Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ίση μεταχείριση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ίση μεταχείριση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη, Ιουνίου 16, 2010

O Συνήγορος του Πολίτη μπορεί να πιέσει περισσότερο για την ίση μεταχείριση

Δόθηκε χθες στην δημοσιότητα η Ετήσια Έκθεση του Συνηγόρου του Πολίτη ως θεσμού προώθησης της αρχής της ίσης μεταχείρισης, για το έτος 2009 (μπορείτε να την κατεβάσετε εδώ - κι εδώ μπορείτε να διαβάσετε το σχετικό δελτίο τύπου). 

Είναι μια Έκθεση που αποκαλύπτει τις συνηθέστερες περιπτώσεις αθέμιτων διακρίσεων στην σύγχρονη Ελλάδα, για λόγους φυλετικούς, θρησκεύματος, υγείας, ηλικιακούς, σεξουαλικού προσανατολισμού. Η ειδική αρμοδιότητα του Συνηγόρου του Πολίτη να παρεμβαίνει για την επίλυση διαφορών λόγω αθέμιτων διακρίσεων περιορίζεται δυστυχώς από την ειδική νομοθεσία (ν.3304/2005) σε συγκεκριμένα πεδία, όπως η εργασία, η εκπαίδευση, η στέγαση. Ωστόσο, η γενική αρμοδιότητα του Συνηγόρου αφορά κάθε παράνομη πράξη ή παράλειψη της Διοίκησης και είναι πολύ θετικό ότι η ανεξάρτητη αρχή επιδιώκει την εφαρμογή της αρχής της ίσης μεταχείρισης ακόμη και σε άλλους τομείς, όπως η ελευθερία της Τέχνης. Δεν είναι λίγες οι περιπτώσεις κρατικής λογοκρισίας σε έργα τέχνης για λόγους που ανάγονται σε προκαταλήψεις διοικητικών στελεχών. Κατά 2009, υπήρξε η υπόθεση της ομοφοβικής λογοκρισίας στην Λυρική σκηνή, αλλά και η λογοκρισία του βίντεο Γαβρά από το  Μουσείο Ακρόπολης, όπως και η απόπειρα να "ντυθούν" κάποιοι γυμνοί χορευτές στο Εθνικό Θέατρο επειδή την πρεμιέρα θα παρακολουθούσε ο ... Αρχιεπίσκοπος. Από αυτές τις τρεις υποθέσεις - που δεν θα ενέπιπταν στο πεδίο εφαρμογής του ν.3304/2005, ο Συνήγορος ασχολήθηκε κατόπιν αναφοράς ΜΚΟ με την περίπτωση της "Ρούσαλκα" στη Λυρική και η υπόθεση αυτή αναφέρεται στην Ετήσια Έκθεση ως χαρακτηριστική περίπτωση εφαρμογής της αρχής της ίσης μεταχείρισης όχι στο στενό πεδίο εφαρμογής της ειδικής νομοθεσίας, αλλά βάση της γενικής αρμοδιότητας του Συνηγόρου ως ενός θεσμού που προωθεί την ισότητα.

Περιμένουμε όμως περισσότερα. Είναι γνωστό ότι  η φυσιογνωμία του θεσμού του Συνηγόρου του Πολίτη βασίζεται στην δύναμη των επιχειρημάτων με τα οποία προσπαθεί να πείσει την Διοίκηση να άρει την παρανομία και την κακοδιαχείριση. Ο Συνήγορος δεν είναι - και δεν πρέπει να γίνει - άλλος ένας κυρωτικός μηχανισμός, όπως είναι λ.χ. το Εθνικό Συμβούλιο Ραδιοτηλεόρασης, γιατί η αποστολή του είναι η διαμεσολαβητική επίλυση των διαφορών πολίτη - κράτους. Ωστόσο, η αντίληψη ότι η Διοίκηση πρέπει να συμμορφώνεται μόνο αφού πειστεί από τα επιχειρήματα, έχει οδηγήσει την ανεξάρτητη αρχή σε ένα φαινόμενο που θα χαρακτήριζα ως θεσμική ηττοπάθεια. Όταν ο Συνήγορος δεν μπορεί να πείσει την Διοίκηση να συμμορφωθεί προς τις υποχρεώσεις της, αρκετά συχνά καταθέτει τα όπλα και παραιτείται από τις αρμοδιότητες για την επιβολή των απόψεών του. Έτσι, όμως, πολύ απλά, έχει παραιτηθεί κι από τις άλλες αρμοδιότητες που έχει, αλλά και από τις άλλες υπηρεσίες που μπορεί να προσφέρει στον πολίτη για την επίλυση της υπόθεσής του. 

Η υπόθεση της Ρούσαλκα είναι χαρακτηριστική: ενώ ο Συνήγορος ενεργοποιήθηκε άμεσα στέλνοντας σε χρόνο ρεκόρ δύο εξαιρετικής νομικής ανάλυσης σχετικές επιστολές στη διοίκηση της Λυρικής Σκηνής, όταν οι αρμόδιοι δέησαν να απαντήσουν μετά από πάρα πολλούς μήνες,  τελικά ο Συνήγορος αρκέστηκε σε μια διαβεβαίωση ότι στο μέλλον δεν θα επαναληφθούν φαινόμενα λογοκρισίας, αλλά και ότι η νέα διοίκηση της ΕΛΣ δεν μπορεί να κάνει τίποτε γιατί δεν γνωρίζει το περιστατικό! Κι ενώ ο Συνήγορος υπενθυμίζει την αρχή της συνέχειας της Διοίκησης, βάσει της οποίας - ανεξάρτητα από τις αλλαγές ηγεσίας- οι εκκρεμείς υποθέσεις πρέπει να διεκπεραιώνονται κανονικά, αρκέστηκε στην διαβεβαίωση ότι στο μέλλον αντίστοιχα φαινόμενα θα διερευνηθούν. Και δύο μήνες μετά είχαμε άλλα δύο αντίστοιχα περιστατικά αρμοδιότητας του ίδιου υπουργείου (Πολιτισμού): την λογοκρισία στο βίντεο Γαβρά και την απόπειρα λογοκρισίας στην παράσταση Παπαϊωάννου στο Εθνικό Θέατρο. Σημειωτέον ότι ο Συνήγορος ούτε καν δημοσίευσε Πόρισμα  για την περίπτωση της Λυρικής σκηνής, υπόθεση την οποία μνημονεύει για πρώτη φορά στη Ετήσια Έκθεση για την ίση μεταχείριση. 

Ο Συνήγορος του Πολίτη, μολονότι δεν μπορεί να επιβάλλει κυρώσεις, μπορεί να αξιοποιήσει της θεσμικές δυνατότητες επιβολής των συστάσεών του που του δίνει η νομοθεσία. Δυστυχώς, ο Συνήγορος ασκεί μια άγνωστη πολιτική επιλογής περί του πότε (και εάν) θα αξιοποιήσει αυτές τις πιο δυναμικές του αρμοδιότητες, πολλές εκ των οποίων έχουν περιπέσει σε αχρησία. Ας δούμε τι μπορεί - και πρέπει- να κάνει ο Συνήγορος όταν η Διοίκηση δεν συμμορφώνεται:

α) Δημοσιοποίηση Πορίσματος σε κάθε περίπτωση που η Διοίκηση αρνείται να συμμορφωθεί προς τις συστάσεις του. Η προσφυγή του Συνηγόρου στη δημοσιότητα είναι ένα μέσο που ασκείται άκρως επιλεκτικά, ενώ θα έπρεπε να αποτελεί την πάγια και αναμενόμενη πρακτική: αν η Διοίκηση γνωρίζει ότι κάθε άρνηση συμμόρφωσής της θα δημοσιοποιηθεί στο Διαδίκτυο, τότε είναι βέβαιο ότι θα αντιμετωπίζει με μεγαλύτερη περίσκεψη την άρνηση. Σήμερα όμως που η Διοίκηση γνωριζει ότι ο Συνήγορος κατ΄ επιλογην  θα δημοσιεύσει ένα Πόρισμα, οι αντιστάσεις της είναι πολύ πιο σθεναρές. Ειδικά για την περίπτωση παραβιάσεων της αρχής της ίσης μεταχείρισης - όπου η Διοίκηση θίγει θεμελιώδη δικαιώματα - θα πρέπει να συντάσσεται και να δημοσιεύεται σχετική Έκθεση για κάθε περίπτωση άρνησης συμμόρφωσης κι όχι μόνο μία Ετήσια Έκθεση, η οποία έχει περισσότερο συμπιληματικό χαρακτήρα. 

β) Υποβολή έκθεσης στον εισαγγελέα για κάθε περίπτωση δημόσιου υπαλλήλου που αρνείται να συνεργαστει με τον Συνήγορο του Πολίτη. Πρόκειται για ένα ειδικό ποινικό αδίκημα που προβλέπεται από το άρθρο 4 παρ. 10 του Ν.3094/2005. Η ποινική δίωξη ασκείται μόνο μετά από έκθεση που υποβάλλει ο Συνήγορος στην Εισαγγελία. Ο Συνήγορος θα έπρεπε να ασκεί αυτήν την αρμοδιότητα, συχνά, ακόμη κι  όταν παρέρχεται 3μηνο και δεν έχει λάβει απάντηση στην επιστολή με τις συστάσεις του. Μετά την παρέλευση 3μήνου, ο αρμόδιος υπάλληλος που δεν έχει απαντήσει στην σύσταση του Συνηγόρου θα πρέπει να οδηγείται στον εισαγγελέα. Έτσι η Διοίκηση θα συνειδητοποιήσει ότι η συνεργασία της με το Συνήγορο δεν είναι προαιρετική και δεν θα αναβάλει για τις καλένδες την υποχρέωση ανταπόκρισης στις συστάσεις του. Μπορεί ο Συνήγορος να μην είναι κυρωτικό όργανο, είναι όμως  δημόσια Αρχή. 



γ) Πρόκληση πειθαρχικής δίωξης λειτουργού ή υπαλλήλου. Ο Συνήγορος του Πολίτη μπορεί να προκαλέσει την πειθαρχική δίωξη λειτουργού σε περίπτωση που διαπιστώνει παράνομες πράξεις ή παραλείψεις δημόσιων λειτουργών ή υπαλλήλων. Μάλιστα το σχετικό άρθρο του 4 παρ. 11 του ν.3094/2003 προβλέπεται ότι η άρνηση μέλους της διοίκησης για συνεργασία με τον Συνήγορο κατά την διεξαγωγή έρευνας, αποτελεί παράβαση καθήκοντος και λόγο αντικατάστασης του μέλους της Διοίκησης. Αυτό σημαίνει ότι σε σοβαρές περιπτώσεις, με ενέργεια του Συνηγόρου μπορεί να ζητηθεί η αντικατάσταση όποιου στελέχους αρνείται να λάβει μέρος σε έρευνα της ανεξάρτητης αρχής. Ο Συνήγορος πρέπει να ασκήσει αυτήν την αρμοδιότητά του, ώστε να γίνει αντιληπτό ότι η συνεργασία της Διοίκησης μαζί του είναι υποχρεωτική. Εάν αρχίσουν να αντικαθίστανται στελέχη της διοίκησης επειδή δεν ανταποκρίθηκαν στις υποχρεώσεις τους, τότε θα αρχίσουν να αντιμετωπίζουν με μεγαλύτερη υπευθυνότητα τον Συνήγορο του Πολίτη. 

Αυτές οι τρεις θεσμικές δυνατότητες, των οποίων η σημερινή διοίκηση του Συνηγόρου κάνει εξαιρετικά φειδωλή χρήση, μπορούν να ενδυναμώσουν το ρόλο και την αποτελεσματικότητα της ανεξάρτητης αρχής, χωρίς να την μετατρέπουν σε έναν κυρωτικό μηχανισμό (αφού για τυχόν κυρώσεις θα αποφασίζουν άλλα όργανα), αλλά και απαλλάσσοντάς την από την θεσμική ηττοπάθεια στην οποία έχει περιπέσει. Χρειαζόμαστε έναν ισχυρό Συνήγορο, ο οποίος θα προσφέρει όλες τις υπηρεσίες που προβλέπει η νομοθεσία υπερ του πολίτη και δεν θα παραιτείται με την πρώτη άρνηση, ούτε θα περιορίζεται στην γραφειοκρατική επισήμανση της κακοδιοίκησης, αλλά θα είναι έτοιμος να συμβάλλει έμπρακτα στην βελτίωση των στελεχών της Διοίκησης. Το όραμα θα ήταν να εμπεδώσει την πεποίθηση ότι κάθε δημόσιος υπάλληλος είναι ένας μικρός Συνήγορος του Πολίτη, αφού και το Σύνταγμα αναφέρει ότι οι δημόσιοι υπάλληλοι "υπηρετούν τον Λαό" (βλ. εδώ το άρθρο 103 Σ.)

Χρειάζεται λοιπόν αλλαγή πολιτικής του Συνηγόρου, ώστε  ο πολίτης να μπορεί να εμπιστευθεί όχι μόνο την ορθότητα των επιχειρημάτων, αλλά και την αποτελεσματικότητα της ανεξάρτητης αρχής, σε ευαίσθητες υποθέσεις όπως αυτές που αφορούν την αρχή της ίσης μεταχείρισης. Γιατί είναι σίγουρο ότι οι παραβιάσεις το έτος 2009 ήταν πολύ περισσότερες από τις 54 υποθέσεις που χειρίστηκε και αναγνωρίζει στην Ετήσια Έκθεση ότι προφανώς πρόκειται για ένα μικρό ποσοστό σε σχέση με την πραγματική κατάσταση στην σύγχρονη Ελλάδα. 


Δευτέρα, Απριλίου 05, 2010

Συμβούλιο της Ευρώπης: Σύσταση για τις διακρίσεις λόγω σεξουαλικού προσανατολισμού και ταυτότητας φύλου



Σύσταση CM/Rec(2010)5 της Επιτροπής των Υπουργών των Κρατών μελών περί μέτρων για την καταπολέμηση των διακρίσεων για λόγους σεξουαλικού προσανατολισμού και ταυτότητας φύλου

(Θεσπίστηκε από την Επιτροπή Υπουργών στις 31 Μαρτίου 2010 στην 1081η συνάντηση των Αναπληρωτών Υπουργών)

Η Επιτροπή των Υπουργών, σύμφωνα με τους όρους του Άρθρου 15 β του Καταστατικού του Συμβουλίου της Ευρώπης,

Λαμβάνοντας υπόψη ότι ο σκοπός του Συμβουλίου της Ευρώπης είναι να επιτευχθεί μεγαλύτερη ενότητα στα μέλη του και ότι αυτός ο σκοπος μπορεί να επιτευχθεί, ιδιαίτερα με κοινή δράση στον τομέα των ανθρώπινων δικαιωμάτων,

Υπενθυμίζοντας ότι τα ανθρώπινα δικαιώματα είναι οικουμενικά και εφαρμόζονται για όλα τα άτομα και υπογραμμίζοντας τη δέσμευσή του να εγγυάται την ίση αξιοπρέπεια όλων των ανθρώπων κατά την απόλαυση των δικαιωμάτων και ελευθεριών όλων των ατόμων χωρίς διακρίσεις για λόγους όπως το φύλο, η φυλή, το χρώμα, η γλώσσα, οι πολιτικές ή άλλες πεποιθήσεις, η εθνική ή κοινωνική καταγωγή, η σχέση με εθνική μειονότητα, η ιδιοκτησία, η γέννηση ή άλλη κατάσταση, σύμφωνα με την Σύμβαση για την Προστασία των Ανθρώπινων Δικαιωμάτων και των Θεμελιωδών Ελευθεριών (Σύμβαση αρ. 5) (εφεξής: "η Σύμβαση") και τα πρωτόκολλά της.

Αναγνωρίζοντας ότι η μεταχειριση χωρίς διακρίσεις από κρατικούς παράγοντες, όπως επίσης και η λήψη θετικών κρατικών μέτρων για την προστασία από κάθε διακριτική μεταχείριση, σμπεριλαμβανομένων των μη κρατικών παραγόντων, είναι θεμελιώδη συστατικά του διεθνούς συστήματος προστασίας των ανθρώπινων δικαιωμάτων και των θεμελιωδών ελευθερθών,

Αναγνωρίζοντας ότι οι λεσβίες, οι γκέι, οι μπαισέξουαλ και τα διαφυλικά άτομα εδώ και αιώνες μέχρι και τώρα είναι θύματα ομοφοβίας, τρανσφοβίας και άλλων ειδών έλλειψης ανοχής και διακρίσεων ακόμη και μέσα στις οικογένειές τους - με την ποινικοποίηση, την περιθωριοποίηση, τον κοινωνικό αποκλεισμό και τη βία - λόγω του σεξουαλικού προσανατολισμού και της ταυτότητας φύλου και ότι πρέπει να ληφθεί ειδική δράση προκειμένου να διασφαλιστεί η πλήρης απόλαυση των ανθρώπινων δικαιωμάτων αυτών των προσώπων,

Λαμβάνοντας υπόψη τη νομολογια του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (εφεξής: "το Δικαστήριο") και άλλων διεθνών δικαιοδοσιών, στα οποία ο σεξουαλικός προσανατολισμός θεωρείται λόγος απαγορευμένης διάκρισης και έχουν συμβάλλει στην επαύξηση της προστασίας των δικαιωμάτων των διαφυλικών προσώπων,

Υπενθυμίζοντας ότι σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου, κάθε διαφορετική μεταχείριση θα πρέπει να ειναι αντικειμενική και να έχει εύλογη δικαιολόγηση, για να μην είναι διακριτική, δηλαδή να επιδιώκει ένα νόμιμο στόχο και να μετέρχεται μέσων που είναι ευλόγως αναλογικά ως προς τον επιδιωκόμενο στόχο,

Έχοντας κατά νου την αρχή κατά την οποία πολιτισμιές, παραδοσιακές ή θρησκευτικές αξίες ή κανόνες της "επικρατούσας κουλτούρας" δεν επαρκούν για να δικαιολογήσουν τον μισαλλόδοξο λόγο ή άλλους τύπους διακρίσεων, συμπεριλαμβανομένων αυών για λόγους σεξουαλικού προσανατολισμού ή ταυτότητας φύλου,

Έχοντας υπόψη το μήνυμα της Επιτροπής Υπουργών προς τις μόνιμες επιτροπές και τις άλλες επιτροπές που εργάστηκαν στη διακυβερνητική συνεργασία του Συμβουλίου της Ευρώπης για τα ίσα δικαιώματα και την αξιοπρέπεια όλων των ανθρώπων, συμπεριλαμβανομένων των λεσβιών, γκέι, μπαισέξουαλ και διαφυλικών προσώπων που θεσπίστηκε στις 2 Ιουλιου 2008 και τις σχετικές συστάσεις,

Έχοντας κατα νου τις συστάσεις που θεσπίστηκαν από το 1981 από την Κοινοβουλευτική Διάσκεψη του Συμβουλίου της Ευρώπης όσον αφορά τις διακρίσεις για λόγους σεξουαλικού προσανατολισμού ή ταυτότητας, όπως και την Σύσταση 211 (2007) του Κογκρέσσου των Τοπικών και Περιφερειακών Αρχών του Συμβουλίου της Ευρώπης περί "Ελευθερίας του συνέρχεσθαι και της έκφρασης των λεσβιών, γκέι, μπαισέξουαλ και τρανσέξουαλ ατόμων".

Εκτιμώντας το ρόλο του Επιτρόπου των Ανθρώπινων Δικαιωμάτων ως προς την εποπτεία της κατάστασης των λεσβιών, γκέι, μπαισέξουαλ και διαφυλικών ατόμων στα κράτη μέλη όσον αφορά τις διακρίσεις για λόγους σεξουαλικού προσανατολισμού και ταυτότητας φύλου,

Λαμβάνοντας υπόψη την κοινή δήλωση, που έγινε στις 18 Δεκεμβρίου 2008 από 66 κράτη στη Γενική Συνέλευση των Ηνωμένων Εθνών, στην οποία καταδικάστηκαν οι παραβιάσεις των ανθρώπινων δικαιωμάτων λόγω σεξουαλικού προσανατολισμού και ταυτότητας φύλου, όπως οι φόνοι, τα βασανιστήρια, οι παράνομες επιθέσεις και ο "αποκλεισμός των οικονομικών, κοινωνικών και πολιτισμικών δικαιωμάτων, συμπεριλαμβανομένου του δικαιώματος στην υγεία",

Υπογραμμίζοντας ότι οι διακρίσεις και ο κοινωνικός αποκλεισμός για λόγους σεξουαλικού προσανατολισμού και ταυτότητας φύλου μπορούν να καταπολεμηθούν με στοχευμένα μέτρα υπέρ εκείνων που υφίστανται αυτές τις δικρίσεις ή τον αποκλεισμό αλλά και απευθυνόμενα στο γενικό πληθυσμό.

Συνιστά στα κράτη μέλη:

1. Να εξετάσουν την ισχύουσα νομοθεσία και τα άλλα μέτρα, να τα αναθεωρούν και να συλλέγουν και να αναλύουν σχετικά δεδομένα προκειμένουν να παρακολουθούν και να περιορίζουν κάθε άμεση ή έμμεση διάκριση για λόγους σεξουαλικού προσανατολισμού ή ταυτότητας φύλου,


2. Να διασφαλίζουν ότι τα νομοθετικά και άλλα μέτρα θεσπίζονται και εφαρμόζονται αποτελεσματικά για την καταπολέμηση των διακρίσεων για λόγους σεξουαλικού προσανατολισμού και ταυτότητας φύλου, να διασφαλίζουν το σεβασμό των ανθρώπινων δικαιωμάτων για τις λεσβίες, τους γκέι, τους μπαισέξουαλ και τα διαφυλικά πρόσωα και να προωθούν την ανεκτικότητα έναντί τους.

3. Να διασφαλίζουν ότι τα θύματα των διακρίσεων έχουν γνώση και έχουν πρόσβαση σε αποτελεσματικά νομικά μέτρα ενώπιον μιας εθνικής αρχής και ότι τα μέτρα για την καταπολέμηση των διακρίσεων, συμπεριλαμβανομένων, όταν επιβάλλεται, των κυρώσεων για παραβιάσεις και των διατάξεων για επαρκή αποζημίωση των θυμάτων των διακρίσεων.


4. Να χρησιμοποιούν ως κατευθυντήριες γραμμές στη νομοθεσία, τις πολιτικές και τις πρακτικές τους τις αρχές και τα μέτρα που περιλαμβάνονται στο παράρτημα αυτής της σύστασης.


5. Να διασφαλίσουν ότι θα ληφθούν απαραίτητα μέτρα και δράσεις ώστε αυτή η σύσταση, συμπεριλαμβανομένου του Παραρτήματός της, θα μεταφραστεί και θα διαδοθεί όσο το δυνατόν ευρύτερα.


Παράρτημα στη Σύσταση CM/Rec(2010)5

I. Δικαίωμα στη ζωή, την ασφάλεια και την προστασία από τη βία

A. “Εγκλήματα μίσους” και άλλα αδικήματα με κίνητρο το μίσος

1. Τα Κράτη μέλη θα πρέπει να διασφαλίζουν αποτελεσματικές, άμεσες και ανεξάρτητες έρευνες για τις φερόμενες υποθέσεις εγκλημάων και άλλων αδικημάτων στις οποίες ο σεξουαλικός προσανατολισμός ή η ταυτότητα φύλου του θύματος υπάρχει εύλογη υποψία ότι αποτέλεσε κίνητρο για τον δράστη. Θα πρέπει περαιτέρω να διασφαλίζουν ότι δίνεται ιδιαίτερη προσοχή στην διερεύνηση αυτών των εγκλημάτων και αδικημάτων όταν φέρονται ότι τελέστηκαν από όργανα καταστολής ή από άλλα πρόσωπα που δρουν με επίσημη ιδιότητα και ότι οι υπεύθυνοι αυτών των πράξεων οδηγούνται όντως στη δικαιοσύνη και, όταν πρέπει, τιμωρούνται προκειμένου να αποφευχθεί η ατιμωρησία.

2. Τα Κράτη μέλη θα πρέπει να διασφαλίζουν ότι κατά την επιμέτρηση της ποινής, η προκατάληψη έναντι του σεξουαλικού προσανατολισμού ή της ταυτότητας φύλου, ως κίνητρο, θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη ως επιβαρυντική περίσταση.

3. Τα Κράτη μέλη θα πρέπει να λάβουν απαραίτητα μέτρα για να διασφαλίζουν ότι τα θύματα και οι μάρτυρες των "εγκλημάτων μίσους" και άλλων αδικημάτων με κίνητρο το μίσος λόγω σεξουαλικού προσανατολισμού ή ταυτότητας φύλου θα πρέπει να ενθαρρύνονται να καταγγέλλουν αυτά τα εγκλήματα και αδικήματα. Γι' αυτό το λόγο, τα κράτη μέλη θα πρέπει να λαμβάνουν όλα τα απαραίτητα μέτρα για να διασφαλίζεται ότι οι κατασταλτικές δομές, όπως και η δικαιοσύνη, έχουν την απαραίτητη γνώση και ικανότητες να αναγνωρίζουν τέτοια εγκλήματα και αδικήματα και να παρέχουν επαρκή βοήθεια και υποστήριξη στα θύματα και τους μάρτυρες.

4. Τα Κράτη μέλη θα πρέπει να λαμβάνουν κατάλληλα μέτρα για να διασφαλίζουν την ασφάλεια και την αξιοπρέπεια όλων των προσώπων που βρίσκονται σε φυλακές ή έχει περιοριστεί η ελευθερία τους με άλλους τρόπους, συμπεριλαμβανομένων των λεσβιών, γκέι, μπαισέξουαλ και διαφυλικών προσώπων και ιδιατέρως να λαμβάνουν προστατευτικά μέτρα εναντίον των σωματικών επιθέσεων, του βιασμού και άλλων τύπων σεξουαλικών καταχρήσεων, είτε τελούνται από συγκρατούμενους είτε από το προσωικό. Τα μέτρα θα πρέπει να λαμβάνονται έτσι ώστε να προστατεύουν και να σέβονται επαρκώς τη ταυτότητα φύλου των διαφυλικών προσώπων.

5. Τα Κράτη μέλη θα πρέπει να διασφαλίζουν ότι τα σχετικά δεδομένα συλλέγονται και αναλύονται ως προς την πρόληψη και την φύση της διάκρισης και της έλλειψης ανεκτικότητας για λόγους σεξουαλικού προσανατολισμού και ταυτότητας φύλου και ιδιαιτέρως όσον αφορά τα "εγκλήματα μίσους" και τα αδικήματα με κίνητρο το μίσος που σχετίζονται με τον σεξουαλικό προσανατολισμό και την ταυτότητα φύλου.

B. “Μισαλλόδοξος λόγος”

6. Τα Κράτη μέλη θα πρέπει να λάβουν απαραίτητα μέτρα για να καταπολεμήσουν όλους τους τύπους έκφρασης, συμπεριλαμβανομένων των μέσων ενημέρωσης και στο Διαδίκτυο, τα οποία πορεί ευλόγως να οδηγήσουν σε αποτελέσματα όπως παρακίνηση, διάδοση ή προώθηση μίσους ή άλλων τύπων διάκρισης εναντίον των λεσβιών, γκέι, μπαισέξουαλ και διαφυλικών προσώπων. Τέτοιος "μισαλλόδοξος λόγος" θα πρεπει να απαγορεύεται και να καταγγέλλεται δημόσια οπουδήποτε κι αν εμφανίζεται. Όλα τα μέτρα θα πρέπει να σέβονται το θεμελιώδες δικαίωμα της ελευθερίας της έκφρασης σύμφωνα με το Άρθρο 10 της Σύμβασης και της νομολογία του Δικαστηρίου.

7. Τα Κράτη μέλη θα πρέπει να εγείρουν την επίγνωση των δημόσιων αρχών και δημόσιων θεσμών σε όλα τα επίπεδα των αρμοδιοτήτων τους να απέχουν από δηλώσεις, ιδιαιτέρως σε μέσα ενημέρωσης, οι οποίες μπορεί εύλογα να κατανοηθούν ως νομιμοποίηση αυτού του μίσους ή των διακρίσεων.

8. Οι δημόσιοι υπάλληλοι και οι άλλοι εκπρόσωποι του κράτους θα πρέπει να ενθαρρύνονται στην προώθηση της ανεκτικότητας και το σεβασμό των ανθρώπινων δικαιωμάτων των λεσβιών, γκέι, μπαισέξουαλ και διαφυλικών προσώπων όταν εισέρχονται σε διάλογο με σημαντικούς εκπροσώπους της κοινωνίας των πολιτών, συμπεριλαμβανομένων των οργανισμών μέσων ενημέρωσης και αθλητισμού, των πολιτικών οργανώσεων και των θρησκευτικών κοινοτήτων.

II. Ελευθερία του συνεταιρίζεσθαι


9. Τα Κράτη μέλη θα πρέπει να λάβουν τα απαραίτητα μέτρα για να διασφαλίσουν, σύμφωνα με το Άρθρο 11 της Σύμβασης, ότι το δικαίωμα για ελευθερία του συνεταιρίζεσθαι μπορεί να ασκηθεί αποτελεσματικά χωρίς διακρίσεις για λόγους σεξουαλικού προσανατολισμού ή ταυτότητας φύλου. Ιδιαίτερα, οι διοικητικές διαδικασίες που εισάγουν διακρίσεις, όπως η υπερβολική τυπολατρία για την καταχώρηση και την πρακτική λειτουργία σωματείων θα πρέπει να αποτρέπονται και να καταργούνται. Θα πρέπει επίσης να λαμβάνονται μέτρα για την αποτροπή της κατάχρησης των νομικών και διοικητικων διατάξεων, όπως αυτές που σχετίζονται με απαγορεύσεις που βασίζονται στη δημόσια υγεία, τη δημόσια ηθική και την δημόσια τάξη.

10. Η πρόσβαση στη δημόσια χρηματοδότηση των μη κυβερνητικών οργανώσεων πρέπει να διασφαλίζεται χωρίς διάκριση για λόγους σεξουαλικού προσανατολισμού ή ταυτότητας φύλου.

11. Τα Κράτη μέλη θα πρέπει να λάβουν απαραίτητα μέτρα για την αποτελεσματική προστασία των υπερασπιστών των ανθρώπινων δικαιωμάτων των λεσβιών, γκέι, μπαισέξουαλ και διαφυλικών προσώπων εναντίον του μίσους και της εχθρότητας την οποία μπορεί να υφίστανται, συμπεριλαμβανομένων εκείνων που φέρονται ότι τελούνται από δημόσιους λειτουργούς, προκειμένου να τους επιτρέπεται να διεξάγουν ελεύθερα τις δραστηριότητές τους συμφωνα με την Διακήρυξη της Επιτροπής Υπουργών του Συμβουλίου της Ευρώπης περι βελτίωσης της προστασίας των υπερασπιστών των ανθρώπινων δικαιωμάτων και προώθησης των δράσεών τους.

12. Τα Κράτη μέλη θα πρέπει να εγγυώνται ότι ζητάται η γνώμη των μη κυβερνητικών οργανώσεων που υπερασπίζονται τα ανθρώπινα δικαιώματα των λεσβιών, γκέι, μπαισέξουαλ και διαφυλικών προσώπων κατά τη θέσπιση και εφαρμογή μέτρων που μπορεί να έχουν επιπτώσεις στα ανθρώπινα δικαιώματα αυτών των προσώπω.

III. Ελευθερία έκφρασης και ειρηνικής συνάθροισης

13. Τα Κράτη μέλη θα λάβουν τα απαραίτητα μέτρα για να διασφαλίζουν ότι, σύμφωνα με το άρθρο 10 της Σύμβασης, το δικαίωμα της ελευθερίας της έκφρασης ασκείται αποτελεσματικά χωρίς διακρίσεις για λόγους σεξουαλικού προσανατολισμού ή ταυτότητας φύλου, συμπεριλαμβανομένου του σεβασμού της ελευθερίας της λήψης και μετάδοσης πληροφοριών για θέματα που σχετίζονται με τον σεξουαλικό προσανατολισμό και την ταυτότητα φύλου.

14. Τα Κράτη μέλη θα λάβουν τα απαραίτητα μέτρα σε εθνικό, περιφερειακό και τοπικό επίπεδο για να διασφαλίζουν ότι το δικαίωμα στην ελευθερία ειρηνικής συνάθροισης που προβλέπεται από το Άρθρο 11 της Σύμβασης θα ασκείται αποτελεσματικά, χωρίς διακρίσεις για λόγους σεξουαλικού προσανατολισμού ή ταυτότητας φύλου.

15.Τα Κράτη μέλη θα διασφαλίζουν ότι οι κατασταλτικές αρχές λαμβάνουν τα απαραίτητα μέτρα για να προστατεύσουν τους συμμετέχοντες σε ειρηνικές διαδηλώσεις υπέρ των ανθρώπινων δικαιωμάτν των λεσβιών, γκέι, μπαισέξουαλ και διαφυλικών προσώπων από κάθε επίθεση που παρακωλύει παράνομα ή εμποδίζει την αποτελεσματική απόλαυση του δικαιώματος στη ελευθερία της έκφρασης και την ειρηνική συνάθροιση.

16. Τα Κράτη μέλη θα πρέπει να λάβουν τα απαραίτητα μέτρα για να αποτρέψουν περιορισμούς στην αποτελεσματική ενάσκηση των δικαιωμάτων της ελευεθρίας της εκφρασης και της ειρηνικής συνάθροισης που απορρέουν από την κατάχρηση νομικών ή διοικητικών διατάξεων, για παράδειγμα για λόγους δημόσιας υγείας, δημόσιας ηθικής και δημόσιας τάξης.

17. Οι δημόσιες αρχές σε όλα τα επίπεδα θα πρέπει να ενθαρρύνονται να καταδικάζουν δημόσια και κυρίως στα μέσα ενημέρωσης, κάθε παράνομη παρέμβαση στο δικαίωμα των ατόμων και ομάδων ατόμων κατά την έκφραση της ελευθερίας της έκφρασης και της ειρηνικής συνάθροισης, ιδίως όταν αφορά τα ανθρώπινα δικαιώματα των λεσβιών, γκέι, μπαισέξουαλ και διαφυλικών προσώπων.

IV. Δικαίωμα σεβασμού της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής

18. Τα Κράτη μέλη θα πρέπει να διασφαλίζουν ότι θα καταργηθεί κάθε νοοθεσία που εισάγει διακρίσεις ποινικοποιώντας τις σεξουαλικές πράξεις μεταξύ συναινούντων ομοφύλων ενηλίκων, όπως και κάθε διαφορά όσον αφορά την ηλικία συγκατάθεσης για ομόφυλοφιλικές σεξουαλικές και ετεροφυλοφιλικές σεξουαλικές δραστηριότητες. Θα πρέπει επίσης να λάβουν τα απαιραίτητα μέτρα για να διασφαλιστεί ότι η ποινική νομοθεσία που, λόγω της διατύπωσής της, μπορεί να οδηγεί σε διακριτική εφαρμογή, είτε θα καταργηθεί είτε θα αναθεωρηθεί είτε θα εφαρμόζεται κατά τρόπον ώστε να είναι συμβατή με την αρχή της μη-διάκρισης.

19. Τα Κράτη μέλη θα πρέπει να διασφαλίζουν ότι τα προσωπικά δεδομένα που αναφέρονται στον σεξουαλικό προσανατολισμό εν΄ς προσώπου δεν θα συλλέγονται, αποθηκεύονται ή άλλως χρησιμοποιούνται από δημόσιους θεσμούς, συμπεριλαμβανομένων ιδίως των κατασταλτικών δομών, εκτός από όταν είναι αναγκαίο για την επιδίωξη συγκεκριμένου νόμιμου και δίκαιου σκοπού. Τα υπάρχοντα αρχεία που δεν συμβαδίζουν με αυτές τις αρχές θα πρέπει να καταστραφούν.

20. Προϋποθέσεις, όπως οι αλλαγές στην σωματική φύση, για την νομική αναγνώριση του επαναπροσδιορισμού φύλου, θα πρέπει να εξετάζονται σε τακτά διαστήματα, προκειμένου να καταργηθούν οι καταχρηστικές προϋποθέσεις.

21. Τα Κράτη μέλη θα πρέπει να λάβουν τα απαραίτητα μέτρα για να εγγυηθούν την πλήρη νομική αναγνώριση του επαναπροσδιορισμού του φύλου ενός προσώπου σε όλες τις πτυχές της ζωής του, ιδιαιτέρως καθιστώντας εφικτή την αλλαγή του ονόματος και του φύλου στα δημόσια έγγραφα με έναν σύντομο, διαφανή και προσβάσιμο τρόπο. Τα Κράτη μέλη θα πρέπει επίσης να διασφαλίζουν, όταν είναι απαραίτητο, την αντίστοιχη αναγνώριση των αλλαγών από μη κρατικούς παράγοντες, όσον αφορά τα σημαντικά έγγραφα, όπως τα εκπαιδευτικά ή εργασιακά πιστοποιητικά.

22.Τα Κράτη μέλη θα πρέπει να λάβουν όλα τα αναγκαία μέτρα για να διασφαλίζουν ότι, όταν έχει ολοκληρωθεί ο επαναπροσδιορισμός φύλου κι έχει αναγνωριστεί νομικά σύμφωνα με τις παραγράφους 20 και 21, διασφαλίζεται το δικαίωμα των διαφυλικών προσώπων να παντρεύονται με άτομο του αντίθετου φύλου.

23. Όπου η εθνική νομοθεσία αναγνωρίζει δικαιώματα και υποχρεώσεις σε ανύπαντρα ζευγάρια, τα Κράτη μέλη θα πρέπει να διασφαλίζουν΄ ότι αυτά εφαρμόζονται χωρίς διακρίσεις τόσο σε ομόφυλα όσο και σε ετερόφυλα ζευγάρια, συμπεριλαμβανομένων των συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων των επιζησάντων και εγκατάστασης επιζησάντων ενοικιαστών.

24. Όπου η εθνική νομοθεσία αναγνωρίζει το σύμφωνο συμβίωσης, τα Κράτη μέλη θα πρέπει να επιδιώκουν ότι η νομική θέση και τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις είναι αντίστοιχα με αυτά των ετερόφυλων ζευγαριών σε μια συγκρίσιμη κατάσταση.

25.Όπου η εθνική νομοθεσία δεν αναγνωρίζει δικαιώματα ή υποχρεώσεις για κατοχυρωμένες συγκατοικήσεις ομόφυλων ζυεγαριών και μη παντρεμένων ζευγαριών, τα κράτη μέλη καλούνται να εξετάσουν τη δυνατότητα να παράσχουν, χωρίς διακρίσεις, συμπεριλαμβανομένων και των ετερόφυλων ζευγαριών, νομικά και άλλα μέσα για να διευθετήσουν τα πρακτικά προβλήματα που σχετίζονται με την κοινωνική πραγματικότητα στην οποία ζουν.

26. Λαμβάνοντας υπόψη ότι τα βέλτιστα συμφέροντα των παιδιών αποτελούν το πρωταρχικό κριτήριο για τη λήψη αποφάσεων που αφορούν την γονική υπευθυνότητα ή την επιμέλεια ενός παιδιού, τα κράτη μέλη θα πρέπει να διασφαλίζουν ότι αυτές οι αποφάσεις δεν θα λαμβάνονται με διακρίσεις ως προς τον σεξουαλικό προσανατολισμό ή την ατυτότητα φύλου.

27. Λαμβάνπντας υπόψη ότι τα βέλτιστα συμφέροντα των παιδιών αποτελούν το πρωταρχικό κριτηριο για την λήψη αποφάσεων ως προς την τεκνοθεσία ενός παιδιού, τα κράτη μέλη των οποίων η εθνική νομοθεσία επιτρέπει την ατομική τεκνοθεσία θα πρέπει να διασφαλίζουν ότι ο νόμος εφαρμόζεται χωρίς διακρίσεις που βασίζονται στον σεξουαλικό προσανατολισμό ή την ταυτότητα φύλου.

28.Όπου η εθνική νομοθεσία επιτρέπει την υποβοηθούμενη αναπαραγωγή ανύπαντρων γυναικών, τα κράτη μέλη θα πρέπει να επιδιώκουν την διασφάλιση πρόσβσης σε αυτή τη μεταχείρισης χωρίς διακρίσεις λόγω σεξουαλικού προσανατολισμού.

V. Εργασία

29. Τα κράτη μέλη πρέπει να διασφαλίσουν την κατοχύρωση και εφαρμογή κατάλληλων μέτρων που επιτρέπουν την αποτελεσματική προστασία εναντίον των διακρίσεων για λόγους σεξουαλικού προσανατολισμού ή ταυτότητας φύλου στο χώρο της εργασίας και απασχόλησης στο δημόσιο και τον ιδιωτικό τομέα. Αυτά τα μέτρα θα πρέπει να καλύπτουν και τους όρους πρόσβασης στην εργασία και τις προαγωγές, απολύσεις, αμοιβές και άλλες εργασιακές συνθήκες, συμπεριλαμβανομένης της αποτροπής, καταπολέμησης και τιμώρησης της παρενόχλησης και άλλων τρόπων θυματοποίησης.

30. Ιδιαίτερη προσοχή πρέπει να δοθεί στην παροχή αποτελεσματικής προστασίας στο δικαίωμα ης ιδιωτικότητας των διαφυλικών ατόμων στο πλαίσιο της εργασίας, ιδιαίτερα σχετικά με τις αιτήσεις εργασίας, ώστε να αποτρέπεται η άσχετη διάδοση του ιστορικού του φύλου τους ή το πρώην όνομά τους στον εργοδότη και τους άλλους εργαζομένους.

VI. Εκπαίδευση

31. Λαμβάνοντας ιδιαιτέρως υπόψη τα υπερέχοντα συμφέροντα των παιδιών, τα κράτη πρέπει να λάβουν τα κατάλληλα νομοθετικά και άλλα μέτρα προς το εκπαιδευτικό προσωπικό και τους μαθητές, ώστε να διασφαλίζεται ότι το δικαίωμα στην εκπαίδευση θα ασκείται αποτελεσματικά και χωρίς διακρίσεις για λόγους σεξουαλικού προσανατολισμού και ταυτότητας φύλου. Αυτό περιλαμβάνει ιδιαίτερα την εγγύηση ότι το δικαίωμα των παιδιών και νέων στην εκπαίδευση σε ένα ασφαλές περιβάλλον, χωρίς βία, παρενοχλήσεις, κοινωνικό αποκλεισμό ή άλλες μορφές διακριτικής και εξευτελιστικής μεταχείρισης που συνδέονται με το σεξουαλικό προσανατολισμό και την ταυτότητα φύλου.

32. Λαμβάνοντας ιδιαιτέρως υπόψη τα υπερέχοντα δικαιώματα των παιδιών, πρέπει να ληφθούν αποτελεσματικά μέτρα σε όλα τα επίπεδα για να προωθηθεί η αποτελεσματική ανεκτικότητα και ο σεβασμός στα σχολεία, ανεξάρτητα από το σεξουαλικό προσανατολισμό και την ταυτότητα φύλου. Αυτό θα πρέπει να περιλαμβάνει την αμοιβαία ανοχή και το σεβασμό στα σχολεία όσον αφορά το σεξουαλικό προσανατολισμό και την ταυτότητα φύλου. Αυτό θα πρέπει να περιλαμβάνει την παροχή αντικειμενικών πληροφοριών όσον αφορά το σεξουαλικό προσανατολισμό και την ταυτόττηα φύλου, για παράδειγμα στα σχοικά προγράμματα και το εκπαιδευτιό υλικό καινα παρέχει σε μαθητές και φοιτητές τις αναγκαίες πληροφορίες, την προστασία και την υποστήριξη για να τους βοηθήσει να ζήσουν σύμφωνα με το σεξουαλικό τους προσανατολισμό και την ταυτότητα φύλου τους. Περαιτέρω, τα κράτη μέλη πρέπει να σχεδιάσουν και να εφαρμόσουν πολιτικές ισότητας κι ασφάλειας στο σχολείο καθώς και σχέδια δράσης και πρέπει να διασφαλίζουν την πρόσβαση σε επαρκή εκπαίδευση κατά των διακρίσεων ή προγράμματα βοήθειας για υποστήριξη και διδασκαλία. Τέτοια μέτρα πρέπει να λαμβάνουν υπόψη τα δικαιώματα των γονέων για την εκπαίδευση των παιδιών τους.

VII. Υγεία

33. Τα Κράτη μέλη πρέπει να λαμβάνουν κατάλληλα νομοθετικά και άλλα μέτρα για να διασφαλίζουν ότι τα υψηλότερα πρότυπα υγείας ισχύουν για όλους χωρίς διακρίσεις για λόγους σεξουαλικού προσανατολισμού και ταυτότητας φύλου. Ιδιαίτερα θα πρέπει να λάβουν υπόψη τους τις ειδικές ανάγκες των λεσβιών, των γκέι, των μπαισέξουαλ και των διαφυλικών προσώπων στην ανάπτυξη εθνικών σχεδίων υγείας συμπεριλαμβανομένων των μέτρων καταπολέμησης της αυτοκτονίας, καταλύματα υγείας, ιατρικά προγράμματα, τμήματα εκπαίδευσης και παρακολούθηση και αξιολόγηση των υπηρεσιών παροχής υγείας.

34. Κατάλληλα μέτρα θα πρέπει να λαμβάνονται προκειμένου να αποφεύγεται η κατηγοριοποίηση της ομοφυλοφιλίας ως αρρώστιας, σύμφωνα με τα πρότυπα του Παγκόσμιου Οργανισμου Υγείας.

35. Τα κράτη μέλη πρέπει να λαμβάνουν τα κατάλληλα μέτρα για να διασφαλίσουν ότι τα διαφυλικά άτομα έχουν επαρκή πρόσβαση στις κατάλληλες υπηρεσίες επαναπροσδιορισμού φύλου, συμπεριλαμβανομένων των ψυχολογικών, ενδοκρινολογικών και χειρουργικών ειδικών στον τομέα της υγείας των διαφυλικών, χωρίς να πρέπει να υποβάλλονται σε παράλογες προϋποθέσεις. Κανένα πρόσωπο δεν πρέπει να υποβάλλεται σε διαδικασίες επαναπροσδιορισμού φύλου χωρίς την συγκατάθεσή του/της.

36. Τα κράτη μέλη θα πρέπει να λάβουν τα απαραίτητα νομοθετικά και άλλα μέτρα για να διασφαλίσουν ότι όλες οι αποφάσεις που περιορίζουν τα κόστη που καλύπτονται από την ασφάληση υγείας για διαδικασίες επαναπροσδιορισμού φύλου θα πρέπει να είναι νόμιμες, αντικειμενικές και αναλογικές.

VIII. Στέγαση

37. Πρέπει να λαμβάνονται μέτρα που να διασφαλίζουν ότι η πρόσβαση σε επαρκή στέγαση θα είναι αποτελεσματικά και θα αφορούν εξίσου όλα τα πρόωπα, χωρίς διακρίσεις για λόγους σεξουαλικού προσανατολισμού ή ταυτοτητας φύλου. Τέτοια μέτρα πρέπει να αποσκοπούν ιδιαίτερα στη προστασία έναντι εξώσεων για λόγους διάκρισιης και να εγγυώνται ίσα δικαιώματα για να την απόκτηση και διατήρηση κυριότητας ακινήτων και άλλης ιδιοκτησίας.

38. Ιδιαίτερη προσοχή θα πρέπει να δοθεί στους κινδύνους να μείνουν άστεγοι που αντιμετωπίζουν οι λεσβίες, οι γκέι, οι μπαισέξουαλ και οι διαφυλικοί, συμπεριλαμβανομένων των νέων ατόμων και των παιδιών που μπορεί να είναι ιδιαίτερα ευπαθή στον κοινωνικό αποκλεισμό, ακόμη κι από τις ίδιες τις οικογένειές τους. Σε σχέση με ατό, οι αντίστοιχες κοινωνικές υπηρεσίες πρέπει να παρέχονται στη βάση μιας αντικειμενικής αξιολόγησης των αναγκών κάθε ατόμου, χωρίς διακρίσεις.

IX. Αθλητισμός

39. Η ομοφοβία, η τρανσφοβία και οι διακρίσεις για λόγους σεξουαλικού προσανατολισμού και ταυτότητας φύλου στα αθλήματα, είναι απαράδεκτες και πρέπει να καταπολεμούνται, όπως ο ρατσισμός και οι άλλες μορφές διακρίσεων.

40. Οι αθλητικές δραστηριότητες και εγκαταστάσεις πρέπει να είναι ανοικτές σε όλους χωρίς διακρίσεις για λόγους σεξουαλικού προσανατολισμού ή ταυτότητας φύλου. Ιδιαίτερα πρέπει να λαμβάνονται επαρκή μέτρα για την αντιμετώπιση και την τιμώρηση των προσβολών λόγω διάκρισης για το σεξουαλικό προσανατολισμό ή την ταυτότητα φύλου και σε σύνδεση με αθλητικές εκδηλώσεις.

41. Τα κράτη μέλη πρέπει να ενθαρρύνουν το διάλογο και να υποστηρίζουν τις αθλητικές ενώσεις και τα σωματεία οπαδών στην ανάπτυξη δραστηριοτήτων για τη συνειδητοποίηση όσον αφορά τις διακρίσεις κατά των λεσβιών, των γκέι των μπαισέξουαλ και των διαφυλικών προσώπων στα αθλήματα και να καταδικάζουν τις εκδηλώσεις έλλειψης ανεκτικότητας εναντίον τους.

X. Δικαίωμα αίτησης ασύλου


42. Σε υποθέσεις που τα κράτη μέλη έχουν διεθνείς υποχρεώσεις σχετικά με αυτό, θα πρέπει να αναγνωρίζουν ότι ένας εύλογα θεμελιωμένος φόβος δίωξης λόγω σεξουαλικού προσανατολισμού ή ταυτότητας φύλου μπορεί να αποτελεί έγκυρο λόγο για την αναγνώριση ιδιότητας πρόσφυγα και προστατευόμενου από άσυλο κατά το εθνικό δίκαιο. 

43. Τα κράτη μέλη πρέπει να διασφαλίζουν ιδίως ότι οι αιτούντες άσυλο δεν στέλνονται σε χώρα όπου απειλείται η ζωή ή η ελευθερία τους ή αντιμετωπίζουν κίνδυνο βασανιστηρίων, απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης ή τιμωρίας για λόγους σεξουαλικού προσανατολισμού ή ταυτότητας φύλου. 

44. Οι αιτούντες άσυλο πρέπει να προστατεύονται από κάθε πολιτική ή πρακτική διακρίσεων για λόγους σεξουαλικού προσανατολισμού ή ταυτότητας φύλου. Ιδίως θα πρέπει να ληφθούν κατάλληλα μέτρα για να αποτραπεί ο κίνδυνος σωματικής βίας, συμπεριλαμβανομένων των σεξουαλικών επιθέσεων, της λεκτικής βίας ή άλλων τύπων παρενόχλησης εις βάρος των αιτούντων άσυλο που έχουν στερηθεί την ελευθερία τους και να διασφαλίζεται η πρόσβασή τους σε πληροφορίες σχετικές με την ιδιαίτερη κατάστασή τους. 

XI. Εθνικές δομές ανθρώπινων δικαιωμάτων

45. Τα κράτη μέλη πρέπει να διασφαλίσουν ότι οι εθνικές δομές για την προστασία των ανθρώπινων δικαιωμάτων έχουν αναλάβει ξεκάθαρα να χειρίζονται υποθέσεις διακρίσεων λόγω σεξουαλικού προσανατολισμού ή ταυτότητας φύλου. Ιδίως πρέπει να είναι σε θέση να κάνουν συστάσεις για νομοθεσία και πολιτικές, να συμβάλλουν στην επίγνωση του γενικότερου κοινού καθώς επίσης - στο μέτρο που προβλέπεται από το εθνικό δίκαιο- να εξετάζουν ατομικά παράπονα σχετικά με τον ιδιωτικό και δημόσιο τομέα και να πηγαίνουν υποθέσεις στο Δικαστήριο ή να παρεμβαίνουν σε δίκες. 

XII. Διακρίσεις για πολλαπλούς λόγους


46. Τα κράτη μέλη ενθαρρύνονται να λάβουν μέτρα για να διασφαλιστεί ότι οι νομικές διατάξεις του εθνικού δικαίου που απαγορεύουν ή αποτρέπουν τις διακρίσεις προστατεύουν επίσης εναντίον των διακρίσεων για πολλαπλούς λόγους, συμπεριλαμβανομένων των λόγων σεξουαλικού προσανατολισμού ή ταυτότητας φύλου. Οι εθνικές δομές για τα ανθρώπινα δικαιώματα θα πρέπει να έχουν ευρεία αποστολή για να μπορούν να χειρίζονται τέτοιες υποθέσεις. 


Τετάρτη, Ιανουαρίου 20, 2010

Το δικαίωμα ψήφου είναι ανθρώπινο δικαίωμα

Οι υποστηρικτές της διενέργειας δημοψηφίσματος για το νομοσχέδιο σχετικά με την τροποποίηση του Κώδικα Ελληνικής Ιθαγένειας υποστηρίζουν ότι υπάρχει μια σκόπιμη σύγχυση ανάμεσα στα "ανθρώπινα δικαιώματα" και στο δικαίωμα ψήφου που είναι "πολιτικό δικαίωμα". Με τη λογική ότι ενώ για τα ανθρώπινα δικαιώματα δεν επιτρέπεται δημοψήφισμα, το δικαίωμα ψήφου είναι "πολιτικό".

Η άποψη αυτή δεν είναι ακριβής. Το δικαίωμα ψήφου εντάσσεται στο "Δικαίωμα για ελεύθερες εκλογές" που κατοχυρώνεται από το Πρώτο Πρόσθετο Πρωτόκολλο της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ). Συγκεκριμένα αναγράφεται στο Πρωτόκολλο της ΕΣΔΑ:

’Αρθρo 3  Δικαίωµα για ελεύθερες εκλoγές


Τα Υψηλά Συµβαλλόµεvα Μέρη αvαλαµβάvoυσι τηv υπoχρέωσι όπως διεvεργώσι, κατά λoγικά διαστήµατα, ελευθέρας µυστικάς εκλoγάς, υπό συvθήκας επιτρεπoύσας τηv ελευθέραv έκφρασιv της λαϊκής θελήσεως ως πρoς τηv εκλoγήv τoυ voµoθετικoύ σώµατoς.


Αυτό σημαίνει ότι ειδικά το δικαίωμα ψήφου για την ανάδειξη του νομοθετικού σώματος (δηλ. για την ανάδειξη βουλευτών), αλλά και το αντίστοιχο δικαίωμα του εκλέγεσθαι στο νομοθετικό σώμα, αποτελεί ανθρώπινο δικαίωμα. Eπιπλέον, ως ανθρώπινο δικαίωμα πρέπει να ασκείται χωρίς διακρίσεις. Αυτό προβλέπεται από το άρθρο 14 της ΕΣΔΑ:


’Αρθρo 14 - Απαγόρευση τωv διακρίσεωv

Η χρήσις τωv αvαγvωριζoµέvωv εv τη παρoύση Συµβάσει δικαιωµάτωv  και ελευθεριώv δέov vα εξασφαλισθή ασχέτως διακρίσεως φύλoυ, φυλής, χρώµατoς, γλώσσης, θρησκείας, πoλιτικώv ή άλλωv πεπoιθήσεωv, εθvικής ή κoιvωvικής πρoελεύσεως, συµµετoχής εις εθvικήv µειovότητα, περιoυσίας, γεvvήσεως ή άλλης καταστάσεως.


Άρα δεν επιτρέπεται να αποκλειστεί κάποιος από την ενάσκηση του ανθρώπινου δικαιώματος συμμετοχής σε εκλογές λόγω της εθνικής του προέλευσης ή της συμμετοχής του σε εθνική μειονότητα. 


Εκτός όμως από την ΕΣΔΑ υπάρχει κι άλλη διάταξη του διεθνούς δικαίου που δεν επιτρέπει δημοψηφισματική ανατροπή της. Το άρθρο 25 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα (ΔΣΑΠΔ):


 Άρθρο 25

1. Κάθε πολίτης έχει το δικαίωμα και τη δυνατότητα χωρίς καμία διάκριση από εκείνες που αναφέρονται στο άρθρο 2 και χωρίς υπέρμετρους περιορισμούς: 

α. να συμμετέχει στην άσκηση δημόσιας εξουσίας είτε άμεσα είτε δια μέσου ελεύθερα επιλεγμένων εκπροσώπων,

β. να εκλεγεί και να εκλέγεται, κατά τη διάρκεια εκλογών περιοδικών, τίμιων, με καθολική, ίση και μυστική ψηφοφορία, που εξασφαλίζουν την ελεύθερη έκφραση της βούλησης των ψηφοφόρων, 

γ. να έχει πρόσβαση, υπό γενικούς όρους ισότητας, στα δημόσια αξιώματα της χώρας του.


Η απαγόρευση των διακρίσεων κατά το άρθρο 26 του ΔΣΑΠΔ είναι ευρύτερη από αυτή του άρθρου 14 της ΕΣΔΑ (και προσιδιάζει περισσότερο στην απαγόρευση διακρίσεων του 12ου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου):


Άρθρο 26


Όλα τα πρόσωπα είναι ίσα ενώπιον του νόμου και έχουν δικαίωμα, χωρίς καμία διάκριση, σε ίση προστασία του νόμου. Ως προς αυτό το ζήτημα, ο νόμος πρέπει να απαγορεύει κάθε διάκριση και να εγγυάται σε όλα τα πρόσωπα ίση και αποτελεσματική προστασία έναντι κάθε διάκρισης, ιδίως λόγω φυλής, χρώματος, γένους, γλώσσας, θρησκείας, πολιτικών ή άλλων πεποιθήσεων, εθνικής ή κοινωνικής προέλευσης, περιουσίας, γέννησης ή άλλης κατάστασης.


Οπότε το επιχείρημα ότι "το δικαίωμα ψήφου δεν είναι ατομικό αλλά πολιτικό" δεν ευσταθεί νομικά. Κάθε περιορισμός σε αυτό το δικαίωμα πρέπει να επιβάλλεται μόνο με τους τρόπους που επιτρέπουν οι διεθνείς συνθήκες και να μην παραβιάζουν την αρχή της ίσης μεταχείρισης. 




Update (ύστερα από ορισμένες ενστάσεις σχολιαστών):


Το άρθρο 16 της ΕΣΔΑ αναφέρει ότι μπορούν να επιβληθούν περιορισμοί στην "πολιτική δραστηριότητα" των αλλοδαπών, χωρίς οι νομοθέτες να εμποδίζονται από τα άρθρα 10 (ελευθερία έκφρασης), 11 (ελευθερία συνέρχεσθαι) και 14 (απαγόρευση διακρίσεων) της ΕΣΔΑ. Επομένως, το άρθρο 16 αναφέρεται στην "πολιτική δραστηριότητα" ως μία έννοια γένους. Το δικαίωμα ψήφου είναι μια ειδική έκφανση πολιτικής δραστηριότητας και κατοχυρώνεται σε μεταγενέστερο και ειδικότερο άρθρο, στο 3 του ΠΠΠ της ΕΣΔΑ. Στο ΠΠΠ δεν υπάρχει βέβαια μνεία επέκτασης των επιτρεπόμενων περιορισμών του 16 και ως προς το δικαίωμα ψήφου. Οπότε το άρθρο 16 δεν καταλαμβάνει το δικαίωμα ψήφου, αλλά μόνο τα δικαιώματα ελευθερίας πολιτικής έκφρασης και ελευθερίας πολιτικού συνέρχεσθαι των αλλοδαπών. 

Εξάλλου, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου έχει αναγνωρίσει ότι το άρθρο 3 ΠΠΠ ΕΣΔΑ κατοχυρώνει και το ανθρώπινο δικαίωμα ψήφου, το οποίο δεν επιτρέπεται να ασκείται με επιβολή διακρίσεων, δηλαδή συνεφαρμόζεται με το άρθρο 14 ΕΣΔΑ. Συγκεκριμένα, στην απόφαση ΑΖΙΖ κατά Κύπρου (22.6.2004, προσφυγή 69949/01) η Κυπριακή Δημοκρατία καταδικάστηκε ομόφωνα για παραβίαση του άρθρου 3 ΠΠΠ ΕΣΔΑ σε συνδυασμό με το άρθρο 14 ΕΣΔΑ, επειδή δεν επετράπη σε Τουρκοκύπρια να εγγραφεί στους εκλογικούς καταλόγους της Κύπρου. 

Επομένως, σαφώς και η ψήφος είναι ανθρώπινο δικαίωμα, η άσκηση του οποίου δεν επιτρέπεται να εμποδίζεται από αθέμιτες διακρίσεις όπως η εθνική καταγωγή.


 

Τρίτη, Ιανουαρίου 19, 2010

Μια απάντηση για το "δικαίωμα στην ομοφοβία"

Στο περιοδικό Metropolis δημοσιεύεται ένα άρθρο με τίτλo "το δικαίωμα στην ομοφοβία". Σε αυτό ο αρθρογράφος αναφέρει ότι δεν μπορούμε να αξιώνουμε από το κράτος να επεμβαίνει για να προστατεύσει τους πολίτες όταν προσβάλλονται τα δικαιώματά τους λόγω του σεξουαλικού τους προσανατολισμού. Η θεμελίωση της άποψης αυτής βασίζεται στην ιδέα ότι εάν ζητήσουμε κρατική προστασία για ένα τέτοιο ζήτημα, το οποίο έχει να κάνει με την προσωπική βούληση και τις απόψεις καθενός, τότε θα επιτρέπουμε στο Κράτος να επεμβαίνει στην ιδιωτική μας ζωή και θα εκχωρήσουμε άλλο ένα μέρος της ιδιωτικότητάς μας στον έλεγχο από τις δημόσιες αρχές. 

Δεν μπορώ παρά να συμφωνήσω με αυτήν την άποψη, στο μέτρο που πράγματι αφορά την ιδιωτική σφαίρα του καθενός, αφού προφανώς κανένα κράτος δεν μπορεί να πείσει έναν ρατσιστή να βλέπει με συμπάθεια τους αλλόφυλους ή να θεραπεύσει το ψυχολογικό σύνδρομο της φοβίας προς τους αλλόθρησκους και τους αλλοδαπούς. Κανένα κράτος δεν μπορεί να σε υποχρεώσει να παντρευτείς έναν κομμουνιστή ή να τα φτιάξεις με έναν μαύρο ή να δεις φιλικά έναν Κινέζο, όταν αισθάνεσαι μια ενδιάθετη απέχθεια γι' αυτές τις ιδιότητες. Άλλο όμως ο ιδιωτικός βίος, οι προσωπικές επιλογές και η ψυχοπαθολογία κι άλλο η υποχρέωση για σεβασμό των δικαιωμάτων τρίτων, τον οποίο οφείλουμε σε κάθε περίσταση της δημόσιας ζωής μας. 

Το άρθρο έχει γραφτεί με αφορμή ένα περιστατικό σε ένα κατάστημα όπου φέρεται ότι εκφράστηκε μια μάλλον εχθρική διάθεση απέναντι σε gay  και ο αρθρογράφος υποστηρίζει λίγο - πολύ ότι αν η κοινότητα διεκδικήσει τα δικαιώματά της, τότε υπάρχει ο κίνδυνος αυτά τα δικαιώματα να ασκηθούν ανάστροφα και εναντίον των gay. Αναφέρει ως παράδειγμα την αξίωση για νομική επιβολή "ηθικών κανόνων" σε σαδομαζοχιστικά πριβέ κλαμπ στις Ηνωμένες Πολιτείες.  Το ανάστροφο αυτό επιχείρημα δεν στέκει, γιατί πολύ απλά, το νομικό καθεστώς ενός πριβέ κλαμπ είναι εντελώς διαφορετικό από το νομικό καθεστώς ενός καταστήματος που παρέχει υπηρεσίες στο ευρύ κοινό, δηλ. εν δυνάμει στον γενικό πληθυσμό. Σε ένα πριβέ κλαμπ, το οποίο συχνά είναι μια Αστική Μη Κερδοσκοπική Εταιρία (όπως στην Αθήνα λ.χ. το Salon de Bricolage) μπορείς όντως να μιλήσεις για ιδιωτική σφαίρα: επιλέγουν τα μέλη ποιον θέλουν και ποιον δεν θέλουν στο χώρο τους. Όταν όμως παρέχεις υπηρεσίες στο γενικό κοινό έχεις υποχρέωση να εφαρμόζεις την νομοθεσία που απαγορεύει τις διακρίσεις με γνώμονα συγκεκριμένα κριτήρια (φυλή, φύλο, ηλικία, αναπηρία, εθνικότητα, θρήσκευμα, πολιτικές απόψεις, σεξ/κός προσανατολισμός). 

Επίσης στο άρθρο αναφέρεται το παράδειγμα ενός ιδιοκτήτη που διώχθηκε επειδή ήθελε να νοικιάσει το σπίτι του μόνο σε gay κι όχι σε γυναίκες. Κι αυτό μας το παρουσιάζει ως "αντιπαράδειγμα"; Καλά έκανε και διώχθηκε, αφού επιχείρησε να κάνει διακρίσεις με βάση το φύλο και τον σεξουαλικό προσανατολισμό. Ο νόμος για την ίση μεταχείριση δεν προστατεύει μόνο τους gay ή τις γυναίκες, o νόμος απαγορεύει κάθε διάκριση με βάση αυτά τα κριτήρια, όταν πρόκειται για συγκεκριμένες κατηγορίες υπηρεσιών, όπως η στέγαση. 

Υποχρέωση σεβασμού δικαιωμάτων δεν σημαίνει ότι επιβάλλεις σε κάποιον να αλλάξει τις απόψεις του. Σεβασμός δεν σημαίνει προσχώρηση, σημαίνει ανοχή. Δηλαδή ένα minimum συμβιβασμού για την επίτευξη αρμονικής συμβίωσης σε μια κοινωνία. Όταν αυτοί οι κανόνες δεν γίνονται εκούσια αποδεκτοί από τα μέλη της κοινωνίας, η ίδια η ύπαρξή τους θα ήταν υποκριτική εάν δεν υπήρχε κι ένας μηχανισμός για την υποχρεωτική επιβολή τους. Κανείς δεν έχει δικαίωμα να βάλει στο κατάστημά του μια επιγραφή που να λέει "απαγορεύονται οι μαύροι" - αν το κάνει όμως, η κρατική επέμβαση για την εφαρμογή της νομοθεσίας δεν θα είναι "επέμβαση στην ιδιωτική ζωή" του καταστηματάρχη. Δεν θα είναι εκχώρηση ιδιωτικότητας στην δημόσια σφαίρα. Στην δημόσια σφαίρα απευθύνεται ούτως ή άλλως το κατάστημα, οπότε οφείλει να σεβαστεί και τους κανόνες επιτρεπτής δημόσιας συμπεριφοράς, δηλ. τη νομοθεσία.

Άραγε το να ζητήσεις δικαστική προστασία επειδή αδικείσαι μπορεί να θεωρηθεί σοβαρά ως "επέμβαση του κράτους στην ιδιωτική ζωή"; Αυτή η επιχειρηματολογία είναι εντελώς σαθρή, γιατί περιφρονεί βαθύτατα τον ανεξάρτητο ρόλο της Δικαιοσύνης σε σχέση με την ίδια την κρατική οντότητα. Η παρότρυνση να αποφεύγουν οι οργανώσεις την Δικαιοσύνη, είναι στην ουσία μια υποστήριξη της αυτοδικίας. Η αυτοδικία όμως, ακόμη κι αν δεν ήταν αυτή καθαυτή παράνομη, είναι και αναποτελεσματική όταν μιλάμε για ομάδες πολιτών που παραδοσιακά υφίστανται διακρίσεις. Μιλάμε για το εξ ορισμού αδύναμο μέρος, με την έννοια που το έχει προσδιορίσει ο Λυσίας στον λόγο του "περί αδυνάτου". Το αδύναμο μέρος εξ ορισμού αδυνατεί να αυτοδικήσει ή έστω να επιστρατεύσει πλειοψηφικές λογικές για να επιβάλλει τα δικαιώματά του. Το αίτημα για δικαστική προστασία είναι όχι απλώς εύλογο, αλλά κι επιβαλλόμενο προκειμένου η Δικαιοσύνη να αποκτήσει άμεσα ανακλαστικά σε περιπτώσεις παραβιάσεων της αρχής της ίσης μεταχείρισης. Διότι σε τέτοιες περιπτώσεις, η επέμβαση θα πρέπει να είναι αυτεπάγγελτη, δεδομένου ότι τα θύματα αποτελούν εξ ορισμού τα αδύναμα μέρη. Γι' αυτό και η σχετική νομοθεσία προβλέπει ανεστραμμένο το βάρος της απόδειξης και δίωξη χωρίς έγκληση

Θεωρώ εντελώς ανεύθυνη αυτή την νεοσυντηρητική αρθρογραφία που υποστηρίζει μεν ένα "δικαίωμα στην ομοφοβία", αλλά αποδυναμώνει κάθε θεσμικό αντίβαρο που έχει ήδη ψηφιστεί ως μηχανισμός για την προστασία από αυτό το "δικαίωμα", μόνο και μόνο επειδή το "αντίβαρο" είναι ... κρατικό! Επίσης δεν θα έλεγα ότι αποτελεί ακριβώς "δικαίωμα" ένα σοβαρότατο κοινωνικό πρόβλημα το οποίο καταγράφεται από διεθνείς οργανισμούς ως κύριος αποσταθεροποιητικός παράγοντας για την κοινωνική συνοχή κι ένας βασικός λόγος για την άσκηση ενδοοικογενειακής βίας. Δικαιωμα είναι να έχεις τις απόψεις σου, όχι να τις επιβάλλεις στους άλλους προσβάλλοντας τα δικαιώματά τους. Οι αυτοκτονίες ομοφυλόφιλων εφήβων και οι δολοφονίες διαφυλικών και άλλων ατόμων λόγω ταυτότητας φύλου δεν απετράπησαν από την εγρήγορση που (δεν) δείχνει το κράτος που τόσο βδελύσσεται ο αρθρογράφος, αλλά ακριβώς στην θεσμική απουσία αυτών των μηχανισμών. Αυτό που κινδυνεύει δεν είναι το "δικαίωμα στην ομοφοβία" (διάχυτη κατάσταση στις κοινωνίες), αλλά τα δικαιώματα όσων υφίστανται διακρίσεις για εγγενείς ιδιότητες. 

Ακόμη και οι πιο μεταμοντέρνοι φιλελεύθεροι αναγνωρίζουν ως θεμελιώδες στοιχείο του "μικρού κράτους" την λειτουργία ενός ελάχιστου ρυθμιστικών μηχανισμών, όπως είναι φυσικά τα Δικαστήρια. Το να ζητάς όμως περιορισμό της δημόσιας ελευθερίας, χάριν μιας δήθεν μεγαλύτερης "ιδιωτικής αυτονομίας" νομίζω ότι σε στέλνει στην αγκαλιά του George W. Bush. 


Παρασκευή, Ιανουαρίου 08, 2010

Νομική προστασία δημόσιων ΛΟΑΤ συναθροίσεων

Οι δημόσιες συναθροίσεις αποτελούν ενάσκηση του ανθρώπινου δικαιώματος του άρθρου 11 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ελευθερία του συνέρχεσθαι) και του άρθρου 10 (ελευθερία έκφρασης). Αντίστοιχη προστασία προβλέπεται και από το Σύνταγμα της Ελλάδας (άρθρα 11 και 14).

To Kογκρέσσο των Τοπικών και Περιφερειακών Αρχών του Συμβουλίου της Ευρώπης εξέδωσε το Μάρτιο του 2007 τη Σύσταση 211 (2007) για την ελευθερία του συναθροίζεσθαι και της έκφρασης για τις λεσβίες, τους γκέι, τους αμφιφιλόφυλους και τα διαφυλικά άτομα. Η εν λόγω σύσταση έχει ως εξής:


"1. Η πραγματική δημοκρατία προϋποθέτει την ελευθερίς της έκφρασης και των συναθροίσεων χωρίς παρέμβαση από δημόσια αρχή, όπως κατοχυρώνεται στην [ΕΣΔΑ] (άρθρα 10 και 11).


2. Η προστασία αυτών των δικαιωμάτων ειναι ουσιώδης για την διασφάλιση της λογοδοσίας και της υπευθυνότητας των κυβερνητικών αρχών κι ως εκ τούτου είναι καθοριστική για τη προστασία όλων των άλλων βασικών ανθρώπινων δικαιωμάτων.


3. Περαιτέρω, το δικαίωμα του να εκφράζει κάποιος την ταυτότητά του δημόσια μαζί με άλλους είναι αναπόσπαστο στοιχείο της ανεκτικότητας – η αρχή της προστασίας της κοινωνικής ποικιλομορφίας μέσω της ελεύθερης ανταλλαγής των ιδεών που μπορούν να οδηγήσουν στην ανάπτυξη τόσο σε ατομικό όσο και σε κοινωνικό επίπεδο.


4.Αυτές οι ελευθερίες φυσιολογικά συνεπάγονται συγκεκριμένα καθήκοντα και ευαισθησίες και ως εκ τούτου, οι κρατικές, περιφερειακές ή τοπικές αρχές μπορούν να επιβάλλουν περιορισμούς αυστηρά και μόνον εφόσον οι περιορισμοί αυτοί περιλαμβάνονται στον νόμο, εφόσον είναι αναγκαίες σε μια δημοκρατική κοινωνία και μόνον εφόσον επιδιώκουν τους νόμιμου στόχους που αναφέρονται στα σχετικά περιφερειακά και διεθνή νομοθετήματα για τα ανθρώπινα δικαιώματα.


5. Δυστυχώς, προσφατα ομοφοβικά γεγονότα σε διάφορα κράτη μέλη έχουν καταδείξει όχι μόνο τη συστηματική παραβίαση των βασικών δικαιωμάτων της κοινότητας των λεσβιών, των γκέι, των αμφιφυλόφιλων και των διαφυλικών (LGBT), αλλά έχουν δείξει και ότι σε πολλές υποθέσεις, οι ίδιες οι αρχές που έχουν την θετική υποχρέωση να προστατεύσουν τους πολίτες τους από τις αθέμιτες διακρίσεις είναι εκείνες που τις ενθαρρύνουν και σε μερικές περιπτώσεις τις υποστηρίζουν ενεργά ή υποκινούν αυτή την αδικία.


6. Δεδομένου ότι η ελευθερία της έκφρασης και των συναθροίσεων βρίσκεται στον πυρήνα μιας δημοκρατικής κοινωνίας και ότι ο ρόλος των τοπικών αρχών στην ενίσχυση αυτών των δικαιωμάτων είναι θεμελιώδης, και υπό το φως των πρόσφατων εξελίξεων, το Κογκρέσσο των Τοπικών και Περιφερειακών Αρχών έχει καταγράψει ένα περίγραμμα εφαρμογής αυτών των δικαιωμάτων σε τοπικό επίπεδο για όλη την Ευρώπη, μαζί με τις παρακάτω συστάσεις.


7. Το Κογκρέσσο συνιστά στην Επιτροπή Υπουργών του Συμβουλίου της Ευρώπης να ζητήσει από τα κράτη μέλη να διασφαλίσουν ότι:


(α) θα ταχθούν δημοσίως αντίθετα στην αθέμιτη διάκριση για λόγους όπωςτο ανήκειν σε μία σεξουαλική μειονότητα καθώς και να λάβουν κατάλληλα μέτρα για να καταπολεμήσουν το μισαλλόδοξο λόγο με βάση τις αρχές που έχουν καταγραφεί στην Σύσταση Νο R(97) 20 της Επιτροπής Υπουργών.


(β) θα λάβουν υπόψη και θα εφαρμόσουν τις προσεχείς Κατευθυντήριες Οδηγίες για την Ελεύθερη και Ειρηνική Συνάθροιση που έχουν συνταχθεί από το συμβούλιο ειδικών για την ελεθερία της συνάθροισης του ΟΑΣΕ


(γ) θα εξετάσουν όσο εξαντλητικά μπορούν όλες τις υποθέσεις βίας, μισαλλόδοξου λόγου κατά τη διάρκεια γεγονότων που διοργανώνονται από LGBT άτομα ή έχει σχέση με LGBT άτομα, προκειμένου να διευκρινιστεί αν η αθέμιτη διάκριση ή η ομοφοβία έχουν παίξει ρόλο στην διάπραξη του εγκλήματος και θα εγγυήθούν την ποινική δίωξη των υπευθύνων.


(δ) όταν είναι αναγκαίο θα λάβουν θετικά μέτρα όπως επιβάλλεται από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, για να εγγυηθούν την αποτελεσματική ελευθερία της συνάθροισης και της έκφρασης κατά μήκος της εθνικής επικράτεις σε εθνικό, τοπικό και περιφερειακό επίπεδο.


(ε) κάθε αστικό, ποινικό ή διοικητικό μέτρο που παρεμβαίνει στην ελευθερία της έκφρασης και της συνάθροισης πρέπει να προβλέπεται από το νόμο, να υπηρετεί ένα νόμιμο σκοπό (όπως προβλέπεται από τα σχετικά περιφερειακά και διεθνή νομοθετήματα) και δεν είναι υπέρμετρα περιοριστικά σε σχέση με τον επιδιωκόμενο σκοπό.


(στ) οι ομάδες LGBT πρέπει να γνωμοδοτούν πριν την αναθεώρηση κάποιου από τα παραπάνω μέτρα, προκειμένου να διασφαλιστεί η αμοιβαία ικανοποίηση όλων όσων αφορούν αυτά και προκειμένου να προωθηθεί το πνεύμα της συνεργασίας κι όχι αυτό της καταπίεσης.


(η) διοργανωτές γεγονότων στους οποίους έχουν επιβληθεί περιορισμοί, ή στους οποίους έχει απαγορευθεί κάποιο δικαιώμα, έχουν δικαίωμα πρόσβασης σε ένα ανεξάρτητο δικαστήριο ή δικαστική επιτροπή ώστε να μπορούν να προσβάλλουν αυτούς τους περιορισμούς.


(θ) οι τοπικές αρχές πρέπει να είναι ενήμερες για την νέα νομοθεσία καθώς και τη σχετική νομολογία που αφορά τν ελευθερία της συνάθροισης και της έκφρασης και τα μέτρα εναντίον των διακρίσεων.


(ι) ενώ οι διατάξεις για οικονομική ή άλλη ενίσχυση απο τις τοπικές αρχές προς διοργανωτές LGBT δρωμένων πρέπει να αναγνωρίζουν ίσα δικαιώματα για όλες τις όμοιες ομάδες, δεν θα πρέπει να υπάρχουν καταστατικές απαγορεύσεις για τις τοπικές αρχές ως προς την βοήθεια ή την δημοσιοποίηση LGBT δρωμένων.


8. Το Κογκρέσο καλεί τον Επίτροπο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου να εργαστεί στενά με την Επιτροπή Κοινωνικής Συνοχής όσον αφορά την διάκριση κατά των μελών της LGBT κοινότητας, για παράδειγμα στο πλαίσιο συνεργασίας με τους Συνηγόρους του Πολίτη.


Επίσης, το Κογκρέσσο των Τοπικών Αρχών του Συμβουλίου της Ευρώπης εξέδωσε το Ψήφισμα 230 (2007) για την ελευθερία του συναθροίζεσθαι και της έκφρασης για τις λεσβίες, τους γκέι, τους αμφιφιλόφυλους και τα διαφυλικά άτομα. Το Ψήφισμα αυτό έχει ως εξής:


1. Το Κογκρέσσο των Τοπικών και Περιφερειακών Αρχών ανησυχεί σοβαρά λόγω της παραβίασης των δικαιωμάτων στην ελευθερία της έκφρασης και της συνάθροισης για τις λεσβίες, τους γκέι, τους αμφιφυλόφιλους και τα διαφυλικά άτομα (LGBT) σε έναν αριθμό κρατών μελών του Συμβουλίου της Ευρώπης, η επιτομή των οποίων είναι η απαγόρευση των ειρηνικών πορείων ή διαδηλώσεων από τους LGBT και τους υποστηρικτές τους καθώς και στην άμεση ή έμμεση υποστήριξη κάποιων τοπικών πολιτικών σε βίαιες αντι-διαδηλώσεις.


2. Αποτελεί σημαντικό καθήκον των τοπικών αρχών, όχι μόνο να προστατεύουν θετικά τα δικαιώματα της συνάθροισης και της έκφρασης με έναν πρακτικό κι αποτελεσματικό τρόπο αλλά να αποφεύγουν επίσης και δημόσιες δηλώσεις που νομιμοποιούν τις αθέμιτες διακρίσεις ή την μισαλλοδοξία και την έλλειψη ανοχής.


3.Περαιτέρω, οι τοπικές αρχές έχουν υποχρέωση να διευκολύνουν τις νόμιμες διαδηλώσεις να διεξάγονται ειρηνικά με την λήψη, μεταξύ άλλων, επαρκών μέτρων για να αποφευχθούν επιθέσεις από βίαιους αντιρρησίες. Η επίκληση ενός θεωρητικού κινδύνου διατάραξης της δημόσιας τάξης ή ακόμη και της ίδιας της ύπαρξης αντιρρησιών δεν είναι επαρκής λόγος για τον περιορισμό των δημόσιων εκδηλώσεων.


4.Τα δικαιώματα των λεσβιών, των γκέι, των αμφιφυλοφιλων και των διαφυλικών προσώπων στην ελευθερία της έκφρασης και της συνάθροισης είναι ουσιώδη όχι μόνο για την δικη τους προσωπική ανάπτυξη, αξιοπρέπεια και ολοκλήρωση ως πολιτών, αλλά επίσης για την προώθηση και προστασία της ισότητας και της δημοκρατίας και για την πρόοδο της κοινωνίας ως ένα συνεκτικό σύνολο.


5.Η [ΕΣΔΑ] προβλέπει στα Άρθρα 10 και 11 ότι κάθε πρόσωπο έχει το δικαίωμα να απολαμβάνει την ελευθερία της έκφρασης, της συνάθροισης και της ένωσης χωρίς παρεμβάσεις από δημόσιες αρχές και χωρίς αθέμιτες διακρίσεις (Άρθρο 14).


6. Το Κογκρέσο, πιστεύοντας ότι αυτά τα δικαιώματα βρίσκονται στον πυρήνα μιας δημοκρατικής κοινωνίας και ότι ο ρόλος των τοπικών αρχών είναι να τα θεωρεί ως ουσιώδη, έχει συντάξει τις παρακάτω συστάσεις για να διασφαλιστεί ότι οι LGBT πολίτες σε όλα τα κράτη μέλη του Συμβουλίου της Ευρώπης απολαμβάνουν πλήρη δικαιώματα στην ελευθερία της συνάθροισης και της έκφρασης. Το Κογκρέσσο καλεί τις τοπικές αρχές να:


α. λάβουν τα κατάλληλα μέτρα για να καταπολεμήσουν τον μισαλλόδοξο λόγο επί τη βάσει των αρχών που περιέχονται στην Σύσταση της Επιτροπής Υπουργών Νο R (97)20.


β. λάβουν υπόψη και να εφαρμόσουν τις προσεχείς Κατευθυντήριες Οδηγίες για την Ελεύθερη και Ειρηνική Συνάθροιση που έχουν συνταχθεί από το συμβούλιο ειδικών για την ελεθερία της συνάθροισης του ΟΑΣΕ

γ. περιορίζουν το δικαίωμα ειρηνικής συνάθροισης, μόνο ως έσχατο μέτρο, αφού έχουν εξαντλήσει όλα τα άλλα μέσα επιδίωξης συμφωνίας για την εκδήλωση, ύστερα από μια ανοικτή, αντικειμενική και διαφανή αξιολόγηση όλων των διαθέσιμων πληροφοριών και σε περιπτώσεις ώστε:

i.να διασφαλίσουν ότι οι περιορισμοί απηχούν νόμιμους λόγους που απαριθμώνεται σε διεθνή νομοθετικά κείμενα για τον περιορισμό εκδηλώσεων ή συναντήσεων και ότι η ερμηνεία αυτών των λόγων είναι σύμφωνη με την πάγια νομολογία και δεν υποβάλλουν αρχές συγκεκριμενης πολιτικής τάσης ή θρησκείας.

ii.να επιβάλλουν τα λιγότερο περιοριστικό χρόνο, μέρος ή τρόπο σε σχέση με την επίτευξη του νόμιμου στόχου,


iii. να προσφεύγουν στον διοργανωτή του προτεινόμενου δρωμένου τη δυνατότητα να απαντήσει σε ιδιαίτερες ανησυχές που εγείρονται από κάποια ρυθμιστική αρχή


iv. να δημοσιεύουν τος λόγους για τους οποίους επιβάλλονται περιορισμοί, εκ των προτέρων σε σχέση με την ανακοινωθείσα ημέρα της εκδήλωσης έτσι ώστε να μπορέσει ο διοργανωτής να προσβάλλει τη νομιμότητα των περιορισμών σε ένα δικαστήριο πριν ξεκινήσει η εκδήλωση.


v.να εφαρμόσουν εύλογα και κατάλληλα μέτρα ώστε να επιτρέψουν στις νόμιμες διαδηλώσεις να προχωρήσουν ειρηνικά αποφεύγοντας κανονισμούς που θα αλλοίωναν θεμελιωδώς τον χαρακτήρα μιας εκδήλωσης, όπως είναι η περιττή χρήση εμποδίων κίνησης πλήθους ή καθορισμό της πορείας σε λιγότερο κεντρικές περιοχές της πόλης,


vi. να διαθέσουν επαρκείς αστυνομικές δυνάμεις που θα διασφαλίζουν ότι έχουν ληφθεί επαρκή μέτρα, όπου οι αντιδιαδηλωτές κατά των LGBT έχουν εντοπιστεί, ώστε να διασφαλίζεται ότι οι συμμετέχοντες δεν θα διατρέχουν κίνδυνο μήπως υποσύτον σωματική βία, κατ΄εφαρμογή του Άρθρου 2 της ΕΣΔΑ που επιβάλλει θετική υποχρέωση στις αρχές να προστατεύουν το δικαίωμα στη ζωή και του Άρθρου 3 που ορίζει ότι κανείς δεν επιτρέπεται να υποβάλλεται σε βασανιστήρια ή σε απάνθρωπη και εξευτελιστική μεταχείριση ή τιμωρία,


δ. να βεβαιώσουν ότι οι ίδιες και οι υπάλληλοι τους αποτελούν υποδείγματα ανεκτικότητας και:


i.ασκούν τα καθήκοντά τους με νόμιμο και όχι κατά διακριτική μεταχείριση και δεν επιβάλλουν περιορισμούς λόγω του περιεχομένου του μηύνματος μιας εκδήλωσης,


ii.δεν στερούν μέλη της LGBT κοινότητας από τις υπηρεσίες τους για λόγους σχετικούς με την συνείδηση ή με την θρησκεία τους, όταν οι εν λόγω υπηρεσίες είναι σαφώς καθορισμένες στους όρους της σύμβασης εργασίας τους,


ε. να διασφαλίζουν οτι όσον αφορά τις εκδηλώσεις LGBT


i. οι διαδικασίες κοινοποίησης είναι όσον το δυνατόν πιο ελεύθερες από γραφειοκρατικές διαδικασίες,


ii. το κοινό έχει επαρκή πρόσβαση σε αξιόπιστες πληροφορίες που σχετίζονται με προσεχή γεγνότα, όπως επίσης και σε πληροφορίες που αφορούν τις διακρίσεις και την έλλειψη ανοχής,


iii. το κόστος καθαρισμού μετά την εκδήλωση δεν επιβάλλονται στον διοργανωτή μιας μη κερδοσκοπικής εκδήλωσης.


στ. να ενισχύουν και ενδυναμώνουν τις σχέσεις της κοινότητας με την τοπική αστυνομία προκειμένου να μειωθoύν οι κλιμακώσεις έντασης στις δημόσιες διαδηλώσεις και να:


i. διασφαλίσουν ότι οι αστυνομικοί έχουν λάβει την κατάλληλη εκπαίδευση και οδηγίες σχετικά με τα ανθρώπινα δικαιώματα, την ουδετερότητα και την απαγόρευση διακρίσεων και να εφαρμοζουν αυτά,


ii. χρησιμοποιούν την ακύρωση των συναθροίσεων ως ένα έσχατο μέτρο,


iii. διασφαλίζουν ότι οι υπάλληλοι των διωκτικών αρχών αποφεύγουν την χρήση βίας ή τέτοιους περιορισμούς δυνάμεων στο ελάχιστο αναγκαίο, εφαρμοζοντας αυστηρά τα διεθνή πρότυπα της αστυνομίας που περιλαμβάνουν ειδικές και αναλυτικές οδηγίες σχετικά με αυτή τη χρήση.


iv. διασφαλίζουν ότι οι αστυνομικοί υπάλληλοι λαμβάνουν άμεση και αποτελεσματική δράση (σύμφωνα με τις ανάγκες της κανονικής διασφάλισης της δημόσια τάξης) για την αποτροπή κάθε προσώπου που σκοπεύει να θίξει μια εκδήλωση,


v. να μην επιβάλλουν στους διοργανωτές εκδηλώσεων να προσλάβουν προσωπικο ασφαλείας ή να καλύπτουν τα έξοδα της αστυνόμευσης των συναθροίσεων (καθώς αποτελεί είδος περιορισμού που προσβάλλει την θετική υποχρέωση των αρχών για προστασία της άσκησης των δικαιωμάτων αυτών),


ζ. να επιχειρήσουν την ανάπτυξη διαμεσολαβητικών ικανοτήτων σε περιπτώσεις διαφορών, όπου θα επιχειρείται η υποστήριξη αναζήτησης αμοιβαία αποδεκτών λύσεων για αντίθετες ομάδες, εισαγάγοντας τις τοπικές οργανώσεις της κοινωνίας των πολιτών με εμπειρία διαμεσολάβησης και με την αξιοποίηση των υπαρχόντων μεσολαβητών


η. να χρησιμοποιοήσουν ανεξάρτητους παρατηρητές για να καλύψουν αντικειμενικά τα LGBT γεγονότα, να επιβλέπουν την αστυνομική δράση όσον αφορά τους αντι-διαδηλωτές ή να ελέγχουν την συμβατότητα των όρων κάθε συμφωνίας και να εξετάζουν την σύνδεση με τον ΟΑΣΕ στην ανάπτυξη και προετοιμασία ενός προγράμματος παρακολούθησης σε σχέση με εκδηλώσεις LGBT.


7.To Κογκρέσσο περαιτέρω αποφασίζει να:


α. υποδείξει ότι οι συζητήσεις για τα δικαιώματα LGBT στην ελευθερία της έκφρασης και της συνάθροισης πρέπει να αποτελέσουν αντικείμενο σε μαλλοντικές συναντήσεις των εκπροσώπων ΟΑΣΕ προκειμένου να ενισχυθεί η συνεργασία ανάμεσα στους δύο οργανισμούς.


β. αναθέσει στην Επιτροπή Κοινωνικής Συνοχής να εργαστεί στενά με τον Επίτροπο για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου όσον αφορά τα ζητήματα διακρίσεων κατά των μελών της LGBT κοινότητας, για παράδειγμα στο πλαίσιο της συνεργασίας με τους Συνηγόρους του Πολίτη.


Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου στην υπόθεση Baczkowski και άλλοι, καταδίκασε την Πολωνία για παραβίαση του δικαιώματος στην ελευθερία του συνέρχεσθαι (Άρθρο 11 ΕΣΔΑ). Οι προσφεύγοντες ετοίμαζαν μια εκδήλωση (παρέλαση) για τις 10-12 Ιουνίου 2005 στην Βαρσοβία, προκειμένου να ευαισθητοποιήσουν την κοινή γνώμη για τις διακρίσεις εις βάρος των μειονοτήτων -σεξουαλικών, εθνικών, εθνοτικών και θρησκευτικών – όπως επίσης εις βάρος των γυναικών και των αναπήρων. Ωστόσο, η αίτησή τους για άδεια από την Οδική Υπηρεσία απορρίφθηκε, ενώ ο Δήμαρχος εξέδωσε αποφάσεις για την απαγόρευση των εκδηλώσεων. Ταυτόχρονα, η δημοτική αρχή επέτρεψε να γίνουν έξι άλλες διαδηλώσεις την ίδια ημέρα με θέματα “ενίσχυση των μέτρων κατά της παιδοφιλίας”, “κατά του συμφώνου συμβίωσης”, “υπέρ της εκπαίδευσης για τις χριστιανικές αρχές ως εγγύησης για μια ηθική κοινωνία”, “Χριστιανοί που σέβονται τους νόμους του Θεού και της Φύσης είναι πολίτες πρώτης κατηγορίας”, “κατά της υιοθεσίας παιδιών από τα ομόφυλόφιλα ζευγάρια”. Παρ' όλ' αυτά, η διαδήλωση κατά των διακρίσεων έλαβε χώρα στις 11 Ιουνίου, με συμμετοχή 3.000 ατόμων και υπό την επίβλεψη της αστυνομίας. Ο Δήμαρχος Βαρσοβίας σε μια συνέντευξη πριν την απαγόρευση ανέφερε “είμαι κατά των διακρίσεων για λόγους σεξουαλικού προσανατολισμού, αλλά δεν θα γίνει προπαγάνδα για την ομοφυλοφιλία. Αν θέλουν ας διαδηλώσουν ως πολίτες, όχι ως ομοφυλόφιλοι.” Η απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου αναφέρει:


98. Οι περιορισμοί του πολιτικού λόγου ή του δημόσιου διαλόγου σε θέματα γενικότερου ενδιαφέροντος είναι ιδιαίτερα στενοί σύμφωνα με το άρθρο 10 παρ. 2 της Σύμβασης [...]. Ωστόσο, η άσκηση της ελευθερίας του λόγου από αιρετούς πολιτικούς οι οποίοι την ίδια στιγμή κατέχουν δημόσια αξιώματα της εκτελεστικής εξουσίας συνεπάγεται ιδιαίτερη υπευθυνότητα. Σε ορισμένες περιπτώσεις, ένα σύνηθες μέρος των καθηκόντων αυτών των δημόσιων λειτουργών είναι να λαμβάνουν διοικητικές αποφάσεις οι οποίες μπορεί να έχουν επιπτώσεις στα ατομικά δικαιώματα, ενώ σε άλλες περιπτώσεις οι αποφάσερις μπορεί να λαμβάνονται από δημόσιους υπαλλήλους που δρουν εις το όνομα τους [των αιρετών]. Έτσι, η ελευθερία της έκφρασης γι' αυτά τα δημόσια πρόσωπα μπορεί να προσβάλλει υπέρμετρα την απόλαυση των δικαιωμάτων των άλλων που κατοχυρώνονται από τη Σύμβαση [...]. Κατά την ενάσκηση της ελευθερίας της έκφρασης, πρέπει να είναι εγκρατείς, έχοντας κατά νου ότι οι απόψεις τους μπορεί να θεωρηθούν ως οδηγίες προς τους δημόσιους υπαλλήλους, των οποίων οι θέσεις και οι καριέρες εξαρτώνται από την έγκριση των πρώτων.[...]


100. [...] το Δικαστήριο παρατηρεί κατά την αξιολόγηση της υπόθεσης ότι οι αυστηρές προσωπικές δηλώσεις του Δημάρχου για τα θέματα αυτά επηρέασαν τις αποφάσεις που εκδόθηκαν σχετικά με την ενάσκηση του δικαιώματος σε ελεύθερη έκφραση. Παρατηρεί ότι οι αποφάσεις εκδόθηκαν από τις δημοτικές αρχές, ενεργούσες εις το όνομα του Δημάρχου, ενώ είχε χαρακτηρίσει τη διαδήλωση “προπαγάνδα υπέρ της ομοφυλοφιλίας”. Παρατηρείται περαιτέρω ότι ο Δήμαρχος εξέφρασε αυτές τις απόψεις ενώ ήδη είχε κατατεθεί αίτημα ενώπιον των δημοτικών αρχών. Ενόψει αυτού, το Δικαστήριο θεωρεί ότι οι απόψεις του επηρέασαν την διαδικασία λήψεως απόφασης και, κατ' αποτέλεσμα, παραβίασαν κατ' αθέμιτη διάκριση τα δικαιώματα των προσφευγόντων για ελεύθερη συνάθροιση.


101. Δεδομένων των συνθηκών της εν λόγω υπόθεσης, ως σύνολο, το Δικαστήριο κρίνει ότι παραβιάστηκε το άρθρο 14 σε συνδυασμό με το άρθρο 11 της Σύμβασης.




Αθώωση εικαστικού για κινούμενο σχέδιο με κάψιμο εκκλησίας

Στις 17.5.2024 εκπροσώπησα ως δικηγόρος τον εικαστικό Γιώργο Μικάλεφ στο Η' Μονομελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, στο οποίο είχε παραπεμφθε...