Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα κμε. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα κμε. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 26 Μαρτίου 2017

Ζητήματα έρευνας στο Κόμμα

Σήμερα η κε του μπλοκ παίρνει το κυριακάτικο ρεπό της, αντιγράφοντας κι αναδημοσιεύοντας από το τρέχον τεύχος της ΚΟΜΕΠ μια παρέμβαση στον προσυνεδριακό διάλογο, όπου θα μπορούσα να προσυπογράψω το βασικό πυρήνα του προβληματισμού που βάζει κι αρκετά επιμέρους σημεία του.
Καλή ανάγνωση (και τροφή για σκέψη-προβληματισμό) και μην παρατήσετε την ανάρτηση πριν το τέλος της, γιατί έχει κι ενδιαφέρον υστερόγραφο.

* * *

Ολόκληρο το κείμενο των Θέσεων -κύρια το 40 Κεφάλαιο- διαπερνάται, ορθώς, από μια έντονη ανησυχία σχετικά με: την ανάπτυξη του επιπέδου διαλεκτικής υλιστικής σκέψης, αύξηση της γνώμης των εξελίξεων σε διεθνές επίπεδο, ιδεολογική εμβάθυνση, γνώση νομοτελειών καπιταλιστικής οικονομίας, συμπερασμάτων σοσιαλιστικής οικοδόμησης στον 20ό αιώνα, (Θέσεις 40, 45)... προσπάθεια για περισσότερο διάβασμα (41), ανάδειξη του ειδικού ρόλου των κομματικών εντύπων (48)...

Γνώμη μου είναι, πως για να γίνουμε πιο ικανοί στα παραπάνω, οφείλουμε να ξαναδούμε με μεγάλη προσοχή ζητήματα έρευνας τα οποία έχουμε αμελήσει. Στην εποχή μας, που ο αντίπαλος χρησιμοποιεί πάσης φύσεως εργαλεία για τη χειραγώγηση της εργατικής τάξης, το Κόμμα επιβάλλεται να αναπτύξει τις δικές του αντιστάσεις. Αναγκαία είναι η επανίδρυση ενός ερευνητικού κέντρου το οποίο, όπως θα εξηγήσω παρακάτω, θα επιλύσει σωρεία αδυναμιών.

Διευκρινιστικά, το ΚΚΕ δεν είναι και ούτε πρόκειται να γίνει ερευνητικό κέντρο, καθώς η στοχοθεσία του είναι διαφορετική, αλλά επικουρικά, είναι επιβεβλημένο από τις συνθήκες. Οι σκοποί του και τα βασικά προβλήματα που θα κληθεί να επιλύσει είναι τα παρακάτω:

Καταρχάς, θα μπορέσει να συνδράμει στην επεξεργασία, εκλαΐκευση και απόδοση στο Κομματικό δυναμικό ζητημάτων του Προγράμματος (π.χ. αντικειμενικές - υποκειμενικές συνθήκες ταξικής σύγκρουσης, σχέση εγχώριου και διεθνούς συσχετισμού ταξικής πάλης -Θέσεις 43).

Ακόμη, θα μπορέσει να αναλύσει ζητήματα πολιτικής οικονομίας. Σε αυτόν τον τομέα θεωρώ πως πραγματικά είμαστε πίσω από τις εξελίξεις. Την ίδια στιγμή που τα αστικά κέντρα λήψης αποφάσεων, Ινστιτούτα και Πανεπιστήμια δίνουν τεράστια σημασία -και άπλετα κονδύλια- με σκοπό την έρευνα για την αύξηση της κερδοφορίας των καπιταλιστών αλλά και την όσο γίνεται μεγαλύτερη συνδρομή της εργατικής τάξης στο ξεπέρασμα της κρίσης, το Κόμμα οφείλει να προβάλλει τη δική του προσέγγιση, ακολουθώντας τη μαρξιστική πολιτική οικονομία. Έχουμε άραγε προχωρήσει σε βασικές αναλύσεις σχετικά με το θεμελιώδη μαρξιστικό νόμο της πτωτικής τάσης του ποσοστού κέρδους; (Αγωνιώδης υπήρξε η προσπάθεια του Κόμματος σ' αυτό το ζήτημα από τη δεκαετία του '40 - βλ. Πληθωρισμός και μεροκάματα ΚΟΜΕΠ 1947 (8): 347-351, Η καπιταλιστική εκμετάλλευση στην Ελλάδα, Βαθμός και μορφές, 1987, ΣΕ).

Τέτοιες αναλύσεις, θα βοηθήσουν το ίδιο το Κόμμα να προβάλλει με πολύ μεγαλύτερη τεκμηρίωση τις προτάσεις του, τόσο το ίδιο όσο και στο κίνημα. Για παράδειγμα, πώς θα τεκμηριώσουμε τη δική μας πρόταση σχετικά με τον κατώτατο μισθό, το επίπεδο φορολογίας, το ασφαλιστικό σύστημα; Πώς υποστηρίζουμε πως το ποσοστό κερδοφορίας κλάδου της ελληνικής οικονομίας κατά την πρόσφατη οικονομική κρίση δεν μειώθηκε ("Ρ" 24/11/2016, 11-14);

Παράλληλα, θα στηρίζει κύρια το ταξικό εργατικό κίνημα. Όσοι από μας έχουν επισκεφτεί τουλάχιστον μια ευρωπαϊκή χώρα, γνωρίζουν πως όλα τα Κόμματα και συνδικάτα έχουν το δικό τους επιστημονικό φορέα. Και αφού αυτά τα ξεπουλητάρια κάνουν τέτοιες κινήσεις με σκοπό τον εγκλωβισμό και τη χειραγώγηση, επιτρέπεται εμείς να μη δείχνουμε το δικό μας δρόμο; Αλήθεια, γιατί δίνουμε το δικαίωμα σε φορείς όπως το ΙΝΕΓΣΕΕ να ερευνούν εργατικά ζητήματα χωρίς να θίγουν τον πυρήνα των προβλημάτων και τα ιερά και τα όσια της ΕΕ, χωρίς αντίλογο;

Συνάμα, αναγκαίο είναι να πυκνώσουμε έναν ήδη επιτυχημένο τρόπο δράσης: ημερίδες, συνέδρια κ.α. Για παράδειγμα, στις ερχόμενες αγροτικές κινητοποιήσεις, καλή ιδέα θα ήταν να διοργανώσουμε σειρά παρεμβάσεων για το φλέγον ζήτημα της ΚΑΠ. Θετική είναι η πείρα από αντίστοιχες πρωτοβουλίες στο παρελθόν (βλ. Για την αγροτική νεολαία, υλικά του διήμερου Μάης '86-Τρίκαλα: Ενάντια στα μονοπώλια και στην ΕΟΚ... Οδηγητής, 1986. Θέσεις 82).

Επιπρόσθετα, αυτό το ινστιτούτο μπορεί να γίνει σημείο αναφοράς, κατ' αρχάς για την χώρα μας, προσελκύοντας όχι μόνον τους μαρξιστές. Σίγουρα, πρέπει να γίνει το βήμα για συντρόφους που ασχολούνται με σειρά επιστημών (Ιστορία, Κοινωνιολογία, Φυσικές Επιστήμες) στην Ελλάδα και το εξωτερικό. Με τι άραγε καταγίνονται οι εκατοντάδες σ/φοι που κατακλύζουν τα ευρωπαϊκά ΜΠΣ;

Γνωρίζω πολύ καλά, πως δε βρισκόμαστε σε εποχές που ο συσχετισμός δύναμης ήταν διαφορετικός. Δεν έχουμε τη δυνατότητα να αξιοποιήσουμε καθηγητές πανεπιστημίου, καθώς η συντριπτική τους πλειοψηφία έχει ταχθεί με τη μεριά του αντιπάλου, ή ινστιτούτα και καθηγητές από την ΕΣΣΔ. Υπάρχει όμως κάτι διαφορετικό. Μια νέα γενιά κομμουνιστών με λαμπρές σπουδές βρίσκεται στο προσκήνιο. Αναζητήσατε τα τελευταία τεύχη της Επιθεώρησης της Πολιτικής Οικονομίας (Review of Political Economy). Γιατί αυτό το δυναμικό δεν αξιοποιείται; Είμαστε ευχαριστημένοι με αυτήν την κατάσταση; Όταν η τεχνολογία και η επιστήμη καλπάζουν, εμείς γιατί εμμένουμε σε άρθρα-αντιγραφή από αστικές οικονομικές εφημερίδες στον "Ρ" και απλοϊκές ερμηνείες στην ΚΟΜΕΠ; Ήδη από το μακρινό 1932, χρησιμοποιούσαμε διαγράμματα για την ευκρινή παρουσίαση των επιτυχιών των πεντάχρονων πλάνων της ΕΣΣΔ (βλ. Η νικηφόρα ανοικοδόμηση του Σοσιαλισμού. ΚΟΜΕΠ 1932 (2): 98-106). Σήμερα γιατί μας είναι τόσο δύσκολο να παράγουμε αξιόλογα κείμενα;

Επιπλέον, με μια τέτοια δουλειά θα συνεχίσουμε τη μελέτη της σοσιαλιστικής οικοδόμησης και των αιτιών που οδήγησαν στις ανατροπές. Προσπάθειες όπως αυτή που παρουσιάζεται στο βιβλίο Συζήτηση για Θέματα Πολιτικής Οικονομίας... 2005. ΣΕ, οφείλουν να επανέλθουν στο προσκήνιο.

Παράλληλα, θα μεταφέρουμε τη συζήτηση πιο βαθιά τόσο στο Διεθνές Κομμουνιστικό Κίνημα (το οποίο επηρεάζεται από πάσης φύσεως μαρξίζοντες με επικίνδυνες απόψεις για σειρά ζητημάτων). Χαρακτηριστική φέρ' ειπείν είναι η προσπάθεια που έχει ξεκινήσει από το MEGA για την επανέκδοση κειμένων του Μαρξ, διαστρεβλώνοντας πλήρως τα πραγματικά του νοήματα. Ζητήματα σχετικά με την έννοια της αξίας, το ρόλο του χρήματος, τις κρίσεις. Ακόμη, αυτή η δουλειά μπορεί και πρέπει να μεταδοθεί και σε επίπεδο Παγκόσμιων Ομοσπονδιών (ΠΣΟ κ.α.). Αδήριτη είναι η ανάγκη μελετών σχετικά με το παγκόσμιο ταξικό εργατικό κίνημα, την ίδια ώρα που ο Παγκόσμιος Οργανισμός Εργασίας (ILO) πασχίζει να αφοπλίσει την εργατική τάξη.

Θεωρώ, πως τα Τμήματα της ΚΕ που σχετίζονται με τα παραπάνω, εξ αρχής δυσκολεύονταν να παράξουν τέτοιου τύπου έργο. Προφανώς και δεν το θέτω αντιπαραθετικά, καθώς οι λειτουργίες τους διαφέρουν. Σίγουρα η από κοινού δράση τους θα είχε θετικά αποτελέσματα.

Σε καμία των περιπτώσεων δεν απορρίπτω τις αξιόλογες προσπάθειες που γίνονται. Οι εκδόσεις π.χ. των Σεγκάλ, Κολοντάι, κινούνται σ' αυτή την κατεύθυνση. Όποιος βρέθηκε στο πρόσφατο συνέδριο του Παντείου για τον Εμφύλιο, μόνο θετικά λόγια έχει να πει για την συνολικότερη παρέμβασή μας εκεί. Ας πολλαπλασιάσουμε τέτοιες ενέργειες και τρόπο δράσης υπό την αιγίδα ενός ενιαίου φορέα. Να δυναμώσει η αυτοτελής ιδεολογική μας παρέμβαση, οι προσπάθειές μας για οικοδόμηση, η πορεία της Κοινωνικής Συμμαχίας.

Αντώνης Κυπαρίσσης
ΚΟΒ Κρητικών - Κάτω Γαλάτσι

* * *

Υστερόγραφο:


Το Εργατικό Κέντρο Λαυρίου και ο Σύλλογος Δρομέων Κορυδαλλού Νίκαιας Κερατσινίου (Σ.ΔΡΟ.ΚΟ.ΝΙ.ΚΕΡ) διοργανώνουν από κοινού αγώνα Ανώμαλου δρόμου και δυναμικό περπάτημα 10.000 μ. καθώς και αγώνα 1.000 μ. για παιδιά. Αυτός ο 1ος Λαϊκός Αγώνας Δρόμου είναι αφιερωμένους στους αγώνες των μεταλλωρύχων του Λαυρίου, κι έχει ως σκοπό του να αναδείξει το μαζικό, λαϊκό αθλητισμό, την ανάγκη ελεύθερης πρόσβασης στην άθληση για όλους και το φυσικό κάλλος της Λαυρεωτικής (σμιλεμένο από τα χέρια των μεταλλωρύχων που άφησαν ανεξίτηλη την υπογραφή τους και το πέρασμά τους στο τοπίο). Μια αξιέπαινη πρωτοβουλία χωρίς πολυεθνικές και χορηγούς να τη μολύνουν και να την καπελώνουν.

Μπορείτε να διαβάσετε περισσότερα σε αυτόν το σύνδεσμο.

Σάββατο 31 Μαΐου 2014

Σώπασε κυρα-Δέσποινα

Την περασμένη κυριακή, η εφημερίδα «δημοκρατία» νομίζω πρόσφερε στους αναγνώστες της μια σημαία του βυζαντίου, με αφορμή την επέτειο της άλωσης της πόλης, πιθανότατα για να τους προειδοποιήσει για τον άμεσο κίνδυνο που διέτρεχε η πατρίδα, αν αλώσουν την εξουσία «τα σκυλιά, οι αριστεροί» -να ‘ταν κιόλας- και να φτιάξουν τζαμί στο κέντρο της αθήνας, όπως έγινε δηλ η αγια-σοφιά. Νομίζω βέβαια πως αυτή είναι η σημαία του βασιλείου της τραπεζούντας, που την πήραν αργότερα οι παλαιολόγοι και ότι ως τότε οι βυζαντινοί είχαν, όπως κι οι ρωμαίοι, απλά έναν αετό ως έμβλημα. Αλλά κι έτσι να είναι, ας μην αφήσουμε μια ασήμαντη λεπτομέρεια να χαλάσει μια τόσο ωραία ιστορία, τρισχιλιόχρονη και ελληνοχριστιανική. Παρόλα αυτά η «δημοκρατία» έμεινε ένα κλικ πίσω σε γραφικότητα από την πιο σκληρή «ελεύθερη ώρα» που προετοίμαζε τους δικούς της αναγνώστες για εμφύλιο πόλεμο, προσφέροντας ένα καλτ αντικομμουνιστικό πόνημα της δεκαετίας του 40’ με τον τρομερό τίτλο «πώς θα γίνει ο τρίτος γύρος».

Οι ιστορίες κι οι αφηγήσεις που έχουν σωθεί για την άλωση της πόλης, προσφέρονται για μια σειρά συνειρμούς με τα καθ’ ημάς στο κομμουνιστικό κίνημα κι όχι μόνο επειδή οι διάφορες μεταξύ μας διαφωνίες κι αντιπαραθέσεις φαίνονται πολλές φορές σχολαστικές βυζαντινολογίες στον απλό κόσμο. Η ύπαρξη της κερκόπορτας μπορεί να αμφισβητείται ιστορικά, αλλά καταδεικνύει σε συμβολικό επίπεδο τους εχθρούς στα ενδότερα σε ρόλο πέμπτης φάλαγγας ή τις εσωτερικές αντιφάσεις που αλώνουν το κάστρο από μέσα. Ο μύθος του μαρμαρωμένου βασιλιά στην κόκκινη μηλιά παρουσιάζει συγκλονιστικές ομοιότητες με την ταρριχευμένη μούμια του λένιν και το μαυσωλείο στην κόκκινη πλατεία. Και το έκτο δάχτυλο της λαϊκής ιδεοληψίας  για τον εξαδάχτυλο παλαιολόγο που την έχασε (την πόλη) και τον εξαδάχτυλο τάχα κοκό (που θα την ξαναπάρει, μετατρέπεται σε προχωρημένη τριχόπτωση και φαλάκρα. Ο φαλακρός βλαδίμηρος την οικοδόμησε (η σοβιετία), ο καραφλός πράκτωρ γκόρμπι της αστικής τάξης τη διέλυσε και καραφλός θε να την πάρει πίσω. Αλλά αυτός δεν πρόκειται να είναι προφανώς ο ζιουγκάνοφ του κουκουρούκου, αν και θα ήταν αρκετά καλός ως πρόεδρος στα διαγγέλματα.

Μπορούν επίσης να γίνουν διάφοροι συνειρμοί σε θρησκευτικό-εκκλησιαστικό επίπεδο –που κι αυτό με τη σειρά του αντανακλούσε βαθύτερες κοινωνικές σχέσεις. Το σχίσμα των δύο εκκλησιών το 1054 θυμίζει εξωτερικά το σινοσοβιετικό σχίσμα στη δεκαετία του 60’ και τις οικουμενικές συνόδους των κκ που συντάσσονταν με το πατριαρχείο της μόσχας, για να καταδικάσουν διάφορες παρεκκλίσεις κι αιρέσεις της κομμουνιστικής ορθοδοξίας. Ενώ η εικονομαχία στα χρόνια των ίσαυρων μεταξύ των δύο αντικρουόμενων πλευρών (εικονομάχοι κι εικονολάτρες) θυμίζουν φαινομενικά τη διαμάχη γύρω από τη φυσιογνωμία του κκε και τα ‘κονίσματα, όπως τα έλεγε ο χαρίλαος.

Συνδετικός κρίκος με τα δικά μας ζητήματα είναι κατά μία έννοια και η δίτομη επισκόπηση της βυζαντινής ιστορίας του τηλέμαχου λουγγή, που πέρασε από σαράντα κύματα μέχρι να βγει στην τελική του μορφή, αλλά κατά τη γνώμη μου ήταν μάλλον κατώτερο των προσδοκιών στο δεύτερο σκέλος της, αφενός λόγω της μακρόχρονης αναμονής που ανέβασε πολύ ψηλά τον πήχη τους, αφετέρου λόγω αντικειμενικών δυσκολιών, καθώς, όπως παραδέχεται εισαγωγικά κι ο λουγγής, όταν ξεκινούσε τη συγγραφή της στη δεκαετία με τις βάτες, πίστευε πως η ολοκλήρωσή της βάση προγραμματισμού θα ήταν καρπός συλλογικής προσπάθειας και δεν μπορούσε προφανώς να φανταστεί και να προβλέψει όσα θα ακολουθούσαν στο δυναμικό του κόμματος και του κμε.



Περισσότερο απ’ όλα πάντως η ιστορίας της άλωσης και η κατάσταση που επικρατούσε στο εσωτερικό της πόλης και το στρατόπεδο των υπερασπιστών της, με τους ενωτικούς που φαίνονταν στα μάτια του απλού κόσμου σαν ενδοτικοί και τους ανθενωτικούς, που υπονόμευαν ανοιχτά την άμυνα της πόλης, γιατί προτιμούσαν να τη δουν υποταγμένη στους τούρκους, παρά στον πάπα, θυμίζει συνειρμικά τη σημερινή εικόνα της ευρώπης, με μια άλλη ένωση, όχι των εκκλησιών, αλλά την ευρωπαϊκή και τα δύο (θεωρητικά) αντιμαχόμενα στρατόπεδα, που συμπληρώνουν το ένα το άλλο: των ενωτικών και των ευρωσκεπτικιστών. Κανένα από τα δύο όμως δεν προσφέρει πραγματική διέξοδο και σωτηρία για το λαό της πόλης.

Τους πιο ενδιαφέροντες συνειρμούς ωστόσο του προσφέρει η κομμούνα της θεσσαλονίκης, όπως την ονομάζει ο ιστορικός κορδάτος με τον συνήθως απολαυστικά ωμό υλισμό του. Θυμάμαι μάλιστα ένα σφο που είχε προτείνει κάποτε την κομμούνα ως θέμα μιας προφεστιβαλικής εκδήλωσης που έπρεπε να ετοιμάσουμε, αλλά ήταν αντικειμενικά έξω από την εμβέλεια των δικών μας δυνατοτήτων. Κι ένας άλλος σφος έλεγε γελώντας να αξιοποιήσουμε και τα φύλλα από το αρχείο του ριζοσπάστη της εποχής. Οι ζηλωτές μπορεί να μην είχαν βέβαια ριζοσπάστη κι εφημερίδα, υπήρχε όμως ένα οργανωμένο (ας το πούμε) κόμμα, που στηριζόταν πολύ στους ναυτεργάτες κι υπήρχε μάλιστα και ένας δημοφιλής επικεφαλής τους, που ήταν κάτι σαν τον αντίστοιχο τσιμπόγλου εκείνων των χρόνων.

Ο κορδάτος προειδοποιεί πως δεν πρέπει να συγχέουμε τους ζηλωτές με τους κομμουνιστές, ούτε το καθεστώς τους με κάποια εκδοχή πρώιμου κομμουνισμού –αν και ο ίδιος το αποκαλεί, σχηματικά ίσως, λαϊκή δημοκρατία. Η κομμούνα των ζηλωτών μοιάζει περισσότερο μάλλον με τις πρώτες αστικές επαναστάσεις στις εμπορικές ιταλικές πόλεις, την προσωρινή τους επικράτησε και την ήττα τους. Αν και όπως τα διηγείται ο κορδάτος {που προσπαθεί να βγάλει άκρη από τις πηγές των αντιπάλων –γιατί οι λαοί γράφουν την ιστορία, αλλά οι νικητές τη συγγράφουν} η περιβόητη μεσαία τάξη δε στάθηκε συνεπής, όπως τα λαϊκά στρώματα, στην υπεράσπιση της εξουσίας των ζηλωτών, γιατί σταδιακά άρχισαν να θίγονται και τα δικά της συμφέροντας –όπως ακριβώς δηλ στις αστικές επαναστάσεις του 19ου αιώνα.

Παρόλα αυτά μια σύντομη αναφορά στα πεπραγμένα της επταετίας των ζηλτών (1342-49), αρκεί για να τους φέρει πιο μπροστά (ακόμα και με τα σημερινά μέτρα για το τι είναι προοδευτικό και τι όχι) από διάφορες επίδοξες αριστερές κυβερνήσεις, που είναι ζήτημα αν θα τα βάλουν πχ με την εκκλησία και την αμύθητη περιουσία της, για να προχωρήσουν έστω σε έναν εκσυγχρονισμό αστικού τύπου.

Από τους κατήγορους των ζηλωτών ξέρουμε τα εξής: κατάσχεσαν τις περιουσίες των ευγενών, που πήραν εχθρική στάση  και συνεργάζονταν με τον καντακουζηνό. Ακόμα υποχρέωσαν όλους εκείνους τους ευγενείς, που έμειναν μέσα στη θεσσαλονίκη να δώσουν μέρος από τον πλούτο τους, για να συντηρηθούν οι φτωχοί κι οι στρατιώτες. Πήραν από τις εκκλησίες και τα μοναστήρια τους θησαυρούς τους, για να θρέψουν και να οπλίσουν τους στρατιώτες της δημοκρατικής πολιτείας. Καθιέρωσαν άμεσες εισφορές για τα έξοδα του πολέμου. Κατάργησαν τη γερουσία, που ήταν θεσμός αντιδραστικός και όργανο των ευγενών. Προνόμια δεν υπήρχαν πια. Όλοι οι πολίτες ήταν ίσοι μπροστά στο νόμο και είχαν τα ίδια δικαιώματα. Ούτε η ηλικία έπαιζε κανένα ρόλο. Οι νέοι από τα 18 και πάνω μπορούσαν να διοριστούν σε κρατικές θέσεις και να έχουν γνώμη στις λαϊκές συνελεύσεις. Αναδιοργάνωσαν τη δικαιοσύνη και οι δικαστές εκλέγονταν από το λαό. Όλοι οι παλιοί νόμοι και θεσμοί, που προστάτευαν και κατοχύρωναν την προνομιακή θέση των ευγενών, των πλουτοκρατών και του κλήρου καταργήθηκαν. Ακόμα εξισώθηκαν με τους ντόπιους κι οι ξένοι κάτοικοι, που ανήκανε στα κατώτερα στρώματα του πληθυσμού και πήγαν με το μέρος των ζηλωτών.

Εκκρεμούν κάποιες συνειρμικές σκέψεις περί ακμής, παρακμής, βαρβάρων και αδύναμου κρίκου, αλλά ας τις κρατήσουμε κάβα για κάποια άλλη φορά έχοντας τη βαθιά πεποίθηση και γνώση, βάση του διαλεκτικού υλισμού, πως…
πάλι με χρόνια με καιρούς, πάλι δικά μας θα ‘ναι

Δευτέρα 17 Ιουνίου 2013

Χωρίς ΕΤ-1 γρανάζι δε γυρνά

(εντάξει, πρόλαβαν να το σκεφτούν και να το γράψουν άλλοι το σύνθημα του τίτλου, αλλά νομίζω πως δεν υπάρχουν πνευματικά δικαιώματα σε τέτοιες περιπτώσεις).

Την κυριακή το απόγευμα στη λδ του βορρά ήταν η ώρα του παιδιού. Εν αρχή στο πάρκο απέναντι από την ετ3. Προσπερνούσες στην είσοδο τους πορτιέρηδες απ’ το ξεκίνημα, που σου άπλωναν στο πρόσωπο την εφημερίδα τους σαν ένταλμα σύλληψης και έβρισκες πιο κάτω, προς τις κούνιες, την ανοιχτή συνέλευση, όπου είχε μετακινηθεί προς άγρα σκιάς. Πρόλαβα τρεις ομιλητές που άρχισαν όλοι λέγοντας πως θα σταθούν σε πιο πρακτικά ζητήματα. Και δεν έχω πρόθεση να αμφισβητήσω ή να ειρωνευτώ τις προθέσεις τους, αλλά είναι ζήτημα αν κατάφεραν να περάσουν ποτέ στο πεδίο της πράξης, γιατί σε τέτοια οργανωτικά ζητήματα, όπου ακούς πολλούς συντρόφους, αργεί να ξημερώσει, ιδίως όταν μιλάμε για εξωκοινοβούλιο κι αντάριζα. Αν τα παιδιά έμεναν μόνα τους να παίζουν, θα ξαναζούσαν τη φαντασίωση της κάτω βουλής και του λευκού πύργου, που είναι ο πιο γρήγορος δρόμος προς τον εκφυλισμό, για ένα και βασικό λόγο: πως είναι η πλέον αυτοαναφορική διαδικασία ατομικής εκτόνωσης κι ικανοποίησης ιδεολογικών φετίχ, η οποία μιλά εξ ονόματος του συνόλου, χωρίς ποτέ να γίνεται συλλογική επί της ουσίας.

Προχωρώντας προς το δημαρχείο και τον χώρο της προσυγκέντρωσής μας, πέτυχα ένα λεφούσι από άλλα παιδιά, μικρότερης ηλικίας, που γιόρταζαν μαζί με τους γονείς τους τη μέρα του πατέρα. Κι έβαζαν τα κεφάλια τους σε μια χάρτινη φιγούρα με ένα σχέδιο και τη λεζάντα: όταν μεγαλώσω, θέλω να γίνω δυνατός κι έξυπνος σαν τον μπαμπά μου. Και μια άλλη παραδίπλα για τα κοριτσάκια, όπου άλλαζαν μόνο τα γένη στη λεζάντα. Αλλά αν οι διοργανωτές είχαν σκεφτεί οικονομικά και κινηματικά, θα είχαν φτιάξει μόνο ένα και θα συμπλήρωναν τη λεζάντα. Θέλω να γίνω δυνατός-ή κι έξυπνος-η, σαν τον/την μπαμπά μου –γιατί ως γνωστόν, στη λογική του χώρου, το φύλο αποτελεί κοινωνική κατασκευή, βεβαίως-βεβαίως. Αλλά αν το ‘χαν φτιάξει άλλες συνιστώσες του χώρου, θα έλεγε: όταν μεγαλώσω, θέλω να γίνω δυνατός σαν το κουκουέ. Και αν αφορούσε εμάς το πράγμα, θα διοργανώναμε τη μέρα του πατερούλη και θα βάζαμε τη φιγούρα του συντρόφου με το μουστάκι, για να βγάζουμε συλλεκτικές φωτογραφίες.

Επόμενος σταθμός η έκθεση βιβλίου κι η παρουσίαση του βιβλίου του γκίντερ για την εξέγερση του σπάρτακου, από τον τηλέμαχο λουγγή. Που είχε προλάβει να γνωρίσει το συγγραφέα, όταν ήταν νέος και είναι –κατά δήλωσή του- τσιτατολόγος, γιατί «έχω κάνει πολλά χρόνια και με τους κλασικούς»! Ο βυζαντινολόγος λουγγής δεν ασχολήθηκε με τις βυζαντινολογίες του κινήματος, αλλά με το θέμα της δουλοκτησίας, κάνοντας αρκετούς παραλληλισμούς (χωρίς να έχει πάντα πολύ αυστηρό ειρμό, γι’ αυτό και μας ρωτούσε διαρκώς αν τον παρακολουθούμε) και προεκτάσεις στον χρόνο –μολονότι στην ιστορία επαναλαμβάνονται μόνο οι εξωτερικές μορφές κι όχι η ίδια η ιστορία.

Αναφέρθηκε μεταξύ άλλων: στην κρίση της δουλοκτητικής κοινωνίας και τις κρίσεις εν γένει, που ναι μεν διαρκούσαν περισσότερα χρόνια τότε, αλλά παραδοσιακά οδηγούν την εκάστοτε άρχουσα τάξη στην εξαθλίωση των κατώτερων στρωμάτων και σε αντιπαραγωγικές επενδύσεις κεφαλαίων –μπορεί να μην υπήρχαν τράπεζες στην ελβετία, αλλά έφτιαχναν βίλες, θέρμες, πολυτελή λουτρά, κτλ. Στις εξπανσιονιστικές (sic) τάσεις της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας –θυμίζοντάς μας πως ένας είναι ο εχθρός, ο εξπανσιονισμός. Στους τίμιους ρεφορμιστές της εποχής, τους γράκχους, που προσπάθησαν να επιβάλλουν κάποιες φιλολαϊκές μεταρρυθμίσεις , αλλά βρήκαν τραγικό θάνατο σε ενέδρα από πληρωμένους μπράβους και το λούμπεν προλεταριάτο που τρεφόταν με άρτο και θεάματα. Ενώ ανέφερε 4-5 φορές και την αδυναμία σύναψης μιας Λαϊκής Συμμαχίας των δούλων με τα κατώτερα λαϊκά στρώματα. Κι όταν επεκτάθηκε στα αίτια της ήττας και συμπεριέλαβε την έλλειψη ωρίμανσης του υποκειμενικού παράγοντα (καθώς οι δούλοι δεν αποτελούσαν πλειοψηφία στον ιταλικό χώρο), περίμενα συνειρμικά να σημειώσει και την καθοριστική σημασία ενός ισχυρού κκ ως συνειδητής πρωτοπορίας.
Κι αν όλα αυτά σου φαίνονται (και είναι) κάπως τραβηγμένα σφε αναγνώστη, πρέπει να σκεφτείς πως οι διάφορες μορφές δουλείας (και δουλοπαροικίας) παρέμειναν στο ιστορικό προσκήνιο μέχρι και τον εικοστό αιώνα, για να εξαφανιστούν οριστικά μόνο με την οκτωβριανή επανάσταση που έβαλε στο στόχαστρό της και τη μισθωτή δουλεία.

Φεύγοντας από τον χώρο της έκθεσης μαζί με άλλους συντρόφους πού ήταν «χρεωμένοι» εκεί –γιατί το παμε είναι τόσο διασπαστικό, που διασπά ακόμα και τις δικές του δυνάμεις, σύντροφε παπαδημούλη- πετύχαμε την πορεία, που είχε ξεκινήσει ήδη από την ετ3. Κι ακολούθησε ένας ιδιότυπος τηλε-μαραθώνιος στους δρόμους της πόλης, για να επιστρέψουμε στο ίδιο σημείο, και να δώσουμε τη σκυτάλη στους μουσικούς που θα έδιναν συναυλία. Κι εκεί υπήρχε πολύς φρέσκος κόσμος, που προτίμησε να μην ιδρώσει με άσκοπες βόλτες στο κέντρο, αλλά να δώσει κατευθείαν το παρών στη στρατού για το μουσικό πρόγραμμα –που θα ολοκλήρωνε ιδανικά μια ωραία μέρα τους στην παραλία για μπάνιο.

Αλλά η αναδυόμενη μπόχα δεν ερχόταν από αυτούς, ούτε από το δικό μας μπάνιο στον ιδρώτα –ούτε καν απ’ τον παρακείμενο θερμαϊκό. Ερχόταν απ’ τα δελτία ειδήσεων των ιδιωτικών καναλιών που έσπαγαν στην ψύχρα την απεργία, για να σπάσουν τα νεύρα του κόσμου με την αντικειμενική τους ενημέρωση και να βοηθήσουν το σαμαρά να σπάσει αυγά και να κάνει ομελέτα με τα τσόφλια του σάπιου κατεστημένου (που σπάει κι αυτό από στιγμή σε στιγμή). Και φυσικά για να δώσουν γραμμή πως οι εκλογές πρέπει να αποφευχθούν πάση θυσία. Είπαν και ελάλησαν.

Ευτυχώς στην αστική δημοκρατία δεν υπάρχουν αδιέξοδα. Αν κάποιος καναλάρχης θέλει να σπάσει την «απεργιακή ομερτά», μπορεί να πάρει άδεια για πεντάλεπτο απεργιακό δελτίο και να το βγάλει κανονικά, με ωριαία σχεδόν διάρκεια. Και στο καπάκι να βγάλει πχ τον τράγκα με ένα καυτό απεργιακό θέμα για τα πραγματικά αίτια του θανάτου του χριστόδουλου, με την πολύτιμη συμβολή της δήμητρας λιάνη. Κι εάν κάποιος πολιτικός αρχηγός της συμπολίτευσης θέλει να αποφύγει τις εκλογές χωρίς να γίνει ρεζίλι, μπορεί να περιμένει το συμβούλιο της επικρατείας να τον βγάλει από τη δύσκολη θέση και να το παίζει εκ του ασφαλούς υπεύθυνη κι αγωνιστική δύναμη, που ξέρει από μεταρρυθμίσεις.

Και από την άλλη όμως. Αν θες να στήσεις προ-εκλογικού χαρακτήρα φιέστα, χωρίς να χάσεις την καλή έξωθεν μαρτυρία του ενωτικού αγωνιστή, μπορείς να ρίξεις το ανάθεμα στο διασπαστικό παμε, που βάζει συγκέντρωση στην αγία παρασκευή, αντί να ‘ρθει στο σύνταγμα να γίνει χειροκροτητής του πρωθυπουργήσιμου αλέξη. Κι αν είσαι συνδικαλιστής του ίδιου χώρου και κατά βάθος θες να σπάσει η απεργία, για να δείξουν τα κανάλια τη φιέστα του αρχηγού, αλλά να κρατήσεις το φιλεργατικό προφίλ και να μη σε πουν απεργοσπάστη, μοιράζεις τα κουκιά στην εσηεα, ένας υπέρ, ένας κατά και δεν επιβάλλεις κυρώσεις στους απεργοσπάστες που δυστυχώς σε παράκουσαν –εσύ όμως είχες όλη την καλή θέληση. Να σημειωθεί στα πρακτικά.

Κι έτσι όλοι μαζί είναι μια ωραία δημοκρατική ατμόσφαιρα, που εξέρχεται σταδιακά από το αδιέξοδο, όχι ακριβώς αλώβητη, αλλά φιλοδοξώντας να κλείσει γρήγορα κι ομαλά το όποιο ρήγμα άνοιξε. Κι εναπόκειται σε εμάς να το κρατήσουμε ανοιχτό και να το βαθύνουμε.

Πέμπτη 25 Οκτωβρίου 2012

Η επανάσταση που έρχεται

Από τη στιγμή που έμαθε πως θα γινόταν εκδήλωση στη μνήμη του κώστα κάππου, η κε του μπλοκ την περίμενε πώς και πώς, για να ακούσει μαρτυρίες, να καταγράψει απόψεις κι εντυπώσεις και να πάρει κλίμα από τους παρευρισκόμενους και τα πηγαδάκια. Τελικά η τύχη της έπαιξε άσχημο παιχνίδι, καθώς δεν πληροφορήθηκε εγκαίρως την αλλαγή ώρας. Αλλά το κακό διορθώθηκε εν μέρει με τα βιντεάκια από την εκδήλωση και τις ομιλίες που μαγνητοσκοπήθηκαν.

Κι έχει σημασία η σειρά εμφάνισης των ομιλητών. Πρώτα ο κουμπούρης της κετουκέ, μετά η βαλαβάνη και τελευταίος ο χάγιος. Μπορεί ο σύριζα να έφτασε το 27%, να έγινε αξιωματική αντιπολίτευση και να ετοιμάζεται για κυβέρνηση, στραγγαλίζοντας εκλογικά το κκε, αλλά κάποια πράγματα δεν αλλάζουν ποτέ –κι όχι μόνο για ιστορικούς λόγους. Όταν πρόκειται για την αριστερά (εντός ή εκτός εισαγωγικών) και το κίνημα, το κουκουέ έχει δικαιωματικά τον πρώτο λόγο. Πόσο μάλλον όταν δε μιλάμε για την αριστερά, γενικώς κι αορίστως, αλλά για τον κώστα κάππο, που έμεινε κομμουνιστής μέχρι το τέλος της ζωής του.

Γι’ αυτό κι ο σύριζα περίσσευε κατά τη γνώμη μου από την εκδήλωση. Κι ας μην ανήκει στους τυπικούς συριζαίους η βαλαβάνη –που δεν έφυγε στη διάσπαση του 91’, αλλά το 89’. Εφόσον δε διαχωρίζει σήμερα τη θέση της, την παίρνει κι αυτήν η μπάλα. Γι’ αυτό κολλούσε επίσης και η μπηχτή του κουμπούρη για το κκε εσ.  (ο κάππος αντιστάθηκε τόσο στο μαστίγιο της χούντας, όσο και στην καραμέλα της ταξικής συνεργασίας που εκφράστηκε με το εσ). Γιατί το τιμώμενο πρόσωπο της εκδήλωσης δεν ήταν ποτέ θιασώτης μιας χαρούμενης, παναριστερής ενότητας. Ίσα-ίσα που τότε ακριβώς διαχώρισε τη θέση του.
Και στην τελική πόσοι από αυτούς που ήταν στο κτίριο της παλιάς βουλής είχαν διάθεση να υπερασπιστούν το εσ; Ούτε καν ο λαφαζάνης. Αφού πριν από 25 χρόνια, όλοι αυτοί δικοί μας ήταν κι είχαν μέτωπο απέναντι στους ρηγάδες.

Έτσι λοιπόν χάσαμε μια εκδήλωση που περιμέναμε πώς και πως –για την ακρίβεια προλάβαμε το τέλος της, ίσα για να πάρουμε την χαρά της συμμετοχής και μια γεύση του τι χάσαμε. Αλλά ουδέν κακό αμιγές καλού. Γιατί ο κάππος ανήκει σε εκείνες τις προσωπικότητες που οφείλεις να καταπιαστείς και να «αναμετρηθείς» μόνος σου, χωρίς δανεικές αναλύσεις κι επιχειρήματα, σα να έπρεπε να ετοιμάσεις εσύ κάτι για να πεις στην εκδήλωση.

Καθένας εκκινώντας από διαφορετικό έρεισμα. Άλλος πχ γιατί θεωρεί ότι «το 89’ ο κάππος έσωσε την τιμή της αριστεράς και του κουκουέ», επειδή δεν ψήφισε την κυβέρνηση τζανετάκη. Άλλος επειδή το σέβεται και τον εκτιμά γενικά, αλλά διαφωνεί ειδικά με αυτήν την κίνησή του, που τον έθεσε εκτός κόμματος. Ή επειδή στάθηκε αταλάντευτος κομμουνιστής μέχρι το τέλος της ζωής του (τίμησε το κόμμα του και την τάξη του, όπως είπε στην ομιλία του ο κουμπούρης). Ένας τρίτος για το θεωρητικό και συγγραφικό του έργο: τις οικονομικές του μελέτες, το βιβλίο για το φάκελο της κύπρου, για το σοβιετικό σχηματισμό και τα σημεία που έβαλε για τη δομή του κόμματος νέου τύπου. Ή για τη συνεργασία και την ανάδειξή του στο τελευταίο δσ του κμε (έναν χρόνο πριν το θάνατό του), που δυστυχώς φυτοζωεί. Κι είναι δύσκολο να πιστέψει κανείς ότι θα είχε τόσο πενιχρή δραστηριότητα, αν ζούσε ο κάππος σήμερα.

Σε κάθε περίπτωση το σημαντικό είναι να δούμε την προσωπικότητά του ως έχει, με τις αρετές της και τις αντιφάσεις της, κι όχι με τα μάτια των επιθυμιών μας, προκειμένου να τη φέρουμε στα δικά μας μέτρα. Εάν η μορφή του πλουμπίδη πέρασε στη λογοτεχνία με το προσωνύμιο «ο αλύγιστος» –απ’ το ομώνυμο βιβλίο του κοτζιά- κι αυτή του σιδηρόπουλου στη μεγάλη οθόνη ως ο ασυμβίβαστος, αυτή του κάππου θα μπορούσε να μείνει στην ιστορία ως «ο αταλάντευτος». Και το γράφω χωρίς την παραμικρή δόση ειρωνείας –ο κουμπούρης ανέφερε αυτή τη λέξη τρεις φορές μέσα στα οκτώ λεπτά της ομιλίας του.

Δε γίνεται λοιπόν να πάρει κάποιος αυτή τη μορφή και να την τραβήξει σα λάστιχο για να χωρέσει τη δική του πολιτική αντίληψη και στάση. Δε γίνεται για παράδειγμα να χρησιμοποιείται εναντίον του κόμματος η στάση ενός ανθρώπου που είχε πει ότι ποτέ δεν έφυγε από το κουκουέ. Κι όταν τον ρώτησαν (σε μια μίνι συνέντευξη υπό τη μορφή σύντομων ερωτοαπαντήσεων): «υπάρχει κουκουέ;» αυτός απάντησε: και τότε γιατί υπάρχουν δεκάδες αντικκε ομάδες, κόμματα και πρόσωπα;

Κι αντιστρόφως. Δε μπορούμε να του επιδαψιλεύουμε κούφιους κι αφηρημένους επαίνους, αλλά να αγνοούμε τη συγκεκριμένη στάση του απέναντι στον χαρίλαο, το συνασπισμό και τις αστικές κυβερνήσεις –το τελευταίο ειδικά αποκτά ιδιαίτερη σημασία στην τρέχουσα συγκυρία.
Ή αντιθέτως, να μη στεκόμαστε κριτικά στις αντιφάσεις και τα λανθασμένα –κατά τη γνώμη μου- συμπεράσματα στη μελέτη του για το σοβιετικό σχηματισμό (ότι υπήρχε διευθύνουσα κι εκτελεστική τάξη, ότι η δικτατορία του προλεταριάτου είναι μεταβατικό στάδιο πριν το σοσιαλισμό κ.ά).

Στον ίδιο γύρο ερωτοαπαντήσεων, ο δημοσιογράφος των νέων είχε ρωτήσει τον κάππο: «χαρίλαος φλωράκης;» κι εκείνος απάντησε: επόμενη ερώτηση. Σε μια άλλη συνέντευξη που είχε δώσει στον παππά της ελευθεροτυπίας το 91’, πριν το οριστικό ξεκαθάρισμα με το συνασπισμό και τους ανανεωτές (το φιλοαστικό ρεύμα μες στο κόμμα, όπως τους αποκάλεσε ο ΚΚ), ο κάππος λέει ότι ο φλωράκης δε μπόρεσε δυστυχώς να παίξει το ρόλο του, να συγκρατήσει το επαναστατικό κίνημα, να το εμποδίσει να φτάσει σε αυτήν την κατρακύλα. Και πιο κάτω λέει ότι η άρχουσα τάξη είχε επενδύσει στον ανδρουλάκη, που «όντως ο χαρίλαος τον ανέδειξε, και για αυτό είπα ότι δεν ανταποκρίθηκε στις απαιτήσεις των καιρών».

Ίσως ο κάππος να μην ήθελε να επιστρέψει στο κουκουέ, όσο ζούσε ο χαρίλαος, εξαιτίας αυτής της μελανής σελίδας στη μεταξύ τους σχέση. Κι η τραγική ειρωνεία είναι ότι πέθαναν κι οι δυο μες στο 2005, με λίγους μήνες διαφορά. Ίσως πάλι όταν έρθει η ώρα να γραφτεί ο τρίτος τόμος του δοκιμίου ιστορίας του κόμματος και να συζητηθούν τα γεγονότα του 89’, να επαναληφθούν κάποιες καταστάσεις και να μας φέρουν την αίσθηση του dejavu. Να τεθεί πχ θέμα πολιτικής (αλλά όχι κομματικής) αποκατάστασης του κώστα κάππου. Αλλά κάποιοι απέξω να βλέπουν την ιστορία με όρους άσπρο-μαύρο και να λένε ότι δε γίνεται να είμαστε ταυτόχρονα και με τον κάππο και με το φλωράκη –όπως λένε ότι δε μπορεί να δικαιώνουμε ιστορικά και τον πλουμπίδη και τον ζαχαριάδη.
Ποιοι είναι αυτοί όμως κι από τι σκοπιά θα μας το πουν;
Ας δούμε τι λέει ο κάππος σε άλλα αποσπάσματα εκείνης της συνέντευξής του.

-Αποκλείετε να συνυπάρξετε στο ΚΚΕ με τους λεγόμενους ανανεωτικούς;
-Εγώ είμαι υπέρ της επαναστατικής γραμμής. Θα πάμε στο σοσιαλισμό όχι με μεταρρυθμίσεις αλλά με άλμα, θα εγκαθιδρυθεί η εξουσία της εργατική τάξης, που δε θα τη μοιράζεται με την αστική τάξη, δε θα κυριαρχεί η αγορά, θα καταδικαστεί η συμμετοχή σε αστικές κυβερνήσεις; Με βάση αυτή τη γραμμή εγώ μπορώ να επανέλθω. Σε αυτή τη βάση λοιπόν οι «ανανεωτικοί» θα φύγουν.

-Θα φύγουν ή θα τους διώξουν;
-Θα φύγουν. Και το 1968 δεν τους έδιωξε το κόμμα, μόνοι τους έφυγαν.

Και λίγο πιο κάτω, μετά την αναφορά στον ανδρουλάκη, το φαράκο και τους «συντηρητικούς».
-Με αυτήν την άποψη συμφωνούν όλοι στο ΝΑΡ.
-Εγώ δεν είμαι στο ΝΑΡ.
-Έχετε αποχωρήσει;
-Ναι, γιατί και αυτοί με άλλον τρόπο καταλήγουν σε αυτά που λέει ο Ανδρουλάκης για υπέρβαση του μαρξισμού κ.λπ.
-Ποιοι είναι αυτοί που έχουν τέτοιες απόψεις;
-Η καθοδηγητική ομάδα του ΝΑΡ.

Το ρεύμα το αναφέρω γιατί είχε κάνει μια εκδήλωση στη μνήμη του κάππου, πριν λίγα χρόνια στη θεσσαλονίκη, με το γιο του, θανάση, που είναι οργανωμένος στο ρεύμα (αλλά κατά βάθος κουκουνάρι, όπως το(ν) έχω κόψει). Κι αυτό ήταν ένα από τα πρώτα ερείσματα για την πιο συστηματική ενασχόληση με το γραπτό έργο του κάππου (από τα δεύτερα, για την ακρίβεια. Το πρώτο ήταν τα ίδια τα βιβλία του, από τις πολύ αξιόλογες εκδόσεις Αλφειός).

Όπως μπορεί να φανταστεί κανείς, το βασικό θέμα της συζήτησης που ακολούθησε ήταν το 89’, το κουκουέ κι ο τζανετάκης. Κι είναι πραγματικά εντυπωσιακό ότι σήμερα το κουκουέ κατηγορείται –πολλές φορές από τα ίδια άτομα- για το ακριβώς αντίθετο. Ότι δηλ δε συζητά τη συμμετοχή του σε μια αστική κυβέρνηση (με αριστερό πρόσημο).

Αλλά το πιο σημαντικό έρεισμα για να ασχοληθεί κανείς με τον κώστα κάππο είναι ότι ήταν κομμουνιστής. Από αυτούς που σύμφωνα με το ζίζεκ ξέχασαν να πεθάνουν (πολιτικά). Έφυγαν νωρίς όμως (βιολογικά) και άφησαν πίσω τους δυσαναπλήρωτο κενό –να δούμε τώρα πότε θα βγει η επόμενη μελέτη για τον ελληνικό καπιταλισμό και την κατάσταση της εργατικής τάξης στην ελλάδα.
Αυτόν τον τίτλο τον κέρδισε με το σπαθί του και δεν τον πρόδωσε ποτέ. Κι είναι εξίσου σημαντικό ότι κατάφερε να παραμείνει «κομματικός» κι όταν ήταν εκτός κόμματος. Καμία σχέση με την «αντεστραμμένη αγάπη» πολλών πρώην που φιλούσαν υπέροχα..

Υγ: η κε του μπλοκ αναζητεί έκτακτη συνεργασία με αναγνώστη-αναταποκριτή για το θεωρητικό διήμερο της ανταρσύα κι ειδικά για την εκδήλωση της κυριακής με τον αλέκο αλαβάνο. Δεκτές μόνο σοβαρές προτάσεις, είτε εδώ είτε εναλλακτικά στο mail: vaskrits@gmail.com

Πέμπτη 2 Δεκεμβρίου 2010

Πράξη και θεωρία

Συνηθίζουν να αντιπαραθέτουν τον μαρξισμό με το λένιν, με κάποια έργα του ένγκελς, με τον ίδιο το (νεαρό) μαρξ. Κι είναι κι ο ίδιος ο μαρξ που το ‘λεγε. Αν όλα αυτά είναι μαρξισμός τότε εγώ δεν είμαι μαρξιστής.
Ποιο είναι όμως το υποκείμενο της πρότασης; Ποιοι είναι αυτοί;

Παίρνεις το ‘αυτοί’ όπως είναι, βγάζεις το(ν) ύψιλον, παίρνεις κι ένα απ’ τα τρία σίγμα του κόμματος απ’ το ρούση κι έχεις έτοιμη την απάντηση: οι αστοί.
Ναι αλλά όχι μόνο αστοί. Είναι κι αυτοί που τον αντιπαραθέτουν απόλυτα με την πείρα της σοβιετίας. Και λένε για τον πατερούλη (του), το σύντροφο με το μουστάκι, που (του) κυβερνούσε τη μαμά πατρίδα. Κι έτσι που το έκανε, γέμισε τον κόσμο αίματα. Λέρωσε τα λευκά κι άσπιλα ιδανικά μας και μας βγήκε το όνομα. Αλλά εμείς δεν έχουμε καμία σχέση με όλα αυτά.
-Με το σοσιαλισμό καμιά σχέση; -Απλή συνωνυμία, που λέει κι ο χαρούλης.

Ήταν όμως κι οι κλασικοί αντιφατικοί από μόνοι τους. Ο σύντροφος με το μουσάκι πχ σταμάτησε να γράφει το κράτος κι επανάσταση τον οκτώβρη που εξεγέρθηκαν τα σοβιέτ. Κι αφού νίκησε η δεύτερη και καταλάβαμε το πρώτο, άρχισε να διορίζει μονοπρόσωπες διευθύνσεις στα εργοστάσια και να κάνει άλλα πράγματα από αυτά που έγραφε.

Έγραφε πχ ο λένιν ότι πρέπει να γίνουν όλοι με τη σειρά εκ περιτροπής γραφειοκράτες, για να μη μείνει κανείς τέτοιος στο τέλος. Κι οι σύντροφοι πήραν αυτό το όλοι τοις μετρητοίς κι η γραφειοκρατία άρχισε να διογκώνεται ανεξέλεγκτα. Πιο πολύ κράτος για να μην υπάρχει κράτος. Διαλεκτική ομοιοπαθητική.
Κι έφυγε ο βλαδίμηρος με αυτόν τον καημό, βλέποντας τον κίνδυνο να ‘ρχεται.

Ο λένιν βέβαια τα έγραφε όλα αυτά έχοντας κατά νου ότι η επανάσταση θα νικήσει στην ευρώπη, ή τουλάχιστον στη γερμανία. Άλλες καταστάσεις περίμενε να βρει κι άλλη βρήκε. Σύνθετη, πρωτότυπη και μοναδική. Που δεν μπορούσε να χωρέσει σε φόρμουλες και συνταγές για την κουζίνα του μέλλοντος.

Η πράξη πρέπει να προσαρμόζεται στη θεωρία και στα υλικά της πραγματικότητας, που δεν είναι πάντα φρέσκα κι αγνά σαν τα ιδανικά μας. Καλούμαστε να φτιάξουμε έναν καινούριο κόσμο με υλικά από τον παλιό –που έχει μπαγιατέψει και σαπίζει. Να τους βάλουμε επαναστατική μαγιά και να τα αλλάξουμε.

Αρκεί να μη φουσκώσει πολύ το γλυκό και σκάσει στα μούτρα μας, όπως το 89’ που τη στρουμφίσαμε.
Υπάρχει μια θεωρία που λέει ότι τα στρουμφάκια έχουν ιδιαίτερη κομμουνιστική σημειολογία και κρυφά επαναστατικά νοήματα, όπως η κοινοκτημοσύνη της στρουμφίτας κι η αντίθεση στρουμφοχωριού-στρουμφοπόλης. Τηρουμένων των αναλογιών, η περεστρόικα ήταν το δώρο-έκπληξη του χαχανούλη κι ο γκόρμπι ένας πολιτικός χάχας, σκέτη νούλα.

Ή (είναι) ακόμα σαν το ζωμό που έφτιαχνε ο πανοραμίξ, όταν τον πλάκωσε το μενίρ κι είχε χάσει τα λογικά του. Ο ουρανός έπεσε στα κεφάλια μας την ώρα που κάναμε έφοδο. Και ο δοκιμαστής της κλεοπάτρας έπεσε από το γλυκό μας του θανατά, χωρίς να βρεθεί αντίδοτο.
Ποιος έχει όμως την ευθύνη; Φταίνε οι συνταγές ή οι μάγειρες που τις παράκουσαν και τις εφάρμοσαν λάθος;

Οι απλοϊκές συνειδήσεις ρέπουν μεταφυσικά στην αναζήτηση του σεφ που έριξε στο γλυκό το δηλητήριο. Είτε για να πουν ότι πριν την προδοσία το φαγητό ήταν μια χαρά –κι ας μην χωνεύονται εύκολα κάποια λάθη κι υπερβολές. Είτε για να πουν ότι η σοβιετία ήταν μια προδομένη συνταγή με πολύ χοιρινό λίπος, από τα γουρούνια της φάρμας των ζώων, που μεταλλάχτηκαν σε γραφειοκράτες κι εκτίναξαν τον θερμιδωρ-μετρητή στα ύψη.

Οι περισσότεροι κάνουν λόγο για προδοσία, για να μην ταυτίσουν την τύχη του μαρξισμού με το θάνατο της σοβιετίας και τις σιδερένιες νομοτέλειες που κατέρρευσαν. Στην πραγματικότητα αυτό είναι το ίδιο έξυπνο με το να κατηγορούμε τις ανθρωπίδες και τους νεάντερνταλ για προδοσία του ανθρώπινου είδους, επειδή τελικά εξαφανίστηκαν.

Ο πραγματισμός της ήττας ελάχιστη σχέση έχει με την υπεράσπιση του μαρξισμού. Κανένα κοινωνικό σύστημα δεν επικράτησε από τη μία στιγμή στην άλλη και δε νίκησε με τη μία.

Ο σοβιετικός κυριούλης λέει ότι η ήττα των σοβιετικών ήταν η πιο πιθανή έκβαση. Ήταν πιθανό να χάσουν αμέσως μετά τον οκτώβρη, στον εμφύλιο πόλεμο με την ιμπεριαλιστική επέμβαση, στην κρονστάνδη, στα χρόνια της κολεκτιβοποίησης, στο βήτα παγκόσμιο, στην περίοδο του ψυχρού πολέμου. Αλλά τελικά η επανάσταση είχε τέτοια δυναμική που άντεξε και επέζησε για εβδομήντα και πλέον χρόνια.

Πολύ σωστά. Το θέμα όμως είναι ότι έχασε ακριβώς τη στιγμή που έμοιαζε να έχει λυμένα τα της επιβίωσης και να ασχολείται με το ευ ζην και το πέρασμα στον κομμουνισμό. Πώς να μην ψάχνεις μετά για δούρειους ίππους και τον προδότη που τον πέρασε εντός των τειχών του βερολίνου;

Η πραγματικότητα πάντα προδίδει την επαναστατική μας φαντασία. Προσεγγίζοντάς της όμως με τέτοιους όρους, δύσκολα θα την καταλάβουμε κι ακόμα πιο δύσκολα θα την αλλάξουμε.

Η πράξη είναι το μέτρο της θεωρίας, το κριτήριο που δείχνει την ερμηνευτική ικανότητα και τα όριά της. Ο ίδιος ο λένιν είδε στην πράξη τα όρια της λογικής του ροτέισον στα κρατικά πόστα και διόριζε μόνος του τους βασικούς. Αλλά δε σταμάτησε στιγμή να ανησυχεί για τη διόγκωση της γραφειοκρατίας και την πολιτική της αντιμετώπιση.

Σήμερα όμως τι γίνεται; Θεωρία έχουμε, λέει το κόμμα. Κάτι σαν τον υπαρκτό μαρξισμό. Σε αντιπαράθεση με τους υπαρξιστές, τους μεταμοντέρνους και κάτι νέο-αριστερούς που τον επικαλούνται για να του αλλάξουν τα φώτα. Τον επικαιροποιούν, τον επαναθεμελιώνουν, ανακαλύπτουν καινούρια στάδια..

Επαναθεμελίωση όμως σημαίνει ότι τον αλλάζεις από τα θεμέλια και χτίζεις σε άλλα σαθρά, παλάτια και βασίλεια της ελευθερίας πάνω στην –κινούμενη, ιδεολογική- άμμο. Σαν πύργος της βαβέλ, όπου ο καθένας μιλάει τη δική του γλώσσα, ανάλογα με τον χολογουέι που διάβασε τελευταίο. Κι έτσι μένει μισός κι ανέσωτος, σαν την έφοδό μας στον ουρανό.

Κάθε σώμα και συντονιστικό περιέχει υψηλή κοπτοραπτική που θυμίζει τζένγκα. Ο καθένας βγάζει τα κομμάτια που δεν του αρέσουν και σκεπάζει τα υπόλοιπα με τα δικά του. Ο πύργος γέρνει προς τα κάτω κι αριστερά και προχωρά ετοιμόρροπος σαν αυτόν της πίζας.

Βγάλε κι αυτό του λένιν για το κόμμα νέου τύπου (διάβασ’ τον πρώτα όμως πριν τον επαναθεμελιώσεις).
Ποια είναι όμως η λυδία λίθος που αν εκλείψει καταρρέει όλο το οικοδόμημα; Τα ‘γραφε ο λένιν στο κράτος και επανάσταση (αυτό που σταμάτησε εξαιτίας του οκτώβρη και μετά έκανε άλλα από αυτά που έγραφε). Την ταξική πάλη την παραδέχονται κι οι αστοί. Μαρξιστής είναι μόνο όποιος έφτασε να παραδέχεται τη δικτατορία του προλεταριάτου. Κι αυτό δε σημαίνει να της δίνει καλλιτεχνικά ψευδώνυμα για να τη στρογγυλεύει.

Εμείς χτίζουμε μονολιθικά κτίρια, συμπαγή κι αδιαπέραστα, σαν το τείχος του βερολίνου. Αλλά την κερκόπορτα τη φυλούσε ο γκόρμπι, θυμίζοντας ότι το βασικό ερώτημα είναι ποιος θα μας φυλάει από τους φύλακες.
Ο ιούδας πάντως φυλούσε υπέροχα. Κι άσε τους επικριτές μας να λένε ότι τα κτίριά μας ήταν φαραωνικά κατασκευάσματα σαν αυτά του νουμερομπίς –ακόμα και πρώτοι μπροστά απ’ τις ηπα σε μερικούς τομείς- που κατέρρευσαν μαζί με τις ατσαλένιες νομοτέλειες και τους μπετοναρισμένους συντρόφους μας.

Θεωρία λοιπόν έχουμε, δεν είμαστε αγνωστικιστές. Αρκεί να μην την κλείσουμε σε τείχη και κλουβιά και κολλήσει πάλι στο βούρκο της απολογητικής και της στασιμότητας. Το κόμμα φροντίζει να μην ξεκόβουν τα θεωρητικά του στελέχη από την πολιτική δουλειά, βάζει κομματικές σχολές και ιδεολογικά μαθήματα. Αλλά η θεωρητική δουλειά δεν έχει μόνο το κομμάτι της ιδεολογίας. Σημαίνει και περαιτέρω ανάπτυξη. Εν τω μεταξύ όμως το κμε φυτοζωεί εν τάφω.

Υπάρχουν κι αυτοί που βγάζουν διαλέξεις περί διαλεκτικής, αλλά δεν ξέρουν ποιο κόμμα να διαλέξουν γιατί τους πνίγει ο πρακτικισμός. Μα η ζωή προχωρά χωρίς να κοιτάζει τη δική τους φιλοσοφία. Κι εσύ τρέχεις ξωπίσω της να προφτάσεις, μοιράζοντας προκηρύξεις αλαφιασμένος σε όποιον συναντάς στο δρόμο.

Το πουλί της σοφίας του χέγκελ πετάει μόνο το σούρουπο. Τότε που βγαίνει η κούραση όλης της μέρας και κάθεσαι σε ένα κουτί γεμάτο ούφο που φιλοδοξεί να σε κάνει και σένα ένα.
Ανοίξαμε το χαζοκούτι κι έγινες ένας από εμάς.

Απογοητευμένος από τα εγκόσμια, ξαπλώνεις σε μια αιώρα για να μην τα ακουμπάς κι αιωρείσαι σαν πολιτικό εκκρεμές, χαμένος στη μετάβαση, την καθαρότητα των ιδεών σου και τις αντιφάσεις σου. Πετάς μόνος προς τον κομμουνισμό. Το πρωί μπλόγκερ, το μεσημέρι αμπελοφιλόσοφος, το βράδυ άεργος και στο τέλος της μέρας τίποτα απ’ όλα αυτά. Κι ένα τίποτα γενικώς..

Σάββατο 27 Νοεμβρίου 2010

Η μελωδία της παρακμής

(ή αλλιώς, Mια βραδιά στον Καρρά)

Σάββατο απόβραδο (και ασετυλίνη). Οι μάζες ετοιμάζονται για τη νυχτερινή τους έξοδο και νιώθουν τον πυρετό του σαββατόβραδου να τυλίγει γλυκά τα μηλίγγια τους.
Η κε του μπλοκ αποτίνει το δικό της φόρο τιμής στον μολώχ της νύχτας με μία μελέτη του κμε (κομάντο μπουζουκόβιας εντροπίας), που ανήκει σε εκείνη την κατηγορία κειμένων που μπαίνουν στον ρίζο με τεράστια γράμματα ως ΑΡΘΡΟ ΣΥΝΕΡΓΑΤΗ ΜΑΣ. Όπερ σημαίνει ότι απηχεί αποκλειστικά απόψεις και πρακτικές του συγγραφέα του.
Καλή ανάγνωση.

.

Με τα λόγια να κρύψεις τις πράξεις γιατί προσπαθείς;

Για να διασωθεί το -όποιο- κύρος του γράφοντος θα πρέπει να τονίσουμε πως η συγκεκριμμένη έξοδος στη βαθιά νύχτα της συμπρωτεύουσας δεν αποτελεί συνήθειά του, αφού: 1) δεν μπορεί να υποστηρίξει οικονομικά τέτοιες συνήθειες 2) γνωρίζει πολύ καλά πως η χρυσή εποχή των σκοτεινών σκυλάδικων τελείωσε λίγο πριν τη γέννηση του 3) ο ελιτίστικος διανοουμενισμός του (εμφανής στη συνήθειά του να αναφέρεται στον εαυτό του σε γ' πρόσωπο σαν τον Ιούλιο Καίσαρα) δεν επιτρέπει εύκολα τη συμμετοχή του σε τέτοιες διασκεδάσεις.
Παρ' όλα αυτά, λόγω της μεγάλης αγάπης του για το λαϊκό/ρεμπέτικο τραγούδι, πάντα συμπαθούσε τους σκυλάδες. Θρυλικά ονόματα, όπως αυτά του Χριστοδουλόπουλου, του Τερλέγκα, του Βασιλάκη έμοιαζαν σαν φωτεινοί φάροι, ριζικά αλλοτριωμένοι, αλλά έχοντες ακόμα τη δυνατότητα να θυμίζουν στους ευδαίμονες μικροαστούς ιμπρεσσιονιστικά τοπία απ' το κοινοτικό παρελθόν.
Η έξοδος λοιπόν -που θα περιγραφεί παρακάτω, ακολουθώντας την ποιητική του Απολιθώματος- έγινε για λόγους 'επιτόπιας έρευνας', που λένε και στην κοινωνική ανθρωπολογία. Για να δούμε τι έχει να μας πει ο Βασιλάκης εν έτει 2010. Υπάρχει βέβαια κι ένας άλλος λόγος, αλλά αυτός είναι αυστηρά προσωπικός και δεν βγαίνει στη δημοσιότητα.

-Παρασκευή βράδυ, δύο μέρες μετά την επέτειο της εξέγερσης του Πολυτεχνείου, ώρα δώδεκα και μισή.

Μπαίνοντας στο πάρκινγκ του FIX, καταλαβαίνω αμέσως πως είμαι ο πιο λέτσος που θα περάσει το κατώφλι του τεμένους. Κυριλέ σακάκια, σκαρπίνια, γραβάτες, -ρούχα σινιέ – σχέσεις σικέ. Μπεμβεδικά και καγιέν παντού -και ας μη μιλήσουμε για τις γυναίκες.. Δε μασάμε, είμαστε οι πιο λαϊκοί απ' όλους. Στη ρεσεψιόν, ο με ξυρισμένο κεφάλι πορτιέρης μας κοιτάει περίεργα. Η μουσική στα τέρματα, θέαμα στον κύβο με βίντεο γουόλ στους τοίχους από την πίστα που είναι μέσα. Ο σύντροφος (φέρελπις νέος μουσικός της κλασσικής, μεγαλωμένος με κκε εσ., Στραβίνσκυ και Λιλιπούπολη) που μιλάει μαζί του δε μπορεί να συνεννοηθεί -παρ' όλο που έχουμε κλείσει τραπέζι. Το ακροδεξιό μαφιόζικο στοιχείο μας αντιμετωπίζει καχύποπτα. Παρεμβαίνει δυναμικά μία όμορφη Ικαριώτισσα και τελικά μπαίνουμε μέσα.

λόγια στον αέρα λόγια, σαν ακούρδιστα ρολόγια

Το θέαμα είναι εντυπωσιακό. Στο βάθος η πίστα, αρκετά μεγάλη, αλλά άδεια ακόμα -είναι νωρίς. Και από κει και πέρα το χάος. Μια λαοθάλασσα καθισμένων σαλονικιών με ουΐσκια και λουλούδια.
Μαζική διασκέδαση. Καθόμαστε και περιμένουμε να τελειώσουν οι διάφορες χορεύτριες που το παίζουν τραγουδίστριες για να βγει ο Βασιλάκης. Πίνουμε -δεύτερος γύρος μετά το pre-game στο σπίτι- τα ουΐσκια μας και εντυπωσιασμένος από τη μαζικότητα σκέφτομαι: πρέπει η Αριστερά να ενσωματώσει και να απαντήσει σ' αυτήν την ανάγκη για ξεσάλωμα! Οι χαλαρωμένοι απ' τις ουσίες συνειρμοί με πάνε στη σύνθεση του διονυσιακού (που κυριαρχεί εδώ μέσα, και μάλιστα εν μέσω κρίσης) με το απολλώνιο στοιχείο (αριστερά, αλληλεγγύη, ήθος): Μαζικά λαϊκά γλέντια! Στην ύπαιθρο ή στις πόλεις, οργανωμένα από τις λαϊκές επιτροπές, με μόνο σκοπό τη γνωριμία όλων με όλους! Εκθέτω τη βαρυσήμαντη για το παρόν και το μέλλον του λαϊκού κινήματος σκέψη μου στο σύντροφο. Απαντάει ψύχραιμα: “Δεν γίνεται”. Καταλαβαίνω αμέσως πως έχει δίκιο και συνεχίζω να πίνω.

μ' αρέσει νά 'μαι θύμα σου, νά 'μαι φυλακισμένος

Η γνωριμία όλων με όλους γίνεται στις τουαλέτες. Τεράστιες, υπερκυριλέ, με καθρέφτες παντού. Ο τεράστιος τοίχος που χωρίζει το τμήμα των νιπτήρων ανάμεσα στις αντρικές και τις γυναικείες δεν είναι τοίχος. Είναι καθρέφτης!! Πλένεις τα χέρια σου και βλέπεις απέναντι τις κοπέλες να “φρεσκάρονται” -για άλλη μια φορά η τεράστια ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων υπηρετεί την αλλοτρίωση...

τα καινούργια σας τα στέκια...

Μέσα στο FIX μπορείς να βρεις τα πάντα. Εκτός από μετανάστες, αριστερούς κι αναρχικούς. Εντυπωσιακή είναι η παρουσία της νεολαίας, πέραν των φοιτητών. Μιλάμε για παιδιά κάτω των είκοσι. Δεκαοχτάρηδες στα κυριλέ έκαναν πως διασκεδάζουν, αλλά το έμπειρο μάτι του κομάντο διέκρινε μια -ελπιδοφόρα- σκιά μελαγχολίας στα μάτια τους. Ειδικά στους αρσενικούς ήταν κάτι παραπάνω από σκιά και κάτι παραπάνω από εμφανής.
Αυτοί που ξεχωρίζουν είναι οι (πρώην) λαϊκές πασοκόφατσες γύρω στα πενήντα, με κοιλιές και ασχημοποιημένα πρόσωπα από το ξεκοκάλισμα των κονδυλίων για τα δημόσια έργα. Ύφος λούμπεν, στάση σώματος μαφιόζου, κομπολόι διακοσίων ευρώ, ρολόι ανάλογο -η προσωποποίηση της παρακμής της ελληνικής αστικής δημοκρατίας.
Αριστερά από το τραπέζι μας είναι μια παρέα σπουδαστών του Κ.Ω.Θ. Τους αναγνώρισε ο σύντροφος, καλά παιδιά, στην ίδια φάση με μας, ανίχνευαν τις δυνατότητες συγκίνησης πέραν του Μπάχ. Στα δεξιά, μια παρέα κλασσικών σαλονικιών δεξιών. Χοντροί, χρυσές αλυσίδες και τα τοιαύτα.
Ένας είχε wallpaper φωτό στο υψηλής τεχνολογίας κινητό του ένα κοριτσάκι με ζωγραφισμένη στο πρόσωπο την ελληνική σημαία, ενθύμιο μάλλον της εθνικής ανάτασης του 2004. Το χε βάλει μέσα σ' ένα ποτήρι όρθιο να φαίνεται.. Τον κοίταξα και ‘γω άγρια δυο τρεις φορές αλλά τίποτα.
Το μαγαζί είναι class-war-free. Εθνική ενότητα, με εγγυητή το Βασίλη και τη δανεική ευημερία -της οποίας οι μέρες είναι μετρημένες.

μη μου ζητάς να φύγω, μες στα μεσάνυχτα, θα πάρω πάλι σβάρνα τα ξενυχτάδικα

Κατά τις τρεις βγαίνει ο Βασιλάκης σκοτώνοντας την Πριγκηπέσα. Ακολουθούν μεγάλα κομμάτια: Άλλοθι, Άσ' τη να λέει, Δεν πάω πουθενά. Φωνητικά είναι αξιοπρεπέστατος (φήμες λένε πως έκοψε το πολύ αλκοόλ) αν και τρώει -κλασσικά..- πολλούς στίχους. Από πίσω του, μια μεγάλη οθόνη παίζει ό,τι νά' ναι βίντεο. Για μια στιγμή νομίζω πως βλέπω φλεγόμενους κάδους α λα στουρνάρη, ματ και καγκελάκι στο εμπ, αλλά μάλλον φταίει το αλκοόλ.
Το πρόγραμμα έχει απ' όλα. Και Πουλόπουλο έχει, και Ζαμπέτα-φίνος φιλμ έχει, και παλιά τσιφτετέλια έχει, και Τσιτσάνη έχει (μπαχτσέ τσιφλίκι).
Μόνο Καζαντζίδη δεν έχει. Τυχαίο; Σε καμία περίπτωση. Στα καινούργια μεταμοντέρνα κέντρα χωράνε πολλοί, όχι όμως και κείνος που τους χαιρέτισε τον πλάτανο απ' το '65.

μια μολυβιά που σβήνει, και δεν αφήνει, ούτε ένα ίχνος..

Άπειροι τύποι και τύπισσες από τη λαοθάλασσα των ζωντανών-νεκρών φωτογραφίζουν και βιντεοσκοπούν συνεχώς. Άμεση αυτοανάλωση της στιγμής στο σημείο μηδέν της εμπειρίας. Άμα δεν είναι στο facebook δεν υπάρχει. Φωτογραφίζουν για να ξεχάσουν κι όχι για να θυμούνται. Άλλωστε μια πραγματικότητα πλημμυρισμένη από ποτάμια παραμύθας και αλλοτρίωσης γιατί να τη θυμάσαι; Θέλω να φωνάξω: ΜΗΝ ΤΟ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΖΕΙΣ – ΤΟ ΚΑΤΑΣΤΡΕΦΕΙΣ. Αλλά μετά συνειδητοποιώ πως του αξίζει του συγκεκριμένου θεάματος η καταστροφή, όπως και της κοινωνίας που το δημιουργεί, οπότε καλά κάνουν τα παιδιά.

Γενικά, αν εξαιρέσεις κάποια νησιώτικα που παίχτηκαν στο τσακίρ κέφι, η επιτόπια έρευνα δεν βρήκε αυτό που έψαχνε με το φακό. Τα ιμπρεσσιονιστικά τοπία του κοινοτικού παρελθόντος, που αχνοφαίνονταν τη δεκαετία του '80 και του '90 παρήλθαν ανεπιστρεπτί. Χλωμά τσογλάνια, πλούσιοι από τη φούσκα του χρηματιστηρίου, επιχειρηματίες και υπόκοσμος έχουν πιάσει τα περάσματα. Και το μόνο που αχνοφαίνεται, μετά από πολύ αλκοόλ, είναι δεκεμβριανές συγκρούσεις σε βίντεο γουόλ, πίσω από έναν πάντα γλυκό Βασιλάκη που θέλει να το παίζει ακόμα λαϊκός. Ακόμα και τεράστιοι ύμνοι, όπως το Φωτιά στα Σαββατόβραδα, ακούγονταν παράταιροι σε ένα σκηνικό γενικευμένης παρακμής μιας διασκέδασης που κάποτε, που ήταν λαϊκή, άνοιγε περάσματα στον ουρανό της ψυχικής συν-κοινωνίας.

Το σύστημα καταρρέει -Άσ' το να πέσει! που λέει και η Α.Κ.



δες τι απέμεινε, στάχτη κι αγάπη ένα έγινε

.

Ποιοι είναι οι προσωπικοί λόγοι του νεαρού κομάντο; Συνοψίζονται στον τίτλο ενός αστερίξ, τεύχος νο 15: οι δάφνες του καίσαρα. Ως εκεί μπορώ να πω.
Όσο για το άλλοθι (δεν έχεις άλλοθι) της επιτόπιας έρευνας και της κοινωνικής κριτικής, η κε του μπλοκ υπενθυμίζει στον κομάντο τους στίχους του ποιητή: στους μπουρζουάδες κριτική να κάνουμε, αυτό δε φτάνει.

Σωποδήποτε! Ο αποτέτοιος έχει δίκιο…

Σάββατο 23 Οκτωβρίου 2010

Απ' έξω και μεταμοντέρνο

(Περίπου συνώνυμο με το απ’ έξω κι ανακατωτά).

Συνέχεια από το προηγούμενο. Τι είναι επί της ουσίας αυτό για το οποίο μας μίλησε ο σοβιετικός κυριούλης; Ο ανοιχτός μαρξισμός του χολογουέι, ο ζίζεκ, ο μπαντιού κι όλη η παλιοπαρέα. Ο πραγματισμός της ήττας του σοσιαλιστικού εγχειρήματος. Η άρνηση των μεγάλων αφηγήσεων που κατέρρευσαν μαζί με τις νομοτέλειες και τη δυνατότητά μας να γνωρίσουμε τον κόσμο -επομένως και να τον αλλάξουμε ως σύνολο. Η έμφαση στο επί μέρους και τις μειονότητες. Οι μικροαλλαγές που αρχίζουν εδώ και τώρα και σταματάν στο μικρόκοσμό μας χωρίς να αλλάζουν την ουσία γύρω μας.

Ο κατακερματισμός της πραγματικότητας. Πολλά σπασμένα κομμάτια, χωρίς κανένα εργαλείο για να τα ενώσουμε και να δούμε τι δείχνει η εικόνα. Και μας κατηγορούν ότι τα ζουλάμε και τα πατάμε για να χωρέσουν με το ζόρι στο παζλ της μεγάλης μας αφήγησης. Ότι τα φτωχαίνουμε για να τα φέρουμε στα μέτρα μας που είναι κάτω από το ύψος των περιστάσεων και τον πήχη που βάζει η εποχή.
Όσα κομμάτια κι αν μπορέσεις να ενώσεις, δε θα σου φτάσει μια στιγμή για να με νιώσεις.
Κι η πραγματικότητα μένει σπασμένη σε κομμάτια, σαν υπολογιστής με πολλά ανοιγμένα παράθυρα.

Αυτό είναι εν πολλοίς το μεταμοντέρνο. Κι ένα απ’ τα σημεία των καιρών είναι το επιχειρούμενο πάντρεμά του με τη μαρξιστική σκέψη που καταλήγει σε ένα είδος μεταμοντέρνου μαρξισμού. Ο οποίος με τη σειρά του αποτελεί τυπική περίπτωση αντίφασης εν τοις όροις.

Υπάρχει μία ακόμη διάσταση. Το μεταμοντέρνο σε τελευταία ανάλυση είναι αντανάκλαση διαδικασιών που λαμβάνουν χώρα στο προτσές της παραγωγής. Αυτοματοποίηση, μεταφορντικό μοντέλο, αποκέντρωση, θυγατρικές, υποκαταστήματα, μικρότερες μονάδες παραγωγής.

Είναι μια αντικειμενική τάση που εκτός από την επαναστατική θεωρία επηρεάζει και τη δράση. Δεν υπάρχουν πλέον τα μεγάλα εργοστάσια τύπου πουτίλοφ με τους χιλιάδες εργαζόμενους που βρίσκονται καθημερινά στον ίδιο χώρο και μοιράζονται κοινές εμπειρίες κι ανησυχίες. Κι αυτό ευνοεί αντικειμενικά την εξατομίκευση και την παρακμή των μαζικών συνδικάτων.

Κάτι η αποξένωση, κάτι η εντατικοποίηση, ο εργαζόμενος σήμερα δε βρίσκεται καλά-καλά ούτε με τον εαυτό του. Τον ψάχνει απεγνωσμένα σε χώρους κοινωνικής δικτύωσης, όπου διαμορφώνει το προφίλ του για να διασκεδάσει το έλλειμμα προσωπικότητας που έχει. Και ξεγελά τη μοναξιά του με φίλους που συναντά όλο και πιο σπάνια στην πραγματική ζωή.

Η ζωή μας μένει κλεισμένη σε χαζοκούτια κι οθόνες. Πώς να μην κλείσεις μετά σύντροφε τη δουλειά σου σε κουτάκια;
Κι όλα αυτά στο όνομα ενός ρεύματος που αρνείται να σκεφτεί καθολικά μη τυχόν του φορέσουν καμιά ταμπέλα. Για το μεταμοντέρνο οι ταυτότητες είναι στροφή στον ολοκληρωτισμό.

Η πραγματικότητα βέβαια είναι αντιφατική, γεμάτη διαλεκτική, με τέτοιες και αντίρροπες τάσεις. Η πολυδιάσπαση μπορεί να είναι ένωση σε ένα μεγαλύτερο επίπεδο, σε μεγαλύτερη εμβέλεια ή κι επικράτεια, αν μιλάμε για μια χώρα που οι παραγωγικές της μονάδες μπορεί να βρίσκονται στα πιο απομακρυσμένα σημεία, αλλά λειτουργούν και διευθύνονται ενιαία.
Κι η αποκέντρωση να προωθεί τη συλλογική διεύθυνση και τη δημοκρατία στους χώρους παραγωγής. Μες στον καπιταλισμό όμως αυτό μένει στα πλαίσια του δυνητικού.

Παράλληλα μεγαλώνει η συγκέντρωση του κεφαλαίου. Η πολυδιάσπαση δεν ακυρώνει την τάση ενοποίησης και συγκεντροποίησης των παραγωγικών δυνάμεων σε παγκόσμιο επίπεδο. Αλλά παραμένει μια κυρίαρχη, αντικειμενική τάση που καλούμαστε να υπερβούμε, σπάζοντας τη νομοτέλεια. Και στην πραγματικότητα, επειδή η νομοτέλεια είναι ένα φάσμα δυνατοτήτων, να αξιοποιήσουμε εκείνες τις δυνατότητες του φάσματος που ευνοούν την υπόθεσή μας. Ή και να μετατοπίσουμε με τη δράση μας αυτό το φάσμα προς όφελός μας.

Το σπάσιμο της νομοτέλειας είναι αδόκιμη διατύπωση. Σαν αυτή που έκανε ο γκράμσι για τον οκτώβρη: μια επανάσταση ενάντια στο κεφάλαιο του μαρξ και τις προβλέψεις του. Μια λογοτεχνική διατύπωση που κρύβει μέσα της έναν φιλοσοφικό στοχασμό και μια πτυχή της αλήθειας.

Ας το συνδέσουμε με το περιβόητο απ’ έξω του λένιν που θα μας απασχολήσει. Ο αστός θεωρητικός που τάσσεται στο πλευρό του προλεταριάτου και της υπόθεσης του αγώνα του, πρέπει να σπάσει μια σειρά αντικειμενικές τάσεις μαζί με τα όρια της τάξης του, την κοσμοθεωρία και την ταξική συνείδηση που υπαγορεύουν τα συμφέροντά της. Όπως έκαναν εξάλλου κι οι κλασικοί. Ο μαρξ, ο ένγκελς, ακόμα και ο λένιν. Τον τρότσκι δεν τον αναφέραμε στον όμιλο. Ε μάλλον δε συγκέντρωνε και τόσες συμπάθειες ανάμεσά μας.

Γενικότερα, η κυρίαρχη ιδεολογία είναι η ιδεολογία της εκάστοτε κυρίαρχης τάξης. Ο λόγος των επαναστατών πρέπει να ανατρέψει την κρατούσα ιδεολογία και τους αντικειμενικούς παράγοντες που την αναπαράγουν: την αλλοτρίωση, τον φετιχισμό του εμπορεύματος κι όλα όσα δημιουργούν στον εργάτη ψευδή συνείδηση για να μην αποκτήσει ταξική.

Πώς συνδέονται όλα αυτά με το απ’ έξω;
Ο βιομηχανικός εργάτης μοιάζει με τον τσάρλι τσάπλιν στους μοντέρνους καιρούς που γίνεται γρανάζι της μηχανής. Υποτάσσεται στους ρυθμούς και τη λογική της, τρέχει να προφτάσει, γίνεται πειθήνιο εξάρτημά της, χωρίς κρίση και βούληση.
Είμαι εξάρτημα εγώ της μηχανής κι ο γιος μου το ανταλλακτικό.
Κι όταν επιστρέφει το βράδυ σπίτι, έχει δύναμη μόνο να ανοίξει την τηλεόραση για να συμπληρώσει το σετ της αποβλάκωσης. Έχει ανάγκη από πράγματα που δε τον κουράζουν και δεν τον κάνουν να σκέφτεται. Κι ίσως να μην τα έχει ανάγκη, αλλά να συνεχίζει με κεκτημένη ταχύτητα απ΄ το οκτάωρο που αχρήστευσε το μυαλό του.

Ο χειρώνακτας εργαζόμενος μπορεί να κάνει μια κοπιαστική, μονότονη δουλειά που τον αποβλακώνει, αλλά αυτό δεν τον αφήνει εξ ορισμού και μονοσήμαντα στο επίπεδο του αποβλακωμένου που αδυνατεί να σκεφτεί, να αποφασίσει, να διευθύνει.
Πρέπει να βρούμε και να ενισχύσουμε τις τάσεις που υπερβαίνουν τους αντικειμενικούς περιορισμούς ενός χειρώνακτα. Αλλιώς θα αφήσουμε μοιρολατρικά να διαιωνίζεται σε διάφορες παραλλαγές η λογική του απαίδευτου όχλου που δεν είναι ικανός να κυβερνήσει. Η δημοκρατία των αρίστων, τα δάχτυλα που δεν είναι όλα ίσα, η εξουσία των ειδικών.

Το απ’ έξω δεν έχει να κάνει με την κοινωνική καταγωγή, αλλά με τις παραγωγικές σχέσεις και τον υποδουλωτικό τους χαρακτήρα, με τους φραγμούς που βάζει ο χαρακτήρας της εργασίας. Ο λένιν εξάλλου είναι αυτός που εξισορρόπησε το μειονέκτημα του απ’ έξω με το ταξικό πλεονέκτημα του προλετάριου ως προς την πειθαρχία και την κομματική ένταξη.
Για κάποιους αυτό μπορεί να σημαίνει ότι τα κόμματα είναι για τους βλάκες. Το κόμμα όμως είναι πάνω απ’ όλα σχολείο και δεν χωράει εύκολα όσους θεωρούν εαυτούς ψυχές διαλεχτές που δικαιούνται αυτομάτως υποτροφίας.

Υπάρχουν ποικίλες τάσεις στη σύγχρονη εργατική τάξη που αλλάζει σταδιακά δέρμα και χαρακτηριστικά, με την πληροφορική και τη δουλειά του υπάλληλου στο γραφείο. Αν και η πνευματική εργασία δεν είναι απαραίτητα ευχάριστη και δημιουργική στις μέρες μας.

Η αυτοματοποίηση είναι από τα λίγα αυτό- που δε θα ακούσεις από τους αναρχικούς. Και συνάμα η βασική προϋπόθεση για την αυτοδιαχείριση κι όλα τα δικά τους αυτό-, που χωρίς αυτό το αυτό μένουν λόγια του αέρα. Συλλογικός εγωισμός κι αυτοαναφορικότητα για να τονίζει αυτάρεσκα το συλλογικό εαυτούλη μας.

Το πρόθεμα αυτό λειτουργεί σαν το στερητικό άλφα κι αλλάζει περιεχόμενο σε όλες τις αρνητικές έννοιες. Η επάρατος οργάνωση γίνεται αυτοοργάνωση. Κι η ενέργεια που μας κλείνει το δρόμο της επιστροφής στη φύση και τα σπήλαια κροπότκιν γίνεται αυτενέργεια.

Μόνο η καταστροφή ξεφεύγει από αυτόν τον κανόνα και προσφέρει χειραφέτηση. Άλλο αν συνήθως καταλήγει αυτοκαταστροφική για το κίνημα. Ενώ η αυτοματοποίηση άμα της βγει το αυτό καταλήγει στη ματοποίηση της κοινωνίας και της παραγωγής (κατά τη στρατιωτικοποίηση των συνδικάτων του τρότσκι).
-Κάτω από τα κράνη σας έχετε σκατά.
-Ναι ρε συ, αλλά δεν είναι οι μόνοι.


Τώρα που είπα τρότσκι. Σε ένα λόγο του σε εργοστάσιο ο σύντροφος με το μουστάκι είπε στους εργάτες. Εσείς τα βλέπετε μόνο από κάτω και δε μπορείτε να έχετε συνολική εικόνα της παραγωγής. Αλλά κι οι διευθυντές έχουν συγκεκριμένη οπτική γωνία κι η εικόνα που σχηματίζουν είναι εξίσου λειψή. Μόνο αν ενώσουμε τα κομμάτια μπορούμε να δούμε σωστά.

Λίγο σχηματικό, αλλά σφαιρικό κι εύστοχο. Πάνω απ’ όλα διαλεκτικό. Δεν απολυτοποιεί καμιά πλευρά. Ούτε ελιτισμός κι επανάσταση των διευθυντών, ούτε φτηνός εργατισμός. Και δεν είναι παρατήρηση κάποιου κλασικού. Ούτε σε θεωρητική συγκυρία ειπώθηκε. Σε εργάτες μιλούσε ο στάλιν. Έβαλε όμως όλη την ουσία.

Στη σοβιετία είχαν ανάγκη από στελέχη στην παραγωγή, τεχνίτες κι ειδικούς. Προϋπόθεση γι’ αυτό όμως ήταν η δουλειά στη βάση που θα τα αναδείξει. Κι αυτό έχει γενική ισχύ. Στο κόμμα, στην ιστορία. Μόνο μια σπουδαία γενιά μπορεί να δώσει χαρισματικούς ηγέτες.

Η ανάπτυξη της θεωρίας προϋποθέτει την εκλαΐκευση. Κι είναι συλλογικό έργο με μεγάλους επιστήμονες και προσωπικότητες που δουλεύουν παράλληλα, κερδίζουν ο ένας από τη δουλειά του άλλου κι έρχεται στο τέλος ο καλύτερος να σταθεί ψηλότερα από όλους πατώντας πάνω σε ώμους γιγάντων. Χωρίς αυτούς και το δικό του μπόι θα ‘ταν μικρότερο.

Αυτό το συλλογικό έργο απαιτεί συλλογικότητες που θα το σηκώσουν, είτε σαν τον όμιλο, είτε κόμματα που καλούνται να παίξουν πρωτοπόρο ρόλο και να γίνουν ο συλλογικός διανοούμενος που περιγράφει ο γκράμσι.
Κι αυτό δε σημαίνει το πάντρεμα των διανοούμενων με την αποβλακωμένη εργατική τάξη που θα εκτελεί εντολές, αλλά καταμερισμό δουλειάς και συλλογικές επεξεργασίες που να στέκουν πιο ψηλά από τις μεμονωμένες προσπάθειες και τους μοναχικούς καουμπόηδες.

Πώς θα γίνει αυτό όμως όταν το κμε εδώ και μια δεκαετία περίπου φυτοζωεί και μένει νεκρή σφραγίδα χωρίς ζωή και περιεχόμενο;

Παρασκευή 22 Οκτωβρίου 2010

Θεωρίες για αγρίους

Η κρίση της θεωρίας. Η θεωρία της κρίσης. Η κρίση της αριστεράς. Η αριστερά της θεωρίας. Αυτά. Τι άλλο μπορεί να πει κανείς για το θέμα;

Ότι η σημερινή είναι μια κατεξοχήν αντιθεωρητική εποχή. Ο κόσμος ενθουσιάζεται με σύγχρονους διανοητές χωρίς να καταλαβαίνει τι λένε, ή χωρίς να του λένε κάτι καινούριο ή σημαντικό. Πολιτικοί μαϊντανοί δανείζονται αποσπασματικά κάποια τσιτάτα τους και τα ενσωματώνουν στο λόγο τους για να δείξουν πόσο τρέντι κι ανήσυχα πνεύματα είναι.

Κι εμείς λένε είμαστε καλά κλεισμένοι στην ιδεολογική μας φορμόλη. Που αν είναι έτσι θ’ αρχίσω να την παίρνω για σημάδι υγείας. Μέσα της νιώθεις ένα είδος ασφάλειας κι ανοσίας από όλα αυτά. Η θεωρία μας είναι τόσο παλιά που όλα τα μικρόβια πάνω της έχουν πεθάνει με πρώτο απ’ όλα τον ιό της παιδικής αρρώστιας.

Κάνεις συγκρίσεις με άλλες εποχές και σε πιάνει θλίψη και μελαγχολία. Εμείς κάνουμε τους ερασιτέχνες παλεύοντας να μάθουμε πέντε πράγματα. Κι οι άλλοι στο λομονόσοφ το είχανε κάνει επιστήμη. Και έδιναν υποτροφίες στο κόμμα να στείλει τα καλύτερα παιδιά του για να μελετήσουν συστηματικά το μαρξισμό.

Μεταξύ μας τους απόφοιτους του λομονόσοφ τους λέμε συνθηματικά λεμόνια.
Κάποια εξ αυτών βγάζουν αναδρομικά ξινίλα για το χέρι που τους τάισε. Άλλα υπέστησαν το σοκ των ανατροπών και πήγαν σπίτι τους, υπακούοντας στο σύνδρομο της στυμμένης λεμονόκουπας που έχει τσακίσει αυτή τη γενιά. Κάποια ήταν εξ αρχής πεταμένα λεφτά, σαν τους πασόκους που έπαιρναν κι αυτοί υποτροφίες στα χρόνια της περεστρόικα.
Κάποια άλλα όμως άφησαν καρπούς και περιμένουν ακόμα να τα ζουλήξουμε.

Οι σοβιετικοί λέει ο ιβάν μάισκι –παλιός μενσεβίκος που επί στάλιν έγινε πρεσβευτής των σοβιέτ στο λονδίνο- διάβαζαν αγόγγυστα τα πάντα. Όσο μεγάλα κι αν ήταν, όσα στοιχεία κι αν είχαν. Οι φιλοσοβιετικοί διάβαζαν κι ήξεραν τα πάντα γύρω από στατιστικές, νόρμες και την αύξηση της παραγωγικότητας στο τάδε εργοστάσιο του ντόνετσκ, αλλά δεν γνώριζαν τίποτα για την πολιτική κατάσταση στην χώρα των σοβιέτ (αυτό δεν το λέει ο μάισκι, εγώ το έβαλα). Κι οι άγγλοι πάλι δε μπορούσαν τα πολλά στοιχεία και τα νούμερα. Συχώρα με που δεν καταλαβαίνω τι λένε τα κομπιούτερς κι οι αριθμοί.

Κι είναι κι αυτοί σήμερα που δε μπορούν να διαβάσουν τίποτα αν δεν είναι σε ηλεκτρονική μορφή. Κείμενα μικρά κι εύπεπτα, προσαρμοσμένα στην οικογένεια κλικλίκου που θέλει να κάνει ζάπινγκ στα παράθυρα του υπολογιστή και κουράζεται αν μείνει πολλή ώρα στο ίδιο.
Το μέσο είναι το μήνυμα.

Μεταμοντέρνα αντίληψη της πραγματικότητας από ένα μυαλό που είναι χίλια κομμάτια κι άντε να τα μαζέψει για να σχηματίσει εικόνα. Αλλού το μάτι, αλλού το φρύδι. Γι’ αυτό έχει τόση επιτυχία κι ο σουρεαλισμός του πικάσο με τη γκουέρνικα -που κανονικά στα ισπανικά είναι γκερνίκα.

Μια μικρή γκερνίκα και το μυαλό μας. Μισεί τις συνολικές αφηγήσεις και τα μεγάλα κείμενα που είναι εξ ορισμού ολοκληρωτικά, όπως και οι αναλύσεις εξάλλου. Το πολύ που δεχόμαστε είναι ατάκες κι εξυπνάδες. Το σφυροδρέπανο να δεις πόσο φασιστικό είναι με όλα αυτά τα κατεβατά. Η γνωστή ιστορία, χίτλερ και στάλιν, μαύρος και κόκκινος φασισμός. Άλλο αν η κε του μπλοκ πάει να κρυφτεί πίσω από ατάκες, ιδεολογικούς μανδύες και μικρές παραγράφους.

Κι είναι και τα απλά μαθήματα πολιτικής οικονομίας, κείνο το ασπροκόκκινο βιβλιαράκι στο ράφι των γονιών μου, που ούτε αυτά δε γίνονται πλέον στις κόβες. Ή έστω, να μας έδιναν απ’ την οργάνωση ένα σι-ντι με τα τραγούδια του κηλαηδόνη, που κι αυτά σαν μάθημα είναι.

Το διάβασμα έχει αρχίσει να γίνεται είδος υπό εξαφάνιση. Κάτι σαν τους παππούδες του εαμ και το πλέξιμο. Θυμάμαι όταν πήγα στρατό, ξυρισμένος και κουρεμένος, λογικά θα έμοιαζα με παιδάκι. Οι άλλοι όμως με έκαναν 30άρη γιατί κυκλοφορούσα με ένα βιβλίο στο χέρι.

Οι σύντροφοι παλιά έπρεπε να διαβάζουν περισσότερο για να τη λέμε στους ρηγάδες με επιχειρήματα. Όχι παιδιά του μπόμπολα κι άλλα δροσερά. Κι έπρεπε να στύβουμε μυαλό και βιβλιοθήκες να βρούμε να δικαιολογήσουμε το γκόρμπι, το παλλαϊκό κράτος και το ειρηνικό πέρασμα απέναντι στους μουλάδες.

Εδώ με τόσους διαβασμένους συντρόφους και την πατήσαμε τη μπανανόφλουδα. Αλλαγή και τζανετάκης, κοινό πόρισμα, 13ο συνέδριο, ο ρούσης υμνούσε το γκόρμπι στο σοσιαλισμός και περεστρόικα. Φαντάσου να μην ήμασταν διαβασμένοι τι είχε να γίνει. Ή ακόμα χειρότερα να γινόντουσαν τώρα όλα αυτά.

Κι είναι που όλα τρέχουν κι οι σύντροφοι ξωπίσω τους να τα προφτάσουν. Και δεν τους μένει χρόνος και κουράγια για διάβασμα και θεωρίες. Και που σε κάθε αχτίφ ή εκδήλωση μετά την τρίτη ερώτηση κάποιος σφος έχει την αγωνία να το μαζεύουμε, λες και ξεχείλωσε. Και κάθε φορά στο κλείσιμο λέει, καλά όλα αυτά σύντροφοι, αλλά εδώ δεν είμαστε λέσχη συζητήσεων και από αύριο μας περιμένει...

Σα να το παρακάναμε δηλ και ψάχνουμε εξιλέωση για τις τύψεις μας. Λες και μετά από κάθε εξόρμηση με ρίζο πχ έρχεται ο επικεφαλής σφος και λέει, καλά όλα αυτά σύντροφοι, αλλά τώρα πρέπει να πάμε σπίτι μας να μελετήσουμε το όργανο, να το διαβάσουμε συλλογικά, να αξιοποιήσουμε τα άρθρα του. Αμ δε, που το λέει.

Κι αν μιλήσεις για την κρίση πρέπει να πεις πολλά ακόμα. Ότι είναι κρίση υπερσυσσώρευσης θεωριών που ψάχνουν κοινό να αυξήσουν την απήχησή τους και το μερίδιό τους στην πίτα. Όσοι χάνουν βγαίνουν εκτός παιχνιδιού. Μέχρι να έρθουν οι αστοί και να κηρύξουν το τέλος της ιστορίας και των ιδεολογιών. Και βασικά του μαρξισμού γιατί αυτό τους τσούζει.

Παράλληλα εξακολουθεί να ισχύει ο αδυσώπητος νόμος της πτωτικής τάσης του μέσου ποσοστού θεωρητικής κατάρτισης, που οξύνει στο έπακρο τις αντιφάσεις κι ευθύνεται για το μέτριο θεωρητικό επίπεδο των καιρών μας.

Πρέπει να πεις και για την χυδαία απολογητική των σοβιετικών που ερχόταν εκ των υστέρων να δώσει θεωρητικά φύλλα συκής στις πράξεις της ηγεσίας για να τις δικαιολογήσουν αντί να τις φωτίσουν απ’ τα πριν. Να μιλήσεις και για τα πολιτικά άρλεκιν της χρυσής μπρεζνιεφικής εποχής που σε κάθε δεύτερη σελίδα είχαν παραπομπές στο πιο πρόσφατο συνέδριο του κκσε και τα τσιτάτα του μπρέζνιεφ για να εξασφαλίσουν την έγκριση.

Για τα εμπόδια στη διαπάλη των ιδεών όταν κάτι δε συμφωνούσε ή παρεξέκλινε λίγο από την επίσημη γραμμή. Για την αυτοκτονία του ιλιένκοφ. Και για το βιβλίο του βαζιούλιν που βγήκε μόλις επί γκορμπατσώφ που διαλυόταν το σύμπαν, γιατί πιο πριν του το ‘κοβε η γραφειοκρατία.

Και για αυτό που είπε ο λένιν για το κεφάλαιο. Ότι κανείς δεν το κατάλαβε πραγματικά. Και δε μπορεί να το καταλάβει αν δεν έχει διαβάσει τη λογική του χέγκελ.
Κανείς τώρα, τρόπος του λένιν. Κατά βάση εννοεί τη μέθοδό του. Αυτό δηλ που απασχόλησε τους σοβιετικούς τα κατοπινά χρόνια με το ρόζενταλ και άλλους. Ο σοβιετικός μαρξισμός έχει σπουδαία επιτεύγματα κι αν δεν καταπιαστεί το κόμμα με αυτά, δεν ξέρω ποιος άλλος μπορεί να τα πάρει και να τα αξιοποιήσει.

Ακόμα και τα στραβά όμως είναι περασμένα μεγαλεία και διηγώντας τα να κλαις. Μακάρι να είχαμε σήμερα ένα σουσλόφ να δίνει γραμμή και να αρθρογραφεί. Και να απαντά με τον υπαρκτό στον υπαρξισμό και στα περί ανύπαρκτου.

Θα μου πεις βέβαια, το τελευταίο συνέδριο μια χαρά τα έβαζε. Έμφαση στη θεωρία, αλλά να μην αυτονομούνται απ’ την πράξη τα ιδεολογικά στελέχη. Χρυσά κι άγια όλα αυτά, κι ακόμα καλύτερα άμα γίνουν και πράξη.

Αλλά η θεωρία δεν είναι μόνο το ιδεολογικό και το κομμάτι της εκλαΐκευσης. Είναι και το κομμάτι της περαιτέρω ανάπτυξης. Η θεωρία πρέπει να επικαιροποιείται, να προχωρά και να αναπτύσσεται. Κι αυτό απαιτεί πολλά πράγματα, σαν τη διεθνή διημερίδα που είχαμε κάνει πριν το τελευταίο συνέδριο. Να γίνουνμία, δύο, πολλές διημερίδες.

Και το κμε; Τι να κάνει άραγε αυτή η ψυχή; Δεν πρέπει κάποτε να πάψει να φυτοζωεί; Γιατί σε τελευταία ανάλυση το μεγάλο πρόβλημα της εποχής μας είναι ότι ο κόσμος δεν έχει κρίση. Κι αυτό ακριβώς είναι το βασικό αίτιο της κρίσης.
Τι θεωρία να αναπτύξουμε άμα δεν έχουμε κριτική ικανότητα;

Σάββατο 9 Οκτωβρίου 2010

Για τη λαϊκή δημοκρατία

Οι από κούνια δεξιοί είχαν κάποτε το λαϊκό κόμμα και σήμερα τη λαϊκή δεξιά. Το λάος του καρατζαφέρη έχει το όνομα, αλά όχι την χάρη. Γι’ αυτό πρέπει να προφέρεται πάντα όπως κι η συμπαθής –πάλαι ποτέ- λδ στην χερσόνησο της ινδοκίνας. Οι πασόκοι κάνουν σήμερα πράξη το σύνθημά τους: πασοκ-λαός στην εξουσία για να αποτινάξουν το όποιο λαϊκό παρελθόν τους και τη ρετσινιά του λαϊκισμού από την χρυσή δεκαετία με τις βάτες.

Κι η αριστερά; Το κόμμα έβαλε ό,τι ουσιαστικό υπήρχε με το λαϊκός και κατοχύρωσε πνευματικά δικαιώματα. Λαϊκή ψήφο στη λαϊκή συσπείρωση για να στεριώσει η λαϊκή συμμαχία και το λαϊκό μέτωπο για λαϊκή εξουσία-λαϊκή οικονομία. Ζήτω το λαϊκό τραγούδι! Ένα με το λαό και τους αγώνες του αυτό το κόμμα. Που μπορεί να το λέγαμε και λαϊκό, αλλά μας πρόλαβαν οι δεξιοί.

Στο εσωτερικού και τις παραφυάδες του έβλεπαν πάντα το λαό αφ’ υψηλού. Και για το εξωκοινοβούλιο ο λαός είναι μια αταξική αφαίρεση που υποτάσσει τους εργάτες στους μικροαστούς. Αλλά το 90’ ένα κομμάτι τους με κουκουέ μόρφωση κατέβηκε στις εκλογές ως λαϊκή αντιπολίτευση. Ένα βήμα πίσω από την εργατική της κολοντάι κι ένα μπροστά από την τροτσκίζουσα αριστερή που πάνε να στήσουν τώρα.

Μπέρδεμα υπάρχει και σε άλλες χώρες. Στο λαϊκό κόμμα της ισπανίας βρίσκονται οι πολιτικοί απόγονοι του φράνκο που πολέμησε κάποτε ενάντια στο λαϊκό μέτωπο των κομμουνιστών και των αναρχικών με λίγο πασόκ της εποχής. Αλλά το λαϊκό μέτωπο της γειτονικής γαλλίας την ίδια εποχή ήταν πιο πασόκ και τήρησε ευμενή ουδετερότητα που βόλεψε τους ισπανούς φασίστες. Μύλος..

Η πικρή αλήθεια της ουνιδάδ ποπουλάρ (λαϊκή ενότητα) στην χιλή λέει ότι από στόμια βγαίνει η δύναμη κι όχι από στόματα. Αλλά στη σοβιετία βαυκαλιζόμασταν για το παλλαϊκό κράτος και το ειρηνικό πέρασμα. Και λίγο αργότερα για το σοσιαλισμό με αγορά. Που αν θες να την εκλαϊκεύσεις τη λες και λαϊκή αγορά. Με πάγκους, πραμάτειες και συντρόφους από τη λδ της κίνας και τις πρώην σοβιετικές δημοκρατίες. Και μαύρους πωλητές να συμβολίζουν τη μαύρη αγορά. Που για τους συμμάχους μας μπορεί να είναι η παραοικονομία και για εμάς κάτι άλλο στα πλαίσια της συμμαχίας.

Κι εμείς εδώ στα καθ’ ημάς; Εμπρός ελάς, ελάς, ελάς για την ελλάδα, το δίκιο και τη λευτεριά. Αλλά ξεχάσαμε να τους βάλουμε ταξικό πρόσημο και την πατήσαμε δύο φορές. Μία με τον παπατζή του και εις την λαοκρατίαν πιστεύουμε. Κι άλλη μία με το γιο του στη ρεβάνς της μεταπολίτευσης. Την πρώτη ως τραγωδία του δεκέμβρη και του δεύτερου αντάρτικου. Και τη δεύτερη με τη φάρσα της πασοκικής αλλαγής και των μη προνομιούχων.

Στην τελική όμως κες κεσέ λαοκρατία; Λαοκρατία κι όχι βασιλιά; Κι όχι μονοπώλια; Λαϊκή κυριαρχία; Ελεύθερο λαϊκό κράτος; Μα αυτά τα κορόιδευε ο μαρξ εκατόν πενήντα χρόνια πριν. Και ο αδερφός του χαλβατζή γιατί δεν τίμησε το όνομά του και βγήκε πασόκος λαοκράτης;

Τι σχέση έχει με τη λαϊκή εξουσία και με τις λαϊκές δημοκρατίες στην ανατολική ευρώπη; Τι παραπάνω είχε η τσεχοσλοβακία κι ήταν σ(οσιαλιστική)δ αντί για λδ; Γιατί δεν ήταν κι η ddr με το ίδιο σκεπτικό σοσιαλιστική; Και τι ακριβώς μπορεί να είναι μια λαοκρατική δημοκρατία (της γερμανίας και γενικώς);

Κι είναι κι ο σύντροφος με το μουστάκι που με μπερδεύει λίγο. Γιατί λέει ότι οι λδ ήταν τρόπος περάσματος στο σοσιαλισμό, σε αντίθεση με το σοβιετικό τρόπο περάσματος που ήταν η δικτατορία του προλεταριάτου. Για το στάλιν η λαοκρατία δεν ήταν επ' ουδενί σοσιαλισμός. Αλλά ούτε η δικτατορία του προλεταριάτου ήταν. Κι απ’ όσο θυμάμαι την προδομένη επανάσταση κι ο τρότσκι το ίδιο πιστεύει.

Τότε όμως οι σύντροφοι ήταν γενικώς πολύ μπερδεμένοι. Κι ο στάλιν είχε μιλήσει μέχρι και για κράτος στον κομμουνισμό. Κι εγώ αναρωτιέμαι προβοκατόρικα. Αν στο σοσιαλισμό δεν υπάρχει δικτατορία μιας τάξης κι είναι όλες αδελφωμένες και σφιχταγκαλιασμένες, πού ακριβώς μας χαλάει το παλλαϊκό κράτος του μπρέζνιεφ; Και ποιος άνοιξε το δρόμο για να φτάσουμε ως εκεί;

Όλα αυτά είναι δική μας κληρονομιά και δεν απαρνούμαστε τίποτα. Κι αν εγώ μένω μίζερα μόνο στα στραβά δε σημαίνει πως έχει μόνο τέτοια. Η λαοκρατία είναι το κράτος του εργαζόμενου λαού –που λέει κι ο μάκης- που οργανώνεται σε ένα (είναι το) κόμμα για να πάρει την εξουσία και να αρχίσει να ορίζει τις τύχες του. Κι η λαϊκή εξουσία είναι το καλλιτεχνικό ψευδώνυμο που μπορεί να καταλάβει χωρίς να τρομάξει με ό,τι συνειρμό του φέρνει στο νου ο σοσιαλισμός κι η σοβιετία.
Είτε είναι προπαγάνδα, είτε όχι.

Για να νικήσουμε όμως δεν αρκεί να μην τρομάξουμε τον κόσμο. Πρέπει να τον εμπνεύσουμε. Ο μαρξ έλεγε άλλωστε ότι το πρόβλημα του κράτους στο σοσιαλισμό μπορεί να απαντηθεί μόνο επιστημονικά και τη λύση του δεν την προσεγγίζουμε ούτε στο ελάχιστο, όσες φορές κι αν συνθέσουμε τη λέξη λαός με τη λέξη κράτος.

(Τα παιδιά του λαού συσπειρώνονται στην πουκουσού)

Κι έτσι φάγαμε το κυρίως μέρος με ιστορικές αναδρομές και θεωρίες. Και πρέπει τώρα να στριμώξω στον επίλογο μια απάντηση στο διαχρονικό ερώτημα: τι να κάνουμε; Λες και το βρήκαν άλλοι για να το πω κι εγώ.

Βάζω να παίξει η κασέτα (κάπου-κάπου μασάει):
Πρώτα να το πιάσουμε θεωρητικά. Να σώσουμε και το κμε που αργοπεθαίνει. Να δούμε τη σοβιετική πείρα με όρους πολιτικής οικονομίας του σοσιαλισμού. Να ξαναδούμε το κράτος κι επανάσταση. Τα όριά του στην πράξη, τι δεν εφαρμόσαμε (γρου-γρου)... Να δούμε τον καπιταλισμό της εποχής μας (γρου-γρου)…

Και να δούμε και την πράξη. Να πιάσουμε τη συγκυρία χωρίς να γλιστρήσουμε πίσω της και να χάσουμε τον τελικό στόχο. Να δώσουμε όραμα στον κόσμο για να παλέψει. Να αναδείξουμε την προοπτική. Να δέσουμε την τακτική με τη στρατηγική μας. Δηλ τη λαϊκή εξουσία με τη λαϊκή εξουσία. Εντάξει, αυτό το πετύχαμε.

(γρου-γρου)

Να πατάμε στην πραγματικότητα για να μπορέσουμε να τη φέρουμε στα μέτρα μας. Και στα έτοιμα σχήματα της δυαδικής εξουσίας με τα σοβιέτ. Τα οποία προκύπτουν αυθόρμητα, αλλά πάνω στην κοπριά της δικής μας δουλειάς, που είναι πάντα επώδυνη, αλλά μπολιάζει το κίνημα με τις ιδέες μας και είναι απαραίτητη προϋπόθεση για να ανθίσει.

(γρου-γρου)

Άργειε να 'ρθει εκείνη η μέρα κι ήταν όλα σκοτεινά.
Όποιος μένει όμως με σταυρωμένα χέρια, θα ανεβαίνει πάντα τον γολγοθά για να τον σταυρώσουν. Κι όταν έρθει η στιγμή της κρίσης και η βραδιά του (τρίτου γύρου, του) τελικού, μοιραία θα φανεί λίγος και κατώτερος της περίστασης.

Κυριακή 1 Φεβρουαρίου 2009

Συνομιλίες με την κρούπσκαγια

(Από το ομώνυμο ανέκδοτο βιβλίο του μίλοβαν τζίλας
στο κεφάλαιο το σωστό τηλεφώνημα μιας τηλε-φόνισσας)

Όσοι έχουν δώσει την παιδιατρική μπορούν να καταλάβουν τι έχω περάσει (ως μάθημα κι ως κατάσταση).
Από χτες άρχισα να αποκτώ ξανά επαφή με τα πράγματα και να γίνομαι πολιτικό ζωάκι κι όχι σκέτο ζώο.

Πριν πάμε στην εκδήλωση του κμε για την κρίση, συντροφοπλακωνόμασταν με έναν σφο απ' το κόμμα για την τακτική μας στην ιατρική.
Απ' αυτό εμπνεύστηκε κι ο βλαντιμίρ ιλίτς το βιβλίο του δύο τακτικές της σοσιαλδημοκρατίας στην ιατρική, όπου αναπτύσσει την περίφημη θέση του για δημοκρατική δικτατορία του πρεκαριάτου και της φοιτητιάς, που αντικειμενικά είναι η μόνη λύση.
Κι ας ψαχνόμαστε ακόμα να βρούμε τι εννοούσε με αυτό. Ως γυναίκα του έχω πιστεύω ένα λόγο παραπάνω στην ερμηνεία του.

Η ιατρική είναι ταξική σχολή (με την κακή έννοια). Οι μισοί είναι γόνοι μεγαλογιατρών και δεν έχουν ταξικό συμφέρον να μας ακούσουν.
Ο τυπικός δαπίτης έρχεται στη σχολή του με τη μερσεντές. Οι εαακίτες είναι εναλλακτικοί κι έρχονται με τσερόκι.
Εγώ με το ποδήλατό μου νιώθω σαν μαοϊκό απολίθωμα της πολιτιστικής επανάστασης.

Έχοντας το πρόβλημα επιβίωσης βασικά λυμένο, η σχολή έχει αναπτύξει έναν σούι γκένερις γκεβαρισμό σε στιλ ημερολόγια μοτοσικλέτας. Αλτρουισμός, γιατροί χωρίς σύνορα, να βοηθήσουμε τους φτωχούς. Το τσερόκι παίρνει τη θέση της ποδερόσα και οι γκεβαρίστας τη θέση των μκο και της γιούνισεφ.

Άντε να αναπτύξεις ταξική συνείδηση σε τέτοια σχολή. Απ' τους συντρόφους τα 'χουν καταφέρει οι μισοί περίπου. Κι απ' τους εαακίτες της ιατρικής είναι ζήτημα αν χωράνε οι πέντε απ' τους πενήντα στο μέτωπο που θέλουμε.


(Σ.σ. μπ.απ.: σε αυτό το σημείο της επισήμανα την εκπληκτική ομοιότητα με τις νόρμες τύπου ένας στους δέκα που έβγαζε από τα κεντρικά ο σύντροφος με το μουστάκι για τις εκκαθαρίσεις. Κι οι επιτροπές περιοχής ξεχύνονταν μετά με σταχανοβίτικο ζήλο να υπερκαλύψουν το πλάνο.

Η ίδια σκέψη μου ήρθε κι αργότερα που μου έλεγε για έναν πουλημένο συνδικαλιστή πόσο ξύλο ήθελε (είχε συμφωνήσει για απλήρωτες κυριακάτικες υπερωρίες για το καλό της επιχείρησης). Ονόματα δε λέμε, παρατάξεις δε θίγουμε, αλλά συνασπισμένος ήτανε.
-Μα αν είναι έτσι, που διαφωνείς με τα γκούλαγκ για τους κουλάκους; τη ρώτησα.
Αλλά η ναντιέζντα ήταν υπέρμαχος της απογκουλαγκοποίησης.
-Όχι αυτό θα ήταν υπερβολή, μου είπε. Και μου θύμισε συνειρμικά τη σφοδρή κριτική του κόμματος για τα λάθη, τις υπερβολές και τις παραλείψεις επί στάλιν.
Μπορεί να τρώνε τα μουστάκια τους με το σύντροφο με το μουστάκι, αλλά κατά βάθος η ναντιέζντα είναι ό,τι ο μπρέζνιεφ για το ραφαηλίδη: στάλιν χωρίς αίμα. Τυπικό απολίθωμα δηλ κι αυτή. Όπως όλοι μας άλλωστε).

Στην ιατρική λοιπόν, πρέπει να ανοίγουμε μέτωπο ενάντια και στα εαακ, όχι μόνο στη δαπ. Όπως κάνουμε δηλ και στο πολυτεχνείο, όπου η αντιπαράθεση με τους αριστεριστές είναι επιπέδου και γι' αυτό βγάζουμε τα καλύτερα στελέχη.
Οι εαακίτες της ιατρικής δεν είναι σύντροφοί μας. Δεν τρέμουν από οργή για την αδικία, αλλά στη σκέψη του κρύου της σιβηρίας που τους περιμένει.

Η αίθουσα της εκδήλωσης ήταν φίσκα
(σ.σ μπ.απ: από απολυμένα γκόλντεν μπόις και μη μονοπωλιακή αστική τάξη όπου κι απευθυνόμαστε πλατιά με την πρότασή μας για έξοδο απ' την κρίση).

Ο τρίτος ομιλητής από το κόμμα ήταν πολύ καλός, ο λόγος του χοροπηδούσε!
Αλλά ο πρώτος το έριξε στη βαριά κουλτούρα με αποσπάσματα από το κεφάλαιο και τον έχασα. Ούτε σημειώσεις δεν κράτησα, ήταν μάταιο. Ευτυχώς θα βγουν οι εισηγήσεις στην κομεπ, να τις δω ήσυχα κι απλά.

Έπιασα μόνο το σημείο που έλεγε για τη βασική αντίφαση του καπιταλισμού (κοινωνικός χαρακτήρας παραγωγής, αλλά ατομική ιδιοποίηση των καρπών της) και χάρηκα.
Ο κόσμος γενικά χαίρεται όταν του λένε κάτι που καταλαβαίνει. Σχεδόν κολακεύεται. Ίσως γι' αυτό να μη μας συμπαθεί τόσο. Σε αντίθεση με τους λαϊκιστές κάθε απόχρωσης.

Γιατί όμως τέτοια εμμονή με την οικονομία; Καμιά φορά καταντάει μονόπλευρο. Όπως στις θέσεις μας για τη σοβιετία.
Γιατί καθορίζει τόσο πολλά ο νόμος της αξίας; Μόνο τα οικονομικά μετρούσαν; Τι ήταν η σοβιετία μας, μια απέραντη εταιρεία;

(Τον ειρμό της σκέψης της έκοψαν άγρια κάτι βάρβαρες, γεωργιανές φωνές, που σκέπαζαν τη δική της.
-Πρέπει να κλείσω. Φωνάζει πάλι ότι κουράζω τον βλαντιμίρ ιλίτς περισσότερο απ' όσο επιτρέπουν οι γιατροί. Θα σε πάρω εγώ αργότερα.
Το αργότερα δεν ήρθε ποτέ...)

(της ανταποκρίτριας του σφυροδρέπανου στην αθήνα, ναντιέζντας κονσταντίνοβα
για την αντιγραφή και μεταφορά των σκέψεών της, μπρεσνιεφικό απολίθωμα)

Υγ: μια φαρμακόγλωσσα, αλλά έμπιστη πηγή μου είπε πως διασταυρωμένα ο λένιν είχε γκόμενα, αλλά δεν το πολυλέμε παραέξω για να μην χαλάσει το προφίλ του. Του το είπε ο πατέρας του που ήταν παλιά μουλάς.
Δίστασα, σκέφτηκα να της το πω. Αλλά όχι, δεν θα παίξουμε το παιχνίδι των σταλινικών, να αναπαράγουμε τα ψέματά τους. Είναι γνωστό πόσο μισούν τη ναντιέζντα κι ότι λεν διάφορα για να την πληγώσουν.

Επιμύθιο

Αυτό που γίνεται με την ανάλυση της κρίσης είναι σκέτος παραλογισμός.
Οι ναρίτες έχουν βαλθεί να αποδείξουν ότι δεν είναι μια τυπική κυκλική κρίση, αλλά κρίση με ένα σωρό καινούρια ποιοτικά χαρακτηριστικά. Πιστεύοντας έτσι ότι αποδεικνύουν την θεωρία τους για το νέο, ολοκληρωτικό στάδιο του καπιταλισμού. Απόδειξη δηλ του νέου σταδίου δια της κρίσης. Την οποία υποθέτω πως μπορούμε να ονομάσουμε ολοκληρωτική. Πριν μας έρθει στο καπάκι η νευρική.

Τι μπορεί να είναι όμως μια καπιταλιστική κρίση εάν δεν είναι κυκλική;
Μήπως η τελική κρίση του καπιταλισμού; Επιθανάτιος ρόγχος; Μόρταλ κόμπακτ; Φάιναλ κάουντ-ντάουν; Θανάσιμη αγωνία; Κατάρρευση;
Το δικό μου φτωχό, δογματικό μυαλό δε φτάνει να σκεφτεί κάτι άλλο.

Απ' την άλλη το κόμμα έχει τη λογική του λίνεκερ για το ποδόσφαιρο.
Η ζωή είναι ένα παιχνίδι με 6 δισεκατομμύρια παίκτες, όπου παίζουν διάφορες αντίπαλες τάξεις και στο τέλος δικαιώνεται ο μαρξισμός κι οι εκτιμήσεις του κόμματος.
Ύφεση ο καπιταλισμός; Δικαίωση εμείς.
Κρίση του συστήματος; Το καλύτερό μας.
Άνοδος της οικονομίας; Δεν αλλάζει κάτι. Δικαίωση είναι κι αυτό.
Ό,τι γίνεται, συμβαίνει κατά τας γραφάς και βασικά το είχαμε προβλέψει.

Δε λέω, βασικά έτσι είναι και το δίκιο είναι με το μέρος μας.
Όμως πρέπει να βλέπουμε το καινούριο, πέρα από τη συνεχή δικαίωση του ότι ένα κι ένα κάνουν δύο. Που ακόμα κι αυτό αμφισβητείται στις μέρες μας (ειδικά αν σε έχει βαρέσει ο μεταμοντερνισμός κατακούτελα).
Το βασικό είναι να δούμε πώς θ' αφήσουμε τις θέσεις άμυνας για να κάνουμε την οικονομική κρίση συνολική κρίση του συστήματος. Σε αυτό χωλαίνουμε ακόμα.

Σάββατο 24 Ιανουαρίου 2009

Αντεπίθεση

Έγραψα δυο γράμματα για τον προσυνεδριακό του κόμματος, ένα για κάθε θέμα. Δεν ξέρω αν θα δημοσιευτούν, γιατί τα έστειλα τελευταία στιγμή και μπορεί να φτάσαν εκπρόθεσμα (αλήθεια, έτσι είναι, δεν παίζει κάτι άλλο). Γι' αυτό τα δημοσιεύω εδώ πέρα.
Το ύφος δεν έχει καμία σχέση με αυτό του μπλοκ, οι διατυπώσεις είναι πιο κεντριστικές, για ευνόητους λόγους, αλλά ουσία υπάρχει. Καλή ή κακή, είναι άλλο ζήτημα. Πάντως υπάρχει.
Περιμένω κριτικές. Βαράτε ελεύθερα...
Θα υπάρξει πάντως και άλλου τύπου ανάλυση, γνήσια σφυροδρεπανική. Προσεχώς στις οθόνες σας.


ΓΙΑ ΤΙΣ ΘΕΣΕΙΣ ΤΗΣ ΚΕ ΓΙΑ ΤΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ

Το μεσοδιάστημα από την έκδοση των θέσεων της ΚΕ ήταν πλούσιο σε γεγονότα και ανέδειξε την ανάγκη συμπληρωματικών θεωρητικών επεξεργασιών που θα εμβαθύνουν και θα εξειδικεύουν στα παρακάτω ζητήματα:
-τα ειδικά χαρακτηριστικά της σημερινής κρίσης και τις δυνατότητες του κινήματος να την αξιοποιήσει, δυσκολεύοντας την αναπαραγωγή του καπιταλιστικού συστήματος.
-η σχέση του κόμματος με το αυθόρμητο και ο ειδικός ρόλος της νεολαίας.
Η επιλογή τακτικής, η όξυνση των μέσων πάλης κι ο ρόλος των συγκρούσεων και της χρήσης βίας.
-το ζήτημα των συμμαχιών, υπό το πρίσμα των κινητοποιήσεων του Δεκέμβρη, αλλά και της πείρας από προηγούμενα κινήματα (πχ φοιτητικό, 2006).
Σε αυτό το θέμα, δε μπορεί να ανάγεται σε απόλυτο κριτήριο μια αφηρημένη καθαρότητα θέσεων, ξεκομμένη από τις ζωντανές αγωνιστικές διεργασίες και τις μάζες. Κριτήριο αντιθέτως, πρέπει να είναι θέσεις που συσπειρώνουν τον κόσμο, που παλεύονται και ζυμώνονται μέσα στο κίνημα.
Πρέπει να γίνει κριτική και να αντιμετωπιστούν τυχόν σεχταριστικές αντιλήψεις που παρουσιάστηκαν σε ένα βαθμό κατά την ανάπτυξη τέτοιων διεργασιών.

Στο ίδιο χρονικό διάστημα είχαμε την εξέγερση των φυλακισμένων και μια σειρά αυτοκτονίες φαντάρων στο στρατό, δυο θέματα για τα οποία επικρατεί μια ιδιότυπη ομερτά, ένα τείχος σιωπής που δύσκολα πέφτει.
Ειδικά για το δεύτερο δεν αρκεί η ανάδειξη του χαρακτήρα των αποστολών του ελληνικού στρατού, η αντίθεση στη συμμετοχή στις ιμπεριαλιστικές επεμβάσεις και τους νατοϊκούς σχεδιασμούς, ούτε το γενικό αίτημα εκδημοκρατισμού των ενόπλων δυνάμεων. Νομίζω πως είναι ώριμο να τεθεί επιτακτικά και δυναμικά η διεκδίκηση συνδικαλιστικών δικαιωμάτων για τους φαντάρους (και κατά δεύτερο λόγο και για τους αξιωματικούς).
Είναι απαράδεκτο να είναι οι φαντάροι άβουλα εκτελεστικά όργανα, έρμαια αυθαιρεσιών των ανωτέρων, χωρίς πολιτικά δικαιώματα, κατ’ ουσίαν δηλ μισοί άνθρωποι. Ο στρατός είναι ένα μεγάλο πλυντήριο συνειδήσεων, όπου βρίσκει πιστή εφαρμογή η αστική ιδέα «άνθρωπος εναντίον ανθρώπου, λύκος». Εκεί ο φαντάρος μαθαίνει να ψάχνει το ατομικό βόλεμα, συνηθίζει στη λογική της απάθειας και του βύσματος.
Η καθιέρωση του συνδικαλισμού σίγουρα δεν αποτελεί πανάκεια, ανοίγει ωστόσο τεράστιο πεδίο δυνατοτήτων για τους κομμουνιστές στον αγώνα τους για το κέρδισμα συνειδήσεων.

Θα ήθελα τέλος να θίξω το ζήτημα των «πρώην» (συντρόφων-οργανωμένων μελών) οι οποίοι συχνά αντιμετωπίζονται εχθρικά, θεωρούνται χαμένες συνειδήσεις, ή και αντικομματικοί πολλές φορές. Θέλει πολύ γερό στομάχι για να σηκώσεις αυτές τις κατηγορίες και να μη γίνεις όντως αντικομματικός με όλα αυτά, κι αυτό το λέω κι από προσωπική πείρα. Φυσικά περίπτωση από περίπτωση διαφέρει, αλλά αυτό δε δικαιολογεί το συλλήβδην τσουβάλιασμα (όπως γίνεται πχ στο ριζοσπάστη στις 10 Δεκέμβρη, στο «άρθρο συνεργάτη» για τους Κύρκο, Μπιτσάκη και Ρούση).
Πέρα από μεμονωμένες περιπτώσεις όμως περισσότερο με απασχολεί το ζήτημα συντρόφων που έζησαν δύσκολες καταστάσεις (πχ τα γεγονότα της Τασκένδης το 56, ή το πόρισμα με την ΕΑΡ του Κύρκου το 88 που οδήγησε στις οικουμενικές και στη διάσπαση του 91), απογοητεύτηκαν κι έφυγαν ομαδικά από το κόμμα.
Πάνω σε αυτά τα ζητήματα πρέπει να γίνει, έστω κι εκ των υστέρων, θαρραλέα, ουσιαστική αυτοκριτική που να αναιρεί, αλλά και να ερμηνεύει πολιτικά τις λανθασμένες αποφάσεις του παρελθόντος. Η ανοιχτή κριτική στη μεταπολεμική και μεταπολιτευτική πορεία του κόμματος ούτε πολιτικής σημασίας στερείται, ούτε «δήλωση μετανοίας» είναι. Ίσα-ίσα, είναι μια πολύ σημαντική πολιτική κίνηση την οποία περιμένουν πολλοί «πρώην» σύντροφοι για να επιστρέψουν στο κόμμα, να ενταχθούν ξανά στις γραμμές του.
Η αυτοκριτική αυτή για στιγμές της πρόσφατης ιστορίας μας πρέπει να γίνει κεντρικά, από το συνέδριο, όχι μέσα από τον δεύτερο και τον τρίτο τόμο της ιστορίας του ΚΚΕ (όποτε κι αν κυκλοφορήσουν αυτοί). Κι είναι μια κίνηση που θα ωφελήσει πολλαπλά το κόμμα.

Ελπίζω αυτό το γόνιμο βήμα διαλόγου που άνοιξε προσυνεδριακά μέσα από το ριζοσπάστη και την ΚομΕπ να παραμείνει ανοιχτό και μετασυνεδριακά μέσα από τις στήλες επικοινωνίας της εφημερίδας, ή κι από άρθρα συνεργατών του. Το τελευταίο ειδικά προϋποθέτει μια πιο δραστήρια λειτουργία του ΚΜΕ, με πιο ευρύ άνοιγμα σε μαρξιστές ερευνητές κι επιστήμονες.
Εύχομαι κάθε επιτυχία στο συνέδριό μας.


ΓΙΑ ΤΟ ΔΕΥΤΕΡΟ ΘΕΜΑ

Λόγω έλλειψης χώρου επικεντρώνομαι σε ελλείψεις και αδυναμίες.

Η επιστολή του Γ.Ρούση στον προσυνεδριακό ενεργοποίησε –όχι χωρίς δική του ευθύνη- άσχημα αντανακλαστικά σε μέλη και φίλους του κόμματος. Η επίθεση εναντίον του στον προσυνεδριακό με ειρωνείες και χοντροκομμένους χαρακτηρισμούς ήταν σε μεγάλο βαθμό αήθης. Πρέπει να μας προβληματίσει πολύ σοβαρά ο τρόπος που αντιμετωπίζουμε την κριτική και τις αντίθετες απόψεις. Ειδάλλως αναπαράγουμε μία από τις χειρότερες πτυχές παλιότερων περιόδων, όπου κάθε διαφωνία θεωρούνταν μικροαστική, αντικομματική στάση.
Από κάθε κριτική έχουμε να κερδίσουμε πράγματα, ιδίως όταν αυτή γίνεται καλοπροαίρετα.

-Θεωρητικά, το βασικό λάθος του Γ.Ρ. ήταν ότι επικέντρωσε στη «σταλινολογία». Ωστόσο, όλοι σχεδόν οι επικριτές του έπεσαν στο ίδιο λάθος από την ανάποδη αποπροσανατολίζοντας τελείως την κουβέντα. Κάποιοι μάλιστα αυτοπροσδιορίστηκαν ως «σταλινικοί», ενώ πολλοί ήταν αυτοί που έγραψαν απλώς και μόνο για να απαντήσουν στο Γ.Ρ εκφυλίζοντας ακόμα περισσότερο το διάλογο από σταλινολογία σε «ρουσολογία».

-Η αστική προπαγάνδα χρησιμοποιεί συχνά το όπλο του χυδαίου αντισταλινισμού. Η απόκρουσή της είναι απαραίτητη, αλλά όταν καταλήγει να είναι ο βασικός άξονας της δικής μας προσέγγισης, τη φτωχαίνει και την περιορίζει στα όρια ενός χείριστου ετεροκαθορισμού.

Η θεώρησή μας για την προσωπικότητα και την περίοδο του Στάλιν πρέπει να είναι ουσιαστικά κριτική και να πιάνει:
-την έλλειψη κομμουνιστικής στρατηγικής. Την θεωρητική τελμάτωση. Το «σταλινικό» ιδεολόγημα περί «κομμουνιστικού κράτους»(!). Την αναγωγή της όξυνσης της ταξικής πάλης στην ΕΣΣΔ σε νομοτέλεια της σοσιαλιστικής οικοδόμησης. Τον ιδιότυπο «μακιαβελισμό» (ο σκοπός αγιάζει τα μέσα) εις βάρος της διαλεκτικής μέσων –τελικού σκοπού. Και επίσης την παραβίαση της εσωκομματικής και σοσιαλιστικής δημοκρατίας. Εκτός κι αν πιστεύουμε ότι η πλειοψηφία της παλιάς φρουράς των μπολσεβίκων και της ΚΕ του «συνεδρίου των νικητών» ήταν προδοτική και αντεπαναστατική και δικαίως εκτελέστηκε.

Τα ιστορικά γεγονότα βέβαια είναι καρπός των συνθηκών που τα γεννάνε. Ας μην αγνοούμε όμως ότι στα χρόνια του Λένιν, σε εξίσου δύσκολες αντικειμενικές συνθήκες, το κόμμα των μπολσεβίκων είχε κατακτημένο κατά πολύ ανώτερο επίπεδο δημοκρατικής λειτουργίας. Προς επίρρωση, αναφέρω ενδεικτικά την τακτική σύγκληση σε ετήσια βάση των συνεδρίων του κόμματος τα πρώτα χρόνια της επανάστασης, σε αντίθεση με τα 13 χρόνια που μεσολάβησαν από το 18ο μέχρι το 19ο συνέδριο στα 1952.

Η «επιστροφή στον Στάλιν» τεκμαίρεται και στον τομέα της πολιτικής οικονομίας, όπου η ανάλυση της ΚΕ βασίζεται σχεδόν εξολοκλήρου στο βιβλίο «οικονομικά προβλήματα στην ΕΣΣΔ». Δεδομένης της εποχής που γράφτηκε, το βιβλίο είναι αξιόλογο. Δε μπορεί να αποτελεί όμως «εγχειρίδιο» της μελλοντικής σοσιαλιστικής οικοδόμησης. Δεν είναι καν το κορυφαίο έργο του σοβιετικού μαρξισμού πάνω στο αντικείμενο.

Ας μην ξεχνάμε ότι η αριστερίστικη, «σταλινική» υποτίμηση του νόμου της αξίας και των εμπορευματικών σχέσεων, ήταν αυτή που επέτρεψε στον ρεβιζιονιστή Χρουτσώφ να παρουσιάζεται ως αυτός που αποκαθιστούσε τις αδικίες και διόρθωνε τις υπερβολές.

-Κύρια αδυναμία αυτού του έργου του Στάλιν αποτελεί η ανάλυση του βασικού νόμου του σοσιαλισμού. Ως τέτοιος ορίζεται ένας επιθυμητός στόχος (η ικανοποίηση των ολοένα αυξανόμενων αναγκών) κι όχι μια υπαρκτή αντίφαση στον σοσιαλιστικό τρόπο παραγωγής. Όμως θεώρηση που δεν εντοπίζει αντιφάσεις, στην ουσία της είναι αντιδιαλεκτική.

Μια βασική αντίφαση του σοβιετικού σοσιαλισμού ήταν ανάμεσα στις τυπικά κομμουνιστικές σχέσεις παραγωγής και το χαμηλό επίπεδο των παραγωγικών δυνάμεων. Τα κρατικοποιημένα μέσα παραγωγής συνιστούν τυπική κοινωνικοποίηση, που παραμένει τέτοια όσο δεν προωθούνται ο κοινωνικός χαρακτήρας των παραγωγικών δυνάμεων, η αυτοματοποίηση και η ανάδειξη της πνευματικής εργασίας, της γενικής διάνοιας, σε κύρια παραγωγική δύναμη.

Η ανάλυση αυτή καθιστά κατά τη γνώμη μου λανθασμένη την θέση που διατυπώνεται στο κείμενο της ΚΕ περί καθυστερημένων σχέσεων παραγωγής που υστερούσαν συγκριτικά με τις ανεπτυγμένες παραγωγικές δυνάμεις στην ΕΣΣΔ και φανερώνει μια γενικότερη στρεβλή προσέγγιση του διαλεκτικού δίπολου παραγωγικών δυνάμεων-σχέσεων παραγωγής, όπου οι δεύτερες έχουν ρόλο περιβλήματος που απλά προωθεί ή εμποδίζει την ανάπτυξη των πρώτων.

Σοβαρή αδυναμία του κειμένου είναι η συνειδητή επιλογή να μην εξετάσει αναλυτικά το πολιτικό εποικοδόμημα παράλληλα με τη σοβιετική οικονομία. Δεδομένης της διαλεκτικής τους σχέσης, της σχετικής αυτονόμησης του πολιτικού εποικοδομήματος, και του αυξημένου ρόλου που παίζουν ο υποκειμενικός παράγοντας και η πολιτική στο σοσιαλισμό, η παράλειψη αυτή συνιστά σοβαρό μεθοδολογικό λάθος. Η δικαιολογία που προβάλλεται περί έλλειψης σχετικής βιβλιογραφίας, προσωπικά μου φαίνεται ελάχιστα ικανοποιητική.

Είναι χαρακτηριστικό ότι η λέξη γραφειοκρατία δεν αναφέρεται σχεδόν καθόλου μες στο κείμενο και κατά συνέπεια απουσιάζει μια συνολική ανάλυση κι ερμηνεία ενός τόσο βασικού φαινομένου και των ειδικών όρων ύπαρξής του στη Σοβιετική Ένωση.

-Ωστόσο, παρά τον «οικονομισμό» του, το κείμενο εντοπίζει στην πολιτική και πιο συγκεκριμένα στην οπορτουνιστική στροφή που σηματοδότησε το 20ό συνέδριο του ΚΚΣΕ, το κλειδί για την ερμηνεία της επικράτησης της αντεπανάστασης. Εντοπίζει δηλ την πηγή της αντεπανάστασης στην ιδεολογία, στον τομέα των ιδεών, κι όχι στις κοινωνικές, οικονομικές σχέσεις. Με άλλα λόγια δεν εξηγεί πειστικά τα αίτια που γέννησαν αυτή τη στροφή, πάνω σε ποια ταξική βάση προέκυψε, ποιες κοινωνικές ομάδες την προώθησαν. Έτσι, μαζί με τον «οικονομισμό» που το διακρίνει, η βασική του ανάλυση αφήνει παράλληλα μια γεύση ιδεαλισμού στον αναγνώστη.

-Προβληματική παραμένει και η αυτοκριτική του κόμματος, καθώς παραμένει μισή κι έτσι ως ένα βαθμό αυτοαναιρείται. Μια ολοκληρωμένη και ουσιαστική κριτική της αποσταλινοποίησης και του 20ού Συνεδρίου προϋποθέτει και μια αντίστοιχη αυτοκριτική για τη διαγραφή του Ζαχαριάδη και τα γεγονότα της Τασκένδης. Αντίστοιχα, μια συνεπής κριτική στις ρεβιζιονιστικές ηγεσίες από το 56 και μετά, είναι αλληλένδετη με την αυτοκριτική μας για την ελληνική εκδοχή του «ειρηνικού περάσματος» και τις σοσιαλδημοκρατικές μεταπολιτευτικές αυταπάτες που εκφράστηκαν στο σχήμα των δυνάμεων της αλλαγής.

Αν δε γίνει με τέτοιους όρους, η όποια αυτοκριτική μένει πουκάμισο αδειανό και χάνει την αξία της.

Παρά τις όποιες αντιφάσεις, το ΚΚΕ είναι το μόνο κόμμα που υπερασπίζεται συνολικά τα σοσιαλιστικά εγχειρήματα του 20ού αιώνα και ουσιαστικά σηκώνει μόνο του το βάρος αυτής της προσπάθειας.

Ο διάλογος που αναπτύχθηκε με αφορμή τη μπροσούρα της ΚΕ με τις θέσεις δεν είναι απλώς αξιόλογη πρωτοβουλία, αλλά οξυγόνο, το οποίο πρέπει να συνεχίσουμε να αναπνέουμε και μετά το συνέδριο. Με παράλληλη έντονη σχετική δραστηριοποίηση του ΚΜΕ, αξιοποίηση ελλήνων μαρξιστών διανοούμενων που δεν είναι απαραίτητα ενταγμένοι στο κόμμα, καθώς κι ανθρώπων που έζησαν σε αυτές τις χώρες, αλλά μέχρι τώρα αγνοήθηκαν αδικαιολόγητα.