Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Πατήρ Τιμόθεος Σακκάς. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Πατήρ Τιμόθεος Σακκάς. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 14 Δεκεμβρίου 2025

ΟΙ ΕΠΟΜΕΝΟΙ ΣΤΑΘΜΟΙ ΤΗΣ ΖΩΗΣ ΜΟΥ.ΑΦΗΓΗΤΉΣ ΚΑΘΗΓΟΥΜΕΝΟΥ ΙΕΡΆΣ ΜΟΝΉΣ ΠΑΡΑΚΛΗΤΟΥ ΑΡΧΙΜΑΝΔΡΊΤΟΥ ΤΙΜΟΘΕΟΥ .



ΟΙ ΕΠΟΜΕΝΟΙ ΣΤΑΘΜΟΙ ΤΗΣ ΖΩΗΣ ΜΟΥ



Επειδή, ὅταν ἦρθα ἀπό τή Ρωσία, ἤμουν πολύ ἀδύνατος καί ἐξασθενημένος, οἱ δικοί μου ἀναζητοῦσαν ἕναν τρόπο, πιθανόν μια κατασκήνωση, γιά ν' ἀναλάβω δυνάμεις. Μια μέρα ή θεία μου Ελπίδα ρώτησε ἕναν ἀπό
Ὁ θεῖος Ἡρακλῆς καί ἡ θεία Ελπίδα Παρχαρίδη τούς πελάτες της, τόν κ. Χρήστο Μωυσιάδη, ὁ ὁποῖος διατηροῦσε κατάστημα τροφίμων στα Ταμπούρια Πειραιῶς καί προμηθευόταν τα προϊόντα τοῦ ἀλλαντοποιείου της (λουκάνικα, σαλάμια, μπον-φιλέ κ.ἄ.), ἐάν είχε κάτι σχετικό ὑπόψη του.


Ὁ κ. Χρῆστος γνώριζε τόν ἱεροδιάκονο π. Χερουβείμ Καράμπελα, πού διηύθυνε μια μικρή μαθητική κατασκήνωση στην Εκάλη.
Τόν ἐνημέρωσε, λοιπόν, για τήν περίπτωσή μου, καί ὁ π. Χερουβείμ δέχτηκε εὐχαρίστως νά μέ φιλοξενήσουν.
Ἔτσι, ἕνα πρωινό ἔβαλα τά προσωπικά μου εἴδη σ' ἕνα τσουβάλι καί ξεκίνησα μέ τόν πατέρα μου γιά τήν Εκάλη. Τό τέρμα τοῦ λεωφορείου ήταν στη σημερινή πλατεία τῆς Ἑκάλης. Μέχρις ἐκεῖ ὁ δρόμος ἦταν ἄσφαλτος, ἀλλά στενός καί γεμάτος λακκοῦβες. Ἀπό ἐκεῖ καί πέρα γινόταν χωματόδρομος.
Ψάχνοντας, βρήκαμε την κατασκήνωση του π. Χερουβείμ. Ὁ πρῶτος πού συναντήσαμε ἦταν ὁ μαθητής Χαράλαμπος Γιάννος  ὁ μετέπειτα ἀρχιμανδρίτης π. Πολύκαρπος, πού μέ κοντά παντελονάκια πότιζε κάποια λουλούδια. Αὐτός μᾶς ἔφερε σε ἐπαφή μέ τόν π. Χερουβείμ. Ἔτσι ἔγινε ἡ πρώτη μου γνωριμία μέ τόν Γέροντα Χερουβείμ. Ήταν Αὔγουστος τοῦ 1948.

Τό πνευματικό ἔργο τοῦ π. Χερουβείμ ήταν στο ξεκίνημά του. Μέ τούς ἄξιους συνεργάτες του, τούς θεολόγους Κωνσταντίνο Πουλουπάτη, μετέπειτα ἀρχιμ. π. Ἰγνάτιο, καί Γεώργιο Καραμαντζάνη, μετέπειτα ἀρχιμ. π. Ἀθηναγόρα, προσπαθοῦσαν να δημιουργήσουν ἕναν ἱεραποστολικό πυρήνα. Λίγο ἀργότερα ἵδρυσαν τήν Ἀδελφότητα Θεολόγων «Ὁ Παράκλητος».
Ἡ κατασκήνωση διαρκοῦσε δύο-τρεῖς μῆνες καί οἱ συνθῆκες ἦταν κάπως πρωτόγονες. Ημασταν δώδεκα παιδιά πού καναμε σε δύο σκηνές. Γιά τραπέζι εἴχαμε τό χῶμα. Σκάβαμε γύρω ἀπό τό ὑποτιθέμενο τραπέζι χαντάκι γιά να βάζουμε τά πόδια μας. Εγώ μιλοῦσα μια γλώσσα ἀκαταλαβίστικη, καί τά παιδιά γελοῦσαν μέ τήν προφορά μου. Από τότε πού ζούσαμε στο Ουζμπεκιστάν συνήθισα να κουβαλῶ πάντοτε μαζί μου ἕνα σουγιά. Γι' αὐτό τά παιδιά μέ φοβόντουσαν μήπως τούς κάνω κακό.



Το φθινόπωρο μοῦ πρότειναν να πηγαίνω στο Κατηχητικό Σχολεῖο τοῦ Ἁγίου Γεωργίου Κερατσινίου, γιατί ἤδη εἴχαμε μετακομίσει στα Ταμπούρια, στην οδό Καλλέργη, σε ιδιόκτητο σπίτι τῆς θείας μου Ελπίδας. Στο Κατηχητικό, ὅμως, τά παιδιά με κορόιδευαν, ἐπειδή ήμουν πολύ ψηλός, γι' αὐτό καί
διέκοψα τή φοίτηση.
Τήν ἑπόμενη χρονιά, το 1949, προέκυψε και πάλι ἡ ἀνάγκη τῆς κατασκηνώσεως. Δέν μέ δέχονταν, ὅμως, γιατί οὔτε στο Κατηχητικό εἶχα πάει οὔτε εἶχα καμιά επαφή μέ τόν π. Χερουβείμ καί τά ἄλλα παιδιά. Μπήκε, λοιπόν, πάλι το «μέσον» καί μέ ξαναπήραν. Αὐτή τή φορά τα κατάφερα καλύτερα. Ἡ προθυμία καί ἡ ἐργατικότητά μου ἐντυπωσίασαν τοὺς ὑπευθύνους. Ὁ θεολόγος Κωνσταντίνος Πουλουπάτης ανέλαβε τήν κατήχησή μου, γιατί ἀπό χριστιανική πίστη καί ζωή δέν γνώριζα τίποτα!



Μετά την πρώτη κατασκήνωση, ἀνέκυψε επιτακτική ἡ ἀνάγκη να μάθω κάποια τέχνη καί νά βρῶ μιά δουλειά. Οἱ γονεῖς μου ἦταν φτωχοί ἄνθρωποι, καί εἶχα κι ἕναν μικρότερο ἀδελφό. Στη ζωγραφική τά κατάφερνα καί ἤθελα πολύ να γίνω ζωγράφος. Ἔπεσαν, ὅμως, ὅλοι πάνω μου. «Οἱ ζωγράφοι ἐδῶ πεινοῦν... Να γίνεις κομμωτής», μοῦ ἔλεγαν. Μέ ἔβαλαν στο κομμωτήριο τοῦ Ν. Σεβαστόπουλου στην Κυψέλη. Τρεῖς συγκοινωνίες ἔπρεπε να παίρνω καθημερινά για να φτάσω μέχρις ἐκεῖ καί ἄλλες τόσες γιά νά ἐπιστρέψω στα Ταμπούρια.
Κόπος πολύς γιά ἕνα μικρό προσφυγόπουλο. Ἀφοῦ σε μια τετραετία ἔμαθα τήν τέχνη τῆς κομμωτικής, το 1952 ἄνοιξα δικό μου κομμωτήριο, στό ὁποῖο σύντομα, λόγω τῆς αὐξημένης πελατείας, προσέλαβα καί ὑπαλλήλους.
Παράλληλα, στο διάστημα αυτό διατηροῦσα ἔντονο τόν πνευματικό μου σύνδεσμο μέ τόν π. Χερουβείμ, ὁ ὁποῖος μέ πολλή ἀγάπη καί διάκριση ἀνέλαβε τήν καθοδήγησή μου στη νέα κατά Χριστόν πορεία μου. Ὁ π. Χερουβείμ διακονοῦσε τότε στήν Ἁγία Αἰκατερίνη Καστέλας, μέ ἐφημέριο τόν ἀρχιμανδρίτη Δαμασκηνό Κοτζιά, μετέπειτα μητροπολίτη Ναυπακτίας.



Χρόνο μέ τόν χρόνο κατανοοῦσα ὅλο καί περισσότερο τό πνεῦμα τῆς χριστιανικῆς ζωῆς καί συνέβαλλα μέ ζῆλο στό ἱεραποστολικό ἔργο τῆς Ἀδελφότητος. Θυμᾶμαι μια χρονιά μέ ἔστειλαν στο Κατηχητικό Σχολεῖο τοῦ Ἱ. Ναοῦ Ἁγίου Γεωργίου Κερατσινίου ὡς βοηθό κατηχητή. Κατηχητής ἦταν ὁ κ. Ἰωάννης Φουντούλης, μετέπειτα καθηγητής τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς τοῦ Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν, ὁ ὁποῖος ὑπηρετοῦσε τότε τη στρατιωτική του θητεία. Αργότερα ἔγινα κατηχητής, κυκλαμινάρχης, ὁμαδάρχης, ἀσματάρχης, κυκλάρχης, ἀρχηγός κατασκηνώσεως...
Μέ παρότρυνση τοῦ π. Χερουβείμ ἀποφάσισα, παράλληλα μέ τήν ἐργασία μου, να συνεχίσω καί νά ὁλοκληρώσω τις σπουδές μου. Τό ρωσικό Ενδεικτικό μου, ὅμως, τῆς Ε΄ τάξεως (ἀντίστοιχο μέ τό ἑλληνικό Ενδεικτικό τῆς Α΄ Γυμνασίου) τό θεώρησαν ἐδῶ ἰσότιμο μέ τό Ενδεικτικό τῆς Ε΄ Δημοτικοῦ.


Ἔτσι ὑποχρεώθηκα να φοιτήσω στην ΣΤ΄ τάξη τοῦ Νυκτερινοῦ Δημοτικοῦ καί νά δώσω ἐξετάσεις γιά τό Γυμνάσιο. Μέ τή βοήθεια τῆς ἀείμνηστης δασκάλας μου Μάγδας Σκενδέρογλου, πού μοῦ ἔκανε ἰδιαίτερα μαθήματα, πέτυχα στίς ἐξετάσεις καί γράφτηκα στο 1ο Νυκτερινό Γυμνάσιο Πειραιῶς. Ήταν το 1953, καί ἤμουν εἴκοσι χρονῶν. Ἐργασία τήν ἡμέρα, σχολεῖο το βράδυ και συμμετοχή σε πολλές άλλες δραστηριότητες τῆς ἐνορίας –πέρασαν τα χρόνια, καί πῆρα τό Ἀπολυτήριο τοῦ τότε ἑξατάξιου Γυμνασίου. 

Το 1959-1960 γράφτηκα στη Θεολογική Σχολή του Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν, ἀπό τήν ὁποία ἀποφοίτησα το 1963.
Τελειώνοντας το Γυμνάσιο, ὡς φοιτητής πλέον τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς, ἐγκατέλειψα τά πάντα καί ἀφιερώθηκα στη ζωή καί τό ἔργο τῆς Ἀδελφότητος Θεολόγων «Ο Παράκλητος».
Φυσικά, αὐτό δέν ἔγινε ἀνώδυνα. Υπήρχε πρωτίστως ή φοβερή αντίδραση τοῦ πατέρα μου, επειδή εγκατέλειψα μια εξαιρετικά επικερδή εργασία καί προτίμησα νά ἀφιερωθώ στον Θεό, χωρίς να δημιουργήσω οικογένεια, νά τοῦ κάνω ἐγγονάκια κ.λπ.



Τόν ἔγγαμο βίο τον σεβόμουν. Είχα πολλές προτάσεις καί προκλήσεις γάμου καί λόγω επαγγέλματος. Ωστόσο, κάτι ἄλλο ζητοῦσε ἡ ψυχή μου: Νά ἀφιερωθῶ σ' Ἐκεῖνον, πού μέ προστάτευσε ἀπό ἀναρίθμητες συμφορές και κινδύνους, καί ν' ἀκολουθήσω τό ἅγιο θέλημά Του. Οὔτε χρήματα οὔτε θέσεις οὔτε διακρίσεις με συγκινοῦσαν. Ἤθελα νά προσφέρω τόν ἑαυτό μου στη διακονία τοῦ Θεοῦ καί τοῦ πλησίον μέσω τῆς Ἀδελφότητος. Ἀπό τόν π. Χερουβείμ άκουγα αχόρταγα τίς χαριτωμένες διηγήσεις του γιά τούς ἀσκητικούς ἀγῶνες τῶν σύγχρονων ἁγιορειτῶν πατέρων, καί ἡ ψυχή μου θελγόταν ἀπό τό ὄνειρο τῆς μοναχικῆς ζωῆς.
Τό Ἅγιον Ὄρος τό ἐπισκέφθηκα για πρώτη φορά μαζί μέ τόν π. Χερουβείμ το 1956. Η μετάβαση στον Ἄθωνα τότε ήταν μια ἀληθινή οδύσσεια, κυρίως μέσα ἀπό τό ὁδικό δίκτυο τῆς Χαλκιδικῆς, πού ἦταν γεμάτο στροφές καί χωματόδρομους. Ἔπρεπε ν' ἀνεβεῖς στον Χολομώντα, να περάσεις τήν Αρναία, να φτάσεις στην Ιερισσό καί ἀπό ἐκεῖ νά συνεχίσεις μέ καραβάκι.
Ὅταν σέ μιά στροφή αντίκρισα τήν κορυφή τοῦ Ἄθωνα, ἔπαθα τό τρίτο σόκ τῆς ζωῆς μου. Εἶχα ακούσει τόσα πολλά γι' αὐτό τό Ὄρος, καί ἡ φαντασία μου είχε πλάσει άλλα τόσα.
Τό πρῶτο μοναστήρι πού ἐπισκεφθήκαμε ήταν τοῦ Ἐσφιγμένου. Ὁ Γέροντας ήταν τότε 36 χρονών, είχε κουράγιο και περπατοῦσε. Μέ τά πόδια ἀπό τήν Μονή Εσφιγμένου πήγαμε στόν ἀρσανά του Ζωγράφου καί ἀπό ἐκεῖ μέ τό καραβάκι στη Δάφνη, στήν Ἁγία Ἄννα, στά Καρούλια...



Το 1963 συμμετείχα μέ τόν Γέροντα Χερουβείμ στον εορτασμό της Χιλιετηρίδος τοῦ Ἁγίου Ὄρους. Παρόντες ἦταν ὁ πατριάρχης Αθηναγόρας, ἐκπρόσωποι ὅλων τῶν Ἐκκλησιῶν, ὁ βασιλιάς τῶν Ἑλλήνων Παῦλος, ὁ διάδοχος Κωνσταντίνος και πολλοί ἄλλοι ἐπίσημοι. Τότε διανοίχθηκε ὁ ἁμαξωτός δρόμος πού ὁδηγεῖ ἀπό τή Δάφνη στις Καρυές.
Ἕνα χρόνο περίπου νωρίτερα, στις 15 Δεκεμβρίου τοῦ 1962, εἶχε γίνει ἡ κουρά μου σε μικρόσχημο μοναχό, στην οποία ἔλαβα τό ὄνομα τοῦ ἁγίου ἀποστόλου Τιμοθέου. Στις 22 Δεκεμβρίου τοῦ ἴδιου ἔτους λ χειροτονήθηκε διάκονος ὑπό τοῦ
μητροπολίτου Δρυινουπόλεως Χριστοφόρου, στόν Ἱ. Ν. Ἁγίου Παντελεήμονος Κερατσινίου, ὅπου καί διορίστηκα. Στις 9 Φεβρουαρίου τοῦ 1964 ἔγινε ἡ χειροτονία μου σε πρεσβύτερο ὑπό τοῦ μητροπολίτου Ναυπακτίας Δαμασκηνοῦ στόν ἴδιο ναό.




Στη σύντομη διακονία μου ὡς ἐφημερίου τοῦ Ἁγίου Παντελεήμονος ἔγιναν αρκετά ἔργα. Ὁμάδες ἐνοριτῶν ἐπισκέπτονταν κάθε ἑβδομάδα τά σπίτια καί μοίραζαν τή «Φωνή τοῦ Κυρίου» καί διάφορα ἄλλα ἐποικοδομητικά ἔντυπα. Ἐπίσης, ἡ ἐνορία μας ανέλαβε τήν ἀνέγερση καί τόν ἐξοπλισμό ἑνός πέτρινου ναοῦ στο Ναϊρόμπι της Κένυας.
Το 1966 αποφασίστηκε ὁ διορισμός μου στόν Ἱ. Ν. Ἁγίας Τριάδος τῆς Ρωσικῆς Παροικίας τῶν Ἀθηνῶν. Τέλεσα ἐκεῖ τήν πρώτη θεία Λειτουργία στις 18 Δεκεμβρίου 1966. Ἡ παρουσία μου στον ναό αὐτό συνδέεται μέ τό τότε Ρωσικό Γηροκομεῖο Ἀργυρουπόλεως, πού ἔχει τή δική του ἱστορία καί τοῦ ὁποίου, μέ τήν εὐχή τοῦ Γέροντος Χερουβείμ, ἀνέλαβα τήν εὐθύνη τό1970.
Στο μεταξύ, στις 20 Ιουλίου τοῦ 1963 τό ὅραμα τοῦ Γέροντος Χερουβείμ γιά τήν ἵδρυση ενός παραδοσιακοῦ μοναστηριοῦ κοντά στην Αθήνα ἄρχισε νά πραγματοποιεῖται: Θεμελιώθηκε ἡ Ἱερά Μονή Παρακλήτου στον Ωρωπό Ἀττικῆς.
Το 1979 ἔλαβε χώρα ἕνα ιδιαίτερα θλιβερό γεγονός: ἡ κοίμηση τοῦ Γέροντος Χερουβείμ, κτίτορος τῆς Μονῆς καί πνευ-λματικοῦ μας πατέρα.


Ἡ Ἱερά Μονή Παρακλήτου εἰσῆλθε σε νέα περίοδο. Μετά τήν ἀνάληψη τῆς ἡγουμενίας ἀπό τόν π. Ἰγνάτιο καί τή σύ-λντομη παραίτησή του, στήν ἀναξιότητά μου ἔπεσε ὁ κλῆρος νά σηκώσει ἐξ ὁλοκλήρου το βάρος τῆς κληρονομιᾶς τοῦ παρελθόντος καί νά ὁδηγήσει μπροστά τό σκάφος τῆς Μονῆς.
Στις 27 Νοεμβρίου τοῦ 1980 ἔγινε ἡ ἐκλογή μου σέ Ἡγούμενο, στις 5 Δεκεμβρίου ή κουρά μου σε μεγαλόσχημο μοναχό καί δύο ἡμέρες αργότερα, στις 7 Δεκεμβρίου, ἡ ἐνθρόνισή μου ὑπό τοῦ Μητροπολίτου Ἀττικῆς Δωροθέου, παρόντος καί τοῦ ἐπισκόπου Ἀνδρούσης, τώρα ἀρχιεπισκόπου Αλβανίας, Ανα-λστασίου.
Ὕστερα ἀπό σαράντα χρόνια ἡγουμενίας, στις 4 Μαρτίου τοῦ 2020, ὑπέβαλα τήν παραίτησή μου.
Ποιός ποτέ θά μποροῦσε νά φανταστεῖ ὅτι τό ἀδύνατο, φοβισμένο, ταλαίπωρο καί ἀκατήχητο προσφυγόπουλο ἀπό τά βάθη τῆς κεντρικῆς Ἀσίας θά γινόταν κάποτε λειτουργός τοῦ Υψίστου και καθηγούμενος Ἱερᾶς Μονῆς στήν Ἑλλάδα!
Ἄς ἔχει δόξα ὁ Θεός! Το Πανάγιον Πνεῦμα ἄς μᾶς ἀξιώσει τῆς Βασιλείας Του!


ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΊΑ.  Αρχιμανδρίτης Τιμόθεου. ΚΑΘΗΓΟΥΜΕΝΟΥ ΙΕΡΆΣ ΜΟΝΉΣ ΠΑΡΑΚΛΗΤΟΥ.Αυτοβιογραφικες σελίδες. Παιδικά χρόνια στη Ρωσία.
Εκδόσεις Ιερά Μονή Παρακλήτου.

ΑΝΑΧΏΡΗΣΗ ΓΙΑ ΤΉΝ ΕΛΛΆΔΑ. ΑΦΗΓΗΤΉΣ ΚΑΘΗΓΟΥΜΕΝΟΥ ΙΕΡΆΣ ΜΟΝΉΣ ΠΑΡΑΚΛΗΤΟΥ ΑΡΧΙΜΑΝΔΡΊΤΟΥ ΤΙΜΟΘΕΟΥ .




ΑΝΑΧΏΡΗΣΗ ΓΙΑ ΤΉΝ ΕΛΛΆΔΑ. ΑΦΗΓΗΤΉΣ ΚΑΘΗΓΟΥΜΕΝΟΥ ΙΕΡΆΣ ΜΟΝΉΣ ΠΑΡΑΚΛΗΤΟΥ ΑΡΧΙΜΑΝΔΡΊΤΟΥ ΤΙΜΟΘΕΟΥ .


ΚΟΚΑΝΤ, ΤΑΣΚΕΝΔΗ, ΜΟΣΧΑ, ΟΔΗΣΣΟΣ


ΣΥΜΠΛΗΡΩΝΑ ἤδη τά δεκαπέντε χρόνια μου καί δέν γνώριζα τήν ὕπαρξη τῆς Ἑλλάδος ὡς ἀνεξαρτήτου κράτους! Κανείς στο σπίτι δεν μιλοῦσε γι' αὐτό. Προφανῶς ἀπό φόβο, μήπως ἀπό ἐμᾶς, τά παιδιά, ξεφύγει κάποια κουβέντα, πού θά εἶχε τραγικές συνέπειες για ὁλόκληρη τήν οἰκογένεια. Εξάλλου, ἀφορμή ζητοῦσαν οἱ Σοβιετικές Αρχές νά μᾶς στείλουν ἀκόμα πιό μακριά... Μόνο αργότερα, ἀφοῦ πήραμε στα χέρια μας τα διαβατήρια, σχεδόν την τελευταία στιγμή, μᾶς εἶπε ὁ πατέρας μου ὅτι φεύγουμε γιά τήν Ἑλλάδα.
Από τη Σοβιετική Ενωση μπορούσαμε ν᾿ ἀναχωρήσουμε χωρίς πρόβλημα, ἀφοῦ διατηρούσαμε τήν ἑλληνική ιθαγένεια Πρόβλημα, ὅμως, ὑπῆρχε ἀπό τήν πλευρά τῆς Ἑλλάδος. Μια χώρα ταλαιπωρημένη ἀπό τή μικρασιατική καταστροφή, τόν Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο καί τόν ἐμφύλιο σπαραγμό, δέν μποροῦσε νά σηκώσει το βάρος ἄλλων προσφύγων. Γιά νά μᾶς δεχθεῖ θὰ ἔπρεπε κάποιοι συγγενεῖς μας, που κατοικοῦσαν ἤδη στὴν Ἑλλάδα, νά ἐγγυηθοῦν καί ν' ἀναλάβουν τη συντήρησή μας.
Ὅπως ἀνέφερα στα προηγούμενα κεφάλαια, ἡ ἀδελφή τοῦ πατέρα μου Ἐλπίδα μαζί μέ τόν σύζυγό της Ἡρακλῆ Παρχαρίδη ἀναχώρησαν ἀπό τή Ρωσία το 1936 καί ἐγκαταστάθηκαν στήν Ἀθήνα, ὅπου ἵδρυσαν μιά επιχείρηση (αλλαντοποιεῖο).
Αὐτοί εἶχαν τήν οἰκονομική δυνατότητα νά μᾶς ἀναλάβουν.
Μᾶς ἔκαναν, λοιπόν, πρόσκληση, καί ἔτσι ἀναχωρήσαμε ἀπό τό Κοκάντ τοῦ Οὐζμπεκιστάν στις 4 Απριλίου τοῦ 1948.
Πλῆθος συγγενῶν, φίλων καί γνωστῶν μᾶς συνόδευσαν μέχρι τόν σιδηροδρομικό σταθμό, ἀπ' ὅπου μᾶς ἀποχαιρέτησαν μέ δάκρυα στα μάτια. Πόσο θά μᾶς μακάριζαν καί θά μᾶς ζήλευαν!
Στήν Τασκένδη, πού δέν ἀπεῖχε πολύ ἀπό τό Κοκάντ, ἀλλάξαμε τραίνο γιά τή Μόσχα. Ἐκεῖ φτάσαμε στις 6 Απριλίου, ἀφοῦ διασχίσαμε τεράστιες ἀποστάσεις μέσα ἀπό δάση, ἐρήμους, στέπες καί ποτάμια. Σε κάποιο σημεῖο τῆς διαδρομῆς, μάλιστα, περάσαμε ἕναν μεγάλο ποταμό, ἴσως νά ἦταν ὁ Βόλγας, πού εἶχε ξεχειλίσει. Εἴδαμε ἀπό τό τραίνο ἀνθρώπους πάνω στις στέγες τῶν σπιτιών τους νά προσπαθοῦν νά σωθοῦν και βάρκες να περισυλλέγουν ὅσους μποροῦσαν.
Στη Μόσχα μείναμε μέσα στον σταθμό γιά ἀρκετές μέρες, περιμένοντας το τραίνο γιά τήν Οδησσό. Ήταν τότε συνηθισμένο αὐτό τό φαινόμενο! Το μεγαλύτερο μέρος τοῦ σταθμοῦ ἦταν κατειλημμένο ἀπό τούς ταξιδιῶτες, που παρέμεναν ἐκεῖ, ἄλλοι ἀναμένοντας το τραίνο, για να συνεχίσουν το ταξίδιτους, καί ἄλλοι φροντίζοντας γιά τήν ἔκδοση σχετικῶν ἀδειῶν.
Φτάσαμε στην Οδησσό στις 2 Μαΐου του 1948, Κυριακή τοῦ Πάσχα. Βλέπαμε το ξημέρωμα ηλικιωμένες γυναῖκες νά ἐπιστρέφουν ἀπό τίς ἐκκλησίες, κρατώντας δεματάκια μέ ἄσπρες πετσέτες. Ήταν τά ἐδέσματα, πού, σύμφωνα μέ τό ρωσικό ἔθιμο, εἶχε εὐλογήσει ὁ ἱερέας γιά τό πασχαλινό τραπέζι.
Στην Οδησσό περιμέναμε επτά ἡμέρες, μέ τήν ἐλπίδα νά περάσει κάποιο ἑλληνικό πλοίο γιά τήν Ἑλλάδα. Τό πλοῖο, ὅμως, ἀργοῦσε καί ὁ πατέρας ἀνησυχοῦσε. Ἀπό τόσα καί τόσα πού εἶχε περάσει, δέν εἶχε καμιά εμπιστοσύνη στα κρατικά ὄργανα. Μποροῦσαν ἀνά πᾶσα στιγμή, δίχως καμιά αἰτιολο-λγία, να ματαιώσουν το ταξίδι μας.
Μόλις πληροφορήθηκε ότι κατέφθασε το ρουμάνικο ὑπερωκεάνιο «Τρανσυλβάνια», τό ὁποῖο εἶχε τελικό προορισμό την Ιταλία, ἔτρεξε να βρει εισιτήρια γιά τήν τρίτη θέση. Δυστυχῶς, δέν ὑπῆρχαν. Τότε πούλησε ὅσα χρυσαφικά καί ἄλλα πολύτιμα ἀντικείμενα είχε φυλαγμένα, καί ἔβγαλε εἰσιτήρια γιά τήν
πρώτη θέση. Ἔτσι, ἀναχωρήσαμε μέ τό ὑπερωκεάνιο «Τρανσυλβάνια» για τη Δύση. Μαζί μας ταξίδευαν καί πολλές ἄλλες ἑλληνικές οικογένειες.
Ὅσο τό πλοῖο ἔπλεε στα χωρικά ὕδατα της Σοβιετικής Ενώσεως, ὁ πατέρας μου δέν ἔβγαζε μιλιά. Μόνο όταν περάσαμε τα Δαρδανέλια, πῆρε για πρώτη φορά μια βαθιά ανάσα και ἠρέμησε. Αὐτή τήν ψυχολογική του κατάσταση κανένας δέν θὰ μποροῦσε νά τήν καταλάβει, ἐάν δέν εἶχε ζήσει ὅσα ἔζησε
ἐκεῖνος 46 ὁλόκληρα χρόνια...
Ὅσο βρισκόμασταν στην Οδησσό καί περιμέναμε τό πλοῖο, θα ζούσαμε ἕνα οἰκογενειακό δράμα, ἐάν καί πάλι ὁ Θεός δέν ἔβαζε τό χέρι Του. Ἔκανα ἕναν περίπατο στην πόλη μέ τόν ἀδελφό μου Κυριάκο, ἐγώ δεκαπέντε χρονῶν καί ἐκεῖνος ἕξι.
Παρακολουθούσαμε ἀπορροφημένοι κάποιον ἐκσκαφέα, πού γκρέμιζε ἕνα παλιό σπίτι. Σέ μιά στιγμή γυρίζω δίπλα μου καί δέν βλέπω τόν Κυριάκο. Τρέχω ἀπό 'δῶ, τρέχω ἀπό 'κεῖ, πουθενά. Λές καί τόν κατάπιε ἡ γῆ! Τί νά κάνω, ξένος σέ μιά ξένη καί κακόφημη πόλη; Οἱ κλοπές, οἱ ἁρπαγές καί τά ἐγκλήματα στην Οδησσό ήταν καθημερινή ρουτίνα. Πῶς θά τολμοῦσα νά παρουσιαστῶ στούς γονεῖς μου χωρίς τόν ἀδελφό μου; Ποιό δρόμο να πάρω πρός ἀναζήτησή του σέ μιά τόσο μεγάλη πόλη, καί μάλιστα μέ τέτοιο λιμάνι; Πῆρα γιά λίγο μιάν εὐθεία ὁδό.
Μετά κάτι μοῦ ἔλεγε να κάνω πίσω. Κάνοντας, εὐτυχῶς, πίσω, εἶδα τόν Κυριάκο νά ἀνεβαίνει μιάν ἀνηφόρα κλαίγοντας! Ὁ συγκλονισμός, πού ἔνιωσα τότε, γεννιέται μέσα μου μέχρι σήμερα, κάθε φορά πού φέρνω αὐτό τό γεγονός στη μνήμη μου.
ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΗ, ΒΗΡΥΤΟΣ, ΧΑΪΦΑ, ΝΕΑΠΟΛΗ, ΜΠΑΡΙ, ΠΡΙΝΤΕΖΙ, ΚΕΡΚΥΡΑ, ΠΑΤΡΑ, ΛΟΥΤΡΑΚΙ, ΑΘΗΝΑ
Το ὑπερωκεάνιο «Τρανσυλβάνια» ἦταν ὑπέροχο! Ἔδεσε γιά μερικές ώρες στην Κωνσταντινούπολη. Ήταν σούρουπο, και στο βάθος φαινόταν ἡ Ἁγια-Σοφιά. Γιά τόν ἔξω ἀπό τή Σοβιετική Ενωση κόσμο ἐμεῖς δεν γνωρίζαμε σχεδόν τίποτα.
Μετά τήν Πόλη, ἀφοῦ διασχίσαμε τον Ελλήσποντο καί τό Αἰγαῖο, δέσαμε στη Βηρυτό. Ἐκεῖ εἶδα για πρώτη φορά έλληνικό φορτηγό πλοῖο μέ τήν ἑλληνική σημαία στην πρύμνη.
Σκίρτησε ἡ καρδιά μου! Ἕνα πρωτόγνωρο συναίσθημα με κατέλαβε. Ἔνιωθα πιά Ἕλληνας!
Ὁ ἑπόμενος σταθμός ἦταν τό λιμάνι τῆς Χάιφα. Ἦταν ἡ χρονιά πού ἱδρύθηκε το κράτος τοῦ Ἰσραήλ. Τά ἀμερικανικά πολεμικά πλοῖα εἶχαν δέσει στά ἀνοικτά, κάποιες ταραχές γίνονταν στό ἐσωτερικό, ἀπό τό πλοῖο μας μερικοί πετοῦσαν ἐνημερωτικά φυλλάδια... Ταξίδευαν μαζί μας καί πολλοί
Ἑβραῖοι. Ὅταν μάθαιναν ὅτι ἤμασταν Ἕλληνες, δέν ἔκρυβαν τόν θαυμασμό τους γιά μᾶς.
Στό πλοῖο γιά πρώτη φορά ἔφαγα ἐλιές, καί ἡ γεύση τους παραμένει ζωντανή μέχρι σήμερα στη μνήμη μου. Τό ψωμί, πού εἴχαμε μαζί μας ἀπό τή Ρωσία, ἦταν κατάμαυρο, καί πολλοί ἀπό τούς ξένους ἐπιβάτες νόμιζαν ὅτι τρώγαμε σοκολάτες.
Ἐμεῖς, σαν παιδιά, οὔτε στο πλοῖο καθόμασταν φρόνιμα: Παίζαμε μπάλα, κρυφτό καί ὅ,τι ἄλλο σκαρφιζόμασταν.
Φεύγοντας ἀπό τή Χάιφα, μέ τά ὡραῖα πορτοκάλια πού μᾶςωπροσέφεραν, πλεύσαμε νότια της Κρήτης και τελικά φτάσαμε στη Νεάπολη τῆς Ἰταλίας, περνώντας ἀνάμεσα ἀπό τή Σικελία καί τή Νότια Ιταλία. Τότε κατάπληκτος ἀντίκρισα για πρώτη φορά τόν Βεζούβιο να βγάζει καπνό. Δέν πίστευα ὅτι ἤμουν μπροστά του! Εἶχα ακούσει πολλά γι' αὐτό τό ενεργό ηφαίστειο, καί τώρα τό ἔβλεπα ολοζώντανο!
Στη Νεάπολη το Ελληνικό Προξενείο είχε λάβει ὅλα τά ἀπαραίτητα μέτρα. Στον καθένα μας ἔδωσαν ἕνα δέμα μέ τρόφιμα. Ἀπό ἐκεῖ μέ ἠλεκτρικό τραινο φύγαμε γιά τό Μπάρι. Μᾶς ἔκαναν εντύπωση κάποιοι πλανόδιοι Ἰταλοί ὀργανοπαίκτες,πού, μπαίνοντας στο τραίνο, μόλις ἔμαθαν ὅτι ἤμασταν Ἕλληνες, ἄρχισαν να παίζουν το τραγούδι της Σοφίας Βέμπο «Κορόιδο Μουσολίνι...».
Στο Μπάρι έγκατασταθήκαμε για πολλές μέρες σ' ἕναν καταυλισμό προσφύγων, αναμένοντας να φανεί κάποιο ελληνικό πλοῖο.
Στον καταυλισμό ὑπῆρχαν καί πολλοί Ἑβραῖοι, οἱ ὁποῖοι ἐπέστρεφαν στο Ισραήλ γιὰ νὰ τὸ ἐποικήσουν.
Από το Μπάρι φτάσαμε στο Πρίντεζι, ἀπό ὅπου ἐπιβιβαστήκαμε σ' ένα μικρό πλοῖο καί περάσαμε στην Κέρκυρα. Περνώντας ανάμεσα ἀπὸ τὴν Κέρκυρα καί τήν Ἀλβανία, ἀκούγαμε πυροβολισμούς, καί μᾶς συμβούλεψαν να προσέχουμε τῆς ἀδέσποτες σφαίρες.
Στην Κέρκυρα παραμείναμε για δυό-τρεῖς μέρες σ' ἕναν ἑνιαῖο κτιριακό χῶρο, αναμένοντας πάλι ἄλλο πλοῖο. Ταξίδι με δόσεις! Οι κυρίες τῶν ἐκκλησιαστικῶν κύκλων τῆς Κέρκυρας μᾶς περιποιήθηκαν ἰδιαιτέρως. Μᾶς προσέφεραν πλούσια φαγητά καί μᾶς ξενάγησαν στὰ ἀξιοθέατα τῆς πόλης. Ὅταν μπήκα στον Ναό τοῦ Ἁγίου Σπυρίδωνος καί ἀντίκρισα τα καθίσματα στη σειρά, νόμιζα ὅτι μπήκα σε θέατρο. Ποτέ ως τότε δέν εἶχα δεῖ ναό με καθίσματα, γιατί στη Ρωσία δέν ὑπῆρχε τέτοια συνήθεια.
Ἡ θάλασσα και το ψάρεμα ἦταν πάντοτε ἡ πιὸ εὐχάριστη ἀπασχόλησή μου. Δέν ἔχασα τον χρόνο μου. Με παραμάνες έκανα αγκίστρια καί ἄρχισα να ψαρεύω. Η πρώτη «τυχερή» ήταν μια σαλιάρα...
Ἐπιτέλους, ἦρθε τό ἀναμενόμενο! Ένα μικρό φορτηγό πλοίο.
Ἐπιβιβαστήκαμε καί ἀποπλεύσαμε γιά τήν Πάτρα. Ἀπό ἐκεῖ μέ ἄλλο πλεούμενο φτάσαμε στο Λουτράκι. Καί ἀπό ἐκεῖ μέ φορτηγά ὁδηγηθήκαμε στην Αθήνα.
Στό ὕψος τῆς λεωφόρου Καβάλας ἀντίκρισα τόν Παρθενώνα... Συγκλονίστηκα. Ἦταν ἀλήθεια! Βρισκόμουν ἀπέναντι ἀπό τήν Ἀκρόπολη, γιά τήν ὁποία τόσα καί τόσα εἴχαμε ἀκούσει στο Γυμνάσιο ἀπό τόν καθηγητή τῆς Ἱστορίας! Ήταν τό
Λ δεύτερο σόκ πού ἔπαθα μετά τή θέα τοῦ Βεζουβίου.
Θα πρέπει νά ἀναφέρω ὅτι, γιά νά φτάσουμε ἀπό τό Λουτράκι στην Αθήνα, περάσαμε από πολλούς ἐλέγχους, λόγω τοῦ Εμφυλίου Πολέμου, πού δέν εἶχε κοπάσει ἀκόμη. Φτάνοντας, μᾶς πῆγαν σ' ἕνα κτίριο ἀπέναντι ἀπό τόν Σταθμό Λαρίσης, ἀπό ὅπου μᾶς παρέλαβαν ὁ θεῖος μου Ἡρακλῆς καί ἡ θεία μου Ἐλπίδα καί μᾶς πῆραν στο σπίτι τους, στο Θησεῖο (ὁδός Ήβης 15).
Η πρώτη έξοδος μετά τόν ἐρχομό μας ἔγινε τό ἀπόγευμα τῆς 28ης Ἰουνίου, κατά τήν ὁποία ἐπισκεφθήκαμε τον βράχο τῆς Ἀκροπόλεως καί τόν Ἄρειο Πάγο, ὅπου παρακολουθήσαμε την τελετή τοῦ Ἑσπερινοῦ γιά τήν ἑορτή τῶν ἁγίων πρωτοκορυφαίων ἀποστόλων Πέτρου και Παύλου.


ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΊΑ.  Αρχιμανδρίτης Τιμόθεου. ΚΑΘΗΓΟΥΜΕΝΟΥ ΙΕΡΆΣ ΜΟΝΉΣ ΠΑΡΑΚΛΗΤΟΥ.Αυτοβιογραφικες σελίδες. Παιδικά χρόνια στη Ρωσία.
Εκδόσεις Ιερά Μονή Παρακλήτου.



Κυριακή 7 Δεκεμβρίου 2025

ΧΡΟΝΟΛΟΓΙΚΟΣ ΠΙΝΑΚΑΣ. ΑΡΧΙΜΑΝΔΡΊΤΗ ΤΙΜΟΘΈΟΥ. ΚΑΘΗΓΟΥΜΕΝΟΥ ΙΕΡΆΣ ΜΟΝΉΣ ΠΑΡΑΚΛΉΤΟΥ ΩΡΩΠΟΥ.


ΧΡΟΝΟΛΟΓΙΚΟΣ ΠΙΝΑΚΑΣ
1902: Γέννηση τοῦ πατέρα μου Γεωργίου στην Ευπατόρια τῆς Κριμαίας ἀπό τόν Ἰωάννη και τη Χριστίνα Σακκά.
1910: Γέννηση τῆς μητέρας μου Δέσποινας στη Σεβαστούπολη τῆς Κριμαίας ἀπό τόν Κυριάκο καί τή Χαρίκλεια Ἰορδάνη.
1932: Ὁ γάμος τῶν γονέων μου στη Σεβαστούπολη.
1933: Γεννήθηκα στο Βορονέζ τῆς Ρωσίας (25 Ἰουνίου).
1935: Αναχώρησή μας ἀπό τό Βορονέζ καί ἐγκατάσταση στη Σεβαστούπολη.
1938: Εγκλεισμός τοῦ πατέρα μου σε στρατόπεδο τῆς Σιβηρίας.
1939: Πρώτη εξορία μας ἀπό τή Σεβαστούπολη στην Εὐπατόρια.
1941: Ἔναρξη τοῦ ρωσογερμανικοῦ πολέμου καί τῆς γερμανικῆς Κατοχῆς. Ἀποφυλάκιση τοῦ πατέρα μου.
1942: Κοίμηση τοῦ παπποῦ Κυριάκου Ἰορδάνη. Γέννηση τοῦ ἀδελφοῦ μου Κυριάκου.
1944: Αποχώρηση τῶν Γερμανῶν ἀπό τή Σοβιετική Ενωση.
Δεύτερη ἐξορία μας ἀπό τήν Ευπατόρια στο Οὐζμπεκιστάν.
1948: Αναχώρηση ἀπό τό Οὐζμπεκιστάν καί ἄφιξή μας στην Ἑλλάδα. Γνωριμία μου μέ τόν π. Χερουβείμ. Ενασχόλησή μου μέ τήν κομμωτική τέχνη.
1952: Ανοίγω δικό μου κομμωτήριο. Φοιτῶ στήν ΣΤ΄ τάξη Νυκτερινοῦ Δημοτικοῦ Σχολείου.
1953: Ἐγγράφομαι στο 1ο Νυκτερινό Γυμνάσιο Πειραιῶς.
1959: Ἀποφοιτῶ ἀπό τό Γυμνάσιο καί ἐγγράφομαι στη Θεολογική Σχολή τοῦ Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν. Κλείνω το κομμωτήριο και γίνομαι μέλος τῆς Ἀδελφότητος Θεολόγων «Ὁ Παράκλητος».
1962: Τελεῖται ἡ κουρά μου σε μικρόσχημο μοναχό (15 Δεκεμβρίου) και χειροτονοῦμαι διάκονος (22 Δεκεμβρίου).
1963: Ἀποφοιτῶ ἀπό τή Θεολογική Σχολή Αθηνών. Συμμετέχω στους ἑορτασμούς τῆς Χιλιετηρίδος τοῦ Ἁγίου Ὄρους (22-25 Ἰουνίου). Θεμελιώνεται στον Ωρωπό ή Ι. Μονή Παρα-λκλήτου (20) Ἰουλίου).
1964: Χειροτονοῦμαι πρεσβύτερος (9 Φεβρουαρίου) και ὑπηρετῶ στόν Ἱ. Ν. Ἁγίου Παντελεήμονος Κερατσινίου.
1966: Διορίζομαι ἐφημέριος στόν Ἱ. Ν. Ἁγίας Τριάδος Ρωσικῆς Παροικίας Ἀθηνῶν.
1970: Γίνομαι μέλος τοῦ Χριστιανικοῦ Φιλανθρωπικοῦ Συλλόγου «Ἡ Ἁγία Τριάς» καί ἀναλαμβάνω τή διεύθυνση τοῦ Ρωσικοῦ Γηροκομείου Αργυρουπόλεως.
1979: Κοίμηση τοῦ κτίτορος καί πρώτου καθηγουμένου τῆς Ἱ. Μονῆς Παρακλήτου Γέροντος Χερουβείμ (23 Αὐγούστου).
1980: Ἐκλογή τῆς ἀναξιότητός μου στη θέση τοῦ ἡγουμένου τῆς Ἱ. Μ. Παρακλήτου στις 5 Δεκεμβρίου. Ἐνθρονίζομαι στις 7 Δεκεμβρίου.
1984: Γιά πρώτη φορά ἀπό τό 1948 επισκέπτομαι τή Ρωσία καί τή γενέτειρά μου, τό Βορονέζ.
1988: Συμμετέχω στόν ἑορτασμό της Χιλιετηρίδος τῆς Βαπτίσεως τῶν Ρώσων.
1995: Ἐπισκέπτομαι στην Κριμαία τίς πόλεις Ευπατόρια καί Σεβαστούπολη.
2000: Εγκαίνια τοῦ Καθολικοῦ τῆς Ἱ. Μονῆς Παρακλήτου (12 Νοεμβρίου).
2020: Παραιτοῦμαι ἀπό τήν ἡγουμενία τῆς Μονῆς (4 Μαρτίου).

ΣΤΙΣ ΕΝΝΕΑ ΦΕΒΡΟΥΑΡΊΟΥ 1964 Ο ΚΑΘΗΓΟΥΜΕΝΟΣ ΤΉΣ ΙΕΡΆ ΜΟΝΉΣ ΠΑΡΑΚΛΉΤΟΥ Π.ΤΙΜΟΘΕΟΣ ΣΑΚΚΑΣ ΧΕΙΡΟΤΟΝΉΘΗΚΕ ΣΈ ΠΡΕΣΒΎΤΕΡΟ ΣΤΌΝ ΙΕΡΌ ΝΑΟ ΑΓΊΟΥ ΠΑΝΤΕΛΕΉΜΩΝΟΣ ΚΕΡΑΤΣΙΝΊΟΥ.

ΣΤΙΣ 22 ΔΕΚΕΜΒΡΊΟΥ 1962 Ο ΗΓΟΎΜΕΝΟΣ ΤΗΣ ΙΕΡΆΣ ΜΟΝΉΣ ΠΑΡΑΚΛΉΤΟΥ ΤΙΜΌΘΕΟΣ ΣΑΚΚΆΣ ΧΕΙΡΟΤΟΝΉΘΗΚΕ ΔΙΆΚΟΝΟΣ.

Η ΟΙΚΟΓΈΝΕΙΑ ΤΟΎ ΗΓΟΥΜΈΝΟΥ ΤΉΣ ΜΟΝΉΣ ΠΑΡΑΚΛΉΤΟΥ Π.ΤΙΜΟΘΕΟΥ ΣΑΚΚΑ ΤΌ 1948 ΑΝΑΧΩΡΕΊ ΓΙΑ ΤΉΝ ΕΛΛΆΔΑ.

Ο ΜΑΚΑΡΙΣΤΌΣ ΗΓΟΎΜΕΝΟΣ ΤΗΣ ΙΕΡΆΣ ΜΟΝΉΣ ΠΑΡΑΚΛΉΤΟΥ ΤΙΜΌΘΕΟΣ ΣΑΚΚΆΣ ΜΕ ΤΌΝ ΠΑΤΈΡΑ ΤΟΥ ΓΕΏΡΓΙΟ ΣΑΚΚΆ ΤΌ ΈΤΟΣ 1936.