Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Δεοντολογία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Δεοντολογία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη, Μαρτίου 28, 2012

Eφετειακή απόφαση περί blogs και αντιγραφή δήλωσης από e-lawyer

Διαβάζω την είδηση για μια εφετειακή απόφαση περί blogs, η οποία υπέπεσε στο ατόπημα να εφαρμόζει αναλογικά το νόμο περί Τύπου (βλ. εδώ), ενώ υπάρχουν ήδη τέσσερις αποφάσεις που με πλουσιότερη αιτιολογία αναγνωρίζουν ότι δεν υπάρχει κενό δικαίου. 

Βλέπω μάλιστα ότι ο αθωωθείς προέβη και σε δηλώσεις στον τοπικό Τύπο: "το διαδίκτυο αποτελεί ένα μέσο στο οποίο προωθείται η διαφάνεια, η σαφήνεια, η ευθύτητα, η απόδειξη και η αντικειμενικότητα, ακόμη κι όταν απουσιάζει η «υπογραφή»". "Οι ύβρεις, η λάσπη, τα θολά κίνητρα, η υποκειμενικότητα, η συκοφαντική δυσφήμιση και η προσβολή της προσωπικότητας είναι φαινόμενα κατακριτέα, τα οποία δεν έχουν καμία σχέση με την ελευθερία του λόγου», κατέληξε." (Παρατηρητής on line, εδώ, τελευταία πρόταση)

Όλη αυτή η πρόταση που φέρεται ως δήλωση του αθωωθέντος, είναι μια κατά γράμμα αντιγραφή από δικό μου κείμενο που ανάρτησα στο e-lawyer το 2008 (βλ. εδώ, προτελευταία παράγραφος: "To Διαδίκτυο αποτελεί ένα μέσο στο οποίο προωθείται η αρχή της διαφάνειας. Διαφάνεια σημαίνει σαφήνεια, ευθύτητα, απόδειξη και αντικειμενικότητα, ακόμη κι όταν δεν υπάρχει "υπογραφή". Οι ύβρεις, η λάσπη, τα θολά κίνητρα, η υποκειμενικότητα, η συκοφαντική δυσφήμηση και η προσβολή της προσωπικότητας είναι φαινόμενα κατακριτέα, τα οποία δεν έχουν καμία σχέση με την ελευθερία του λόγου"). Είναι θετικό να γνωρίζουν αποδοχή οι απόψεις μου, αλλά θεωρώ στοιχειώδες να παρατίθεται και η παραπομπή στην πηγή. Επίσης, η "δυσφήμηση" δεν γράφεται στον Ποινικό Κώδικα με "ι", όπως εσφαλμένα τυπώθηκε στον "Παρατηρητή", αλλά με "η". 

Ο κύριος που χρησιμοποίησε αυτό το απόσπασμα χωρίς να παραπέμψει στην πηγή του e-lawyer, προφανώς περιφρόνησε το ενδεχόμενο να τεθεί η δήλωσή του σε μηχανή αναζήτησης και να εντοπιστεί η πηγή της. Οπότε, αντίστοιχα, μειώνεται η αξία των λεγομένων του περί Διαδικτύου, αφού φέρεται να υποτίμησε μια βασική διαδικτυακή σταθερά (την εντοπισιμότητα της αντιγραφής μέσω των μηχανών αναζήτησης) και να παραβίασε μια βασική δεοντολογική αρχή (την παραπομπή στην πηγή της πληροφορίας).


Σάββατο, Μαρτίου 24, 2012

Παραπληροφόρηση για τους ελεύθερους σκοπευτές



Σήμερα κυκλοφόρησαν τρεις φωτογραφίες που εξακολουθούν να αναπαράγονται ευρέως ακόμα και τώρα. Η μία εικονίζει δύο άτομα στη στέγη της Βουλής, το ένα κρατάει κυάλια. Επίσης, κυκλοφόρησαν δύο φωτογραφίες με ελεύθερους σκοπευτές, υποτίθεται στο κέντρο της Αθήνας.







Επειδή ξέρω πάρα πολύ καλά το κέντρο και τα δύο κτίρια δεν μου θύμισαν τίποτε από Αθήνα, έβαλα τις δύο φωτογραφίες στο google search, στην αναζήτηση φωτογραφιών. Βγήκαν πολύ ενδιαφέροντα αποτελέσματα: η μία είναι από το Βερολίνο και χρονολογείται από το Μάιο του 2009 (βλ. εδώ), ενώ η άλλη (που αναγράφει και στα τούρκικα "Ελλάδα 2012") είναι από το Πότσνταμ το Σεπτέμβριο του 2010 (βλ. εδώ).

Η περίπτωση αυτή επαναφέρει ένα κεντρικό ζήτημα που αφορά την δεοντολογία: έχουμε όλοι υποχρέωση να διασταυρώνουμε πριν αναμεταδώσουμε δημόσια μια πληροφορία. Σε συνθήκες Διαδικτύου, όταν η παραπληροφόρηση γίνεται ψηφιακά, είναι εξίσου ευχερές, με μέσα απλά και προσβάσιμα σε κάθε χρήστη, όπως απέδειξα παραπάνω, να αποκαλυφθεί η αλήθεια.


Σάββατο, Ιουλίου 23, 2011

Προεδρικό διάταγμα για την διαφήμιση δικηγόρων

Με απόφαση του ΔΣΑ δόθηκε σε δημόσια διαβούλευση σχέδιο προεδρικού διατάγματος που ρυθμίζει το δικαίωμα επαγγελματικής προβολής των δικηγόρων και των δικηγορικών εταιριών (βλ. εδώ). Ο ΔΣΑ μας καλεί σε διαβούλευση για το περιεχόμενο του σχεδίου του π.δ. Ακολουθούν οι παρατηρήσεις μου.



1. Γενικές παρατηρήσεις


1.1. Η απαγόρευση της διαφήμισης των δικηγόρων συνδεόταν παραδοσιακά με την προσπάθεια περιορισμού της “εμπορευματοποίησης” των νομικών υπηρεσιών και της διασφάλισης του κύρους του λειτουργήματος από πρακτικές που δεν προσιδιάζουν σε επιστήμονες και συμπράττοντες λειτουργούς της Δικαιοσύνης. Η αντίληψη αυτή έχει ξεπεραστεί από την ίδια την πράξη: η διαφήμιση των δικηγορικών υπηρεσιών αποτελεί έναν ειδικότερο τομέα του marketing που λειτουργεί με ιδιαίτερους κανόνες επικοινωνίας και δεοντολογίας και περιλαμβάνει ακριβώς την αποφυγή μιας εικόνας “καταναλωτικού προϊόντος” για τις νομικές υπηρεσίες. Οι νομικές υπηρεσίες δεν είναι ελκυστικές για τον ενδιαφερόμενο, όταν παρουσιάζονται ως διεκπεραιωτικές, μαζικές κι ευτελείς. Ο κίνδυνος εκχυδαϊσμού και, συνακόλουθα, τρώσης του κύρους του δικηγόρου, αποτελεί παράδειγμα προς αποφυγή που επισημαίνεται από τον ίδιο τον κλάδο της διαφήμισης και της επικοινωνίας, ακυρώνοντας έτσι την αιτιολογική βάση της απαγόρευσης που περιοριζόταν στο σχήμα: δικηγορία + διαφήμιση = δικηγόρος-έμπορος. Η σύγχρονη τάση στις χώρες που επιτρέπεται η προβολή των νομικών υπηρεσιών είναι η έμφαση στην υψηλή ποιότητα των υπηρεσιών, στην επιστημονική επάρκεια, αλλά και την στατιστική αποτελεσματικότητα.


1.2. Παράλληλα, η δημόσια επικοινωνία του δικηγόρου αποτελεί έκφανση της ελευθερίας της έκφρασης. Θα πρέπει να μνημονεύσουμε ειδικά την απόφαση Αλφαντάκης κατά Ελλάδος, (Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου 11.2.2010, προσφυγή 49330) κατά την οποία κρίθηκε ότι ο δικηγόρος λειτουργεί και ως διαμεσολαβητής μεταξύ της δικαστικής λειτουργίας και της κοινής γνώμης, την οποία έχει δικαίωμα να ενημερώνει, σχολιάζοντας αποφάσεις της Δικαιοσύνης. Εξ αυτού προκύπτει ότι η παρουσία του δικηγόρου στα Μ.Μ.Ε. δεν θα συναρτάται πάντοτε και αποκλειστικά προς την άμεση προώθηση των υπηρεσιών που μπορεί να προσφέρει (επαγγελματική διαφήμιση), καθώς ο δημόσιος λόγος του δικηγόρου μπορεί να επιτελεί και αποκλειστικώς ενημερωτικό σκοπό, στο πλαίσιο της ενάσκησης των δικαιωμάτων που απορρέουν από την ελευθερία της έκφρασης (άρθρο 10 Ε.Σ.Δ.Α.). Σε μια τέτοια περίπτωση, περιορισμοί στην ελευθερία της έκφρασης του δικηγόρου επιτρέπονται μόνον εφόσον εμπίπτουν στις κατηγορίες των θεμιτών περιορισμών, κατά το άρθρο 10 παρ. 2 Ε.Σ.Δ.Α., και μόνον εφόσον υπάρχει μια “πιεστική κοινωνική ανάγκη”, η οποία επιβάλλει “σε μια δημοκρατική κοινωνία” τον περιορισμό της ελευθερίας της έκφρασης χάριν ενός συγκεκριμένου έννομου αγαθού που θα υπερέχει προφανώς και πέραν κάθε αμφιβολίας της ελευθερίας της έκφρασης του δικηγόρου.


1.3. Στο πλαίσιο αυτό, θα πρέπει να προσδιοριστεί με σαφήνεια το στενό πεδίο εφαρμογής των κανόνων και περιορισμών που θα τεθούν από ένα προεδρικό διάταγμα στις συγκεκριμένα προβλεπόμενες περιπτώσεις επιτρεπόμενης επαγγελματικής διαφήμισης, με την όσο το δυνατόν πιο κατηγορηματική διάκρισή της προς την ελευθερία του δημόσιου λόγου που μπορεί να εκφέρει ο δικηγόρος με την αρθρογραφία του ή την εμφάνισή του σε μέσα ενημέρωσης.


1.4. Περαιτέρω, η ελευθερία της επαγγελματικής διαφήμισης μπορεί να επιδέχεται περιορισμών, μόνον εφόσον αυτοί είναι προσβάσιμοι και προβλέψιμων συνεπειών (“accessibility” και “forseeability” κατά τους όρους που υιοθετεί το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο). Ως εκ τούτου, γενικόλογες κανονιστικές απαγορεύσεις με αόριστο περιεχόμενο, στο μέτρο που επιτρέπουν διεύρυνση της ερμηνείας τους ή αυθαίρετες υποκειμενικές νοηματοδοτήσεις, δεν μπορούν να κριθούν ως θεμιτοί περιορισμοί στην ελευθερία της διαφήμισης. Γι' αυτό, οι σχετικές προτεινόμενες διατάξεις θα πρέπει να εξειδικευθούν στα σημεία που προβλέπουν τέτοιες αόριστες έννοιες, ώστε οι διατάξεις των περιορισμών να καθίστανται αποκλειστικές και όχι ενδεικτικές.


1.4. Με βάση αυτές τις παρατηρήσεις, προτείνονται οι παρακάτω βελτιώσεις στα επί μέρους άρθρα του σχεδίου προεδρικού διατάγματος που δόθηκε στη δημοσιότητα για διαβούλευση.


2. Σχόλια επί των άρθρων



Σχέδιο Άρθρου 1 προς διαβούλευση:


Επιτρέπεται η προβολή, δημοσιοποίηση και προώθηση της επαγγελματικής δραστηριότητας δικηγόρου ή δικηγορικής εταιρίας τόσο εντός της Ελλάδας όσο και στο εξωτερικό στο μέτρο και βαθμό που καθορίζεται στο παρόν και με τρόπο που να συνάδει με το κύρος και την αξιοπρέπεια του δικηγορικού λειτουργήματος.

Επιτρέπεται μόνο σε δικηγόρο-φυσικό πρόσωπο να αναφέρει την επιστημονική του εξειδίκευση, η οποία αποδεικνύεται κατ’ αρχήν από ακαδημαϊκούς τίτλους. Η δικηγορική εταιρία ως νομικό πρόσωπο δεν έχει αυτοτελώς επιστημονική εξειδίκευση. Επιτρέπεται σε δικηγόρο ή δικηγορική εταιρία η αναφορά στους τομείς επαγγελματικής δραστηριότητας με τους οποίους ασχολούνται.



Σχόλιο:



Ως μέτρο του θεμιτού της επαγγελματικής προβολής τίθεται “το κύρος και η αξιοπρέπεια του δικηγορικού λειτουργήματος”. Πρόκειται για αξιολογικό όρο ιδιαίτερης νοηματικής πυκνότητας, η ερμηνεία του οποίου κατά περίπτωση δεν μπορεί παρά να ακολουθεί τις υποκειμενικές θεωρήσεις του εκάστοτε εφαρμοστή. Θα πρέπει να ληφθεί ιδιαιτέρως υπόψη ότι αντίστοιχοι όροι σε κείμενα επαγγελματικού πειθαρχικού δικαίου και η κατά το δοκούν εφαρμογή τους, έχουν οδηγήσει σε καταδίκες ενώπιον του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (αποφάσεις στις υποθέσεις N.F κατά Ιταλίας 2.8.2001 και Maestri κατά Ιταλίας 17.2.2004).


Καθώς το κύρος και η αξιοπρέπεια του δικηγορικού λειτουργήματος είναι πράγματι ένας δικαιολογημένος στόχος που θα πρέπει να διασφαλίζεται κατά την επαγγελματική προβολή του δικηγόρου, οι όροι με τους οποίους επιδιώκεται ο συγκεκριμένος στόχος πρέπει να είναι όσο το δυνατόν πιο σαφείς. Γι' αυτό, θα πρέπει να διευκρινιστεί ότι το “κύρος και η αξιοπρέπεια” διασφαλίζεται με την απαγόρευση συγκεκριμένα μνημονευόμενων πρακτικών, αντίστοιχων με τους όρους της παραπλανητικής διαφήμησης και των αθέμιτων εμπορικών πρακτικών, όπως αυτές προσδιορίζονται στο Ν.2251/1994 (όπως τροποποιήθηκε και ισχύει), αλλά και τους όρους του αθέμιτου ανταγωνισμού, καθώς και τους γενικούς κανόνες της δικηγορικής δεοντολογίας και της αποστολής του δικηγόρου στην σύγχρονη κοινωνία.





Σχέδιο άρθρου 2 προς διαβούλευση:


Ειδικότερα επιτρέπεται:

(α) η δημοσίευση και κυκλοφορία επαγγελματικών καρτών με στοιχεία επικοινωνίας και αναφορά είτε σε επιστημονική ειδίκευση, ως ορίζεται ανωτέρω, είτε σε τομέα δραστηριότητας, εφόσον τα στοιχεία είναι ακριβή.

(β) η καταχώριση αγγελίας σε τηλεφωνικούς ή άλλους καταλόγους επικοινωνίας, σε τοπικά, εθνικά ή διεθνή ευρετήρια δικηγόρων ή άλλα ευρετήρια που εκδίδονται στον τομέα των υπηρεσιών, έντυπα ή ηλεκτρονικά.

(γ) η δημιουργία και παρουσίαση επαγγελματικής ιστοσελίδας στο διαδίκτυο με το κατά τα ως άνω επιτρεπόμενο περιεχόμενο.


Σχόλιο:


Η διατύπωση φαίνεται να παρουσιάζεται ως αποκλειστική, ενώ ο σκοπός του προεδρικού διατάγματος είναι να καθιερωθεί η ελευθερία της επαγγελματικής διαφήμισης. Αυτό σημαίνει ότι η απαρίθμηση συγκεκριμένων δυνατοτήτων επαγγελματικής προβολής θα πρέπει να είναι ενδεικτική κι όχι αποκλειστική (“Ειδικότερα επιτρέπεται, ιδίως:”), ενώ, αντιθέτως οι περιορισμοί θα πρέπει να είναι σαφείς και αποκλειστικοί. Σύμφωνα εξάλλου, με το άρθρο 2.6.1. του Κώδικα Δεοντολογίας Ευρωπαίων Δικηγόρων CCBE: “o δικηγόρος δικαιούται να ενημερώνει την κοινή γνώμη για τις υπηρεσίες που παρέχει με την προϋπόθεση ότι η πληροφόρηση είναι ακριβής και μη παραπλανητική, ενώ θα σέβεται την υποχρέωση τήρησης του εμπιστευτικού χαρακτήρα των πληροφοριών και άλλων θεμελιωδών αρχών του επαγγέλματος”. Επομένως, ο κανόνας είναι το γενικό δικαίωμα ενημέρωσης υπό προϋποθέσεις κι όχι η απαγόρευση ενημέρωσης με “επιτρεπόμενες” μορφές ως εξαιρέσεις.


Το προτεινόμενο άρθρο 2 περιλαμβάνει ορισμένες παραδοσιακές μορφές επαγγελματικής προβολής δικηγόρων: κάρτες, αγγελίες, ιστοσελίδες. Υπάρχουν ωστόσο και πιο σύγχρονες μορφές προβολής και δημόσιας επικοινωνίας, οι οποίες είναι αδιανόητο να θεωρηθούν “μη επιτρεπόμενες” για έναν ελεύθερο επαγγελματία στην Κοινωνία της Πληροφορίας. Γι' αυτό θα πρέπει να επισημανθεί ο ενδεικτικός χαρακτήρας της σχετικής απαρίθμησης.


Επιπλέον, υπάρχει μια αναφορά σε “επιτρεπόμενο” περιεχόμενο (στοιχεία επικοινωνίας, επιστημονική εξειδίκευση, τομείς δραστηριότητας). Το “επιτρεπόμενο” περιεχόμενο θα πρέπει να είναι το ελάχιστο αναφερόμενο περιεχόμενο, ένα minimum κι όχι ένα maximum. Δεν μπορεί να απαγορευθεί λ.χ. η χρήση λογοτύπων, καθόσον η κατοχύρωση ημεδαπών σημάτων για την κλάση 45 “Νομικές Υπηρεσίες” αποτελεί προβλεπόμενο από το νόμο περί σημάτων δικαίωμα. Ούτε μπορεί να απαγορευθεί οποιοδήποτε άλλο περιεχόμενο επικοινωνίας που ενδείκνυται από το σύγχρονο marketing νομικών υπηρεσιών, όπως βιογραφικά σημειώματα, φωτογραφίες, κείμενα για την ίδρυση – ιστορία του γραφείου/εταιρίας, διακρίσεις, ενημερωτικά σημειώματα, βιντεομηνύματα.



Σχέδιο άρθρο 3 προς διαβούλευση



Οποιαδήποτε προβολή ή δημοσιότητα δικηγόρου ή δικηγορικής εταιρίας δεν πρέπει:

(α) να είναι αθέμιτη.

(β) να είναι ανακριβής, αναληθής ή παραπλανητική.

(γ) να περιέχει αναφορά σε αριθμό υποθέσεων ή ποσοστά επιτυχίας του δικηγόρου σε δικαστηριακές ή άλλες υποθέσεις.

(δ) να περιλαμβάνει αναφορές ή συγκρίσεις με άλλους δικηγόρους ή δικηγορικές εταιρίες σε σχέση με την ποιότητα των υπηρεσιών, ή την αμοιβή σε ωριαία βάση ή οποιαδήποτε άλλη μέθοδο χρέωσης.

(ε) να περιέχει ονόματα πελατών ακόμα και με την συγκατάθεση τους.

(στ) να γίνεται στις εφημερίδες ή περιοδικά, ραδιόφωνο, τηλεόραση ή μέσω ομαδικών επιστολών και κάθε είδους εντύπου.

(ζ) να περιέχεται σε αφίσες ή να τοποθετείται σε διαφημιστικές πινακίδες.

(η) να περιέχει οποιαδήποτε αναφορά σε προηγούμενη ιδιότητα του δικηγόρου.



Σχόλιο:


Στο προτεινόμενο άρθρο 3 διευκρινίζονται κατηγορίες περιορισμών, τόσο ως προς το περιεχόμενο, όσο και ως προς το μέσο προβολής. Για νομοτεχνικούς λόγους, ενδείκνυται να διαχωριστεί το συγκεκριμένο άρθρο σε δύο υποκατηγορίες: α) περιορισμοί ως προς το περιεχόμενο της επαγγελματικής προβολής, β) περιορισμοί ως προς το μέσο της επαγγελματικής προβολής. Στις δύο υποκατηγορίες μπορούν να ενταχθούν οι αντίστοιχοι περιορισμοί.


Ως προς το περιεχόμενο:


i. Υπάρχουν οι γενικόλογες αναφορές στην “αθέμιτη” και “παραπλανητική” διαφήμιση. Προκειμένου ο περιορισμός να γίνει σαφής και προβλέψιμων συνεπειών, ώστε να επιτρέπει δικαιολογημένες παρεμβάσεις, κατά τη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου, θα πρέπει οι σχετικοί όροι να συνδεθούν με αναλυτικότερες οριοθετήσεις. Ένα αντικειμενικό κριτήριο θα ήταν η παραπομπή στο περιεχόμενο των “αθέμιτων εμπορικών πρακτικών” και της “παραπλανητικής διαφήμισης”, όπως αυτή προσδιορίζεται από την κείμενη νομοθεσία.


ii. Προβλέπεται απαγόρευση αναφοράς αριθμού υποθέσεων και ποσοστών επιτυχίας του δικηγόρου σε δικαστηριακές ή άλλες υποθέσεις. Εφόσον το προεδρικό διάταγμα στοχεύει στην θέσπιση όρων για την ανάπτυξη της διαφήμισης, ενόψει πάντοτε του γενικότερου στόχου που είναι η “πιεστική κοινωνική ανάγκη” της απελευθέρωσης του δικηγορικού επαγγέλματος, εξ ορισμού αναγνωρίζεται ότι θα πρέπει να επιτραπεί η διευκόλυνση της ανάπτυξης ελεύθερης ενημέρωσης για τις παρεχόμενες νομικές υπηρεσίες. Η υποχρεωτική απόκρυψη του αριθμού των υποθέσεων και των ποσοστών επιτυχίας ενός δικηγόρου ή μιας δικηγορικής εταιρίας δεν διευκολύνει την ενημέρωση του ενδιαφερόμενου αλλά και δεν προστατεύει κάποιο αγαθό. Εάν η απαγόρευση αποσκοπεί στην προστασία των δικηγόρων με μικρότερο αριθμό υποθέσεων ή με μικρότερο ποσοστό επιτυχίας, τότε ο σκοπός δεν είναι πλέον η ενημέρωση και η απελευθέρωση, αλλά η θέσπιση ενός περιορισμού στην ελευθερία μετάδοσης πληροφοριών που αντίκειται στην “πιεστική κοινωνική ανάγκη” της απελευθέρωσης του δικηγορικού επαγγέλματος. Σημειωτέον ότι ο συγκεκριμένος περιορισμός δεν αφορά μόνο το δικαίωμα του δικηγόρου να ενημερώσει για τον αριθμό των υποθέσεων που έχει χειριστεί και το ποσοστό επιτυχίας, αλλά και το δικαίωμα καθενός να έχει πρόσβαση στα συγκεκριμένα στοιχεία. Συνεπώς, πρόκειται για έναν περιορισμό που παραβιάζει τόσο την ελευθερία μετάδοσης όσο και την ελευθερία λήψης πληροφοριών, κατά τρόπο που δεν συμβιβάζεται με το άρθρο 10 παρ. 2 της ΕΣΔΑ.


iii. Προβλέπεται απαγόρευση συγκριτικής διαφήμισης, ως προς την ποιότητα και την αξία των υπηρεσιών και τον τρόπο χρέωσης ή τιμολόγησης. Ο προβληματισμός της συγκριτικής διαφήμισης ακολουθεί το γενικότερο ζήτημα που έχει αναπτυχθεί στην νομολογία και τη θεωρία, όχι μόνο στην Ελλάδα αλλά και σε διεθνές επίπεδο. Η λύση της καθολικής απαγόρευσης ουδέποτε αποδείχθηκε αποτελεσματική στην νομική πράξη. Αποτελεί ένα πεδίο που δεν είναι πρόσφορο να διευθετηθεί με απόλυτες απαγορεύσεις, αλλά με επιμέρους ρυθμίσεις. Η παρακολούθηση της ρύθμισης σε αυτόν τον τομέα δεν μπορεί να αποτελεί αντικείμενο ενός πειθαρχικού συμβουλίου, το οποίο επεμβαίνει μόνο κατασταλτικά. Γενικότερα, για την αποτελεσματική εφαρμογή κανόνων επαγγελματικής διαφήμισης θα πρέπει να συσταθεί ένα ειδικό εποπτικό όργανο, το οποίο θα παρακολουθεί και θα επεμβαίνει με κατευθυντήριες γραμμές, ρυθμίζοντας τα ευαίσθητα ζητήματα τομής της δεοντολογίας με την ελευθερία της διαφήμισης.


iv. Προβλέπεται απαγόρευση μνείας ονομάτων “πελατών” ακόμη και με την συγκατάθεσή τους. Εφόσον ο σκοπός είναι η απελευθέρωση, θα πρέπει να ακολουθηθούν δικαιοπολιτικά φιλελεύθερες κι όχι πατερναλιστικές λύσεις. Εφόσον οι εντολείς επιθυμούν την σύνδεση του ονόματός τους με τον δικηγόρο τους, ουδείς μπορεί να απαγορεύσει θεμιτά μια τέτοια επιλογή. Εξάλλου, η δημοσίευση ονομάτων εντολέων ενισχύει και την αποφυγή “συγκρούσεως καθηκόντων” (conflict of interest), όταν οι ενημερωμένοι ενδιαφερόμενοι θα είναι σε θέση να αποφύγουν να αναθέσουν την υπόθεσή τους στον δικηγόρο του αντιδίκου τους. Σε αυτό το σημείο λοιπόν, το προεδρικό διάταγμα θα πρέπει να προβλέψει ότι η δημοσίευση ονομάτων εντολέων επιτρέπεται μεν, αλλά μόνο στο πλαίσιο της αυστηρής “ενημερωμένης” συγκατάθεσης που προβλέπουν τα άρθρα 2 ζ, 5 παρ. 1 και 11 του Ν.2472/1997 (και το σχετικό συμπληρωματικό κανονιστικό πλαίσιο) για την επεξεργασία προσωπικών δεδομένων.


v. Προβλέπεται απαγόρευση της μνείας σε “προηγούμενη ιδιότητα” του δικηγόρου. Προφανώς η διάταξη υπονοεί ορισμένες κατηγορίες προηγούμενων ιδιοτήτων που θα μπορούσαν να προσελκύσουν ενδιαφερόμενους (λ.χ. πρώην δικαστικοί λειτουργοί). Ωστόσο, υπάρχουν και προηγούμενες ιδιότητες που μπορεί να είναι πιο ουδέτερες και να μην δημιουργούν τέτοιου είδους συνειρμούς στους ενδιαφερόμενους. Θα πρέπει λοιπόν να μνημονευθούν ειδικά και περιοριστικά οι “προηγούμενες ιδιότητες”, οι οποίες δεν θα πρέπει να μνημονεύονται σε κείμενα προβολής.


Ως προς το μέσο προβολής:


i. Προβλέπεται η απαγόρευση της διαφήμισης σε εφημερίδες ή περιοδικά, ραδιόφωνο, τηλεόραση ή μέσω ομαδικών επιστολών και κάθε είδους εντύπου. Πρώτον, η απαγόρευση σε “κάθε είδος εντύπου” είναι ασύμβατη με το προτεινόμενο άρθρο 2 που αναφέρει ως επιτρεπόμενη τη δημοσίευση αγγελιών σε έντυπα ευρετήρια. Δεύτερον, η προβολή δικηγόρου σε αυτά τα μέσα ενημέρωσης επιτρέπεται ρητώς σύμφωνα με το άρθρο 2.6.2. του Κώδικα Δεοντολογίας για τους Ευρωπαίους Δικηγόρους (CCBE). Επιπλέον, η νομοθετική απαγόρευση της μετάδοσης διαφημιστικών μηνυμάτων σε συγκεκριμένα μέσα προβολής, όπως το ραδιόφωνο και η τηλεόραση, αφορά μέχρι στιγμής μόνον αγαθά/υπηρεσίες στα οποία αποδίδεται κίνδυνος για την υγεία (λ.χ. προϊόντα καπνού και αλκοόλ) ή η διακίνηση των οποίων αντίκειται στο νόμο. Για αγαθά που απευθύνονται σε ευπαθείς ομάδες (λ.χ. παιδιά) η νομοθεσία θεσπίζει αυστηρούς όρους ως προς το περιεχόμενο και τις ώρες μετάδοσης των μηνυμάτων. Οι νομικές υπηρεσίες δεν εμπίπτουν σε κάποια από τις παραπάνω κατηγορίες αγαθών και υπηρεσιών και γι' αυτό δεν παρουσιάζεται δικαιολογημένος ο περιορισμός της μετάδοσης διαφημιστικών μηνυμάτων στα παραδοσιακά μέσα μαζικής ενημέρωσης, ενόψει της “πιεστικής κοινωνικής ανάγκης” της απελευθέρωσης του επαγγέλματος. Μπορούν όμως να τεθούν ορισμένοι όροι ως προς το περιεχόμενο των συγκεκριμένων μηνυμάτων, όπως εξάλλου γίνεται και σε άλλες κατηγορίες διαφημίσεων. Σε αυτό τον έλεγχο μπορεί να επιδοθεί ένα εποπτικό συμβούλίο του δικηγορικού συλλόγου.


ii. Προβλέπεται η απαγόρευση τοποθέτησης του μηνύματος σε αφίσες ή διαφημιστικές πινακίδες. Όσον αφορά τις διαφημιστικές πινακίδες θα πρέπει να γίνει η σχετική διάκριση ως προς τις πινακίδες που παγίως αναρτώνται στις εισόδους των δικηγορικών γραφείων, για τις οποίες υπάρχουν συγκεκριμένες διατάξεις που παραμένουν σε ισχύ. Περαιτέρω, ως προς τις αφίσες, ο αποκλεισμός και αυτών των μέσων προώθησης των διαφημιστικών μηνυμάτων δεν δικαιολογείται. Εφόσον η διαφημιστική αφίσα έχει παγιωθεί λ.χ. ως ένα πάγιο μέσο πολιτικής έκφρασης που δεν κρίνεται αναξιοπρεπές ούτε για τους δικηγόρους όταν αυτοί διεκδικούν κάποια αιρετή θέση, με υπόμνηση της δικηγορικής ιδιότητάς τους, είναι πολύ δύσκολο να θεμελιωθεί νομικά ανεκτός λόγος που θα απαγορεύει στα ίδια άτομα την χρήση του συγκεκριμένου μέσου για την προώθηση της επαγγελματικής τους ιδιότητας. Το γεγονός ότι, για λόγους αισθητικής, ουδείς σύμβουλος επικοινωνίας ή διαφήμισης θα πρότεινε σε διαφημιζόμενο δικηγορο να καταφύγει στο συγκεκριμένο μέσο προβολής, θα πρέπει επίσης να ληφθεί ιδιαιτέρως υπόψη: οι αισθητικές κρίσεις δεν έχουν θέση σε νομοθετικά κείμενα. Κατά την ίδια έννοια που δεν θα πρέπει το σχεδιαζόμενο προεδρικό διάταγμα να απαγορεύσει και το “γκράφιτι” σε τοίχους. Μια απόπειρα τέτοιου είδους διαφήμισης θα ζημίωνε όποιον δικηγόρο θα την επιχειρούσε, με τέτοια βεβαιότητα, ώστε η θεσμική απαγόρευσή της να είναι ουσιαστικά άνευ αντικειμένου.



Σχέδιο άρθρου 4 προς διαβούλευση:



Απαγορεύεται σε δικηγόρο είτε ατομικά είτε ως μέλος δικηγορικής εταιρίας να δίνει συνεντεύξεις στον Τύπο, έντυπο και ηλεκτρονικό, με τρόπο που να έχει ως αποτέλεσμα την έμμεση παραβίαση των παραπάνω υποχρεώσεων. Ο δικηγόρος επίσης οφείλει να μην αναπαράγει τη δημοσίευση στοιχείων ή πληροφοριών σε σχέση με εκκρεμούσα υπόθεση ενώπιον της Δικαιοσύνης.




Σχόλιο:


Το άρθρο αντικατοπτρίζει στο άρθρο 2.6.2. του Κώδικα Δεοντολογίας CCBE, κατά το οποίο η προβολή του δικηγόρου δεν επιτρέπεται να παραβιάζει τις απαγορεύσεις των δεοντολογικών κανόνων στα Μ.Μ.Ε. Ωστόσο, η απαγόρευση της “αναπαραγωγής της δημοσίευσης στοιχείων ή πληροφοριών σε σχέση με εκκρεμούσα υπόθεση ενώπιον της Δικαιοσύνης”, στην απόλυτη διατύπωσή της δεν περιορίζεται στις σχετικές απαγορεύσεις τις επαγγελματικής εχεμύθειας. Αντιθέτως, η συγκεκριμένη απόλυτη κι ευρύτατη διατύπωση είναι ασυμβίβαστη με την ελευθερία της έκφρασης του δικηγόρου, ο οποίος, σύμφωνα με την απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου Αλφαντάκης κατά Ελλάδας, αποτελεί “διαμεσολαβητή ανάμεσα στην κοινή γνώμη και τα δικαστήρια”. Ως τέτοιος, έκρινε το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο, ο δικηγόρος έχει δικαίωμα να μεταδίδει πληροφορίες και να σχολιάζει δημόσια στα μ.μ.ε. τα πορίσματα της δικαιοσύνης. Η δεύτερη περίοδος πρέπει γι' αυτό να αντικατασταθεί με την περιοριστική υπόμνηση των υποχρεώσεων επαγγελματικής εχεμύθειας και τήρησης των λοιπών δεοντολογικών κανόνων, διαφορετικά με το άρθρο θα εισάγεται περιορισμός αντίθετος στο άρθρο 10 παρ. 2 της ΕΣΔΑ.



Σχέδιο άρθρου 5 προς διαβούλευση




Κάθε δικηγόρος ή δικηγορική εταιρεία που δημιουργεί και ανανεώνει υφιστάμενη επαγγελματική ιστοσελίδα οφείλει εντός προθεσμίας ενός μηνός να γνωστοποιεί αυτή στον οικείο Δικηγορικό Σύλλογο. Εντός προθεσμίας 2 μηνών από την έναρξη ισχύος του παρόντος, όλοι οι δικηγόροι και δικηγορικές εταιρίες που διατηρούν ιστοσελίδα να γνωστοποιούν αυτή στον οικείο Δικηγορικό Σύλλογο.


Σχόλιο:


Με αυτή τη διάταξη εισάγεται μια πρόσθετη υποχρέωση γνωστοποίησης των επαγγελματικών ιστοσελίδων στον οικείο δικηγορικό σύλλογο. Αντίστοιχη διάταξη είχε υπάρξει και στο παρελθόν, σε απόφαση του Δ.Σ.Α. για το περιεχόμενο των ιστοσελίδων των δικηγορικών γραφείων και εταιριών. Δεν είναι γνωστά τα αποτελέσματα από την εφαρμογή της προηγούμενης απόφασης. Γενικότερα, οι διατάξεις για καταλογογράφηση ιστοσελίδων και δημιουργία σχετικού μητρώου, σε ελάχιστες περιπτώσεις έχει αποδειχθεί αποτελεσματική, ως προς τον ασκούμενο έλεγχο. Όπου από τη νομοθεσία προβλέπεται “γνωστοποίηση” αρχείου ή ιστοσελίδας κλπ (λ.χ. άρθρο 6 ν.2472/1997 όσον αφορά τα προσωπικά δεδομένα), συνοδεύεται και από υποχρέωση εκ νέου ενημέρωσης σε περίπτωση τροποποίησης. Πρόκειται για μια άκρως γραφειοκρατική λύση, την οποία όσα δημόσια όργανα ακολούθησαν, πολύ σύντομα διαπίστωσαν ότι δεν ήταν σε θέση να ασκήσουν κάποιον ουσιαστικό έλεγχο και αναζήτησαν λύσεις για τον περιορισμό της συλλογής περιττών στοιχείων και της απαλλαγής από περιττές γραφειοκρατικές γνωστοποιήσεις (λ.χ. άρθρο 7Α Ν.2472/1997).



Σχέδιο άρθρου 6 προς διαβούλευση


Η παραβίαση των διατάξεων του παρόντος, πέραν των ποινικών ή αστικών ή διοικητικών συνεπειών που τυχόν προβλέπονται σε άλλες διατάξεις (περί ψευδούς διαφήμισης, περί προστασίας του καταναλωτή κλπ.), συνιστά και πειθαρχικό παράπτωμα τιμωρούμενο δια προστίμου 1.000-10.000€ ανά παράβαση. Σε περίπτωση υποτροπής δικηγόρου ή δικηγορικής εταιρίας επιβάλλεται η ποινή της προσωρινής παύσης από δύο ως έξι μηνών.




Σχέδιο άρθρου 7 προς διαβούλευση

Αρμόδιοι για την κίνηση της πειθαρχικής διαδικασίας είναι και ο Δικηγορικός Σύλλογος όπου είναι εγγεγραμμένος ο δικηγόρος ή η δικηγορική εταιρία, και ο Δικηγορικός Σύλλογος στην περιφέρεια του οποίου τελέσθηκε το παράπτωμα, οι οποίοι υποχρεούνται να κινήσουν αμελλητί την πειθαρχική διαδικασία όταν με οποιοδήποτε τρόπο λάβουν γνώση πληροφορίας ότι τελέσθηκε παράβαση των διατάξεων του παρόντος.


Σχόλιο:


Ο πειθαρχικός έλεγχος θα πρέπει να είναι το τελευταίο στάδιο όσον αφορά την τήρηση της δεοντολογίας στον εξαιρετικά σύνθετο τομέα της προβολής δικηγόρων και δικηγορικών εταιριών. Η κανονιστική πυκνότητα και η αοριστία των διατάξεων επιβάλλει την δημιουργία ενός εποπτικού συμβουλίου από στελέχη του δικηγορικού συλλόγου, αλλά και με συμμετοχή ατόμων από τον χώρο του marketing, το οποίο θα είναι σε θέση να εκπονεί κατευθυντήριες γραμμές (guidelines) και θα συνεπικουρεί τους ενδιαφερόμενους δικηγόρους με γνωμοδοτήσεις κατά το στάδιο της προετοιμασίας διαφημιστικών μηνυμάτων ή κάθε άλλης επαγγελματικής προβολής. Το εποπτικό συμβούλιο θα είναι και το μόνο αρμόδιο να εισάγει κάποια περίπτωση παραβίασης στο πειθαρχικό συμβούλιο, με σχετική εισήγησή του, όταν ήδη θα έχουν γίνει εκ των προτέρων συστάσεις στους τυχόν παραβάτες. Το πειθαρχικό συμβούλιο, από την φύση του, ασκεί εξ ορισμού κατασταλτικό έλεγχο και οι σχετικές κυρώσεις, ενόψει του ότι θα συνιστούν περιορισμούς ατομικών δικαιωμάτων, θα πρέπει να επιβάλλονται με ιδιαίτερη περίσκεψη.



Κυριακή, Μαΐου 23, 2010

Blogs: Είναι συμβατή η ανωνυμία με τη δεοντολογία;

Έχω υποστηρίξει πολλές φορές ότι η ανωνυμία στο Διαδίκτυο - επομένως και στα blogs -αποτελεί  συνιστώσα της ελευθερίας της έκφρασης. Στο Διαδίκτυο ασκούμε ταυτόχρονα πολλά δικαιώματα, τα οποία μπορεί να φαίνονται αντιφατικά μεταξύ τους, όμως δεν είναι: δικαίωμα σεβασμού της ιδιωτικότητας (ψευδωνυμία, ανωνυμία, απόρρητο) σε συνδυασμό με το δικαίωμα στην ελευθερία της έκφρασης. 

Ταυτόχρονα ομως, η ανωνυμία δεν συνιστά αλληλοαποκλειόμενη αξία σε σχέση με την δεοντολογία που πρέπει να τηρεί καθένας στο δημόσιο λόγο (είτε είναι, είτε δεν είναι δημοσιογράφος). Το ότι είσαι ανώνυμος δεν σημαίνει ότι απαλάσσεσαι από την υποχρέωση διασταύρωσης και τεκμηρίωσης μιας είδησης ΠΡΙΝ την μεταδόσεις. Το ότι γράφεις σε blog δεν σημαίνει ότι απαλάσσεσαι από την αναζήτηση της αντίθετης άποψης, όταν μεταδίδεις μια πληροφορία (όχι απλή κρίση) για ένα ερειζόμενο ζήτημα.

Μπορεί οι ίδιοι οι κανόνες της δεοντολογίας να μην περιλαμβάνονται σε νομικά δεσμευτικό κείμενο (εκτός από το π.δ. 77/2003 για τις ενημερωτικές ραδιοτηλεοπτικές εκπομπές), αλλά η παράλειψη τήρησής τους, σε συνδυασμό με αρνητικές επιπτώσεις για την προσωπικότητα του θιγόμενου, στοιχειοθετούν αυξημένο δόλο: δεν διασταύρωσες ρισκάροντας την ανακρίβεια, μόνο και μόνο επειδή στην ακατέργαστη μορφή της η πληροφορία φαίνεται πιο "ζουμερή", άρα θα κερδίσεις μεγαλύτερη αναγνωσιμότητα. Θα χάσεις όμως σε εγκυρότητα. Θα χάσεις ενδεχομένως και μερικές χιλιάδες ευρώ σε αποζημίωση που θα καταδικαστείς να καταβάλεις στον θιγόμενο. 

Το ότι έχουμε νέα μέσα δεν σημαίνει ότι καταργήθηκε αυτομάτως η γενική νομοθεσία: σημαίνει ότι δεν εφαρμόζεται η ειδική νομοθεσία που είχε θεσπιστεί για τα παραδοσιακά μέσα. Κατά τ' άλλα, οι κανόνες της δεοντολογίας έχουν αναγνωριστεί από τα Δικαστήρια ως ένα ευρύτερο σύνολο υποχρεώσεων που απορρέουν από τα "συναλλακτικά ήθη".

Μια κωδικοποίηση αυτών των κανόνων, προσαρμοσμένων ειδικά για τα blogs, είχα επιχειρήσει πριν 3 χρόνια (Κώδικας Δεοντολογίας Ιστολογίων) (Επεξηγήσεις στον Κώδικα Δεοντολογίας Ιστολογίων). Υπάρχει ήδη μια υπόθεση που εκκρεμεί στη Δικαιοσύνη και στην οποία έχει τεθεί υπόψη η συγκεκριμένη κωδικοποίηση των συναλλακτικών υποχρεώσεων των bloggers. Οπότε, με την απόφαση θα μάθουμε κατά πόσον οι δικαστές θεωρούν ότι οι bloggers δεσμεύονται ή όχι από τη δεοντολογία του δημόσιου λόγου. 

 



Τετάρτη, Μαΐου 05, 2010

Υποχρέωση επανόρθωσης και δεοντολογία ιστολόγων

Δεν θα έπρεπε να αναγνωριστεί μια δεοντολογική υποχρέωση επανόρθωσης, όταν κάποιος έχει γράψει μια ανακρίβεια ή έστω μια λάθος εκτίμηση στο blog του; Θεωρώ πως ναι. 

Πριν από  μήνες ο Leo Irakliotis, πανεπιστημιακός δάσκαλος,  έγραψε στο blog του ένα κείμενο με τίτλο "Τι σε περιμένει Θέμη!", στο οποίο εκτιμούσε ότι ο αντίδικος του κ. Λαζαρίδη θα ζητούσε "κανα-δυο αναβολές", με πιθανό αποτέλεσμα την ταλαιπωρία από άσκοπες μετακινήσεις για τη δίκη.  Το φαινόμενο των αναβολών είναι βέβαια σύνηθες στην Ελληνική Δικαιοσύνη (αν και συνήθως όχι από ευθύνη των εναγόντων, αλλά από αιτήσεις των εναγομένων και λόγω φορτωμένων πινακίων υποθέσεων που δεν επιτρέπουν χρονικά την εκδίκαση όλων των αγωγών), όμως από την αρχή θεώρησα εντελώς ατεκμηρίωτη την προκατάληψη του στις υπερβολές που γράφει εκεί, παρουσιάζοντας τον αντίδικο του Θ.Λαζαρίδη ως έχοντα πρόθεση ταλαιπωρίας.

Η πραγματικότητα όμως διέψευσε τον Leo Irakliotis. Η δίκη αναβλήθηκε όντως μία φορά, όχι όμως με αίτηση του αντιδίκου του κ. Λαζαρίδη. Ο κ. Λαζαρίδης ενημέρωσε τους αναγνώστες του για εκείνη την αναβολή, χωρίς βέβαια να διευκρινίσει για ποιο λόγο δόθηκε η αναβολή και αν αυτό ζητήθηκε από κάποιον διάδικο (και, αν ναι, από ποιον). Δικαίωμά του, φυσικά, και κρίνεται από τον κάθε αναγνώστη για την πληρότητα των πληροφοριών που μεταδίδει.

Τελικά όμως η δίκη έγινε στη μετ' αναβολή δικάσιμο, όπως επίσης ενημέρωσε ο κ. Λαζαρίδης.

Άρα, από τα στοιχεία που έχει δημοσιεύσει ο ίδιος ο  κ. Λαζαρίδης, προκύπτει ότι ο Leo Irakliotis έπεσε έξω στις εκτιμήσεις που έκανε, από προφανή προκατάληψη για την Ελληνική Δικαιοσύνη και για τον αντίδικο του κ. Λαζαρίδη. 

Ο Leo Irakliotis έκανε, λοιπόν, λάθος. Θα το αναγνωρίσει;


Τρίτη, Απριλίου 06, 2010

Μια απάντηση στον Σταύρο Τσακυράκη




[Μια εξαιρετική οπτικοποίηση για το τεκμήριο της αθωότητας, το βρήκα στο πολύ ωραίο ιστολόγιο Hellenic Action for Human Rights]


Ένα άρθρο της "Ε" με τον -ανατριχιαστικό- τίτλο "Συλλογική συνενοχή" ασχολείται με την υπόθεση της αθώωσης ορισμένων παιδιών που φέρονταν ότι βίασαν μια συμμαθήτριά τους, παρουσία δύο συμμαθητριών που βιντεοσκοπούσαν με τα κινητά τους τηλέφωνα. Όταν το διάβασα, αρνήθηκα να πιστέψω ότι το υπογράφει ο κ. Σταύρος Τσακυράκης, του οποίου το μάθημα (συνταγματικό δίκαιο) παρακολουθούσα με πολύ ενδιαφέρον ως πρωτοετής φοιτητής την προ-προηγούμενη δεκαετία.

Οι καλές μαθήτριες δεν κάνουν παρτούζες στις τουαλέτες του σχολείου

Συνοπτικά, ο καθηγητής, αν και παραδέχεται ότι δεν έχει υπόψη του τη δικογραφία και στοιχεία της υπόθεσης, μας λέει -χωρίς καμία επιφύλαξη- ότι διαφωνεί με την αθώωση των αγοριών, επειδή παραδοσιακά τα θύματα βιασμού σε μια φαλλοκρατική κοινωνία αντιμετωπίζονται με το επιχείρημα "τα θελε και τα 'παθε".

Αυτή η γενίκευση είναι όντως μία από τις πιο απάνθρωπες πάγιες πρακτικές που έχουν παρατηρηθεί σε περιπτώσεις αθώωσης των θυμάτων και αποτελεί μια κλασική υπερασπιστική γραμμή των δικηγόρων φερόμενων βιαστών. Είναι όμως μια γενίκευση και δεν μπορείς να λες ανεπιφύλακτα "εγώ πιστεύω το κορίτσι", χωρίς να ξέρεις τα ειδικά χαρακτηριστικά της εν λόγω υπόθεσης. Μπορείς φυσικά να κάνεις κριτική στην απόφαση -αν την έχεις διαβάσει- όπως μπορείς να επισημάνεις και αυτά τα γενικά στοιχεία από παλαιότερες αθωώσεις επειδή δήθεν το θύμα "τα ΄θελε". Δεν έχεις όμως δικαίωμα να λες για τη συγκεκριμένη περίπτωση "εγώ πιστεύω το κορίτσι". Που το άκουσες το κορίτσι για να το πιστέψεις; Που άκουσες τι είπαν τα αγόρια για να μην τα πιστεύεις; Οι υπόλοιποι μάρτυρες; Οι ιατροδικαστικές εκθέσεις; Όλα στα σκουπίδια, επειδή οι φερόμενοι δράστες αθωόνται επειδή τα θύματα "τα θελαν";

Πιο εξοργιστικό όμως από αυτά είναι το επιχείρημα που φέρνει ο καθηγητής για να ενισχύσει την δυσπιστία του απέναντι στην αθώωση των αγοριών:

"Δυσκολεύομαι, όμως, να πιστέψω ότι ένα νέο κορίτσι με άριστη συμπεριφορά στο σχολείο και στη κοινωνία, αποφάσισε μια μέρα να διασκεδάσει με τέσσερις συμμαθητές της στην τουαλέτα του σχολείου, κάλεσε και δύο συμμαθήτριές της να κοιτάζουν (ή να βιντεοσκοπούν) και, μετά το γλέντι, είτε επειδή μετάνιωσε είτε επειδή φοβήθηκε τι θα πουν γι' αυτήν η μητέρα της ή οι άλλοι, είχε τη φαεινή ιδέα να επινοήσει την καταγγελία για βιασμό." [υπογράμμιση δική μου].

Οι καλές μαθήτριες δηλαδή δεν κάνουν παρτούζες. Δεν πειραματίζονται με τη σεξουαλικότητά τους, επειδή είναι καλές μαθήτριες. Δεν έχουν συμμαθήτριες με κινητά τηλέφωνα. Οι συμμαθήτριες των άριστων μαθητριών δεν έχουν περιέργεια για τις ερωτικές περιπέτειες των φίλων τους. Αλλά, ακόμα κι αν οι άριστες μαθήτριες κάνουν μια παρτούζα, θα τρέξουν αμέσως και ευθαρσώς να την ομολογήσουν στη μητέρα τους, ιδίως όταν τα κουτσομπολιά και τα τεκμήρια αρχίσουν να διαδίδονται από κινητό σε κινητό. Δεν θα προσπαθήσουν να συγκαλύψουν όπως - όπως την αλήθεια. Όπως και μια λεσβία ή ένας ομοφυλόφιλος μαθητής σε μια επαρχιακή πόλη, θα σπεύσει να μιλήσει για τις ερωτικές εμπειρίες του - που αλλού;- στους γονείς του. Διότι η ελληνική επαρχία είναι τόσο απελευθερωμένη που τα παιδιά μιλάνε ανοιχτά στους γονείς τους, αφού ποτέ δεν θα υποστούν κάποια συνέπεια για τους ερωτικούς πειραματισμούς τους.

Σε ποια χώρα ζείτε κύριε Τσακυράκη; Μήπως στις Η.Π.Α.;


Οι καταγγελλόμενοι ως βιαστες "πρέπει" να αποδείξουν την αθωότητά τους

Ο κ. Τσακυράκης παραπέμπει για άλλη μια φορά στην αγαπημένη του αμερικάνικη νομοθεσία που - όπως λέει- έχει αναστρέψει ουσιαστικά το τεκμήριο της αθωότητας και το "εν αμφιβολία υπέρ του κατηγορουμένου" σε περιπτώσεις βιασμού: ο φερόμενος ως βιαστής καλείται να αποδείξει την αθωότητά του και όχι το αντίστροφο όπως ισχύει εδώ. Θα έπρεπε δηλαδή να θεωρούνται εξ αρχής περίπου ένοχοι οι καταγγελλόμενοι και μόνο αν καταφέρουν να ανατρέψουν όλες τις κατηγορίες να αθωόνται. Ενώ το συνταγματικό δίκαιο και το ποινικό μας σύστημα προβλέπει τα απολύτως αντίθετα.

Δεν χρειάζεται όμως να αναζητήσει την νομοθεσία των Η.Π.Α. για να βρει τέτοιες αντιστροφές. Σύμφωνα με το Ν.3304/2005 για την ίση μεταχείριση χωρίς διακρίσεις σε ορισμένους τομείς του δημόσιου και ιδιωτικού βίου, ισχύει ακριβώς αυτή η αναστροφή του βάρους απόδειξης. Ο φερόμενος ως θύτης καλείται να αποδείξει ότι δεν υπήρξε αθέμιτη διάκριση κι όχι το αντίστροφο. Με μια μικρή λεπτομέρεια: η αναστροφή αυτή φυσικά και δεν ισχύει στο ποινικό δίκαιο (άρθρο 14 παρ. 2 Ν.3304/2005). Η προστασία κατά των διακρίσεων δεν μπορεί να ανατρέψει θεμελιώδεις αρχές των ανθρώπινων δικαιωμάτων, όπως το τεκμήριο της αθωότητας.

Δεν μπορείς να εντάσσεις κάθε ειδική περίπτωση στο γενικό συμπέρασμα που έχεις υπόψη σου

Ο Σταύρος Τσακυράκης σε αυτό το άρθρο θέλει - οπωσδήποτε καλοπροαίρετα- να επισημάνει το γενικότερο πρόβλημα: την κοινωνική δυσπιστία απέναντι στα φερόμενα θύματα βιασμού, η οποία είναι μια ζοφερή πραγματικότητα. Από την γενική αλήθεια, όμως, μέχρι την εξατομίκευση και την "καταδίκη" των συγκεκριμένων παιδιών υπάρχει μια τεράστια απόσταση παράβλεψης πολλών κατηγοριών νομοθεσιών και τομέων του δικαίου, πέραν του κλασικού τεκμηρίου της αθωότητας. Και γιατί να μην καταργήσουμε τελείως τις δίκες και να αρκούμαστε μόνο στην καταγγελία και κατευθείαν στην φυλακή; Το Σύνταγμα και η ΕΣΔΑ ως κουρελόχαρτα.

Ο κ. Τσακυράκης ξεκινάει και μένει σε ένα παραδοσιακό συμπέρασμα, χωρίς να λαμβάνει υπόψη ότι στη συγκεκριμένη υπόθεση δεν μιλάμε για μια συνήθη περίπτωση φερόμενου ομαδικού βιασμού. Πρόκειται για μια άκρως ειδική υπόθεση που εγείρει μια σειρά ζητημάτων από μόνο το γεγονός ότι όλοι οι μετέχοντες στην υπόθεση ήταν ανήλικοι, οπότε υπεισέρχονται οι ειδικοί κανόνες και αρχές των Δικαιωμάτων του Παιδιού. Δεν είναι λοιπόν η ιστορία μιας γυναίκας που καταγγέλλει ότι την βίασαν τέσσερις άντρες. Είναι μια υπόθεση που αφορά τα εξαιρετικά σύνθετα ζητήματα της σεξουαλικότητας των εφήβων. Μια υπόθεση λοιπόν που δεν προσφέρεται για υπαγωγή σε υπερ-γενικεύσεις και ασκήσεις επίδειξης (παλαιο)φεμινιστικών προσεγγίσεων. Και μια υπόθεση στην οποία οι βεβαιότητες δεν έχουν καμία, μα καμία θέση.

Έπειτα, ένας ακόμη παράγοντας που επηρέασε καθοριστικά την υπόθεση από την αρχή ήταν η εμπλοκή των μέσων ενημέρωσης και το τεράστιο ζήτημα της διάδοσης προσωπικών δεδομένων όλων των εμπλεκόμενων, τόσο μέσω του βίντεο που φέρονται ότι γύρισαν οι συμμαθήτριες όσο και μέσω της ενασχόλησης των μεγάλων παραδοσιακών ΜΜΕ. Η υπερέκθεση των ανηλίκων στα μέσα ενημέρωσης, με εκτενείς περιγραφές ακόμα και από την ιατροδικαστική έκθεση που δημοσιεύθηκε σε εφημερίδα - η οποία αθωώθηκε από την Ελληνική Δικαιοσύνη για αυτή την πράξη!- τοποθετεί την ιστορία αυτή σε ένα πλαίσιο που επιβάλλει απολύτως συγκεκριμένους υπερασπιστικούς ισχυρισμούς και τακτικές. Αλλά και απολύτως προσεκτικό χειρισμό εκ μέρους της Δικαιοσύνης, η οποία οφείλει να μην ενδώσει στον μιντιακό καννιβαλισμό που ασκήθηκε, ακόμα και με πρωτοσέλιδους τίτλους του στυλ "Όλοι οι βιαστές μιας Βουλγάρας". Προκαλεί εντύπωση πως ένας έμπειρος δικηγόρος - με μεγάλες επιτυχίες στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο- όπως είναι ο κ. Τσακυράκης, παραβλέπει αυτούς τους παραμορφωτικούς καθρέφτες, μεγεθυντικούς και σμικρυντικούς φακούς, που αναγκαστικά δεν μας επιτρέπουν να έχουμε τη δυνατότηα να γενικολογούμε όταν έχουμε μπροστά μας τη συγκεκριμένη υπόθεση. Δεν προσφέρεται αυτή η υπόθεση ως παράδειγμα για το γενικό πρόβλημα που θέλει να θίξει ο καθηγητής.

Αυτοί οι πολλαπλά επάλληλοι άξονες δεν απασχόλησαν καθόλου τον κ. Τσακυράκη στο άρθρο του. Ο κ. Τσακυράκης υποστηρίζει απλώς μια ανάστροφα στερεοτυπική προκατάληψη: επειδή οι γυναίκες αντιμετωπίζονται με δυσπιστία, "πρέπει" οι άντρες να θεωρούνται κατά τεκμήριο όντως βιαστές.

Εξόχως προβληματικό, ιδίως όταν προσπαθείς με το ζόρι να "χωρέσεις" πραγματικά περιστατικά που ακροθιγώς γνωρίζεις (όπως εδώ) στα γενικά διδάγματα της κοινωνικής σου πείρας. Επίσης, θεωρώ ότι είναι εξόχως προσβλητικό για τις ίδιες τις γυναίκες.


Ένα άρθρο που δεν περίμενα ποτέ ότι θα είχε την υπογραφή του κ. Τσακυράκη.






Τρίτη, Νοεμβρίου 24, 2009

Προσωρινή διαταγή για αφαίρεση σχολίων απο το TVXS


Η έκδοση προσωρινής διαταγής σε υποθέσεις που αφορούν προσβολή προσωπικότητας σε μέσα ενημέρωσης είναι μια σπάνια περίπτωση, μέχρι τώρα. Ωστόσο, οι ρυθμοί του Διαδικτύου επιβάλλουν αντίστοιχους ρυθμούς και στην απονομή της Δικαιοσύνης. Η προσωρινή διαταγή δεν αποτελεί μια κλασική περίπτωση δικαστικής απόφασης (δεν περιλαμβάνει λ.χ. αιτιολογία) και μοιάζει περισσότερο με μια εισαγγελική παραγγελία. Σε πολλές περιπτώσεις όμως, δίνει άμεσες λύσεις, τουλάχιστον μέχρι την κανονική εκδίκαση μιας υπόθεσης. Το tvxs.gr δημοσιοποίησε την προσωρινή διαταγή που εκδόθηκε χθες, βάσει της οποίας διατάχθηκε να αφαιρεθούν ορισμένα σχόλια για τα οποία έχει ασκηθεί αίτηση λήψης ασφαλιστικών μέτρων (βλ. εδώ την σχετική ανάρτηση). 

Όπως έγραψα και στα σχόλια του tvxs, ας μην είμαστε υποκριτές, η ασφάλεια του πληκτρολογίου μας έχει οδηγήσει τους περισσότερους αν όχι όλους σε παρεκτροπές στο Διαδίκτυο. Λίγο-πολύ όλοι έχουμε βρίσει ή έχουμε βριστεί. Όταν έχουμε προκληθεί από αμέσως προηγούμενη πράξη, ο ίδιος ο νόμος λέει ότι η εξύβριση μπορεί να μένει ατιμώρητη (ως μια μορφή αποδεκτής άμυνας ή επιτρεπτής αυτοδικίας, την "δικαιολογημένη αγανάκτηση"). 

Η ελευθερία της έκφρασης δεν θίγεται από την τιμωρία που επιφυλάσσει ο νόμος στην εξύβριση και σε άλλα αδικήματα λόγου. Η ελευθερία της έκφρασης απονομιμοποιείται από αυτές τις συμπεριφορές. Στα διαδικτυακά μέσα ενημέρωσης, μπορεί η ίδια η φύση του μέσου να ενθαρρύνει μεγαλύτερη ελευθερία, αλλά αυτή δεν είναι άλλη από την γενικά κατοχυρωμένη ελευθερία λόγου. Δεν μπορούμε να αξιώνουμε "ειδική μεταχείριση" μόνο και μόνο επειδή βρισκόμαστε στο Διαδίκτυο. 

Όλο το στοίχημα για τα διαδικτυακά μέσα ενημέρωσης παίζεται στους Όρους Χρήσης: η κατοχύρωση συγκεκριμένων, διαφανών και αμερόληπτων διαδικασιών για την εποπτεία του υλικού που αναρτάται δημόσια και η εγρήγορση για την ορθή εφαρμογή των Όρων Χρήσης είναι το μυστικό για να περιοριστεί η ευθύνη του ίδιου του μέσου. Χρειάζεται δηλαδή να δημιουργούνται και να τηρούνται ιδιωτικοί κώδικες δεοντολογίας, οι οποίοι πρέπει να σέβονται τόσο την φύση του μέσου (άμεση ροή πληροφορίας) όσο και την φύση του δικαιώματος και τους περιορισμούς του. 

Το tvxs βρίσκεται αντικειμενικά σε πολύ καλό δρόμο, σταθμίζοντας και τις δύο αυτές παραμέτρους. Εχθρός του καλού είναι βέβαια το καλύτερο. 

Αυτό που με προβληματίζει είναι κατά πόσον η ερευνητική δημοσιογραφία, η οποία πρέπει να τηρεί μια σειρά από πολύ αυστηρές δεοντολογικές αρχές (τεκμηρίωση πριν την δημοσίευση, διασταύρωση, παράθεση της αντίθετης άποψης, αντιστοιχία τίτλου-περιεχομένου, σεβασμός τεκμηρίου της αθωότητας, προστασία προσωπικών δεδομένων, σεβασμός της προσωπικότητας) μπορεί να τηρείται και από τους σχολιαστές οι οποίοι μερικές φορές νομίζουν ότι δεν δεσμεύονται απο τις γενικές υποχρεώσεις του δημόσιου λόγου. 

Ειδικά για αυτή την περίπτωση, το moderation είναι απολύτως απαραίτητο. Αν θέλουμε να ενισχύσουμε τη διαφάνεια, θα έλεγα και ότι πριν την ανάρτηση ενός αμφίβολης νομιμότητας σχολίου, μπορεί να ζητείται από τον σχολιαστή να αναδιατυπώσει, σεβόμενος αυτή τη φορά την αρχή που φαίνεται ότι παραβίασε. Αν διαγραφεί εκ των υστέρων ένα σχόλιο, καλό θα ήταν να αιτιολογείται και ο λόγος διαγραφής. 

Για μένα όμως, είναι αδιανόητο να εμμένει κάποιος να παραβιάζει τη δεοντολογία, να του το επισημαίνεις, να το αποδεικνύεις, να γίνεται ευρύτερα αποδεκτό και να εμμένει. Εκεί ο διάλογος τελειώνει κι έρχεται ο ρόλος της Δικαιοσύνης. 

Τρίτη, Μαΐου 26, 2009

Ο στοιχειώδης δεοντολογικός κανόνας της αναφοράς στην πηγή της είδησης

Όπως είναι γνωστό, το e-lawyer υπάρχει σχεδόν 4 χρόνια στη μπλογκόσφαιρα και στις αναρτήσεις του θα βρείτε πρωτότυπες ειδήσεις από δικαστήρια (ελληνικά και Ευρωπαϊκά) καθώς και άλλες χρηστικές πληροφορίες, τις οποίες εντοπίζουμε στην πηγή (όπου συνήθως περνούν απαρατήρητες) και αναδεικνύουμε την νομικά ενδιαφέρουσα ουσία τους με κριτικά σχόλια.

Πολλές φορές, η εργασία αυτή είναι επίπονη, όπως λ.χ. η μετάφραση στα Ελληνικά της 50σέλιδης απόφασης για την Δίκη του Λεπέν, η καθαρογραφή και ο σημείο προς σημείο σχολιασμός της απόφασης για τους γάμους της Ρόδου, και πολλές άλλες περιπτώσεις. 

Την Παρασκευή είδα στο μπλογκ Information Law του φίλου και συναδέλφου κ. Ιωάννη Ιγγλεζάκη την είδηση για μια απόφαση του Πρωτοδικείου Ροδόπης. Tο μπλογκ είχε σκαναρισμένη την πρώτη σελίδα της απόφασης από τον Αρμενόπουλο και μια λεζάντα που ανέφερε: "Σύμφωνα με την υπ' αριθ. 44/2008 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ροδόπης κρίθηκε ότι τα ιστολόγια δεν υπάγονται στην έννοια του ηλεκτρονικού τύπου. Αναλογικά βρίσκει εφαρμογή η νομοθεσία του τύπου στην περίπτωση του ιστολογίου. Βλ. την απόφαση σε Αρμενόπουλο 2009, σελ. 406 επ."

Επειδή παρακολουθώ πολύ στενά τις νομολογιακές εξελίξεις για τα δικαιώματα στο Διαδίκτυο, έσπευσα αμέσως στη βιβλιοθήκη του Δικηγορικού Συλλόγου για να λάβω μια φωτοτυπία από τον Αρμενόπουλο και να δω περί τίνος επρόκειτο. Πρόκειται για μια πυκνογραμμένη 6σέλιδη απόφαση (9άρια στοιχεία), στην οποία εκτός από τα θέματα που επισήμαινε ο Γιάννης, δινόταν για πρώτη φορά ένας ορισμός του "μπλογκ", οριζόταν η διάκριση ανάμεσα σε "ηλεκτρονικό τύπο" και "ιστολόγιο", ετίθετο το ζήτημα της ιεραρχικής δομής ενός μέσου ενημέρωσης ως αδιάφορου στοιχείου για την εφαρμογή ή μη του ν.1178 κλπ. Επίσης το Δικαστήριο έκρινε ότι με τα στοιχεία που είχε (ονοματεπώνυμο φερόμενου ως δράστη) δεν μπορούσε να καταλήξει σε ασφαλές αποδεικτικό πόρισμα - κάτι που για πρώτη φορά επίσης βλέπαμε σε δικαστική απόφαση και στο οποίο υπάρχουν πολλές αντιρρήσεις. 

Αποφάσισα λοιπόν να αφιερώσω ένα απόγευμα ώστε να αναδακτυλογραφήσω την απόφαση και να επισημάνω τα σημεία της πρωτοτυπίας της που θα είχαν μια νομολογιακή σημασία. Προκειμένου να επισημανθεί η σοβαρότητα που θα είχε ως νομολογιακό προηγούμενο, χρησιμοποίησα καταχρηστικά τον τίτλο "η πρώτη απόφαση ελληνικού δικαστηρίου για μπλογκ", ενώ βέβαια όσοι πράγματι παρακολουθούν την νομολογία γνωρίζουν ότι υπάρχουν ήδη ποινικές αποφάσεις για 2-3 μπλόγκερς που συνελήφθησαν και καταδικάστηκαν, χωρίς όμως να έχουν δοθεί στη δημοσιότητα τα κείμενα των αποφάσεων και χωρίς φυσικά οι ποινικές αποφάσεις να περιλαμβάνουν την λεπτομερή θεμελίωση και τις ειδικές διακρίσεις  που περιείχε η απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ροδόπης. 

Στην στοιχειοθεσία της ανάρτησής μου ακολούθησα πιο αναλυτική παραγραφοποίηση σε σχέση με τα δημοσιευμένα αποσπάσματα του Αρμενόπουλου, "σπάζοντας" το κείμενο ανα θεματικές ενότητες και απαλείφοντας περιττές πληροφορίες όπως ημερομηνίες, σειριακοί αριθμοί κλπ. 

Στην ανάρτησή μου ανέφερα ότι για την απόφαση ενημερώθηκα από το Information Law και ότι η απόφαση δημοσιεύθηκε στον Αρμενόπουλο. 

Η σχετική ανάρτηση έγινε στο e-lawyer  το Σάββατο. Λίγα λεπτά μετά ο nikan μου έστειλε ένα mail ρωτώντας με αν μπορεί να την αναδημοσιεύσει. Του είπα ότι φυσικά και μπορούσε, αφού ήταν δημόσιο έγγραφο, στο οποίο δεν υπάρχουν δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας. Άλλωστε αυτό μπορεί να το βρει κανείς και στην Ανάλυση του Ν.2121/1993 που φιλοξενείται στο e-lawyer. 

Την Δευτέρα, όμως, υπήρξαν πάρα πολλές αναδημοσιεύσεις copy paste της ανάρτησής μου από blogs, αλλά και από το tvxs και από την Ελευθεροτυπία. Δεν υπήρχε αναφορά στο e-lawyer, λες και όλοι αυτοί θα μιλούσαν για "πρώτη απόφαση ελληνικού δικαστηρίου για μπλογκ" αν δεν είχαν διαβάσει  e-lawyer. Την αναφορά στην πηγή έκανε το indymedia και ελάχιστα άλλα μέσα. 

Eπισημαίνω για μια ακόμη φορά ότι είμαι υπέρ της ελεύθερης διακίνησης της γνώσης, των ιδεών, των έργων του λόγου και των απόψεων. Άλλωστε από το 2007 έχει κυκλοφορήσει το σχετικό βιβλίο μου "Περαιτέρω χρήση πληροφοριών του Δημόσιου Τομέα  - Ν.3448/2006" θέμα για το οποίο βραβεύτηκα την προηγούμενη εβδομάδα από την Εταιρία Διοικητικών Μελετών (Βραβείο Ακαδημίας Αθηνών). Ούτε βέβαια επικαλούμαι κάποιου είδους πνευματικό δικαίωμα ή αποκλειστικότητα της μετάδοσης σε μια δικαστική απόφαση.

Αναφέρομαι σε έναν δεοντολογικό κανόνα, μία υποχρέωση όχι δεσμευτική αλλά βέλτιστης πρακτικής και αρτιότητας της μεταδιδόμενης πληροφορίας: την αναφορά στην πηγή. Ο κανόνας της αναφοράς στην πηγή αποτελεί ρήτρα εγγύησης για την εγκυρότητα ή μη της είδησης που μεταδίδεται, καθώς και έναν δείκτη ποιότητας της παρεχόμενης πληροφορίας. Επιπλέον, η αναφορά της πηγής επιτρέπει στον αναγνώστη να διασταυρώσει την αρτιότητα της αναμετάδοσης και να αξιολογήσει ο ίδιος κατά πόσον εκτιμά την εγκυρότητα της προέλευσης της είδησης. Άρα, η παραπομπή στην πηγή είναι ένας κανόνας διαφάνειας και απόδειξης στον αναγνώστη ότι δεν χειραγωγείται και ότι έχει τη δυνατότητα, αξιοποιώντας την διαδραστική φύση του μέσου, να ελέγξει ο ίδιος την ίδια την είδηση, αλλά και τη σκοπιμότητα της αναμετάδοσής της. 

Για παράδειγμα, στο tvxs τέθηκε επίσης όλο το κείμενο της απόφασης χωρίς σχολιασμό όμως και -αρχικά- χωρίς αναφορά της πηγής. Δύο αναγνώστες, χαμένοι από το απέραντους νομικούς κώδικες, ζήτησαν βοήθεια για την κατανόηση του κειμένου. Πήγα από κάτω και τους έδωσα τα 5-6 κρίσιμα σημεία σε απλή γλώσσα. Αν το tvxs αντί για copy paste είχε βάλει την πηγή στο e-lawyer, οι μη νομικοί αναγνώστες θα ήταν σε θέση να έχουν πλήρη εικόνα. Να σημειώσω ότι δεν έχω γενικό παράπονο από το tvxs γιατί συνήθως όταν αναμεταδίδει ειδήσεις από το e-lawyer φροντίζει να θέτει την παραπομπή. 

Τέλος, η αναφορά της πηγής είναι και μια ελάχιστη ηθική αναγνώριση σε αυτόν που έκανε τον κόπο να αναδείξει ουσιώδη στοιχεία της συγκεκριμένης υπόθεσης. Αλλά αυτό είναι πια καθαρά ένα ζήτημα επιλογής.

Νομίζω ότι είναι σαφές ότι ο λόγος για τον οποίο αναρτώ αυτό το κείμενο δεν είναι για να παραπονεθώ, αλλά για να καταδείξω πόσες διαστάσεις μπορεί να έχει η καταστρατήγηση ενός τόσο βασικού δεοντολογικού και αυτορρυθμιστικού κανόνα για την  ποιοτική μετάδοση ειδήσεων στην Κοινωνία της Πληροφορίας.

 Διότι πέρα από την προσωπική ιστορία που μπορεί να έχει καθένας - και μου έχετε στείλει πάρα πολλά mail για ζητήματα "κλοπής" ειδήσεων- αυτό που προέχει είναι να δημιουργήσουμε σταδιακά μια κουλτούρα έντιμης και θεμιτής κυκλοφορίας των πληροφοριών που κοινωνούμε.






Παρασκευή, Απριλίου 03, 2009

ΑΝΤ1 και ΣΚΑΪ λογοδοτούν για ανακρίβειες του Δεκέμβρη 2008

Είναι γνωστή η περίπτωση κατά την οποία 2 τηλεοπτικοί σταθμοί παρουσίασαν ως αληθινή δεδηλωμένη φάρσα blog περί στοιχημάτων καψίματος του 2ου χριστουγεννιάτικου δέντρου στο Σύνταγμα. Επρόκειτο για "είδηση" που μεταδόθηκε στο κεντρικό δελτίο ειδήσεων του ΑΝΤ1 (27.12.2008) και δύο μέρες μετά - παρά την κατακραυγή- από τον ΣΚΑΪ (29.12.2008).

Υποβλήθηκε τότε σχετική αναφορά από την Data&Protection στο ΕθνικόΣυμβούλιο Ραδιοτηλεόρασης, για παράβαση της υποχρέωσης διασταύρωσης της είδησης και μετάδοσης τεκμηριωμένων πληροφοριών από τα δελτία ειδήσεων.

Στις 31.3.2009 το ΕΣΡ κάλεσε σε ακρόαση τα δύο κανάλια σχετικά με τα παραπάνω δελτία ειδήσεων (βλ. 30/3/2009 Συνεδρίαση 11η Ημερήσια Διάταξη). Συγκεκριμένα το ΕΣΡ υιοθετεί στην κλήση ακρόασης πλήρως τη νομική βάση που υποστήριξε η Data&Protection στην αναφορά της, καλόντας τους σταθμούς για παροχή εξηγήσεων: 

"1. Ακρόαση του τηλεοπτικού σταθμού "ΑΝΤΕΝΝΑ" για παροχή διευκρινίσεων σχετικά με ενδεχόμενη παραβίαση των διατάξεων που αφορούν στα άρθρα: 

5 παρ. 1 και 2 του Π.∆. 77/2003 – η µετάδοση των γεγονότων πρέπει να είναι αληθής, ακριβής και όσο το δυνατό πλήρης, 8 παρ. 1 εδ. α΄ του Π.∆. 77/2003 –  δεν πρέπει να µεταδίδονται πληροφορίες χωρίς να έχουν ελεγχθεί, 14 παρ. 1 εδ. α΄ του Π.∆. 77/2003 – τα δελτία ειδήσεων πρέπει να συντάσσονται µε ακρίβεια και αντικειµενικότητα και µε τη µεγαλύτερη δυνατή πολυµέρεια, 15 του Π.∆. 77/2003 –  ειδήσεις και σχόλια, κρίσεις ή απόψεις πρέπει να διακρίνονται µε τρόπο σαφή, στοιχ. ε, στ της απόφασης της Ε.Σ.Η.Ε.Α. 19 και 20.5.1998 - αρχές δεοντολογίας του δηµοσιογραφικού επαγγέλµατος, 2 στοιχ. η της απόφασης της Ε.Σ.Η.Ε.Α. 19 και 20.5.1998 – ο δηµοσιογράφος δικαιούται και οφείλει, να συλλέγει και να διασταυρώνει τις πληροφορίες και να εξασφαλίζει την τεκµηρίωσή τους,  (κεντρικό δελτίο ειδήσεων 27/12/2008)"  


και 


"3. Ακρόαση του τηλεοπτικού σταθµού «ΣΚΑΪ TV», για παροχή διευκρινίσεων σχετικά µε ενδεχόµενη παράβαση των διατάξεων που αφορούν στα άρθρα :  (α) 5 παρ. 1 εδ. α΄, 2 του Π.∆. 77/2003 – η µετάδοση γεγονότων πρέπει να είναι αληθής, ακριβής και όσο το δυνατό πλήρης, 8 παρ. 1 εδ. α΄ του Π.∆. 77/2003 –  δεν πρέπει να µεταδίδονται πληροφορίες χωρίς να έχουν ελεγχθεί, 14 παρ. 1 εδ. α΄ του Π.∆. 77/2003 – τα δελτία ειδήσεων πρέπει να συντάσσονται µε ακρίβεια και αντικειµενικότητα και µε τη µεγαλύτερη δυνατή πολυµέρεια, 15 του Π.∆. 77/2003 – ειδήσεις και σχόλια, κρίσεις ή απόψεις πρέπει να διακρίνονται µε τρόπο σαφή, υποθέσεις ή πιθανολογήσεις δεν παρουσιάζονται ως γεγονότα, 1 στοιχ. ε, στ της απόφασης της Ε.Σ.Η.Ε.Α. 19 και 20.5.1998 - αρχές δεοντολογίας του δηµοσιογραφικού επαγγέλµατος, 2 στοιχ. η της απόφασης της Ε.Σ.Η.Ε.Α. 19 και 20.5.1998 – ο δηµοσιογράφος δικαιούται και οφείλει, να συλλέγει και να διασταυρώνει τις πληροφορίες και να εξασφαλίζει την τεκµηρίωση τους,  (κεντρικό δελτίο ειδήσεων 29/12/2008) "


Αυτή η νομική βάση αποτελεί μια κωδικοποίηση των θεμελιωδών αρχών τεκμηρίωσης της είδησης που οφείλουν να τηρούν τα μέσα ενημέρωσης. Το π.δ. 77/2003 αφορά βέβαια μόνο τη ραδιοτηλεόραση και τις ενημερωτικές εκπομπές της (όχι δηλ. τις ψυχαγωγικές και άλλες εκπομπές) αλλά παρατηρούμε ότι το ΕΣΡ αναφέρεται και στον Κώδικα Δεοντολογίας της ΕΣΗΕΑ, στον οποίο προσδίδει μια ιδιαίτερη δεσμευτικότητα, όπως εξάλλου έχει δεχθεί και το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου σχετικά με τα "καθήκοντα και ευθύνες" που συνεπάγεται η ελευθερία της έκφρασης. 

Οι δύο ραδιοτηλεοπτικοί σταθμοί θα υποβάλουν τις διευκρινίσεις τους έως την Δευτέρα 6.4.2009 και στη συνέχεια το ΕΣΡ θα πρέπει να λάβει την απόφασή του. 

Αθώωση εικαστικού για κινούμενο σχέδιο με κάψιμο εκκλησίας

Στις 17.5.2024 εκπροσώπησα ως δικηγόρος τον εικαστικό Γιώργο Μικάλεφ στο Η' Μονομελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, στο οποίο είχε παραπεμφθε...