, σηκώνονται επειδή το θέλουν. Αλλιώς (επί δικτατορίας δηλ) θα ήταν πιο εύκολο να τους διατάξουμε να μη σηκώνονται και να παραμείνουν καθιστοί..

Τα καλύτερα όμως έρχονται προς το τέλος. Ο λδγερμανός που καλείται να μεταμορφωθεί σε δυτικό αστό σε μια μέρα, συνειδητοποιεί πως έχει ξοδέψει για τη μεταμόρφωσή του ένα σκασμό δολάρια, μόλις σε τρεις ώρες καπιταλιστικής ζωής κι οι υπόλοιποι τον καθησυχάζουν, πως είναι απολύτως φυσιολογικό να χρωστάνε όλοι σε όλους, γιατί έτσι ακριβώς «λειτουργεί το σύστημά μας». Και όταν σε κάποια φάση, ξεσπάει ενάντια στο δυτικό τρόπο ζωής, λέει το αμίμητο: ανεργία, διακρίσεις, παρακμή και σήψη (κάτι σαν το δικό μας σύνθημα: φτώχια, βία, αυταρχισμός, αυτός είναι ο καπιταλισμός)... αλλά σε είκοσι χρόνια, θα σας έχουμε φτάσει και ξεπεράσει! Τόμπολα.
Αναφέρεται προφανώς στο περίφημο εικοσαετές πρόγραμμα του νικήτα, που θα μας οδηγούσε, υποτίθεται, στον κομμουνισμό. Και στις απειλές-εξαγγελίες του προς τους αμερικάνους πως «είμαστε ακόμα πίσω σας, αλλά σε μερικά χρόνια θα σας φτάσουμε και θα σας ξεπεράσουμε». Που κάθε άλλο παρά γραφικές έμοιαζαν τότε, που οι σοβιετικοί έστελναν το σπούτνικ και τον γκαγκάριν στο διάστημα. Η προφητεία βγήκε βέβαια απολύτως αληθινή με μια μικρή χρονική αόικλιση δεκαετίας, όχι όμως όπως την εννοούσε (;) ο νικήτας, αλλά όπως το εννοεί η ταινία. Σε τριάντα χρόνια η αντεπανάσταση, θα εκδηλωνόταν σε πλήρη έκταση, με τους λαούς της σοβιετίας να βυθίζονται στο σκοτάδι του πιο άγριου και ληστρικού καπιταλισμού.

Για τη δεύτερη ταινία (snowpiercer), προσωπικά δεν έχω να πω πολλά –κι από αυτό γίνεται μάλλον φανερό και ποια από τις δύο μου άρεσε και είχε κάτι να μου πει. Υπάρχουν μερικοί πολύ ενδιαφέροντες αλλά μάλλον προφανείς συμβολισμοί για την ταξική διαστρωμάτωση του τρένου και τις διαφορές ανάμεσα στα πρώτα και τα τελευταία βαγόνια· για τη στρατηγική σημασία της μηχανής (εξουσία) χωρίς την οποία δεν μπορείς να κάνεις τίποτα, ακόμα κι αν ελέγχεις ένα άλλο επιμέρους στοιχείο, όπως το νερό (πχ το νόμισμα)· το συμβιβασμό της παλιάς ιστορικής ηγεσίας, την ανάγκη να συνεχίζει να κινείται αέναα (αδιάκοπη αναπαραγωγή κεφαλαίου) το τρένο και βασικά το φόβο που καλλιεργείται για να αποτρέψει τους επιβάτες από μια ηρωική έξοδο από το τρένο (όπως αυτοί που το έκανα κάποτε, αλλά πάγωσαν πριν καν προλάβουν να κάνουν μερικά βήματα) έξω στην παγωμένη γη. Όπου συναντάμε στο τέλος και μια πολική αρκούδα, που θα μπορούσε να συμβολίζει και τη σοβιετική ένωση.
Αλλά καθώς αυτά δίνονται με μια αρκετά σκοτεινή και πληκτική (για τα δικά μου γούστα τουλάχιστον) υπόθεση, το βασικό στοιχείο που (με) ιντριγκάρει σε σχέση και με τους παραπάνω συμβολισμούς, είναι η νοτιοκορεάτικη καταγωγή του σκηνοθέτη!


Εν πάση περιπτώσει ο πάγος έσπασε, το χιόνι χαράχτηκε (snowpiercer) και δεν μπορεί παρά να λιώσει ξανά, γιατί η ταξική πάλη δεν μπήκε στην κατάψυξη μετά από την πτώση του τείχους και τις ανατροπές που ακολούθησαν. Κι επειδή αυτές οι κρίσεις για τις ταινίες είναι συνήθως υποκειμενικές, σε αντίθεση με τις καπιταλιστκές κρίσεις που είναι αντικειμενικές κι αναπόφευκτες, κάθε ένσταση και παρατήρηση, δεκτή στα σχόλια.

Κυριακή 19 Οκτωβρίου 2014

Άι Στράτης και σοσιαλιστικός ρεαλισμός

Στο σημερινό κυριακάτικο ένθετο, η κε του μπλοκ αντιγράφει κι αναδημοσιεύει ένα απόσπασμα από το πεζό κείμενο του βάρναλη που φέρει τον τίτλο της ανάρτησης, και αναδεικνύει με πολύ γλαφυρό τρόπο τη διαφορά του ‘στεγνού’ ρεαλισμού, που αποτυπώνει στατικά την πραγματικότητα, με τη λογική και τους στόχους του σοσιαλιστικού ρεαλισμού. Διαβάζοντας τις παρατηρήσεις του βάρναλη, μπορεί να καταλάβει κανείς καλύτερα (μολονότι δεν αναφέρεται άμεσα σε αυτό το ζήτημα) και την ειδοποιό διαφορά του διαλεκτικού υλισμού από τον στείρο και αφηρημένο προμαρξικό φιλοσοφικό υλισμό, καθώς και την ουσιώδη σχέση μεταξύ αυτών των δίπολων.
Με άλλα λόγια, η διαφορά του σοσιαλιστικού ρεαλισμού από τον απλό ρεαλισμό, είναι βασικά η διαφορά που έχει σε φιλοσοφικό επίπεδο ο διαλεκτικός υλισμός του μαρξ από τον αφηρημένο υλισμό, που αντικρίζει στατικά την πραγματικότητα. Καλή ανάγνωση και κάθε καλόπιστη παρατήρηση-προσθήκη, ευπρόσδεκτη στα σχόλια.

-.-.-

Ψηλά από το μετερίζι μας χαιρόμαστε κατάντικρά μας τ’ ολόφωτο εξαϋλωμένο όραμα του χωριού, κρεμασμένο από το λόφο του, απάνου στη θάλασσα. Αφού έχουμε κόψει το τσιγάρο για λόγους… υγείας, φλυαρούμε περί ανέμων και υδάτων. Και περί Τέχνης. Δύο αναστημένοι νεκροί.

-Όλο αυτό το χωριό, τι εξαίσιο όραμα φαίνεται, άμα το κοιτάς σαν ένας εστέτ. Όταν όμως θυμηθείς τα στενά, τα σκοτεινά, τα φονικά στενοσόκακα τα γεμάτα από όλες τις ακαθαρσίες· όταν θυμηθείς τη φτώχεια και την αθλιότητα της ζωής των ανθρώπων, το πνευματικό τους σκοτάδι, την εγκατάλειψή τους στη μοίρα τους· όταν θυμηθείς πως είναι τα θύματα μιας κοινωνικής βίας κι εκμετάλλευσης, που αφού τους πιει το αίμα, τους βουλιάζει όσο βαθύτερα μπορεί στην άγνοια, τότες η ομορφιά του οράματος χάνεται και αναδύεται το πραγματικό «νόημα» του τοπίου. Η ψυχή του. Ένας καλλιτέχνης που δε βλέπει αυτή την ψυχή θα αποδώσει μια ομορφιά όσο θέλει εντυπωσιακή, μα πάντα επιφανειακή, στατική, ψεύτικη. Το έργο του μπορεί να αρέσει, μα ποτές δε θα κινήσει τη σκέψη μας. Τη ναρκώνει. Κι αν το έργο του είναι ρεαλιστικό, ο ρεαλισμός του θα είναι αφαιρεμένος, άδειος, χωρίς περιεχόμενο. Η διαφορά που υπάρχει ανάμεσα στο ρεαλισμό, που έχει για σκοπό του την πιστότητα της αντιγραφής (ή αναδημιουργίας) των φυσικών και ανθρώπινων «αντικειμένων» και στο ρεαλισμό που ζητάει να συνειδητοποιήσει την κοινωνική σημασία τους, είναι η διαφορά που υπάρχει ανάμεσα στο νεκρό «σκήνωμα» και στο «πνεύμα» (οι όροι συμβατικοί). Αυτή η διαφορά καθορίζει από τη μια μεριά τη ματαιότητα του κριτικού κι αισθητικού ρεαλισμού και από την άλλη την επαναστατικότητα του σοσιαλιστικού ρεαλισμού.

-Αυτό το αποτέλεσμα το πετυχαίνουν οι εικαστικές τέχνες ως ένα βαθμό. Ο Βελάσκεθ, ο Κουρμπέ, η γοτθική τέχνη, η ολαντέζικη σχολή, μας δώσανε υπέροχα ρεαλιστικά κομμάτια από τη ζωή. Αυτοί μας γνωρίσανε την εποχή τους· όλοι οι άλλοι μας δώσανε το… άπειρο! Για κείνους τους καιρούς, που δεν υπήρχε συνείδηση κοινωνικού αγώνα, μα Θεός πατήρ των πάντων, ο αισθητικός αυτός ρεαλισμός ήτανε μεγάλο κατόρθωμα. Σήμερα όμως ο κοινωνικός αγώνας είναι στην πρώτη γραμμή όλων των αξιών. Αυτό πήρε τη θέση του Υπέρτατου Όντος. Ο άνθρωπος έγινε κύριος της Τέχνης του. Η αστική τέχνη, είτε ρομαντική, είτε ρεαλιστική, είτε κλασική, απομονώνει το άτομο (το άτομο που δε δουλεύει) και το βάζει αντιμέτωπο σ’ όλη την κοινωνία. Και όταν ο ρεαλισμός είναι κριτικός, περιορίζεται στο να δείξει τα κακά, την αδικία, την απανθρωπιά του καθεστώτος, μα δε δίνει καμία λύση στο πρόβλημα. Ζητάει να διορθώσει όλα τούτα τα στραβά μέσα στα πλαίσια του συστήματος και με την καλή θέληση ή τη μόρφωση των ατόμων, χωρίς να θίξει τη βάση του συστήματος. Ο σοσιαλιστικός ρεαλισμός κάμνει ήρωά του τον άνθρωπο της δουλειάς, αυτόν, που αγωνίζεται με πίστη και αισιοδοξία μαζί με όλη την κοινωνία για τη δημιουργία του σοσιαλιστικού πολιτισμού. Έτσι ο καλλιτέχνης μεταβάλλεται από ναρκωτής των ψυχών σε «αρχιτέκτονα των ψυχών». Νομίζω πως αυτό το αποτέλεσμα το πετυχαίνουνε πλατύτερα οι τέχνες του λόγου· γιατί διαθέτουν περισσότερο από τις εικαστικές τέχνες το μεγάλο μέσο της δράσης και της περιγραφής.

-Δεν υπάρχει αμφιβολία. Αυτό όμως δε θα πει πως οι εικαστικές τέχνες απαλλάσσονται από το χρέος να δημιουργούνε πάνου σ’ αυτή τη γραμμή. Και το παραμικρότερο πραματάκι από τις βιομηχανικές τέχνες παίρνει την κοινωνική του σημασία, άμα ο δημιουργός του τη νιώθει και ξέρει να τη δώσει. Αυτή η μουσική, που εκφράζεται με το πιο πνευματικό μέσο, μπορεί μια χαρά να κάνει αυτό το χρέος. Μην ξεχνάμε πως και το ρομαντικό ακόμα στοιχείο δεν είναι ασυμβίβαστο με το σοσιαλιστικό ρεαλισμό, όπως είπε ο Ζντάνωφ. Γίνεται κι αυτό επαναστατικό εργαλείο, γιατί «όλη η ζωή του κόμματός μας, όλη η ζωή της εργατικής τάξης είναι ένας συνδυασμός της πιο σκληρής, της πιο νηφάλιας δουλειάς με το μεγαλύτερο ανθρώπινο ηρωισμό και με τις πιο μεγαλειώδικες προοπτικές».

-Για μας όμως, που κάνουμε τέχνη επαναστατική μέσα στα καπιταλιστικά καθεστώτα, αυτό το χρέος είναι κάπως διαφορετικό. Εμείς δεν αγωνιζόμαστε να οικοδομήσουμε το σοσιαλιστικό πολιτισμό, μα να ρίξουμε το αστικό κοινωνικό σύστημα. Συναντιόμαστε όμως με τους Ρώσους σε ένα σημείο. Ότι, όπως κι αυτοί, έτσι και μεις προσπαθούμε να αισθητοποιήσουμε το «αύριο» του κόσμου. Κι αυτό το «αύριο», με το να μην είναι ουτοπία, μα ιστορική αναγκαιότητα, αποτελεί τη μεγαλύτερη πηγή της έμπνευσής μας και τη μεγαλύτερη ζωντάνια και δύναμη της τέχνης μας –εννοώ εκείνων που έχουνε ταλέντο. 




Το παραπάνω απόσπασμα το βρήκα στο βιβλίο με τα «θυμήματα εξορίας» του κώστα βάρναλη από τον άι-στράτη, με επιμέλεια του ηρακλή κακαβάνη, που κυκλοφορεί αυτές τις μέρες από τις εκδόσεις καστανιώτη και το συνιστώ ανεπιφύλακτα στους φίλους του ποιητή (και όχι μόνο). Περισσότερες λεπτομέρειες για το βιβλίο, μπορείτε να βρείτε ακολουθώντας αυτόν τον ηλεκτρονικό σύνδεσμο.

Τετάρτη 29 Σεπτεμβρίου 2010

Πού το πας και πού θα σε πάει

Εδώ υπάρχει μια φοβερή παρεξήγηση. Ότι θέλω να πάω κάπου συγκεκριμένα.

Ώστε κι εσείς μεταμοντέρνος. Η κίνηση είναι το παν…
…κι η ιθάκη δεν είναι τίποτα. Κι ας την εργατική τάξη να υφαίνει όνειρα στον αργαλειό της και να τα ξηλώνουν κάθε βράδυ στις οκτώ οι μνηστήρες που τη ξελογιάζουν και της παίρνουν νου και ταξική συνείδηση. Κι εμείς χαμένοι μεταξύ σκύλλας και χάρυβδης, κλείνουμε τα αυτιά μας στις σειρήνες και την αγωνία αυτού του τόπου για ζωή. Γύρω μας οι παλιοί σύντροφοι του οδυσσέα λιγοστεύουν και μεταμορφώνονται σε γουρούνια για να αντέξουν το βούρκο.


Κι είκοσι χρόνια μετά που γυρίσαμε από πόλεμο και παρανομία, μόνο λίγοι πιστοί άργοι του κόμματος είχαν μείνει να φυλάν άγρυπνοι θερμοπύλες για να μας αναγνωρίσουν. Αλλά ήταν ήδη γέροι, γενιά της αντίστασης, με κατοχή και χούντα στην πλάτη. Οι καινούριες ράτσες έφαγαν λωτούς, ενσωματώθηκαν κι ευδαιμονούσαν σε ντίσκο και σε σκυλάδικα.
Κι αν φτωχικούς τους βρήκες τους συντρόφους, δε σε γέλασαν.
Σύντροφοί μου τους γέλασα, που έλεγε κι ένας δικός μας στον άνθρωπο με το γαρίφαλο.

Κοίτα να δεις, εγώ είμαι οπαδός της στασιμότητας. Κάνω τον αργόσχολο με επιτυχία κι έχω το μπλοκ γιατί κάπου πρέπει να βρεις και μια καρικατούρα εξέλιξης σε αυτή τη ζωή. Αυτή η ζωή αυτό το τυρί βγάζει. Κλείνει τον κόσμο στο μαντρί και τον κάνει κοπάδι από πρόβατα, χωρίς προσωπικότητα. Κι όσοι τυχόν γλιτώσουν δεν έχουν κανένα μαγικό ραβδί. Βρίσκουν αυτό της κίρκης και γίνονται γουρούνια που βάζουν την προσωπικότητά τους πάνω απ’ όλα. Και πώς να διαφέρω εγώ απ’ τους άλλους δηλ; Ένας αλλά λέων κι όλοι εσείς τυριά; Δεν πάει έτσι σύντροφε. Αυτό είναι αντιδιαλεκτικό.

Δηλ παραδέχεστε ότι χρησιμοποιείτε το μπλοκ ως υποκατάστατο της πραγματικής ζωής.
Εσύ τι λες ρε αρχηγέ; Άμα με κάλυπτε η ανθρώπινη επικοινωνία κι είχα τρόπο να εκφραστώ, θα είχα κίνητρο να γράφω τόσο συχνά;

Η μικροαστική πεπατημένη της ατομικής διεξόδου στα συλλογικά αδιέξοδα.
Α, μη με ανακατώνετε με αυτά. Εγώ απλώς έγραφα σε ένα μπλοκ εδώ παρακάτω, μαζί με τον τραμπάκουλα που βοσκούσε πρόβατα.

Αστικός ατομισμός του κερατά στην πιο καθαρή του μορφή.
Και κέρατα διαθέτουμε. Πίστεψα στην ανανέωση του γκόρμπι κι αυτός με κεράτωσε με τους δυτικούς. Μετά αυτός διαφήμιζε πίτσες κι εμείς φάγαμε την πίτσα που λένε. Κι είχα καθαρές αυταπάτες και για την κάθαρση που ξεβρόμισε το σύστημα και το άφησε να αναπαράγει όλες τις βρωμιές του παρελθόντος. Τώρα όμως που καθάρισε η ήρα απ’ το στάρι στο κόμμα έχουμε τη συνείδησή μας καθαρή και το μητρώο μας λευκό.

Λοιπόν κάτσε να κάνουμε μερικές προσθήκες. Ο λένιν άφησε μισό το κράτος κι επανάσταση γιατί τον πρόλαβε η οκτωβριανή. Κι είναι προτιμότερο έλεγε να ζεις μια επανάσταση από το να γράφεις γι’ αυτήν. Αλλά όταν σε γράφουν η ζωή κι οι αντικειμενικές συνθήκες, τις γράφεις κι εσύ κι όλη σου η ζωή γίνεται το γράψιμο.

Πρώτα ζούμε και μετά γράφουμε που έλεγε κι ένα σλόγκαν. Αλλά βασικά κάνουμε το δεύτερο γιατί δεν έχουμε απ’ το πρώτο. Πρέπει να βρούμε την χρυσή τομή. Εκεί που ζεις, να σταματάς λίγο να κατέβεις, να σκεφτείς, να τα αφομοιώσεις, να αναστοχαστείς που λεν και στον όμιλο.

Και πέρα από αυτό υπάρχει κι η διαλεκτική. Που δεν είναι ακριβώς χρυσή τομή, αυτή είναι πιο πολύ κεντρισμός. Κεντρισμός και διαπραγμάτευση. Ενώ η διαλεκτική είναι ενότητα και πάλη των αντιθέτων. Διαρκής πόλεμος, χωρίς τέλος και διαπραγμάτευση. Όπου το ένα χέρι νίβει το άλλο και τα δυο αλλάζουν και γίνονται το αντίθετό τους. Κι εμείς κατά βάθος είμαστε οι άλλοι και τις τρώμε από τον εαυτό μας.
Ο γκόρμπι είναι ένας από εμάς. Ο ιούδας είναι μέσα μας.

Γι’ αυτό λέμε και ανατροπή και κατάρρευση. Και βασικά αντεπανάσταση.
Κυρίως όμως ανατροπή. Κι από μέσα να ήταν δεν παύει να είναι ταξικός εχθρός. Δεν πέσαμε μόνοι μας. Ήταν καθαρή ανατροπή. Αλλά το μαύρο κοράκι –με νύχια γαμψά- έκανε πως δεν το είδε. Και σφύριξε το τέλος της ιστορίας.
Στο κοινό πλαίσιο όμως θα λέμε για αντεπανάσταση, να ‘μαστε όλοι καλυμμένοι.

Διαλεκτική λοιπόν είναι να ζεις κάθε στιγμή ποιητικά σαν παραμύθι. Βρίσκεις την ομορφιά της ζωής και δεν έχεις χρόνο και λόγια να την εκφράσεις. Αλλά τη ζεις σαν ποιητής, ο ποιητής των πάντων. Εσύ την έφτιαξες, την πήρες στα χέρια σου, όρισες τις τύχες σου. Και την έκανες καλύτερη από παράδεισο, γιατί είναι αληθινή, με στραβά κι αντιφάσεις που το αποδεικνύουν.

Ένα πράγμα όμως δεν έλυσα μέσα μου.
Αν πλησιάζουμε στον παράδεισο λύνοντας αντιφάσεις τι θα μείνει να μας κινεί στο τέλος; Τι συνείδηση αναπτύσσει ο κόσμος όταν τα βασικά προβλήματά του είναι λυμένα και τα βρίσκει όλα έτοιμα απ’ το κράτος; Δεν είναι λογικό οι άλλοι που έχουν οξυμένα αδιέξοδα να πάνε πιο γρήγορα για να τα υπερβούν;
Και να ψάχνουν πιο έντονα διέξοδο στην τέχνη για να εκφράσουν την απόγνωσή τους;

Ενώ εμείς είμαστε ποιητές της ζωής. Η νταρντάνα στο κολχόζ, ο σταχανοβίτης στο ορυχείο, η ξεχερσωμένη γη, ο φαντάρος που δε λύγισε ποτέ στο μέτωπο με τους ναζί.
Αυτός είναι ο σοσιαλιστικός ρεαλισμός. Αλλά αυτοί που ψάχνουν στην τέχνη μια απόδραση από τη ζωή σου λεν ότι αυτό δεν είναι ζωή. Η στρατευμένη τέχνη δεν είναι καν τέχνη. Κι εσύ είσαι λέει σταλινικός.

Αν αυτός είναι ο ορισμός, είμαι και φαίνομαι. Ασ’ τη γραμμή τι λέει. Δεν υπάρχουν σταλινικοί και δε στέκει ο σταλινισμός ως έννοια. Ναι, δε στέκει. Αλλά αφού το θέτουν έτσι, είμαστε όλοι σταλινικοί.

Αυτό τώρα το βάζω για να ξενερώσουν όσοι μαγεύονται από τη φόρμα και την ξεκόβουν ιδεαλιστικά από το περιεχόμενο. Όχι κύριε, εδώ κάνουμε ρεαλισμό κι έχουμε αντιφάσεις. Δεν κάνουμε τέχνη για την τέχνη να θαυμάζεις τη φόρμα, κάνουμε την τέχνη της ζωής και της επανάστασης. Προσπαθούμε τουλάχιστον.

Αλλά ξέρεις τι φοβάμαι; Ότι τη ζωή, τις χαρές και τις τέχνες της, τις έμαθα μέσα από τα βιβλία. Και μόνο εκεί μπορώ να τα λέω καλά. Και τους ανθρώπους τους γνώρισα κυρίως από το μπλοκ και το διαδίκτυο. Υποτίθεται επηρεάζω κόσμο πίσω από οθόνες κι από κοντά δε μπορώ να τους πω τι θέλω και τι σκέφτομαι. Η μόνη αληθινή επαφή είναι η ζωντανή κι εκεί το χάνω. Τι διάολο επανάσταση θα κάνουμε με τόση αποξένωση;

Κι είναι κι αυτό που λέει ο χουρμουζιάδης στη συνέντευξη στον πι-πι. Όλα αυτά καταντούν να είναι γκρίνια κι ατομικό παράπονο, αντί για κάτι δραστικό και συλλογικό που θα αλλάξει τον κόσμο. Το θέμα δεν είναι να τον καταλάβουμε μόνο.
Ε ναι ρε αρχηγέ. Είπαμε ρεαλισμό. Αλλά εδώ κατά βάση ψυχοθεραπεία κάνουμε. Τι περίμενες δηλ από ένα μπλοκ, επανάσταση; Να το διαβάζουν και να λεν στ’ άρματα, στ’ άρματα, εμπρός στον αγώνα;

Θα μου πεις, εσύ δηλ γράφεις κι αναστοχάζεσαι;
Όχι βέβαια. Έχω κολλήσει ανεπανόρθωτα στο βούρκο με τις αντιφάσεις μου και κάθομαι και το αμπελοφιλοσοφώ. Προσπαθώ να μη βουτήξω όλος μέσα και να κρατήσω τα νύχια μου καθαρά, σαν τον τύπο του μπρεχτ. Και βαυκαλίζομαι ότι τα νύχια μου είναι η σκέψη που την κρατάω αιχμηρή και καθαρή.

Αλλά αν δεν πάει νύχι-κρέας με τη δράση, είναι να γδέρνουμε τα μάγουλά μας από απελπισία. Και το κρέας είναι γουρουνίσιο. Απ’ όλους τους χοιρινούς συντρόφους με το ιδεολογικό λίπος, και τη γραφειοκρατική αρτηριοσκλήρυνση στην πράξη.

Ποια ήταν η πρώτη ερώτηση; Α, ναι. Ο τίτλος του κειμένου.
Όποιος σφος αναγνώστης βρει πού παραπέμπει ο συνειρμός, κερδίζει παραγγελιά ένα κείμενο της αρεσκείας του με θέμα που θα διαλέξει ο ίδιος. Βοηθητικό στοιχείο: 80'ς.

Υγ: Το σκίτσο είναι παρμένο από το πολύ καλό πλάκα κάνεις του κωνσταντίνου ρουγγέρη (http://plaka-kaneis.blogspot.com/).

Τετάρτη 12 Μαΐου 2010

Για την ειρήνη

Λέγαμε τις προάλλες τι σημαίνει πασόκος, καλός άνθρωπος. Που είναι είδος υπό εξαφάνιση. Τέτοιοι ας πούμε είναι οι συγγραφείς των παιδικών βιβλίων της αλλαγής ή κι αυτοί που τους ανέθεσαν τη συγγραφή. Όχι όμως ο κούλογλου κι όσοι τον βάλαν στην ερτ. Σήμερα ο καλός πασόκος πρέπει να ‘χει αντισοβιετικές ευαισθησίες, πάει να πει (να ‘ναι) κακός άνθρωπος.


Ας δούμε ένα παράδειγμα από τη Γλώσσα μου της πρώτης δημοτικού, ένα μικρό διαμάντι που έπεσε άδικα στις μασέλες του εκσυγχρονισμού και των γκεσεμιών του που θέλαν να φάνε τα κονδύλια για συγγραφή νέων βιβλίων.
Στο πρώτο τεύχος μαθαίνουμε τα γράμματα και τους διφθόγγους.

Η παιδική χαρά γέμισε παιδιά
Ανεβαίνουν στις κούνιες
γυρίζουν πάνω στο μύλο,
παίζουν τρελά παιχνίδια.
Στο τέλος πάνε στα σπίτια τους
με κατακόκκινα μάγουλα


Κι αφού μάθαμε το δίψηφο φωνήεν αι ήρθε η σειρά του ει.

Να και ένα μωρό. Είναι η Ειρήνη. «Ανεβώ κούνια, ανεβώ κούνια», έλεγε. Η θεία της την ανεβάζει στην κούνια. Την κουνάει σιγά και λέει:
Πέρα πέρα, παραπέρα…

Κρατάμε την Ειρήνη, που είναι πρόσωπο-κλειδί για τη συνέχεια και περνάμε στο δεύτερο τεύχος.

Θυμάστε την Ειρήνη, το κοριτσάκι που έλεγε «ανεβώ κούνια»; (Φυσικά και τη θυμόμαστε πριν λίγο την αναφέραμε). Μεγάλωσε αρκετά από τότε και μιλάει όλο και πιο καθαρά. Χτες ήταν λίγο άρρωστη από γριπούλα. Καθόταν στο κρεβάτι κι έπαιζε με τα παιχνίδια της. Δίπλα της ήταν η γιαγιά και της κρατούσε συντροφιά.
«Ξέρεις πόσο σε αγαπώ γιαγιά;» είπε η Ειρήνη. «Τόοοσο!» και άνοιξε τα χεράκια της να δείξει.

Κάποια στιγμή ακούστηκε κόσμος πολύς να περνά στο δρόμο, κάτω από το παράθυρο. Φώναζαν όλοι μαζί πολύ δυνατά και ανάμεσα σ’ αυτά που έλεγαν ξεχώριζε περισσότερο η λέξη «ειρήνη».

Η ζωγραφιά δίπλα στο κείμενο δείχνει μια διαδήλωση. Τα πρωτάκια αφομοιώνουν πιο εύκολα τη γνώση με εικόνες.

«Εμένα φωνάζουν γιαγιά;» ρώτησε η Ειρήνη.
Η γιαγιά της της εξήγησε πως χιλιάδες άνθρωποι ζητούσαν να σταματήσουν οι πόλεμοι και να γίνει ειρήνη σε όλο τον κόσμο, για να ζουν όλοι αγαπημένοι και χαρούμενοι.
Η Ειρήνη χτύπησε παλαμάκια και είπε δυνατά:
«Εγώ είμαι Ειρήνη. Καθόλου πόλεμος».


Σήμερα οι γιαγιάδες τελούν υπό εξαφάνιση γιατί πώς να προλάβεις εγγόνια αν κάνεις παιδιά στα σαράντα; Το αυτό τελούν η ειρήνη και το κίνημα για αυτήν. Σε ευθεία αντίθεση με τον κοινωνικό πόλεμο και τους πασιφιστές που αρνούνται να τον δουν και να τον κάνουν. Ευτυχώς υπάρχουν κι οι γραφικοί που πάνε ενάντια στο ρεύμα.

Συνοδοιπόρος τους από τα μικράτα του ήταν κι ο απολίθωμας. Ο μη αστικός μύθος μας διηγείται ότι η πρώτη του πορεία ήταν έξι μηνών πάνω σε καροτσάκι, όπου συνάντησε τον φέρελπι κνίτη παναγιώτη φασούλα που ήταν μαθητής του θηλυκού του γονιού. Μετά δυστυχώς ο φασούλας έγινε ο ιούδας που ξέρουμε κι εγώ έμαθα να περπατάω.

Στην επόμενη σελίδα, εκτός από τα καλά της ειρήνης το πρωτάκι μαθαίνει και τι θα πει εργατιά.

Το τραγούδι ειρήνη,
Το παιχνίδι ειρήνη,
Το σχολειό ειρήνη,
Το αλφαβήτα ειρήνη
Και του κόσμου οι λαοί
να ’χουν όλοι τους φαϊ

Η καρδιά ειρήνη,
Η βραδιά ειρήνη,
Η εργατιά ειρήνη,
Τα παιδιά ειρήνη

Και του κόσμου οι λαοί
Να ‘χουν όλοι τους φαΐ


Τα σημερινά βιβλία δεν τα ξέρω, αλλά εμπιστεύομαι τη μπρέζνιεβα που λέει ότι δε δίνουν κανένα ερέθισμα για συζήτηση. Πέρα από τα κοινωνικά μηνύματα όμως, τα βιβλία εκείνα ήταν ούτως ή άλλως ιδιαίτερα. Για τα κείμενα, τη γλώσσα, την αισθητική τους, τις παιδικές ζωγραφιές τους. Και βασικά για τις παιδικές αναμνήσεις που μας άφησαν. Τα υπόλοιπα είναι πολιτικό άλλοθι για μια βουτιά στο παρελθόν. Όπως κι όλο το μπλοκ σε γενικές γραμμές δηλ.
Ας δούμε ένα ακόμα κείμενο.

Ο γκέκας
Ο γιος του γκέκα
Το παιδί του γιου του γκέκα
Ο ανιψιός του παιδιού του γκέκα
Ο ξάδερφος του ανιψιού του παιδιού του γκέκα
Ο θείος του ξαδέρφου του ανιψιού του παιδιού του γιου του γκέκα
Το γαϊδούρι του θείου του ξαδέρφου του ανιψιού του παιδιού του γιου του γκέκα
Το σαμάρι του γαϊδουριού του θείου του ξαδέρφου του ανιψιού του παιδιού του γιου του γκέκα
Το λουρί του σαμαριού του γαϊδουριού του θείου του ξαδέρφου του ανιψιού του παιδιού του γιου του γκέκα

(Λαϊκό παιχνίδι)


Ναι ρε, τα βιβλία της αλλαγής ήταν γεμάτα λαϊκή σοφία. Σαν σκηνές στο προσεχώς από τα δικά μας της λαϊκής εξουσίας. Κι η νοσταλγία για τη δεκαετία τους είναι κάτι παραπάνω από παιδικές αναμνήσεις.

2. Με ρωτούσε η μπρέζνιεβα πόσοι πηγαίνουν στο συνέδριο και της έλεγα υπάρχει ένα μέτρο για κάθε όβα κτλ.
-Και πώς βγαίνει αυτό το μέτρο; -Παίρνουν το σύνολο των μελών και διαιρούν με τις θέσεις στη μεγάλη αίθουσα μείον τους επίσημους (πολιτμπιρό) τα διαρκείας (κε) και τους φιλοξενούμενους (οργανώσεις του εξωτερικού).
Ε, πού να ξέρω ρε συ…

Όπως δεν ξέρω πώς βγαίνει ο αριθμός των μελών του κσ. Θέλουμε συμβούλιο μικρό, σφιχτό κι ευέλικτο με ιστορικές συνόδους κι ολομέλειες; Ή ένα πιο μεγάλο κι αντιπροσωπευτικό που όμως θα μαζεύεται σπάνια και θα λειτουργεί βασικά το γραφείο του; Το τελευταίο πιάνει σχεδόν κάθε συμβούλιο, απ’ το κεντρικό ως τα τομεακά κι είναι θέμα για συζήτηση.

Η αφίσα του σπόρτινγκ πήγαινε να βγάλει σασπένς (θα μιλήσει ο γγ της κνε, χωρίς όνομα) αλλά δε νομίζω να το ‘νιωσαν πολλοί. Η συναυλία όμως έβγαλε πολύ συναίσθημα ακόμα και σε μένα που είχα το μυαλό μου στον τελικό μπάσκετ και στη μπάρτσα. Τέτοιες στιγμές το κλειστό είχε να τις ζήσει απ’ τα χρόνια του μίτσελ ουίγκινς.

Σε κάποια στιγμή ο απολίθωμας άρπαξε μια κόκκινη σημαία και την κουνούσε ψηλά για δύο ολόκληρα τραγούδια. Εξαλλοσύνες που λέει κι ο τσίπρας. Το αυτό ισχύει και για τη στιλιστική επιλογή της συντρόφισσας γγ που φορούσε φούστα με σπορτέξ, αλλά μάλλον το κάνει γιατί έχει πρόβλημα.

Το μεγάλο πλεονέκτημα της παράστασης ήταν η συμμετοχή του θεατή στα πρότυπα του μπρεχτ. Η εξέδρα ήταν συνέχεια της χωρωδίας που κρατούσε κόκκινες σημαίες μαζί με λάβαρα του δσε και του παμε. Κι όταν άρχισαν να τα βροντάν ρυθμικά κάτω ένιωθες πράγματι πως κάτι κινείται.
Ο σοσιαλιστικός ρεαλισμός στα καλύτερά του.

Ανάλογες στιγμές αλλά στο πιο άμαζο ζήσαμε με τον τζόνι κιου και στο ίλιον στο αφιέρωμα στην αντιφασιστική νίκη των λαών. Όπου ο μέσος όρος ήταν η γενιά απογόνων του εαμ και τον τόνο έδινε ένας παππούς που ξαναζούσε νοερά τη μάχη του στάλινγκραντ και φώναζε τα ονόματα που θυμόταν: τολμπούχιν, μαλινόφσκι, στάλιν. Και μια δική μου ειρωνικά υψωμένη γροθιά όταν έδειξε τον χρουτσ-χρουτς. Που επέζησε της πολιορκίας και της καταστροφής της πόλης κι έδειξε πως ρεβιζιονιστικό σκυλί ψόφο δεν έχει.

Μου είπε μετά κι ο τζόνι κιου πως την παρασκευή είδε κατ’ ουσίαν το ίδιο ντοκιμαντέρ με αλλαγμένα τα ονόματα και το ρόλο του στάλιν που στην χρουτσωφική εκδοχή είχε εξαφανιστεί. Αν βάλεις και την ξενέρωτη μεταγλώττιση στα αμερικάνικα, ήρθε κι έδεσε το γλυκό του ρεβιζιονισμού. Πώς να μη φτάσει στην ειρηνική συνύπαρξη όμως ένας ειρηνικός λαός που έχει την ίδια λέξη (μιρ) για να πει κόσμος και ειρήνη;

Στο φινάλε είχε το έλα να δεις του κλίμοφ, αλλά το είχαμε δει κι οι δύο. Κι ακόμη να βρω τι συμβολίζει εκείνος ο πελεκάνος που με ρώτησε η κρούπσκαγια.