Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα κοινωνικοποίηση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα κοινωνικοποίηση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 20 Μαρτίου 2017

Κοινωνικοποίηση και σοσιαλισμός

Θα υπάρχουν ΚΤΕΛ στον κομμουνισμό; Και πώς αντιλαμβανόμαστε την κοινωνικοποίησή τους και τη λειτουργία τους σε αυτό το πλαίσιο;
Θα υπάρχουν γυράδικα, ψησταριές με σουβλάκια και καλαμάκια -που για εμάς θα είναι πουρουφάν και για τον Αθηναίο σύμμαχο κάτι άλλο;
Θα τρώμε χοιρινό κρέας και αγριογούρουνα, όπως στο χωρίο του Οβελίξ, ή θα γίνουμε όλοι vegan που θα σέβονται τα δικαιώματα και την προσωπικότητα των ζώων;
Θα υπάρχουν κότερα, κρουαζιερόπλοια, βίτσια και διαστροφές, τζόγος, λιμουζίνες, σαμπάνιες, προϊόντα πολυτελείας, που σπαταλούν πόρους;
Κι οι ερωτήσεις μπορεί να συνεχίζονται επ' αόριστον, διατυπώνοντας φαινομενικά αστείες απορίες, που είναι όμως πολύ σοβαρές, όσο αδυνατούμε βασικά να τις απαντήσουμε.

Ας μείνουμε όμως στο θέμα της κοινωνικοποίησης. Τι είναι αυτό που τη διαφοροποιεί ουσιαστικά από την κρατικοποίηση; Γιατί μιλάμε για κοινωνικοποίηση των μονοπωλίων στη βιομηχανία και σε άλλους παραγωγικούς τομείς, αλλά επιλέγουμε τη μεταβατική μορφή του συνεταιρισμού για τη γη και τους αγρότες; Οι εμπορικές σχέσεις επιβιώνουν μόνο στην ύπαιθρο ή υπάρχουν στις βιομηχανίες και τις επιχειρήσεις που απαλλοτριώνονται από το κράτος της δικτατορίας του προλεταριάτου;

Μια πρώτη, σχηματική κι ίσως λίγο απλοϊκή απάντηση είναι πως το κράτος παίρνει στην κατοχή του τα μέσα παραγωγής, στο όνομα της κοινωνίας συνολικά. Όσο παραμένει λοιπόν -έστω και με άλλη μορφή-περιεχόμενο- η διάκριση μεταξύ κοινωνίας και κράτους, όπου το δεύτερο υπάρχει σα δύναμη πάνω από την πρώτη, για να οργανώνει την παραγωγή της, επιβάλλοντας τους όρους της κυρίαρχης τάξης, θα υπάρχει απόσταση (τυπική ή ουσιαστική) μεταξύ κοινωνικοποίησης και κρατικοποίησης (που είναι αναγκαία αλλά όχι ικανή προϋπόθεση για να φτάσουμε στην πρώτη). Απόσταση που θα εκμηδενιστεί μόνο με την άρση αυτής της αντίθεσης, με την κατάργηση του κράτους, που σταδιακά καθίσταται περιττό κι απονεκρώνεται,

Αυτό κάποιοι σοβιετικοί (πχ Βαζιούλιν) το ονόμαζαν τυπική κοινωνικοποίηση (σε διάκριση με την ουσιαστική) και το εξαρτούν από τους όρους παραγωγής και την αντίθεση μεταξύ των προωθημένων, κομμουνιστικών σχέσεων παραγωγής και των παραγωγικών δυνάμεων, που δεν είναι ανεπτυγμένες σε αντίστοιχο βαθμό -για να καταστήσουν ουσιαστική την κοινωνικοποίηση. Τη θεωρούν μάλιστα ως τη βασική αντίθεση της σοσιαλιστικής κοινωνίας, όπου το σημαντικό είναι πως και οι δύο πόλοι της εντοπίζονται στη σφαίρα της παραγωγής κι όχι πχ της διανομής (στον καθένα ανάλογα με...).

Ο Ρούσης γράφει κάτι παρόμοιο στο βιβλίο του "ο Μαρξ γεννήθηκε νωρίς", καθώς δανείζεται μια βασική ιδέα του Μαρξ για τον καπιταλισμό (περί τυπικής κι ουσιαστικής υπαγωγής) και την εφαρμόζει στη μετάβαση στον κομμουνισμό, κάνοντας λόγο για τυπική κι ουσιαστική υπαγωγή της παραγωγής στον κομμουνισμό ( κατ' αυτόν το ιστορικό παράδειγμα της ΕΣΣΔ να ανήκει στην πρώτη περίπτωση). Πρόκειται για μια δημιουργική αντιγραφή, με έμφαση όμως στο δεύτερο σκέλος (την αντιγραφή) παρά στο πρώτο (της δημιουργίας) που είναι κάπως αδόκιμο και προβληματικό.

Γιατί υπάρχει όμως αυτή η διάκριση; Τι είναι αυτό που μας εμποδίζει να κοινωνικοποιήσουμε άμεσα (εδώ και τώρα που θα έλεγε μια ψυχή ή με ένα νόμο κι ένα άρθρο, όπως θα πρόσθετε ένα κακέκτυπό της) όλα τα μέσα παραγωγής; Η απάντηση δε βρίσκεται στην έλλειψη της απαραίτητης βούλησης ή σε κάποια ρεφορμιστική αμφιταλάντευση, αλλά στα ίδια τα μέσα παραγωγής, το βαθμό ανάπτυξής τους, τον κοινωνικό τους χαρακτήρα και το χαρακτήρα της εργασίας που συνδέεται με αυτά.

Αυτός είναι ο βασικός λόγος που στη γη προκρίνεται ο συνεταιρισμός, με το Στάλιν να εντοπίζει στην ύπαιθρο την επιβίωση εμπορευματικών σχέσεων στο εσωτερικό της Σοβιετικής Ένωσης (πέρα από το εξωτερικό εμπόριο και τις όποιες συναλλαγές με άλλες καπιταλιστικές χώρες). Θεωρούσε δηλ εμπορευματικές τις ανταλλαγές προϊόντων και τις σχέσεις μεταξύ του κοινωνικοποιημένου βιομηχανικού τομέα και του μη κοινωνικοποιημένου αγροτικού τομέα της οικονομίας.

Η κοινωνικοποίηση δεν είναι μια απλή απαλλοτρίωση. Δεν έχει κανένα νόημα να κοινωνικοποιήσει η σοσιαλιστική εξουσία την ιδιοκτησία φτωχών αγροτών (ένα χωραφάκι και μερικά ζωντανά). Επίσης η αγροτική παραγωγή περιέχει μια σειρά αστάθμητους παράγοντες που δεν υπόκεινται εύκολα στον οικονομικό προγραμματισμό, αλλά υπονομεύουν και δυσχεραίνουν τον (κεντρικό) σχεδιασμό (πχ οι απρόβλεπτες καιρικές συνθήκες.

Η κοινωνικοποίηση συμβαδίζει με την ανάπτυξη, με τη συγκέντρωση και συγκεντροποίηση -δηλ με τα μονοπώλια ως το τελευταίο σκαλοπατάκι της υλικής προετοιμασίας για το σοσιαλισμό- και με την αυτοματοποίηση που ενισχύει τον κεντρικό σχεδιασμό και ενοποιεί τη διεύθυνση των παραγωγικών μονάδων, απλοποιώντας την και καθιστώντας την περιττή σε βάθος χρόνου.

Με αυτήν την έννοια, θα μπορούσαμε να σταθούμε κριτικά απέναντι στην εκτίμηση των σοβιετικών για το αν και σε ποιο βαθμό ήταν πλήρως κι ουσιαστικά κοινωνικοποιημένος ο βιομηχανικός τομέας κι οι επιχειρήσεις που είχαν απαλλοτριωθεί από το εργατικό κράτος. Ένας τομέας στον οποίο ναι μεν συναντούσαμε μεγάλες παραγωγικές μονάδες και σπέρματα εφαρμοσμένης αυτοματοποίησης, αλλά συνυπήρχαν με τη χρήση χειρωνακτικής εργασίας, σε σημαντικό βαθμό, και τον κυρίαρχο ρόλο των μηχανών, δηλ της εκμηχανισμένης παραγωγής. Η οποία ναι μεν κατέστησε εφικτή και άμεσα ορατή την προοπτική του σοσιαλισμού και της διαφορετικής οργάνωσης των παραγωγικών σχέσεων, αλλά δεν αντιστοιχεί στην αυτοματοποίηση και τις απαιτήσεις της κομμουνιστικής προοπτικής.

Αν το ερμηνεύω καλά, αυτοματοποίηση σημαίνει μια τέτοια ανάπτυξη, που θα ενοποιεί το σχεδιασμό και τη δραστηριότητα όλων των παραγωγικών μονάδων σε ένα ενιαίο, οργανικά δεμένο σύνολο, με τον ίδιο τρόπο που ο εγκέφαλος κατευθύνει τις συντονισμένες κινήσεις του σώματος και τις εντολές σε κάθε όργανο, καθιστά αυτονόητη την ενιαία λειτουργία τους, που γίνεται ασυνείδητα, στη βάση της συνήθειας. Κι αυτό συμβαίνει χωρίς να χρειάζεται κάποιο μέτρο για τη μεταξύ τους συνεργασία, με τον ίδιο τρόπο που σε ένα οργανισμό, υπάρχει μεν ισοζύγιο, αλλά οι κινήσεις είναι αυτόματες και δε χρειάζεται κάποιο αποδεικτικό πχ για το οξυγόνο που παρέχουν οι πνεύμονες στο αίμα, ώστε να γίνουν οι καύσεις που απαιτούν οι κινήσεις, κτλ.

Αυτή η κατεύθυνση δίνει βάρος στην περαιτέρω συγκέντρωση της παραγωγής, ώστε όλες οι μονάδες της να λειτουργούν ως ένα σώμα, κι όχι στο μικροαστικό κατακερματισμό και την αναρχική ιδέα της αυτοδιαχείρισης-αυτοδιεύθυνσης, που διαιωνίζει τον καπιταλιστικό ανταγωνισμό των ξεχωριστών επιχειρήσεων, που δεν υπάγονται στην ίδια διεύθυνση, στο ίδιο σχέδιο και υπηρετούν ανταγωνιστικά ιδιωτικά συμφέροντα.

Αυτά μπορεί να μην απαντούν άμεσα στον καταιγισμό των εισαγωγικών ερωτήσεων, που θυμίζουν τις επίμονες απορίες ενός παιδιού, χωρίς να είναι απαραίτητα παιδιάστικες (από μικρό κι από τρελό, εξάλλου...). Δίνουν όμως, πιστεύω, μια καλή βάση για την κατανόηση της κοινωνικοποίησης, σε ένα γενικό πλαίσιο, που χρειάζεται εξειδίκευση, κατά περίπτωση...

Τετάρτη 1 Μαρτίου 2017

Κοινωνικοποίηση κι αυτοδιαχείριση

Ξεκινώντας με τη διασαφήνιση των όρων, νομίζω πως αρχικά πρέπει να συμφωνήσουμε -ή και όχι- πως η "εθνικοποίηση" ως έννοια βασικά ταυτίζεται με την κρατικοποίηση. Έχω υπόψη μου ως χαρακτηριστικό παράδειγμα, το σύνθημα της εθνικοποίησης της γης, ως θέση των μπολσεβίκων, που αναγκάστηκαν τελικά να υποχωρήσουν και να δεχτούν τη θέση των εσέρων για αναδιανομή της γης στους άπορους αγρότες (το οποίο διαιώνιζε την ιδιωτική ιδιοκτησία και απλώς μετατόπιζε χρονικά τη σύγκρουση με τα αστικά στρώματα της υπαίθρου).

Το αγροτικό ζήτημα όμως, έχει ιδιαίτερα χαρακτηριστικά, καθώς προωθήθηκε τελικά η κολεκτιβοποίηση, δηλ η δημιουργία αγροτικών συνεταιρισμών ως μεταβατικής μορφής, και δευτερευόντως τα σοβχόζ (δηλ οι κρατικοί συνεταιρισμοί). Κάτι που δεν είναι προφανώς άσχετο με το μέσο παραγωγής -τη γη- και τη φύση του, πχ σε σχέση με τον κοινωνικό χαρακτήρα των βιομηχανικών μονοπωλίων.

Το δεύτερο σημείο που πρέπει να διευκρινιστεί, γιατί έχουμε ταλαιπωρηθεί πολύ από τη σχετική σύγχυση, που διεισδύει ενίοτε και στις γραμμές μας, είναι η κρατικοποίηση που συναρτάται άμεσα από τον τύπο του κράτους στον οποίο αναφέρεται.
Σε αυτήν ακριβώς πατάει η ρετσινιά του κρατισμού, που επιχειρούν να μας κολλήσουν οι φιλελέδες -και διάφορα ιδεολογικά αδελφάκια τους, με πιο "ριζοσπαστικό" πρόσωπο- αδυνατώντας βασικά να ξεχωρίσουν -ή μάλλον συγχέοντας σκόπιμα- δυο λογιών άχυρα: το δημόσιο τομέα μιας καπιταλιστικής χώρας και την κρατική ιδιοκτησία στα μέσα παραγωγής μιας σοσιαλιστικής χώρας.
Παλιά τους τέχνη κόσκινο, να φαίνονται ως αντίπαλοι του κράτους, μη σου πω κι αντιεξουσιαστές (σαν τον αναρχικό τραπεζίτη του Πεσόα και τον αντιεξουσιαστή ΓΑΠ, ενώ αποτελούν το πιο σάπιο, κρατικοδίαιτο κομμάτι της κοινωνίας.

Βρίσκουν όμως κατά καιρούς πάτημα και σε δικά "μας" (εντός ή εκτός εισαγωγικών) ολισθήματα κι αδυναμίες. Γιατί, όσο σωστό κι απαραίτητο είναι να υπερασπιζόμαστε σήμερα το δημόσιο, δωρεάν χαρακτήρα κάποιων αγαθών, υπηρεσιών κτλ, τόσο λανθασμένη είναι η λογική πως η κρατικοποίηση ορισμένων παραγωγικών τομέων μας προσεγγίζει στο στρατηγικό στόχο του σοσιαλισμού. Μια λογική που διαπερνά σαν κόκκινο νήμα διάφορα μεταβατικά προγράμματα των καιρών μας, εφευρίσκοντας ένα... δυαδικό σύστημα, μεταξύ καπιταλισμού και σοσιαλισμού (δηλ στάδιο).

Αυτά περιγράφουν σε γενικές γραμμές το δίπολο (νεο)φιλελευθερισμού και σοσιαλδημοκρατίας (παρά τα αδιέξοδα και την κρίση ταυτότητας ιδίως της τελευταίας) που εγκλωβίζει δυστυχώς ως τις μέρες μας κόμματα κι οργανώσεις ανά την υφήλιο, που αυτοπροσδιορίζονται μεν ως κομμουνιστικά, αλλά επιμένουν να μην αφομοιώνουν τα διδάγματα της ιστορικής πείρας για τις διάφορες φάσεις ανάπτυξης του καπιταλισμού και τις επακόλουθες, ευέλικτες μετατοπίσεις των διάφορων αστικών, πολιτικών πόλων: από τη σοσιαλμανία του Καραμανλή, μέχρι τη νεοφιλελεύθερη "μετάλλαξη" της σοσιαλδημοκρατίας και τις συμπράξεις δημόσιου-ιδιωτικού τομέα (ΣΔΙΤ) που υπερβαίνουν αυτό το δίπολο.

Το ωραίο της υπόθεσης όμως είναι η απόπειρα σοσιαλδημοκρατικής καταγγελίας του κρατισμού, που συναντά το αναρχικό όραμα της αυτοδιαχείρισης των επιχειρήσεων, που δρουν με περισσότερη ελευθερία, χωρίς τις νόρμες και το ασφυκτικό πλαίσιο του κεντρικού σχεδιασμού (που είναι βασική παραγωγική σχέση του σοσιαλισμού).
Παρεμπιπτόντως, αν κάποιοι αναρχικοί αγανακτούν με το παραπάνω "τσουβάλιασμα", μπορούν να αναλογιστούν (αν)αρχικά γιατί επιμένουν να βάζουν όλους τους τύπους κρατών (εργατικό, αστικό, κοκ) στο ίδιο τσουβάλι.

Στη δική μας χώρα, η ελληνική ιδιαιτερότητα εκφράστηκε μεταξύ άλλων και με μια "ιδιαίτερη" μορφή σοσιαλδημοκρατίας -το ΠαΣοΚ- που απέρριπτε αρχικά την ένταξη στη Σοσιαλιστική Διεθνή, καταγγέλλοντας το ρεφορμισμό της -sic. Ένα "κίνημα" που δεν περιορίστηκε στον κλασικού τύπου εκφυλισμό του κοινωνικού κράτους, του δημόσιου τομέα, των συνεταιρισμών, κτλ, αλλά πρόβαλλε έναν κατά φαντασία σοσιαλιστικό μετασχηματισμό. Ο οποίος σε αντίθεση με το "κρατικό μοντέλο" του υπαρκτού, έβαζε ως στόχο την κοινωνικοποίηση (των προβληματικών, που τις παρέδωσε ξανά στο κεφάλαιο, καθαρές από χρέη) κι όχι απλώς την κρατικοποίηση.

Μια "κοινωνικοποίηση" που στο σχετικό νομοσχέδιο επιχείρησε να κατοχυρώσει τον ασφυκτικό (μη κρατικό υποτίθεται) περιορισμό κι έλεγχο των απεργιών.
Και δεν είναι τυχαίο πως έδενε με το σύνθημα της αυτοδιαχείρισης και δανειζόταν πολλά στοιχεία από τη Γιουγκοσλαβία του Τίτο και το δικό της "αδέσμευτο" τρίτο δρόμο προς τον καπιταλισμό.
Δεν είναι τυχαίο επίσης πως στη Σοβιετική Ένωση, το σύνθημα της αυτοδιαχείρισης λειτούργησε ως μοχλός για τη μεγαλύτερη αυτονόμηση των επιχειρήσεων -δηλ του κεφαλαίου- και την επιτάχυνση της διαδικασίας της παλινόρθωσης.

Την αυτοδιαχείριση πολλοί αγάπησαν, το σοσιαλισμό κανείς τους.
Στο σοσιαλισμό το κράτος (η δικτατορία του προλεταριάτου, δηλ η εργατική τάξη) απαλλοτριώνει τα μέσα παραγωγής εξ ονόματος της κοινωνίας -με την οποία δεν ταυτίζεται, και ούτε μπορεί να γίνει αυτό μονομιάς, γιατί τότε θα εξέλιπε η ιστορική αναγκαιότητα του κράτους και θα το καταργούσαμε εξ αρχής.

Η αυτοδιαχείριση μιας επιχείρησης ως στόχος, χωρίς τα παραπάνω -πόσο μάλλον απέναντί τους- είναι καταδικασμένη να καταλήξει στην αναγέννηση του στενού ιδιωτικού πνεύματος, ακόμα κι αν το ντύσουμε με ωραίες φράσεις ή τη μορφή ενός "συλλογικού εγωισμού", και σε ένα βάθος χρόνου στην καπιταλιστική παλινόρθωση.

Μένει ανοιχτό ως ζήτημα η σχέση μεταξύ κρατικοποίησης και κοινωνικοποίησης, που ήταν και ο βασικός λόγος για να γραφτεί αυτό το κείμενο -που για αλλού αυτό ξεκίνησε, αλλά ξεστράτισε στην πορεία κι αλλού η ζωή το βρήκε.

Σάββατο 12 Νοεμβρίου 2016

Περί ιδιοκτησίας

Ο Προυντόν θα έλεγε για την ιδιοκτησία πως "είναι κλοπή" με φωνή Φίλιππα Συρίγου από τα παλιά. Αλλά μετά θα ονειρευόταν (ο Προυντόν, όχι ο Συρίγος) λαϊκές τράπεζες και ομοσπονδιακό, εναλλακτικό εμπόριο, αποδεικνύοντας την έλλειψη σοβαρότητάς του.
Κι ο Ρουσώ θα πρόσθετε απλοϊκά πως όλα άρχισαν όταν ο πρώτος άνθρωπος που επιχείρησε να περιφράξει τη γη ως κτήση του, δεν εμποδίστηκε από τους υπόλοιπους.

Τα αστικά συντάγματα χτίζονται γύρω από την υπεράσπισή της, που είναι ο βασικός τους άξονας, ιερός κι απαραβίαστος όρος κάθε ταξικής κοινωνίας.

Ο αστικός τρόπος ζωής αποθεώνει την ιδιοκτησία και τον καταναλωτισμό, που βασίζεται στην αγορά και την κατοχή αντικειμένων. Πολλοί γεμίζουν τα κενά της ζωής τους, αποκτώντας διάφορα προϊόντα που χάνουν σύντομα την "αξία χρήσης" της πρόσκαιρης ευχαρίστησης που προσφέρουν και πρέπει γρήγορα να αντικατασταθούν από άλλα καινούρια (ρούχα, παπούτσια, αμάξια, γκατζετάκια).
Και σύντομα αποκτάμε την ίδια ματιά-συμπεριφορά απέναντι στους ανθρώπους. Θέλουμε να μας ανήκουν, να τους υποτάσσουμε και να τους θεωρούμε δεδομένους, να τους κατακτάμε -πχ ερωτικά- κι όχι να μα πλουτίζουν με την παρουσία τους και τη συντροφιά τους. Κι όπως είναι φανερό, αυτό ξεφεύγει από την αντίθεση μονογαμίας-πολυγαμίας, αφού μπορεί να διέπει και τις δύο περιπτώσεις: οι κτήσεις και οι κατακτήσεις -οι άνθρωποι ως κτήματα ή ως εμπορεύματα μιας χρήσης.

Ο φροϋδομαρξιστής Έριχ Φρομ είχε στηλιτεύσει αυτή τη νοοτροπία, που καλλιεργείται συστηματικά ως όρος ύπαρξης του συστήματος, στη μελέτη του με τον εύγλωττο τίτλο "να έχεις ή να είσαι;". Όσο περισσότερο αλλοτριωνόμαστε από το σύστημα, τόσο μετράμε την αξία ενός ατόμου με βάση τις κτήσεις του κι όχι τις ιδιότητες-προτερήματά του.

Είναι τόσο βαθιά ριζωμένη στον καπιταλιστικό τρόπο ζωής η έννοια και η λογική της ιδιοκτησίας, που ο Λένον στους στίχους του Imagine κάνει μια πολύ εύστοχη κι ενδιαφέρουσα διαβάθμιση σε κάθε στροφή.

Imagine there 's no heaven ---> it's easy if you try
Imagine there 's no countries ---> it isn't hard to do
αλλά
Imagine no possessions ---> I wonder if you can

Είναι εύκολο -ή τέλος πάντων όχι δύσκολο, αν προσπαθήσουμε- να φανταστούμε μια κοινωνία-ζωή χωρίς παράδεισο και κόλαση ή χωρίς κράτη. Χωρίς ιδιοκτησία όμως; Αναρωτιέμαι αν μπορείς...

Ο σοσιαλισμός ως ανώριμη βαθμίδα του κομμουνισμού έρχεται να καταργήσει την ιδιοκτησία στα μέσα παραγωγής, που ανήκουν στο κράτος, εξ ονόματος όλης της κοινωνίας (αυτή είναι μια μερική ή τυπική κοινωνικοποίηση -δηλ κρατικοποίηση- έως ότου πάψει η ανάγκη ύπαρξης ενός διευθυντικού μηχανισμού, πάνω από την κοινωνία). Στο ενδιάμεσο μιλάμε για ένα μισο-κράτος, όπως το έλεγε ο Ένγκελς και για... "μισο-εμπορεύματα" (ισχύει ο νόμος της αξίας, αλλά δεν είναι κυρίαρχος).

Κάποιες δυτικές σχολές παίρνουν την έννοια της κυριότητας (αντί της κατοχής-ιδιοκτησίας) για να τεκμηριώσουν με έναν τραβηγμένο συλλογισμό, πάνω στην ύπαρξη ενός διευθυντικού στρώματος, ότι στον υπαρκτό σοσιαλισμό υπήρχαν αστικές, εκμεταλλευτικές σχέσεις. Με άλλα λόγια, ναι μεν καταργήθηκε η ιδιοκτησία στα μέσα παραγωγής, ως βασική πηγή εκμετάλλευσης, παραμένει όμως αυτή η τελευταία κι η υπεραξία, με κάποιον τρόπο (η αποδόμηση του οποίου δε θα μας απασχολήσει σε αυτήν την ανάρτηση).

Η αντικομμουνιστική υστερία έχει πατήσει κατά καιρούς στα πιο ταπεινά ένστικτα του όχλου, για να καρποφορήσει, με πιο τυπικό παράδειγμα τη διάδοση της φήμης πως οι κομμουνιστές θα έρθουν να μας πάρουν τα σπίτια και τις γυναίκες (που θεωρούνταν προφανώς κτήμα των ανδρών, με τον παρά τους και την κυρά τους) και γενικά όλο το βιος μας, δια της κοινοκτημοσύνης, καταργώντας κάθε ιδιοκτησία.

Είναι αυτό που σατίριζε ο -δικός μας τότε- Χάρρυ Κλυνν (που τώρα νομίζω πως έχει φτάσει στο σημείο να αρθρογραφεί στην Κόντρα του Κουρή -κι όχι του Γιώτη), στη δεκαετία με τις βάτες, σε έναν υποθετικό διάλογο με το Φλωράκη.
-Έλα εδώ ρε Χαρίλαε, τι ακριβώς θέλεις να μοιράσουμε δηλ με τον κομμουνισμό; Σπίτι δεν έχεις, αμάξι δεν έχεις... (δεν ήταν τότε και ο Βουτσάς να πεταχτεί "έχω και κότερο, πάμε μια βόλτα;"). Ε τι διάολο να μοιραστούμε τότε; Το ζάχαρό σου;

Η συνήθης παρανόηση την οποία αξιοποιεί η αστική προπαγάνδα είναι η σύγχυση της κοινωνικής ιδιοκτησίας στα μέσα παραγωγής (και βασικά η κοινωνικοποίηση των μονοπωλίων) με την ιδιοκτησία γενικά.
Οι κομμουνιστές δεν έρχονται να καταργήσουν την ατομική ιδιοκτησία στα προσωπικά είδη του καθενός και να απαλλοτριώσουν τα σπίτια και τις περιουσίες (εκτός από κραυγαλέες περιπτώσεις ατομικού πλουτισμού). Αλλά να κοινωνικοποιήσουν τα εργοστάσια και τις επιχειρήσεις, για να τα κάνουν κτήμα της τάξης που τα δουλεύει και παράγει τον πλούτο. (Άλλο αν ταυτόχρονα προωθεί και διαμορφώνει ολοκληρωμένες προσωπικότητες και συνθήκες τέτοιες, όπου θα υποχωρεί το καταναλωτικό πρότυπο και τα υλικά κίνητρα).
Για αυτό και κάποιοι ακριβολόγοι μεταφραστές μαρξιστικών έργων, που δίνουν σημασία στη λεπτομέρεια, αποδίδουν με τον όρο "ιδιωτική ιδιοκτησία" την κατοχή μέσων παραγωγής, σε διάκριση με την ατομική ιδιοκτησία στα προσωπικά είδη του καθενός, κτλ.

Σε κάθε περίπτωση, η αστική κοινωνία που αποθεώνει την ιδιωτική ιδιοκτησία, είναι καταδικασμένη να βουλιάζει στην τραγική ειρωνεία και την "αυτοαναίρεση" των αξιών της, απαλλοτριώνοντας τις μικρότερες ιδιοκτησίες, στα πλαίσια της συνεχούς συγκέντρωσης και συγκεντροποίησης κεφαλαίων και της ραγδαίας φτωχοποίησης του εργαζόμενου λαού. Γιατί είναι αν μη τι άλλο τραγική ιστορική ειρωνεία (σχεδόν διασκεδαστική, αν δεν αφορούσε τις δικές μας ζωές) να βλέπεις ένα σύστημα που διέδιδε τερατολογίες για τους κομμουνιστές, για να θωρακίσει την εξουσία του, να παίρνει τα σπίτια και τις πρώτες κατοικίες του κοσμάκη, να προσγειώνει απότομα στην πραγματικότητα (στα μυαλά και στη ζωή) μικροαστούς και ξεπεσμένους μεσοαστούς, που έπεσαν έξω στα σχέδιά τους και τους δημοσιολόγους-παπαγαλάκια του να ξιφουλκούν ενάντια στην ιδιοκατοίκηση και τα υψηλά ποσοστά της στην Ελλάδα, λες και είναι έγκλημα να βάλει/έχει κανείς ένα κεραμίδι πάνω από το κεφάλι του.